Στον ίσκιο του πλατάνου

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στον ίσκιο του πλατάνου
Συγγραφέας:
Αθήνα: Εστία, Paris: J. Gamber, 1911, δείτε και [1]


ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ


Quel ciel, c'ha minor li cerchi sui

DANTE, Inf. II 26(3)


Αφιερώνεται

Ο ΤΟΜΟΣ

ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ

βασιλιάς


Ψ.



ΠΡΟΛΟΓΟΣ[Επεξεργασία]

Ο Ντάντες, όταν έκανε λόγο για τον ουρανό που οι κύκλοι του είναι μικρότεροι από τους άλλους στις άλλες σφαίρες, δηλαδή για τον ουρανό του φεγγαριού, βέβαια — και το ξέρουμε — πως δεν έβαζε με το νου του το δήγημα, μήτε γύρεβε να το συγκρίνει, με το μυθιστόρημα. Επειδή όμως εδώ και δέκα χρόνια, συνηθίσαμε να στολίζουμε το ξώφυλλο με μια επιγραφή παρμένη από στίχους του δέφτερου κάντου της Κόλασης — κάντο που αλάκαιρο τ' ακούσαμε κι αλάκαιρο το ξεστηθίσαμε σε ώρες κρίσιμες της ζωής μας, όπως το σημειώσαμε κι αλλού — μας φαίνεται πως τα λόγια του Ντάντε κάμποσο ταιριάζουνε στο φιλολογικό είδος που λέγεται δήγημα, ταιριάζει μάλιστα το ρητό, άμα συγκρίνουμε ίσια ίσια το δήγημα με το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα, ήλιος — και τόντις τι δεν είναι σήμερα το μυθιστόρημα, που ό,τι θέλεις το κάνεις, που φιλοσοφίες σωστές, που σωστό έθνος μέσα του είναι άξιο να χωρέσει; Φεγγάρι, το δήγημα. Κι απαράλλαχτα όπως το φεγγάρι, ενώ δανείζεται το φως του από τον ήλιο, έχει ωστόσο δικό του φως, ύπαρξη δική του, πάντα όμως σε στενότερο κύκλο, σε πιο περιορισμένο, μα με τρόπο που μπορεί κιόλας να φωτίσει καλύτερα και πιο συγκεντρωμένα κανένα μέρος, εκεί που ο ήλιος αναγκάζεται να φωτίζει όλη μαζί τη δημιουργία.

Εγώ, να σας το μολογήσω, τ’ αγαπώ το δήγημα, του χρωστώ και πολλά. Του χρωστώ, τι θαρρείτε; τη σωτηρία μου, ή τουλάχιστο στάθηκε το δήγημα σαν πρωταγγελούδι της σωτηρίας μου, εδώ και δυο τρία χρόνια, στα 1908, ένα καλοκαίρι, όπου τα πήγαινα τόσο αχαμνά, που νόμισα πως γλήγορα θα τα κακαρώσω. Είχα τότες αναγκαστεί, από τον εαφτό μου δηλαδή, ν’ αφήσω τον καπνό. Τον καπνό! Τη χαρά μου, το κέφι μου, το γλέντι μου, το σύντροφό μου τον παλιό, την ξέγνοιαστη μου τη νιότη, και το σπουδαιότερο, τον αχώριστο βοηθό μου στην εργασία. Ναίσκε! Καθόμουνε κάποτες στο γραφείο μου, κουρασμένος, έψαχνα, γύρεβα· του κάκου! Η πέννα στα δάχτυλά μου ακίνητη και βουβή. Δεν έβρισκα τη φράση, τη λέξη, τον όρο που έπρεπε. Άξαφνα, έπαιρνα σπίρτο, άναφτα. Θεού χαρά. Να σου αμέσως φράση, λέξη, όρος, στη θέση του το καθένα. Και να σου τα όλα έτοιμα, ώριμα, λαμπρά. Η μούσα μου η Νικοτίνα μου τα ‘φερνε ρολόι.

Μη γελάτε. Μου χρειάστηκε κουράγιο αληθινό, κι απορώ μάλιστα πώς μπόρεσα να το καταφέρω. Αχ! και δεν ξέρετε τι φουμαδώρος που ήμουνε! Είκοσι τσιγάρα το λιγότερο κάθε μέρα, τριάντα το συχνότερο, συχνά σαράντα, καταπίνοντας εννοείται τον καπνό, τόσο βαθιά, φίλε μου, που θα μου κατέβαινε ίσια κάτω με τις πατούσες. Για τούτο είπα κιόλας να μην το κόψω μονομιάς. Ο καπνός είναι φαρμάκι. Κάθε φαρμάκι, καθώς και γνωστό, ερεθίζει, ανάφτει, κάνει τον οργανισμό σου πυρκαγιά, και ίσια ίσια για τέτοιο λόγο σκοτώνει. Μα σκοτώνει το ίδιο αν το πάψεις ξαφνικά, όπως δα και τους μορφινομάνους με μια συνταγή δεν τους γιατρέβεις, παρά λίγο λίγο τους ξεσυνηθίζεις. Έτσι και γω κάθε μήνα λιγόστεβα το ποσά, και να χαλνούσε ο κόσμος, δε θα ‘πινα τσιγαράκι ένα δεφτερόλεφτο πριν από την ορισμένη την ώρα. Έξι μήνες βάσταξε το βάσανο. Μωρέ παιδιά, θέληση που χρειάζεται! Δεν το υποψιαζόμουνε πως είχα τόση. Ακούτε, με, καλέ, και τίποτα, μα τίποτα δεν είναι μπροστά σε τέτοιο ηρωισμό, τα περίφημα τ’ άθλα που κατάφερε ο γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο δίος Ηρακλής. Την ύδρα της Λέρνης μια φορά τη χαντάκωσες. Την ύδρα του καπνού πρέπει κάθε στιγμή να τη χαντακώνεις. Μου αρέσουνε όμως οι δυσκολίες, κι έτσι δοκίμασα τ’ αδοκίμαστο. Να διείτε τώρα το πιο νόστιμο. Η πομονή μου δε φέλεσε. Ο σκοπός μου ήτανε, με το βαθμιδωτό ξεσυνήθισμα, να μπορέσει βαθμηδό να μου φύγει κι η όρεξη, να μην πάθω κιόλας από το πάψιμο το απότομο. Του κάκου! Σαν ήρθε η ώρα στ’ αλήθεια πια να μην καπνίζω, τρεις μήνες αλάκαιρους έμεινα σαν πεσμένος, σαν κατασωριασμένος κατά γης, χωρίς ενέργεια, χωρίς σκέψη, χωρίς την παραμικρή δύναμη στη δουλειά. Ήμουνε απελπισμένος, αφού σύγκαιρα κιόλας είχα δεινό διαβήτη, με διακόσια εξήντα γραμμάρια ζάχαρη το μερόνυχτο, ναίσκε, μισό λίτρο ζάχαρη, που ωστόσο με τη θέληση, με τη μέθοδο, με μια κούρα και με δυο γιατρικά, στείρεψε ολότελα. Το ήθελε φαίνεται η αγάπη της Ιδέας να γίνω καλά, να μείνω στον κόσμο για να χολοσκάσω ακόμη με τους δασκάλους.

Οι τρεις μήνες που σας έλεγα, σήμερα δε μου φαίνουνται τίποτα· τότες όμως είχα την πεποίθηση πως θα βαστάξουνε χρόνια, πως δε θα μπορέσω να εργαστώ ποτέ μου, πως πάει πέρα για πέρα η δράση μου, πως ο νους μου ξεράθηκε, κι αποχαιρετούσα πια τη Μούσα — όταν ένα πρωί έτυχε να ξυπνήσω απάνω απάνω στ’ όνειρό μου, κι έτσι το θυμόμουνε λαμπρά. Όνειρα βλέπει ο καθένας, μα τ’ όνειρο το δικό μου είχε κάτι πολύ περίεργο, έμοιαζε σαν αρχή παραμυθιού. Είχα ονειρεφτεί πως ήμουνε καλεσμένος στο χορό που έδινε για το γάμο της κόρης του, ένας μεγάλος μου φίλος. Την κόρη του, από παιδάκι τη γνώριζα. Πήρα λοιπόν κάτι σκουλαρίκια που τα φύλαγα σ' ένα παλιό σερτάρι για καμιάν ανάλογη περίσταση, δυο ζαφείρια, πήγα στο χορό, έφτασα νωρίς, έβαλα ο ίδιος τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά της νύφης. Και κοίταξε! Μισή ώρα δεν πέρασε και τα σκουλαρίκια χαθήκανε, χωρίς να ξέρει, χωρίς να μπορέσει να πει κανένας τι γενήκανε.

— «Μπρε, λέω, ίσως βγει κανένα παραμυθάκι από τ’ όνειρό μου!», επειδή συχνά μου συνέβηκε να βγει, όχι δήγημα, παρά και ρομάντζο αλάκαιρο από κανένα όνειρό μου, αφού το τέλος της Ζούλιας τ’ ονειρέφτηκα τόντις, αφού από άκρη σε άκρη ονειρέφτηκα τ’ όνειρο εκείνο του Γιαννίρη, αφού όλο το Cadeau de noces όνειρο είναι. Μα με τα σκουλαρίκια δεν έβρισκα προκοπή. Μισό, άτελο, κουτσό πράμα, να, σαν την υγεία μου τότες τη μισή και την κουτσή. Το γύριζα, το μεταγύριζα με το νου μου. Αδύνατο να σταθεί στα πόδια του. Δήγημα είναι αφτό; Και πώς να καταλάβει κανείς τι γίνουνται τα σκουλαρίκια; Πουγκί! δεν είναι, για να πέσουνε δίχως να πάρεις κάνε μυρωδιά. Στο αφτί σου κρέμουνται· αν έρθει κανείς να σου τα κλέψει, θα το νιώσεις, τι διάολο;

Κούφια, μπόσικα ονείρατα, σκεφτόμουνε κι αναστέναζα. Μου δείχνουνε πιο τρανά πόσο ανίκανος κατάντησα να καταπιαστώ μια πνεματική εργασία. Κόντευα να ξαναπιάσω το τσιγάρο, γιατί μπορούσε να το φταίει κι η ακαπνησιά μου. Προτίμησα ν’ αφήσω το παραμύθι. Και για να το ξεχάσω, το ‘ριξα στο διάβασμα. Ίσια ίσια σιμώνανε οι διακοπές, κι άμα βρέθηκα στο ξοχικό μας κάτω στην Μπρετάνια, παράγγειλα του βιβλιοπώλη μου στο Παρίσι να μου στείλει όσο το γληγορότερο, τ’ άπαντα του Connan Doyle, επειδή εγώ τρελαίνουμαι για τέτοιο είδος φιλολογικά, και πιο πολύ ακόμη για τα μοναδικά εκείνα, τα θαμάσια τα δηγήματα του περίφημου του Ιρλαντέζου. Η λαχτάρα μου στάθηκε πάντα να τ’ αξιωθώ να κατορθώσω κάτι που να μοιάζει. Κι απορούσα με την αμίμητη λογική που ξέρει να συνεδέσει σφιχτά σφιχτά συμπεράσματα και ιδέες.

Η λογική! Τότες θυμήθηκα τ’ όνειρό μου.

— «Καλέ, αλήθεια, με τη λογική θα βρω χωρίς άλλο τι γενήκανε τα σκουλαρίκια.»

Δηλαδή, καταντούσε πρόβλημα που έπρεπε ήσυχα ήσυχα να το λύσω.

Κι έτσι καταστρώθηκε το δηγηματάκι Τα σκουλαρίκια, όπου βέβαια δε θα διείτε τη λογική την εγγλέζικη του Connan Doyle, ίσως όμως κάποιαν άγνωστή του λογική της καρδιάς. Όταν τέλειωσα το δήγημα, το διάβασα σε μερικούς φίλους μου. Άρεσε. Το διάβασα στους δικούς μου. Άρεσε. Το δημοσίεψε ο Νουμάς. Θαρρώ πως άρεσε και κει. Το μετάφρασα γαλλικά. Μπήκε σ ένα περιοδικό. Άρεσε. Άρεσε τόσο πολύ που μια ποιήτρια με τ’ όνομα Amy Skovgaard-Pedersen, το μετάφρασε αγγλικά. Και κει ακόμη άρεσε!

Η σαστισμάρα μου εμένα δεν περιγράφεται. Σάστισα και την πρώτη πρώτη φορά που τ’ άκουσα πως άρεσε τόντις. Έτσι, το λοιπό; Δεν ήμουνε χαμένος, αφανισμένος άθρωπος; Ε! τότες ομπρός. Κι αμέσως πήρε η φαντασία μου φόρα. Βάλθηκα να κάμω κι άλλα. Έκαμα καινούργια, Το παιδί και τα δυο πουλάκια. Το ταχυδρομικό δελτάριο, Το εθνικό συμπόσιο, Οι δυο φίλοι, Το δαχτυλίδι του Γύγη· έκαμα μερικά που από χρόνια τα είχα στο νου μου και δεν έβλεπα τρόπο να τα γράψω, τον Προορισμό και τον Ελληνο-ελβετικό πόλεμο, που τον κουβαλούσα στα κρυφά σερταράκια του μυαλού μου, από τις δυο του Σποριά 1895,όταν άφησα την Κηφισιά· έκαμα και δυο που από καιρό και χρόνια τ’ άρχισα, χωρίς να κατορθώσω να τα τελειώσω, την Πρώτη επίχριση και Τα παιδία παίζει· έκαμα κι άλλα δυο που τα είχα γραμμένα πρώτα γαλλικά και δαιμονίστηκα να τα μεταφράσω· έκαμα κι ένα... που δεν είναι δικό μου Ο καντηλανάφτης τ’ ουρανού, έργο της γυναικός μου, σαν ήτανε κορίτσι. Μου άρεσε κι είπα να το μεταφράσω ρωμαίικα. Έτσι βγήκανε δεκαπέντε όλα μαζί, που ήρθανε με την ώρα τους, γιατί μπορώ τουλάχιστο, με τα δηγηματάκια μου, να πάρω λίγο την ανάσα μου μεταξύ δυο κοτζάμ τόμους, τα Δυο Αδέρφια που δημοσιεφτήκανε πέρσι, και την Άρρωστη Δούλα, που δημοσιέβεται του χρόνου. Σας τα μάζωξα λοιπόν εδώ να σας τα χαρίσω, φέτο, σ' έναν τόμο μικρό· πρέπει να ξέρετε κιόλας πως και τα δεκαπέντε τους είναι ακάπνιστα, επειδή ποτέ μου δε δούλεψα τόσο καλά και τόσο ήσυχα παρά τώρα που δεν καπνίζω πια.

Τα περσότερα τα δηγήματά μου, τα κατάφερα στο θειο μου το Ροσμαπαμόνι, στην Μπρεττάνια. Ή πιο σωστά, περπατώντας στα χώματά μας τ’ άγια εκεί, τα συλλογιόμουνε και τα συνταίριαζα με το νου μου. Δροσάτα καλοκαίρια, μέρες χαρισάμενες, κουβέντες φιλικές, άδολη της καρδιάς ηδονή, όταν ο καλός μου Επισκοπόπουλος και γω, ακούραστοι κι οι δυο μας, βγαίναμε σεργιάνι, μια, δυο, κάποτες τρεις ώρες, ανεβαίνοντας στα βουνά τα σμαραγδένια, στις μουντοπράσινες κορφούλες, μπαίνοντας βαθιά βαθιά στα πηχτά, φεγγοσκότεινα, μυστικά ρουμάνια, τ’ ανήλιωτα, γιατί ποτές ο ήλιος μέσα τους δεν τα βλέπει, παρά μονάχα στην άκρη τους αργυρώνει τους κορμούς. Παίρναμε γιαλό γιαλό τ’ ακρογιάλια, τις ξαθόχρωμες αμμουδιές με τα μαβρωμένα τους τα φύκια, ροβολούσαμε από το ύψος του πλαγινού μας του χωριού με τ’ άσπρα του τα μνηματάκια, με τους ξύλινους μισογερμένους, μισοσάπιους σταβρούς, ακολουθούσαμε το δρόμο το ρόδινο που κατεβαίνει από το χωριό, ανάμεσα σε δυο δεντροσειρές, που ο ίσκιος τους ο ίδιος μοιάζει σαν τριανταφυλλένιος από το χώμα το χρυσοκόκκινο, περνούσαμε από το Περόζι, όπου σφύριζε ο σιδερόδρομος, ανεβαίναμε στο Τρεστράου απ' όπου ξανοίγαμε, Θε μου, τη θάλασσα την ανέκφραστη, με το χνούδι της εκείνο που λες κι είναι καμωμένο από κάτι νεροθολωμένες, υγρόφωτες αχτίδες, με τα κύματά της τα μαβιά και σα λεφκοβαμμένα, με τα εφτά της τα δώθε κείθε τα σπαρμένα τα νησάκια, σαν εφτά καστανές ραχίτσες του πελάγου. Ή καθόμεστα στην πλαγιά μιας απόμακρης κορφούλας, τηρούσαμε αλάργα το ουρανοθάλασσο, στα πόδια μας μιαν απέραντη ακρογιαλιά, γύρωθέ μας βράχια, παραβράχια, βουναράκια σειρές σειρές. Όλα έρημα. Και κοιτάζοντας τη θάλασσα την ατσαλένια, σαν τη σκεπάζανε τα σύννεφα τα γκρίζα, λέγαμε πως βρισκόμεστα στον πλανήτη τον Άρη, προτού γνωρίσει, αν τη γνωρίζει αλήθεια, τη ζωή.

Αχ! και στα βράχια της ακρογιαλιάς, και στα βράχια του Πλουμαναχιού, τα πορφυρένια, τα θεόρατα και τ’ απανωστοίβαστα, στις αμμουδιές, στις κορφούλες, στα ρουμάνια, παντού αντηχούσε η ρωμαίικη λαλιά μας· τ’ αγέρι που γλυκοφυσούσε και μας άκουγε, θ’ άρπαξε δυο τρία λόγια μας κάπου κάπου, να τα φέρει στην Ελλάδα, μ' ένα δάκρυ που από τα μάτια μας κυλούσε, σαν ψιθυρίζαμε τ’ όνομά της. Η ποίηση με παράσυρε, μαζί μα τα χρώματα της Μπρεττάνιας. Άλλα ήθελα να πω. Ήθελα να πω τι συχνά στους καθεμερνούς μας τους περίπατους, ζάλιζα τον Επισκοπόπουλο με τα δηγήματά μου. Ήθελα να πω τι ωφέλιμος που μου στάθηκε ο νους του, που είναι δημιουργικός συνάμα και κριτικός. Τα μελετούσαμε αντάμα, του τα ξηγούσα, του τα ξεδιάλυζα· ξεδιαλύζοντας και ξηγώντας, έβρισκα πολλές φορές εκείνο που δεν έβρισκα μοναχός μου· πολλές φορές μου το ‘βρισκε ο Επισκοπόπουλος. Ή μου έκανε μια παρατήρηση, κατηγορούσε νόστιμα το ένα, ψυχολογούσε το άλλο, μου έδειχνε τον ίσιο το δρόμο. Τίποτα δεν ξέρω που να είναι πιο δροσιστικό παρά τέτοια φιλία συνεργάτρα. Μιλούσαμε και για χίλια που δεν είχανε καμιά σκέση με τα δηγήματά μου, ή που είχανε κάποια σκέση μακρινή, και μιαν απ' αφτές μας τις κουβέντες θέλω να σας αναφέρω. Μου έμαθε ο Επισκοπόπουλος πως στην Ελλάδα μήτε οι δικοί μας μήτε οι καθαρεβουσιάνοι, διαφορά καμιά δε βλέπουνε μεταξύ του δηγούμαι και του αφηγούμαι, της δήγησης και της αφήγησης. Θαρρώ πως υπάρχει μια, σημαντική μάλιστα. Να δηγηθεί, μπορεί ο καθένας. Ν’ αφηγηθεί μπορεί νομίζω μονάχα ο συγραφέας, εκείνος δηλαδή που τέχνη του κι απάγγελμά του, η αφήγηση. Έρχεται άξαφνα ένας άθρωπος, όποιος κι αν είναι, της κοινωνίας, του λαού, καλλιεργημένος, αγράμματος, δεν πειράζει· έρχεται μια γυναίκα, ένας άντρας, ένα παιδί, σου λένε τι τους συνέβηκε σπίτι τους ή στο δρόμο. Σου το δηγούνται αφτοί. Εσένα όμως σου άρεσε η δήγησή τους· καταπιάνεσαι να την καταστρώσεις στο χαρτί. Τότες αρχίζει δα και η αφήγηση. Με τέτοιο νόημα, στα Δυο Αδέρφια, ο Αστέρης λέει πως αφηγιέται. Δύσκολο, πολύ δύσκολο πράμα η αφήγηση, το δυσκολότερο ίσως στη φιλολογία, εκείνο που ο μεγάλος ο Ταιν το ‘βαζε τόσο και τόσο αψηλά, εκείνο που ο μοναδικός ο άθρωπος με κυνηγούσε μια μέρα, τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα, ως την πόρτα του σπιτιού του, για να μου αποδείξει πως αφτός του κάκου και δεν το ‘χει, δεν το κατορθώνει ν’ αφηγιέται! Τη narration εννοούσε που είναι ρωμαίικα η αφήγηση. Σε μιαν αφήγηση πρέπει όλα να βαστιούνται, ν’ αλληλοκρατιούνται με λογική, μα συνάμα χωρίς να φαίνεται το φάδι της, με μια κουβεντιαστή εφκολία, που να πούμε. Κι η γνώμη μου είναι που την αφήγηση μπορεί κανείς καλύτερα ίσως να την καταφέρει ρωμαίικα, επειδή κι η γλώσσα ίσια ίσια το ‘χει το φυσικό, το κουβεντιαστό, που σε τέτοιο βαθμό δεν το 'χουνε οι άλλες γλώσσες. Το ‘χει από του Πλάτωνα τον καιρό, κι αν της προστέσεις την ίδια τη λογική που είχε ο Πλάτωνας, να σου πια η αφήγηση που έγινε τέλεια.

Τι λέτε; Ας κάμουμε λίγο θάρρος και μεις. Εμένα κάμποσο μου έδωσε ο Επισκοπόπουλος. Έχουνε γούστο τα ιστορικά του. Δέκα χρόνια που κάθισε και δημοσιογραφούσε στην Αθήνα, διαβάζανε τ’ άρθρα του, τα δηγήματά του, μα ποιος πήγαινε να βάλει με το νου του πως είναι μεγάλος αρτίστας, μεγάλος συγραφέας ο Επισκοπόπουλος; Έπρεπε να του το πούνε στο Παρίσι για να τ’ ακούσουνε και στην Αθήνα. Έτσι και μεις με τα μικρά μας τα δηγηματάκια, ίσως κατόπι διούμε άσπρη μέρα, σαν τύχει να καταλάβουνε ως και στ’ άγια τα χώματά μας, πως δεν καταγίνουμαι μόνο και μόνο στο γλωσσικό, πως δεν είμαι μόνο σκολαστικός και γραμματικολόγος, ε! πως έχουνε δα και τα δηγηματάκια μας αφτά εδώ κάποιαν αρετή και κάποιαν αφήγηση.

Ας τα διαβάζουνε κάποτες οι νέοι μας ξαπλωμένοι στον ίσκιο τυ πλατάνου. Εκεί διαβάζει ο Ρωμιός, σα διαβάζει με το κέφι του. Έχω σκοπό τώρα χρόνια να κάμω στην Αθήνα καμιά διάλεξη για τους ξενισμούς, για το τι πράμα είναι ο ξενισμός. Ο ξενισμός βρίσκεται και κει που δεν τον υποψιάζεσαι. Δεν κατηγορώ διόλου την Εστία — το περιοδικό, που μια φορά κι έναν καιρό, στάθηκε αρκετά ωφέλιμο. Μα θεοφάνερο πως ο τίτλος του Εστία είναι ξενισμός, το νόημα παρμένο από τη Δύση, από τους τόπους όπου κάθεται κάνεις το βράδυ στο σπιτάκι του, στο φως της λάμπας, κοντά στην τζιμινέα, να ζεσταίνεται και να διαβάζει. Αφτό θα πει σήμερα foyer, δηλαδή εστία, που πες πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει, αφού δεν έχει πια εννοείται και την παλιά της μυθολογική σημασία, που θα δικιολογούσε κάπως την αντίληψη της φωτιάς. Σε άπειρα νησιά, στα Δωδεκάνησα, στη Νάξο, στην Κύπρο, περνούνε χειμώνες δίχως ν’ ανάψουνε φωτιά. Σόμπες μήτε ξέρουνε τι να είναι. Λοιπόν, εκείνο που ο δυτικός θα το εκφράσει με το foyer, ο Ρωμιός δε θα το εκφράσει διόλου με την εστία, παρά με κανέναν όρο από άκρη σε άκρη διαφορετικό, το ύπαιθρο, το λιακωτό, την κληματαριά ή και — τον ίσκιο του πλατάνου. Μου δηγότανε — βλέπετε; δε μου αφηγότανε — κάποιος νέος Κεφαλλονίτης πως το καλοκαίρι του άρεζε να κάθεται στον ίσκιο του κυπαρισσιού — που έχει πολύ φουντωτούς στην πατρίδα του — να ρουφά βιβλία. Επειδή μάλιστα είχε την καλοσύνη να προστέσει το παιδί, πως ρούφηξε και δικά μου, πώς μπορούσα να μη δώσω ανάλογο τίτλο στον τόμο που δημοσιέβω; Μου φαίνεται πως ο τίτλος ταιριάζει κιόλας σε συλλογή· ο ίσκιος του πλατάνου θα σήμαινε υποθέτω με την ονομαστική, κάποιου ίσκιου ιστορικά· στον ίσκιο σημαίνει κάτι που γίνεται από κάτω από τον ίσκιο — ας ελπίζουμε το διάβασμα του τόμου μας του σημερνού.

Στον ίσκιο βλέπει κάνεις πολλά πράματα, που αδύνατο να τα ξεδιακρίνει στην περίσσια του ήλιου τη φεγγοβολιά. Βλέπει κάνεις την πλάση. Παρατηρήθηκε συχνά πως οι ζουγράφοι της ζεστής πινελιάς γεννηθήκανε στη Δύση, όπου με τον ίσκιο ίσια ίσια ξεχωρίζουνε οι γραμμές και τα χρώματα. Προσέχεις κιόλας, επειδή θέλει προσοχή για να πάρει το μάτι σου τα καθέκαστα. Έτσι κι ο ίσκιος του ρωμαίικου πλατάνου μού φανερώνει πιο σίγουρα, καθώς το είδαμε πιο απάνω και στην Μπρεττάνια, τα σμαράγδια, τα ρουμπίνια, τα ζαφείρια, τα μαργαριτάρια, τ’ άσπρα και τα μάβρα, τα κεχλιμπάρια, τα τοπάζια, τα ειδώνε ειδώνε διαμάντια και πετράδια που η Δημιουργία τα σκόρπισε παντούθε. Και είναι θείο πράμα, παιδιά, να θωρά κανείς τη Δημιουργία. Για τους πολιτικούς, υπουργούς, πρωθυπουργούς, Βενιζέλους, Αλεξαντρήδες και λοιπούς, λεξούλα δε φυσήξαμε στον τόμο μας αφτόνε, αν και φέτο κάμποσο μας ζαλίσανε με το θόρυβό τους. Φρόνιμα κάμαμε και τους αψηφήσαμε. Φρόνιμα κάμαμε και καθίσαμε στον ίσκιο, με μια ησυχία ολύμπια, ν’ αφηγηθούμε τα δηγήματά μας. Οι σημερνοί μας οι αρλεκίνοι της κάλπης δε θα βαστάξουνε ούτε χρόνο, ενώ αιώνια η Δημιουργία, αιώνιος ο ίσκιος του πλατάνου στην Ελλάδα.


Παρασκεβή, πέντε—κεριακή, εφτά του Μάη, 1911



ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ[Επεξεργασία]

(Δημοσιεφτήκανε στο Νουμά, κ. αρ.363, 25 του Οχτώβρη 1909)



Αφιερώνεται του Γ. Παρμενίδη.


Από τον καιρό ακόμη που ήτανε μικρό μικρούτσικο παιδάκι, αγαπούσα τη Φρόσω με κάποια ιδιαίτερη χαδεμένη τρυφερή αγάπη. Άλλη κόρη δεν είχε ο πατέρας της, ο κ. Περές, ένας από τους καλύτερους, από τους πιο παλιούς μου φίλους. Ήμουνε δυο χρόνια μεγαλύτερός του, μα σπουδάσαμε στο λύκειο μαζί, παντρεφτήκαμε κι οι δυο την ίδια χρονιά. Εγώ παιδιά δεν απόλαψα, έμεινα κιόλας χηριός πολύ νωρίς. Εκείνος ζούσε φτυχισμένος με τη γυναίκα του και με τη Φρόσω τους τη ζηλεμένη. Βδομάδα δεν περνούσε που να μην ιδωθούμε. Αποκαταστημένοι ο ένας κι ο άλλος στο Παρίσι· μοιάζανε ή τουλάχιστο αδερφικάτα βαδίζανε τ’ απαγγέλματά μας, ζουγράφος του λόγου του, μυθιστοριογράφος εγώ, καθώς ίσως και να το ξέρετε. Είχαμε βγάλει μάλιστα συντροφικά ένα βιβλιαράκι, που το εικονογράφησε ο Περές, ενώ το είχα εγώ γραμμένο. Κάτι δηγηματάκια που αρέσανε πολύ της Φρόσως· αφτή ένιωθε κι από ζουγραφική κι από φιλολογία. Μπορεί για τούτο και να κουβέντιαζα μαζί της, να πρόσεξα στα λόγια της περσότερο παρά που συνηθίζει ένας άθρωπος της ηλικίας μου μ’ ένα πλασματάκι της δικής της.

Ήρθε πια κι η ώρα να παντρεφτεί, βρέθηκε ο γαμπρός. Δε θέλησε όμως αμέσως η Φρόσω, δίσταξε κάμποσο, έκλαψε, μ' ένα λόγο έκαμε όσα κάνουνε σε τέτοια περίσταση τα κορίτσια. Μα ο νέος την αγαπούσε με τα σωστά του, την έπεισε, άλλαξε ολότελα η Φρόσω και τελειωμό δεν είχανε πια οι ομιλίες τους με το Φίλιππο. Χάρηκα που έτσι γυρίσανε τα πράματα, και για να συντελέσω κάπως στην εφτυχία της, αποφάσισα να της δώσω τη μέρα του γάμου δυο λαμπρά σκουλαρίκια, ένα ζαφείρι το καθένα. Πρόσμενα εφκαιρία να της τα προσφέρω. Την παραμονή του γάμου, είχανε χορό σπίτι τους, στα εβρύχωρά τους τα δωμάτια. Πήγα με τα σκουλαρίκια μου, από τις οχτώ, φώναξα τη Φρόσω, της είπα πως της είχα ετοιμάσει μια σουρπρίζα, της πέρασα ο ίδιος τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά και τη φίλησα στο μέτωπο.

Η Φρόσω κοντοστάθηκε μια στιγμή, ανατρίχιασε σα να είχε πάθει ξαφνικά τίποτις παράξενο, που την άγγιξα, μου είπε ό,τι έπρεπε να μου πει, για να με φκαριστήσει, έπειτα έφυγε βιαστικά, έπαιξε η μουσική, και η Φρόσω άρχισε να χορέβει με τον αρραβωνιαστικό της. Μα ο Θεός ξέρει τι ακολούθησε τότες. Είκοσι λεφτά δεν περάσανε και λιγοθύμησε η Φρόσω. Έπεσε χάμω το παιδί, ο κόσμος μαζώχτηκε γύρω της, ποιος να την περιποιηθεί. Σα συνήρθε και σηκώθηκε, την κοίταξε η μάνα της, περίφοβη·

— «Τα σκουλαρίκια σου, Φρόσω μου, τι γενήκανε;» Η Φρόσω τρόμαξε. Τα χέρια της πιάσανε τ’ αφτιά της, σα για να καταλάβει πως τόντις λείπανε τα ζαφείρια και μ' ένα περίεργο ξεφωνητό·

— «Αλήθεια! λέει. Δεν τα ‘χω πια! Δεν τα ‘χω πια! Πού να είναι;»

Όλος ο κόσμος βάλθηκε να γυρέβει. Στάθηκε του κάκου. Εννοείται πως με τέτοιο επεισόδιο χάλασε πες κι ο χορός. Οι καλεσμένοι δεν τολμούσανε να κοιτάξουνε ο ένας τον άλλονε. Κάποιος θα είχε κλέψει τα σκουλαρίκια και ο καθένας φοβότανε μήπως τον υποψιαστούνε. Κλεμμένα όμως πότε; Φυσικά τη στιγμή που λιγοθύμησε και που ζυγώσανε πλάγι της. Ρώτημα δεν ήτανε πως από κλεψιά χαθήκανε τα σκουλαρίκια. Ίσια ίσια τον ίδιο το χειμώνα που έγινε ο γάμος, έτυχε να κλέψουνε δυο ζουγραφιές στου φίλου μου του Περέ, και αδύνατο να βρεθεί ο κλέφτης. Λοιπόν ο καθένας συλλογίστηκε πως το χωρατό ξακολουθούσε και πως ο κλέφτης αφτός, είτε από μίσος προσωπικό προς το φίλο μου, είτε από απλή κερδοσκοπία, ήρθε την κατάλληλη την ώρα και χτύπησε τα σκουλαρίκια.

Έτσι το πίστεβα και γω με τους άλλους. Όταν όμως γύρισα σπίτι, το σκέφτηκα μοναχός μου και μου φάνηκε ίσια ίσια πολύ δύσκολο, να κλέψει κανείς σκουλαρίκια. Ποιος πρόφταινε, σε μια τέτοια σάλα, μπροστά σε τόση παρέα, πρώτα να ξεκουμπώσει, έπειτα να βγάλει από τ’ αφτιά της τα δυο σκουλαρίκια, το ένα κατόπι από τ’ άλλο; Αλήθεια που η Φρόσω λιγοθύμησε, και στην αντάρα, στη σύχυση που έφερε το λιγοθύμισμα, βέβαια κάτι μπορούσε να συνέβη. Μα κι αφτό να ήτανε, φαντάσου την τόλμη εκείνου που σε τέτοια στιγμή έβαλε κλεψιά με το νου του, που πρόφτασε κιόλας να κλέψει.

Όπως κι αν είναι, λυπόμουνε που το καλό μου το κορίτσι δε χάρηκε το δώρο μου, ένα δώρο, που και μένα μου ήτανε πολύτιμο, γιατί ανήκανε τα ζαφείρια της μακαρίτισσας της γυναίκας, και η Φρόσω δεν τ’ αγνοούσε. Τι να γίνει; Πάνε που πάνε πια. Έπρεπε ωστόσο κάτι να της χαρίσω. Ν’ αφήσω έτσι χωρίς το παραμικρό θυμητάρι την κόρη του μεγαλύτερου φίλου μου; Αδύνατο. Συλλογίστηκα να της αγοράσω ένα σερβίτσιο τσάι από κείνα τα εγγλέζικα που είναι σαν τραπεζάκια, με στρογγυλό ταβλά πορτσελάνα που γυρίζει. Το βάζεις σε μια κόχη του σαλονιού, γυρνάς τον ταβλά και δίνεις από ένα φλιντζανάκι στις κυρίες και στους κύριους, που έρχουνται και σου κάνουνε βίζιτα.

Η Φρόσω, άμα το ‘λαβε — της το ‘στειλα την άλλη μέρα πρωί πρωί, πριν από το μεσημέρι — μου έγραψε αμέσως ένα γραμματάκι χαριτωμένο, αφοσιωμένο και θερμό, να μου πει πως η καλοσύνη μου μεγάλη, πως δεν την αξίζει και πως το σερβίτσιο, θα το προσέχει με τα μάτια της τέσσερα, πως θα το ‘χει πάντα και πάντα στο σαλονάκι της, να το καμαρώνει.

Για τα σκουλαρίκια, στο γραμματάκι της, δε μου έκανε λόγο, επειδή βέβαια δεν ήθελε ούτε να με λυπήσει ούτε ίδια να λυπηθεί, μιλώντας για πράμα τόσο άδικα χαμένο. Είπα και γω πως τώρα πια το σωστότερο ήτανε να ξεχάσουμε την υπόθεση. Απίθανο, πολύ απίθανο να βρεθούνε ποτέ τους. Μα και να βρισκόντανε, πάλε δυσάρεστο, γιατί φανταστείτε τι ντροπή για όλους, να βγει άξαφνα ένας κλέφτης με τ’ απάγγελμα, σε μια τόσο εκλεχτή, τόσο σπουδαία συναστροφή. Δυσάρεστο και για τη Φρόσω την καημένη, να της θυμίζω ένα περιστατικό που μπορούσε να περάσει για δική της απροσεξία. Το κάτω κάτω, και για μένα δυσάρεστο να κλαίω αδιάκοπα σαν το φιλάργερο τα κλεμμένα τα πετράδια. Λοιπόν ας σωπάσουμε. Ίσια ίσια έτυχε να διω μόλις τη Φρόσω την αβριανή, δηλαδή τη μέρα του γάμου. Μήτε δυο λόγια δεν ανταλλάξαμε. Την ίδια μέρα, το βράδυ, έφυγε με τον άντρα της κι ησύχασα. Έμελε να μείνει τρεις βδομάδες ένα μήνα όξω. Θαρρώ πως σε τέτοια ταξίδια μια νιόνυφη γυναίκα έχει άλλα να συλλογιστεί, παρά τα σκουλαρίκια ενός παλιού φίλου του μπαμπά της.

Καμιά δεκαπενταριά μέρες αφού γύρισε, πήγα και την είδα. Πήγα νωρίς, στις δυο τ’ απομεσήμερο, προτού έρθουνε οι βίζιτες. Το σερβίτσιο στη γωνιά του, όπως μου το είχε τάξει. Κάθισα και πρόσμενα λίγη ώρα. Η Φρόσω έτοιμη δε θα ήτανε. Ωστόσο παρατήρησα πως αργούσε, κι έλεγα πως για ένα γέρο σαν και μένα, δε χρειαζότανε δα τόση τουαλέτα. Στο τέλος παρουσιάστηκε. Την έκφρασή της, δεν μπορώ να σας την περιγράψω. Σας είπα πως είμαι μυθιστοριογράφος. Και δεν είμαι μόνο στα βιβλία μου· είμαι και στη ζωή. Δηλαδή, όπως ψυχολογώ τα ψέφτικα, τα φαντασιόπλαστα πρόσωπα, έτσι ψυχολογώ και τ’ αληθινά, τα ζωντανά, με την ίδια λογική. Το φέρνει τ’ απάγγελμά μου, μαζί και το φυσικό μου. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το θέλω, δε βάσταξα, ψυχολόγησα και τη Φρόσω. Περίεργο! Μόλις ζύγωσε, μόλις μου έδωσε το χέρι, και χαμήλωσε τα μάτια. Τότες παρατήρησα την έκφρασή της, την παράξενη. Μου φάνηκε σα φταιξιάρα, σα να το ήξερε κιόλας πως φταίει. Ακόμη περσότερο απόρησα, όταν άξαφνα την άκουσα να μου λέει, αντίς καλημέρα·

— «Ιδέα δεν έχετε πόσο λυπήθηκα!...»

Δεν ήτανε διόλου ανάγκη να μου μιλήσει για τα σκουλαρίκια, ύστερις από έξι βδομάδες καιρό, εκείνη που μήτε στο γράμμα της, μήτε τη μέρα του γάμου της, όπου με είδε, γρυ δε φύσηξε γι' αφτά. Περασμένα, ξεχασμένα. Μάλιστα με το σερβίτσιο τσάι, που βρισκότανε στο σαλόνι της, περιττή κάθε άλλη ομιλία. Βέβαια πως κι ο πατέρας της, κατόπι από το χορό, χίλιες φορές μου το δήλωσε πόσο λυπήθηκε που χαθήκανε τα ζαφείρια. Μα το ύφος της Φρόσως διαφορετικό. Το λυπήθηκα το δικό της δε σήμαινε καθαφτό πως λυπότανε· δεν έδειχνε λύπη· έδειχνε μετάνοια κι έμοιαζε σα να σήμαινε η φρασούλα της όλη μαζί· «Πώς το μετανιώνω που μου κλέψανε τα σκουλαρίκια!» —φράση που νόημα δεν είχε.

Μπορεί πάλε και να γελάστηκα. Μπορεί πάλε η φαντασία μου να με παράσυρε. Δεν της αποκρίθηκα τίποτα κι αλλάξαμε κουβέντα. Την παρατηρούσα όμως κι έβλεπα, όσο βάσταξε η βίζιτα, πως έσκυφτε συχνά το κεφάλι, πως τ’ απόφεβγε να με κοιτάζει, κατάματα, πως κάτι θα τη σταναχωρούσε, μ' ένα λόγο πως της έλειπε μαζί μου κάποιο θάρρος, που το ‘χει πάντα ένα παιδί μ' έναν πατρικό της φίλο. Χάρηκα πολύ όταν ένα μήνα πιο αργά είδα πως το θάρρος ξαναήρθε στη θέση του, και πως η Φρόσω μου φερνότανε με τη συνηθισμένη της αφέλεια, με τη φυσικάδα και τη χάρη της. Είχα καλέσει τ’ αντρόγυνο σπίτι στο τραπέζι, μαζί εννοείται και τους γονιούς της Φρόσως. Ήρθανε και κάτι νέοι που γράφανε μυθιστορήματα σαν και μένα και που τους προστάτεβα, σα μεγαλύτερός τους που ήμουνε.

Μικρή παρέα· τσιριμόνια καμιά. Ύστερις από το δείπνο, πήγαμε όλοι μαζί, κυρίες και κύριοι, στο γραφείο μου, όπου ανάψαμε πούρα ή τσιγάρα, και ξακολουθήσαμε τις ομιλίες. Η Φρόσω που στην τραπεζαρία έλεγε κι αφτή το λόγο της, νόστιμα και γελαστά, καθότανε τώρα κοντά στον άντρα της, σωπασμένη, ονειρεμένη, εφτυχισμένη. Κάπου κάπου, χωρίς να το καταλάβει κανένας, έσφιγγε το χέρι του αντρός της. Νόμιζες πως μόλις πρόσεχε στους άλλους, μήτε της έμελε τι γινότανε γύρω της. Οι νέοι, αφού κιόλας είμεστα στο γραφείο μου όπου είχα και τα βιβλία τα δικά μου, αρχίσανε, από καλοσύνη βέβαια, μπορεί λιγάκι κι από δούλεψη, να παινούνε τα έργα μου. Ένανε απ' αφτούς μάλιστα λες και τον έπιασε τρέλα σωστή για το μοναδικό μου το ταλέντο. Ρητόρεβε με τόση ζέση, στη μέση του γραφείου, που ο εθουσιασμός του όλους τους συνέπαιρνε, όλοι τους ανεβάζανε πια στα ουράνια το μούτσουνό μου και τα ρομάντζα μου.

— «Αχ! ναι! Τι ωραία, μα τι ωραία που είναι! Τι αληθινά!» Έτσι ακούστηκε άξαφνα μια φωνή.

Γύρισα και σάστισα. Η φωνή της Φρόσως! Δε θυμούμαι να μίλησε ποτέ της με τέτοια φλόγα για τα μυθιστορήματά μου. Συλλογίστηκα πως έπρεπε κάτι να της αποκριθώ, γιατί τώρα έμοιαζε σα να ντρεπότανε που δε βάσταξε και της ξέφυγε.

Πλησιάζω και της κάνω·

— «Αφού σου αρέσουνε τόσο πολύ τα βιβλιαράκια μου, ελπίζω να μη λείπει, κανένα στη βιβλιοθηκούλα σου. Ειδεμή...»

— «Βέβαια, βέβαια, όλα τα 'χω με τη σειρά τους… Θαρρώ τουλάχιστο... Εφκαριστώ...»

— «Έλα λοιπόν, όπως κι αν είναι, να ρίξεις εδώ μια ματιά, επειδή αν άξαφνα σου έλειπε κανένα, πολύ θα το ποθούσα να σου το χαρίσω, παιδάκι μου.»

Στο γραφείο μου ήτανε και η βιβλιοθήκη μου. Σ' ένα ράφι, τ’ άπαντά μου.

Την παρακάλεσα να κοιτάξει και να μου πει. Μάλιστα της διάβασα τους τίτλους ο ίδιος, αρχίζοντας από τους πρώτους που έβλεπα.

Χωρίς να διστάξει ούτε μια στιγμούλα, μου αποκρίθηκε πως τους έχει.

Έφτασα στα τέταρτο·

— «Η Λιλή· την έχεις τη Λιλή;»

— «Τη Λιλή; Ναι!... Όχι! Όχι! — Αχ! ναι, νομίζω! Μα όχι δα! Δεν την έχω.»

Και η Φρόσω κοκκίνισε, ταράχτηκε, σώπασε.

— «Δεν πειράζει. Εγώ σου στέλνω αλάκαιρη τη σειρά, με αφιερωματάκι στο κάθε αντίτυπο, κι όσα έχεις, τα δίνεις στις φιληνάδες σου. Τ’ άλλα, σα θέλεις, τα κρατάς.»

Έτσι έκαμα την αβριανή. Έβαλα και τη Λιλή στο πακετάκι. Τη Λιλή όμως, εγώ θα στοιχημάτιζα, όχι μόνο πως η Φρόσω την είχε, μα πως τη διάβασε κιόλας και την παραδιάβασε. Μου γεννήθηκε στο νου μια υποψία τόσο παράξενη και τόσο δυνατή, που ο ίδιος δεν τολμούσα να την ξαστερώσω στον εαφτό μου. Έπρεπε πρώτα να βεβαιωθώ για κάτι, και δεν μπορούσα. Πώς να πάω να ψάξω στην ιδιαίτερη βιβλιοθήκη της Φρόσως, που δεν ήτανε στο σαλόνι της; Ακόμη και να ήτανε, ύστερις από τη βραδιά εκείνη, έφκολο να κρύψει τη Λιλή, μήπως φανεί πως είπε ψέμα. Στοχάστηκα όμως, έτσι, ξαφνικά, να βεβαιωθώ για κάτι άλλο, που έμοιαζε να μην έχει σκέση καμιά με τη Λιλή, και είχε μεγάλη.

Περπατούσα ταραγμένος στην κάμερή μου και μονομιάς φώναξα·

— «Ξέρω, ξέρω που είναι τα σκουλαρίκια!»

Και τόντις, αν τα σκουλαρίκια ήτανε κει που νόμιζα, καταντούσε πιθανό, η άλλη μου υποψία να ‘βγαινε σωστή.

Σίγουρο για μένα πως τα σκουλαρίκια βρισκόντανε στο σπίτι του φίλου μου του Περέ, στην αίθουσα του χορού, κοντά στο μέρος όπου έπεσε η Φρόσω λιγοθυμισμένη.

Ωστόσο πώς να κάμω για να κοιτάξω, χωρίς να το παρατηρήσει κανείς;

Πήγα στου Περέ την ώρα όπου έλειπε κι είπα του δούλου, πως θα τον προσμένω στο γραφείο του, όπως και το συνήθιζα κάποτες. Από μια πόρτα του γραφείου αφτουνού περνούσες σ' ένα μικρό θερμοκήπι, κι από το θερμοκήπι, προχωρώντας λίγα βήματα, ίσια ίσια στην αίθουσα του χορού. Στη μέση, ένα σιντριβάνι με βράχους τεχνητούς από πάνω, με λίγο άμμο στον πάτο και με τρεχάμενα νεράκια. Έσκυψα, σκάλιξα, έψαξα παντού μεριά, δε χρειάστηκε πολλή ώρα, και να σου που αρπάζω με το χέρι μου τα σκουλαρίκια.

Φυσικά. Έτσι το ήθελε η λογική της ψυχολογίας. Μια κι έλεγε η Φρόσω πως δεν είχε τη Λιλή, ενώ καθώς το συμπέραινα την είχε, απαράλλαχτα το ίδιο και στο χορό, ήξερε που ήτανε τα σκουλαρίκια, ενώ φώναζε πως δεν τα είχε. Θυμάστε πώς διαμαρτυρήθηκε· — «Δεν τα ‘χω πια! Δεν τα ‘χω πια!» Και τις δυο φορές, η Φρόσω έδειξε παρόμοια ταραχή. Κάτι λοιπόν έτρεχε και τις δυο φορές. Δηλαδή, μοναχή της τα ‘ριξε στο σιντριβάνι, μοναχή της τα ‘χωσε στον άμμο ή σαν προτιμάτε, τα ‘κλεψε μοναχή της.

Γιατί όμως να τα ‘ριξε; Από τι σκοπό να τα ‘κλεψε;

Δυσκολέβουμαι να σας το ξεμυστερεφτώ, αφού πρέπει να βγω και γω στη μέση. Μα το αίστημα ήτανε τόσο αγνό, τόσο νόστιμο — ή τόσο παιδιάτικο, που μπορώ χωρίς ντροπή καμιά να σας το φανερώσω.

Η Λιλή μ' οδήγησε και μου έμαθε το μυστικό.

Η Λιλή μου είναι περσότερο δηγηματάκι παρά ρομάντζο, αθώο ρομαντζάκι όπου μια μέρα μου πέρασε από το νου η φαντασία να ψυχολογήσω ένα κορίτσι, που καθώς τυχαίνει συχνά, ερωτέβεται — αν μπορεί κανείς έρωτα να το πει — έναν πολύ μεγαλύτερό της — απαράλλαχτα όπως τα παιδιά, τα μικρά τ’ αγόρια που λένε πως θα πάρουνε γυναίκα την νταντά τους, επειδή στην ηλικία τους και στο στενό τους τον κύκλο, η νταντά τούς φαίνεται το πρόσωπο το πιο τέλειο και το πιο σημαντικό. Έτσι και τα κορίτσια, ένας άθρωπος πενήντα, πενήντα πέντε χρονώ, άξαφνα ένας φίλος του πατέρα τους, έχει στα μάτια τους κάτι ανώτερο, κάτι μαγεφτικό που τα συνεπαίρνει. Για μένα θα βοηθήσανε κάμποσο τα ρομάντζα μου· θα βοήθησε και η Λιλή. Με διάβαζε η Φρόσω και φανταζότανε πια πως ήμουνε, ο Θεός ξέρει τι έξοχο πλάσμα και τι μοναδικό. Με τα κορίτσια κάποτες συβαίνει και το εναντίο· δηλαδή, άμα είναι κανείς τριάντα χρονώ κι αφτά δεκάξι, τον περνούνε αμέσως για γέρο. Εμένα μήτε τα ‘βλεπε τα γκρίζα μου τα μαλλιά, γιατί θα μ' έβλεπε βέβαια όπως φαινόμουνε στα βιβλία μου. Η καημένη! Ποιος τ’ αξιώθηκε ποτέ του να ξεφυλλίσει την καρδιά της, για να μας πει κατόπι τι χάδια μυστικά θα είδε μέσα, τι καρδιοχτύπια θ’ άκουσε, τι κλάματα ίσως, επειδή θα το ‘κρυφτε με τρόμο στ’ απόβαθά της, επειδή θα το 'πνιγε από ντροπή, εκείνο που το ‘παιρνε γι' αγάπη, αγάπη που δε γίνεται — άνομη αγάπη!

Άρχιζα τώρα να καταλαβαίνω λίγο λίγο από ποιο λόγο δε θέλησε να κρατήσει στ’ αφτιά της τα σκουλαρίκια. Το σερβίτσιο τσάι, το δέχτηκε με χαρά, δίχως να φανταστεί πως έκανε τίποτις άτοπο. Ξεναντίας, το 'βαλε στο σαλόνι της, να το ‘χει, να το βλέπει πάντα. Δεν την πείραζε. Και τόντις το τραπεζάκι εκείνο, με τα φλιντζάνια του γύρω γύρω, ήτανε δικό μου, ήτανε από μένα, μα συνάμα ήτανε και ξένο πράμα· δεν το φορούσες απάνω σου, το ‘βαζες σε μια γωνιά, εκεί τ’ άφηνες. Μ' ένα λόγο, δε σ' άγγιζε, δεν το 'νιωθες κολλημένο στο πετσί σου. Και αλήθεια θάμασα το αίστημα το γυναικίσιο που τόσο ψιλά, μα και τόσο παστρικά, ξεδιακρίνει ένα δώρο από τ’ άλλο. Θυμηθείτε κιόλας πως ο ίδιος, με το χέρι μου, της τα πέρασα στ’ αφτιά της τα δυο τα σκουλαρίκια. Εκείνη τη στιγμή, θα κοκκίνισε· θα στοχάστηκε πως αφού πάει να παντρεφτεί, αφού αγαπά το Φίλιππο κι αφού ο Φίλιππος την αγαπά, χρέος της να ξεχάσει κάθε άλλονε. Ίσως μάλιστα να της φάνηκε σαν απιστία, σαν προδοσία προς τον άντρα της, μια τέτοια βραδιά κιόλας, την παραμονή του γάμου της, να ‘χει πιασμένα τ’ αφτιά της από κάτι που ο άντρας της δεν της το ‘δωσε. Της έκαιγε το πετσί και την καρδιά. Λοιπόν έκαμε κουράγιο· ζύγωσε στο σιντριβάνι, τα ‘ριξε μέσα, τα 'χωσε στον άμμο, να μην τα διει κανείς, έπειτα όμως δε βάσταξε, ταράχτηκε· για τούτο και λιγοθύμησε — μην έχοντας πια τα σκουλαρίκια.

Έτσι το ερμήνεβα με το νου μου· ωστόσο έπρεπε να βεβαιωθώ. Έπρεπε να βρω τον τρόπο και η Φρόσω να μην καταλάβει πως μου ήρθανε υποψίες. Πήγα τη μέρα της υποδοχής της, να της κάμω βίζιτα. Πήγα όμως αργά, για να είναι και κόσμος, στις τέσσερις, τέσσερις ήμισυ το κεντί, όπου σερβίρανε το τσάι. Βρισκότανε η Φρόσω κοντά στο σερβίτσιο κι ετοίμαζε τα φλιντζάνια. Εγώ άρχισα τις ομιλίες με την παρέα, και σα να μιλούσα γι' αδιάφορα ζητήματα, μα με ύφος που ν’ ακούσει ο καθένας — και η καθεμιά — είπα την ακόλουθη φρασούλα, που εννοείται πως την έφερνε πολύ φυσικά η σειρά του λόγου·

— «Μάλιστα! Κάποτες συβαίνουνε και τέτοια· ένα πράμα που σου αρέσει, ένα πράμα που τ’ αγαπάς, άξαφνα θα προτιμήσεις να το χωριστείς, να το ρίξεις στο νερό, ίσια ίσια γιατί τ’ αγαπάς.»

Την ίδια, μα την ίδια τη στιγμή, μόλις απόσωσα τη φρασούλα, και η Φρόσω, που κρατούσε στο χέρι της ένα φλιντζάνι, τ’ άφησε κι έπεσε χάμω.

Σηκώθηκα. Πιο σωστά πετάχτηκα. Για ν’ αλλάξουμε κουβέντα, την παρακάλεσα να μου δώσει το σπασμένο το φλιντζάνι, επειδή τέτοια γίνουνται μόνο στην Αγγλία κι ανάγκη να τους στείλω μοντέλο, για να μου φτιάσουνε άλλο, κι έτσι να μην της λείπει.

Μου το 'δωσε, το κουκούλωσα στο μαντίλι μου κι έφυγα. Ένα κομματάκι έστειλα στην Αγγλία, καθώς της είπα. Τ’ άλλα τα φύλαξα κι έβαλα μέσα στη σπασμένη την πορτσελάνα τα δυο μου τα ζαφείρια, να τα ‘χω εκεί σα σύβολο και σα θυμητάρι της πιο αγνής, της πιο παρθενικής, μπορεί και της πιο αληθινής αγάπης που μου δόθηκε ν’ ανταμώσω στη ζωή μου.


Σάββατο, 31 του Αλωνάρη, παρασκεβή - 6 του Αβγούστου 1909.



ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΠΟΥΛΑΚΙΑ[Επεξεργασία]

(Δημοσιεφτήκανε στο Νουμά, κ. αρ. 418, 9 του Γενάρη 1911.

Αφιερώνεται της Μέλπως Λογοθέτη.


— «Εγώ λέω να τραβήξουμε από δω ίσια ως την τρύπα...»

— «Καλέ, δε βαριέσαι! Για να μας πιάσουνε αμέσως;»

— «Αμέ, πώς να πάμε;»

— «Πολύ έφκολα. Ξεκινούμε από τη λέφκη όπου είμαστε, πετούμε στη βελανιδιά δίπλα, έπειτα στη συκιά παρέκει και τότες στην πρώτη τρύπα...»

— «Ποια πρώτη;»

— «Τούτη δα που είναι κατάντικρύ μας!»

— «Μα εκεί δεν έχει τίποτα.»

— «Δεν πειράζει. Ακολουθώντας την κορνίζα της πέτρινης φωλιάς του, περπατητά, φτάνουμε στην τρύπα, γραμμή.»

— «Γιατί να μη βρεθούμε γραμμή από δω;»

— «Τι θηλυκό αιώνιο που είσαι! Τι αστόχαστη πάντα!»

— «Το ‘καμα μια βορά και τίποτα δεν έπαθα.»

— «Κι όμως άξιζες να πάθεις!»

— «Δε σε καταλαβαίνω.»

— «Εγώ νόμιζα τουλάχιστο πως τη γεωμετρία σου την ξέρεις, αφού λένε κιόλας πως τα κινήματά μας όλα είναι γεωμετρικά.»

— «Και τι μ' αφτό;»

— «Δεν το συλλογίστηκες, πως από δω στην πρώτη τρύπα κι από την πρώτη στη δική του, γράφουμε ορθογώνιο σωστό;»

— «Και τι κερδίζουμε που ορθογωνιάζουμε;»

— «Κερδίζουμε, μπουνταλού μου, που αγάλια γάλια ζυγώνουμε, κατασκοπέβοντας, και δε μας παίρνει το μάτι του θεριού.»

— «Έλα δα και συ! Δε χαθήκαμε α μας διει το θεριουδάκι. Το κακό μας δε γυρέβει με τόσες μπιφτέκες που μας ετοιμάζει κάθε πρωί!»

— «Έτσι σου φαίνεται σένα. Μα φρονιμότερα θα πράξεις να μείνεις σπίτι και να καθίσεις στ’ αβγά σου, παρά να τρέξεις στη φωλιά τους, επειδή τα θεριά της ράτσας εκείνης, άλλο σκοπό δεν έχουνε και κάτεχέ το, παρά να πιάσουνε τ’ αθρωπάκια σαν και μας, είτε με μπιφτέκες, είτε με λογής λογής μαραφέτια.»

Οι μπιφτέκες, που έλεγε ο φίλος, ήτανε ψίχουλα ψωμί, παράθυρα ήτανε οι τρύπες, η φωλιά σπίτι, το σπίτι φωλιά, το θεριό ένα νόστιμο ήσυχο παιδάκι, και τ’ αθρωπάκια οι σπουργίτες, που στην αντίληψή τους περνούσανε γι' αθρώποι, καθώς και μεις στη δική μας.

Οι δυο σπουργίτες που διαλογούσανε όπως αναφέραμε πιστά πιστά την κουβέντα τους, αποτελούσανε ταίρι γλυκό και χαριτωμένο, μα και ταίρι που είχε περίφημη όρεξη, γιατί δε φαντάζεται κανένας τι δε χωρεί και τι φαγί δεν παίρνει το ελάχιστο ενός σπουργίτη στομαχάκι. Το παιδί τούς σερβίριζε κάθε μέρα μια θροφή που τα τρέλαινε τα σπουργιτάκια μας, τον κυρ-σπουργίτη και την κερα-σπουργίταινα, τους έδινε ψωμί, τους έδινε κάποτες και λιανοκομμένα μπισκοτάκια, που είναι σωστός μεζές. Φρόντιζε το καημένο να τους βάλει και λίγο νερό δίπλα σ’ ένα πιατάκι. Αμέ; Τι αγαθότερη δουλειά για τις διακοπές; Το παινεμένο μας το παιδί, ένα δεκατεσσάρω χρονώ αγοράκι, διάβασε προκομμένα όλο το χειμώνα. Τώρα, με τη φαμελιά του, βρισκότανε στην εξοχή, κοντά στη θάλασσα. Επειδή τεμπέλικο δεν ήτανε διόλου, είχε και το γραφείο του, απάνω αψηλά, στο δέφτερο και στερνό πάτωμα, μ' ένα παραθυράκι που μπροστά του περνούσε ο νεροσύρτης, όπου δηλαδή πέφτανε τα βροχονέρια και κατόπι κατρακυλούσανε κάτω, από το σουληνάρι του υδραγωγείου, για να μη μαζώνουνται στη στέγη και γίνεται κάθε τόσο πλημμύρα ο μπαξές. Με τη στέγνα, ξερός εννοείται ο νεροσύρτης, και κει μέσα τους νοικοκέρεβε το τραπέζι τους το παιδί μας. Ο πόθος του, η λαχτάρα του, να τους δείξει έτσι την αγάπη του, που μακάρι να μπορούσε να τους την πει, με τα λόγια. Έχανε το νου του για τα πουλιά. Να, θα ήθελε να ‘ρθούνε ξέθαρρα να καθίσουνε σ' ένα του δάχτυλο, να του τσιμπήσουνε από το χέρι μια βουκίτσα, να τον κοιτάζουνε, να τα κοιτάζει, να τα χαδέβει, αχ! μια σταλιά σταλίτσα, τρυφερά τρυφερά, να καταλάβουνε πια πως φόβος κανένας μαζί του δεν υπάρχει. Αφτά όμως, είδαμε πως φοβούνται, κι όπως τυχαίνει συχνά στ’ αθρώπινα, όπως τυχαίνει και στα ζώινα, ένα πικρό παρανόημα χώριζε πλάσματα που ζούνε πλάγι πλάγι, κι ωστόσο να σμίξουνε δεν μπορούνε. Τ’ αγόρι προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους φανερώσει την καρδιά του, ενώ τα πουλάκια μας δείχνανε κάμποση δυσπιστία, όσο ήμερα, όταν τα ‘βλεπε, όσο ακίνητα κι αν πάσκιζε να κάμει τα παραμικρά του τα κινήματα.

Περίεργο που η κερα-σπουργίταινα έμοιαζε σα να ‘χει περσότερη εμπιστοσύνη. Πώς σας φαίνεται; Λέτε ποτές ο κόσμος, την ηθική του, την ψυχική του την ένωση, να τη χρωστήσει της γυναίκας, που είναι καλή, αφού είναι μάνα; Βέβαιο πως η δημιουργία κάπως σκούρα τα βόλεψε τα πράματα ή πιο σωστά, δεν τα βόλεψε διόλου, επειδή τα δημιουργημένα της, συνεννόηση καμιά δεν έχουνε αναμεταξύ τους, κι όχι μόνο δεν καταλαβαίνουνε το ένα τη γλώσσα του αλλουνού, του αλλουνού το μυαλό από σόι σε σόι, μα κι από άτομο σε άτομο άπειρες φορές του ίδιου σογιού. Η γυναίκα με την καρδιά της μπορεί πολλά να καταφέρει, ας είναι και σπουργίταινα. Η δική μας έμοιαζε τόντις να είναι με το μέρος του παιδιού, να προστατέβει το θεριουδάκι, όπως τ’ ονόμαζε. Αφτό φάνηκε από κάποιο περιστατικό που ακολούθησε μια μέρα και που ήτανε πες μοιρόγραφτο ν’ ακολουθήσει. Το παιδί πρόσεχε μήπως ξεπροβάλει άξαφνα καμιά γάτα στο ποστατικό. Τις έδιωχνε αλύπητα όλες από μακριά μακριά, φτάνει τον ίσκιο τους ν’ αγνάντεβε στη στράτα. Να σου όμως ένα βράδυ που μια δούλα του σπιτιού, καλεσμένη σε γάμο φιληνάδας, πάει ένα χιλιόμετρο ενάμισι απόσταση στο χωριό, γυρίζει νύχτα, και διες! απαρατήρητα μια γάτα, που χάθηκε ή που έτσι την παράσυρε η φαντασία της όξω από τα λημέρια της, δεν ξεκόλλησε από το δουλικό, και το πρωί σεργιάνιζε ήσυχα ήσυχα στον μπαξέ με το κέφι της, στρώθηκε στο λιβαδάκι το ξεστρογγυλωτό, τσίμπησε δυο τρία πράσινα χόρτα, που είναι πολύ ωφέλιμα στην υγεία της, τραβήχτηκε αγάλια γάλια πίσω από ένα χαμόδεντρο, αφού σήκωσε πρώτα το μούτσουνό της στον αέρα, και τώρα γλειφότανε η μαργιόλα, κοιτάζοντας τη γνωστή μας τη λέφκη, απ' όπου συνηθίζανε να ξεκινούνε τα δυο πουλάκια.

Για καλή τους τύχη, κοίταξε από την τρύπα του, που λέγανε, και το παιδί μας. Μαργιόλικο και του λόγου του. Αμέ, ποιο παιδάκι δεν είναι; Πετάχτηκε από το γραφείο του κάτω στον μπαξέ, βρήκε άλλο χαμόδεντρο στην αντίθετη μεριά και πρόσμενε. Δεν άργησε. Ξέγνοιαστα κατεβαίνει ο σπουργίτης μας στο λιβαδάκι, περπατά πηδηχτά, κουνεί το κεφαλάκι του, καμαρώνει, χαζέβει, ενώ η γάτα, προχωρώντας σιγά σιγά τα μπροστινά της πόδια, σέρνεται σέρνεται ολόμαβρη, σαν ξετυλιγμένη, σαν ξετραβηγμένη χάμω και σιμώνει και σιμώνει, ν’ αρπάξει το πουλάκι, να το φάει. Ορμά το παιδί, προφταίνει τη στιγμούλα όπου μόλις ο σπουργίτης είδε τη γάτα, που με τη βέργα την κυνηγά όξω κι όξω το παλληκαράκι μας.

Έτρεμε ακόμη το πούπουλο του από το καρδιοχτύπι, όταν κάθισε ο καημένος μας ο σπουργίτης στα κλαδί απάνω της λέφκης. Η σπουργίταινα, που έλειπε στον πλαγινό λαχανόκηπο και ίσια ίσια γύριζε σπίτι, όταν ο φίλος μας ορμούσε στο λιβαδάκι, ζύγωσε κοντά κοντά στον άντρα της κι άρχισε με τη μυτίτσα της να του χτυπά τα φτερά, τα λαιμό, έπειτα και τη δική του τη μυτίτσα. Ήτανε τα χάδια και τα φιλάκια της σπουργίταινας. Άμα ψυχόπιασε λιγάκι ο άθρωπος, ορίστε πάλε οι κουβέντες·

— «Βλέπεις, βλέπεις τι σου έλεγα;»

— «Πού να θυμούμαι; Μου ψέλνεις τόσα και τόσα!»

— «Καμώσου πως δεν κατάλαβες, και πες μου πως δεν είσαι πάντα με το μέρος του θεριού, που το λες κιόλας θεριουδάκι — ώσπου να με σκοτώσει!»

— «Αφτό είναι, το θεριουδάκι, που σε γλίτωσε!»

— «Με γλίτωσε; Ωραίος γλιτωμός Χύθηκε σαν την μπόρα μέσα στα φύλλα, για να μας χτυπήσει και τους δυο μαζί, εμένα με τον άτιμο το σβερκοπνίχτη.» Τ’ όνομα γάτα δεν το ξέρανε τα πουλιά, παρά κάθε ζώο το παρατσουκλιάζανε — παρατσούκλι το κάτω κάτω είναι μια ονομασία — κατά την ιδιαίτερη πουλιάτικη αντίληψή τους, άξαφνα το σκύλο, που κάνει φοβερό κρότο, μα που δεν τα πειράζει, τόνε βγάζανε γαβγαβγάκο, που στην πουλήσια λαλιά έρχεται πολύ νόστιμα. Οι όρνιθες ήτανε οι απέταχτες, ο κόκορας ο λιμοκοντόρος· είχανε άλλες, όμορφες λέξες για τα σκουλήκια που στη θροφή τους είναι αρνιά, τα σκουληκάκια που τους είναι λαγοί, τα ζωύφια που τους είναι λαγουδάκια, μα δεν τις άκουσα καλά καλά, τις λέξες, για να σας τις αραδιάσω, θα παρατηρήσατε ωστόσο, πως έμοιαζε ο σπουργίτης μας σα να λυπάται το σβερκοπνίχτη τον ίδιο, αν και του κολνούσε το επίθετο άτιμος, που του άξιζε. Του κάκου. Όσο άτιμος ο σβερκοπνίχτης, πάντα ζώο. Για κοινό τους εχτρό περνούσε ο σπουργίτης τον άθρωπο.

Η σπουργίταινα τσίριξε απανωτά κουίκ, κουίκ, κουίκ. Θα πει πως γελούσε·

— «Περίφημα το πέτυχες!» — Και ξακολούθησε να κουικουίζει, δηλαδή να γελά, όχι δα μονάχα για να τον πάρει στο ψιλό, παρά γιατί χαιρότανε η κακομοίρα που δεν έπαθε τίποτα ο ζηλεμένος της. — «Μα, χριστιανέ μου, το θεριουδάκι έδιωχνε το σβερκοπνίχτη, για να μη σε πιάσει — που να μη φέξει!»

— «Μάλιστα! Για να με πιάσει και μένα!»

— «Έτσι; Λοιπόν εμάς τώρα μας πιάνουνε με μια βέργα, κύριε;»

— «Μίλα όσο θέλεις. Ήμουνε κει και ξέρω.»

— «Ήσουνε, αφέντη μου, δεν ξέρεις όμως, γιατί ούτε κοίταξες. Εγώ, να, όλα όλα τα είδα. Εμάς διαφεντέβει το θεριουδάκι.»

— «Σώπα, και σα γυναίκα που είσαι, είσαι άξια ν’ αγαπήσεις κι ένα θεριό.»

Τα 'λεγε, ίσως και χωρίς πια τώρα να τα πιστέβει καθαφτό. Από τότες άλλαξε μάλιστα με το παιδί. Σα ν’ αρχίζανε οι φιλίες. Αναγάλλιαζε το θεριουδάκι μας, που ίσως κιόλας να ‘λεγε με το νου του, πως δε φέρθηκε πάντα σαν άθρωπος κι είχε τύψες στη συνείδησή του. Θυμότανε πως μικρός ακόμη, έξι εφτά χρονώ αγοράκι, του είχανε χαρίσει ένα ψέφτικο πιστολάκι με κόκορα, πως αντίς μπάλες έβαζε μέσα μεγάλα μεγάλα καρφιά, έβγαινε στο παράθυρο, τραβούσε για να βαρέσει τα σπουργίτια. Το λοιπό, και του στραβού το δίκιο. Είχανε κάποιους λόγους τα πουλάκια ή κι όλα τα πετούμενα, σαν αγαπάτε, να φοβούνται τα θεριά που είμαστε. Το ‘νιωθε το παιδάκι μας και οι τρόποι του τώρα, τα κινήματά του, ένα χάδι μονάχο. Προσπαθούσε να μιμηθεί και τη λαλιά τους. Για να τους δώσει να καταλάβουνε πως σερβιρισμένο πια στο νεροσύρτη το τραπεζάκι τους, σφύριζε γλυκά γλυκά, έκανε με τη γλώσσα του, με το ακρόγλωσσό του περσότερο και με τον ουρανίσκο του, κάτι τσ, τσ, τσ, κάτι πιου, πιου με τα χείλια του, που τα κατάφερνε πολύ νόστιμα και πιτήδεια.

— «Καλέ, τι έπαθε;» ρωτούσε η σπουργίταινα το σπουργίτη. Αφτός που ίσια με σήμερα χοντροκελαϊδούσε, να τος άξαφνα που μιλά σαν και μας.»

Μα ο φίλος ήξερε όχι μόνο να μιλά σαν τα σπουργιτάκια μας, παρά κάτεχε και κάτι άλλα τερτίπια, κάτι άλλες μαργιολιές. Αντίς να στρώνει το φαγάκι τους μπροστά στην τρύπα της κάμερής του, έπαιρνε δυο τρία ψίχουλα στο χέρι, σφύριζε να τους μηνύσει και τα ‘ριχνε όξω. Προτού πέσουνε χάμω, γλήγορα γλήγορα ερχόντανε οι σπουργίτες μας και τ’ αρπάζανε στον αέρα. Η λαιμαργία, τι τα θες; Το παιδί μας, τι στοχάζεται; Μέρα τη μέρα, λίγο λίγο, δίχως βιάση καμιά, στενέβει ολοένα τον κύκλο το μισό ή πιο σωστά την παραβολή που περιγράφει ένα σώμα, σαν το πετάς, σου πετά λοιπόν το ψιχαλάκι πάντα πιο κοντά, τόσο κοντά που ο σπουργίτης κοντέβει να του αγγίξει το δάχτυλο, κοντέβει απάνω στο δάχτυλό του ν’ ακουμπήσει σα ν’ ακουμπούσε απάνω σε κλαδί.

Φαντάζεστε αν πήγε ή όχι να τα χάσει το παιδί μας. Φανταστείτε όμως άξαφνα τι του έγινε μέσα του, τι συγκίνηση βαθιόγλυκη του γέμισε την καρδούλα, όταν είδε τα σπουργιτάκια μας — η γυναίκα, φαίνεται, σα να είπε κανένα λόγο της πειθώς στου αντρός της το αφτάκι — ναίσκε, είδε τα σπουργιτάκια μας να κάθουνται και να τσιμπούνε τα ψίχουλά τους, πού θαρρείτε; στο ξύλο το ίδιο του παραθυριού, όπου τα είχε αραδιασμένα ξεπίτηδες ο κατεργάρης, να δοκιμάσει. Εκείνη τη στιγμή, έγραφε ο τσαχπινάκος στο γραφείο του. Η πέννα του απόμεινε αποβρόντητη. Στο κεφαλάκι του μέσα, λες και λογισμός δε σάλεβε, μη λάχει και τα τρομάξει.

Μα του κάκου! Όσο μεγάλη κι αν ήτανε η χαρά του, αφτός ονειρεβότανε μεγαλύτερη ακόμη. Τι να κάμω, που ήτανε τόσο και τόσο τρυφερή του αγοριού μας η ψυχίτσα; Να, ο πόθος του, ο πόθος του ο κρυφός, η λαχτάρα του, να γίνουνε φίλοι, φίλοι πιστοί, τα παιδιά κι οι σπουργίτες, να μη φοβούνται οι σπουργίτες τα παιδιά, τα παιδιά μάλιστα να βοηθούνε, να προστατέβουνε τα πουλάκια, επειδή και τα πουλάκια είναι μικρά, είναι αδύναμα, έχουνε ανάγκη από μας, και ποιος ξέρει τι όφελος ανέλπιστο δε θα τους είναι, άμα γίνει άξαφνα καμιά συφωνία, καμιά επίσημη συθήκη αναμεταξύ μας, να τα διαφεντέβουμε από τους εχτρούς τους; Για έφκολο, για πολύ έφκολο το ‘βλεπε κιόλας. Κάποτες, τι χρειάζεται, για να γλιτώσει ένας σπουργίτης, για να μην πέσει στα νύχια της γάτας;

Λίγη εμπιστοσύνη από το μέρος του πουλιού. Προσφέβγει στον άθρωπο και σώθηκε.

Πώς να τους το πει; Πώς να τους το ξεδιαλύσει; Πώς να τα πείσει τα πουλάκια; Να μπορούσε, Θε μου, μια φορά, καθώς κι απαρχής το πεθυμούσε, να τα κρατήσει μια στιγμούλα στιγμίτσα στα δαχτυλάκι του, κι απαλά, πολύ απαλά να τα χαδέψει, να καταλάβουνε πια την αγάπη που τους έχει!

Τα χάδι που ήθελε να τους κάμει τ’ αθώο το παιδί, το ‘καμε τόντις του σπουργίτη του καημένου, όχι όμως όπως έλπιζε ο αγαθός μας ο φίλος.

Ένα πρωί, γύριζε το αγοράκι μας από τ’ ακρογιάλι, από το μπάνιο. Και για θυμηθείτε τώρα που το λέμε, τι ωραία που μυρίζει το ξύλο εκείνο του λουτρού, το φρέσκο! Αχ! ότι που το θυμούμαι, λιγώνω, μέσα μου ξυπνά η ανάμνηση της Πόλης, σπαρταρά η αγάπη της πατρίδας. Αμέ, η πείνα εκείνη του παιδιού, ύστερις από το μπάνιο! Μη μου την ξεχνάτε. Πουθενά εμένα δε μου φαίνεται πιο μεγάλη, πιο νόστιμη παρά στα μέρη τα δικά μας, η πείνα. Γιατί να ξέρετε πως η πείνα του παιδιού ύστερις από τα μπάνιο, είναι από τα πράματα που ανεξαίρετα όλες οι φαμελιές τ’ αγαπούνε, το προσμένουνε κιόλας. Σε κάμποσα, ίσως σε πολλά, δε συφωνούνε πάντα οι γονιοί με τα παιδάκια. Το τάδε παιχνίδι δεν αρέσει· το τάδε γούστο του παιδιού, συχνά, ξετάζεται, συζητιέται. Η πείνα ύστερις από τα μπάνιο, παραδεγμένη, χωρίς ζήτημα να υπάρχει, χωρίς ρώτημα κανένα. Είναι από τους νόμους τους άγραφους και τους απαραπάτητους. Δικαίωμα του παιδιού να πεινά ύστερις από τα μπάνιο. Δικαίωμα του μάλιστα να θυμώσει, σα δεν του δώσουνε να φάει, άμα έρθει από το μπάνιο·

— «Ε; θα μου δώσετε να φάω; Από το μπάνιο έρχουμαι και πεινώ!»

— «Καλέ, βέβαια, δώστε του να φάει. Έρχεται από το μπάνιο. Πεινά!»

— «Μαμά, δε μου δίνουνε και πεινώ ύστερις από το μπάνιο!»

Ποιος να πρωτοτρέξει, να του δώσει. Το περιποιούνται, το νοιάζουνται, όλος ο κόσμος στο ποδάρι για το παιδί που πεινά ύστερις από το μπάνιο.

Τέτοιες γλυκές αντάρες γενήκανε και για το παιδί μας, σα γύρισε σπίτι από τ’ ακρογιάλι. Του φέρανε κομμάτι τσικολάτα με ψωμί, λίγο γλυκό και σώσε, Κύριε! κάτι μπισκοτάκια, μέλι μονάχο.

Εννοείται πως τρομερά πεινούσε, αφού ερχότανε από το μπάνιο. Και τόντις το κομμάτι τσικολάτα, το ψωμί και το γλυκό, τα κατέβασε μονορούφι. Φανερώθηκε ο ηρωισμός του στο στερνό, δηλαδή το καλύτερο, στο μπισκοτάκι. Μόλις έφαγε μια βουκίτσα και συλλογίστηκε τα πουλάκια του. Αλήθεια, το λησμόνησε να τους ετοιμάσει το συνηθισμένο τους το μεζελίκι. Πετάχτηκε. Ο καημένος ο φίλος μας ο σπουργίτης, βλέποντας πως στην τρύπα δεν είχε τίποτα, πετούσε δώθε κείθε, χαμηλότερα όμως παρά που συνήθιζε, να κυνηγήσει πουλιά, δηλαδή μύγες. Δεν έμοιαζε πολύ χαρούμενος· η σπουργίταινα μάλιστα δεν το κουνούσε από τη λέφκη της. Κατσιποδιές απανωτές έμελε να ‘χουμε σήμερις. Ακόμη και σαν ήτανε στο μπάνιο το παιδί μας, είχε καταιγιδιάσει ο καιρός και δε θ’ αργούσε να ξεσπάσει στη θάλασσα φουρτούνα, καταιγίδα στη στεριά. Ο ουρανός κατράμι. Φυσούσε αλάργα ένας άνεμος ξεμανισμένος, τόσο που τα θαλασσοπούλια, κάτι μάβρα, πελώρια, κακά πουλιά, κατεβαίνανε τώρα ίσια με τις δεντροκορφές του ξοχικού, όπου τα ‘σπρωχνε η μπόρα.

Φοβήθηκε το αγοράκι μας. Σφύριξε, άρχισε τα κελαηδήματά του. Κατάλαβε αμέσως ο φίνος μας ο σπουργίτης, αν και τονέ φώναζε σπίτι τους η σπουργίταινα, μήπως πάθει τίποτις μέσα στην παραζάλη. Νίκησε η λαιμαργία και δεν άκουσε τη γυναίκα. Το παιδάκι μας πάλε είχε απιθωμένα μόνο δυο τρία ψιχουλάκια στο νεροσύρτη, που καμωμένος σαν το χαντάκι, κερτός και βαθουλούτσικος, δεν τ’ άφηνε πολύ να ξεσκορπίζουνται με τον αέρα. Ίσια ίσια όμως για να μην τα πάρει ο αέρας, έβαλε τα περσότερα τα ψιχαλούδια του μπισκότου, απάνω στο σανιδάκι το ίσιο που σε κείνη την κάμαρα, βρισκότανε στη βάση του παραθυριού και προχωρούσε ως τα μέσα. Ο σπουργίτης μας ανέβηκε με μια φτερουγιά, έχαψε τα δυο ψιχουλάκια του νεροσύρτη, μ' ένα πηδηματάκι κάθισε στο κατώφλι που να πεις του παραθυριού, κοιτάζοντας λιμπιστικά το σανίδι· τρέχανε τα σάλια του. Εκείνη τη στιγμή, με φρίκη, βλέπει το παιδί μας αψηλά ένα θαλασσινό ξεφτέρι — έχει κι η θάλασσα τέτοια — που στριφογύριζε σα να ετοιμαζότανε να χουμήξει κάτω. Ένιωσε τον κίντυνο το παιδί μας το γενναίο, είχε μάλιστα το κουράγιο να πάρει απάνω του, και γλυκά γλυκά να τραγουδήσει τις σπουργίτικες μελωδίες, που τις ήξερε το πουλί, για να μπει μέσα και να γλιτώσει. Μα ο σπουργίτης νόμισε πως γύρεβε και καλά να τον πιάσει, πιο μαργιόλικο του φάνηκε υποθέτω να ξεφύγει, και κει που άνοιγε τα φτερά του, όρμησε απάνω του το ξεφτέρι. Έτυχε όμως, ένα ξεφτέρι μεγαλύτερο ν’ αρπάξει από το λαιμό το πρώτο, που έτσι δεν μπόρεσε να κρατήσει το σπουργίτη· κι έπεσε ο κακόμοιρος ίσια ίσια στο χαντάκι του νεροσύρτη.

Όσα δηγούμαστε δω φαρδιά πλατιά, συνεβήκανε πιο γλήγορα παρά που θέλει για ν’ αστράψει. Φριχτό πως πολεμιούνται αναμεταξύ τους τα ζώα! Μα τι κρίμα να χαθεί ο σπουργίτης μας ο αθώος! Τον είδε νεκρό τ’ αγοράκι μας, με τα δάκρυα. Τον πήρε στα χέρια του. Ζεστό ακόμη το στηθουλάκι του. Αχ! να τον άκουγε, το φίλο του, το φίλο του τον πιστό, δε θα κειτότανε στα μάτια του πεθαμένος. Γιατί ν’ αρνηθεί τη φιλία του; Δυστυχία μου! Δυστυχία του! Αναστέναζε το παιδί. Και φίλησε το πουλάκι, και το χάδι που δεν μπόρεσε να του κάμει, σαν ήτανε ζωντανό, του το ‘καμε τώρα που το θέρισε ο Χάρος.

Είπε στη λύπη του να το θάψει, να του στήσει μνηματάκι. Έπειτα στοχάστηκε πως προτιμότερο να τ’ αφήσει άθαφο στον μπαξέ. Αφτά λιώνουνε μοναχά τους, ασκέπαστα, στη Δημιουργία όπου ξαναδημιουργούνε ζωή. Έτσι λιωμένο και παραλιωμένο θα ‘τανε το κορμάκι του σπουργίτη μας, ύστερις από ένα χρόνο που ξαναήρθε στην εξοχή το παιδί μας. Θυμότανε ακόμη το σπουργιτάκι του κι έλεγε μέσα του, πως μοιάζουνε συχνά κι οι αθρώποι με τα πουλιά, πως δεν καταλαβαίνουνε πάντα το καλό τους, όσο είναι καιρός, και πρέπει κάποτες ένα χάδι σου να το χαρίσεις, αχ! με το νου σου μονάχα, μιας αγάπης σου ξεψυχισμένης, που δεν ένιωσες την ψυχή της. Μπορεί πάλε να μην πήγε χαμένος ο κόπος του παιδιού που γύρεβε να πιάσει φιλίες με τα πουλάκια, να τα πείσει κιόλας. Ένα πρωί που καθότανε στο γραφείο του κι έγραφε, βλέπει άξαφνα την καλή, τη γνωστή του την κερα-σπουργίταινα που έρχεται ξέθαρρη στο παράθυρο, πάει στο σανιδάκι, τσιμπά ένα ψίχουλο, κεφαλοκουνητά, με χαρούμενη την ουρά της, βουτά τη μυτίτσα της στο πιατάκι νερό, κοιτάζει το παιδί μας και φέβγει φέβγει ως τη λέφκη —όπου το αιώνιο θηλυκό της ξανάχτισε άλλη φωλιά.


Είκοσι εφτά του Σταβρού, τρίτη — εφτά του Άη Δημήτρη, παρασκεβή, 1910.



Ο ΑΡΧΙΜΑΝΤΡΙΤΗΣ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 419, 16 του Γενάρη, 1911.)


Αφιερώνεται του Ρήγα Γκόλφη.


Ήμουνε ξεθεωμένος, όταν έφτασα στο μικρούτσικο το χωριό που λέγεται Φιλώτι. Ερχόμουνε από τη Χώρα της Αξιάς. Είχα περάσει από κορφούλες και κορφούλες, από αμπέλια πλαγιαστά, που τα φυτέψανε στις πλαγιές, για να τα καίει πιο σίγουρα ο ήλιος. Γι’ αμπέλια, πολύ φρόνιμο. Γι' άθρωπο, έβρισκα πως ανέβαινε με το παραπάνω και πως το λιοπύρι καταντούσε αβάσταχτο. Λοιπόν ήμουνε σαν κατσουφιασμένος. Και μολατάφτα χαρά στο στήθος μου γελούσε· με συνέπαιρνε η δόξα της Ελλάδας.

Τι μαγεφτικά που το τραγούδησε ο Ρασίνας εκείνος·


Ariane, ma sœur, de quel amour blessée,

Vous mourûtes aux bords ou vous fules laissée !


Να τος ο περίφημος όχτος, αφτός ήτανε — ήμουνε τώρα και γω εκεί— λιγάκι μακριά, το μολογώ, από τ’ ακρογιάλι το ίδιο, αφού βρισκόμουνε τότες στον κάμπο τον απέραντο που ξαπλωνότανε στο κέντρο περίπου του νησιού, ανάμεσα στα βουνά που μοιάζανε γύρω γύρω σαν αφιθέατρο (*)· κάμπος με χίλιες ανωμαλίες, με βουναράκια, με ειδώνε υψώματα, που από πάνω τους δεν μπορούσες πάντα να ξανοίξεις τη θάλασσα. Μα τι πείραζε; Η Ελλάδα ποτέ της δεν πάβει να είναι ο τόπος, όπου ανάμνησες μεγάλες από παντού σε χαιρετούνε, όπου αντιλαλούνε στ’ αφτιά σου ωραία ονόματα ξακουστά. Ο εθουσιασμός μου όρια πια δεν είχε, ολόφαιδροι λογισμοί, ελπίδες χρυσόφτερες κορυφώνανε τα όνειρά μου, τ’ ανεβάζανε όσο αψηλά ένα όνειρο μπορεί να φτάσει. Με ανάφτανε με το παράδειγμά τους οι προγόνοι. Αχ! αφτοί σταθήκανε οι μόνοι κι αληθινοί Ρωμιοί! Το φιλότιμο τούς πύρωνε, θέλανε να φουμιστούνε ανάμεσα στους άλλους αθρώπους, κι Έλληνας από τότες δεν υπάρχει που στ’ απόβαθά του να μην τρέμει πάντα ο πόθος, να κάμει πιο πολύ από το γείτονά του. Ο Έλληνας την έχει τη δίψα, την πείνα την έχει να διακριθεί κοντά σ' έναν άλλονε, να τον ξεπεράσει. Και μένα τώρα δεν ξέρω τι λαχτάρες μου ερχόντανε να φανώ. Το ‘φερνε ο τόπος να συναρπάζεσαι από τον έρωτα της δόξας, έβλεπες τον ορίζοντα μπροστά σου να φαρδαίνει, γενναίες φιλοδοξίες γεννιόντανε στην καρδιά σου.

Φιλοδοξίες πυρκαγιά δε μοιάζει ν’ αναποδογυρίζανε το μικρό μας το Φιλώτι, όσο καμαρωμένα κι αν έπιανε τη μέση μιας πλαγιάς της θεόρατης λεκάνης, που αποτελούσανε γύρω γύρω τα βουνά της Τραγαίας. Λογάριαζε το Φιλώτι λίγα σπίτια και σωρό αμπέλια. Τους κάτοικους, για μισή ώρα, τους είχα διει όλους, από τον πρώτο στο στερνόνε· όλοι τους αμπελουργοί. Και ίσια ίσια, όταν έφτασα, λείπανε όλοι στον τρύγο.

Είχα κατεβεί σ' ένα σπιτάκι, πιο σωστά σε μια σάλα που μόνη της σου ήτανε αφτή αλάκαιρο σπίτι, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία, σαλόνι — και σπουδαστήρι, επειδή μόλις πάτησα και μου χτυπήσανε το μάτι μερικά βιβλία στοιβασμένα η μια σειρά στην άλλη απάνω, σα ράφια εταζέρας, στο σανιδωτό ξώχειλο που είχε στη βάση του παραθυριού. Κολλητά στο παραθύρι, ένα τραπεζάκι από άσπρο άβαφο ξύλο, και στο τραπεζάκι σκορπισμένα κάμποσα χαρτιά. Ο νοικοκύρης, ο κ. Κώσταρης, που του ήμουνε συστημένος, θα είχε πιθανό δουλειά στ’ αμπέλια του, επειδή χρειάστηκε να στείλουνε όξω να τονέ φωνάξουνε, κι έτσι μπόρεσα να ξετάσω ανεμπόδιστα τη βιβλιοθήκη. Απόρησα τόντις με πεντέξι τίτλους, άξαφνα μ' έναν Bopp, Συγκριτική Γραμματική των ιντο-εβρωπαικώ γλωσσώνε, στη γαλλική μετάφραση του Μ. Bréal, μ' ένα Βάνιτσεκ, Ετυμολογικό ελληνο-λατινικό Λεξικό, μ' έναν τόμο της Ελληνικής Πατρολογίας του Migne, και μ' άλλα δυο τρία συγράμματα της ίδιας σειράς.

— «Κανένας παραπεσμένος γλωσσολόγος θα είναι», συλλογίστηκα.

Έμοιαζε μάλιστα σα να εργάζεται ακόμη, αφού στο γραφείο του ένα ωραίο μεγάλο βιβλίο έδειχνε, ολάνοιχτο, τα χοντρά του ελληνικά ψηφιά, κόκκινα και μάβρα, όπως στα εκκλησιαστικά μας τα βιβλία. Ετοιμαζόμουνε να βεβαιωθώ, μα στη στιγμή εκείνη μπήκε μέσα ο κ. Κώσταρης.

Είδα έναν άθρωπο, μ' ένα μπόι γιγαντένιο, με πλάτες τετραγωνικές, με μικροσκοπικό κεφαλάκι, με μάγουλα φουσκωμένα και χοντρά. Φορούσε μακριά στιβάλια ίσια με τα γόνατα, κασκέτα με κεραμίδι, σακί από καντιφέ γκρίζο αραδωτό. Τέτοια φορεσιά, κανένας άλλος δεν την είχε στο Φιλώτι. Αλήθεια που κι ο ίδιος ξεχώριζε από τους συχωριανούς του.

Δεν υπάρχει καθαφτό λέξη στις εβρωπαίικες γλώσσες, που να μας παρουσιάζει το νόημα του πάγκοινου σε μας όρου ο σπανός. Ο σπανός είναι κείνος που από γεννησιμιό του δεν έχει μήτε γένια μήτε μουστάκι. Γνωστό πόσο το περγελούνε, πόσο το κοροϊδέβουνε ή και το καταριούνται κάποτες, το δύστυχο το πρόσωπο, ακόμη κι από τα χρόνια τα μεσαιωνικά. Τα δημοτικά μας παραμύθια μας το αποζουγραφίζουνε με μάβρες θωριές. Είναι όντο κακό, ζουλιάρικο, άπιστο, κατώτερο, παρακατιανό, που για να βγάλει τ’ άχτι του, πάει και σοφίζεται χίλια τερτίπια, με σκληρή την καρδιά του και με το νου ποταπό.

Πρέπει να το μολογήσουμε πως από τα γνωρίσματα του σπανού που αραδιάζουμε, κανένα δεν ταίριαζε στον αγαθό μου τον κ. Κώσταρη. Τον έβλεπες και καμιά υποψία δε σου περνούσε, πως άξαφνα μπορούσε τέτοιος άθρωπος να σε βλάψει· πρόθυμος ήσουνε ξεναντίας να του χαρίσεις πάσα εμπιστοσύνη. Έδειχνε τόντις ήμερος, ήσυχος, γλυκός, και στο πρόσωπό του, που το ξερό κιτρινούτσικο πετσί του το αβλακώνανε βαθιές ζαρωματιές, ξεδιάκρινες έφκολα, δεν ξέρω τι πίκρα κρυφή, τι απογοήτεψη και τι ξεθαρρεμό.

Άρχισε αμέσως την κουβέντα μαζί μου με κάτι ετυμολογίες, όπου προσπαθούσε να συγγενίσει γλώσσες, που ποτέ τους δεν είχανε αναμεταξύ τους καμιά συγγένεια. Μα γλήγορα παραίτησε το θέμα της ετυμολογίας και είπε με κάποια βιάση·

— «Ε! ας τ’ αφήσουμε αφτά!»

Οι πέντε λεξούλες που βάζουμε δω, ξαναρχόντανε ακατάπαφτα στην ομιλία του, σαν είδος λάιτμοτίβο λυπητερό. Τις πρόφερνε με κάποιο στραβομουτσούνιασμα κωμικό, με μια κούραση που έμοιαζε σα να τον πλάκωνε, ότι άνοιγε το στόμα, να πει τίποτις, λες και του φέρνανε αηδία όλα τα πάντα, Ωστόσο, μου δηγήθηκε τη ζωή του και δεν είδα να τον τραντάξανε σπουδαίες συφορές. Είχε κάμει παιδαγωγός σε μια πλούσια οικογένεια, στα Παρίσια, σε Ρωμιούς εννοείται. Μα οι κακοί αθρώποι, χωρίς να τονέ συνοριστούνε, χωρίς να σεβαστούνε τις συθήκες, του δώσανε μια μέρα το πασαπόρτι του. Δεν έμαθε ποτέ του για ποιο λόγο. Ίσως επειδή κι ήτανε σπανός.

— «Ε! ας τ’ αφήσουμε αφτά!»

— Έπειτα μου είπε πως έμεινε μια χρονιά στη Γερμανία, όπου ακολούθησε δημόσια μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, καταγινάμενος προ πάντω στα γλωσσολογικά. Για τούτο κιόλας, από θύμηση του γλυκού απόμακρου περασμένου καιρού, φύλαγε με θρησκεία τα δυο τρία βιβλία του εκείνα, στο παράθυρο·

— «Ε! ας τ’ αφήσουμε αφτά!» έκλεισε και πάλε την κουβέντα.

Δεν μπόρεσε, λέει, να καθίσει στο Παρίσι όσο θα το ποθούσε. Τότες είναι δα, όταν και κει άρχιζε να πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο, που η αχάριστη φαμίλια τον έδιωξε. Πρόφτασε ωστόσο να γνωριστεί με κάποιους σοφούς, κάποιους καθηγητάδες που μου ανάφερνε τα ονόματά τους.

— «Ε! ας τ’ αφήσουμε αφτά!», πρόστεσε και πάλε. Το κάτω κάτω, είχα στα μάτια μου ένα δύστυχο ανήμπορο σεκλετιασμένο πλάσμα, που βέβαια έπαθε, που ‘πόφερε πολλά στη ζωή του, που του πόνεσε η καρδιά του, χωρίς ακόμη να καταλάβω καλά καλά για ποια αιτία. Υποψιαζόμουνε μονάχα πως όνειρα χρυσά θα μαγέψανε τα νιάτα του, πως απότυχε παντού και τα είδε όλα συντρίμμια, και πως τώρα πια με λύπη αποχαιρετούσε τους πόθους τους παλιούς, καμιά παλιά του φιλοδοξία, ίσως και κάπου κρυμμένη στα σωθικά του καμιάν αγάπη εργασίας ή δόξας.

Για τα τέτοια, για τα βιογραφικά, για τα εσώψυχά του, μωρόλογος δεν ήτανε ο κ. Κώσταρης. Έπιανε τις μωρολογίες μονάχα όταν έκανε λόγο για τον Αρχιμαντρίτη. Και κάθε τόσο για τον Αρχιμαντρίτη ο λόγος. Μου δηγήθηκε με ζέση μεγάλη πόσο ταράχτηκε, πόσο δοκιμάστηκε τώρα τελεφταία η φαμελιά τους όλη από τον Ύψιστο. Εδώ και δεκοχτώ μήνες ακολούθησε το φοβερό δυστύχημα. Πέθανε ο αδερφός του. Ο Αρχιμαντρίτης. Για τον Αρχιμαντρίτη μιλούσε με το βαθύτερο σέβας, μάλιστα με κάποιο λυρισμό. Ήτανε ο μικρότερος αδερφός, είχε σπουδάσει πρώτα θεολογικά στην Ελλάδα, έπειτα περάτωσε τις σπουδές του στη Γερμανία, έγινε παπάς, έγραψε και διάφορα βιβλία· ένα, λέει, από τα συγράμματά του — ίσως, είπα μέσα μου, το μόνο! — ίσια ίσια βρισκότανε ανοιχτό απάνω στο ξύλινο γραφείο, με τις Ομιλίες του Αρχιμαντρίτη, επειδή Αρχιμαντρίτης αποβίωσε.

Σα να μυρίστηκα πως ο κ. Κώσταρης, πίτηδες ίσως, τ’ άφησε το βιβλίο στο τραπεζάκι, για να το διω αμέσως ότι φτάσω. Η αλήθεια είναι που δε στείρεβε η πηγή κι οι έπαινοι του μακαρίτη ολοένα ρέγανε, κατρακυλούσανε μάλιστα, σα θες, από το στόμα του κ. Κώσταρη. Δεν έπαβε να μου μιλά για τον άγιο το βίο του Αρχιμαντρίτη, τα τόσα του προτερήματα, τη μάθησή του, το ταλέντο του, τη φήμη που με τους γλυκούς του τρόπους, με τον όσιο χαραχτήρα του, οικοδόμησε σα χτίριο που δε χαλνά. Περαστική φήμη δεν ήτανε η δική του.

Ο κ. Κώσταρης έλεγε ακόμη πόσο τέτοιος πρόωρος θάνατος του θέρισε τα σπλάχνα. Μα πεινούσα φοβερά, είχα βιάση κιόλας να πλαγιάσω· λίγο έλειψε το λοιπό να του πω και γω·

— «Ας τ’ αφήσουμε αφτά!»

Στο τέλος καθίσαμε στο τραπέζι. Και πάλε η κουβέντα για τον Αρχιμαντρίτη· με παρακαλούσε δηλαδή να μην πειραχτώ που η αδερφή του δεν ερχότανε να μας σερβίρει. Καθότανε αφτή μαζί του — σε ποια τρύπα, συλλογίστηκα, του σπιτιού; — μα εδώ και δεκοχτώ μήνες, από τον καημό της ζούσε παρατραβηγμένη, έρημη, μόνη· δεν τη βλέπανε πουθενά και θρηνούσε από το πρωί στο βράδυ.

Το ήξερα πως στην Ελλάδα η θλίψη για τους πεθαμένους είναι από τα συνήθεια τα πιο ριζωμένα στην ψυχή του έθνους. Το αίστημα το συνοικογενειακό έχει ακόμη δύναμη σημαντική, ώστε κι ο θάνατος κανενός όχι και τόσο στενού συγγενή, γίνεται αφορμή λύπης μεγάλης. Η θλίψη βαστά καιρό και μοιάζει σα δεσμός που ό,τι κι αν πεις δε χαλαρώνει. Ο θλιμμένος δε βγαίνει, εμποδίζει τους δικούς του να βγούνε, μόλις κουβεντιάζει, πού να γελάσει; Ξεναντίας, άλλο χρέος τάχα δεν έχει παρά να κλαίει όλη μέρα. Τον ακούς βαθιά ν’ αναστενάζει ακόμη και στο τραπέζι, όταν πίνει το κρασί του ή όταν τρώει ώσπου να μπουχτίσει· ένας αναστεναγμός του ξεφέβγει με κάθε βουκιά που χώνει στο στόμα του. Το χαμόγελο περνά σε τέτοια περίσταση για σημάδι κακής αναθροφής. Βέβαια πως τόση θλίψη σε συγκινεί· ωστόσο μου φαίνεται κάπως υπερβολική, και φοβούμαι μήπως δείχνει κάποιαν αντίληψη σαν παιδιάτικη, σαν υλική μάλιστα του πόνου. Εμένα μου ερχότανε και σαν παράξενο, σαν απίστεφτο πες να θλίβεται τόσο και τόσο η αδερφή του κ. Κώσταρη.

Τ’ όνομά της, κ. Ζαβή. Χήρα εδώ και κάμποσα χρονάκια. Την αβριανή, έμαθα πως καθότανε τόντις στο ίδιο σπίτι, σ' ένα καμαράκι δίπλα, σ' ένα μαγαζί που το ‘καμε κρασάδικο και που ακουμπούσε στο μεσιανό τον ξυλένιο ξώτοιχο της μεγάλης σάλας. Από το πρωί κιόλας την είδα, επειδή μας σερβίρισε το πρόγεμα. Γιατί τότες να μου προφασιστούνε τη θλίψη, την απομόνωσή της κι άλλα τέτοια; Υποθέτω για να καταλάβω αμέσως τι ασύγκριτο δυστύχημα που στάθηκε ο θάνατος του Αρχιμαντρίτη, κι έτσι ν’ ακούσω πάλε για το μακαρίτη. Μια και άκουσα, μια και κατάλαβα, ξαναβγήκε η κερά στη μέση. Ξένος, μουσαφίρης· ε! να μην τον περιποιηθείς; Μαβροφορεμένη εννοείται από πάνω ίσια με κάτω η γυναίκα· στο κεφάλι της ένα σαλάκι, μάβρο και τούτο, που της έπιανε σφιχτά σφιχτά το πρόσωπό της γύρω γύρω, σαν κάπα φιωρεντίνικη. Από την κάπα μέσα πετιότανε λες μια μύτη σουβλερή βελόνι, που από τα φρύδια της ακόμη έπαιρνε δρόμο κι άρχιζε να σηκώνεται προς τα πάνω· δυο μάτια μάβρα, σα διπλά τριβέλια, τρυπούσανε τα βλέφαρά της και σπιθοβολούσανε ολοένα. Μικρή, κοντή, λιγνούτσικη. Περπατούσε με βήματα λιγοστά λιγοστά και γλήγορα. Ζαβή διόλου. Μάλιστα με όλη της τη θλίψη, αδύνατο να μην παρατηρήσεις κάποιο έξυπνο, μαργιόλικο ύφος σαν περεχυμένο στο πετσί της το περγαμηνί.

Εννοείται πως αμέσως μου έκαμε λόγο για τον Αρχιμαντρίτη. Καταντούσε πια παλιός γνώριμός μου ο μακαρίτης. Μοιρολογούσε, θρηνολογούσε η κ. Ζαβή. Κάτι χερονομίες, κάτι κινήματα της απελπισιάς, κάτι κλάματα και κάτι αναστεναγμοί, που δεν ξέρω πώς μου φαινόντανε όλα τους σαν παράξενα, λιγάκι και σαν ψέφτικα. Ο κ. Κώσταρης της βαστούσε συντροφιά στη θλίψη και στα κλάματα.

Η θλίψη τους αφτή άλλαξε άξαφνα μια ώρα πιο ύστερα, και στη θέση της είδα μια ενέργεια, μια δραστηριότητα που δεν τις πρόσμενα μήτε από μέρος της κ. Ζαβή μήτε από μέρος του κ. Κώσταρη. Σωστή αντίθεση. Και τόντις πήγαμε όλοι μας στον τρύγο, και κει πια ο καθένας τους στη δουλειά του. Αλήθεια και γω στη δική μου, επειδή μου δινότανε αφορμή εξαίρετη να μιλήσω με τους χωριανούς, να μάθω και τα φιλώτικα. Η Αξιά είναι από τα νησιά τα πλουσιότερα, τα περιεργότερα για γλωσσολογική έρεβνα. Μα δε μελετήθηκε ως τα τώρα, μολονότις κάθε χωριό της θέλει και αξίζει μελέτη χωριστή. Τσίτωνα τ’ αφτιά μου κι άκουγα κάμποσα, ή που μου τα λέγανε μένα, ή που τα λέγανε αναμεταξύ τους και γω έπαιρνα μια λέξη κάπου κάπου. Έρχεσαι μου κάνει ένας να πορπατήρ να ερίζεις (να περπατείς, να γυρίζεις) — κάου κάου, άηρμ' άηρμε (κάθου κάθου, άφησμ' άφησμε) — μπήκε ο ήλιορ μέσα στο σπίτι — τ’ αξαέρφου τάνε (ήτανε), — όο (όλο) — οι πατάτερ δυο δεκάρες — οι χρόνοι σαρ να είναι πολλοί — ήρθε γκαένας (ήρθεν κανένας), — το παιδάποκει (το παιδί από κει) — το φεγγάρι δε γκίζει (-gari και guizi) το θεό (δηλαδή τον ουρανό, αφού ο θεός είναι από πάνω μας· το ίδιο λοιπόν κι ο ουρανός)· είναι από κάτω (δηλαδή από κάτω από το θεό είναι το φεγγάρι). Και χίλια πιο νόστιμα μου είπανε ακόμη, που τα ξεσήκωνα στο σημειωματάρι μου. Τα μάζωνα κιόλας με χαρά, όχι μονάχα για την επιστημονική τους την αξία, μα για να τα καμαρώσουνε οι δάσκαλοί μας, αφού ολοένα μας κατηγορούνε που γράφουμε τα χωριάτικα, ενώ δε φαίνεται πρώτοι αφτοί να τα ξέρουνε, γιατί βέβαια κανένας τους δε φαντάστηκε πως σε καμιά χωριάτικη ντοπιολαλιά λένε χιλιάε λεφτά, για να πούνε χιλιάδες, κόρμος για να πούνε κόσμος, κι άπειρα τέτοια, πιο απίστεφτα μάλιστα, που σύναξα τότες σε κάμποσα χωριουδάκια της Αξιάς.

Στο Φιλώτι — που η ντόπια προφορά του είναι Φιώτι — στον τρύγο εκεί κάτω, με βοήθησε πολύ ο καημένος ο παπάς, που βρισκότανε κι αφτός μαζί μας, με τα στιβάλια του, με το ράσο του το ανασηκωμένο ίσια με την ποδιά. Έβαζε τους τρυγητάδες, που τραβιόντανε λιγάκι λιγάκι μπροστά στον ξένο τον Εβρωπαίο και σκιαζόντανε, να κουβεντιάζουν ξέθαρρα μαζί μου. Ο παπάς, όπως κι αν είναι, στο χωριό του έχει κάποια υπόληψη· όταν έχει και κάποια μάθηση, τότες και η πέρασή του μεγαλύτερη. Καλός, απλός άθρωπος ο δικός μου, με λίγα γράμματα και με λαμπρή θέληση, επειδή εννοείται πως η κ. Ζαβή, με τη θλίψη της, δεν μπορούσε να φροντίσει για τις γλωσσολογικές μου μικροδουλειές. Θα ‘τανε αμαρτία, θα ‘τανε σα ν’ αποξεχνούσε μια στιγμούλα τον Αρχιμαντρίτη. Κι ο θεός να φυλάξει! Ωστόσο, μ' όλη τη θλίψη της, πηγαινοερχότανε, γύριζε, στριφογύριζε, με μια σπάνια γληγοράδα, έκοφτε σταφύλια, έβγαζε πάλε αναστεναγμούς, έστρωνε τα σταφύλια κατά γης, ψιθυρίζανε τα χείλια της, ένα παράπονο, έτρωγε πεντέξι ρώγες, τσιμπούσε από δω, τσιμπούσε από κει, και ξανάρχιζε τους αναστεναγμούς. Κάθε αναστεναγμός, κάθε παράπονο είχε τη σημασία του, και σου μηνούσε· — «Να μην ξεχνούμε! Ο Αρχιμαντρίτης πέθανε.»

Τόντις έτσι το καταλάβαινε τριγύρω της η παρέα. Χρέος της αδερφής, αδιάκοπα ν’ αναστενάζει. Αφού αναστέναζε μια, ξανάρχιζε σαν το σβούρο το χορό της. Τέτοια την είδα και το βράδυ στο κρασάδικό της, παντοκίνητη, παντοσβουρούσα και θλιμμένη. Σαν του φλάουτου το σφύριγμα, η φωνή της. Άλλη φωνή στ’ αμπέλια δεν άκουγες. Ο παπάς της έδειχνε μεγάλο σέβας. Ο κ. Κώσταρης την κοίταζε με λύπη βαθιά, σαν άθρωπος όμως που η λύπη του δε συγκρίνεται με καμιάνε. Πολύ δε δούλεβε, πολύ δε λαλούσε. Με τ’ αθεόφοβα εκείνα τα στιβάλια, μ' ένα καμτσίκι στο χέρι, που δεν μπορούσε, μα το ναι, να το πάρει ο νους μου σε τι του χρησίμεβε, ο κ. Κώσταρης έμοιαζε αναμεταξύ μας σαν κάποιο ανώτερο πλάσμα, και τ’ αψηλό του το μπόι σού έκανε μερμήγκια ολόγυρά μας τους τρυγητάδες. Κάποτες άνοιγε το στόμα· ένα λόγο για τα ντόπια που σύναζα, ένα λόγο για τη γλωσσολογία του Bopp — κι αμέσως·

— «Ε! ας τ’ αφήσουμε αφτά!» — έλεγε με αμίμητη βαριομάρα.

Τ’ αφήσαμε αφτά προς το μεσημέρι και πήγαμε κάτι να πιούμε, να δροσιστούμε, στη διπλανή λοκάντα. Στο δρόμο, η κουβέντα πάλε για τον Αρχιμαντρίτη. Κόντεβα να τονέ μάθω απ' όξω. Και τόντις μου είπε τι ρόλο σημαντικό έπαιξε στη Ρουσσία, όπου ο κλήρος αλάκαιρος απόρησε με τη μοναδική του τη σοφία, όπου έξοχη στάθηκε η θέση του, όπου αλησμόνητο άφησε όνομα. Θεοφάνερο πως ο κ. Κώσταρης τ’ άρεζε το θέμα της ομιλίας, και το κεντούσε κάθε φορά με χρώματα καινούργια.

Ο ξενοδόχος, που πήγαμε, ήτανε χοντρός χοντρός άθρωπος, μα το πάχος του σαν ήσυχο, ήμερο, ειρηνικό. Φορούσε βράκα και φέσι. Όταν ήρθαμε, τονέ βρήκαμε καθισμένο μεγαλόπρεπα σ' ένα σκαμνί, και η βράκα του λες να κατάπινε τα πόδια του σκαμνιού, που γινόντανε άφαντα. Κάμποσοι μουστερήδες στη σάλα. Όλοι τους αποδηλώνανε του ξενοδόχου κάποιο σέβας ιδιαίτερο. Από μέρος του όμως, καμιά ιδιαίτερη περιποίηση γι' αφτούς, καμιά δούλεψη, καμιά προσπάθεια να τους πάρει τον παρά τους. Θέλανε τίποτις; Καλά. Δε θέλανε; Ακόμη καλύτερα. Εκείνος, καταδεχτικά, τους έκανε την τιμή να τους σερβίρει· έτσι το εννοούσανε και του λόγου τους. Μας χαιρέτησε με αξιοπρέπεια μεγάλη, εμένα με καλωσόρισε μ' ένα ύφος εβγενικό που λες κι ερχότανε από κάπου απάνω ίσια με μένα, που σερνόμουνε κάπου στα κάτω. Βασιλιάς.

Αδερφός του κ. Κώσταρη ο ξενοδόχος· λοιπόν αδερφός και του Αρχιμαντρίτη! Ο Κώσταρης ο ξενοδόχος απόδειχνε στην άγια μνήμη του πεθαμένου, την ίδια τιμή που του αποδίνανε κι οι δυο άλλοι, μα μ' ένα κύρος επιβλητικό που δεν το είχανε μήτε ο Κώσταρης ο γλωσσολόγος μήτε δα η κ. Ζαβή. Σου μιλούσε για το μακαρίτη μ' έναν τρόπο τέτοιο, που αναγκαζόσουνε να σκύψεις το κεφάλι μπροστά στο μεγάλο τον άθρωπο — ακόμη λιγάκι και μπροστά στον ξενοδόχο, τον αδερφό του μεγάλου αθρώπου. Οι μουστερήδες τον ακούγανε με θρησκεία, και θεοφάνερο πως τους έστρεγε η κουβέντα, γιατί έμοιαζε σα να θέλανε πάντα ν’ ακούσουνε και περσότερα. Βέβαια! Το καμάρι του Φιλωτιού, ο Αρχιμαντρίτης. Τα ιστορικά του καταντούσανε σαν πράμα δικό τους, σαν περιουσία τους.

Το σπουδαιότερο ιστορικό της ζωής του Αρχιμαντρίτη, του ξενοδόχου του Κώσταρη το χρωστώ που το ‘μαθα. Ο Αρχιμαντρίτης αξιώθηκε μια μέρα να ‘χει με τον Αφτοκράτορα της Ρουσσίας, με τον Τζάρο, μια μακρινή ομιλία, και του έδωσε του Αφτοκράτορα μιαν αλησμόνητη εντύπωση. Διαλαλήθηκε αφτό σε όλη τη Ρουσσία. Όρκο μη μου γυρέβετε να σας βάλω πως είναι αληθινό και μαρτυρημένο. Μα οι αγαθοί κάτοικοι του Φιλωτιού τόσο το ποθούσανε να είναι αλήθεια, που τόντις δεν μπορεί παρά να ‘γινε η περίφημη ομιλία. Τι παράξενο κιόλας, με τ’ όνομα που είχε τότες ο Αρχιμαντρίτης;

Έτσι πια κατάλαβα. Ένας μύθος, ένα παραμύθι δημοτικό άρχιζε να μορφώνεται λίγο λίγο με του Αρχιμαντρίτη το βίο, κι έχει κάτι συγκινητικό μια τέτοια προσπάθεια, επειδή, να μην το κρύφτουμε, θα συντελούτανε στο μύθο και τα λόγια των αδερφώνε. Γελώ με τους καλούς μας Φιλωτιανούς κι έχω άδικο. Του κάκου! Ρωμιός δεν υπάρχει που να μη διψά για λίγη δόξα, που να μη θέλει να ‘χει το μερτικό του κι αφτός από τη δόξα της φυλής του. Κανένας Κώσταρης, από κεινούς που είχα γνωρίσει στο χωριό τους, δεν τ’ αξιώθηκε ν’ απολάψει δόξα δική του. Ο πιο δυστυχισμένος απ' όλους, ο πιο αξιολύπητος χωρίς άλλο, στάθηκε ο Κώσταρης ο γλωσσολόγος, που είδε ποιος ξέρει πόσες ελπίδες του να τον αποχαιρετούνε μια μια. Έτσι το λοιπόν αποζημιώθηκε ο άθρωπος, και δόξα του έκαμε τον Αρχιμαντρίτη.



Δεφτέρα, τριάντα μια του Άη Δημήτρη —Κεριακή, έξι του Σποριά, 1910.



ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΑΡΙΟ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 420, 23 του Γενάρη, 1911


Αφιερώνεται του Κ. Χατζόπουλου.


Η Μαρία-Λεωνή, σκυμμένη στο άσπρο ξύλινο τραπεζάκι της καμερίτσας της, στο σπιτάκι του πατέρα της του μπάρμπα Μάρκου, του μπαξεβάνη, έβαζε τη διέφτυση απάνω σ' ένα εικονογραφημένο ταχυδρομικό δελτάριο, τη στιγμή που μπήκε ο Γιώργος. Η Μαρία-Λεωνή στέγνωσε αμέσως το μελάνι με το στουπόχαρτο, γύρισε το δελτάριο από την άλλη μεριά, τη μεριά της εικόνας, σηκώθηκε, το ‘δωσε του παιδιού που κάθε μέρα, την ίδια ώρα, πήγαινε από το ξοχικό τα γράμματα στην Πόστα της χώρας, κι εφτύς έφυγε το παιδί που πρόσμενε μόνο να τελειώσει πρώτα η Μαρία-Λεωνή.

Έτσι λοιπόν ο Γιώργος δεν μπόρεσε να διει τι όνομα έγραφε το δελτάριο. Το πιο περίεργο και το πιο τραγικό είναι, που δεν μπορούσε να ρωτήσει τη Μαρία-Λεωνή! Λοιπόν, όση όρεξη, όση ψυχική ανάγκη κι αν είχε ο Γιώργος να μάθει την αλήθεια, του στάθηκε αδύνατο, του ήτανε πες απαγορεμένο, λέξη να ξεστομίσει. Έριξε της Μαρία-Λεωνής μια ματιά, που δεν έδειχνε ούτε θυμό ούτε κάνε περιέργεια, μια ματιά ήμερη, αδιάφορη, μα και φιλική, έκαμε δυο τρία βήματα προς την πόρτα, βγήκε όξω, κι άμα βρέθηκε πιο παράμερα λιγάκι, μουρμούρισε τρίζοντας τα δόντια, του, ήσυχα όμως, μήπως ακουστούνε τα λόγια του·

— «Η σκύλα! Του Κάρολου γράφει. Αμέ. ποιανού άλλου; Ξάστερο το πράμα!»

Συλλογίστηκε ωστόσο πως αν τόντις γράφει του Κάρολου, τίποτα σπουδαίο δε θα του γράφει, αφού είναι δελτάριο, δηλαδή ανοιχτό γράμμα. Δεν πειράζει. Ακόμη και σε μια λέξη βρίσκει τρόπο η αγάπη να φανερωθεί. Φτάνει ένα «Σε θυμούμαι» να βάλει, και σώνει. Ο Κάρολος ίσια ίσια είχε φύγει προ δυο μέρες. Για να μην πάει και πιστέψει πως έπαψε με το μισεμό του να τρελαίνεται για την αφεντιά του — για τη μούρη του! — να σου και του στέλνει θυμητάρι εφτύς εφτύς η φιληνάδα. Μη σε μέλει κι έτσι δε γελιέται ο Γιώργος.

— «Η σκύλα! Μπορεί να πει ό,τι θέλει. Εγώ θα τη ρωτήσω. Ας πάει στο διάολο, θα τη ρωτήσω. Τη σκύλα!»

Εδώ ίσια ίσια ήτανε ο κόμπος. Η σκύλα δεν ήθελε διόλου, δεν το εννοούσε κάνε να ρωτηθεί. Και τόντις είχε κάμποσους λόγους να μην το θέλει. Ακολουθήσανε αναμεταξύ τους μερικά πράματα που δικιολογούσανε τη Μαρία-Λεωνή, που δικιολογούσανε όμως, να πούμε τη μάβρη, και το Γιώργο, που τους δικιολογούσανε λοιπό και τους δυο, εκείνη στο να μην παραδέχεται ρώτημα, εκείνονε στο να γυρέβει να ρωτά. Ήτανε η Μαρία-Λεωνή παιδί του χωριού, αναθρεμμένη κάτω στην Μπρεττάνια της Γαλλίας. Ήξερε γράμματα, είχε τρόπους έμεινε δυο τρεις μήνες και στο Παρίσι, όπου η μεγαλύτερη αδερφή της βαστούσε μαγαζάκι, ένα χρυσικάδικο. Μα όπως κι αν είναι, χωριανή· το φρέσκο το χώμα το γερό του ρουμανιού και του κάμπου, ο αέρας της θάλασσας ο παρθένος, είχαν θρέψει την ψυχή της, το χώμα με τη μυρωδιά του, με τη δύναμή του ο αέρας. Χειμώνα, καλοκαίρι, ζούσε όξω. Φύλακας, πιο πολύ παρά μπαξεβάνης, ο μπαμπάς της· η καλύβα του, το χαμόσπιτό του, πλάγι στο ξοχικό που νοίκιαζε ο Γιώργος· η καλύβα στον οξώτοιχο κολλητά· το σπίτι του Γιώργου, μέσα στη μέση του ποστατικού· πεντέξι βήματα για να πας από το ένα στο άλλο.

Τριάντα χρονώ άθρωπος ο Γιώργος, κάμποσο μεγαλύτερός της. Είκοσι χρονώ η Μαρία-Λεωνή. Αγαπηθήκανε. Δεν μπορούσε κιόλας να γίνει αλλιώς, αφού βλεπόντανε κάθε μέρα και η νιότη τους έγραφε αγάπη. Ο Γιώργος δεν έμελε να περάσει όλη τη ζωή του στην Μπρεττάνια, όσο πατρίδα του κι αν ήτανε. Σπούδασε μικρός στο Παρίσι· πήρε δίπλωμα· ο σκοπός του, που για την ώρα τον είχε μέσα του κρυμμένο, να γράφει βιβλία, μυθιστορήματα, δράματα, στίχους· δεν του έλειπε μήτε ποίηση μήτε ταλέντο· μα φτωχός ο άθρωπος. Κι έτσι αναγκάστηκε να ζητήσει και να δεχτεί από την κυβέρνηση μια θέση.

Πέστηνε σα δε βαριέσαι και θεσούλα, επειδή ο φίλος διορίστηκε δημόσιος υπάλληλος, λιμενάρχης, στη μικρή χώρα της Μπρεττάνιας, όπου, ενάμισι χιλιόμετρο διάστημα, βρισκότανε και το χωριουδάκι της κοπέλας. Εκεί κατοικούσε ο Γιώργος, εκεί έθρεφε κι αφτός την ψυχή του με τη μυρωδιά του ρουμανιού και με της θάλασσας τον αέρα. Μα — και τούτο μπορεί να περάσει αναμεταξύ τους για πρώτη σημαντική διαφορά — ο Γιώργος δεν έθρεφε μοναχά την ψυχή του με την ομορφιά της δημιουργίας, έθρεφε και την πέννα του. Κοίταζε το θέαμα το λαμπρό που στα μάτια του, λίγο παρέκει, όταν έβγαινε στο παράθυρο, ξετυλίγανε τα σπαρμένα τα νησάκια στο γιαλό. Τα περίγραφε ο Γιώργος σε κανένα ρομάντζο που ετοίμαζε· ακόμη και να μην τα περίγραφε, πάντα είχε τη συνήθεια να βλέπει τα πράματα, που να πούμε, διπλά, μια δηλαδή για να τα διει, άλλη μια για να τα ερμηνέψει, μια για τον εαφτό του, μια για το χαρτί του, μια για την απόλαψή του, μια για την τεχνίτσα μας.

Τέτοιος συχνά, ο ποιητής, τέτοιος κι ο μυθιστοριογράφος. Έτσι όμως και στο ψυχολόγημα κάποτες κατάντησε να βλέπει διπλά, ή και ανήξερά του διπλά να τα φαντάζεται, διπλά κιόλας να θέλει ως και κείνα που είναι απλά. Ίσως για τούτο, οι μυθιστοριογράφοι, μάλιστα σα γυρέβουνε να περάσουνε για βαθιονόητοι σοφοί, στοχάζουνται πως οι γυναίκες είναι βάραθρα ψυχολογικά, όπου αδύνατο, κουκούτσι να ξεδιακρίνει ο άντρας. Τραβούνε το λοιπό το δρόμο τους αρχοντικά, γιατί πρώτα πρώτα σου αποφασίσανε, σου προκηρύξανε πως το βάραθρο, που του λόγου τους δα το στοχαστήκανε, δεν μπορεί παρά να ‘ναι γεμάτο από άγρια μυστικά, ψεφτιές, φόνους και κακουργήματα ειδών ειδώνε.

Φοβούμαι πως η φαντασία τούς παρασέρνει και μάλιστα θαρρώ πως είναι απλές οι γυναίκες, α μου παραχωρήσεις μονάχα πως η απλότητά τους δε μοιάζει με τη δική μας. Η Μαρία-Λεωνή βέβαια πως ήτανε απλή, όσο διπλή κι αν τη θαρρούσε ο φίλος, μάλιστα τη στιγμή όπου μπήκε στην καλύβα κι είδε το δελτάριο που το ‘κρυφτε η «σκύλα». Κι ωστόσο η διέφτυση δεν έγραφε τ’ όνομα του Κάρολου, κι έμελε ο Γιώργος μόνο ύστερις από καημούς, φωνές και δράματα, να μάθει ποιανού ποστάρισε η Μαρία-Λεωνή το πιτάκι. Δε λέω πως ο Γιώργος με κάποιο δίκιο του δεν μπορούσε να πιστέψει πως ξαιτίας του Κάρολου το 'κρυφτε, να μην του το δείξει, αφού ξαιτίας του Κάρολου είχανε κάμποσες φορές τσακωθεί, κι αφού τέσσερις μέρες δεν περάσανε που έφυγε ο Κάρολος, αφού κιόλας μια κεριακή τους τσάκωσε ο Γιώργος περίπατο στη στράτα της χώρας. Μα με τον Κάρολο ξεχωριστό λογαριασμό βαστούσε η Μαρία-Λεωνή, και τόντις ο λογαριασμός της αφτός δεν έμοιαζε με το λογαριασμό που είχε ανοίξει του Γιώργου. Με τον Κάρολο μαζί αναθράφηκε· οι φαμελιές τους φιλιωμένες· παιδί του πέρα χωριού ο Κάρολος· βλεπόντανε συχνά, δηλαδή όταν η δουλειά τους άφηνε και δουλειά είχανε όλη τη βδομάδα. Πάντα ύπαρξε γύρω τους, από τον ένανε ή τον άλλονε, από τις γριούλες, από τα λαδικά, δώθε κείθε κάποια κουβέντα πως θα παρθούνε. Ή πιο σωστά, οι φαμελιές δεν αντιλέγανε, τα παιδιά τ’ ακούγανε, και η Μαρία-Λεωνή, χωρίς να πει ναι θετικά, βέβαια πως όχι δεν είπε ποτέ της, μήτε στοχάστηκε το κορίτσι, μήτε είχε λόγο να το στοχαστεί κάνε, να πει όχι. Και να μην ήθελε, βιάση καμιά δεν είχε ν’ αρνηθεί, μια κι ο γάμος δε θα γινότανε σίγουρο άψε σβήσε. Στην εξοχή, ο κοσμάκης την παραμικρή βιάση δεν έχει· αγάλια γάλια τα πράματα· όπως άξαφνα μήτε του καπνίζει του αγαθού του χωρικού, να λογαριάσει τι ώρα είναι, τι ώρα τον προσμένει ένας γείτονας ή ακόμη καλύτερα, τι ώρα φέβγει ένα τρένο, έτσι και για την αγάπη σωστά σωστά δεν ξέρει, πότε σφυρίζει, πότε ξεκινά, πότε φτάνει. Έχουμε καιρό. Ακούει ο μυθιστοριογράφος γι' αγάπη· ανάφτει ο νους του, θαρρεί αμέσως πως έπεσε αστροπελέκι, έκαψε καρδιές. Δεν καταλαβαίνει πως ο χωρικός το αστροπελέκι δεν το γουστέρνει, γιατί μπορεί να του χαλάσει το χωράφι. Πυρκαγιά, φωτιά, ούτε κάνε φλόγα, σαν τ’ ακριβολογήσεις, δε γνωρίσανε συμεταξύ τους η Μαρία-Λεωνή κι Κάρολος. Πώς να γνωρίσουνε; Θα τους φαινότανε παράξενο, ίσως και να το ντρεπόντανε, ποιος οίδε; σαν παιδιά που μεγαλώσανε μαζί, σαν παιδιά συνομήλικα κιόλας, που καθαφτό μήτε τους χώρεσε στο μυαλό τι σημαίνει ν’ αγαπάς, ότα βρισκόντανε μόνοι τους — που σπάνια σπάνια τύχαινε, που μήτε δα το γυρέβανε, τι να κάμουνε μόνοι; — ότα λάχαινε καμιά φορά να μείνουνε κατάντικρυ σαν τους κούκους δέκα δεκαπέντε λεφτά, λέξη δεν ξεστομίζανε για την αγάπη. Μάλιστα, η Μαρία-Λεωνή δε μιλούσε διόλου, σώπαινε, τραβιότανε, δεν του έκρενε. Αφτό ξακολούθησε ακόμη περσότερο πιο ύστερα, βαστούσε αφτό και τώρα που ο Κάρολος, είκοσι χρονώ παλληκάρι, γύριζε κάπου κάπου από τη Στρατιωτική Σκολή, όπου σπούδαζε, κι έμνησκε μερικές μέρες με τους γονιούς του στο πέρα χωριό. Αφότου έλειπε, δηλαδή εδώ και τρία τέσσερα χρόνια, έτσι ανταμωνόντανε, τις σκόλες, όταν ερχότανε, αριά κι αριά. Καθότανε μια βδομάδα, καθώς τώρα τελεφταία, έπειτα έφεβγε. Οι κουβέντες τους ασήμαντες. Μιαν απογεματιανή, στον περίπατο, κουρντίστηκε ο νέος, κόρωσε, θέλησε να δείξει πως είναι άντρας, θέλησε κάτι να της πει. Μην τολμώντας όμως να το πει με λόγια, το είπε μ' ένα τραγούδι που άρχισε να το τραγουδά στη μέση του δρόμου. Είχε νόημα το τραγούδι, νόημα ερωτικό και λιγάκι ερωτιάρικο. Αμέσως πειράχτηκε η Μαρία-Λεωνή και του δήλωσε ρητά, πως α δεν πάψει, πάβει εκείνη και πάει καλιά της.

Το πιο νόστιμο είναι, το πιο απίστεφτο, που ποτέ τους δε βγήκανε μόνοι στους δρόμους. Και την απογεματιανή ακόμη όπου ο Κάρολος τραγούδησε το περίφημο το τραγούδι του, είχε φέρει μαζί του, φανταστείτε, κάποιο συμμαθητάκο του της Σκολής. Στο χωριό αφτουνού πέρασε κιόλας τις μισές διακοπές, που μπορούσε όλες να τις περάσει στο χωριό το δικό του, πάντα στης Μαρία-Λεωνής το χωριουδάκι.

Το λοιπό, δε μου λέτε στο Θεό σας; — έτσι ρωτούσε με το νου της η κοπέλα — τι παράπονα είχε ο Γιώργος μαζί της; Στο Γιώργο η Μαρία-Λεωνή δόθηκε ψυχή και σάρκα· έτρεχε σπίτι του άμα πρόφταινε· ζούσανε, τι τα θέλεις, σαν άντρας και γυναίκα. Έμοιαζε μαθές αφτό με τα κομματιαστά, με τ’ απόμακρα τ’ αλισβερίσια που είχε ο Κάρολος μαζί της; Δεν το ήξερε τώρα ο Γιώργος; Για να την πειράζει μαθές, για να τη μαλώνει, πήγαινε και τα ξεσκάλιζε και την κυνηγούσε, και ζούλεβε ολοένα; Ποτέ του εφκαριστημένος ο χριστιανός. Αχόρταγος. Τι άλλο ζητούσε από τη Μαρία-Λεωνή; Δεν του έδινε μήπως αρκετά; Πίτηδες το ‘κανε να τη ζαλίζει με τέτοιες ανοησίες; Θυμώνεις ή δε θυμώνεις;

Ο Γιώργος πάλε αποκρινότανε άλλα. Ίσια ίσια γιατί ζούσανε άντρας και γυναίκα με τη Μαρία-Λεωνή, δεν το ‘παιρνε ο νους του τι γύρεβε ανάμεσά τους ένας Κάρολος. Μα και τούτο η Μαρία-Λεωνή το περνούσε για φαντασίες του Γιώργου, για παραξενιές του. Γιατί ο Κάρολος ανάμεσά τους τίποτα δε γύρεβε. Πως έβγαινε, λέει, περίπατο με το νιο; Και τι σήμαινε; Μήπως βγαίνανε μόνοι; Δεν το είπαμε; Πάντα η αδερφή του πλάγι τους, ή και της Μαρία-Λεωνής κανένας αδερφός· πάντα στη μέση δηλαδή και το συγγενολόγι. Μα και να μην τους συνόδεβε κανένας, τι; Θα πάει τώρα να διώξει έναν παιδικό της φίλο; Θα του τ’ απαγορέψει μ' ένα ξερό «Μην έρχεσαι. Δε θέλω.»; Και τι θα στοχαστεί τότες εκείνος; Πως τον αγαπά και φοβάται και δεν τολμά η Μαρία-Λεωνή να τους διούνε ο κόσμος αντάμα; Πως λοιπόν κάτι θα τρέχει αναμεταξύ τους; Ορίστε πράματα! Μα μπορούσε ακόμη να θαρρέψει ο κόσμος πως είχε κανέναν αγαπητικό και περηφανεβότανε και ξαπολνούσε τον παλιό της το σύντροφο. Δεν ταίριαζε μήτε το πρώτο μήτε το δέφτερο να θαρρέψουνε.

Ο Γιώργος δε χώνεβε και κάτι άλλο. Μα εδώ σα να είχε δίκιο, το μολογούσε πια κι η φιληνάδα. Το μολογούσε, πώς όμως; Το μετάνιωνε που του το είπε. Βέβαια. Του είπε δηλαδή πως κάθε φορά που ερχότανε, κάθε φορά που έφεβγε ο Κάρολος, φιλιόντανε, μάλιστα! τη φιλούσε και τονέ φιλούσε. Πρέπει τόντις να ‘χει κανείς τα μυαλά του διαστρεμμένα, για να θυμώνει μ' αφτό. Ένα φιλί στο μάγουλο! Ποιος, καλέ, δε φιλεί στο χωριό; Να, ένας νέος, που είναι απλός γνώριμός σου, στην Μπρεττάνια, σαν έρθει σ' ένα σπίτι όπου είναι κορίτσια, ένα φιλί θα τους δώσει, ένα θα πάρει, δε γίνεται. Να προσβάλει άξαφνα τον Κάρολο, πως δεν καταδέχεται, πως σιχαίνεται τάχα το φιλί του; Δεν είναι φιλιά που να μπαίνουνε σε λογαριασμό. Αφού κιόλας μήτε του το ‘κρυψε, τι πάει και φαντάζεται; Αχ! να του το ‘κρυφτε, θα ‘μνησκε ήσυχος. Δε θα της έτρωγε τ’ αφτιά, έτσι. Γι' αφτό μετάνιωνε. Είδαμε προκοπή από την ώρα που του είπε! Άτοπο δα να της το ρίχνει ολοένα στο πρόσωπο. Η Μαρία-Λεωνή το κατέχει, κάλλια κι από το Γιώργο, τι μπορεί να είναι άτοπο, τι δεν είναι. Τον άκουσε μάλιστα, του έδωσε δίκιο σε μια παρατήρηση που της έκαμε. Γιατί, εκείνη τη μέρα, της μιλούσε ο Γιώργος, δίχως να θυμώσει, ν’ αστράψει, να χτυπήσει τα πόδια του χάμω, να μπήξει τις φωνές. Αμέ; Φρόνιμη κοπέλα. Όταν πρέπει, όταν της τα ζητάς, όταν της τα ξεδιαλύζεις, ακούει. Δηλαδή, ο Γιώργος της έλεγε πως πρεπούμενο δεν του φαινότανε να περπατά στους δρόμους με τον Κάρολο, ν’ ακουμπά στο μπράτσο του, αφού αγαπά το Γιώργο, όχι τον Κάρολο. Τα βόλεψε, τα 'φερε η Μαρία-Λεωνή με τρόπο που να μην ξαναγίνει αφτό. Είχε γίνει, επειδή να του τ’ αρνιότανε θα περνούσε για κοκόνα. Τώρα θα τ’ αλλάξει. Ό,τι πρέπει, πρέπει. Μα δεν την έπεισε ο λόγος του Γιώργου. Τι έχει να κάνει που τον αγαπά; Μήπως το είπε ποτέ της πως αγαπά τον Κάρολο; Και στο μπράτσο του έτσι φιλικά ν’ ακουμπήσει, δε σημαίνει πως αγαπά λιγότερο το Γιώργο. Τίποτα. Δεν ήθελε πια μπράτσα, γιατί άξαφνα θα είχε το δικαίωμα να πιστέψει ο καθένας, πως τα ψήσανε τέλειωσε, πως αποφασισμένο πια να παντρεφτούνε. Είχε το φιλότιμό της το παιδί. Για τ’ όνομα, να μην ειπωθούνε τέτοια λόγια. Σίγουρο διόλου δεν είναι πως θα στεφανωθούνε· παιδί ακόμη κι ο νέος. Πώς να βγει τ’ όνομά της; Κατάλαβε αμέσως η κοπέλα και δεν ξανάρχισε.

Στο ζήτημα ωστόσο της παντρειάς σκούνταφτε η Μαρία-Λεωνή. Καλά καλά δεν το συλλογίστηκε το πράμα, θα τον πάρει μαθές μια μέρα, δε θα τον πάρει. Πρώτα, όσο ήτανε παιδί, δεν έδινε προσοχή. Έπειτα, λίγο λίγο με το Γιώργο, της ερχότανε σαν άβολο, σαν κομμάτι παράξενο να το βάζει με το νου της. Η λογική του Γιώργου την τάραζε·

— «Πώς στοχάζεσαι να τον πάρεις, μια και είσαι δική μου;»

Φυσικά, όταν το λες έτσι, όταν έτσι το διατυπώνεις, ορθά κοφτά, εννοείται και μοναχό του πως βέβαια και δε γίνεται. Ωστόσο έτσι δεν είναι, αν το καλοξετάσεις, στο βάθος. Η Μαρία-Λεωνή, αλλιώς το ταίριαζε, αλλιώς το ‘βλεπε με το νου της. Αν η τύχη το θέλει να τον πάρω μια μέρα, καλά, τον παίρνω· αν η τύχη πάλε δεν το θέλει, δεν τον παίρνω. Εγώ δεν κουνώ δάχτυλο. Μήτε θα τη βοηθήσω την τύχη, μήτε θα την εναντιωθώ. Μοιρόγραφτα πράματα. Δεν ανακατέβουμαι.

Γιατί όμως να μην ανακατεφτώ; Γιατί εκείνη, που θέληση δεν της έλειπε, που η φύση την είχε κιόλας καμωμένη από ατσάλι, γιατί να μην αντισταθεί στη μοίρα, γιατί να μην την κυβερνήσει, γιατί από τη μοίρα να κυβερνηθεί;

Γιατί το ήξερε η Μαρία-Λεωνή πως απίθανο, πως αδύνατο να πάρει μια μέρα το Γιώργο, το Γιώργο της άντρα.

Εδώ ήτανε ο κόμπος.

Ήξερε και ο Γιώργος πόσες δυσκολίες θ’ απαντούσε στη φαμελιά του· όσο πόθο κι αν είχε να παρθούνε, ήξερε πόσες δυσκολίες κοινωνικές, πόσες δυσκολίες ακόμη και υπαλληλικές, θα εμποδίζανε τ’ όνειρό του ν’ αληθέψει, επειδή τ’ όνειρο αφτό στην καρδιά του μέσα, παράδεισο του ξάνοιγε, τόσο τρελά την αγαπούσε.

Λοιπόν εδώ δίσταζε κι ο Γιώργος. Την παρακάλεσε, την ικέτεψε κιόλας κάμποσες φορές, να προσμένει ώσπου σιάξουνε οι δουλειές, ώσπου λείψουνε οι δυσκολίες, και να δεχτεί ως εκεί το δαχτυλιδάκι του, να του χαρίσει ένα κι αφτή, που να τους δέσει τους δυο σαν είδος αρραβώνα. Μα τίποτα θετικό δεν μπορούσε να της τάξει, μη θέλοντας ο τίμιος άθρωπος να τη γελάσει.

Ως τότες η Μαρία-Λεωνή, μήτε το δαχτυλίδι του δέχτηκε, μήτε συγκατάνεψε να του δώσει δικό της. Φαντάσου! Να του έδινε άξαφνα! Ορίστε άτοπα καμώματα μια φορά. Η δύστυχη κοπέλα το κατέχει πως στέκεται πολύ αψηλότερά της ο Γιώργος, πως δεν έπρεπε, πως δεν ταίριαζε να πάει ο νους της σε τέτοιου ράγκου αρραβωνιαστικό, να του καταντήσει και βάρος κατόπι, να τονέ βλάψει, θε μου, στο στάδιό του, να γίνει ξαιτίας της ρεζίλι ο Γιώργος μπροστά στον κόσμο. Μήτε να το στοχαστεί.

Θα μου πεις — κι ίσως να το ‘λεγε ο φίλος — αφού δεν παίρνει το Γιώργο, γιατί να μην αποφασίσει άξαφνα πως· «ή θέλω το Γιώργο ή δε θέλω, κανένανε.»; Γιατί να μην τα χτυπήσει όλα κάτω, γιατί να μην αρκεστεί μια για πάντα στη μοναδική της αγάπη; Γιατί να γυρέβει άλληνε:

Πολύ ωραία. Μα δε γύρεβε. Να, έτσι βρέθηκε η άλλη, από τα παιδιακίσια της ακόμη τα χρόνια, και τι τα θες; αγάπη που τόσα χρόνια βαστά και προκοπή δεν είδε, αγάπη δεν είναι καθαφτό, είναι παλιός χαβάς, που μήτε για χορό δε φελά.

Το παραδέχουμαι, αντίσκοφτε ο Γιώργος. Τότες όμως, από ποιο λόγο να ξακολουθά το κορίτσι να παίζει το χαβά, να συλλογιέται τον Κάρολο; Μήτε σ' αφτό δεν την ψυχολογούσε όπως έπρεπε ο Γιώργος. Νόμιζε δηλαδή πως από αγάπη, από κρυμμένη, ασύνειδή της αρεσιά του παλληκαριού, συλλογιότανε τον Κάρολο, ενώ αν το ξετάσεις από την απελπισιά της κάποτες — επειδή σίγουρο πως δεν το ‘λεγε κάθε μέρα, όπως θαρρούσε ο φίλος — κάποτες λοιπόν έλεγε πως μπορεί να το φέρει πιο ύστερα η τύχη, να τον πάρει. Βέβαια. Γιατί τάχα να μην τον πάρει; Μια και δεν έπαιρνε τον καλό της, το μονάκριβο, δεν της έμελε ποιόνε παίρνει, ποιόνε δεν παίρνει. Σε πέντε, σε δέκα χρόνια το πολύ πολύ, ο Γιώργος θα την έχει πια ξεχασμένη. Τι να κάμει το παιδί; Να μείνει γεροντοκόριτσο, να την κοροϊδέβουνε; Στο χωριό παντρέβουνται όλοι. Θα παντρεφτεί και του λόγου της σαν τους άλλους, να μη λένε πως μόνη της αφτή δε βρίσκει γαμπρό. Παντρειά δε θα πει έρωτας, άξαφνα σαν τον έρωτα που την έσμιγε με το Γιώργο. Παντρειά θα πει, να ‘χεις σπιτικό δικό σου, να δουλέβεις μέσα, ενώ δουλέβει ο άντρας σου όξω, ή στο χωραφάκι τους, ή αλλού.

Ο Γιώργος δε συλλογιότανε ποτέ του, πως ρομαντζιέρης η κοπέλα δεν ήτανε, να φανταστεί αγάπες ατέλειωτες ή τραγικές. Δεν μπόρεσες να πάρεις το Γιώργο σου. Χάσου, χώσου στην ερμιά και σκοτώσου. Όχι. Άθρωπος είσαι, θ’ ακολουθήσεις και συ την τύχη την αθρώπινη. Κάλλια να το λες απαρχής, παρά να το κάμεις πιο ύστερα και να μην το πεις. Αλήθεια, που ίδια η Μαρία-Λεωνή το στοχαζότανε κάποτες, πως δεν ακολουθούμε μονάχα την τύχη μας στον κόσμο, ακολουθούμε και την καρδιά μας. Ένιωθε μάλιστα εσώψυχά της πως καλύτερο, πιο τίμιο, την καρδιά ν’ ακούσουμε, πως συχνά κιόλας δεν μπορούμε να κάμουμε αλλιώς και τότες φώναζε·

— «Τέλειωσε πια. Εγώ ποτέ μου δε θα παντρεφτώ!»

Περίεργο που το φώναζε με κάποιο θυμό, σα να ξεστόμιζε πράμα ενάντιο στον κανόνα το γενικό, αφύσικο κανένα πράμα, που δεν της άρεζε, γιατί ακόμη δεν το ‘παιρνε η λογική της. Αγάλια γάλια έμελε να το καταλάβει και τούτο, θα το καταλάβαινε από πιο νωρίς, θα της φαινότανε μάλιστα μια γλύκα, σαν κορίτσι αγαθό που τη γέννησε η μάνα της, ν’ αφιερωθεί σε μιαν αγάπη και μόνη, αν ο Γιώργος την άφηνε ήσυχη, αν ο Γιώργος δε ζούλεβε και δεν τη χολόσκανε, αφού αφτή το ήξερε πως είναι αθώα και δεν το χωρούσε ο νους της, πως μπορούσε κάποτες να είναι τόσο κακός ένας Γιώργος. Μα επειδή ο Γιώργος θύμωνε και πειδή της ζητούσε πράματα που στα μάτια της, το λόγο τους δεν είχανε, να μη βγαίνει άξαφνα ποτέ της με τον Κάρολο, επειδή ο Γιώργος τ’ απαιτούσε κιόλας να κάμει όπως όριζε η αφεντιά του, πεισμάτωνε και η Μαρία-Λεωνή, στρίγλιαζε, του το απαγόρεβε να ρωτά για τέτοιες ανοησίες, αν πήγε με τον Κάρολο ή δεν πήγε· να τ’ αφήσει αφτά, για να μην έχουνε κατόπι αναμεταξύ τους δυσάρεστα, που βαρέθηκε πια. Έτσι λοιπόν από καλή που ήτανε, γινότανε κακή· και δεν έφταιγε το κορίτσι, που να πεις· ερχότανε η κακία της από το να μη συνεννοούνται αναμεταξύ τους. Κλειδωνότανε στην αντίληψή του ο καθένας κι από κει μέσα έκρινε τον άλλονε.

Μα να πούμε την αλήθεια, είχε τη λογική του κι ο Γιώργος. Δυο πράματα σημαντικά έβρισκε να της αποκριθεί στα επιχειρήματά της.

Να. Η Μαρία-Λεωνή λάβαινε γράμματα του Κάρολου, τα φύλαγε μάλιστα σε μια κασετίνα και δεν του τα ‘δειχνε. Λοιπόν αφτό σπουδαίο.

Δεν του τα ‘δειχνε, πιστέβω, γιατί εκείνης τα γράμματα σπουδαία δεν της φαινόντανε διόλου, παρά παιδιακίσια. Δεν του τα ‘δειχνε κι από άλλη μια αιτία, που του λόγου του θα τα περνούσε για φοβερές αμαρτίες, θα τα ‘βλεπε με τα δικά του τα μάτια, και τ’ απόφεβγε η νέα να τονέ λυπήσει, να τον πικράνει.

Γιατί όμως να τα φυλάγει σε μια κασετίνα; — Γιατί πάλε να τα πετάξει; Φίλος της και τα κράτησε. — Ναι, μα πώς ακολουθήσανε αναμεταξύ τους κάτι άλλα παράξενα, λόγου χάρη τη μέρα όπου ήτανε η Μαρία-Λεωνή για να βγει, να πάει στο πέρα το χωριό, κι έφτασε ο Γιώργος στην καλύβα, την ώρα ίσια ίσια που ετοιμαζότανε· πήρε τότες κρυφά τα παπουτσάκια της, το καπέλο της, να τα βάλει σε μια κάμαρα, όπου να μην τα διει ο Γιώργος. Απαντούσε η Μαρία-Λεωνή, πως έτσι φέρθηκε πάλε για να μη λυπηθεί άδικα ο καλός της, για να μη φανταστεί άρατα θέματα, βλέποντάς τηνε που βγαίνει. Άριστα! Μα να σου τώρα και το δέφτερο το παράπονο του φίλου· από πού κι ως πού να θυμώνει, να βουβαίνεται, λέξη να μην ξεστομίζει, να τον ησυχάσει, να μην αποκρίνεται, κάθε φορά που ζούλεβε ο άθρωπος και τη ρωτούσε, να ξηγηθούνε στο τέλος. Πώς να μη θέλει να ξηγηθεί μια κι ήτανε αθώα;

Ίσια ίσια, όντας αθώα η κόρη, δεν το παραδεχότανε να τη ρωτά, σα να ήτανε τάχα φταιξιάρα. Και δω πάλε φανερωνότανε μεταξύ τους άλλη διαφορά. Ο Γιώργος, σα μελανοβουτηγμένος που κατάντησε από την περίσσια του τη φιλολογία, έβρισκε για να την κατηγορήσει, για να τη μαλώσει κάτι λόγια σουβλερά που τη δαιμονίζανε. Μόνο που πατσαβούρα δεν την ονόμαζε. Της έλεγε και της έλεγε. Δεν μπορούσε πια να τ’ ακούσει. Ρητορική διαθέσιμη δεν είχε να του αποκριθεί. Αφτή δε σκάμπαζε από τέτοια. Ένιωθε μονάχα παστρικά, ξάστερα, πως την αδικούσε βαριά, πως το παράκανε και θα παραλαλούσε. Αδύνατο κιόλας, όσο κι αν πάσκιζε, να του δώσει να καταλάβει τι άλλου κόσμου πράματα πήγαινε και ξεψάρεβε, να της χαλάσει τη ζωή της, να χαλάσει μ' έναν κόπο και τη δική του. Το λοιπό μια μέρα του δήλωσε ρητά, πως να, κι αν ξακολουθήσει έτσι να τη βασανίζει, βαρέθηκε, τέλειωσε, θα σκοτωθεί, θα πνιγεί, κοντά η θάλασσα. Κάλλια ο θάνατος παρά το μαρτύριο το παντοτινό της γρίνιας, της ζούλιας και της αδικίας.

Δε στοχάστηκε ο Γιώργος πως για να βάζει θάνατο με το νου της, θα ‘πρεπε να τον αγαπά με τα σωστά της, αφού μπορούσε νέτα σκέτα να τον αφήσει στα κρύα του λουτρού, να τον παρατήσει. Μα την αγαπούσε ο ίδιος λωλά, δεν τόλμησε πια τίποτα να της πει. Έτσι τον είδαμε στην αρχή με το δελτάριο, να φύγει και να σωπάσει — κι ας τη φώναζε σκύλα όσο ήθελε μόνος του. Η αλήθεια είναι που σκύλιαζε ο φίλος. Μπροστά στον εαφτό του, δικιολογιότανε περίφημα. Δε θέλει, λέει, να τη ρωτώ. Σημαίνει πως φταίει χωρίς να ‘χει το κουράγιο να μου το μολογήσει. Το δελτάριο εκείνο, για τον Κάρολο πάλε θα ήτανε. Αν τη ρωτήσω, θα με φοβερίσει με τα πνιξίματα. Κι ωστόσο του γράφει! Σίγουρο. Για τούτο και το ‘κρυψε το πιτάκι. Για τούτο και θυμώνει. Σύστημα λαμπρό. Έτσι δεν είχε να δώσει λόγο. Δεν το παραδεχότανε να θυμώνει ο Γιώργος. Εκείνη ωστόσο θύμωνε άλλο τίποτα. Φως φανερό. Τονέ γελούσε.

Του μπήχτηκε ο λογισμός στο κεφάλι, του Γιώργου. Κι άρχισε τότες εκείνο το δράμα, που κόντεψε τόντις να τελειώσει ελεεινά.

Πρώτα, καθώς τ’ αναφέραμε, σκόπεβε ο Γιώργος να μάθει και καλά ποιανού έγραψε η Μαρία-Λεωνή. Έπειτα, το συλλογίστηκε, άλλαξε γνώμη. Αποφάσισε να σωπάσει τώρα κι αφτός. Τσιμουδιά. Φυσικά όμως, αντίς να ξεθυμάνει, αντίς να ξεσπάσει όξω η φουρτούνα, μαζέφτηκε, ξέσπασε μέσα και μάνιζε ολοένα. Μια ιδέα τον τυραννούσε, ιδέα σωστή, ακατανίκητη, αν τα κρίνεις τα πράματα όπως τα ‘κρινε, όπως τα συνταίριαζε αφτός με το νου του, και την αποτύπωνε την ιδέα του με λίγες λέξες, δηλαδή πως δυο άντρες ν’ αγαπά ένα κορίτσι, δε γίνεται, δε γίνεται να μοιράζει την καρδιά της· ακόμη κι αν αγάπη δεν είναι, αδύνατο, απαράδεχτο, να ‘χει σκέση με δυο. Δε γλίτωνε από κει ο λογισμός του, μήτε η λογική του. Ο Γιώργος γνώριζε κιόλας τον Κάρολο. Τον είχε διει τρεις τέσσερεις φορές· άλλες τόσες μίλησε με τη Μαρία-Λεωνή για τον Κάρολο. Αναντίλεχτο πως θα τον έκανε γούστο η φιληνάδα. Είχε ο νέος στο πρόσωπό του, στους τρόπους του, στη λαλιά, σ' όλο του το είναι, κάτι χαδιάρικο, κάτι γλυκό. Επειδή μάλιστα δε βρέθηκε αφορμή, αφού συχνά τους δεν ανταμωνόντανε, ν’ ακολουθήσει αναμεταξύ τους τίποτα δυσάρεστο, να μαλώσουνε άξαφνα ή να τσακωθούνε, του το ‘λεγε κάποτες η Μαρία-Λεωνή του Γιώργου, να τον πειράξει, πως ο Κάρολος δε θύμωνε, να τ’ αρπάξει του φίλου τ’ αφτί, να το συλλογιστεί, να στρώσει. Ο Γιώργος το ‘παιρνε ανάποδα. Μεγαλύτερο καημό του έδωσε ακόμη μια κουβέντα που τη θυμότανε τώρα με πίκρα και με άχτι. Μια μέρα που μιλούσανε ξέθαρρα, σαν τίμιο κορίτσι που ήτανε η μικρούλα και ειλικρινή, του είπε, να, πως εκείνος που ζουλέβει για το δείνα και για τον τάδε, πως εκείνος που άθρωπο μαζί της δε βλέπει, δίχως να ζουλέβει και που τη σταναχωρεί αλύπητα, ίσως με περσότερο δίκιο παρά για τους αποδέλοιπους, μπορούσε τόντις να ζουλέψει για τον Κάρολο. Εννοούσε βέβαια η κοπέλα, πως συνήθειο δεν είχε να παίζει με τον πρώτο που τη συντύχαινε, ν’ ακούει εργολαβίες από δω, μποσικάδες από κει, πως ο Κάρολος, σαν παιδικός της φίλος, σα σύντροφος της παλιός, σα συθρεφούλι της, γιατί τάχα να μην μπει σε λογαριασμό και θα ‘μπαινε αν ξακολουθούσε να της ρίχνεται άδικα ο Γιώργος. Όχι πως από αγάπη θα γίνει αφτό, μα σίγουρο θα γίνει από πείσμα.

Έτσι δηλαδή το εννοούσε μέσα της η Μαρία-Λεωνή. Έτσι όμως δεν το φανερώνανε τα λόγια της. Τα χερότερα κακά έρχουνται από τέτοια παρανοήματα κρυφά, σα δεν ξηγιέται ξάστερα κανείς. Ο άθρωπος και πιο πολύ ο άθρωπος ο απλός, θαρρεί πάντα πως εκείνο που ο ίδιος συλλογιέται, το συλλογιέται κι ο αντίμιλός του. Ανάγκη, λέει, δεν έχει να το εξωτερικέψει, αφού όπως το νιώθει αφτός, έτσι και το ξέρει· θα το ξέρεις και συ λοιπόν, όπως το νιώθει ο ίδιος. Δε φαντάζεται πως θα βάλεις τίποτις άλλο με το νου σου, επειδή, το τίποτις άλλο ουδέ κάνε το στοχάστηκε, αφού της δικής του αντίληψης δεν είναι. Λοιπόν ο Γιώργος, το λόγο εκείνο της Μαρία-Λεωνής, τώρα τον ερμήνεβε όλους διόλου διαφορετικά, τον άλλαζε δίχως να το καταλάβει, του έδινε ξένη μορφή, νόημα ξένο κι έλεγε μέσα του·

— «Τον Κάρολο να πάρει λογαριάζει! Να που μου το μολόγησε κιόλας.»

Κάθισε σπίτι του αλάκαιρη μια μέρα. Δε φάνηκε όξω. Στην καλύβα δεν πάτησε. Την αβριανή, έτυχε να ‘χει δουλειά η Μαρία-Λεωνή στου Γιώργου. Ίσως δα να πήγε και πίτηδες το παιδί. Την είδε ο Γιώργος. Της το βάσταξε βαρύ βαρύ. Δεν τη ρώτησε τίποτα. Μόλις την καλημέρισε. Κρύα. Το πρόσωπό του σοβαρό, ψυχρό, σφιχτά, κλεισμένο. Μέσα λύσσα. Ότι που το παρατήρησε η Μαρία-Λεωνή, το υποψιάστηκε τι τρέχει. Για το πιτάκι τα μούτρα. Βέβαια· μαζί της άλλαξε από τότες. Συχύστηκε η κοπέλα. Η περηφάνια, το φιλότιμο τής στουμπώσανε το στόμα. Έτσι, το λοιπό; Να μη φταίει, να μη φταίει διόλου και ο κύριος να τα κατεβάζει! Για καμιά λεγάμενη θα την περνά, για καμιάν άτιμη που γράφει στους νέους, τη στιγμή ακόμη που τους αποχαιρέτησε και φύγανε. Μα και να ‘γραφε, τι με τούτο; Δελτάρια σήμερις, άψε σβήσε, εικονογραφημένα κιόλας, ποιος και σε ποιόνε δε στέλνει; Όχι, ξαναρχίζει τα παλιά του. Δεν την αγαπά, που της φέρνεται τόσο άδικα, τόσο κακά. Να μάθει! Και γίνεται άφαντη, δίχως ούτε μια καλημέρα να του πει. Τώρα να που και την καλημέρα του δεν ήθελε, συλλογίστηκε ο Γιώργος.

Ανέβηκε στην κάμερή του. Πειραγμένος. Φουρκισμένος. Αρχίζει, λέει, πάλε και βουβαίνεται. Μια ελπίδα του φώτισε την ψυχή, πως θα ξανάρθει. Δυο μέρες και δε φάνηκε. Άξαφνα ο Γιώργος, από το παράθυρο του, όπου παραμόνεβε, είδε τον ταχυδρόμο ένα πρωί, που ανέβαινε ως την καλύβα. Κάθισε ο άθρωπος παραπάνω από πέντε λεφτά. Η φαντασία του Γιώργου αμέσως πήρε φόρα. Ο ταχυδρόμος πήγαινε αριά και πού στην καλύβα. Ο φύλακας αλληλογραφίες δεν κρατούσε με κανένανε. Τι γύρεβε το λοιπό στην καλύβα ο ταχυδρόμος; Της έφερνε απάντηση από τον Κάρολο της. Αμέ, τι άλλο;

Άγρια σκέψη του κατέβηκε. Να της δείξει! Να μετανιώσει. Να λυπηθεί κατόπι! Να την τιμωρήσει. Αχ! τη σκύλα! Να καταλάβει εκείνο που δεν το ‘νιωσε ακόμη, πόσο την αγαπά και πως από την αγάπη της σκοτώνεται. Να είναι, λέει, ο χριστιανός έτοιμος όλα να της τα θυσιάσει, φαμελιά, κοινωνία, στάδιο, υπαλληλία, όλα να τα χτυπήσει κάτω, και του λόγου της να ποστέρνει πιτάκια του αγαπητικού της! Στάσου, στάσου. Και να διει τώρα. Την αγαπούσε λυσσιασμένα. Τον κατάστρεφε η αγάπη.

Μια στιγμή τον αποβάσταξε στο μάβρο χείλι του βόθρου, η αιώνια η στεργοζωία μας, το αδάμαστο ψυχόρμητο του αθρώπου. Η νιότη του, το αίμα του πεταχτήκανε ορμητικά, λαχταριστά, προς την ομορφιά του κόσμου, προς τον παλμό της δημιουργίας, να τα χαρεί ακόμη, αν είναι δυνατό. Ίσως! Ίσως! Ποιος το ξέρει; Συλλογίστηκε πως ίσως, προτού πεθάνει, μπορούσε να δοκιμάσει ένα μέσο της σωτηρίας. Να. Θα της ζητήσει να του πει για το δελτάριο. Θα τη ρωτήσει. Θα την παρακαλέσει. Και δεν του φτάνει να μάθει για το πιτάκι — που τέσσερις μέρες τώρα το ‘γραψε και δεν του φύσηξε λέξη, αφτουνού που το κάτω κάτω είχε δικαίωμα να ξακριβώσει όσα την αφορούνε την αγαπημένη του, όσα κάνει. Όχι. Πρέπει τα κρυφά να πάψουνε αναμεταξύ τους. Πρέπει, πρέπει πια να του δείξει τα γράμματα του Κάρολου. Όλα. Σα δε θέλει να τη ρωτά, σα δε θέλει να ζουλέβει, ας μην του κρύφτει πια τίποτα.

Κατέβηκε στην καλύβα. Μόνη της η Μαρία-Λεωνή. Το πρόσωπό της σοβαρό, σα θυμωμένο ακόμη. Και βουβή. Κοίταξε ο Αντρέας το φως που περεχύνανε γύρω της τα μαλλιά της τα ξαθά. Κοίταξε τον ουρανό τω ματιώνε της. Τι ωραία που είναι! Τι κόρη μοναδική! Τι πλάσμα ηλιολουσμένο! Μα εκεί που πήγαινε να της μιλήσει γλυκά και ήσυχα, συλλογίστηκε άξαφνα πως δε γίνεται, μια τέτοια ομορφιά να τη χαρεί ποτές κανένας άλλος. Και η ζούλια πάλε του θέρισε τα σπλάχνα. Τότες, αντίς να την παρακαλέσει, όπως σκόπεβε πρώτα, η φωνή του έγινε απότομη, κοφτερή. Από κάποιο φιλότιμο παράξενο, τώρα που την έβλεπε κιόλας κατσουφιασμένη, δε θέλησε να πέσει μικρός, να ικετέβει αφτός τη φταιξιάρα την ασυνείδητη και την άπιστη·

— «Έρχουμαι να σου ζητήσω να μου δείξεις τα γράμματα εκείνα! Πού τα φυλάγεις; Το χρωστάς, να μου τα δείξεις. Πρέπει πια. Και το θέλω.»

Τη συνάρπαξε το φιλότιμο και κείνηνε·

— «Όχι. Ποτές.» Του αποκρίθηκε ξερά ξερά. «Τ’ άκουσες; Ξεκομμένα!»

— «Καλά! Θυμήσου το λόγο σου και κατόπι θα διεις. Έφυγε τρεχάτος ο Γιώργος, αποφασισμένος.

Η Μαρία-Λεωνή τον κοίταξε. Η καλοσύνη της γυναίκας είναι πάντα η στερνή φεγγοβολιά του διαμαντιού της καρδιάς της, είναι η στερνή που μέσα της σβήνει. Ταράχτηκε από τα λόγια του. Θυμήθηκε κιόλας το τι θέλησε μια μέρα να κάμει κι αφτή. Φοβήθηκε. Τον άφησε, αμίλητη, ακίνητη, να βγει όξω από την καλύβα. Πρόσμενε, ώσπου ο Γιώργος να γυρίσει σπίτι του. Βγήκε μόνο τότες. Αγάλια γάλια. Δίχως να τη νιώσει κανένας, ξυπόλητη, τράβηξε απάνω στο πάτωμα όπου ήτανε η κάμαρά του. Βαστούσε κάτι στο χέρι. Στάθηκε στην πόρτα κολλητά. Μέσα ο Γιώργος απελπισμένος. Και μάνιζε. Τον άκουγε που περπατούσε, παραλαλώντας. Της φάνηκε σα να χτυπούσε το κεφάλι του στα ντουβάρια. Και άνοιξε ξαφνικά. Μπήκε. Στο τραπέζι, ένα πιστόλι. Την είδε. Αδύνατο. Δεν κρατήθηκε. Φώναξε·

— «Μαρία-Λεωνή! Μαρία-Λεωνή! Τι μ' αφανίζεις έτσι; Ζωή μου!.....»

— «Αφανίζεσαι άδικα ο ίδιος! Και πάψε. Για τιποτένια, τιποτένια πράματα! Χίλιες φορές σου το είπα! Έπρεπε να με πιστέψεις.»

— «Μαρία-Λεωνή μου, σε παρακαλώ... Σε παρακαλώ!»

Και δεν τολμούσε να το ξαστερώσει το παρακάλιο του πιο πέρα. Η κοπέλα όμως γύρεβε αφορμή να μαλακώσει·

— «Αφού παρακαλείς, να σου τα. Και διάβασέ τα. Να τα διαβάσουμε μαζί. Έλα, έλα, γλήγορα!»

Δεν πίστεβε ο Γιώργος τ’ αφτιά του. Μια και του τα ‘δειχνε, μια και του τα ‘φερνε, αναποδογύρισε η ψυχή του· δεν ήθελε πια να τα διει τα γράμματά της. Μα εκείνη τον ανάγκασε. Καθίσανε πλάγι πλάγι στο κρεβάτι και του περνούσε τους πλίκους, έναν ένανε·

— «Να σου δείξω μάλιστα εγώ που τα ξέρω, τα πιο ερωτεμένα του τα λογάκια.» Με το δάχτυλο της τον οδηγούσε·

— «Βλέπεις εδώ; Βλέπεις τούτο εκεί;»

Έβλεπε. Βέβαια! Έβλεπε. Σα να ξετυφλώθηκε αστροπελεκίς. Τώρα που τα ‘βλεπε μαζί της, του φανήκανε τόντις τόσο τιποτένια, τόσο παιδιάτικα που γέλασε. Χύθηκε στα γόνατά της, και τα φιλούσε.

— «Σήκω. Σήκω! Δεν ντρέπεσαι;»

Σηκώθηκε. Την έπιασε από τη μέση. Και σώπαινε. Σα να πολεμούσε με τον εαφτό του, μη λάχει κι ανοίξει το στόμα.

Τον ένιωσε η κοπέλα·

— «Δε σου φτάνουνε όσα σου έδειξα; Τι γυρέβεις ακόμη;»

Του ξέφυγε τότες ένας αναστεναγμός·

— «Αχ! το πιτάκι σου εκείνο!...»

— «Το πιτάκι; Καλά! Μήπως δε με σκότισες τόσες φορές, να σου δώσω αρραβώνα; Δε με ζάλισες μ' ένα δαχτυλιδάκι που μου ζητούσες να σου χαρίσω; Το παράγγειλα εδώ κι ένας μήνα. Αργούσε. Τις προάλλες έβγαλα πιτάκι της αδερφής μου στο Παρίσι, να μου το στείλει αμέσως. Δεν το ξέρεις, λωλέ μου, πως η αδερφή μου έχει χρυσικάδικο εκεί απάνω, ή το ξέχασες; Μου απάντησε. Ο ταχυδρόμος μου έφερε το πακετάκι με το δαχτυλίδι, συστημένο, μαζί και το γράμμα τούτο εδώ της αδερφής μου, που κοίταξε πως αρχίζει· «Έλαβα το δελτάριο της τετάρτης, είκοσι εννιά.» Δηλαδή, την ίδια μέρα που ήρθες στην καλύβα να με τσακώσεις τάχα, και μου φέρθηκες τόσο άτιμα κατόπι. Εγώ έγραφα της αδερφής μου. Αξίζεις να σου το δώσω το δαχτυλίδι; Τι λες;»

— «Ψυχή μου εσύ! Ψυχίτσα μου! Να, πάρε πια σήμερα και το δικό μου — που το είχα έτοιμο, που ήθελα να σου το αφήσω σήμερα προτού .... έρθεις.»

Και φεγγογελώντας μέσα στα δάκρυα, λιώσανε ο ένας στου αλλουνού την αγκαλιά.



22 του Σταβρού, τετάρτη — 16 του Άη Δημήτρη, σάββατο, 1909.


ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 422, 6 του Φλεβάρη, 1911.)


Αφιερώνεται της Κρήτης.



Οι φημερίδες το διαλαλούσανε. Άλλη κουβέντα δεν είχε στην Πόλη και στην Αθήνα. Κύριο άρθρο δε γραφότανε, δεν ανταμωνόντανε δυο νομάτοι στο δρόμο, χωρίς να γίνεται λόγος αμέσως για την είδηση τη μεγάλη. Ο βασιλιάς, ναίσκε, ο βασιλιάς μας, ο Γιώργος ο Πρώτος — αμέ! θα ‘χουμε, κατόπι και δέφτερο και τρίτο και δέκατο της ίδιας φαμελιάς — ο Γιώργος μας έμελε, ματάκια μου, να πάει να κάμει επίσημη βίζιτα του Σουλτάνου — να πάει δηλαδή, μωρέ παιδιά, στην Πρωτέβουσα του Βυζάντιου, στη Χώρα του Κωσταντίνου του Μεγάλου, στη Χώρα του Κωσταντίνου του Παλαιολόγου! Φανταστείτε, να πατήσει τέτοιο χώμα βασιλιάς ρωμιός! Κι ας λένε πως πήγε για βαθιούς, για κρύφιους διπλωματικούς σκοπούς, πως πήγε για συμμαχίες. Βέβαια πως πήγε και για δάφτο. Μα όπως κι αν το πάρεις, σημαντικό να φανεί ένας Γιώργος στα τουρκωμένα τα λημέρια μας. Είχε κιόλας καταλάβει ο Τούρκος πως έπρεπε να λογαριάζει με το Ρωμιό, πως αδύνατο να ξακολουθά να του πατά το κεφάλι. Φίλο του να τον έχει, όχι σκλάβο του. Περάσανε οι καιροί. Το 'βλεπε μάλιστα κι ο Τούρκος για συφέρο του να τον καλοπιάνει, να του παραχωρήσει τη θέση που του άξιζε στο Κράτος.

Από κάθε του έποψη το λοιπό, σπουδαίο το κατόρθωμα. Και το κατόρθωμα το σπουδαίο, που το σκολιάζανε παντού στην Εβρώπη, που ίσως ν’ άλλαζε τώρα την όψη της Ανατολής, το κατόρθωμα το χρωστούσαμε του Γιώργου, του άξιου κι αδικημένου βασιλιά. Ο κόσμος σα να το 'νιωσε πια στην Ελλάδα πως δεν του δείξανε την ταιριαζούμενη βνωμοσύνη, κι αρχίζανε πια διθυραμπικά να ψέλνουνε του καλού μονάρχη τα προτερήματα και τη δόξα. Καταλάβαινε ο Ρωμιός πως είναι κάποτες δύσκολο να κρίνει, όχι μόνο τα πράματα, μα και τους αθρώπους, μάλιστα εκείνους που στις φλέβες τους δε ρέει το ίδιο αίμα. Χρειάζεται τότες να ξεπλατύνει κανείς το είναι του, να ξεφαρδύνει το νου του, ν’ ανοίξει πέρα τα σύνορα της ψυχής του. Δεν είχε βγει ο Ρωμιός όξω από τα δικά του, κι έτσι δεν μπόρεσε ποτέ του να παρατηρήσει πως στη δύση της Εβρώπης, τα κινήματα της σκέψης μέσα στο μυαλό, γοργά δεν είναι, όπως σε μας, μα είναι πιο σίγουρα. Εκεί κάτω, στα στήθια του φυλαγμένα βαστά κανείς όσα συχνά πετούμε στον αέρα με τα λόγια. Πατριώτης πάντα του στάθηκε ο βασιλιάς, του κάψανε την καρδιά οι εθνικές οι συφορές. Κι ο ρωμαίικος βέβαια ο πατριωτισμός, από τους πιο ιερούς· κάποτες ωστόσο ξεθυμαίνει, ξαχνίζεται, που να πει, με τον ήλιο του Μεσημεριού, ενώ με το κρύο, στο Βοριά, μνήσκει πιο ζεστά κουκουλωμένος στα σωθικά μας. Κουράγιο έδειξε ο βασιλιάς αλάλητο και με την Εβρώπη, μη θέλοντας να της θυσιάσει τα εθνικά συφέρα, έδειξε και με την Ελλάδα, μη δραπετέβοντας, μην παραιτώντας ένα θρόνο που η έχτρα τον πολεμούσε και που γύρεβε η βρισιά να τον τζαλαπατήσει.

Κουράγιο σπάνιο, μόνο που ο Ρωμιός το κουράγιο το βλέπει σαν πιο της ορμής, σαν πιο της αστραπής, σαν πιο μπαρούτικο. Κ έτσι σε όλα, δεν τους είχε χωρίσει άλλο παρανόημα τους Ρωμιούς μας και το βασιλιά, παρά το άδικο το παρανόημα που μοιάζει σα να χάραξε τη γραμμή του μεταξύ Ανατολή και Δύση.

Και τώρα ίσια ίσια ο βασιλιάς ο Γιώργος, με το πνέμα του, με τον ελληνισμό του, με το να βασιλέβει, αφτός Δανέζος, στην Αθήνα, τη γραμμή την έκανε πια σα να μη φαίνεται. Αχ! πότε να μη χωρίζει καμιά γραμμή ούτε την Πόλη από την Αθήνα; Με το ταξίδι του βασιλιά, να που ανάφτανε οι ελπίδες. Απερίγραφτος παντού ο εθουσιασμός. Συλλογιστήκανε αμέσως να του δώσουνε και μια έκφραση δημόσια. Έπρεπε να εξωτερικεφτεί με κανέναν τρόπο επίσημο, έπρεπε να γίνει καμιά διαδήλωση, στην Πόλη εννοείται. Σ' αφτό απάνω συφωνούσανε όλοι. Ο σκοπός της διαδήλωσης διπλός. Πρώτα ν’ αποδοθεί στον ηγεμόνα και στο πρόσωπο και στ’ αξίωμά του, η ταιριαζούμενη τιμή. Δέφτερο — ίσως και το κυριότερο — να φανεί σε τέτοια έξοχη περίσταση, να φανεί μπροστά στον κόσμο, στην Εβρώπη και στην Ασία, σε ξένους και δικούς, στα όξω και στα μέσα, να φανεί αλάκαιρος ο Ελληνισμός, ένας κι ενωμένος. Ο φίλος μας ο «σύμπας» έπαιρνε κι έδινε πάλε στις φημερίδες. Το ‘χουνε συνήθειο, καθώς ξέρετε, άμα μιλούνε για το κόμμα τους και τα κομματικά τους, να το κηρύχνουνε πως μαζί τους είναι «σύμπας» ο Ελληνισμός. Τώρα ήτανε κι αλήθεια πως τη διαδήλωση, δεν τη θέλανε μονάχα οι αθρώποι, το φωνάζανε και τα πράματα πως χρειαζότανε μια. Ποια διαδήλωση όμως και ποιο είδος; Συναχτήκανε οι μεγαλύτεροι της Πόλης, οι αρχόντοι, και συσκεφτήκανε. Για συλλαλητήρια, ούτε ζήτημα. Δεν το ‘φερνε ο τόπος, δεν τα σήκωνε το χώμα. Υποδοχή στο βασιλιά, σαν έρθει; Αφτό πια και μοναχό του εννοότανε. Θα πηγαίνανε φυσικά μερικοί αποσταλμένοι να τον υποδεχτούνε. Όχι! Κάτι άλλο έπρεπε να βρεθεί, πιο σημαντικό. Μ' ένα στόμα είπε κι αποφάσισε πια το συβούλιο, να οργανιστεί ένα συμπόσιο εθνικό.

Κάτι βέβαια, να συφωνήσουνε χωρίς εξαίρεση καμιά, όλοι τους απάνω σ’ αφτό. Δεν μπορούσανε όμως να συφωνήσουνε παρέκει, επειδή λογάριαζε πολλές, άπειρες δυσκολίες η δουλειά. Πού να βάλουνε το συμπόσιο; Πού δηλαδή να στήσουνε το τραπέζι; Στην Πόλη την ίδια, καταμεσής της, ας υποθέσουμε στο Γαλατά, στο Σταβροδρόμι, στα Μνηματάκια ή στο Ταξίμι, πέρα; Οι πιο τολμητεροί έτσι λέγανε κι έτσι θέλανε. Οι φρόνιμοι δεν το συβουλέβανε. Σφίδο μαθές θα το κάμουνε του Τούρκου, να ‘ρθούνε στη μύτη του να γιορτάσουνε το δικό τους το βασιλιά; Όχι! Αλλού έπρεπε να πάνε. Καλά τουλάχιστο που ήτανε καλοκαίρι. Βολετό τους ν’ αγκυροβολήσουνε στο Μπογάζι. Έλα δα που στο Μπογάζι έβγαινε στη μέση άλλος μπελάς. Μαζωμένες εκεί, φίλε μου, μια μια οι ξένες οι πρεσβείες. Δεν ταίριαζε, να, πώς να το πεις; δεν ταίριαζε να τις φέρεις σε δυσάρεστη θέση. Πρεσβείες είναι. Δε θέλουνε σκοτούρες, θυμώνουνε μάλιστα με κείνους που έρχουνται και τις ζαλίζουνε. Ώστε, αν τις ζαλίσουμε μεις οι Ρωμιοί, απίθανο διόλου να μας γυρίσει σε κακό.

Τι κακό θα ‘πεφτε απάνω μας, τι θα παθαίναμε, ρητά ρητά δεν το λέγανε, ίσως και να μην το ξέρανε. Νιώθανε όμως, έτσι, χωρίς να το ξακριβολογήσουνε, πως δεν έπρεπε, τόση ξεφάντωση να γίνει μπροστά σε τόσο κόσμο. Μερικοί αρχίζανε να φοβούνται μήπως το συμπόσιο το ίδιο πάει πολύ, κι ίσως φρονιμότερο να τ’ αφήσουνε στην μπάντα. Μα κάποιος βρήκε άξαφνα τη μέση του δρόμου, πρότεινε την Πρίγκηπο. Περίφημα! Βλέπετε· μήτε στην Πόλη, μήτε το Μπογάζι. Χώρια, σ’ ένα νησί. Στην Πρίγκηπο κιόλας δεν καθόντανε Τούρκοι. Το λοιπόν αναμεταξύ μας. Και πάλε σύφωνοι όλοι. Για να μη λένε μάλιστα πως τάχα κρυφτήκαμε από φόβο, ένας ή δυο προκομμένοι, σοφοί, πήγανε και ξεσκαλίσανε στην ιστορία, πως άλλοτες στην Πρίγκηπο κατοικούσανε, χτίζανε παλάτια πρίγκιπες και πριγκιπέσσες από αίμα βασιλικό. Να ‘χουμε στην Πρίγκηπο εθνικό συμπόσιο, θα πει πως και σήμερα τιμούμε το δικέφαλο αετό. Οι λόγιοι όμως που γνωρίζανε τόσο καλά τα παλαιά τα ιστορικά μας, δεν τ’ αποσώνανε και κανένας δεν έκρινε κατάλληλο να προστέσει, πως τους πρίγκιπες και τις πριγκιπέσσες, οι αφτοκράτορες τους στέλνανε στην Πρίγκηπο εξορία.

Δεν πειράζει. Το φιλότιμο ησύχασε με τα λόγια και τώρα οι Πολίτες μας βάζανε τα δυνατά τους, για να πετύχει πια το Συμπόσιο. Εννοείται, η πρώτη ανάγκη, να γίνει μια επιτροπή, που για τα καθέκαστα να φροντίσει, να τα οργανίσει όπως πρέπει. Εκεί πια μοιρόγραφτο να σκουντουφλήσουνε. Είχανε συναχτεί ως είκοσι τέσσερες από τους καλύτερους της Πόλης, οι κύριοι Άρφας, Βήτας, Γάμας, Δέλτας, Έψιλος, Ζήτας, Ήτας, Θήτας, Γιώτας, Κάπας, Λάμδας, Μης, Νης, Ξης, Όμικρος, Πης, Ρως, Σίγμας, Τας, Ύψιλος, Φης, Χης, Ψης, Ωμέγας. Έπρεπε τώρα να διαλέξουνε ή πιο σωστά να εκλέξουνε κι έναν πρόεδρο. Ψηφίσανε. Είκοσι τέσσερα ονόματα βγήκανε από την κάλπη. Ο καθένας, υποθέτω, είχε ψηφίσει τον εαφτό του. Κοιταχτήκανε. Κάμανε πως δεν καταλάβανε, πως ψήφισε ο καθένας το γείτονά του. Μα μέσα τους ντραπήκανε. Και για να μη φαίνεται πως δεν έχουνε αναθροφή και δεν ξέρουνε να φερθούνε, χωριστήκαμε σε δυο κόμματα, καθώς το ήθελε δα και η περίσταση, καθώς το προστάζανε ίδια τα πράματα, το ένα μέρος ψηφίζοντας τον Άρφα, το δέφτερο τον Ωμέγα. Βρεθήκανε δώδεκα και δώδεκα. Πώς να τα βολέψουνε; Για την καλή τύχη του ελληνισμού, ένας από τους Ωμέγηδες ήτανε αντίπαλος του αρχηγού, ο Ψης, που στεκότανε κιόλας δίπλα ολόδιπλα στον Ωμέγα. Ο Ψης το λοιπό, για να μην ψηφίσουνε τον αντίπαλό του, έδωσε τον ψήφο του στον Άρφα, κι έτσι βγήκε με δεκατρείς ψήφους ο Άρφας πρόεδρος — όπως του έπρεπε, όπως το πρόσμενες δα κι από τ’ όνομά του, αφού τον έδειχνε πρώτο. Αλήθεια πως τ’ άξιζε. Καλός άθρωπος, πατριώτης, με νου, με φρόνηση, με καρδιά. Και περήφανος διόλου.

— «Δε φταίω γω που είμαι αρχηγός τους, έλεγε κάποτες. Α δεν ήμουνε, στη θέση μου θα ήτανε ο Βήτας, ώστε πάντα θ’ άρχιζε κάποιος.»

Ο Βήτας όμως το φυσούσε και δεν κρύωνε, που δεν άρχιζε του λόγου του, παρά ο γείτονας ο Άρφας. Τώρα μάλιστα που γινότανε και πρόεδρος! Πολύ λογικά ο άθρωπος μιμήθηκε τον Ψη, που παραίτησε τον Ωμέγα, να πάει με τον Άρφα· ο Βήτας το ίδιο παραίτησε τον Άρφα, να πάει με τον Ωμέγα. Τι πείραζε που δεν ανήκανε σ' ένα κόμμα; Πιο έφκολα νικάς έναν αντίθετο, που δεν έχεις να κρύφτεσαι κι αμέσως ξεσπαθώνεις, παρά ένα φίλο που πρέπει να του φερθείς φιλικά. Για τούτο έλπιζε ο Βήτας πως σε καμιάν άλλη περίσταση, αν ακολουθούσε καμιά δέφτερη ψηφοφορία — δηλαδή αν έβγαινε στη μέση το ζήτημα, θα μείνει μαθές ο πρόεδρος της επιτροπής πρόεδρος του συμποσίου ή θα πάρουνε πιθανότερα πρόεδρο καινούργιο — έλπιζε λοιπόν ο Βήτας πως ενωμένος τότες με τον Ωμέγα, που θα πολεμούσε φανερά τον Άρφα, μπορούσε να ωφεληθεί πιο σίγουρα, να χτυπήσει και τον Ωμέγα τον ίδιο, που κι αφτός έλπιζε, άμα έρθει ώρα, να χτυπήσει το Βήτα με τον Άρφα μαζί. Μήπως δεν ήτανε δα και ο φυσικός αντίπαλος του Άρφα; Οι δυο τους αρχή και τέλος. Για τέτοιο λόγο μισούσαν φοβερά ο ένας τον άλλονε, ο πρώτος μη θέλοντας ν’ αρχίζει πάντα, ενώ πάντα τέλειωνε ο δέφτερος, κι ο δέφτερος πάλε μη θέλοντας να τελειώνει πάντα, ενώ άρχιζε πάντα ο πρώτος. Αιτία σπουδαιότερη το μίσος τους δεν είχε. Ο ένας ήθελε να μην υπάρχει ο άλλος.

Ο Άρφας ανοιχτόκαρδος κι ανοιχτοπρόσωπος. Γαλαντουόμος. Λαμπρά προτερήματα ξεσήκωνες και στον Ωμέγα. Κι αφτός γαλαντουόμος, ανοιχτοπρόσωπος κι ανοιχτόκαρδος. Άριστοι κι οι δυο. Έλα δα που όταν ήτανε μαζί, αποχτούσανε αμέσως ο καθένας όλα τα ελαττώματα.

— Εκείνο το παιδί! έλεγε κάποτες ο Άρφας για τον Ωμέγα. Τι στράνιος, τι δύστροπος, τι πεισματάρης! Και τι μάταιος! Και τι ανυπόφορος! Όλους, σκλάβους του να τους θέλει! Θε μου! Θε μου! Το γιακά σου να τραβάς!»

— «Να τραβάς το γιακά σου! Τι ανυπόφορος εκείνος ο Άρφας! Τι περήφανος! Τι δύστροπος! Και σου έχει μια ιδέα για τον εαφτό του, που είναι κωμωδία. Όλους και καλά να τους προστάζει!»

Ποιος να τα ‘λεγε αφτά όξω από τον Ωμέγα; Δεν τα ‘λεγε ωστόσο, τα μονολογούσε; Ήξερε, όχι μαθές από αναθροφή, παρά έτσι, γιατί τ’ άκουσε, πως δεν ταιριάζει να φανερώνει κανείς τα αιστήματά του. Λοιπόν έκρυφτε το μίσος του για τον Άρφα. Μάλιστα, με αξιοπρέπεια μεγάλη — και κάμποση μαργιολιά — του έκανε πολλούς επαίνους μπροστά στους άλλους·

— «Ο Άρφας, που είναι ο Άρφας, τι γυρέβετε παραπάνω;» αποφάσιζε συχνά.

Μια φορά όμως δεν κρατήθηκε, είπε την αληθινή του τη γνώμη, δημόσια κιόλας, για τον Άρφα. Το 'φερε αφτό ίσια ίσια το εθνικό συμπόσιο.

Να πούμε και τη μάβρη, το εθνικό το συμπόσιο, αφού έγινε η επιτροπή, αφού ψηφίστηκε ο πρόεδρος, δεν το πολυσυλλογιόντανε πια. Είχανε τόσα να συλλογιστούνε! Πρώτα πρώτα τον κρυφό τον πόλεμο μεταξύ Άρφα και Ωμέγα. Μα δεν μπορούμε πάλε να ποστηρίξουμε πως άναφτε ο πόλεμος μεταξύ του Ωμέγα και Άρφα — δηλαδή μόνο αναμεταξύ τους· άναφτε αναμεταξύ στους είκοσι τέσσερις. Αφτοί, προτού συστηθεί επιτροπή να προετοιμαστεί εθνικό συμπόσιο, σαν τίμιοι αγαθοί Πολίτες και συμπολίτες της ίδιας απάνω κάτω κοινωνικής σειράς, ήτανε φίλοι ο ένας με τον άλλον, βλέπονταν συχνά, πηγαίνανε στον καφενέ μαζί·

— «Ένα ρακάκι, Ζήτα μου;»

— «Μπράβο, Έψιλέ μου!»

— «Μπρε, τον καλό μου τον Ύψιλο!»

Και γελούσανε, χωρατέβανε, λέγανε κι ένα δυο από κείνα. Τώρα με την επιτροπή, αφού συναδερφιάσανε κιόλας, η φιλία σα ν’ άρχιζε λιγάκι να ψυχραίνει. Κοιταζόντανε διαφορετικά, με μάτι που ψηλαφούσε, γιατί έμοιαζε σα να γύρεβε να καταλάβει το μάτι μπας κι ο άλλος βαστά στην τζέπη του καμιά μπόμπα. Μερικά πράματα είναι βλέπετε και κολλητικά. Είδαμε πως ο Βήτας και ο Ψης, που βρισκόντανε ο καθένας κοντά σ’ ένανε από τους δυο αρχηγούς, αλλάξανε θέση, γιατί κάτι θα βάλανε με το νου τους, πως αλλάξαντας θέση θα καταφέρουνε πιο σίγουρα το σκοπό τους, θ’ αρπάξουνε ξέρω και γω; το προεδριλίκι, αν οι αρχηγοί πιαστούνε μαλλιά κουβάρια, σε βαθμό που αδύνατο να διαλέξεις. Για τον Ψη και για το Βήτα, μπορεί πάλε να είναι το κίνημα δικιολογημένο. Να σου όμως που ο Γάμας κι ο Χης, ο Φης κι ο Δέλτας, ο Έψιλος κι ο Ύψιλος, ο Τας κι ο Ζήτας, ο Ήτας κι ο Σίγμας, ο Ρως κι ο Θήτας, ο Πης κι ο Γιώτας, ο Κάπας και Όμικρος, ο Ξης και Λάμδας, βγαίνανε αντίπαλοι ο ένας του αλλουνού, όσο μακριά κι α στεκόντανε από τους δυο μεγάλους. Εννοείται πως καθώς τα καταγράφουμε δω, δεν είναι και σωστά σωστά, επειδή φαίνεται τάχα σα να λέμε πως άξαφνα ο Γάμας τα ‘βαζε μονάχα με το Χη· έτσι κι οι άλλοι. Ο Θεός να φυλάξει! Τα ‘βαζε και με το Δέλτα και με το Βήτα. Συνάδερφοι, και να μην τα βάλει μαζί τους; Μα τι; Και συνάδερφοι να μην είναι, θα τους αφήσεις να σου πατήσουνε το πόδι; Που να μη φέξει! Τα ‘βαζε καλέ, ο Έψιλος με τον Πη, με το Ρω, με το Σίγμα, τα ‘βαζε ο Σίγμας με τον Πη και με το Ρω, τα ‘βαζε ο Ρως με τον Έψιλο και με τον Πη, θάλασσα γινότανε, πελάγωνες, πνιγόσουνε, και πια δεν καταλάβαινες ποιος δεν τα ‘βαζε με ποιόνε, γιατί τα ‘βαζε με τον καθένανε ο καθένας και ο καθένας μέσα του συλλογιότανε·

— «Να ήμουνε πρόεδρος εγώ, θα πηγαίνανε αλλιώς τα πράματα!»

Δεν αναφέραμε στο γενικό το θαλάσσωμα, στο αντιπάλεμα το γενικό, τα ονόματα του Μη και του Νη. Αφτοί γεννηθήκανε στη μέση της παρέας, αντιπροσωπέβανε τη φρόνηση και το μέτρο, προσπαθούσαν να τα ‘χουνε καλά με όλους, κι έτσι θρέφανε στην καρδούλα τους την ελπίδα, πως αφού οι σύντροφοί τους αφανιστούνε στα τσακώματα, θα φελεθούνε του λόγου τους, θα νικήσει, θα ψηφιστεί ο φρόνιμος. Το δυστύχημα στάθηκε που ήτανε δυο φρόνιμοι, ο Μης και ο Νης, κι έτσι ούτε του λόγου τους δεν το κατορθώσανε να συφωνήσουνε. Φάνηκε κιόλας αμέσως.

Ήσυχα και γλυκά, πρότεινε ο Μης να γίνει συνέλεψη και συνεπόμενα όλοι τους να φροντίσουνε τι φαγητά θα βάλουνε, να κάμουν τον κατάλογο. Ήσυχα και γλυκά, σηκώθηκε τότες ο Νης και ξήγησε πως είναι δουλειά του μάγερα κι ο μάγερας να φροντίσει. Άρεσε η πρόταση περίσσια, επειδή γλιτώνανε από τον μπελά· είχανε καιρό να φροντίσουν για τις δικές τους τις δουλίτσες, ο Βήτας για τα καμώματα του Ψη, ο Ψης για τα καμώματα του Ζήτα και πάει λέοντας. Δεν πέτυχε ωστόσο η πρόταση του Νη· τουλάχιστο δεν είχε τ’ αποτέλεσμα που πρόσμενε ο κόσμος. Οι μάγειροι μαλώσανε αναμεταξύ τους. Αδύνατο να προσδιορίσουν κάνε τι σούπα, έπρεπε, κι αν έπρεπε σούπα. Ώστε αναγκαστήκανε πια τώρα τα μέλη της επιτροπής, ν’ αφήσουνε τον πρόεδρο ν’ αποφασίσει για τα φαγητά. Ο πρόεδρος μίλησε με τους μαγείρους — φαντάζεστε πως για τέτοιο συμπόσιο χρειάζονταν το λιγότερο καμιά δεκαριά — πήρε σημείωση για το τάδε ή το τάδε φαγητό, κι αποφάσισε. Αποφάσισε πως στο συμπόσιο τούτο, με τη σημασία που θα του δοθεί, πρέπει να ‘χουνε μονάχα εθνικά φαγητά.

— «Ο ανόητος! Να μην ντρέπεται τους ξένους!» Του ξέφυγε πια και δημόσια του Ωμέγα.

Εδώ θα θέλαμε κανέναν Όμηρο νια να μας δηγηθεί όπως ταιριάζει, το τι ακολούθησε ύστερις από τον περίφημο το λόγο. Καταντούσε το ζήτημα σπουδαίο, σπουδαίο, γιατί πρώτη φορά έβγαινε φανερά στη μέση, μπροστά στον κόσμο, η αντιπάθεια, η διχόνοια που χώριζε τον Άρφα και τον Ωμέγα· σπουδαίο, γιατί τα προσωπικά, τις διχόνοιες και τις αντιπάθειες και το μίσος, τ’ αποσκέπαζε αλάκαιρη μια φιλοσοφική θεωρία για τα ντόπια και για τα ξένα· σπουδαίο, γιατί και στην Ελλάδα και στην Τουρκιά και στην Εβρώπη, προσέχανε σπασμωδικά να διούνε τι θ’ απογίνει, ποιάνε από τις δυο αρχές θ’ ακολουθήσουνε άραγες οι δικοί μας, του Άρφα ή του Ωμέγα την αρχή, να διούνε αν οι δικοί μας απορρίξουνε περήφανα τα ξένα ή παραδεχτούνε αποκλειστικά τα πάτρια. Τόσο και τόσο σπουδαίο, αλήθεια, το ζήτημα, που ο Μης με τη φωνή του τη γλυκιά και με το ύφος του το ήμερο, πήγαινε σιγά στον ένανε, πήγαινε στον άλλονε, τους ξηγούσε ο χριστιανός πως ήρθανε τα πράματα σε τέτοιο σημείο, τέτοιο ερεθισμό, τέτοια έξαψη — έπαιξε και ξύλο μεταξύ Έψιλου και Ζήτα ή Ζήτα κι Έψιλου, δε θυμούμαι — παντού τέτοια η παραζάλη, τέτοιος ο θυμός, που ποιος ξέρει; φρονιμότερο, ίσως μάλιστα εθνικότερο να μη «λάβει χώρα» το συμπόσιο. Και τόντις. Κοιτάξτε τι δυσκολίες! Μήτε τον Άρφα πρόεδρο να ‘χουνε γίνεται, μήτε τον Ωμέγα. Κι οι δυο ανάψανε την κοινή γνώμη σε βαθμό επικίντυνο. Κάλλια να παραμεριστούνε τα ονόματά τους, να μην ακούγουνται και πολύ, μήπως και πάλε ξεγερθούνε τα πάθη. Πιο ήσυχα να τα βολέψουμε. Ή να μη γίνει το συμπόσιο ή γιατί όχι; να γίνει κανένα συμπόσιο, κανένα τραπεζάκι δίχως θορύβους και φασαρίες, σε καμιά γωνίτσα του Νησιού, με δυο τρία φαγητά ξένα, με δυο τρία ντόπια, φτάνει να μην αρχίσουμε συζήτηση για τα ντόπια και για τα ξένα, επειδή φυσικά στον κατάλογο απάνω δε θα συφωνήσουμε ποτέ μας, αφού οι περσότεροι θα κάμουνε του κεφαλιού τους, γιατί θα φοβηθούνε μήπως και η αξία τους λιγοστέψει, αν τύχει κι αναγνωρίσουνε κανέναν ανώτερό τους. Για τούτο, υποχρεωμένος ο καθένας κάτι να προτείνει, ας είναι και μπόσικο. Πιο φρόνιμα λοιπόν ο Μης αποφασίζει, λέει, μόνος και δίχως να πει τίποτα κανενός. Κρυφά. Έτσι πάβει κάθε πόλεμος, κάθε αγώνας, βλέπουμε λίγη προκοπή, κι έχουμε κανένα νόστιμο, συσταζούμενο συμπόσιο, ουδέτερο, που το προεδρέβει άξαφνα, τι λέτε; ο Μης.

Με τη φωνή του τη γλυκιά, με το ύφος του το ήμερο, πήγαινε ο Νης και ξηγούσε άλλα τόσα στους συντρόφους και συναδέρφους. Ολότελα σύφωνος με το Μη. Για τους ίδιους λόγους και ο Νης δεν ήθελε το συμπόσιο. Έλεγε μόνο πως για να μην έχουνε ταβατούρια, ιστορίες, μαλώματα, ζούλιες, ανταγωνισμούς, για ν’ αποφύγουνε τις φιλονικίες αναμεταξύ τους, για ν’ αποχτήσουνε και περσότερο κύρος στην Εβρώπη μπροστά, πια φρόνιμο να πάρουνε πρόεδρο κανένα πρόσωπο σημαντικά και ουδέτερο, έναν Ελβετό, λόγου χάρη. Ο Νης γνωρίζει ένα τέτοιο πρόσωπο, έναν πρώην πρόεδρο της Ελβετικής Δημοκρατίας. Σα θέλουνε, πάει ως εκεί απάνω, κι αν είναι πάλε απόλυτη ανάγκη να 'χουμε και Ρωμιό, δέχεται ο ίδιος να είναι αντιπρόεδρος με τον Ελβετόνε.

Τα λόγια, μαζί με τα καμώματα του Νη και του Μη, ένα πολύ καλό αποτέλεσμα είχανε, που χρειάστηκε τώρα με τα σωστά να ξεταστεί το ζήτημα της προεδρίας. Ποιος στο τέλος των τελώνε θα το προεδρέψει, ποιος είχε το δικαίωμα να το προεδρέψει το περίφημο το συμπόσιο; Εννοείται πως από αιτίες διπλωματικές και πολιτικές, δεν έγινε ποτές λόγος να το προεδρέψει ο βασιλιάς. Φυσικά, λογικό, νόμιμο κιόλας, αν αγαπάς, να το προεδρέψει ο πρόεδρος της Επιτροπής.

Έλα δα που με του κατάλογου την υπόθεση, μ' όσα κατόπι ακολουθήσανε, δε θέλανε τον Άρφα πρόεδρο. Μα εδώ ήτανε άλλος κόμπος, τους εμπόδιζε σπουδαίο ζήτημα του τυπικού. Πώς να τον ξεπροεδρέψουνε τον Άρφα, μια και τον είχανε πρόεδρο; Πώς να τον ξεψηφίσουνε, μια και τον ψηφίσανε; Φοβερός, άλυτος ο κόμπος.

Λύθηκε με το μόνο τρόπο που μπορούσε να λυθεί, από τον Ωμέγα. Πολύ φρόνιμα ο άθρωπος τραβήχτηκε από την επιτροπή, έκαμε άλλη με τους φίλους και δικούς, για να δώσουνε τώρα και του λόγου τους άλλο εθνικό συμπόσιο. Οι φίλοι και δικοί του Άρφα του απομείνανε πιστοί, ώστε είμεστα κερδεμένοι, αφού αντίς ένα συμπόσιο είχαμε δυο συμπόσια εθνικά. Τι λέω; Τρία. Βέβαια. Ο Μης και ο Νης αποτελέσανε το τρίτο κόμμα και το τρίτο εθνικό συμπόσιο. Αφτοί όμως οι δυο, πολύ σοφά τα βολέψανε τα πράματα, επειδή πρόεδρο δεν ψηφίσανε, ψήφισε η επιτροπή τους δυο πρόεδρους μαζί, το Νη και το Μη. Αλήθεια που δε βάσταξε η ομόνοια, δε βάσταξε αναμεταξύ τους η φιλία. Φρόνιμοι και ο Μης και ο Νης, το ξέρουμε. Μα το δυστύχημα στάθηκε που ήτανε φρόνιμοι και οι δυο τους, ώστε στο τέλος χωριστήκανε, λέγοντας ο ένας πως είναι ο άλλος τρελός.

Οι οπαδοί τους μοιραστήκανε το λοιπόν αναμεταξύ Άρφα και Ωμέγα. Δε στάθηκε αχαμνό που διαλύθηκε το κόμμα του Μη και του Νη, αφού έτσι μεγαλώσανε τα κόμματα του Ωμέγα και του Άρφα. Πήρανε όμως τα πράματα έναν παράξενο δρόμο. Παράξενο — ή ψυχολογικό, που ίσια ίσια σημαίνει πως έχει ένα πράμα τη λογική του, αν κοιτάξεις την ψυχή μας. Η ψυχολογική αλήθεια είναι που οι οπαδοί του Άρφα και του Ωμέγα ζεματιστήκανε, βλέποντας τα κόμματά τους να δυναμώνουνε με τους οπαδούς του Μη και του Νη. Ελπίζανε του Άρφα οι οπαδοί πως λίγο λίγο θ’ αδυνάτιζε το κόμμα τους, με τρόπο που να φελεθούνε αφτοί, να πετάξουνε τον Άρφα τελειωτικά, να κάμει τότες κόμμα δικό του ο καθένας. Το ίδιο φυσικά προσμένανε και οι οπαδοί του Ωμέγα. Το κάτω κάτω, θυμότανε ο καθένας την αρχή του παραμυθιού, την πρώτη ψηφοφορία, όπου ο καθένας ψήφισε τον εαφτό του. Ο καθένας και πάλε ήθελε να βγει πρόεδρος. Το πιο περίεργο είναι που στο τέλος αλήθεψε τ’ όνειρο του καθενός, ίσως όχι όπως το υποθέτανε, μα όπως το ‘φερνε η λογική που είπαμε πιο απάνω.

Οι οπαδοί του Άρφα, όσο κι οι οπαδοί του Ωμέγα ενεργούσανε τώρα με κάθε μέσο, ν’ αδυνατίσουνε το κόμμα τους ο καθένας. Πρόφαση βρίσκανε στα παραμικρά, για να κατηγορήσουνε τον Άρφα — ή τον Ωμέγα — και να τσακωθούνε αναμεταξύ τους. Μαλώνανε, συζητούσανε, φιλονικούσανε απάνω στα καθέκαστα, στους καλεσμένους κι αν άξαφνα έπρεπε να καλέσουνε πρέσβηδες, φιλονικούσανε απάνω στη θέση που θα καθίσει στο τραπέζι κάθε οπαδός, κι α δεν ταιριάζει να καθίσουνε όλα τα μέλη της επιτροπής στο πρώτο τραπέζι, στο τραπέζι της τιμής. Άμα δε συφωνούσανε, ο ένας φώναζε τον άλλο προδότη, κι αρχιπροδότης εννοείται για τον καθένανε ο Άρφας. Μα και του Ωμέγα οι δικοί του τονέ λέγανε αρχιπροδότη.

Ο Άρφας όμως, από τον Ωμέγα καλύτερα, το ‘νιωσε πως προκοπή με τέτοια πνεματική κατάσταση δε βγαίνει και του κάκου. Πολύ φρόνιμα στοχάστηκε να καλέσει την επιτροπή του, να συνεδριάσει. Σα μαζωχτήκανε, τους είπε λίγα λόγια, μα χτυπητά·

— «Εγώ, αγαπητοί μου συνάδερφοι, θα θυσιαστώ. Δίνω σήμερα την παραίτησή μου. Δίνουμε συνάμα και καλό παράδειγμα της άλλης επιτροπής, του Ωμέγα, που σίγουρο θα παραιτηθεί κι αφτός. Εμείς, φίλοι μου, αναμεταξύ μας δύσκολο θαρρώ να συφωνήσουμε, γιατί έχουμε πάρα πολλές ιδέες ο καθένας. Ο νους σας έχει πλούτο περίσσιο. Εγώ λέω ν’ αφήσουμε τα κομματικά μας, να ενωθούμε πια και να βάλουμε πρόεδρο που να μην είναι κανένας από μας. Γνωρίζω στις επαρχίες άξιους αθρώπους τον ΜΠη, τον ΓΚα, τον ΝΤα, που ο καθένας τους κάνει περίφημα για πρόεδρος. Άμα πάρουνε στην άλλη επιτροπή την παραίτηση του Ωμέγα, φέρνουμε τον ΜΠη που είναι κι ο μεγαλύτερος.»

Χεροκροτήσανε όλοι δυνατά, τους άρεσε φοβερά η πρόταση, έβγαινε στη μέση και κάτι καινούργιο, που είναι πάντα νόστιμο. Φρόνιμη όσο γίνεται η θυσία του Άρφα, που έτσι ανάγκαζε κιόλας τον Ωμέγα να παραιτηθεί. Παραιτήθηκε. Τι να κάμει; Φέρανε τον ΜΠη. Αλήθεια, καλέ, τους είχανε ξεχασμένους αφτούς, βγαλμένους από τη σειρά τους και τους τρεις. Μα σωστά το συλλογιστήκανε να φέρουνε μόνο τον ΜΠη, για να μην ξαναρχίσουμε τους ανταγωνισμούς. Ο ΜΠης μάλιστα τους γέμισε αμέσως το μάτι. Ποιητής. Και τι δεν ελπίζανε από την ποίηση, που χωρίς την ποίηση δε θα είχαμε σήμερα δα και μια Ελλάδα;

Όλοι του δώσανε το λόγο τους, όλοι του τάξανε πως θα τον ποστηρίξουνε, πως θ’ απολησμονήσουνε ως κι οι αρχηγοί τα κομματικά τους, για να τον ψηφίσουνε πρόεδρο και μόνο πρόεδρο. Το λοιπόν οι δυο επιτροπές ξανασμίξανε σε μια, στείλανε είκοσι τέσσερα προσκλητήρια στα είκοσι τέσσερα μέλη, χώρια κι ένα στον ΜΠη, για τη συνέλεψη όπου έμελε να ψηφιστεί ο καινούργιος ο Πρόεδρος. Έφτασε η μέρα — μια βδομάδα ύστερις από τον ερχομό του ΜΠη. Πήγε. Κάθισε. Πρόσμενε. Ψυχή. Δεν ήρθε κανένας, πιθανό για να μην ψηφίσουνε κανένανε. Μόνοι ο Νης και ο Μης!

Μπορεί τώρα να θαρρείτε πως ύστερις απ' αφτά, δεν έγινε το εθνικό το συμπόσιο. Θα πει πως δεν τους ξέρετε τους Ρωμιούς, θα πει πως δεν ξέρετε τη φυλή την πιο ακατάστατη και την πιο επίμονη. Ο ανυπόμονος έχει πομονή· ο άταχτος έχει τάξη. Ο Ρωμιός είναι και πατριώτης. Γιορτάσανε λοιπόν, ό,τι κι αν έτυχε, το βασιλιά τους, το Γιώργο. Την ίδια τη μέρα της άφιξής του στην Πόλη, έβλεπες στην Πρίγκηπο, στο Διάσκελο απάνω, στην πλατέα, είκοσι τέσσερα τραπεζάκια. Καθότανε στο καθένα, γυρίζοντας τη ράχη στο γείτονα του, ένας συμποσιώτης, και προέδρεβε ο καθένας το τραπεζάκι του, μονάχος.



Παρασκεβή, εφτά — δεφτέρα, είκοσι τέσσερις του Άη Δημήτρη, 1910.




ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 423, 13, αρ. 424, 20, αρ. 425, 27 του Φλεβάρη, αρ. 428, 20 του Μάρτη, 1911)


Αφιερώνεται του Ν. Επισκοπόπουλου.



Δούλεβα ήσυχα ήσυχα τη νύχτα στη μικρούτσικη την κάμερή μου, γιατί τότες είχα πάει να περάσω ένα δυο μήνες στην Πρίγκηπο το καλοκαίρι, να θυμηθώ τα πατρικά μου, και καθόμουνε στο κιοσκάκι του ριχτιμιού, που πριν ήτανε δικό μας και που το νοίκιαζα τώρα, επειδή προτού πεθάνει το πούλησε ο μπαμπάς. Εκείνη τη νύχτα, η ώρα δέκα, δεκάμιση, γλυκά γλυκά, ενώ έγραφα, κάτω από το παράθυρό μου, το κύμα σιγανόρυθμα χτυπούσε του ριχτιμιού την πέτρα, μαζί με τα ντουβάρια του κιοσκιού που βουτούσανε στο νερό. Για τούτο, βυθισμένος όπως ήμουνε στης πέννας το γλίστρημα το ψιθυριστό, που συνόδεβε κανονικά και ήμερα το δυνατότερο της θάλασσας το ψιθύρισμα, δεν πήρε αμέσως τ’ αφτί μου έναν κρότο δίπλα, στην πόρτα όξω του κιοσκιού μου. Κρότος δειλιασμένος που κάποτες έπαβε, κάποτες πάλε ξανάρχιζε, σα να τσουγκράνιζε κανένας το ξύλο, αγάλια, επίμονα κι απελπισμένα. Σηκώθηκα και πήγα με τη λάμπα. Κλέφτης βέβαια δεν ήτανε κι ούτε το συλλογίστηκα να πάρω το πιστόλι μου· όσο ζύγωνα, τόσο πιο πολύ και με θάρρος περσότερο μεγάλωνε ο κρότος.

—«Ποιος είναι;» ρώτησα.

— «Εγώ είμαι, αφέντη, μη φοβάσαι.»

Μου το ‘λεγε με τόσο τρεμάμενη φωνή, που κατάλαβα πως από τους δυο μας, σίγουρα ο πιο φοβισμένος εγώ δεν ήμουνε.

— «Ποιος εσύ;» του αποκρίνομαι.

— «Ο Δεουδές!...»

— «Ο Δεουδές;...»

— «Να, ο Αντίγονος Αντιγονιάδης...»

Ο Αντίγονος Αντιγονιάδης! Έφριξα. Ένας Αντίγονος Αντιγονιάδης — αδύνατο δυο νομάτοι να ‘χουνε όνομα, τόσο κλασικό — βρισκότανε στη φυλακή, εδώ και τρεις μήνες, για φονιάς.

— «Λοιπόν, έρχεσαι να με σκοτώσεις;»

— «Σιορ Γιάγκο μου, στο θεό σου, μη χωρατέβεις. Θα με πιάσουνε. Άνοιξέ μου!»

Λυπήθηκα και του άνοιξα. Δε χασομέρησε, χύθηκε μέσα, σφάλιξε ο ίδιος την πόρτα και στάθηκε ακουμπισμένος στο πορτόφυλλο. Τον κοίταξα στο ψιλό της λάμπας μου το φως, που από την αντιφεγγιά του κιτρινογυαλίζανε τα παχουλά του τα μαγουλάκια. Ποτέ μου δεν είδα πρόσωπο πιο αθώο, πιο παιδιάτικο. Χαμογελούσε δειλά κι έδειχνε τότες, με αφέλεια, ένα του δόντι χαλασμένο, μελανό. Δεν κρατήθηκα και του είπα·

— «Πώς μπόρεσες και φόνεψες, έτσι δα που σε βλέπω;»

— «Άφησέ με πρώτα να πάρω την ανάσα μου, κι αν αγαπάς, θα τα μάθεις όλα.»

Τον πήγα στο γραφείο μου και τον έβαλα να καθίσει στον κόκκινο μάλλινο σοφά. Του έφερα λίγο αθόνερο· ήπιε, λες κι έπινε τ’ αθάνατο νερό. Γύρισε στον τόπο της η καρδιά του, άλλαξε η όψη του, σα να ξανάνιωνε ξαφνικά. Τώρα μου φαινότανε πως κάπου τονέ γνώρισα.

— «Δεουδές! Καλέ, μήπως είσαι ο Αντίγονος που ερχόσουνε σπίτι, όταν ήσουνε μικρός;»

— «Αμέ, ποιος άλλος; Σπίτι σας, βέβαια, στο Γαλατά. Δε θυμάσαι, γιατί εμείς χειμώνα καλοκαίρι κατοικούσαμε στη Χάλκη, μια φορά μου έγραψες ένα γράμμα, ότι που είχες μάθει την αρφαβήτα, και μα το ναι, μου στάθηκε αδύνατο να βγάλω το νόημα· δεν μπορούσα να καταλάβω πως μόρφωνες τις λέξες. Ο πατέρας κατέβηκε την άλλη μέρα, ήρθε σε σας, δουλειά να γυρέψει, του λόγου σου πετάχτηκες·

— «Έλαβε ο Αντίγονος το γράμμα μου;»

— «Το ‘λαβε, πουλί μου, μα δεν κατόρθωσε να το διαβάσει.»

Εσύ πρόσμενες κοπλιμέντα, καμάρωνες που βαστούσες πέννα, που έπιανες αλληλογραφία με τους φίλους σου. Και να σου τώρα που άκουγες άλλα. Ζεματίστηκες. Τι κάνεις; Για να μου δώσεις ένα μάθημα, μου αντιγράφεις το αρφάβητο και λες του μπαμπά να μου το φέρει. Σαστίζει ο μπαμπάς και συ του λες ήσυχα·

— «Εννοείται! Αφού δεν το κατόρθωσε να με διαβάσει, αφτό σημαίνει πως δεν ξέρει τα ψηφιά, και του τα στέλνω, για να μη δυσκολέβεται.»

«Βλέπεις πως δεν ξέχασα τα περασμένα μας. Εσείς δα, όσο μεγάλη φαμελιά κι αν είσαστε, πάντα φανήκατε καταδεχτικοί. Εσύ και γω φίλοι, σα να μην ύπαρχε αναμεταξύ μας κοινωνική διαφορά. Για τούτο σ' αγάπησα πάντα μου.»

Το ύφος του, εκείνη τη στιγμή, τόσο ήμερο, τόσο συμπαθητικό, που κάτι κι από τότες υποψιάστηκα, πως δηλαδή το τρομερό του το έγκλημα δεν μπορούσε να είναι κανένα πρόστυχο χτηνώδικο έγκλημα. Και τόντις κατάλαβα κατόπι, πως ο περίφημος ο φόνος του μαρτυρούσε ψυχόρμητα ιδιαίτερα, ψυχόρμητα που τους άξιζε κανένα όνομα καλό, γιατί βαστούσανε τόντις από αψηλά αιστήματα και γενναία.

Τον κοίταζα, πάσκιζα να καταλάβω από την όψη του τι μαγείρεβε μαθές με το νου του. Μα θαρρώ πως ο Αντίγονός μου, εκείνη την ώρα, δε μαγείρεβε τίποτα. Σαν το σκυλί που βροχή το πήρε, ή που ο αφέντης του το ‘δειρε και βρίσκει μια γωνιά να ησυχάσει, έτσι κι ο Δεουδές σιώπαινε τώρα χουζουρεμένος στον κόκκινό μου το σοφά, επειδή στο κιόσκι μου τουλάχιστο, μήτε βροχή τον έδερνε — μήτε ξύλο.

— «Κοιμάσαι;»

Ανατινάχτηκε·

— «Τι ωραία που είμαι δω! Ποτέ μου τόσο λαμπρά δεν ήμουνε!»

— «Ποιος φταίει; Τι πήγες και πνίγηκες στα αίματα;»

— «Πρέπει, Γιάγκο μου, απαρχής να σου τα ξεδιαλύσω τα καθέκαστα, να μάθεις τα ιστορικά μου, έπειτα να με κρίνεις, να με καταδικάσεις κιόλας, αν αγαπάς. Να ξέρεις όμως πως στη ρητορική πολύ προκομμένος δεν είμαι. Να μιλώ δεν έμαθα. Με κόπο τα βγάζω, με κόπο τα τραβώ από μέσα μου τα λόγια, ένα ένα, με κόπο τ’ αραδιάζω, να πω εκείνο που θέλει, να βγει ένα νόημα. Ώστε να μη μ' αντισκόφτεις.»

— «Σου το τάζω», του αποκρίθηκα και στρώθηκα στο σοφά μου, αντίκρυ του.

— «Εγώ είμαι γεννημένος καλαμαράς.»

Χαμογέλασα. Καλαμαράς δεν έδειχνε με τα γλυκά του τα μυσείδια, τα ήμερα.

— «Ναίσκε! Από παιδί τ’ αγάπησα τα γράμματα. Και πειδή ποτέ μου δεν μπόρεσα να τη χαρώ την αγάπη μου αφτή, να, για τούτο δυστύχησα, για τούτο, να, ήρθανε κι όλα τ’ άλλα. Για τούτο σκότωσα.»

Μου πέρασε υποψία πως ο Αντίγονός μου θα ήτανε κάπως ζουλιάρης, θα είχε μέσα του κανένα μίσος που δεν το φανέρωνε, μα που το ξαστέρωνε το ύφος του, γιατί ενώ μιλούσε για την αγάπη του προς τα γράμματα, η φωνή του είχε κάτι άγριο, κάτι στρυφνό, αντίς να μαλακώσει με την αγάπη. Χωρίς να του πω τίποτα, το κατάλαβε λαμπρά τι συλλογιόμουνε με το νου μου, επειδή το πνέμα δεν του έλειπε κι άρπαζε το μάτι του αμέσως, ό,τι παραμικρό κίνημα κι αν έπαιζε στο πρόσωπο σου·

— «Μη με νομίζεις κακό άθρωπο. Βλέπεις, εσένα δε σε ζουλέβω, δε σε ζούλεψα ποτέ μου. Και συ σαν και μένα τ’ αγαπούσες τα ιερά τα γράμματα, τις λάτρεβες και συ τις Μούσες τις παρθένες.» — «Να, λόγια», συλλογίστηκα, στο στόμα ενός φονιά! — «Έπειτα, ήτανε και το γραμματάκι σου εκείνο, θυμάσαι, το ανορθογραφημένο, με τα ψηφιά που τόσο παράξενα, τόσο αστεία τα συνταίριαζες, το γραμματάκι σου που νόημα δεν είχε. Τι να σε ζουλέβω; Θα πεις, κατόπι ακούστηκες, έγινες μεγάλος άθρωπος. Βέβαια. Μα σου άξιζε κιόλας. Ήσουνε καλής, πλούσιας φαμελιάς παιδί. Αντίς να κάμεις τον έμπορο ή το λιμοκοντόρο — που ανάθεμάν τους αφτούνους! — εσύ, ματάκια μου, ρίχτηκες στη μελέτη κατακέφαλα και κατάκαρδα. Έμενα μου άρεζε, το καμάρωνα μάλιστα που σε γνώρισα παιδί παιδάκι, στον καιρό που μόλις ήξερες την αρφαβήτα, που μου έγραφες εμένα το φίλο σου, το κωμικό σου το γραμματάκι… Γιάγκο, Γιάγκο μου, να, τους άλλους εγώ μισώ, τους άλλους, τους ανίδεους που έτυχε να γεννηθούνε βουτηγμένοι στον παρά, που τον παρά τους τονέ σπαταλούνε, τονέ πετούνε στους δρόμους, αμαρτία μου, σα να ρίχνανε στα σοκάκια το ψωμί που το στεριέται ο φτωχός. Και να συλλογιέται κανείς, και να βάλει κανείς με το νου του, πως ενώ οι ασυνείδητοι αφτοί, με τα στραβά τους μάτια — που η οργή να τους πάρει! — το γλέντι τους κοιτάζουνε, το ραχάτι τους οι αχρείοι, ενώ φροντίζουνε για να κουτοκαλοπερνούνε, τα ζώα, και για τίποτις άλλο δεν τους μέλει, ενώ τρώνε και πίνουνε και γελούνε, υπάρχουνε στον κόσμο αγγέλοι, επειδή τόντις έτσι πρέπει να τους λέμε, αγγέλοι που πεινούνε, γιατί βρίσκουνται στη γης και λαχταρούνε τον ουρανό, έναν ουρανό δικό τους, τον άυλο τον ουρανό που μόνος αφτός μπορεί να τους δώσει θροφή, τη θροφή τους, το ψωμί της ιδέας.»

Σώπασε μια στιγμή ο Αντίγονος, σα λαχανιασμένος από τη μακρινή του, κάπως ασυνέδετη, κάπως κομποδεμένη του φράση, και στάθηκε σα να γύρεβε να διατυπώσει πιο ξάστερα, το λογισμό του.

— «Ίσως να μην τα λέω καλά. Να, θέλω να πω, με τα χρήματα που ξοδέβουνε αφτοί, εγώ μπορούσα να σπουδάσω, μπορούσα να γίνω ποιητής!»

Τι ωραία, δίχως ίσως να το ξέρει, μου το είπε! Να γίνει ποιητής. Βέβαια, ποιητής πρώτα γεννιέσαι, μα πρέπει κατόπι και να γίνεις. Πρέπει να μάθεις την τέχνη σου, πρέπει να μάθεις ως και την ποίησή σου.

Φαίνεται πως άμα τη συλλογίστηκε τη μάθηση, τη μάθηση που ο ίδιος δεν αξιώθηκε ν’ απολάψει, αμέσως τα μάτια του αγριέψανε, αστράψανε, και πάντα με τη δυσκολία εκείνη που μου τη μολόγησε, και που τον εμπόδιζε να λέει λέφτερα ό,τι θέλει, μου ξεφουρνίζει σωρό σωρό λόγια, όπου με κάποια προσοχή, με κάποιο κόπο, ξεδιάκρινα ένα ιστορικό του παλιού, του παιδιακίσιου καιρού μας που το είχα ξεχασμένο, και μου το δηγότανε κουτσά στραβά, με την πεποίθηση, με την πλάνη που έχει μέσα του ο άθρωπος ο απλός, πως εκείνο που ξέρει, το ξέρεις και συ, σε τρόπο που μόλις υπάρχει ανάγκη να σου το ξηγήσει. Από κει έρχουνται θαρρώ τα περσότερα παρανοήματα σε τέτοια κουβέντα με ακαλλιέργητους, από κει μάλιστα η συνήθειά τους να μην εκφράζουνται όπως πρέπει, παρά πάντα μισά.

— «Που λες. Το βαπόρι τότες όπου ανέβηκα μαζί σου. Που έφεβγε για τα Παρίσια. Οι Μεσσαζερίες. Τι ωραία, τι κοντζάμ βαπόρια! Και σου πάνε στην Εβρώπη. Ξεπροβόδεβες ένα σου αξάδερφο. Μεγαλύτερό σου. Το σιχάθηκα, το μίσησα, θα το σκότωνα εκείνο το παιδί!»

Κι ο Αντίγονος σήκωνε με φοβέρες τη γροθιά του. Σα ν’ άφριζε το στόμα του από τη λύσσα. Με κοίταζε. Είδε πως δεν καταλάβαινα. Και ξακολούθησε πιο ήμερα·

— «Ο Γληγόρης, το πρωταξαδέρφι σου, δε θυμάσαι; Με την πλούσια φαμελιά του. Άξαφνα τους κατέβηκε, ο θεός ξέρει γιατί, έτσι, να τονέ στείλουνε στο Παρίσι, να σπουδάσει. Να σπουδάσει!»

Τρίζανε τα δόντια του καημένου, όταν πανάλαβε τη λέξη·

— «Να σπουδάσει!! Αφτός; Δε βαριέσαι; Πες να σαπίσει, πες να χαθεί, πες να παραλύσει. Και μένα δε με κόφτει να παραλύσει τέτοιο ζώο, που από μικρός έξι χρονώ αγόρι κοίταζε πώς να δέσει τον κόμπο της κραβάτας του, που άλλο με το νου του δεν έβαζε παρά μόδες και μαραφέτια. Εμένα με κόφτει που στη θέση του δεν πήγα εγώ. Εγώ θα σπούδαζα. Εγώ θα πρόκοφτα. Πες μου — και σηκώθηκε όρθιος ο Αντίγονος — πες μου, σε παρακαλώ, τι όφελος, τι κέρδος υπάρχει για τον κόσμο, να κωλοσέρνεται στους δρόμους και στα καφενεία ένας Γληγοράκος, να σπουδάζει, λέει, νομικά, ο ψέφτης; Παναγιά μου! Τι βγαίνει από τα νομικά του για τη Ρωμιοσύνη — εκεί που εγώ να ήμουνε, θα ‘βγαινε ίσως κανένας μεγάλος ποιητής!»

Είχε κάποιο μεγαλείο, ενώ έτσι μιλούσε ο Δεουδές. Χαμήλωσε άξαφνα, τσάκισε τη φωνή του·

— «Βλέπεις, Γιάγκο μου; Ίσως, σου είπα. Ίσως θα ‘βγαινε κανένας ποιητής. Ένα ίσως είναι. Μα για ένα ίσως τόσο μεγάλο, αξίζει τον κόπο να δοκιμάσει κανείς. Ας ξεκουμπιστούνε οι Γληγόρηδες. Ας έρθουνε οι άξιοι.»

Απορούσα τώρα πως τα διατύπωνε με λίγα λόγια έτσι καθαρά καθαρά.

— «Όχι! Έπρεπε αφτός να χαρεί εκείνο που εγώ το στεριόμουνε, και μου πονούσε η ψυχή μου.

»Στο βαπόρι, δειλά δειλά, φτωχόπαιδο μαραμένο προτού αθίσει ακόμη, σε συντρόφεβα κι έλεγα μέσα μου· — Τουλάχιστο να ήτανε ο Γιάγκος μου που φέβγει! Ο Γιάγκος μου δε θα πήγαινε του κάκου στα Παρίσια. Ο Γιάγκος μου θα μάθαινε στ’ αλήθεια.»

»Εσύ όμως ξέγνοιαστα, ξέθαρρα, χαρούμενος, γελαστός, σαν τ’ άδολο το παιδί, ζύγωνες κοντά στον αξάδερφό σου, του έπιανες το χέρι, τονέ ρωτούσες τι θα σου φέρει από τα Παρίσια, σα γυρίσει; Και του έλεγες· μια σουγιά, έτσι, σαν και τούτη — που του έδειχνες — μια πιο καλύτερη. Έπειτα ξαναρχόσουνε· Όχι, κάλλια να μου φέρεις ένα μολύβι σαν τουφέκι. Και πάλε του έδειχνες ένα μολυβοκόντυλο από κείνα που φτιάνουνε στη Φραγκιά, ένα φιλτισένιο που τόντις είχε μορφή τουφεκιού· τραβούσες το μολύβι κι έμοιαζε τάχα σα να τραβούσες την μπαγιονέτα, που είχανε τότες στη Γαλλία.»

Ο Αντίγονος χαμογέλασε και φάνηκε αθώα το δόντι του το μελανό·

— «Έπειτα ξαναζύγωσες και του είπες· Ίσως το καλύτερο, να μου φέρεις και τα δυο.»

Γέλασα, γιατί θυμήθηκα και είδα πως έξοχο μνημονικό είχε ο φίλος. Εκείνος όμως αντίς να γελάσει δέφτερη φορά, έσκυψε το κεφάλι του συλλογισμένος, κι έμεινε δυο λεφτά με το στόμα του κλειστό. Τ’ άνοιξε να ξακολουθήσει κι έβλεπες πως γύρεβε τα λόγια του ένα ένα· τα μυσείδια του σα να γράφανε ξανά καμιά σταναχώρια, μπορεί και καμιά ζούλια·

— «Ναίσκε! Ήσουνε τότες δέκα, εγώ δώδεκα χρονώ αγόρι. Το στοχάστηκα συχνά κατόπι αφτό σου το κίνημα. Και σε θάμασα. Εσύ από μικρός μικρός φαίνεται να το κάτεχες, πως κάτι μια μέρα θα γίνεις. Για τούτο δε θύμωνες σαν και μένα που πήγαινε στα Παρίσια ο αξάδερφος, κι άλλο δεν έβαζες με το νου σου παρά τα παιγνιδάκια σου τ’ αγαθά.»

— «Κοιτάξτε, καλέ, παρατήρησε η θεια σου, η μάνα του Γληγόρη· ο αξάδερφός του φέβγει, κι αφτός δεν το κουνεί από το χαβά του.»

»Και τόντις! Από το χαβά σου εσύ δεν το κούνησες ποτέ σου! Το μολύβι σου και σώνει.»

Ο Αντίγονος την ίδια στιγμή ανατινάχτηκε·

— «Μα εγώ από τη μέρα εκείνη του βαποριού, απόφαση το ‘καμα πως έχει δεν έχει στα Παρίσια θα πάω και γω. θα πάω!»

Και σώπασε. Το γλυκό του το πρόσωπο έδειχνε άξαφνα μια θέληση άγρια·

— «Και πήγα. Μακάρι, αχ! να μην πήγαινα. Τότες όμως δεν το ‘βλεπα πως πιο φρόνιμο ήτανε να καθίσω στ’ αβγά μου. Πού να μπορέσω; Ακράτητη ορμή μ' έσπρωχνε ομπρός. Αφτή μου έδωσε τη δύναμη και το κουράγιο να ταπεινωθώ, για να κερδίσω λίγους παράδες. Φαντάσου, Γιάγκο μου, να ονειρέβεται κανείς μεγαλεία, να λαχταρά τη δόξα, και να σαρώνει ένα μαγαζί κάθε πρωί, άμα φέξει!»

Αναστέναξε ο Αντίγονος, σήκωσε τα μάτια του στο ταβάνι, σα να παρακαλούσε κάποιονε κει απάνω ή σα να του έλεγε·

— «Λυπήσου με, Κύριε!»

— «Αχ! Γιάγκο μου, και να το συλλογιούμαι πως τότες είχα βγει κιόλας τελειόφοιτος από τη μεγάλη του Γένου Σκολή! Όσο βαστούσα τη σκούπα, συλλογιόμουνε·

— «Δασκάλοι! Δασκάλοι! Να πού με καταντήσατε. Να τι κέρδισα ο άμοιρος από τους μέσους αόριστους. Εσείς μήτε τον πόθο για τη μάθηση δε μου δώσατε. Τον είχα τον άγιο τον πόθο και από πρώτα. Εσείς μου τονέ στρεβλώσατε. Μου αλλάξατε την πίστη και την ψυχή μου. Η διδαχή σας; Είναι μια σκούπα που μήτε να σκουπίζει δεν ξέρει.»

Έβρισκα πως ο Αντίγονος, όταν ήτανε στο θυμό του, παστρικά τα ‘λεγε τα πράματα, χωρίς να παραγυρέβει τις λέξες·

— «Αφέντη, αφέντη μου, σιορ Γιάγκο, τι δεν έκαμα για να μαζώξω λίγους παράδες; Ως και σπίρτα πούλησα στους δρόμους. Κι αφτό ακόμη δεν πείραζε. Πουλάς τα σπίρτα όξω στον αέρα, χάφτεις τον ουρανό, κοιτάζεις αψηλά τα σύννεφα, ονειροπλέκεις όσο θέλεις. Δεν προσέχεις στους ζεβζέκηδες που διαβαίνουνε και σε βρίζουνε. Μα εγώ και κοπέλι έγινα στ’ αχούρι ενός πλούσιου, να φροντίζω για τ’ άλογα, να κυλιούμαι στην κοπριά τους, να ‘χω από πάνω μου, όξω από τον αφέντη, κι έναν παραφέντη, το σεΐση, που με πρόσταζε σαν άλλος βασιλιάς. Γιατί δεν είναι μόνο η δουλειά. Είναι και κείνος που σου τη δίνει, που σε πλερώνει σα να σου κάνει χάρη, ενώ από σένα φελιέται αφτός. Κι έτσι αλήθεια, όσο έμεινα τότες στην Πόλη, λες κι όλοι μου οι αφεντάδες, λες κι από ελεημοσύνη με καταδεχόντανε σπίτι τους, εκεί που εγώ από συνείδηση έβγαζα τη ζωή μου, να τους εφκαριστήσω.

»Δε σου φαίνεται πως άξιζε τόντις ν’ απελπιστεί κανένας; Να τα χτυπήσει όλα κάτω; Να πει· — «Κόσμε, παλιόκοσμε, δεν το θέλεις να προκόψει ο μικρός, ν’ ανοίξει ο νους του; Χάσου το λοιπό. Χάνουμαι και γω, να σου δείξω! Γυρέβεις να σκοτωθώ; Σκοτώνουμαι. Μα δε σκοτώθηκα. Με κρατούσε σφιχτοδεμένο στη ζωή ένα ιδανικό, και το ιδανικό αφτό μου έδινε δύναμη για να περιφρονήσω τα μεγαλύτερα τα κακά του κόσμου.»

»Πήρα την ανάσα μου στο τέλος των τελώνε, όταν κατόρθωσα να γίνω γκαρσόνι του τραπεζιού σ' ένα εβρωπαϊκό ξενοδοχείο, το χειμώνα, στο Σταβροδρόμι, το καλοκαίρι, στα Θεραπειά. Εκεί πια θα μάθαινα τα γαλλικά που μου ήτανε απαραίτητα για να πάω στη Γαλλία, ν’ ακολουθήσω τον προορισμό μου, να μάθω να γράφω.»

»Έτσι έλεγα με το νου μου· αλλιώς όμως τα ‘φερε η τύχη.»

Έσκυψε πάλε το κεφάλι του ο κακόμοιρος και με τα δάκρυα στα μάτια, μου απόσωσε το ιστορικό του·

— «Ήμουνε ήσυχος στο ξενοδοχείο, δούλεβα, σερβίριζα, σήκωνα τα πιάτα, σκούπιζα τα ποτήρια, διάβαζα γαλλικά σε μια γραμματικούλα που αγόρασα — και να διεις τι έφκολα που τα ‘παιρνε ο νους μου! Να γλώσσα! Ποτέ μου έτσι καλά δεν μπόρεσα να μάθω τη γλώσσα τους τη δασκαλική — ήμουνε χαρούμενος, γεμάτος ελπίδα, όταν ένα βράδυ άξαφνα μου έρχεται μαντάτο πως δεν μπορώ να μείνω στο ξενοδοχείο.»

Χτύπησε απελπισμένος τα χέρια του το ένα με τ’ άλλο, θυμήθηκε, τη βραδιά που μοιάζει να στάθηκε κρίσιμη στη ζωή του, και σα να ‘πόφερνε πάλε ό,τι ‘πόφερε τότες, μιλούσε κι έκλαιγε συνάμα·

— «Το βράδυ εκείνο, σιορ Γιάγκο μου, έχασα το θάρρος μου. Έκλαψα, δάρθηκα, δάγκασα τα δάχτυλά μου από τον πόνο μου, έμεινα χωρίς ύπνο ίσια με το πρωί, και ίσως πρώτη φορά η απελπισία μ’ έκαμε να καταλάβω πού με κατάντησε ο κόσμος και να τόνε βλαστημήσω. Θυμήθηκα την αστοργία του, γιατί του ζήτησα δουλειά για να κερδίζω τίμια ένα κομμάτι ψωμί, που τ’ άξιζα και είχα δικαίωμα να το ζητήσω, και που μπορούσε να μου το δώσει χωρίς καμιά ζημία του. Μα μου το αρνηθήκανε, οι μεγάλοι από αναιστησία, οι μικροί από φτόνο. Και ύστερα με περιφρονήσανε κιόλας για τη δυστυχία όπου βρέθηκα, ίδιοι τους αφτοί που γενήκανε αφορμή να δυστυχήσω, που γενήκανε αφορμή τόσες φορές να σβήσουνε τα γλυκά τα όνειρά μου, οι ελπίδες μου οι χρυσές. Και να ήμουνε μόνο εγώ! Αχ! ήτανε κι η μανούλα μου. Αφτοί όμως με κάμανε ανίκανο να δώσω ένα κάνε ποτήρι νερό στη μάνα μου, στη δυστυχή την ηρώισσα που θυσίασε τα πάντα για τους άλλους, που εδώ κι ένα χρόνο ακόμη, με το ένα ποδάρι στον τάφο, πολεμούσε κι αγωνιζότανε για τους ανάξιους, χωρίς να βγάλει κανένα παράπονο για τη σκληρή και την άπονη τύχη της, παρά μόνο να θλίβεται πως θα πεθάνει πια, πως τότες δε θα μπορεί να βοηθά τους δικούς της, να βοηθά το παιδί της!»

Κλάμα δεν ήτανε, όσο έτσι μιλούσε ο Δεουδές, ήτανε σωστό αναφιλητό που λες να του ξέσκιζε τα στήθια του σε δυο κομμάτια. Έβγαλε το μαντίλι του, στέγνωσε τα μάτια του και ξακολούθησε ήσυχα ήσυχα·

— «Πρέπει όμως απαρχής και με συντομία ν’ ακούσεις την ιστορία της μάνας μου και τη δική μου.»

Και άρχισε. Από τότες και ως το τέλος, παρατήρησα κάτι πολύ περίεργο, ίσια με κει ο λόγος του μπερδεμένος, ασύνταχτος, ασυνέδετος. Μου τα ξεφούρνιζε χωρίς συνέχεια, σα να του πολεμούσανε, σα να του πολιορκούσανε τα βάσανά του, όλα μαζί, το κεφάλι του, σα να του τα κάνανε άνω κάτω. Ίσως αυτό, επειδή ο καψερός, σωριάζοντας ένα ιστορικό απάνω σε μια σκέψη και μια σκέψη απάνω σ' ένα ιστορικό, πάσκιζε να φτάσει σε κανένα συμπέρασμα που να μου ξηγήσει το φόνο του και η ξήγηση δύσκολη, αφού απαιτούσε κάποια φιλοσοφία, δεν είχε όμως τη συνήθεια να φιλοσοφά, δεν ασκήθηκε, σκούνταφτε, σφόρτζωνε το νου του, ενώ άμα ο λόγος για τα γνωστά του τα φαμελιακά, τα σπιτικά του, τη μάνα του, τον μπαμπά του, όσο κι αν του καίγανε την καρδιά, έτρεχε η κουβέντα του νερό. Πολύ πολύ διασκεδαστικά βέβαια πως δε μου φανήκανε όσα μου αράδιασε. Μα τ’ αγάπησε τ’ αφτί μου, γιατί όλα τους μυρίζανε την αλήθεια, μιαν αλήθεια ταπεινή, απλή, όσο θέλεις, πάντα όμως αλήθεια, κι ένιωθες μέσα να σπαρταρά μια ψυχή αθρώπινη, αν και μικρός ο άθρωπος ο ίδιος.

— «Ο πατέρας μου, σιορ Γιάγκο μου, ήτανε στην Πόλη βουτσάς, έκανε δηλαδή βαρέλια και κουβάδες, τέχνη καλή που μπορούσε να κερδίζει παράδες και τη φαμελιά του να ξοδέβει πλουσιοπάροχα, να κάνει ακόμη και οικονομίες. Μα ο πατέρας μου ο μακαρίτης ήτανε αληθινός χουβαρντάς. Είχε ανοιχτή, αθώα και γενναία καρδιά. Ο καημένος αγαπούσε τους φίλους του, πονούσε και τη δυστυχία. Γλέντιζε με τους πλούσιους, κι έδινε ό,τι μπορούσε πάντα σε κείνους που του ζητούσανε. Η καλοσύνη του όμως η απονήρεφτη και η αστόχαστη, τον κατάστρεψε τον ίδιο και τη φαμελιά του. Οι ψεφτοφίλοι τον τρώγανε και το χερότερο, τονέ ρίξανε στο κρασί, ώσπου να τον κάνουνε στο τέλος να πεθάνει, χωρίς ποτέ του να μπορέσει, με όλη του την καλή καρδιά και διάθεση, να κάμει το ελάχιστο καλό στα παιδιά του και στη γυναίκα του.»

»Η μητέρα μου — κι αναστέναξε πάλε ο Αντίγονος — ήτανε φτωχοκόριτσο. Έφυγε λοιπό μικρή δέκα χρονώ από την Αξιά, την πατρίδα μας και πήγε στην Πόλη δουλάκι. Στην Πόλη μεγάλωσε, στην Πόλη έμαθε μαγέρισσα. Δούλεψε την προίκα της, βοήθησε τους γονιούς της, ξεχρέωσε κάτι μικρά χτήματα του αντρός της, του άνοιξε δυο, τρεις φορές βουτσάδικο, ένας της αδερφός της έφαγε βδομήντα λίρες, της έχασε στο κοσολιτέ άλλες εκατόν πενήντα ο αδερφός της τότες κύριας της, κ. Ιφιγένειας Αντωνιάδη, της σημερνής Τσιμπρούδαινας, της πεντάπλουτης, που του τις είχε δώσει να τις κρατά. Ξαναδούλεψε όμως και με ξόδεψε μένα για να μου μάθει τα γράμματα· προίκισε και πάντρεψε μάλιστα την αδερφή μου. Μα ο γαμπρός μου, αδερφός του δήμαρχου Φεβγώλη από τ' Απεράθου της Αξιάς, βγήκε μεθύστακας και χαρτοπαίχτης. Έδερνε την αδερφή μου και τις πιο πολλές φορές, την άφηνε με τα παιδιά της χωρίς ψωμί. Στο τέλος της έκανε μεθυσμένος μια φοβερή σκηνή, την τρόμαξε λεχώνα πέντε μερώ και την πέθανε. Ζούσε τότες στην Αθήνα, εγώ με τη μητέρα στην Πόλη, εγώ ίσια ίσια στο ξενοδοχείο του Σταβροδομιού που σου είπα. Ο αθεόφοβος! Έτσι από το κρίμα ή από την ανοησία του αλλουνού, πρέπει να πάθει ο αθώος. Γιατί βγήκε μεθύστακας ο ασυνείδητος, αναγκάστηκα εγώ να βγω από τη σειρά μου. Τέτοια είναι η δικιοσύνη εδώ κάτω. Τρέχεις χαρούμενος στο δρόμο, πας να φτάσεις στην άκρη· άξαφνα στρίβει κι ένας γάιδαρος ξεφρενιασμένος έρχεται καταπάνω σου και πέφτεις ανάσκελα χάμω. Η τύχη μου άλλαξε από το κρίμα του γαμπρού μου για χρόνια. Που την κατάρα μου να ‘χει! Αφού πέθανε η αδερφή μου, εννοείται πως η μάνα δεν μπορούσε να μείνει στην Πόλη. Μα δε μ' άφησε ούτε μένα. Μου είπε να την ακολουθήσω και πώς να της αρνηθώ τίποτις, αφτηνής που με είχε σπουδάσει; Εκείνη την τελεφταία βραδιά που ανέβηκα στην κάμερή μου, τα μεσάνυχτα, και που καταχνιές καταχνιές τα δάκρυα μου θολώνανε μάτια και λογισμό, κατάλαβα ωστόσο αμέσως, μ’ όλη τη λύπη, μ’ όλη την αντάρα που μ' έκανε άνω κάτω, πως αχαμνά θα γυρίσουνε τα πράματα για μένα, θρούβαλα γινότανε ο σκοπός μου, να μπαρκαριστώ, να τραβήξω στα Παρίσια, να πιω το φως της επιστήμης, η ψυχή μου να το ρουφήξει...»

Έπιανε πάλε τις φιλοσοφίες, σκούνταφτε η γλώσσα του, ακόμη λίγο και τσέβδιζε·

— «Να, φοβήθηκα μήπως ο πόθος μου ο πατημένος σηκωθεί κατόπι και γυρίσει στο κακό.»

Για να το πει αφτό κι ώσπου να το διατυπώσει, έμοιαζε σαν κουρασμένος· λες κι έσκυψε να σηκώσει πέτρα.

Ένιωσε τότες πως έπρεπε να ξανάρθει στην αφήγησή του την απλή, στην ήσυχη βιογραφία του·

— «Την αβριανή, φύγαμε το λοιπό και πήγαμε στην Αθήνα, η μάνα μου για να κοιτάζει τα πέντε ορφανά, τέσσερα κορίτσια κι ένα νόστιμο νόστιμο αγοράκι, το μικρότερο απ' όλα που μας άφησε η αδερφή μου. Εγώ πάλε γύρεβα δουλειά, ήθελα να μάθω κι άλλα γράμματα, κατά πως άρχισα στο Σταβροδρόμι.»

»Αχ! Γιάγκο μου, σιορ Γιάγκο μου, όποιος θέλει να γίνει μεγάλος άθρωπος, μήτε μάνα πρέπει ν’ ακούει μήτε γυναίκα μήτε τίποτα. Την ιδέα τη δική του κι ομπρός. Εγώ ήμουνε και γεννημένος Έλληνας, ήμουνε καλός πατριώτης. Μια κι άφηνα την Πόλη, μια και βρισκόμουνε στην Ελλάδα, είπα να πάω στρατιώτης και σαν τέλειωνα πια, θα φρόντιζα κάτι να κάμω, κάτι να καταπιαστώ, που ν’ αληθέψει τ’ όνειρό μου!»

Κόκκινη κόκκινη ντροπούλα περεχύθηκε στο πρόσωπό του. Το παρατήρησα συχνά πως σε μας ταίρι ταίρι πηγαίνουνε η περηφάνια και η ταπείνωση· ντράπηκε τάχα που μιλούσε όλο κι όλο για τ’ όνειρό του της δόξας, για τον προορισμό του, σα να ήτανε τόντις πράμα ένας Δεουδές.

— «Τ’ όνειρό μου! Ή πες και τα φούμαρά μου, σαν αγαπάς. Ναι, βέβαια. Ίσως εδώ να στάθηκε το λάθος δικό μου, που το πλέρωσα όμως ακριβά. Δεν έπρεπε ούτε στο ξενοδοχείο να καταφύγω εγώ, να γίνω δούλος, για να τρέχω έπειτα στα Παρίσια, ούτε μαθές να κατεβώ στην Αθήνα. Έπρεπε να μείνω στην Πόλη, και να πάω δάσκαλος. Τι σημαίνει που τους καταράστηκα; Που θύμωσα μαζί τους; Φούμαρα, φούμαρα κι αφτά. Μήπως άξιζα περσότερο από έναν καλαμαρά; Μήπως δεν ήμουνε και γω καλαμαράς; Μπρε σιορ Γιάγκο μου, μπας και δεν είμαστε όλοι μας οι Ρωμιοί σωρό καλαμαράδες; Το καλαμάρι θα μου έδινε ήσυχη ζωή. Θα καθόμουνε στ’ αβγά μου. Ήμουνε καλός μαθητής, μ' αγαπούσανε οι καθηγητάδες μου, θα μου βρίσκανε καμιά δασκαλική θεσούλα στα Θεραπειά ή αλλού, με κανένα μιστό πέντε λίρες. Μα να! Δεν το είπαμε κιόλας; Εγώ από μικρός αγαπούσα τη λεφτεριά και τα γράμματα. Ναίσκε! Πιο λέφτερος ήμουνε δούλος στο ξενοδοχείο, επειδή έκανα τη θέλησή μου, παρά δάσκαλος σ' ένα σχολειό, ακόμη και σκολάρχης. Ήθελα να μάθω, να μάθω κι άλλα, όχι να μεταχεριστώ εκείνα που ήξερα τότες για σκοπό βιοποριστικό , ξεχνώντας πως ήμουνε φτωχόπαιδο και πως έπρεπε πρώτα πρώτα να κοιτάξω να βρω τίμιο μέσο να ζήσω. Εγώ, φίλε μου, γύρεβα να περετήσω ακόμη και την πατρίδα μου στρατιώτης, κι ας εξαιριόμουνε κιόλας σαν ορφανός. Πήγα το λοιπό και γω στην Αθήνα, και αν ήτανε ο γαμπρός μου καλός, θα τα κατάφερνα όπως ήθελα. Ξακολουθούσε όμως αφτός να μεθά και να παίζει. Το χερότερο μάλιστα, σα γύρισα σπίτι από στρατιώτης, μου είπανε πως έδερνε και τη μάνα μου.»

»Μια μέρα τόλμησε τόντις να σηκώσει χέρι απάνω της, μπροστά μου. Μα έπεσα τότες απάνω του και γω, κι α μ’ αφήνανε σήμερα δε θα ζούσε.»

»Από τη στιγμή εκείνη, εννοείς πια πως απάτητο βουνό υψώθηκε ανάμεσά μας. Είχε τα μέσα ο άτιμος και μπορούσε να με διορίσει σε καμιά θέση. Όχι όμως δεν το 'καμε — αλήθεια πως ούτε γω πια μου δεν το ήθελα — μα και όταν έδωσα ξέταση να πάω υπολογιστής στο ναφτικό — βλέπεις, Γιάγκο μου, απ' όλα δοκίμασα — ο γαμπρός μου, αν και πέτυχα, με τα μέσα του το εμπόδισε. Τ’ ακάθαρτο ζο! Που να χαθεί! Σαν το είδα πως αποτύχαινα και σ' αφτό, ζήτησα να γίνω τελεγραφητής. Πήγαινα λοιπόν ένα χρόνο στο Πολυτεχνείο, στην τελεγραφική σκολή, μα ο Αμαντινός και ο Μαβρουδής, για μια μικρή παρατυπία, γιατί δεν είχα καταθέσει στην αρχή του χρόνου δυο δραχμές να πάρω το εισιτήριο, δε μ' αφήσανε να δώσω ξέταση κι έμεινα. Πήγα τότες στον Προπαδάκη να μου βρει δουλειά, μα πατριώτες μου, από φτόνο, με κατηγορήσανε πως ήμουνε χαρτοπαίχτης και πως έπινα, κι άλλα πολλά, και δε με πήρε. Κατάλαβες, Γιάγκο μου; Έφταιγε πάλε ο αδιάντροπος. Μιλούνε οι αθρώποι, δεν ερεβνούνε. Ακούσανε για μεθύσι και για χαρτιά· είπανε πως εγώ έπινα και γω μεθούσα, χωρίς να ξέρουνε πως ήτανε αλήθεια να το λένε για το γαμπρό μου, ψέματα να το λένε για μένα. ‘Πόφερα λοιπό δυο χρόνια. Και τι μπορεί να βάλει ο νους σου, που να μην το δοκίμασα; Στο τέλος μπήκα στην Ακρόπολη διορθωτής. Μα ήμουνε πια βλαμμένος και δεν μπορούσα να βαστάξω σε τόσο βαριά δουλειά. Τι να σου τα πολυλογώ; Με λίγες μέρες έφτυσα αίμα. Είπανε όλοι πως είμαι χτικιασμένος και θα πεθάνω. Εγώ τρόμαξα. Τι λύπη και τι καημός! Να τελειώσω έτσι — δίχως να πάω στα Παρίσια μου! Η μητέρα μου μόνη μέσα στους άλλους δεν έχασε μήτε το θάρρος μήτε την ελπίδα. Υποθήκεψε τότες τα χτήματα του πατέρα μου, που τα είχε ξεχρεώσει πρι, και που ήτανε τώρα δικά της, με περιποιήθηκε με γιατρούς, μ' έστειλε στην Αξιά όπως τη συβουλέψανε — κι έγινα καλά.»

»Μου ακολούθησε και κάτι άλλο, το καλοκαίρι εκείνο, στο χωριό μου, που ίσως πρέπει να σου το πω, επειδή θαρρώ πως κάμποσο εντυπώθηκε στην ψυχή μου, και μου έφερε πάλε τους λογισμούς μου στον παλιό τους το δρόμο τον αγαπημένονε. Πέρασε από τ' Απεράθου ένας Φραντζέζος που μιλούσε τα ρωμαϊκά νερό. Αψηλός, ομορφάθρωπος και με το δεν ξέρω τι που σου δείχνει αμέσως μεγάλης ράτσας βλαστάρι. Περιγητής, λέει, στην Ελλάδα και σα γυρίσει στον τόπο του, θα πει τα παινέδια της, θα πει και για την Αξιά. Εμένα σα θεός μου φάνηκε. Συλλογίστηκα με το νου μου πως μακάρι, μακάρι ένας από μας ή εγώ άξαφνα ο ίδιος, να πηγαίναμε στα γαλλικά τα χώματα, σε κανένα της χωριό, σε καμιά της χώρα στις επαρχίες, να πιάναμε τις κουβέντες με τους ντόπιους, να τους τάζαμε και μεις πως μια και ξαναδιούμε την πατρίδα, θα πλέκαμε στεφάνια για χατίρι τους, για την ομορφάδα δηλαδή της Γαλλίας, για την ξυπνάδα των παιδιώνε της. Γιατί τάχα να μη γίνουμε και μεις τόπος μεγάλος, ζηλεφτός; Του κάκου! Από τότες πιο δυνατά ριζώθηκε στο μυαλό μου πως πρέπει να πάω στα Παρίσια, να διω φως.»

»Μα πού να πάω; Στην κατάσταση μάλιστα όπου βρισκόμουνε! Γιατί σου είπα πως έγινα καλά και είναι αλήθεια. Χρειάστηκε όμως κάμποσος καιρός· όλο κι όλο έφτυνα αίμα. Κι α θέλεις να με πιστέψεις, σιορ Γιάγκο μου, το αίμα το ‘φτυνα μόνο και μόνο από το λόγο που δεν έκανα ό,τι έπρεπε να κάμω, που δεν ακολουθούσα την κλίση μου, που δε μάθαινα και που δεν έγραφα. Με γιάτρεψε ο αέρας της Αξιάς, μόνο ύστερις από ενάμιση χρόνο. Και ξαναγύρισα στην Αθήνα, με την ελπίδα της δουλειάς. Μα δουλειά τίποτα. Λοιπόν αποφάσισα και πήγα στην Πόλη να ξεσκορπίσω τα φούμαρά μου στους τέσσερις ανέμους, να κοιτάξω πως να βγάλω το ψωμί μου. Και τόντις οι καθηγητάδες μου με στείλανε στο Ουζούν-Κιοπρού, διεφτυντή του σχολειού. Αχ! τι δεν έπαθα εκεί κάτω! Πλήξη και σταναχώρια. Νόμιζα πως να διδάσκεις είναι πάντα μελέτη, πάντα γράμματα, και πως να, η κλίση μου και πάλε θα ‘τανε ικανοποιημένη. Μα τι να σου πω; Δεν πίστεβα στα γράμματα που παράδινα. Χολόσκασα, σε δυο μήνες αρρώστησα, στη μέση του χρόνου μου ξαναήρθε το αίμα κι έφυγα. Ξαναγύρισα στης μάνας. Έγινα πάλε καλά στην Αθήνα και πήγα πάλε στον πατριώτη μου τον Προπαδάκη ζητώντας δουλειά. Τον έκαμα να διει πως τον είχανε γελάσει για τη διαγωγή μου και με πήρε στον Ισμό. Μα για την ατυχία μου, σε πέντε μέρες μου ξαναήρθε το αίμα περσότερο από κάθε άλλη φορά.

Τότες απελπίστηκα πια και στην απελπισιά μου έγραψα τη θέση μου του κ. Μανιέρη, του γνωστού τραπεζίτη. Αφτός με προστάτεψε άλλοτες σε μια παρόμοια περίσταση. Πρόθυμος αγαθός άθρωπος. Ήτανε ίσια ίσια κι η μάνα μου μαγέρισσα σπίτι του. Γιατί από τότες που μάλωσε με το γαμπρό μου, πήγε και κείνη σε σπίτι, και κοίταζε τα παιδιά που ήτανε αξιολύπητα, με τη γδύμνια και την πείνα που ‘ποφέρανε στου μπαμπά τους τα χέρια. Με βοηθούσε και μένα όσο μπορούσε. Το λοιπόν έτυχε να είναι στου κ. Μανιέρη. Ο κ. Μανιέρης μ' έστειλε στην Αξιά με δικά του έξοδα, όπου έγινα πάλε καλά. Ύστερις απ' οχτώ μήνες γύρισα ξανά στην Αθήνα, μα για την ατυχία μου ο κ. Μανιέρης δεν έβρισκε δουλειά να με βάλει. Στ’ αναμεταξύ, ο γαμπρός μου παντρέφτηκε, κι η μάνα μου που αρρώστησε, είχε φύγει από του κ. Μανιέρη. Λοιπόν όλοι μας ‘ποφέραμε, η μάνα μου, εγώ και τα παιδιά, ό,τι δε βάζει ο νους αθρώπου. Μέσα στην απελπισιά μου αποφάσισα πια να γλιτώσω, να φύγω να δώσω τωνέ ματιώ μου. Είχε όμως περάσει ο καιρός όπου μπορούσα να βρω στην Πόλη δασκαλική θέση. Τι να κάμω; Έκαμα κουράγιο. Καθώς στην Πόλη, έτσι και στην Αθήνα, ό,τι κι αν έλεγε ο ένας, όσο κι α με κατηγορούσε ο άλλος, μπήκα πάλε γκαρσόνι σ' ένα μεγάλο ξενοδοχείο, και με τα μπαξίσια, με το μιστό μάζεψα πάλε λίγους παράδες· πήγα ζήτησα κι από τον κ. Μανιέρη τα ρέστα για τα ναύλα, και στο τέλος των τελώνε, μπαρκαρίστηκα για τα Παρίσια— τα Παρίσια όπου μ' έσερνε τ’ όνειρό μου, που δε μ' άφησε ποτές ως και στις μεγάλες μου δυστυχίες, η λαχτάρα μου να μάθω να γράφω.

Είπα το λοιπόν τότες, όταν έφυγα, πως στα Παρίσια, στη μεγαλόπολη, κάτι θα κάμω, δε γίνεται, θα μαζώξω λίγα χρήματα να βοηθήσω και τη μάνα μου. Μέσα μου πάλε είπα πως ό,τι βρω, καλό, φτάνει να είμαι στα Παρίσια, να κερδίζω ας είναι και το μισό μου το ψωμί, μα ν’ απομάθω τα φραντζέζικα, να μου μείνουνε ίσως και δυο παράδες, να παίρνω βιβλία, να διαβάζω. Πόσο βγήκανε οι λογαριασμοί μου σωστοί, το είδα σε λίγο. Να σου το ξομολογηθώ πια και τούτο. Από τον πόθο μου να καταφέρω εκείνο που λαχταρούσα, συλλογίστηκα και κάτι που ίσως να μην έπρεπε. Για να είναι τουλάχιστο η μητέρα μου ήσυχη, της παρουσίασα, πρι φύγω από την Αθήνα, ένα πλαστό γράμμα, που τάχα μου το στέλνει ένας μου παλιός συμμαθητής, γνώριμος της και πολύ φίλος μου, παρακινώντας με να πάω εκεί να με συστήσει, να βρω δουλειά. Έτσι τα ‘λεγα της μάνας μου, χωρίς να της πω εννοείται πως πήγαινα για να μπορέσω δουλέβοντας ν’ ακολουθήσω και την κλίση μου. Αν άκουγε για κλίση, για γραψίματα, για φιλολογία, θ’ ανησυχούσε τρομερά, επειδή πάντα της, άμα έβρισκε στα σερτάρια μου τίποτις χαρτιά, τεφτέρια, χερόγραφά μου, τα ‘καιγε, ώστε κι ο γλυκός ο άγγελός μου, η μάνα μου, μ' εναντιώθηκε, για το καλό, καθώς νόμιζε, στον προορισμό μου. Μόλις λοιπόν έφτασα στο Παρίσι, της έγραψα πως ανταμωθήκαμε αμέσως με το Γιάννη τον Καστερνούδη, το γνωστό της το φίλο μου και πως με το μέσο το δικό του, έχω τώρα δουλειά, και πως περνώ καλά, και πως είμαι όσο ποτές εφκαριστημένος. Μουρντάρικη, αχρεία ψεφτιά, με τ’ αποτελέσματα που της αξίζανε. Αχ! να είναι κανείς αναγκασμένος να μη λέει κάποτες την αλήθεια! Να το φέρνουνε αφτό οι αθρώποι, να το φέρνουνε κάποια περιστατικά! Και να μη δύνεται κανένας να ξεγδικηθεί, ν’ αλλάξει να βάλει τα περιστατικά στον ίσιο δρόμο, να δείρει τους αθρώπους...»

Σφούγγισε ο Αντίγονος το μέτωπό του από την περίσσια τη συγκίνηση, από την αντάρα του·

— «Σιορ Γιάγκο μου, από τότες αρχίζει για μένα ίσια ίσια το πιο κοφτερό, το πιο σκληρό βάσανο, το δυνατότερο απ' όσα είχα δοκιμασμένα. Λαβαίνω γράμμα της μάνας μου και μου γράφει, πως με συχαίρεται πρώτα για την εφτυχία μου, πως έκλαψε από τη χαρά της, ακούοντας πως τέλος σωθήκανε τα βάσανά μου, πως θα γίνω και γω άθρωπος και θα πεθάνει πια ήσυχη, παρηγορημένη. Αρχίζει έπειτα σ' ένα δέφτερο γράμμα της μ' ένα γλυκό γλυκό παράπονο, μην τύχει πάλε και το παραπικράνει τ’ αχάριστο, λησμονιάρικο παιδί της, να με μαλώνει πως την ξέχασα στην εφτυχία μου τώρα, που θυσιάστηκε για μένα, που λαχταρούσε να με διει όπως με φανταζότανε πως ήμουνε φτυχισμένος. Γιατί λοιπό να μην έχω οικονομία και γω δυο λίρες τουλάχιστο, να τις βάλω μέσα στο γράμμα μου, αφού όταν έφυγα ήξερα πολύ καλά πως ήτανε χωρίς σπίτι, πως ούτε είναι πια για να πάει να δουλέψει, γιατί γριά είναι κι όλο άρρωστη, μα κάτι να της στείλω, έτσι για να φανεί μονάχα πως τη θυμούμαι, να φκαριστηθεί και κείνη. Λόγια ήτανε αφτά ή μαχαίρια φαρμακωμένα που μου κόφτανε το στήθος; Για διες το που μ' έφερε η περιπαίχτρα η τύχη μου, εγώ να ζω μ' ελεημοσύνη κι η μάνα μου, που μπορώ να θυσιαστώ για δάφτηνε, να μου παραπονιέται πως την ξέχασα, να μου ζητά μικρή βοήθεια στη δυστυχία της και γω να μου είναι αδύνατο να τη βοηθήσω! Σ' ένα της κατοπινό γράμμα πάλε, με παρακαλεί να την ακούσω, να προσπαθήσω να κερδίσω, να δυναμώσω από λεφτά, γιατί αφτό είναι το καλύτερο πράμα στον κόσμο — μου απόμεινε κολλημένος στο μυαλό μου ο λόγος της πιο ύστερα — και πως αν τυχό πολεμώ και πάλε τα παλιά μου — εννοούσε τα γραψίματά μου, τα όνειρά μου, μα ρητά δεν το ‘λεγε —αφτά είναι μπόσικα, γιατί, αν πετύχω, καλά— όπως σε κάθε άλλη δουλειά, υποθέτω! — αν όμως αποτύχω, θα ξαναγίνω φτωχός και δυστυχισμένος. Ο θεός και η εφκή της να με αξιώσουνε να εφτυχήσω, να πλουτίσω, μα να προσέχω να μην τύχει και γυρίσουν αχαμνά τα πράματα, επειδή, λέει, δε θα υπάρχει πια η μαβρισμένη σου η μάνα, για να σε συμπαθήσει, για να με λυπηθεί. Με παρακαλούσε ακόμη να κάμω ένα γράμμα του κ. Μανιέρη, να του πω ένα σπολλάτι και να της το στείλω να βρει έτσι αφορμή να πάει, γιατί έχει ανάγκη, και πως ντρέπεται να παρουσιαστεί δίχως γράμμα μου. Και πως προσμένει πάντα, λέει, γράμμα και λεφτά, να κάμει τη γιορτή μου του Εβαγγελισμού, που είναι τα γενέθλιά μου, επειδή των Ταξιαρχώνε πεθυμούσε βέβαια να φωνάξει τους φίλους μου, να τους φιλέψει, μα δεν εφκολυνότανε ούτε από μια δεκάρα.

Πρόφτασε δα τότες στο ίδιο το γράμμα και μου έγραψε μερικά τραγούδια και μοιρολόγια, κι αν αρέσουν, να της γράψω να σκεφτεί, να μου στείλει κι άλλα. Γιατί να διεις από τι λόγο σου το λέω αφτό. Θυμάσαι, ο Φραντζέζος εκείνος που πέρασε από την Αξιά και τονέ χαρήκανε τα μάτια μου μονάχα, δίχως κάνε να του μιλήσω, μόλις έφτασα στα Παρίσια, έτρεξα να τον έβρω. Με ρώτησε ο άθρωπος τι γύρεβα που σηκώθηκα κι άφησα το χωριό ρου — επειδή νόμιζε πως από κει ερχόμουνε· τα ιστορικά ρου, πού να τα ξέρει; Του αποκρίθηκα πως είμαι στα Παρίσια με το σκοπό να μάθω να γράφω για το θέατρο, που ήτανε η κλίση μου, και τον παρακαλούσα να με βάλει ας είναι και δούλο πουθενά, φτάνει να μου απομνήσκει καιρός να προτοιμάζουμαι. Απλά, πολύ απλά του το είπα, όπως το στοχαζόμουνε κιόλας· φαίνεται πως η απάντησή μου του άρεσε υπερβολικά. Γέλασε, το διαλάλησε στους φίλους του. Να τόπος, τους έλεγε για την Ελλάδα. Κοιτάξτε πως συνεπαίρνουνται οι αθρώποι για τα ιδανικά. Να σου ένας άξαφνα που από το χωριό του, εκεί κάτω, από την Αξιά, έρχεται στα Παρίσια, και γιατί; Για να καλλιεργήσει την ποίηση, για να γράψει ένα δράμα. Πού άλλου βλέπεις τέτοια μιαν αφοσίωση στα γράμματα, με τόση αφέλεια; Κι έλεγε, κι όλο έλεγε για μένα. Μα ο καημένος μ' όλη την καλή του τη θέληση, δεν είχε τα μέσα κι όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να μου βρει θέση. Βρήκε όμως άλλο τρόπο να με βοηθήσει και θα σου τα πω κατόπι. Μου είχε κάμει λόγο για τα δημοτικά μας τα τραγούδια, που αφτά ήρθε να μαζώξει στην Αξιά, κι αν είναι βολετό να βρω που να είναι ανέκδοτα, ξηγώντας μου τι να τα κάμω. Και τότες ίσια ίσια έγραψα της μάνας, να μου βρει, αν μπορούσε, δίνοντας της να καταλάβει πως εδώ τάχα τ’ αγοράζουνε, για να μην της πω με τι σκοπό της τα γύρεβα. Έτσι μου έστειλε τα τραγούδια που σου ανάφερα. Μα πρώτα πρέπει να σου τ’ αποσώσω γω τ’ άλλα της μάνας, που άρχισα να σου δηγούμαι. Στο ίδιο λοιπόν το γράμμα όπου μου αντίγραφε τα τραγούδια, μου πρόστετε ακόμη πως τόσα χρόνια φρόντιζε κείνη για μένα και με σπούδαζε κι όλα, ίσια με την ηλικία μου αφτήνε· τώρα πια και γω που αξιώθηκα να παίρνω λεφτά, μήπως τάχα δεν έπρεπε να της στείλω και κείνης κάτι τι; Πολλά βέβαια δε μου ζητά, μα για να φανεί τέλος η αγάπη μου προς τη μητέρα μου, να πάρει και η ψυχή της άνεση.»

»Κατάλαβες, σιορ Γιαννίκο μου; Έτσι, για δυο παράδες να σφάζει ο άθρωπος τον άθρωπο, τόση να δίνει σημασία ο κοσμάκης στα παλιοχρήματα, ώστε να βλέπει σε δάφτα και δείγμα της καρδιάς; Μου έγραφε κι η ανιψιά μου, που έκανε το γράμμα της μάνας πως με παρακαλεί και κείνη παντού και πάντα να θυμούμαι τη μητέρα μου και να μην είμαι αχάριστος. Να οικονομήσω να τους στείλω κάτι, επειδή κι είναι άρρωστη, χωρίς σπίτι, καταντά κιόλας να πεθάνει από την πείνα.»

»Εγώ, ματάκια μου, έκλαιγα σαν το μωρό. Θυμούμαι, κείνο το πρωί πως ήμουνε στο μικρό το σαλόνι του σπιτιού όπου δούλεβα, επειδή μη βρίσκοντας άλλη δουλειά, μπήκα περέτης σ' ενός Ρωμιού, ενός κάποιου Μπεκίρη, έμπορου, που είχε μια μαιτρέσσα, μιαν Αμερικάνα, που την είχε σπιτωμένη και μ' έβαλε σ' αφτηνής. Ενώ σκούπιζα το λοιπόν τα έπιπλα, τους πλούσιους καναπέδες, τις καρέγλες τις μεταξωτές, ενώ σάρωνα το βαθύ μάλλινο το χαλί, έλεγα μέσα μου· — «Για διες τύχη εσύ! Εδώ η αφεντιά τους να ‘χουνε όλα τα πάντα, όλα του κόσμου τ’ αγαθά, να κάνουνε ό,τι τους περάσει, και γω να δέρνουμαι όχι μόνο που δεν μπορώ να βγάλω το σκοπό μου, μα που και τη μάνα μου αδύνατο να τη βοηθήσω μια σταλούλα.»

»Κοιμόμουνε τότες σε μια κάμαρα του αχουριού της Αμερικάνας, και στον ύπνο μου μέσα έβλεπα τη μάνα μου χλωμή κι ανήμπορη και την άκουγα όπως την ήξερα, να μου λέει πως πεινά και πως θα πεθάνει. Άλλη φορά την έβλεπα κιόλας πεθαμένη και τ’ ανίψια μου από πάνω της να την κλαίνε. Ξυπνούσα, κι έμνησκα ως το πρωί άυπνος. Ενώθηκε η τύχη μου με τον κόσμο, για να με κατατρέχει όσο το δυνατό περσότερο. Από τη λύπη μου καταντούσα όλο αδυνατισμένος κι άρρωστος.

Κι όμως τι παράξενο! Με την αδυναμία μου, με τα ντέρτια μου, με της μάνας τους καημούς, τον προορισμό μου δεν τον αλησμονούσα. Ήθελα πάντα να γίνω κάποιος. Μια και βρισκόμουνε μάλιστα τώρα στα Παρίσια, έπρεπε με το δίχως άλλο κάτι να καταφέρω. Η χρυσή ελπίδα μου άνοιγε τα φτερά της. Εγώ έλεγα, έτσι, αμέσως, να φτιάσω ένα δράμα, να το πάω σε κανένα θεατρώνη, να βγει αριστούργημα, και να παιχτεί. Τότες άξιζε. Μα ο φίλος μου ο Φραντζέζος μου ξήγησε, πως ανάγκη πρώτα κάπως να γνωριστώ κι έπειτα να πάρω φόρα. Πιο ταπεινά όμως ν’ αρχίσω. Με συβούλεψε να σκαρώσω ένα μικρό άρθρο, άξαφνα για τη σημερνή μας Φιλολογία. Πως αρέσουνε τα τέτοια και τα γυρέβουνε. Δε μου άρεζε μένα διόλου το σύστημα, θα προτιμούσα να μπω στο παλάτι από τη μεγάλη την πόρτα, όχι από την πλαγινή την πορτίτσα. Ωστόσο, τι να κάμω; Ίσια ίσια ο Φραντζέζος μου είπε πως πιο κατάλληλο θέμα δεν μπορούσα να διαλέξω, από της μάνας τα τραγούδια. Περίεργο να της το χρωστώ της μάνας και τούτο· δηλαδή να βγω συγραφέας στα Παρίσια, με τους στίχους που αφτή τους είχε στοχαστεί, αφτή που έμενα μ' εμπόδιζε να κάμω παρόμοιους, αφού θα γύρεβε να τους κάψει. Έμενα με συγκινούσανε, γιατί ένιωθα τι πόνο είχανε μέσα τους, που για δικά μου, γνωστά μου περιστατικά μιλούσανε, κι όσο τους διάβαζα έχυνα δάκρυα ποτάμια. Δεν το φανταζόμουν ωστόσο πως και για το ξένο δημόσιο είχανε κάποιο διάφορο. Η μάνα στους στίχους της έβγαζε το άχτι το παλιό της η κακομοίρα, επειδή κάτεχε πως τα σημερνά μας τα κατάντια τα ‘φταιγε πάντα και πάντα ο γαμπρός της· τους θυμούμαι απ’ όξω τους στίχους, αφού και γω τον καταριόμουνε τον ασυνείδητο, που έδειρε τη μάνα μου, που μ' έφερε και μένα σε θέση ελεεινή.»

Ο Αντίγονος σηκώθηκε τότες από το σοφά που καθότανε. Ξέχασε κάθε προφύλαξη, ξέχασε πως έπρεπε να χαμηλώνει τη φωνή του, κι άρχιζε να ξεστηθίζει δυνατά δυνατά, για να ξεθυμάνει φαίνεται καλύτερα·


«Έκαμα την απόφαση μια ρίμα ν’ αρχινήσω,

Τον προκομμένο μου γαμπρό να τόνε φκαριστήσω.



Από τα προτερήματα που έχει η κορμαλιά του,

Που σα σκυλιά τα πέταξε στους δρόμους τα παιδιά του.



Η κάταρά μου να γενεί φίδι να σ' ακλουθήσει,

Και στα βαθιότερα νερά να πάει να σε πνίξει.



Άτιμε των ατίμωνε, μπεκρή τω μεθυσμένωνε,

Περγέλιο των ασώτωνε, σκατά των ξερασμένωνε.



Άτιμε συ κι αχάριστε, ψέφτη και κατεργάρη,

Που ο θάνατος δε βρέθηκε για σένα να σε πάρει,


Τ’ αστροπελέκι που έπεσε στο σπίτι τω γονιώ σου,

Καλύτερα να σ' έκαιγε μόνο και μοναχό σου.



Αντίς κατσίκες που έκαψε, ας έκανε, ωιμένα,

Σήμερα να μη βλαστημώ τη γαίνα που σε γέννα.



Ότα σε γέννα η μάνα σου, αφού ήσουνε οργισμένος,

Καλύτερα ας γινόσουν διάβολος τελειωμένος.



Να είχες εφτά κέρατα που θέλα σε γνωρίσου.

Πως είσαι τρισκατάρατος, να πάνε να σε πνίξου.



Μια πέτρα να σου δέσουνε πάνω στην κεφαλή σου,

Και στα βαθύτερα νερά να ρίξουν το κορμί σου.



Να τρως δερφίνια του γιαλού, κοπριά των αποπάτω.

Με τα τελώνια εσύ να ζεις στης θάλασσας τον πάτο.



Με τα τελώνια εσύ να ζεις, ποτές να μην πεθάνεις,

Καταστροφή και φονικά στον κόσμο να μην κάνεις.



Η τιμωρία που έκαμες των πέντε ορφανώ σου,

Φίδι θα γίνει να ζωστεί, άτιμε, στο λαιμό σου.



Η αδικία που έκαμες στα πέντε ορφανά σου,

Μπάλες και βόλια θα γινού να χύσουν τα μυαλά σου.



Και τα παιδιά σου σήμερα είναι φκαριστημένα,

Απ' τα χεριά του Αλή πασά είναι λεφτερωμένα.



Εσύ δεν ήσουνε άτεκνος, παιδιά να μην κρατήσεις,

Μόνο στον κόσμο τα ‘βγαλες για να τα τυραννήσεις.



Σαν τύραννος τα τυραννάς και σαν κριτής τα κρίνεις,

Και τω χοιρώνε αναθροφή έμαθες και τους δίνεις.



Σα χοίρος μας γεννήθηκες, σα σκύλος θα ψοφήσεις,

Και τ’ όνομα του Αλή Πασά στον κόσμο εδώ θ’ αφήσεις.



Όσα σου πούνε, άτιμε, εσένα δε σε νοιάζει,

Άθρωπος δε γεννήθηκε στον κόσμο να σου μοιάζει.



Ανάθεμαν τους τους γονιούς που έχουνε τέτοια τέκνα,

Και παν και κάνουν προξενιά, να πάρουνε γυναίκα.



Που κάνουν τέτοιες προξενιές να μη μεταλαβαίνου,

Ούτε σε πόρτα εκκλησιάς ποτές να μην προβαίνου.



Γιατί μια μέρα άσκημη θε να τους ξημερώσει,

Που θα ‘ρθει ώρα, στο Θεό απολογιά να δώσει.



Εσύ τα πρώτα παιδιά τα ‘χεις αποριχμένα,

Και δεν το ξέρεις, άτιμε, που είναι κακό για σένα.



Καλύτερα έχου να σε διου στη γης μαρμαρωμένο,

Παρά να ζεις, να σε θωρού τρελό και ξερασμένο.»



Μου ξεστόριζε ολοένα κι άλλους πολλούς στίχους με την ίδια ζέση. Έπειτα γυρίζει και μου λέει·

— «Πώς σου φαίνεται; Να ‘χουμε τέτοιους θησαβρούς και να μην το νιώθουμε; Γιατί έτσι μοιάζει, φίλε μου, πως είναι θησαβροί και το κατάλαβα κατόπι. Τότες δεν το ‘νιωσα. Εσένα, η γνώμη σου ποια είναι; Τους βρίσκεις τάχα τόσο περίφημους;»

Μου το ‘λεγε ο μαργιόλος, πιθανό για να με δοκιμάσει, τι θα πω. Αφού όμως τώρα με ρωτούσε, νόμισα πως δεν ήμουνε πια υποχρεωμένος, καθώς μου το ζήτησε στην αρχή, να μην τον αντισκόφτω, και του αποκρίθηκα·

— «Περίφημοι περίφημοι βέβαια πως οι στίχοι δεν είναι. Μπορεί κανείς να φανταστεί πιο δουλεμένους, πιο χτυπητούς, πια βαθιόνοους ή και ωραιότερους. Μα θάμα, θάμα μονάχο είναι η ποίησή τους. Σε τι μέρος της Εβρώπης ή της Ασίας είδες μιαν απλή, αγράμματη γυναίκα, που τους ατομικούς της, τους οικογενειακούς της τους καημούς, αντίς να πάει να σου τους κουρκουσουρέψει σε μια της γειτόνισσα, έρχεται και σου τους χύνει σε στίχους, σα να μην είχε δουλειά με τους αθρώπους, παρά με τους θεούς, σα ν’ αγνάντεβε μάτι με μάτι, καταπρόσωπα, τη Μούσα; Θυμήσου· Αντωπόν όττι Μούσα προς μ’ ελέξατο. Γιατί τόντις ο Αρχίλοχος, που τονέ βάζουνε ταίρι ταίρι με τον Όμηρο οι αρχαίοι, τι άλλο έκαμε; Σαν τη μάνα σου κι αφτός, το άχτι του γύρεβε να βγάλει, να τιμωρήσει την αδικία, το είχε και κάφκημα· εν δ’ επίσταμαι μέγα·

τον κακώς με δρώντα δεινοίσ’ ανταμείβεσθαι κακώς.

Μήπως το γέρο Λυκάμπα που του έταξε την κόρη του κι έπειτα του την αρνήθηκε, δεν τον κατάτρεξε, δεν τον έβρισε, δεν τονέ μασκάρεψε με τους ιάμπους του τόσο που αναγκάστηκε ο άπιστος και κρεμάστηκε: Μα μήπως κι η γριά με τους στίχους της δεν τον κατάντησε το γαμπρό της ρεζίλι του κόσμου, που να μην τολμήσει πια να βγει στο δρόμο, περγέλιο των ασώτωνε, σου λέει το τραγούδι της· νυν δε δη πολύς αστοίσι φαίνεαι γέλως* που λέει ο Αρχίλοχος; Κοίταξε τι φρέσκο που είναι το έθνος μας, κι από τους αρχαίους τους καιρούς, τι ζωντανό που είναι μέσα του το πάθος.»

— «Μωρέ, μυρουδιά που την παίρνει, Γιαννίκο μου, ο μύταρός σου! Φαντάσου εσύ. Τα ίδια κι απαράλλακτα μου ξηγούσε ο Φραντζέζος μου· μάλιστα μου παρατηρούσε πως να, τ’ αληθινά μας τα σημερνά τ’ αρχαία, μέσα στο λαό, στους πρόστυχους και τους καταφρονεμένους, ακόμη ζούνε και βασιλέβουνε. Και μεις να μην το βλέπουμε, αδερφέ, με την ψέφτικη την κλασικομανία μας! Με παρακίνησε θερμά θερμά ο φίλος μου τότες να γράψω άρθρο, να βάλω μέσα τους στίχους, να τους σκολιάσω λιγάκι όπως είπαμε, και πως αφτός θα μου δώσει να συστατικό για μια μεγάλη φημερίδα του Παρισιού. Να του βγάλω τίτλο· Δεν πέθανε ο Αρχίλοχος. Εγώ στοχάστηκα και κάτι άλλο. Τώρα έμπαινα στη σειρά, καταλάβαινα πια και γω, σύγκρινα και γω πια τους δικούς μας και τους αρχαίους. Έχουνε οι δικοί μας, έχουνε κείνο που δεν το είχανε ή που πάντα τους δεν το δείχνανε οι αρχαίοι, έχουνε το δάκρυ. Γιατί με τους στίχους τους αρχιλοχικούς, στο ίδιο γράμμα, μου έστελνε κι άλλους η μάνα, στίχους για μένα, για το ξενιτεμένο της το παιδί·



Πάλε γυρίσανε οι καιροί και γύρισε η σφαίρα,

Και τρέμουν τα ματάκια μου τη νύχτα και τη μέρα.



Κλάψτε, ματάκια μου πικρά, και τρέξτε σαν τη βρύση,

Έφυγε ο Αντίγονος και πήγε στο Παρίσι.



Κλάψτε ματάκια μου πικρά, όσο να στραβωθείτε,

Που τον Αντίγονό μου πια δεν τον ξαναθωρείτε.



Κλάψτε, ματάκια μου πικρά, μάτια φαρμακεμένα,

Δεν είναι μάνα δύστυχη στον κόσμο σαν εμένα.



Ό,τι έχτιζα, βουλιάξανε· ό,τι έλπιζα, χαθήκα·

Ό,τι κρυφοκαμάρωνα φύγανε και μ' αφήκα.



Μακριά ταξιδεφτήκανε και δε με λυπηθήκανε,

Στα κύματα της θάλασσας ολότυφλη μ' αφήκανε.



Ολότυφλη και σκοτεινή βρίσκουμαι νύχτα μέρα,

Ούτε τον ήλιο βλέπω πια ούτε δροσιά του αέρα.



Πες το, πες το δα, πως η μάνα μου εμένα ήτανε το μάννα τ’ ουρανού μου. Καταλάβαινα τώρα. Μια και μ’ έβαλε στο νόημα ο Φραντζέζος, σου το ‘σιαξα, φίλε μου, το άρθρο μου, μισό με τον Αρχίλοχο, μισό με τη μητρική στοργή, σου το συγύρισα, σου το κατάφερα σωστό λουκούμι. Και το χάψανε μια μορφιά. Μου έδωσε ο καλός μου ο προστάτης το συστατικό που μου έταξε, το πήγα, κοκόνα μου, στο Φιγκαρό, μίλησα του διεφτυντή του ίδιου και τι θαρρείς; Μπήκε δυο μέρες κατόπι ο Αρχίλοχος πρώτο άρθρο στην ξακουστή φημερίδα. Έτσι διαβάστηκε ο Αντίγονος Αντιγονιάδης και στα Παρίσια.

Εγώ τώρα, το πιστέβεις, καμάρωνα και δεν καμάρωνα. Ρωμαίικο κεφάλι, τι τα θες; Είχα έρθει στο Παρίσι με την ιδέα να εργαστώ για το θέατρο. Τέτοιος ο προορισμός μου, να γράφω δράματα. Και να σου άξαφνα που γράφω άρθρο! Μου φάνηκε σα να ‘πεφτα δέφτερος. Να μην ξεχνούμε ωστόσο και τα εκατόν πενήντα φράγκα χρυσά, παρακαλώ, που χτύπησα για τ’ άρθρο μου. Καλά πλερώνουνε οι φημερίδες στα Παρίσια. Μου άνοιξε την όρεξη, και στη χαρά μου έστειλα της μάνας τα εκατό, κρατώντας για μένα τα πενήντα μονάχα, μα με το σκοπό να κάμω κι άλλα, να πλερωθώ το ίδιο. Αχ! κάλλια να τα κρατούσα, για ν’ αντέξω κατόπι στην μπόρα που με πλάκωσε. Γιατί γλήγορα γύρισε η τύχη. Αχαμνά στην αρχή δεν τα πήγα, και περίεργο που το μόνο καλό στη ζωή μου κι ο μόνος παράς, μου ήρθανε από τη λατρεία μου για τα γράμματα. Έγραψα ένα δυο άρθρα, τα πήρανε, τα βάλανε. Σκάρωσα και τέταρτο. Εδώ σκούνταψα. Ο διεφτυντής που με δέχτηκε τόσο εβγενικά, ήτανε πολύ έξυπνος άθρωπος, ίσως και λιγάκι παράξενος· έλεγε πως στο Παρίσι ο πρώτος που λάχει κι απαντήσεις στα μπουλεβάρια, έχει μέσα του ύλη για ένα, ένα δυο άρθρα της προκοπής, όχι παραπάνω, εξόν αν είναι απάγγελμά του. Φαίνεται πως εμένα στείρεψε η σειρά μου, ύστερις από τα τρία που μου δημοσίεψε. Το τέταρτο δε θα του άρεσε. Δεν ήξερα βλέπεις και το απάγγελμα, για να φτιάνω και να φτιάνω άρθρα της ντουζίνας. Πού να τη μάθω την τέχνη; Στους δασκάλους μας; Αλλοίμονο!

Έτρεξα στου φίλου μου του Φραντζέζου. Μου έδωσε λαμπρή συβουλή. Να καταπιαστώ δηλαδή μια σωστή μελέτη για ένα μεγάλο πια περιοδικό, απάνω στο σημερνό μας το θέατρο, το ρωμαίικο. Εμένα μου έστεργε το θέμα έτσι, μισά και μισά. Μου ερχότανε και πάλε σαν ξεπεσμός να καταγίνουμαι δα με δικά μας πράματα, με ρωμιοδουλειές με νεοελληνικά. Εγώ αψηλοπιανόμουνε για τα φραντζέζικα, μια κιόλας που δε με δυσκόλεβε πια η γλώσσα. Για γαλλικά περιστατικά, για γαλλικά ήθη λαχταρούσα να κουβεντιάσω. Δεν πειράζει. Έγινε το χατίρι του φίλου, τέλειωσε η μελέτη, φιλοξενήθηκε στο περιοδικό, πέτυχε. Τότες πια τ’ αποφάσισα με το νου μου, τώρα μάλιστα που το γλυκό τ’ αγέρι φούσκωνε τα πανάκια μου, τ' αποφάσισα να τραβήξω αλάργα, να γράψω ένα δράμα, επειδή τι σημαίνει άθρωπος που έχει κλίση για το θέατρο και που για το θέατρο δε γράφει; Αχ αδερφέ μου, τότες είδα των παθώ μου τον τάραχο. Να πεις πως ήμουνε φαντασμένος, φουσκωμένος, πως αξία καμία δεν είχα, δεν απορείς με δίκιο να το πεις, αφού το ‘δειξα κιόλας πως είχα μέσα μου κάποια φλέβα, ειδεμή πως θα τα κατάφερνα εκείνα μου τ’ άρθρα; Πώς θα μου τα βάζανε; Βέβαια πως και το δράμα μου — να, ένα μονόπραχτο δραματάκι, αδερφέ — που δεν το ‘πιανα δα γι' αριστούργημα, βέβαια όμως πως για πέταμα δεν ήτανε. Μήτε να παραπονεθώ ταιριάζει πως τάχα οι αθρώποι μου δείχνανε κακή θέληση. Διόλου. Είχανε δουλειές, είχανε άλλες δουλειές. Φυσικό, πολύ φυσικό. Δεν αδειάζανε. Παρίσι αφτό, ματάκια μου. Δε χωρατέβει. Πού ν’ αδειάσει κανείς; Πού να το υποψιαστούνε πως εμένα τα ιδιαίτερα, τα οικογενειακά μου τα περιστατικά, δε μ' αφήνανε να προσμένω; Ποιος όμως σ' ένα Παρίσι δεν αναγκάζεται να προσμένει; Ο Φραντζέζος ο φίλος μου — που να πάρει ο διάολος έλειπε τότες στην Αγγλία — μου έλεγε μια μέρα πως στα Παρίσια, ώσπου ν’ αναγνωριστεί μια όμορφη γυναίκα, ώσπου η ομορφιά της να ξακουστεί, πρέπει πρώτα να γεράσει, τόσο θέλουνε όλα καιρό, από τον περίσσιο τον ανταγωνισμό. Μήπως όμως και για να γίνει Παρίσι το Παρίσι, δε χρειάστηκαν τάχα αιώνες κι αιώνες, αιώνες για να καλλιεργηθεί το κάθε τις, όχι μόνο η τέχνη, όχι μόνο η φιλολογία, μα κι η μόδα, μα κι ένα παπούτσι, αδερφέ, μα κι ένα μαντίλι, μα κι ο τρόπος ακόμη που ξέρει και βαστά το μαντίλι στο χέρι της, μια γυναίκα;»

Σώπασε μια στιγμή ο Δεουδές. Λύπη μεγάλη σκοτείνιασε το πρόσωπό του και του αβλάκωσε το μέτωπο βαθιά. Έπειτα ξακολούθησε, σηκώνοντας το κεφάλι, σα να τονέ σούβλισε άξαφνα κανένας πόνος, σα να ήθελε να φωνάξει·

— «Θυμούμαι, Γιαννίκο μου, θυμούμαι μιαν απογεματιανή καταραμένη όπου μ' έδερνε η απελπισία, μ' έδερνε τόντις, καθώς ο άνεμος δέρνει τα φύλλα και τα χτυπά δώθε κείθε. Και μένα το ίδιο η τύχη, λες εκείνη τη μέρα και μ' έσπρωχνε από τον ένα δρόμο στον άλλονε, μέσα στ’ αμάξι που καθόμουνε και που το κωλόσερνε, με τι τραντάγματα, Θε μου, ένα ψωράλογο, μισό ψόφιο. Είχα βγάλει πεντέξι αντίγραφα του δραματιού μου, επειδή το ήξερα πως δε σου τα γυρίζουνε πίσω αφτοί, κι έτσι μπορούσα να το μοιράσω σε μερικούς, να διω ποιος απ’ όλους θα το θελήσει. Λοιπόν εκείνη την απογεματιανή, με τ’ αμάξι, πήγαινα κάτι να μάθω από τους διάφορους που τους είχα δώσει το δραματάκι. Το συλλογιόμουνε τώρα, ενώ σκούνταφτε η φοράδα σε κάθε της βήμα, το έργο μου το χαδεμένο και πότε μου φαινότανε τόσο καλό που έλεγα πως αδύνατο να μην το πάρουνε· πότε πάλε σα φοβόμουνε πως ίσως να μην άξιζε πολύ κι έλεγα μέσα μου· — «Αχ! Ας γελαστούνε κι ας το πάρουνε!»

»Δεν το πήρανε. Η στερνή μου ελπίδα ήτανε ακόμη ένας θεατρώνης, που είχα σωρό σωρό συστατικά γι' αφτόνε από το διεφτυντή του περιοδικού και της φημερίδας, όπου δημοσιεφτήκανε, καθώς είδαμε, τ’ αρθρουδάκια μου. Με τρεμάμενη φωνή πέταξα του γέρου του αμαξά την αντρέσα του θεατρώνη. Τι περίεργο! Να πας να βρεις έναν άθρωπο και να ξέρεις πως ο λόγος που θα βγει από το στόμα του, θα είναι για την τύχη σου, για το μέλλο σου, για τη ζωή σου, απόφαση δικαστική! Α σου πει ναι, γλιτωμένος. Χαμένος, αν πει όχι!...»

Ο Δεουδές στάθηκε μια στιγμή και με κοίταξε. Στην άκρη άκρη του ματιού του, συγκεντρωμένο, έλαμπε το φίνο το χαμόγελο του Ρωμιού. Η ματιά του διαπεραστική, σουβλερή μάλιστα, που τέτοια δα δεν την είχε κι από φυσικό του·

— «Θέλεις ν’ ακούσεις και τη μάβρη; Να! Η ράτσα η δική μας έχει θέληση, θέληση ν’ αντέξει, και στη θέλησή της αφτή, δείχνει τρανή συνέχεια. Μα συνέπεια η ατομική θέληση δεν έχει· συνέχεια το άτομο δεν έχει στα κινήματά του. Κουράζεται. Σταματά. Σταμάτησα τότες και γω. Βέβαια πως ήτανε τα περιστατικά μου δεινά. Θέση δεν είχα να βγάλω το ψωμί μου. Η Αμερικάνα το κατσίρντισε κι ο Ζαχαρίας, απελπισμένος, σκοτώθηκε. Φίλο δεν έβλεπα. Μου τα κορύφωσε όλα η απάντηση του θεατρώνη, που με ύφος εβγενικό μου αποκρίθηκε·

— «Όχι. Δεν κάνει όπως είναι. Πρέπει να ξαναδουλεφτεί.»

»Και μου το γύρισε. Τι πείραζε; Γιατί τάχα να μην το πάρω πίσω, να το ξαναδουλέψω το δραματάκι; Τι σήμαινε που η Αμερικάνα το κατσίρντισε και που σκοτώθηκε ο Ζαχαρίας; Δεν μπορούσα τάχα να γυρέψω άλλη θέση, και με τ’ αρθρουδάκια μου δα, ένα εδώ, ένα εκεί, να κερδίζω το ψωμί μου, δε σου λέω φραντζόλα, λέω μια φέτα ψωμί; Τίποτα! Τσακίστηκε η θέλησή μου, όπως τόσες φορές σε μας. Τέλειωσε!»

Ο Αντίγονος έσκυψε το κεφάλι. Τώρα έμοιαζε σα να κατέβαινε ως τα σπλάχνα του μέσα η σουβλερή εκείνη του η ματιά·

— «Δε φταίει ο θεατρώνης. Εγώ δε φταίω. Ίσως κι η φυλή μας να μη φταίει. Τα φταίει όλα κι όλα η σκλαβιά! Η σκλαβιά, ναίσκε. Παρατήρησα τι βλέπει κανείς άξαφνα στους ξένους τόπους· ένας που γράφει ξακολουθά και γράφει, γράφει με συνέχεια, επειδή έτσι το φέρνει τ’ απάγγελμά του, ο προορισμός του, λοιπόν και το χρέος του έτσι το θέλει. Σε μας, μουντζουρώνουν κόλλες χαρτί, ρώτημα δεν είναι. Μα κάποτες ο φρόνιμος Ρωμιός, που σήμερα βγάζει ένα βιβλίο, φοβάται να βγάλει κι άβριο. Φοβάται να γίνεται κι άβριο λόγος για τον εαφτό του, όταν έγινε σήμερα. Σου το θαρρεί, σου το θαρρούνε κι οι άλλοι, πως είναι φρονιμάδα, πως είναι μετριοφροσύνη. Σκλαβιά, σκλαβιά είναι. Γιατί ο σκλάβος δεν πρέπει ν’ ακούγεται κάθε τόσο. Τ’ όνομά του πειράζει τον αφέντη, που του κόφτει το κεφάλι. Σκλαβιά. Πάντα η σκλαβιά!»

Στα χείλια του είχε χαθεί το χαμόγελο το φίνο. Πρόστεσε με λύπη·

— «Ας αφήσουμε πως τα φοβούνται τα γράμματα οι γονιοί μας, πως τα καίνε τα έργα μας οι μανάδες, επειδή κι είμαστε ακόμη παιδιά, επειδή κι είμαστε άπραχτοι ακόμη και το ξεμάθαμε, ποίηση τι θα πει, ενώ αφτή στάθηκε η αληθινή μας η δόξα.»

Ησύχασε πάλε ο Αντίγονος και η έκφραση του έδειχνε τώρα γλυκιά κι ειρηνεμένη·

— «Ένα καλό έχω, που αγάπησα, που αγαπώ την πατρίδα.»

»Την αγαπώ, ή μήπως και σ' αφτό γελιούμαι; Μπορεί να την αγάπησα στην απελπισία μου, γιατί τότες ήμαστένε στα 1897, κι ότι άκουσα για τον πόλεμο, μ’ όλη μου την αδυναμία, επειδή άρχιζα πάλε να φτύνω αίμα —το ‘φερνε η αποτυχία μου, η σύχυση — αποφάσισα να πάω, με την ελπίδα πως θα μ’ έβρισκε κανένα σπλαχνικό βόλι, να πάψουνε τα βάσανα. Έγραψα λοιπόν της μάνας μου πως θα πάω, για να μη με διει ξαφνικά· μα λαβαίνω γλήγορα ένα της γράμμα· πάλε άνω κάτω. Μου ορκίζεται στην ψυχή της, πως την ώρα όπου θ’ ακούσει πως πήγα, δε θα φυλάξει να με διει, παρά ίσια θα πάει να πέσει στο Φάλερο. Και μόνο αφτό ακόμη δεν της έκαμα, και τώρα στα γεράματα της γυρέβω να της το κάμω; Αντίς να προσπαθήσω να πιάσω κι άλλα λεφτά στο Παρίσι, όπου είναι μπόλικα και το ξέρει αφού της έστειλα κιόλας, αντίς να της στείλω κι άλλα, να τη δροσίσω, να τη φκαριστήσω, να σου που θυμήθηκα ξανά τη βρομο-Αθήνα. Ξέχασα τάχα τη συφορά και την πείνα και τη γδύμνια που πέρασα; Θέλω να ξαναπάω στον τόπο τον ελεεινό; Εκείνη νόμιζε πως στα τριάντα χρόνια έβαλα πια γνώση, πως έφυγα με απόφαση να γίνω άθρωπος, πως έγινα, πως έστρωσα εδώ και δυο μήνες, πως έβγαλα όνομα στα Παρίσια, πως πουλούσα τραγούδια και πως κέρδιζα ό,τι θέλεις, μα τώρα βλέπει πως του κάκου, τα χάλασα όλα κι έχω πάντα το ίδιο κεφάλι.»

Ο Αντίγονος μου τα ‘λεγε, μου ξεστήθιζε το γράμμα της μάνας του, μ' ένα ύφος ολότελα διαφορετικό από κείνο που είχε δω και μια στιγμή, σα μιλούσε για το Παρίσι και για τα παρισιάνικά του τ’ αντραγαθήματα, για τ’ άρθρα του, τα περιοδικά του, για το δραματάκι που κόντεψε να γίνει δεχτό. Παρατήρησα πως του φαινότανε τότες του ίδιου σα να βρισκότανε ακόμη στη μεγαλόπολη. Λες κι η ψυχή του ανέβαινε δυο τρεις βαθμούς πιο απάνω από τη συνηθισμένη της θερμοκρασία· υψωνότανε κι αφτός πιο απάνω από τον εαφτό του. Άναφτε ο νους του· ρητόρεβε με ζέση· γενικές ιδέες πηγαινοερχόντανε στο κεφάλι του, φιλοσοφούσε, ψυχολογούσε τη φυλή μας. Γινότανε μ’ ένα λόγο άλλος άθρωπος.

Τώρα, ότι έφεβγε, που να πεις, από το Παρίσι, ότι δηλαδή άλλαζε κουβέντα, εφτύς άλλαζε κι ο νους του κι η ψυχή του. Μίκραινε. Συνάμα κατέβαινε η θερμοκρασία. Κατέβαινε πιο χάμω κι ο ίδιος. Έβλεπες μια ξαφνική αφομοίωση του άτομου στα στενά, ταπεινά, περιορισμένα του ατομικά. Ένα γράμμα της μάνας του, στο μεγάλο το σκοπό που κυνηγούσε, δηλαδή να βγει ποιητής, του ερχότανε πιο σπουδαιότερο από την ποίηση, από το ιδανικό του. Και βέβαια πως σπαραχτικό, πολύ σπαραχτικό το δράμα της ζωής του, σπαραχτικό ν’ ακούγεται της απόμακρης μάνας η φωνή μέσα σ' έναν αγώνα που δεν τον υποψιαζότανε κάνε, σπαραχτική μάλιστα η αδικία της προς το γιο της που από θυσία της έκρυφτε την αλήθεια. Συγκινητική βέβαια και του δύστυχου η παιδική στοργή. Μα όπως κι αν είναι, σαν πιασμένα τα φτερά του· σα να μην το κατόρθωνε να βγει από τη φωλιά, να πετάξει προς τον ουρανό.

Και όμως η διαφορά που τόσο ξάστερα μαρτυρούσε ο τρόπος του ο ίδιος μεταξύ, που να πει τινάς, του Δεουδέ του παρισιάνου και του Δεουδέ που έμνησκε ακόμη Πολίτης, τέτοια διαφορά μου έδειχνε θεοφάνερα και μου απόδειχνε, πως ο Δεουδές δε γελάστηκε όταν πίστεψε στον προορισμό του. Σίγουρο πως είχε κάτι μέσα του, το κάτι εκείνο του ποιητή, το κάτι που γεννά τα έργα τα μεγάλα. Κατάλαβα καλύτερις από τότες τι ακολούθησε κατόπι, και δικιολόγησα τον καημένο τον άθρωπο που βασανίστηκε όλη του τη ζωή, μόνο και μόνο γιατί δεν μπόρεσε ν’ ακολουθήσει τον προορισμό του.

Εκείνος, ενώ μέσα μου κατρακυλούσανε τέτοιοι λογισμοί, που το ρέμα τους περνούσε πολύ μακριά του και δεν μπορούσε να το νιώσει, εκείνος όλο κι όλο μου μιλούσε για τη μάνα του και για τα γράμματά της. Περίεργο κι αφτό. Τη μάνα του τη λάτρεβε, το είδαμε δα· ωστόσο, δίχως να το θέλει, δίχως μάλιστα να το ξέρει, θα καταλάβαινε πως κάτι έτρεχε με τη μάνα· της χρωστούσε τη σωτηρία του· η μάνα του τόσες φορές τονέ γλίτωσε· η μάνα του μάλιστα του έδωσε αφορμή για το πρώτο του άρθρο· δική της η πρώτη του νίκη. Μα και τα βάσανά του, από ποιαν άλλη πηγή του ερχόντανε; Και κατόπι, μήπως η μάνα του, μήπως η αγάπη του για τη μάνα, μήπως μαζί με τους καημούς του, μήπως και της μάνας τα δυστυχήματα — μου το μολογούσε κιόλας· — δεν το φέρανε κάπως, δεν το προξενήσανε το στερνό του το κάμωμα, τούτο δα που μου τον κουβάλησε νύχτα μεσάνυχτα στο κιόσκι μου, φυγόδικο, ανήμπορο, χλωμό, κατσιρντισμένο από τη φυλακή; Τόσο είναι αληθινό πως συχνά ο γλιτωμός μας κι ο χαμός μας, είναι πεσκέσια εκεινώνε ίσια ίσια που τους αγαπούμε και που μας αγαπούνε περσότερο από τους άλλους.

Ο Αντίγονος, σα να κρατούσε χαρτί στο χέρι και να το διάβαζε, με μια φωνή που λες και ψαλμουδούσε, περάτωνε τα παλιά του τα ιστορικά·

— «Με παρακαλεί πολύ το λοιπό, ξακολουθούσε στο γράμμα της, να προσπαθήσω να της στείλω λεφτά, να πλερώσει τη Φλώραινα και το Δετούση — χρωστούσε σ’ αφτούς — γιατί τους ντρέπεται να τους βλέπει, να της μηνούνε όλη την ώρα. Της γράφω τότες πως στο Παρίσι δεν απολαβαίνει κανείς άλλο καλό, παρά πως μαθαίνει γλώσσα και πολιτισμό — δε θέλησα να πω γράμματα — πως χρειάζεται κάνεις να ‘χει πολλά να ξοδέψει, όχι να κάνει παράδες (προσπαθούσα δηλαδή μ' αφτά να δικιολογηθώ που δεν της έστελνα χρήματα.) Σαν είναι όμως κανείς οικονόμος, της βάζω, σαν έχει πόνο μέσα στην καρδιά του, σα λυπάται τον εβεργέτη του, και τριάντα μόνο φράγκα να ‘παιρνε το μήνα, τα πέντε πάντα έπρεπε να τα ξεχωρίζει, να τα στέλνει της μαβρισμένης της μάνας. — Το ‘λεγα και τούτο, για να μην απορήσει που κατόρθωνα πέντε φράγκα μονάχα να της ποστάρω. Στο άλλο της γράμμα το λοιπό, μου γράφει πως παίρνω εκατόν πενήντα φράγκα το μήνα — έτσι κατάλαβε τότες τα εκατόν πενήντα φράγκα που μου πλερώθηκε το άρθρο μου, δηλαδή, όπως της το ‘φερα, τα τραγούδια μου — και πως τα οικονομικά μου πάνε κάθε μέρα καλύτερα, μα τώρα που μου είπε να της στείλω, της φέρνω τον κατακλυσμό. Μου το ξανάγραψε, λέει, και μου το ξαναγράφει, πως άλλο τίποτα να μην έχω στο νου μου, παρά να πιάσω λεφτά, για να μην έχω ανάγκη κανένανε, γιατί αν ξαναδυστυχήσω, δε θα βρεθεί στον κόσμο άθρωπος να με λυπηθεί. Και είναι ντροπή μου, σε τέτοια ηλικία, να μην είμαι άξιος να ‘χω τον τρόπο μου. Ο Σταμάτης που είναι αγράμματος, πιάστηκε από λεφτά, έχει ως εικοσιπέντε χιλιάδες φράγκα χρυσά κατάσταση, άλλα τόσα έχει ξοδεμένα για τους γονιούς του κι απάνω του, ωστόσο ακόμη δουλέβει να πληθαίνει τα χρήματά του, γιατί στα στερνά του δεν ξέρει τι θα του τύχει. Μα εγώ δε συλλογιούμαι τα στερνά μου, παρά όσα κερδίζω τους δίνω δρόμο, και χίλια φράγκα να κέρδιζα το μήνα, θα τα χαλνούσα. Ν’ αλλάξω το σκοπό μου και το κεφάλι μου, κι αφτά που μου γράφει, να τα θυμούμαι, να τα μελετώ κάθε μέρα και βλαστήμα με. Όλοι πια οι συγγενήδες και φίλοι με συχαίρουνται, και το ‘χουνε καμάρι που αξιώθηκα να πάω στα Παρίσια, να βρω δουλειά. Εγώ τίποτα! Θυμήθηκα τη βρομο-Αθήνα που μ' έφαγε. Και τέλειωνε το γράμμα της τάχα με χαιρετίσματα στον Κεστερνούδη, που λείπει από την πατρίδα του τόσα χρόνια, ορφανό παιδί, και με την πομονή του έγινε άθρωπος.»

»Κάθε γραμμή από τα γράμματά της, σαν το διάβαζα, γινότανε πυρωμένο μαχαίρι και μ' έσφαζε. Προ πάντω φοβήθηκα όταν είδα πως αν πάω, θα πάει να πέσει στο Φάλερο. Μα μπορούσα κιόλας να μην πάω; Στο Παρίσι, πώς να μείνω; Την πατρίδα πώς να μην την περετήσω; Αναγκάστηκα για τα νάβλα να τα ζητήσω από μια εταιρία ελληνική που σου δίνει τα μισά. Λοιπόν έφυγα. Πλάγιαζα στο κατάστρωμα. Όταν έφτασα, η μάνα ήτανε πάλε σε σπίτι και κοίταζε τα παιδιά. Μα ο ερχομός μου τη μισοσκότωσε. Μέρα νύχτα έκλαιγε. Πάντα θαρρούσε πως είχα σειρά καλή στο Παρίσι και την παραίτησα. Εγώ τη δέφτερη μέρα που ήρθα, πήγα στρατιώτης κι ύστερις από λίγες μέρες φύγαμε για τις Θερμοπύλες. Εκεί σταθήκαμε περσότερο από τέσσερις μήνες και το Σετέβρη απολυθήκαμε. Γύρισα βαζιεστισμένος με θέρμες. Είχα πάθει και κατέβασμα. Πήγα στην αρχή στο στρατιωτικό κι έπειτα στο πολιτικό νοσοκομείο, μα δεν έγινα καλά...»

Δεν ξέρω πως, ενώ μου τα ‘λεγε αφτά, εγώ συλλογιόμουνε τη μάνα του, τη μαγέρισσα, και τη φανταζόμουνε μ' ένα πρόσωπο λιγνό, μακρύ και ξερό, με τα χέρια λιγδωμένα, με τα μάτια γυαλιστερά, όπου έλαμπε στην κόχη μια κίτρινη σπίθα, που έμοιαζε σα λίρα. Τη σιχαινόμουνε. Άδικο είχα και το κατάλαβα, σαν ξακολούθησε ο Αντίγονος·

— «Τότες πάλε όταν ξαναρρώστησα κι έφτυνα αίμα, βγήκε η μάνα μου από το σπίτι όπου ήτανε μαγέρισσα, είχε λίγους παράδες, δανείστηκε μερικούς ακόμη και μ' έκαμε καλά. Τουλάχιστο ύστερις από δεκαπέντε μέρες σηκώθηκα. Εγώ πάντα φαίνεται τα ίδια. Όσο δεν μπορούσα ν’ ακολουθήσω την κλίση μου, αρρωστούσα. Κι έπρεπε τότες η μάνα η καημένη να βοηθήσει. Μα τα λεφτά της είχανε σωθεί, πρι σηκωθώ. Ζήτησε το λοιπό, βρήκε πάλε σπίτι και πήγε αρρωστημένη. Την άλλη μέρα μας γύρισε και αφτή άρρωστη, θαρρώ πως θα είχε βαλμένους κατά μέρος δυο τρεις παράδες, και δεν το ‘λεγε. Μα πήρε πάλε απάνω της, βρήκε άλλο σπίτι, πήγε πάλε. Από τότες ερχότανε κάθε δυο μέρες, μου έφερνε λίγο φαγί, μου άφηνε κανένα μικρό μικρό χαρτζιλίκι, να περνώ. Μα όπως κι αν είναι, ο ερχομός μου από το Παρίσι την έριξε ολότελα χάμω. Τι τα θες; Εβδομήντα χρονώ γυναίκα και δούλεβε από δέκα. Οικογένεια τι θα πει, τι θα πει χαρά φαμελιάτικη, απάνω κάτω δεν ήξερε. Και να, στο τέλος της μακρινής, βασανισμένης ζωής της, τι μπορούσε να προσμένει; Τι να της ήτανε άραγες μελικό; Την έβλεπα χλωμή χλωμή κι αδύνατη. Ένα βράδυ που ήρθε, τη βρήκα πιο αδύνατη, άσπρη σαν το πανί. Παραπονιότανε πως είχε κάποτες μια ζάλη στο κεφάλι, που δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Την παρακαλούσα να μου πει καλά καλά τι έχει, και μου αποκρίθηκε πως κάθε βράδυ ‘ποφέρνει, μα καμιά φορά πιστέβει πως η ψυχή της θα βγει. Και δεν της μέλει, λέει, παρά πως δε θα βρεθεί λεφτό στην τζέπη της, να τη θάψουνε σα χριστιανή, μόνο θα την αφήσουνε στους δρόμους, να την τραβήξουνε τα σκυλιά.»

»Εγώ από τότες πήρα υποψία πως κάτι τρέχει, πως είναι αχαμνά στην υγεία της και μου το κρύφτει Αχ! σ' άλλονε ίσως θα φανούνε αφτά τιποτένια και θα συλλογιστεί πως τι πειράζει, μιας γριάς μαγέρισσας μια ζάλη και μια παραζάλη; Εμένα, Γιαννίκο μου, αφτά δα ίσια ίσια τα τιποτένια με κάμανε να τρώνε ανήμερα φίδια την καρδιά μου. Πέλαγο απονιάς είναι ο κόσμος για τα θύματά του. Έλεγα μέσα μου πως αν οι φόβοι της αρρωστημένης μου της μάνας, και οι δικοί μου οι φόβοι αληθέψουνε, α μου πεθάνει, έτσι όπως είναι τώρα στα ξένα χέρια, βασανισμένη, δυστυχισμένη, απαρηγόρητη, χωρίς δροσιά, χωρίς ελπίδα για το αχάριστο παιδί που τόσο αγάπησε, που την πλερώνει τόσο σκληρά, ν’ αφήσει λέει, τη δουλειά του στο Παρίσι, όπου ήτανε αφέντης, να ‘ρθει στην Αθήνα για να δυστυχά καθώς πρώτα, για να σκοτώσει τη μάνα του από τη λύπη — αχ! αν η μάνα μου, η γλυκιά μου η μάνα πεθάνει έτσι, φοβόμουνε που έβαζα τέτοιο πράμα με το νου μου, κι ωστόσο για σίγουρο το είχα, το ‘κανα κιόλας απόφαση, πως θα ζητήσω φοβερή εκδίκηση από τον κόσμο. Τι με φέλεσε ως τότες η καλοσύνη μου, η ανεξικακία, η συχώρεση για κείνους που σταθήκανε αφορμή της καταστροφής μου, αρχίζοντας από τον κακούργο το γαμπρό μου; Και το χερότερο, να βλέπω τώρα σε τέτοια κατάσταση τη μάνα μου και να σιχαίνουμαι τον ίδιο τον εαφτό μου! Ποιος απ’ όσους στη ζωή μου απάντησα μου έδειξε το πιο μικρό διάφορο για όσα ‘πόφερα; Ποιος μου έδειχνε και σήμερα; Μ' αδικήσανε, με συκοφαντήσανε, με διώξανε που ζητούσα γονατιστός δουλειά, να ζήσω τίμια, να μπορέσω να προδέψω, να μπορέσω αχ! ν’ ακολουθήσω την κλίση μου, να φανώ χρήσιμος στον κόσμο, να γράψω! Τίποτα. Στη δυστυχία μου με περιφρονήσανε και με ταπεινώσανε. Αποτέλεσμα όλωνε αφτώνε ήτανε να βλέπω τα όνειρά μου ξεσκορπισμένα στους τέσσερις άνεμους, να βλέπω τη μάνα μου να λιώνει στα ποδάρια της, για να μου φέρει ακόμη να τρώγω — που να ‘τρωγα το σφάχτη και τον περίδρομο! — χωρίς μπορώ να καταπιαστώ τίποτα, να τη σώσω, να τη βοηθήσω καθόλου, να βοηθήσω τον ίδιο τον εαφτό μου, παρηγορώντας τη μάνα μου τη μονάκριβη, που μ' έκαμε άθρωπο, που της χρωστούσα — τι πείραζε που δεν το ήξερε; — και τη μικρή μου επιτυχία στον αγιασμένο μου τω γραμμάτωνε τον αγώνα. Το καινούργιο της το σκέδιο ήτανε πάλε να βρει τα νάβλα μου για το Παρίσι, να με στείλει να πιάσω την καλή δουλειά που είχα και την παραίτησα, γιατί φοβότανε, είπε σε μια πατριώτισσά της, πως αν πεθάνει πρι με στείλει, θα μείνω και δε θα μπορέσω να πάω, παρά θα ξαναποφέρω καθώς πρώτα και θα χάσω το μέλλο μου. Μελετούσε πολύ πολύ τώρα το θάνατο. Και όμως ήθελε να με στείλει εκεί όπου θαρρούσε πως εφτυχούσα, όταν ήμουνε, και για τον εαφτό της μήτε της έμελε. Ας πάω εγώ, για να είναι βέβαιη πως σώθηκα, και λόγου της ας πεθάνει μονάχη κι έρημη, χωρίς να είναι κοντά της η μόνη ελπίδα που είχε και καμάρωνε για τα γεράματά της, ας την τραβήξουνε τα σκυλιά, που παράδες στην τζέπη της δε θα βρεθούνε, να τη θάψουνε. Αχ! πες μου, Γιάννη μου, είναι καμιά μάνα στον κόσμο που να ‘παθε ό,τι έπαθε η δική μου η μάνα; Και ποιο παιδί 'πόφερε όσα 'πόφερα εγώ; Στείρεψε, ναι, στείρεψε ο κόσμος για μένα. Πού είναι η καλοσύνη του, η αμοιβαία συμπάθεια, η φιλαθρωπία που λένε, που η αλληλοϋποστήριξη και τ’ άλλα τα γλυκά, τα όμορφα λόγια που ξέρουνε και λένε στην κοινωνία; Μη με πεις όμως αχάριστο, που ξεχνώ το φίλο μου το Φραντζέζο με τα συστατικά του. Όχι δεν τον ξεχνώ. Συχνά συχνά τ’ όνομά του στριφογυρίζει μέσα στο νου μου, το στόμα μου το μελετά. Μα τι να γίνει που ως κι η μεσολάβηση τέτοιου καλού αθρώπου δε φέλεσε, αφού πήγανε όλα κακά ψυχρά κι ανάποδα; Η μοίρα μου όλα, όλα τα φταίει, ο προορισμός μου! Εγώ άλλη δουλειά δε νιώθω από το γράψιμο. Και τότες, ανήμπορος ακόμη όπως ήμουνε, αδύνατο μου φαινότανε να καταπιαστώ τίποτις όξω από το γράψιμο και το διάβασμα. Για τούτο λοιπόν έκαμα στην απελπισία μου και μια τελεφταία δοκιμή. Παρακάλεσα τον καλό τον κ. Μανιέρη να μου βγάλει ένα συστατικό σ' ένα του φίλο δημοσιογράφο, λόγου χάρη στον κ. Χαιρετίδη, να γράφω για την Ελλάδα ό,τι καλύτερο μπορώ. Μα στην αρχή να είναι συγκαταβατικός, επειδή κι ήμουνε ακόμη ζαλισμένος, και θα τα μπέρδεβα λιγάκι. Να κάμει πομονή, ώσπου να στρώσω. Ήμουνε βέβαιος πως θα ‘στρωνα. Γιατί το μυαλό μου ήτανε φοβερά σκοτισμένο. Ένιωθα σα να είχα αίμα μέσα και να με καίει, από τη σταναχώρια ίσως την πολλή, από τις θλιβερές σκέψες, από την αγρύπνια, τη συλλογή της μάνας μου, την πιο σκληρή απ’ όλα, που άμα μ' έπαιρνε τέτοια συλλογή, γεμίζανε τα μάτια μου δάκρυα. Μα σα δημοσιεφτούνε στην Ελλάδα έλεγα με το νου μου, δυο τρεις φορές τίποτις δικά μου, αφτό θα μου έδινε θάρρος, κουράγιο, και σιγά θα ‘σβηνε η φωτιά που μου έκαιγε το μυαλό μου, που δε μ' άφηνε ούτε να σκεφτώ, ούτε να διαβάσω, ούτε να γράψω. Ήμουνε βέβαιος πως έτσι θα ‘ρχότανε ξανά στο νου μου η ξαστεριά με τη γαλήνη. Άλλη ελπίδα δεν είχα, γιατί θα κατάφερνα πια μόνο με τέτοιο τρόπο, να μπω στο δρόμο που ονειρεβόμουνε τόσα χρόνια, να γράφω ταχτικά, ταχτικά να δημοσιέβω, να καταπιαστώ τη δουλειά μου κατάκαρδα, τη δουλειά μου να κυνηγώ, εκεί να ‘χω το νου μου, εκεί την ψυχή μου· τότες πολλά πολλά θα κατορθωνόντανε μοναχά τους, τότες η δύναμή μου, η ενέργεια η φυσική που ένιωθα στο στήθος μου ακόμη, θ’ ακολουθούσανε την ίσια τους τη στράτα, δε θα στραβοπατούσα, δε θα γύριζα τη δύναμή μου στο κακό. Να, δουλειά μου χρειαζότανε· μα δουλειά για μένα ήτανε τα γράμματα, μόνο τα γράμματα, με καμιάν άλλη δουλειά δε θα μπορούσα ποτέ μου να ειρηνέψω.

Και δεν ειρήνεψα. Μου δόθηκε η σύσταση για την Ελλάδα, σκάρωσα ένα μόνο άρθρο, το πήγα του Χαιρετίδη, δεν μπήκε…»

Σηκώθηκε άξαφνα ο Δεουδές κι ακούστηκε άγρια η φωνή του, σαν κλάμα που ξεσπάνει·

— «Την ίδια μέρα που μου το αρνηθήκανε, το βράδυ, πέθανε η μάνα!»

Κι έπεσε στο σοφά ο Δεουδές σαν το φτώμα.

Σε λίγη ώρα, πήρε απάνω του ο δύστυχος και ξανάρχισε να μου δηγάται ήσυχα ήσυχα, τα λίγα που του απομνήσκανε να μου πει ακόμη·

— «Έμεινα τρεις μέρες τέσσερις χωρίς να μπορέσω να κατεβάσω μια βούκα ψωμί. Μου είπε μια γειτόνισσα, μια φιληνάδα της μάνας, πως θα ‘κανα φρόνιμα να φύγω από την Αθήνα. Μου καταντούσε τόντις αδύνατο να κάθουμαι στη χώρα όπου πέθανε ο άγγελός μου, και που την καταράστηκε τόσες φορές. Έφυγα για την Πόλη, που στα χρόνια τα παλιά εφτυχισμένους μας είδε. Η μάνα μ' ανάθρεψε κει. Εκεί βρήκα και το χαμό μου. Δουλειά γύρεβα, μα δεν είχε, παρά μια. Με πήρανε στη μεγάλη τη Λέσκη του Σταβροδρομιού, δούλο, να στέκουμαι κάτω στη μαρμαρένια τη σάλα, όταν έρχουνται, να τους βοηθώ να βγάζουνε τα παλτά τους. Μόνο πλούσιοι κι αρχόντοι συχνάζανε στη Λέσκη. Που ανάθεμάν τους! Εκεί τον αντάμωσα το σιχαμένο. Έπρεπε αλήθεια, έπρεπε να διεις τη μούρη του, ν’ απορήσεις πως δεν τονέ σκότωσε κανένας πριν από μένα. Μια μούρη χοντρή, παχιά, με κάτι μάγουλα τουλούμια, φουσκωμένα, τα μάτια του, μικρά μικρά, σαν πνιγμένα μέσα στο πάχος· και μια μύτη κοντή και στραβή. Αφτά τίποτα δεν ήτανε. Το ύφος του να ‘βλεπες. Τα μάτια του εκείνα που σπιθοβολούσανε λες από το καταφρόνιο του για τον κόσμο· να τον έβλεπες όλονε, Γιαννίκο μου, τον αχρείο, που από την κορφή στα νύχια έμοιαζε σα να βρίζει την οικουμένη, άγριος, βαριόσαρκος, περήφανος βάρβαρος, δυνατός, άξιος να σε ξεφτιλίσει με μια γροθιά του, αν του έλεγες άξαφνα πόσο αδικούσε τους άλλους, το γουρούνι. Γιατί τους αδικούσε. Αφτός είχε τα μέσα. Είχε τα μέσα να κάμει ό,τι θέλει, ν’ ακολουθήσει τον προορισμό του, να βαστάξει τη γριά μάνα του, να μην την αφήσει να πεθάνει. Χρήματα είχε το ξόανο. Και σε τι του χρησιμέβανε; Να, τα πετούσε στους τέσσερις ανέμους, στα χαρτιά, στις γυναίκες, στο πιοτό, στο λούσο. Με τους μισούς παράδες, θα γλίτωνες φαμελιές αλάκαιρες. Πού να το στοχαστεί αφτός τέτοιο πράμα; Όταν κάπνιζε και με τα δόντια του, στο μουρντάρικο τα στόμα του, φτύνοντας και πιτσιλίζοντας, στραβό μασούσε κανένα πούρο, μισοσβαλνώντας κιόλας από την τέρψη το ένα του, το δεξί του το μάτι, μου φαινότανε πάντα εμένα πως από το αψηλό το θρονί του κεφαλιού του, έφτυνε αλάκαιρη την αθρωπότητα. Εμένα μου αντιπροσώπεβε ο πλούσιος ο χαμάλης ό,τι πιο μισητό υπάρχει στη γη — και τι πιο μισητό από τη δύναμη την άδικη; Την εχτρέβεσαι συνάμα και την τρέμεις. Όλα του τα μυσείδια, όλα του τα κινήματα σου το φωνάζανε, πως «Εγώ είμαι ο παραλής, εγώ είμαι ο παντοδύναμος και ξεγκρεμιστείτε από μπροστά μου.»

Στάθηκε αφτός αφορμή που βαρέθηκα ολότελα τη ζήση μου και συλλογίστηκα να τελειώσω, να σκοτωθώ. Αν είναι να ζει κανένας με τέτοιους, κάλλια ο θάνατος. Με κάτι παράδες που κέρδισα στη Λέσκη, πήγα κι αγόρασα ένα πιστόλι αμερικάνικο. Η μάνα μου, έλεγα, να με συχωρέσει. Το πιστόλι απάνω μου πρωί βράδυ. Έτσι ακολούθησε το κακό. Κάθε φορά που ερχότανε ο σιχαμένος, κάθε φορά που του έβγαζα το παλτό του, με κάποιο κίνημά του απότομο, ξερό, μου έδειχνε τάχα τι ζώο που ήμουνε μπροστά του και δεν μπορούσα — ο ποιητής εγώ — να του βγάλω ένα παλτό. Εκείνη την απογεματιανή, παρουσιάστηκε με το πούρο στ’ ακάθαρτα χείλια του, μου γύρισε τη ράχη, δείχνοντάς μου το γιακά του, δηλαδή για να του πιάσω από κει το πανωφόρι του· επειδή όμως άργησα ίσως ένα δεφτερόλεφτο, μ' έβρισε αμέσως·

— «Άφησε, ανόητε, δεν ξέρεις!» Με σκούντησε κι έκαμε να φύγει.

— «Δεν ξέρω; Στάσου, βρόμα, να με μάθεις εσύ τώρα.»

Κι άψε σβήσε του τραβώ την κουμπουριά...

Ο Αντίγονος έπιασε το μέτωπό του μ' ένα χέρι και μου είπε·

— «Καίει! Όλο καίει. Πρέπει χωρίς άλλο να βγούμε όξω λιγάκι, τώρα που δε φαίνουνται ακόμη τα χαράματα… όξω, εδώ, στο ριχτίμι, να δροσιστώ.

Ήμουνε πολύ, μα πολύ συγκινημένος, ταραγμένος. Βγήκαμε στο ριχτίμι μαζί κι ήθελε να προχωρήσουμε ως την άκρη, όπου είναι πιο βαθιά τα νερά κι όπου φυσά, λέει, περσότερο.

— «Εγώ, Γιάγκο μου, φίλε μου παλιέ, σύντροφε μου παιδιάτικε — η φωνή του σα να δάκρυζε με τα λόγια του αφτά — εγώ φονιάς δεν είμαι! Να, δε θέλω, οι Τούρκοι να με σκοτώσουνε. Για τούτο έφυγα σήμερις από τη φυλακή. Μα τη δικιοσύνη τη σεβάστηκα πάντα.

Και προτού προφτάσω να τον εμποδίσω, πέφτει μπρούμυτα στη θάλασσα μακριά και γίνεται άφαντος. Άφαντος! Είχε κάμει ο δύστυχος τέτοιο πήδημα, με τόση θέληση να γλιτώσει, όπως έλεγε, από την ελεεινή του τη ζωή, που θα πνίγηκε ιδιοστιγμίς.

Στάθηκα στην άκρη του ριχτιμιού καμιά ώρα συλλογισμένος, βυθισμένος σε χίλιες σκέψες λυπητερές. Τώρα πια τα χαράματα φωτίζανε τα ουρανοθέμελα, λίγο λίγο έβγαινε ο ήλιος. Και γω θωρούσα το πέλαγο πέρα πέρα. Θωρούσα το αρίφνητο της θάλασσας το χαμόγελο — το χαμόγελο τ’ αστραφτερό που σκεπάζει τόσα δάκρυα.



Παρασκεβή, 5 του Σποριά, 1909 — πέμτη, 11 του Απρίλη, ώρα δωδεκάμιση, 1910.





Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΚΡΙΣΗ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 429, 27 του Μάρτη, 1911.)



Αφιερώνεται του Δ. Α. Τσιμπούκη, στο Βόλο.



Ο φίλος μου ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς — σπουδάζουμε κι οι δυο μας απάνω κάτω τα ίδια, βυζαντινολογούμε κι οι δυο — ήρθε να με διει προχτές το βράδυ, κάθισε στην πολθρόνα την κόκκινη, κοντά στο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου κάθεται κάθε φορά, πήρε δίπλα στο τεψί ένα τσιγαράκι, το 'κοψε στη μέση — έτσι το συνήθιζε — άναψε το ένα το μισό κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Πολύ μου αρέσει να κουβεντιάζω με Ρούσσους. Ο Ρωμιός, αν και φωνάζει κάμποσο, αν και μωρολογά για χίλια δυο πράματα, ωστόσο τα βαστά όλα μέσα του, όλα τα σημαντικά, όλα τα δικά του, τα ‘χει κρυφά και κρυμμένα στα φύλλα της καρδιάς του, λίγα σου λέει το κάτω κάτω και πολύ πιότερα συλλογιέται. Ο Ρούσος, μυστικό δεν ξέρει τι θα πει, σου τα ξεφουρνίζει όλα όξω μεμιάς, τρελαίνεται για ομιλίες κι είναι άξιος να το στρώσει αλάκαιρη τη νύχτα κι ακόμη το πρωί, να σου αραδιάζει άρατα θέματα, μάλιστα ν’ αρχίσει να σου ξομολογηθεί τα καθέκαστα που τον αφορούνε. Με το στόμα του ανοίγει αμέσως την καρδιά του.

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς είναι καλός, ήσυχος, πανάγαθος άθρωπος. Δεν είναι δα και τόσο μωρόλογος, που να σου ξενυχτίσει για να σου αποσώσει κανένα του ιστορικό, θέλει και τον ύπνο του ο χριστιανός. Στις έντεκα πούντο σηκώνεται από την πολθρόνα του και με αποχαιρετά. Μα όταν το φέρει ο λόγος, ξέρει να σου πει και κανένα γουστόζικο ανέκδοτο, θυμάται τα παιδιακίσια του, τα περασμένα, τα νοστιμέβεται, σου δίνει όρεξη, τα νοστιμέβεσαι και συ.

Εκείνη τη βραδιά, μιλούσαμε γι' αδιάφορα πράματα, για το ένα και για τ’ άλλο.

— «Αλήθεια, λέει, διάβασα, έτυχε να διαβάσω προχτές μια επίκριση για ένα σου βιβλίο, στο...» και μου είπε τον τίτλο ενός γνωστού γερμανικού περιοδικού.

— «Φαντάσου, του αποκρίνουμαι, πως τ’ άκουσα κι ακόμη δεν κατόρθωσα να διαβάσω την επίκριση.»

— «Δεν απορώ. Συνηθίζει κανείς. Κοντέβουνε μάλιστα μήνες που δημοσιέφτηκε, δίχως βλέπω να σε μέλει. Να ήσουνε πιο νέος, θα την άρπαζες, θα τη διάβαζες αμέσως.»

— «Τι τα θέλεις; Δεν πρόφτασα.»

— «Δεν πρόφτασες ή δεν ίδρωσε τ’ αφτί σου. Πέρασε ο καιρός. Όλα, φίλε μου, μπορεί κανείς να τα ξεχάσει, ως και την πρώτη του την αγάπη. Ποτέ του δεν ξεχνά την πρώτη επίκριση για το πρώτο του το βιβλίο!»

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς χαμογέλασε. Κατάλαβα πως πάλε κάτι θα θυμήθηκε, που γύρεβε να βρει τρόπο να μου το δηγηθεί. Δώσ’ του πια και γω κάρβουνα στη φωτιά·

— «Για τι αγάπη και για τι επίκριση μιλάς; Για καλή, για κακή επίκριση; Για κακή, για καλή γυναίκα;»

— «Τη γυναίκα την καλή, ματάκια μου, ποιος τη συνορίζεται; Νομίζει ο άντρας πως είναι χρέος της η καλοσύνη. Νομίζει κι ο συγραφέας πως το χρέος του κάνει ο επικριτής, κάνοντας καλή επίκριση.» Κι έσκασε στα γέλια ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς;

— «Ώστε κακή επίκριση εννοείς; Μα να μου δώσεις την άδεια να σου αντιπαρατηρήσω, πως η παρομοίωση σα να κουτσαίνει. Με την κακή γυναίκα, πόσοι νέοι — και πόσοι γέροι — δεν το συλλογιστήκανε από την απελπισία τους να πνιγούνε! Ποιος το συλλογίστηκε για μια κακή επίκριση;»

— «Ποιος; Να, εγώ το συλλογίστηκα, με τα σωστά μου κιόλας. Πώς με βλέπεις εδώ, απορώ κι ο ίδιος.»

— «Ή μωρό θα ήσουνε — ή μωρός.»

— «Ήμουνε είκοσι δυο χρονώ παλληκάρι, τελειόφοιτος του Πανεπιστήμιου, στη Μόσκα. Με είχανε διορίσει καθηγητή στο Γυμνάσιο και καμάρωνα το μαβί μου το φράκο με τα χρυσά κουμπιά, γιατί τέτοια ήτανε τότες η καθηγητική στολή στα γυμνάσια.»

—«Σε φαντάζουμαι. Ωραία θα σου πήγαινε, με το μπόι σου.»

— «Αμέ; Όταν είχαμε καμιά επίσημη περίσταση, φορούσαμε μάλιστα και σπαθί στο πλάγι.»

— «Δεν ήξερες να το βαστάξεις και σου κάμανε την επίκριση;»

— «Το βαστούσα περίφημα. Να είχα μόνο σπαθί, δε θα έλεγε κανένας τίποτα. Έλα δα που είχα και πέννα· είκοσι δυο χρονώ άθρωπος, αποφάσισα καλά και σώνει, να δημοσιέψω δυο βιβλία, δυο τόμους σωστούς.»

— «Μόνος σου τους είχες κάμει και τους δυο;»

— «Ναι, φίλε μου, και γέλα όσο θέλεις. Είχα βγάλει την ψυχή μου ώσπου να τους καταφέρω. Κόπιαζα μέρα νύχτα. Και δεν το λυπόμουνε. Αχ! τι ωραία, τι βλογημένα χρόνια που ήτανε κείνα! Πώς περνούσανε οι βραδιές, ήσυχα και ζεστά, το χειμώνα στην κάμερή μου, με το σιγανό το μεθύσι που μόνο η δουλειά ξέρει να σου το χαρίζει, όταν της λάμπας σου το φως ήμερα φέγγει στο τραπεζάκι σου, όταν είσαι βέβαιος πως κανένας δε θα ‘ρθει να σε ζαλίσει, πως ίσια με το πρωί, το σκοτάδι το αγαθό γύρω γύρω στο σπίτι σου περιχυμένο σε προστατέβει, πως καιρό έχεις όσο θέλεις, και πιάνεις, πότε το τσιγάρο, πότε την πέννα σου, να ονειροπλέκεις ή να γράφεις.»

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς, ενώ μιλούσε, κοίταζε με όψη μακάρια τον ουρανό — του ταβανιού μου, κι έβλεπες στο πρόσωπό του ζουγραφισμένο το σλαβικό το μυστικισμό της χαράς και της θυσίας.

Δεν τόλμησα να τον αντισκόψω και ξακολούθησε·

— «Αχ! της λάμπας μου εκείνο το φώς το γλυκό, πως τ’ αγαπούσα! Έλεγα πως κάτι θα γίνουνε τα βιβλία μου με το φως της και με της πίστης το φως, που απαλά μου φώτιζε τα σωθικά μου. Έλεγα πως ίσως το καταφέρω να προκόψει λιγάκι με τα βιβλία μου η επιστήμη —τι βοηθός σου είναι μια τέτοια ιδέα, θα το ξέρεις! — έλεγα πως θα βγει τίποτις ωφέλιμο για την αθρωπότητα, τουλάχιστο για τον τόπο μου, από την ακατάπαφτη εργασία. Μ' ένα λόγο, νόμιζα τότες πως και γω είχα μέσα μου κάτι που μπορούσε ο κόσμος να τ’ ακούσει.»

— «Μάλιστα είχες πολλά να πεις, αφού τα είπες σε δυο τόμους.»

— «Ο ένας γράφηκε για τα παιδιά. Ήθελα να τους μάθω λίγη γραμματική, μα να ‘χει μέσα της και λίγη επιστήμη, όση το στομαχάκι τους σηκώνει. Ο κυριότερος σκοπός μου, να τους δείξω πως τύπος δε σημαίνει τίποτα, πως δεν υπάρχουνε τύποι, πως υπάρχει ζωή και πως ίσια ίσια κάθε τύπος είναι κι ένα φανέρωμα ζωής. Πολεμούσα να τους το δείξω από τη λαλιά τους την ίδια.»

— «Κρίμας! Τι κρίμα!»

— «Γιατί;»

— «Γιατί έπρεπε αφτά στην Ελλάδα να τα πεις. Αγκαλά, δε θα καταλάβαινε κανένας... Ώστε ο δέφτερος τόμος;

— «Ο άλλος τόμος για κάτι πιο σπουδαία. Μελετούσα τη μεσαιωνική μας φιλολογία. Ήτανε τότες καινούργια μελέτη.»

— «Και δε βγήκε να σε παινέσει όλος ο κόσμος;»

— «Άρχιζα να φοβούμαι ξεναντίας πως δε με διάβασε κανένας. Με πόση τρομάρα ξεδίπλωνα περιοδικά και φημερίδες, να διω αν καμιά ψυχή με συλλογίστηκε, αν είχα κάμει καλά ή κακά, να μου το πει ο χριστιανός, κι αν άξαφνα πουθενά μου ξέφυγε κανένα λάθος, να το διορθώσω, να ωφεληθώ.»

— «Αν ήτανε μάλιστα κανένας έπαινος, ακόμη καλύτερα, τι πράμα;»

— «Και βέβαια. Καλό κακό, πρέπει κάτι ν’ ακούσεις. Το δημόσιο μορφώνει το συγραφέα, επιστήμονα ή φιλόλογο, κι ο συγραφέας πάλε μορφώνει το δημόσιο. Αλληλοβοήθεια. Πώς μπορείς να φανταστές μια πέννα σ' ένα έρημο νησί; Πώς μπορείς να φανταστείς φωνή δίχως αντίλαλο; Πρέπει κιόλας να είναι κανένας ή γίγαντας ή λωλός, για να φωνάζει, δίχως τριγύρω του αφτί, να τον ακούσει.»

Έσκυψα το κεφάλι και το βάσταξα τόσο χαμηλά, καθώς λέει ο ποιητής, που ταράχτηκε ο δύστυχος και με ρώτησε τι έχω.

— «Τίποτα! Λίγο πονοκέφαλο.»

— «Λοιπόν εγώ πρόσμενα κι όλο πρόσμενα.»

— «Πρόσμενες επίκριση. Αχ! Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς, θαρρώ πως μου τα χάλασες. Τι έγινε της λάμπας σου το φως το σιγανό που σε μεθούσε; Ή μήπως είσαι και συ σαν τους άλλους; Ρεκλάμα θέλεις και η αγάπη της ιδέας δε σου φτάνει.»

— «Μην το λες! Η αγάπη της ιδέας! Ίσια ίσια επειδή την αγαπάς, έχεις λαχτάρα να πετύχει, κι όταν τη βλέπεις που πετυχαίνει, αχ! τι ουράνια χαρά τότες σε περεχύνει! Δεν υπάρχει πουθενά γυναίκα που μεγαλύτερη χαρά να σου χαρίσει.»

— «Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς, είπες τώρα και του λόγου σου μιαν ανοησία. Τ’ ασύγκριτα συγκρίνεις. Ας υποθέσουμε όπως είπες, πως την ιδέα σου πολεμάς να τη διαδώσεις. Μια γυναίκα ωστόσο, για τους άλλους δεν τη θέλεις.»

— «Εσείς εδώ στο Παρίσι έχετε πνέμα. Ποιος θα μου αποδείξει όμως πως και μια γυναίκα δεν την αγαπάς, επειδή άρεσε στους άλλους, πως δε σου άρεσε περσότερο του ίδιου, επειδή σε ζουλέβουνε οι άλλοι; Πώς το ξέρεις κιόλας πως είναι όμορφη, α δεν τη θάμασε ο κόσμος; Εσύ μάλιστα που είσαι ποιητής, θα μου το αναιρέσεις τάχα πως ίσια ίσια για το λόγο που λατρέβεις μια γυναίκα, θα της πλέξεις έναν έπαινο στεφάνι, και τι νόημα έχει ένας έπαινος, αν το νόημα του δεν είναι πως βάζεις τα δυνατά σου, για ν' αρέσει και στους άλλους η φιληνάδα;»

— «Πνέμα βλέπω δε σας λείπει και στη Μόσκα.»

— «Συλλογίσου τώρα τι σημαίνει να ‘χεις μια ιδέα. Τι λέω, να ‘χεις; Μήπως σημαίνει πως τόντις θέλεις να την έχεις έτσι δική σου, μόνος; Μα μόνος δε ζεις. Ζεις μέσα στους συναθρώπους. Αν το λοιπό την ιδέα σου, τη βρίσκεις πως είναι καλή, ο πόθος σου θα είναι να την καταλάβει ο κόσμος όλος, να την κάμει δική του τη δική σου την Ιδέα. Και πως θα το νιώσεις πως αξίζει, α δεν ακούσεις με τι τρόπο σε κρίνουνε...»

— «Ή σ’ επικρίνουνε.»

— «Βέβαια!»

— «Μ’ άλλα λόγια και δίχως τόσες φιλοσοφίες, πρόσμενες μια επίκριση.»

— «Την πρόσμενα, γιατί αγαπούσα την ιδέα μου· αν είναι καλή, θα την παραδεχτούνε· αν είναι κακή, θα την απαρνηθούνε. Αφτό λαχταρούσα να μάθω.»

—«Και τότες, υποθέτω, ήρθε καμιά επίκριση, να σου κόψει το βήχα.»

— «Δεν ήρθε μοναχή της. Ήρθε πρώτα ένας φίλος από την Πετρούπολη. Πήγαμε στη λοκάντα το βράδυ, να φάμε μαζί. Μιλούσαμε, και στην κουβέντα, έτσι, μ’ ένα ύφος αδιάφορο ή που ήθελε να φανεί, τέτοιο, με ρωτά· — «Είδες το άρθρο που δημοσιέφτηκε απάνω στα δυο σου τα βιβλία;» — «Ποιο άρθρο, αδερφέ; Πού; Από ποιόνε;» — «Από τον περίφημο το Ζακούσκη, τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης, στο γνωστό περιοδικό Ρούσκιη Βρέμενικ τις προάλλες.» — «Στο θεό σου, πού ‘ν’ το, πού ‘ν’ το, να το διω; Δεν το ‘φερες μαζί σου; Στην τζέπη σου δεν είναι;» — Γέλασε ο άθρωπος· — «Όχι, βέβαια!» — «Μα, στη ζωή σου, τι λέει; τι γράφει; πως με κρίνει;» — «Να σου πω την αλήθεια, δε θυμούμαι!» — «Το διάβασες τις προάλλες, και δε θυμάσαι; Χωρατέβεις;» — «Αφού θα το διαβάσεις,» μου αποκρίνεται με μια ησυχία που εμένα μ' έκανε φουρτούνα, «τι σε μέλει αν το ξέχασα ή όχι;» — «Θα το διαβάσω, πού, χριστιανέ μου;» — «Να, όπως κάνουμε όλοι, στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιου.» — «Πήγα, δεν ήτανε.» — «Πήγες, εχτές;» — «Κάθε μέρα πηγαίνω, δυο φορές.» — «Δε σημαίνει. Δεν έφτασε, θα φτάσει όπου κι αν είναι.» Να τον πάρει ο περίδρομος για την ασυνορισιά του. Επίκριση του βιβλίου μου και να μην αγόρασε τον αριθμό! Μάτι δεν έκλεισα τη νύχτα. Συλλογίστηκα να πάω να ξυπνήσω κανένανε στο Πανεπιστήμιο, άξαφνα τον πορτιέρη, να μου ανοίξει, να το πιάσω στα χέρια μου στο τέλος των τελώνε το περιοδικό εκείνο. Έτρεξα πρωί πρωί. Ακόμη κλειδωμένες οι πόρτες της Βιβλιοθήκης. Ανάθεμάν τους όλους! Προσμένω μια ώρα, μπαίνω μέσα, γυρέβω. Μήτε ίχνος από Ρούσκιη Βρέμενικ. Δεν το είχανε λάβει από την Πετρούπολη, λέει. Κόντεψα να πεταχτώ — με το σιδερόδρομο εννοείται — ίσια με την πρωτέβουσα. Καλά που δεν έφυγα. Φτασμένο το περιοδικό, μόνο που κάποιος προφέσορας το είχε δανειστεί και δεν το γύριζε. Ακούς εκεί; Αμέ, η ανυπομονησία μου εμένα, που τέτοια επίκριση θ’ αποφάσιζε για το μέλλο μου, δε λογάριαζε τάχα στα μάτια του σιορ προφέσορα, που το κράτησε αλάκαιρη μια μέρα; Την αβριανή, να το πια στην κοινή τράπεζα όπου βάζουνε όλα τα περιοδικά στη μεγάλη τη σάλα. Με τρόμο το άγγιξα. Μόλις τόλμησα με τα χέρια μου να το βαστάξω. Έπειτα, έτσι, μονομιάς, λαίμαργα, έπεσα και το ρούφηξα.»

Ο Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς τα δηγότανε με τόση ζέση, τόσο δραματικά, που τον άφηνα κι άκουγα. Θέλησα εκείνη τη στιγμή να ρωτήσω τι έλεγε το άρθρο μαθές. Μα δεν πρόφτασα. Έσκυψε λυπητερά το κεφάλι κι αναστέναξε·

— Αχ! τι άρθρο και τι επίκριση! Μετάνιωνα που το διάβασα. Και καταλάβαινα πως ο φίλος μου ήθελε να με κοροϊδέψει, σα μου αποκρίθηκε πως ξέχασε τι έγραφε. Μήπως τέτοιο άρθρο ξεχνιέται; Καλέ, πίτηδες θα ήρθε από την Πετρούπολη, να μου το μάθει πως βγήκε. Βέβαια! Έβλεπε πως δε σκοτώθηκα, πως δε σκοτωνόμουνε. Στοχάστηκε· — «Θα πει πως δεν το διάβασε!» Κι έδραμε, γλήγορα γλήγορα, να διει το θάνατό μου...»

— «Τι μου ψέλνεις, μωρέ αδερφέ;»

— «Σου ψέλνω εκείνο που συλλογιόμουνε τότες. Ήμουνε ατιμασμένος. Ατιμασμένος μπροστά στον κόσμο. Το διάβασε ο προφέσορας, αφού το δανείστηκε κιόλας. Το διάβασε ο καθένας, αφού το βάλανε στην κοινή τράπεζα της μεγάλης σάλας. Τι μου απόμνησκε να κάμω; Να πνιγώ!»

— «Μα, παιδάκι μου, το κάτω κάτω τι έλεε τ’ άρθρο;»

— «Τι έλεγε; Βέρος αφανισμός. Από την κορφή στα νύχια, Γινόμουνε λάσπη, κι από ποιόνε; Από το μεγαλύτερο κριτικό της Ρουσσίας, από το Ζακούσκη. Και κείνα τα δυο χοντρά χοντρά λάθια που μου ξεσήκωνε! Δεν μπορούσα πια, φίλε μου, μήτε στο δρόμο να φανώ. Και τόντις, αφού τέλειωσα το διάβασμα, σα χρειάστηκε να γυρίσω σπίτι, έφυγα σκύφτοντας το κεφάλι, μην τύχει και με διει στο πρόσωπο κανένας αναγνώστης, κανένας υπάλληλος της Βιβλιοθήκης και καταλάβει. Μια και βρέθηκα όξω, σαν το φάντασμα γλιστρούσα δίπλα δίπλα στους τοίχους τω σπιτιώνε, για να περάσω απαρατήρητος. Πήρα την ανάσα μου λιγάκι, άμα κλείδωσα την πόρτα της κάμερής μου. Για δυο μέρες, αδύνατο, δεν το κούνησα. Παρακάλεσα τον πορτιέρη να μου φέρνει το φαγί μου· ανέβαινε, κουδούνιζε, μόλις άνοιγα, το ‘παιρνα μ' ένα χέρι και μήτε φαινόμουνε. Όρεξη να φάω δεν είχα. Τις σαράντα οχτώ αλάκαιρες ώρες που έμεινα στη μοναξιά μου, με παίρνανε οι λογισμοί, έφτανα σε αναγκαία, λογικά συμπεράσματα. Σίγουρο πως ύστερις από τέτοιο άρθρο, να ξακολουθήσω καθηγητής στο γυμνάσιο, μήτε να το στοχαστώ· θα με πάβανε· πιο της αξιοπρέπειας να προπάρω, να δώσω την παραίτησή μου. Ίσως να ξοριστώ κιόλας από τη Μόσκα. Να ξοριστώ, αχ! κι από τον κόσμο, κι από τη ζωή, γιατί το χερότερο ήτανε, που ως τα τότες για τα ιδανικά μου ζούσα, και που τώρα θρούβαλα γινόντανε τα ιδανικά μου. Να. Νέος ήμουνε, γελάστηκα. Νόμιζα πως κάτι αξίζανε τα βιβλία μου· ένας ηλικιωμένος, προκομμένος, σοφός, μου έδειχνε, μου απόδειχνε πως δεν αξίζανε τίποτα. Καλά, φρόνιμα έκαμε. Θα σκοτωθώ, να τελειώσει. Με τέτοια λάθια, που σήμερα πια τα ξέρει ο καθένας, πώς να ζήσω; Και με την ησυχία, με την αδιαφορία που έχει ένας άθρωπος όταν είναι πιο πολύ, που να πεις, από απελπισμένος, όταν είναι αποφασισμένος από τους γιατρούς, αφού τα βλέπει αποτελειωμένα όλα μια και σώνει, αφού φώναξε κι αφτός το τετέλεσται της αγωνίας, πήγα στον προφέσορα που είχε δανειστεί το περίφημο το περιοδικό και που άκουσα χρόνια τα μαθήματά του. Ήθελα να τον αποχαιρετήσω — χωρίς εννοείται να του μάθω το σκοπό μου. Αγκαλά, περιττό. Διάβασε το άρθρο, θα το συμπέρανε και μοναχός του πως το χρέος μου, να πεθάνω. Με δέχτηκε ο άθρωπος με χαρούμενο, γελαστό πρόσωπο. Στοχάστηκα· ειρωνεία και καμώνεται. Σκυθρώπιασα λοιπόν ακόμη περσότερο· — «Τι τρέχει σήμερα», με ρωτά, «και μου τα ‘χεις κατεβασμένα;» — Σάστισα με το ρώτημα· — Δάσκαλε, θα ξέρετε! — «Τι να ξέρω; Και πώς να ξέρω τις δουλειές σου;» — «Μα τ’ άρθρο...» — «Ποιο άρθρο;» — «Τ’ άρθρο του Ζακούσκη, στο Ρούσκιη Βρέμενικ…» —«Ναι, αλήθεια, θυμούμαι. Ο καημένος ο Ζακούσκης!...» — «Ο καημένος, αφτός;» — «Βέβαια, πάσκει από το στομάχι και κάποτες ξεθυμαίνει με μια επίκριση. Του είναι κι ωφέλιμο.» — «Εγώ έλεγα…» — «Κατάλαβα. Για τούτο κατσούφιασες; Είναι τιμητικό πράμα, όταν αρχίζει κανείς, να ‘χει τέτοια επίκριση και μάλιστα, σαν είναι η επίκριση κακή, θεία η ρεκλάμα. Θα διεις. Κατόπι θα τις αποθυμάς· θα γράφεις κι ο ίδιος.»

Στα μάτια του αγαθού μου του Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς ζουγραφιζότανε ακόμη το σάστισμά του, όταν άκουσε τότες από το δάσκαλό του τέτοια λόγια. Τη μεγαλύτερη εντύπωση του την είχε δώσει εκείνο που είπε για τη στομαχοαρρώστια του Ζακούσκη.

— «Με χαντάκωσε μια επίκριση, μ' έσωσε μια λέξη.»

— «Δε μου λες σε παρακαλώ. Ήθελα πολύ, μα πολύ, να μάθω κάτι. Για την επίκριση ξέρω. Τώρα, ο επικριτής σου. Χωρίς να σε διαβάσει, σ' επίκρινε ή διάβασε, ας είναι τουλάχιστο ένα σου βιβλίο από τα δυο;»

— «Και τα δυο μου, καλέ, τι λόγος; αφού από άκρη σε άκρη τα χτυπούσε, λάθος δεν άφηνε στη γωνιά του, παράπεμπε και σε κάθε σελίδα.»

— «Έτσι; Παράπεμπε κιόλας; Μεγάλο έθνος είστε σεις οι Ρούσσοι! Λοιπόν αφτός, προτού σε κατηγορήσει, σε είχε διαβάσει;»

— «Φυσικά!»

— «Και παραπονιόσουνε! Τι αχάριστος που ήσουνε! Πρώτα να διαβάζει κανείς, κι έπειτα να επικρίνει! Να έθνος! Μα, παιδάκι μου. Εδώ και τριάντα χρόνια που γράφω, άλλη λαχτάρα δεν έχω για τα βιβλία μου στην Ελλάδα.»



Δεφτέρα, είκοσι τέσσερις — δεφτέρα, τριάντα μια του Άη Δημήτρη, 1910.




Ο ΚΑΝΤΗΛΑΝΑΦΤΗΣ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στου Νουμά, κ. αρ. 431, 10 του Απρίλη, 1911.)



Αφιερώνεται του Κ. Θεοτόκη.



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα καλό αγοράκι, που ήτανε πολύ δυστυχισμένο. Να, όλο πεινούσε κι όλο κρύωνε· οι γονιοί του δεν το αγαπούσανε και ποτέ τους δεν του λέγανε κανένα λόγο γλυκό. Ψυχή δε φρόντιζε για τ’ αγοράκι, για το τι έκανε μήτε για το τι σκεψούλες του περνούσανε από το μυαλουδάκι του· συχνά το μαλώνανε άδικα κι αφτό πονούσε κι απορούσε. Η οχτωχρονιάτικη καρδούλα του, πάντα σα σταναχωρεμένη, δίχως να ξέρει γιατί· παρηγοριά μάλιστα καμιά δεν είχε το καημένο, επειδή δεν μπορούσε κάνε να πάει ο νους του στα μελλούμενα, σαν παιδάκι ανήξερο που ήτανε. Υπάρχουνε πολλά παιδιά σαν το δικό μας, που είναι σαν το δικό μας αξιολύπητα. Μα του δικού μας του έτυχε κάτι που πρέπει να το μολογήσουμε, συχνά δεν τυχαίνει. Τ’ όνομά του Καίσαρας.

Μια μέρα, προς το δείλι, που ξεψυχούσε ήλιος χινοπωριανός, ο Καίσαρας κάθισε μια στιγμή στα σκαλοπάτια της οξώπορτας του σπιτιού του. Οι γονιοί του — αχ! δεν ήθελα να πω και η μάνα του — τον είχανε διώξει από μέσα. Ο Καίσαρας το βρήκε πολύ άδικο κι έκλαιγε η ψυχίτσα του η τσαλαπατημένη, που δεν μπορούσε ν’ αντέξει σε τόσους παιδιακίσιους καημούς. Ήρθε άξαφνα ένας άθρωπος και κάθισε αντίκρυ του, λαμπροντυμένος, ματάκια μου, κι όμορφος όμορφος· νόμισε ο Καίσαρας πως έβλεπε άγγελο. Εμείς πάλε, αν κρίνουμε απ’ όσα έκαμε κατόπι, θαρρούμε πως ήτανε κανένας αγαθός γέρος, που μπορούσε πολλά.

Μεγάλη εντύπωση έδωσε του Καίσαρα ένα μακρύ μακρύ ραβδί που κρατούσε, και που στην άκρη του εκεί απάνω απάνω, ίσια με τ’ αστέρια, είχε κόκκινο φαναράκι· το φαναράκι λες κι άγγιζε τον ουρανό. Παρατήρησε ακόμη τα μάτια του αγαθού γέρου, που το φως τους έλαμπε και ζέσταινε συνάμα·

— «Παιδάκι μου, του λέει, φαίνεσαι δυστυχισμένο και σε βλέπω που κλαις. Ωστόσο το ξέρω, Καισαράκι μου, πως είσαι καλό και καλοσυνείδητο παιδί. Πολύ σε λυπούμαι κι όμως δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Ρούχα να σου δώσω δεν έχω· αδύνατο κιόλας να σε πάρω μαζί μου, μακριάθε από τους κακούς σου τους γονιούς. Θα το καταλάβεις αμέσως γιατί δεν αδειάζω. Εγώ είμαι ο καντηλανάφτης τ’ ουρανού. Τους ήλιους όλους, επειδή δεν υπάρχει μονάχα ο δικός μας, εγώ τους ανάφτω· εγώ, κάθε βράδυ, τρέχω δώθε κείθε στους ουρανούς, για να λάμπουνε τ’ αστέρια και το πρωί, δεν το φαντάζεσαι, τι δουλειά έχω με τον Ήλιο μας, ώσπου τον ανάψω. Βέβαια πως είναι ωραίο τ’ απάγγελμά μου. Μα συχνά κανείς αγναντέβει πράματα λυπητερά, επειδή εννοείς πως περπατώ στους διάφορους πλανήτες μέσα, όταν είναι αναμμένοι, και σε όλους υπάρχουνε σαν και σένα, δυστυχισμένοι.»

— «Αχ! καλέ μου κύριε καντηλανάφτη τ’ ουρανού, πάρτε με, πάρτε με μαζί σας», ψιθύρισε το αγόρι, σα να μιλούσε μέσα σε όνειρο.

— «Δε γίνεται! του αποκρίνεται ο γέρος. Με τα χίλια τα τρεξίματα μου άνω κάτω, να πάρω μαζί μου κι ένα παιδί! Αδύνατο! Καημένο, θα φοβόμουνε μήπως και σ' αφήσω άξαφνα σε καμιά γωνιά της απεραντωσιάς. Για να σε παρηγορήσω, θα σου κάμω ένα χάρισμα. Μου τυχαίνει κάποτες, ανάφτοντας τ’ αστέρια, να σπάσω με το ραβδί μου κανένα κομματάκι από τους αρίφνητους, αξεδιάκριτους, ελάχιστους κόσμους που βρίσκουνται ανάμεσά μας και των αστεριώνε, ανάμεσα των αστεριώνε και του απόμακρου μέρους όπου λάμπουνε οι συναστεριές. Είναι τόσοι κόσμοι εκεί απάνω! Δεν πειράζει να σπάσω ένα δυο, τιποτένιους. Κανένας κιόλας δεν το βλέπει. Τα κομματάκια όμως τα βάζω στην τζέπη μου μάνι μάνι και τα φυλάγω. Θα σου χαρίσω ένα.»

Και λέγοντας τέτοια λόγια, ο καντηλανάφτης τ’ ουρανού δίνει στον Καίσαρα ένα κομματάκι κρουσταλλένιο, που έβγαζε ασυνήθιστο, αταίριαστο, ανείδωτο φως. Κι ο καλός ο γέρος έγνεψε φιλικά του παιδιού κι απομακρύθηκε με αρμονικό, ρυθμικό βήμα κι αλαφρό.

Έμνησκε σαστισμένο το παιδί στη θέση όπου τ’ άφησε ο καντηλανάφτης τ’ ουρανού. Τώρα όμως απέραντη, ουράνια χαρά του απογέμιζε την καρδιά του. Είχε βάλει στον κόρφο του το κομματάκι το πολύτιμο· μάνιζε πάντα ο άνεμος όξω και φυσούσε μέσα στα τρυπημένα, στα κουρελιασμένα του τα ρούχα· το σπίτι πάντα σφαλιχτό· μάβρη πάντα η νύχτα ολόγυρά του. Μα του φαινότανε πως μονομιάς μεγάλωνε μεγάλωνε το μυαλό του, πως μέσα τρέχανε, πηδούσανε ιδέες σαν τα κοτόπουλα στην αβλίτσα. Και κατάλαβε. Κατάλαβε κι ένιωσε αμέσως πως ήτανε πια εφτυχισμένος. Κατάλαβε τόντις πως είναι η ζωή μακρινή, πως ο κόσμος καλός είναι όσο και κακός, πως οι καημοί του θα ‘χουνε κι ένα τέλος. Κατάλαβε ακόμη πιο πολύ πως σαν ήλιος καινούργιος, στα σωθικά του ανάτελνε ψυχή που δεν τη γνώριζε ως τα τότες, πως από δω κι ομπρός θα πιάσει όλα όλα να τ’ αγαπά, όλα θα θέλει να τα φιλήσει, από το λούλουδο του κάμπου ίσια με τα θάματα τ’ ουρανού. Είχε πια στα στήθια του τον εσώψυχο τον ήλιο, το μεγαλύτερο τ’ αγαθό που μπορεί ο άθρωπος να πάρει από το μυστικό χέρι της Μοίρας.

Και τόντις ο μικρός ο Καίσαρας έγινε κατόπι μεγάλος ποιητής.



Κεριακή, έξι - δεφτέρα, εφτά του Σποριά, 1910.




Ο ΕΛΛΗΝΟ-ΕΛΒΕΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 434, 1 του Μάη, 1911.)



Αφιερώνεται της Εβγενίας Ζωγράφο



Εκείνος ο φοβερός, ο απροσμόνητος, ο πρωτότυπος πόλεμος που ακολούθησε στα χίλια εννιακόσια πενήντα, μεταξύ Ελλάδας κι Ελβετίας, αν και περιβόητος, έμεινε ακόμη αδήγητος. Δεν ξέρουνε μάλιστα οι περσότεροι ποιο να στάθηκε το πρώτο αίτιο. Εγώ εκεί βρέθηκα τότες κι έτσι το ξέρω, να σας το πω.

Λοιπόν, την τριακοστή πρώτη του Άη Δημήτρη, χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, μέρα πέμτη — επειδή τόντις μια πέμτη έπεφτε η τριακοστή πρώτη — το μεσημέρι, στις δώδεκα πούντο, ένας νέος διπλωμάτης, Ρωμιός, ο Καφτανόπουλος, έφεβγε από την Αθήνα με το τρένο της Πάτρας, όπου έφτανε το βράδυ. Μπαρκαριζότανε αμέσως για τους Κορφούς κι από κει, την πρώτη του Σποριά, παρασκεβή, για το Μπρίντιζι. Στο Μπρίντιζι κατέβαινε στις τέσσερις ήμισυ το πρωί, δυο του Σποριά, σάββατο, έπαιρνε μισή ώρα υστερότερα το σιδερόδρομο που ανεβαίνει το ραχοκόκκαλο της Ιταλίας, προγεμάτιζε στη Φότζια, δειπνούσε στην Ανκώνα, έπινε καφέ με γάλα στο Μιλάνο, την αβριανή, κεριακή, τρεις του Σποριά, και την ίδια μέρα, κεριακή, τρεις — μέρα που μας τα χάλασε όλα — το μεσημέρι, έφαγε στη λοκάντα του σταθμού, στα σύνορα της Ελβετίας. Εννοείται πως ξακολούθησε το δρόμο σε βαγόνια ελβετικά.

Εγώ ταξίδεβα μαζί του. Μα δεν είχαμε ακόμη γνωριστεί. Πού για γνωριμίες η ψυχή μου; Ήμουνε αναποδογυρισμένος, ζαλισμένος από τον πόνο τον περίσσιο. Είχα, ίσια ίσια τις τριάντα μια του Άη Δημήτρη, αποχαιρετήσει την αγάπη μου τη μεγάλη. Τα μάτια μου βουρκωμένα και τα κρατούσα σφαλιχτά, να μη βλέπω τον γκρίζο, το συννεφιασμένο τον ουρανό, που άμα τον έβλεπα, με πνίγανε τα δάκρυα. Ερχόμουνε από τη χώρα του ήλιου και της φεγγοβολιάς· τον ουρανό μας ακόμη προσπαθούσα μέσα μου ν’ αγναντέψω, από κάτω από τα βλέφαρά μου τα κλειστά. Δεν ήξερα πως θα το καταφέρω ν’ αντέξω εκεί απάνω στη Δύση, όπου το φως το λιγοστό αιώνια θα μου θύμιζε τη στιγμή του μισεμού, σαν είδα γύρω μου όλα τα πράματα να λιγοστέβουνε λες, να χάνουνται, μαζί με την καρδιά μου, που και δάφτη μου λιγόστεβε κι όλο μου λιγόστεβε μέσα μου. Έπρεπε να μείνω έξι μήνες στη Λόντρα, ώσπου ν’ αποτελειώσω μια εργασία στο Βρετανικό Μουσείο, που είχα εντολή κι αποστολή από το Εθνικό Πανεπιστήμιο — βλέπετε τι προκομμένο πια σε κείνη την εποχή — να την περατώσω, για κάτι κείμενα δημοτικά του μεσαιώνα. Και τότες μόνο τα μάτια της να ξαναδιώ! Τι θα γινόμουνε στο μεταξύ; Τρόμαζα με τους τόπους τους απόμακρους, που έτσι βρισκόμουνε ξαφνικά σαν παραδοσμένος στη βάρβαρη την εξουσία τους. Ο Γκοτάρντος εκείνος, ο πληχτικός, ο ανυπόφορος, ο πελώριος, με τα τουνέλα του τ’ αμέτρητα, με τρέλαινε. Βουνά είναι αφτά; Κάτι απελέκητα, καμπούρικα πράματα, χοντρά, πρόστυχα, που σα να πέσανε από δεν ξέρω πού, χωρίς να βρούνε τον τρόπο να βολεφτούνε, να στρωθούνε και να στρώσουνε, να σου πάρουνε, αδερφέ, μια μορφή. Όγκοι άμορφοι κι άξεστοι κι άγραμμοι. Πού οι γραμμές οι δικές μας; Πού οι κορφούλες οι χαριτωμένες της Αττικής; Πού τα ξεστρογγυλωμένα μας τα βουναράκια τα μοναδικά; Να τα θωράς και χαρούμενη ν’ αναφτερώνεται στα στήθια σου η αγάπη, για ν’ ανεβαίνει γλυκά στην κορφή τους ή να κάθεται ειρηνεμένη στις πλαγιές τους. Και τώρα, να θωράς τον καταραμένο τον Γκοτάρντο, ενώ η αγάπη στα σπλάχνα σου σπαρταρά, σαν το πουλί, που πάει να το πλακώσει βράχος!

Ο κ. Καφτανόπουλος, αντίκρυ μου, στην αντίθετη γωνιά, ερωτεμένος σίγουρο πως δεν έμοιαζε να είναι. Δηλαδή, σφαλνούσε τα μάτια του σαν και μένα, μα ένας κρότος αλαφρός, ρυθμικός, έδειχνε πως ο άθρωπος δεν τα κρατούσε σφαλιχτά για να μη βλέπει τον Γκοτάρντο. Ρουχάλιζε.

Κρίμας που ένας αδιάκριτος υπάλληλος, έτσι, ξαφνικά, ήρθε να του κόψει τον ύπνο του το γλυκό. Από τον καιρό που δουλέβανε οι ελβετικοί σιδεροδρόμοι, ως τα χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα που είχαμε, δεν άλλαξε μήτε η στολή, μήτε το ύφος, μήτε πες και το πρόσωπο του υπάλληλου, που ήτανε αμαξάρχης, μπιλιετατζής, οδηγός του τρένου, φτάνει όρεξη να ‘χεις, μας αραδιάζεις κι άλλα, επειδή στην παινεμένη την Ελλάδα μας, ακόμη και στα χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, ξακολουθούσανε να φτιάνουνε, για κάθε ανάγκη καινούργια, όρους όξω από τη ζωή παρμένους, που αδύνατο η ζωή να τους θυμάται· δεν τους ήξερε κανένας, ύστερις από αιώνες μαθήματα και σκλαβιά της καθαρέβουσας.

Ό,τι όνομα λοιπόν κι αν του δώσετε, ο λεγάμενος έμοιαζε απαράλλαχτο ιδιοκίνητο που καμιά, κρύφια μέσα του μηχανή, άμα την κούρδιζες, τον έβαζε σε κίνηση. Τον κούρδιζε για την ώρα η σωτηρία της Ελβετίας, ή σαν προτιμάτε, ο υπαλληλισμός. Έπρεπε να περάσει να διει αν είναι όλα σε τάξη, για το καλό, για την ασφάλεια, για τη φήμη του τόπου του. Με τις κοντές του τις φαβορίτες, με τη χοντρή του τη μύτη, με την κουμπωμένη ως το πιγούνι του τσόχινη μάβρη φορεσιά, που τα κουμπιά της γυαλίζανε από πάνω ίσια με κάτω και που στράφτανε τα κόκκινά της τα γαλόνια, με την κασκέτα του και τα στιβάλια του σαν Προύσσος στρατιώτης, ίσιος, αλύγιστος, και πάντα κουρδισμένος, σήκωσε τα πέντε δεξιά του δάχτυλα προς την κασκέτα του, πειθαρχικά, να χαιρετήσει μ’ όλο το σέβας έναν ταξιδιώτη πρώτης τάξης, μου γύρεψε το μπιλιέτο μου, του το ‘δειξα, κοίταξε στα πλεμάτια τα μπαουλάκια μου, τι λογής είναι. Μα εγώ που δεν ήθελα ούτε ομιλίες ούτε σκοτούρες, ίσια ίσια εκείνη τη στιγμή, προτού ξετάσει τίποτις, του έβαλα στη φούχτα δυο φράγκα, κι αφτός πάλε, με το ίδιο κούρδισμα, τα ‘βαλε στην τζέπη του.

Έπειτα προχώρησε προς τον κοιμισμένονε. Τον ξύπνησε αλύπητα. Ο δύστυχος άνοιξε τα μάτια του· ξεδίπλωσε το μπιλιέτο του που το είχε τυλιγμένο στην απόδειξη τη χάρτινη για τα μπαγάλια, την ξανατύλιξε με το μπιλιέτο στη μέση, βολέφτηκε στη γωνιά του και δώσ’ του κοιμήσι.

Κοντοστάθηκε η μηχανή, δηλαδή ο υπάλληλος, σα να πρόσμενε κάτι. Μήτε κάτι έφεξε μήτε διάολος. Κοίταξε δέφτερη φορά προς τα πλεμάτια. Πήρε τα μάτι του μια βαλίτσα κίτρινη και μακρούτσικη.

Χαιρέτησε με την κασκέτα·

— «Δική σας, είναι, Κύριε, η βαλίτσα;»

—«Δική μου, βέβαια», του αποκρίθηκε μαχμουρλίδικα ο Καφτανόπουλος, και του γύρισε τη ράχη!

Με ησυχία μεγάλη, με ειρήνη που να πεις — αν και το κίνημά του έμελε να μας φέρει τον πόλεμο — τράβηξε ο Ελβετός από το γελέκι του ένα μέτρο, κατέβασε τη βαλίτσα, δίχως να ζητήσει άδεια καμιά, τη μέτρησε, ξανάβαλε το μέτρο στην τζεπούλα του, μα δεν ξανάβαλε στη θέση της τη βαλίτσα, που τη βαστούσε και δεν έμοιαζε πρόθυμος διόλου να την αφήσει·

— «Δεν έχει, του κάνει, το νόμιμο μάκρος. Επιτρέπουνται πενήντα εκατοστόμετρα. Λογαριάζει αφτή πενήντα πέντε. Δεν μπορεί να μείνει εδώ. Πρέπει να την πάω στην αποθήκη με τα μπαγάλια, και την παίρνω μαζί μου.»

Ο κ. Καφτανόπουλος πια είχε ξυπνήσει. Αναπετάχτηκε·

— «Πώς το είπες; Να πάρεις, να πάρεις μαζί σου τη βαλίτσα μου; Των αδυνάτωνε το αδύνατο!»

— «Και γιατί, παρακαλώ;»

— «Γιατί απλή βαλίτσα δεν είναι· είναι βαλίτσα διπλωματική!»

Ο Θεός να κατέβαινε από τον ουρανό, να πρόσταζε της θάλασσας ο Θεός· «Μέχρι τούτου ελεύση, και ουχ υπερβήση», βέβαια πως δε θα το ‘λεγε με το μεγαλείο που τόνισε ο κ. Καφτανόπουλος τις δυο λέξες βαλίτσα διπλωματική. Βαλίτσα διπλωματική! Για στοχάσου το! Εκεί, στη βαλίτσα μέσα, είναι τα μυστικά του Κράτους. Κι α δεν είναι, δεν πειράζει. Επειδή, πρέπει να ξέρουμε πως η διπλωματική βαλίτσα, πάντα βαλίτσα δεν είναι. Μπορεί να ‘ναι ό,τι θέλεις, άξαφνα κάσσες ξύλινες με σωρό έπιπλα ή όπως έτυχε κιόλας μια φορά, με πιάνο μέσα. Μια κι έχει την επίσημη σφραγίδα της τάδε πρεσβείας ή της ντόπιας κυβέρνησης, πάβει να είναι κάσσα, γίνεται βαλίτσα. Όταν είναι πάλε καθαφτό βαλίτσα πέτσινη, χρησιμέβει το περσότερο για τσιγάρα ή πούρα της κόντρα μπάντας. Ο διπλωμάτης που ταξιδέβει με τη βαλίτσα, έχει εννοείται το δικαίωμα να βάλει μέσα τα πουκάμισά του, τα τσουράπια του, τα σώβρακά του, τα ξουράφια του και της ερωμένης του τα ραβασάκια. Η βαλίτσα του κ. Καφτανόπουλου θαρρώ πως τέτοια είχε, υποθέτω και μπουκαλάκια με αρώματα, γιατί μύριζε τρομερά. Και τι πειράζει; Μήπως δεν είναι πάντα βαλίτσα διπλωματική; Μυρωδάτη, όσο θέλεις, μα βαλίτσα.

Είχε σηκωθεί ολόρθιος ο κ. Καφτανόπουλος κι άπλωνε το χέρι, να ξαναπιάσει το φορτίο το ιερό.

— «Δε γίνεται, Κύριε!»

— «Δε γίνεται;!» Θύμωνε, άναφτε ο κ. Καφτανόπουλος.

— «Κανονισμένο», του αποκρίθηκε ψυχρά ψυχρά ο άθρωπος. Σε λίγο πανάλαβε·

— «Πενήντα εκατοστόμετρα, όχι παραπάνω.» Κι έφυγε ήσυχα με τη βαλίτσα. Ένιωθες πως του κάκου. Τη μηχανή του τρένου μπορούσες ίσως να σταματήσεις. Τη μηχανή της υπαλληλίας, μήτε να το συλλογιστείς.

— «Θα διεις! θα διεις! Και θα σου κοστίσει! θα σου κοστίσει γερά!» φώναζε ο κ. Καφτανόπουλος, δηλαδή ό,τι φωνάζει κανείς, σα βλέπει πως δεν μπορεί να κάμει τίποτα παρά να φωνάζει.

Έπειτα γυρίζει και με κοιτάζει. Δεν είχαμε μιληθεί ακόμη, με γνώριζε όμως από την Αθήνα, που μαζί ανεβήκαμε. Είχε ανάγκη να ξεθυμάνει·

— «Πώς σας φαίνεται αφτό, κύριε Αριστοτελίδη;»

— «Ανάθεμάν τα και τρις ανάθεμάν τα!»

— «Ορίστε;»

— «Μάλιστα! Να μην ήτανε, δε θα είχαμε τέτοιους μπελάδες!»

— «Ποια να μην ήτανε;»

— «Τα βουνά, καλέ!»

Με τήραξε τότες, σα να ήμουνε τρελός. Δεν καταλάβαινε πως για μένα η ανυπόφορη φασαρία, πως του υπάλληλου το φέρσιμο ερχόντανε όξω από την ώρα τους, να με σκοτίσουνε, να με ταράξουνε στου πόνου μου τη μοναξιά ή την απομόνωση, να μ’ αναγκάσουνε να βλέπω τον Γκοτάρντο, που τον καταριόμουνε άλλη μια.

— «Τα βουνά;» ρώτησε.

— «Τα βουνά! Η οργή να τα πάρει!»

— «Να πάρει μαζί όλη την Ελβετία!»

— «Κι όλους τους σιδεροδρομικούς υπάλληλους!»

— «Ακούτε κει! Τόση αφτάδεια!»

— «Και τέτοια προσβολή! Άτοπο, άδικο, αδύνατο να μείνει ατιμώρητη!»

— «Πώς όμως; Πώς;»

— «Δε βλέπω. Ένα ξέρω, πρέπει αναντίλεχτα, να βρεθεί τρόπος, αφού τονέ φοβερίσατε κιόλας. Το χρωστάτε και στον εαφτό σας. Ειδεμή, θα πέσετε μικρός. Μαζί σας πέφτει μικρό και το έθνος!»

— «Βέβαια! Γιατί τάχα είμαστε κράτος δίχως μεγάλη δύναμη, πρέπει τώρα να ‘ρχουνται να μας αψηφούνε οι χοντρόπετσοι κι ανίδεοι αφτοί, να μας φτύνουνε στη μούρη, να μας κλέφτουνε τις διπλωματικές μας τις βαλίτσες! Έλληνες είμαστε, Κύριοι!»

— «Δεν τα σηκώνουμε τα τέτοια!»

Ήμουνε όξω φρενώ — πάντα επειδή δε μου άφηνε ησυχία η καταραμένη δουλειά, θα ήθελα εκείνη τη στιγμή, να ξολοθρέψω τον Γκοτάρντο.

— «Αχ! να μπορούσα!» φώναζε ο Καφτανόπουλος, σφίγγοντας τις γροθιές του.

— «Μπορείτε!»

— «Πώς;...»

— «Ιδού. Πρώτα θ’ απαιτήσετε να πάψουνε τον υπάλληλο. Α δεν τον πάψουνε, πόλεμος! Νέτα σκέτα.»

Ξέσπασα πια και ξεστόμισα το λόγο τον τρομερό. Πόλεμο! Πόλεμο!

Σάστισε ο νέος με το ύφος το αποφασισμένο, το βροντοχτύπητο που το ‘λεγα. Τώρα ως και μπροστά μου πια θα ‘πεφτε μικρός, ακόμη κι αν υποθέσουμε πως δεν είχε όρεξη να πάνε τα πράματα ως το σημείο που του τα ‘φερνα, που του τα σκουντούσα με μια λέξη. Τόντις τον έσπρωχνα, καιρό δεν είχε ούτε να συλλογιστεί ούτε να τραβηχτεί, αν του περνούσε.

— «Να σας! Φτάσαμε στο Μπάζελ. Να κατεβείτε αμέσως. Να τρέξετε στο προξενείο. Να κάμετε τη χρειαζούμενη δήλωση, να δώσουνε είδηση στην ελληνική πρεσβεία στο Μπερν. Τίποτα· ή πάψιμο ή πόλεμο!»

— «Σας εφκαριστώ! Σας εφκαριστώ πολύ!»

— «Να πάρετε τη βαλίτσα εφτύς, που δεν μπορεί τόση ώρα ν’ ατιμάζεται μέσα στα πρόστυχα μπαγάλια!»

— «Έχετε δίκιο. Έχετε δίκιο. Απαραίτητο να κατεβώ!»

Και κατέβηκε, περήφανα, με τη βαλίτσα πια στο χέρι, τη διπλωματική.

Ουφ! Πήρα την ανάσα μου. Τον ξεφορτώθηκα κιόλας. Ίσως αφτό να γύρεβα. Εγώ εννοείται ξακολούθησα ως τη Λόντρα. Και στο δρόμο, κλειδωμένος στ’ απόβαθα της ψυχής μου, να ξεχάσω τη σκοτείνια της Δύσης, ανακαλιόμουνε την αγάπη μου τη γλυκιά, το εσώψυχό μου το φως.

Αφότου χωριστήκαμε ο κι Καφτανόπουλος, και γω, δεν μπόρεσα, φυσικά, να παρακολουθήσω τα γεγονότα όπως το ‘καμα ως τότες, και δεν είμαι σε θέση να σας τ' ακριβολογήσω με τις ίδιες λεφτομέρειες. Αγνοώ, λόγου χάρη, τι απόγινε στο Μπάζελ — που μόνο ένας γάιδαρος έχει το δικαίωμα να μας τ’ ονομάσει Βασιλεία, για να μας δείξει τάχα τη μάθησή του, εκεί που μας δείχνει πολύ περσότερο την απονέκρωση της λογικής του, το θάνατο κάθε ιστορικής του νοημοσύνης, γιατί παντάπασι αδιάφορο αν από τη Βασιλεία ετυμολογιέται το Μπάζελ, αφού βλέπουμε ίσια ίσια πως στον τύπο Μπάζελ καταστάλαξε και σώζεται η Βασιλεία.

Εμένα το χρέος μου ήτανε, καθώς σας το ‘ταξα στην αρχή του παραμυθιού, να σας ξεσκεπάσω το πρώτο αίτιο, να σας φανερώσω την πηγή του πολέμου. Τ’ αποδέλοιπα γνωστά. Ο διάλογος που σας ανάφερα μεταξύ μου και του συνταξιδιώτη μου, σας ψυχολόγησε κιόλας, από τα πρότερα, πως έμελε να ξετυλιχτούνε τα πράματα. Το φιλότιμο το ρωμαίικο άναψε, μάλιστα όταν η ελβετική δημοκρατία επίσημα δήλωσε πως δεν πάβει τον υπάλληλο. Την αβριανή, όλες οι Αθηναίικες φημερίδες μιλούσανε πια για την απαραίτητη έκρηξη του πολέμου. Πως το επεισόδιο της βαλίτσας στάθηκε, καθώς γράφανε, casus belli, δεν το αφισβητούσε κανένας. Το πιο νόστιμο είναι που το κακό δεν το ‘φερε, όπως είδατε, το επεισόδιο της βαλίτσας καθαφτό, παρά μόνο τα δυο φράγκα που ο διπλωμάτης δε στοχάστηκε να δώσει του υπάλληλου. Υπάρχουνε πόλεμοι, που τους προξενούνε πολύ πιο ασήμαντα περιστατικά.

Εκείνο που στην Αθήνα έκαμε τους περσότερους να φωνάζουνε Πόλεμο! πόλεμο, να ρητορέβουνε για τον πόλεμο σε χίλια δυο συλλαλητήρια, είναι που τέτοιος πόλεμος, ελληνο-ελβετικός, αδύνατο να γίνει. Έτσι το νομίζανε τουλάχιστο πολλοί δικοί μας. Έτσι το νομίζανε κι οι αγαθοί μας οι Ελβετοί, που χαχαχά! κι ολοένα γελούσανε, από την ώρα που κόψαμε μαζί τους κάθε διπλωματική σκέση. Αλήθεια που δε γελούσανε οι ξενοδόχοι. Απαγορεμένο από την κυβέρνηση σ’ όποιονε είναι υπήκοος Έλληνας, να πατήσει χώμα ελβετικό. Κατσουφιάζανε και κάμποσοι Ρωμιοί, που ένα ταξίδι, μια περήγηση στην Ελβετία τους είναι το άκρον άωτο του πολιτισμού και το γλέντι το αταίριαχτο. Οι φρόνιμοι μάλιστα λέγανε, πως πολύ άτοπο να κηρυχτεί πόλεμος με την Ελβετία, που από το Είκοσι ένα κιόλας φάνηκε τόσο φιλέλληνη.

Φιλέλληνη όσο θέλετε, όχι όμως ελληνογνώστρα· δεν ήξερε το Ρωμιό που ας αφήσουμε το Είκοσι ένα, πολύτροπος είναι, μάτια μου, από τα χρόνια του Οδυσσέα. Έπρεπε από το φιλελληνισμό της μάλιστα να στοχαστεί, πως ο ίδιος άθρωπος που χωρίς τίποτα, χωρίς παρά και χωρίς όπλο, σου κατόρθωσε μια πανάσταση, θα βρει τρόπο να σου σκαρώσει κι έναν πόλεμο με την Ελβετία. Τα θυμάστε δα· περιττό να σας τα πολυλογώ, θα σας τα συντομέψω, να μη με βαρεθείτε.

Το μεγάλο το κατόρθωμα του Ρωμιού στην περίσταση, στάθηκε που δε συλλογίστηκε ούτε στιγμή, που αψήφησε κιόλας το εφκολότερο μέσο, το πιο χερόπιαστο, ένα μέσο που ένα πρόστυχο, κοινό, μυαλό θα το παραδεχότανε αμέσως, δηλαδή ν’ ανεβεί σ’ αερόβατα κι από κει απάνω να ρίχνει μπόμπες στους Ελβετούς. Διόλου. Ελεεινό, χείριστο μέσο. Πρώτα, γιατί μπόμπες ή κουκούτσια στα βουνά εκείνα, το ίδιο. Έπειτα, με τ’ αερόβατα μπορούσε να κατεβεί κι ο Ελβετός στ’ άγια χώματα. Τότες, τι γίνεται ο Παρθενώνας; Όχι, έπρεπε να κάμουμε της Ελβετίας έναν πόλεμο που να μην μπορέσει αφτή να μας τον κάμει. Και το αριστούργημα του Ρωμιού ήτανε, που αποφάσισε να της κάμει πόλεμο ναφτικό!

Καιρός του χρειάστηκε να το καταφέρει, αφού στα χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, δυο μήνες ύστερις από την τραγωδία της βαλίτσας, τα δυο έθνη ανακαλέσανε τους πρέσβηδές τους το καθένα, και μόνο στα χίλια εννιακόσια πενήντα, έξη χρόνια κατόπι, άρχισε ο πόλεμος, εκεί που δεν το πρόσμενε κανένας. Τέτοιος ο Ρωμιός. Αναποφάσιστος και χασομεράς. Μα καιρό να του δώσεις κι όλα σου τα καταφέρνει. Βοήθησε κάμποσο το Ρωμιό και η αδιαφορία, πες, σαν προτιμάς, η καλοσύνη του Ελβετού. Πού να το κουνήσει αφτός; Ούτε πήγε ο νους του σε αερόβατα και μπόμπες. Δε βαριέστε; Με την Ελλάδα τώρα θα τα βάλει; Κολοκύθια. Τους άφηνε, λέει, να κάνουνε τους φωνακλάδες. Ο ήσυχος, τίμιος και χοντρούτσικος Ελβετός, έβρισκε αφορμή να γλεντήσει και μας έπαιρνε στο ψιλό. Έτσι δεν παρατήρησε κάτι περίεργο που από τα χίλια εννιακόσια σαράντα οχτώ, ακολουθούσε στα σύνορα της Ελβετίας· κάθε βδομάδα, κάθε δεκαπέντε μέρες, ξεφούρνιζε ο σιδερόδρομος κάτι Νέμτσους παράξενους, που μιλούσανε ακόμη πιο παράξενα νέμτσικα, με περούκες ξαθόχρωμες, με ματογυάλια βαμμένα, κι όλοι τους αφτοί, με τη σειρά, κατεβαίνανε στο ίδιο μέρος, κάπου σε μιαν ακρογιαλιά της Λίμνης της Γενέβης. Ανάγκη να σας πω δεν είναι πως οι Νέμτσοι μας Ρωμιοί, Ρωμιοί, φίλε μου, από τον πρώτο στο στερνόνε, μαζί καμιά χιλιάδα νομάτοι. Ο μαργιόλος, ο κατεργαράκος, ο διαολεμένος ο Ρωμιός, κοιτάξτε τι πήγε και στοχάστηκε. Θα το ‘χετε ακουστά πως ακόμη και στα παλιά τα χρόνια, στα χίλια εννιακόσια δέκα έντεκα, ξέρανε να φτιάνουνε σπίτια, που να τα πούμε, ξεκομματιστά. Δηλαδή, αντίς να είναι κάπως μονοκόμματα η πιο σωστά να βαστιούνται αναμεταξύ τους τα διάφορα κομμάτια, τοίχοι, ταβάνια, πατώματα, σκάλες, με καρφιά, με τράβες, ή με ασβέστη, βρήκανε σύστημα καινούργιο και συναρμόζανε τα διάφορα κομμάτια με τρόπο που μπαίνανε το ένα μέσα στ’ άλλο, καθώς, λόγου χάρη, τα διάφορα ξύλα μιας βιβλιοθήκης. Έτσι, βολετό σου άξαφνα και να μεταφέρεις το σπίτι σου μαζί σου, όπου πας. Το ξεκομμάτιαζες, έπειτα το συγκομμάτιαζες και τέλειωνε η δουλειά. Ένας Ρωμιός, τετραπέρατος, συλλογίστηκε ακόμη καλύτερα να κάμει ξεκομματιαστό, ψυχίτσα μου, θαρακωτό· για τούτο βάσταξε κιόλας έξι χρόνια, που πολλά δεν είναι, από τα σαράντα τέσσερα στα πενήντα. Λοιπόν οι χίλιοι Ρωμιοί που το στρώσανε σ’ έναν όχτο της Λίμνης, κουβαλούσανε ο καθένας είτε στην τζέπη του, είτε σε μια βαλίτσα — να σκάσεις! — που δεν ξεπερνούσε στο μάκρος τα πενήντα κανονισμένα εκατοστόμετοα, κουβαλούσανε από ένα κομμάτι του θαρακωτού. Οι ερίφηδες! Φανταστείτε τι αλύπητη δουλειά που σου την κατεβάσανε. Μια νύχτα μονάχα τους χρειάστηκε για να συγκομματιάσουνε το θαρακωτό και ν’ αγκυροβολήσουνε στη Λίμνη. Τότες άρχισε πια το κακό. Προτού προφτάσουνε οι καημένοι Ελβετοί να τρίψουνε τα μάτια τους, που βλέπανε στη Λίμνη τους θαρακωτό, δώσ’ του και δώσ’ του κανονιές. Κανονιές και φωνές·

— «Θέλεις βαλίτσες; Να σου βαλίτσες!»

— «Θέλεις Γκοτάρντους; Να σου Γκοτάρντους, μωρέ!» Και τους πετούσανε κάτι μπάλες, μάνα μου, σαν τα βουνά τους.

Εννοείται, δεν μπόρεσε, όπως ξέρετε, να βαστάξει τέτοιος πόλεμος. Αναγκαστήκανε οι δικοί μας να παραδοθούνε, από την πείνα. Με τα ψάρια της Λίμνης δεν έβγαινε προκοπή και να κατεβούνε, μήτε λόγος. Τι τους έμελε κιόλας; Δε βγαίνανε τάχα νικητάδες αφτοί; Κι όταν ο Ρωμιός νικά, για τίποτις άλλο δεν τον κόφτει στον κόσμο. Οι Ελβετοί όμως σκυλιάσανε. Καλοί αθρώποι, όσο δεν τους πειράζεις, όσο δεν τους πεισματώνεις. Μα το παρακάμανε πια οι δικοί μας! Κι ένα τους θύμωσε τους Ελβετούς πιο πολύ απ όλα, που στον πυροβολισμό τους ξεστομίζανε τόσα λόγια κακά για τον Γκοτάρντο. Δεν το σήκωνε τέτοιο πράμα το φιλότιμό τους·

— «Σταθείτε να σας μάθουμε!» είπανε.

Και τόντις τους μάθανε. Λυπητερό φοβερά στάθηκε το θέαμα εκείνο που η αγάπη μου και γω είδαμε, ύστερις από τον πόλεμο, κατεβαίνοντας στην Ελλάδα και περνώντας από τον Γκοτάρντο. Ήμεστα πια παντρεμένοι και γυρίζαμε από μια περήγηση στην Εβρώπη. Σ’ ένα σταθμό, βλέπουμε άξαφνα ένα τρένο που δεν ξέρω γιατί, μου χτύπησε αμέσως την προσοχή μου. Ρίχνω μια ματιά. Βέβαια! Δε γελιούμαι. Είναι στα βαγόνια μέσα Ρωμιοί, μόνο Ρωμιοί. Αχ! τους δυστυχισμένους! Σε τι χάλια που τους είδαμε! Λιγνούς, χλωμούς, κίτρινους, λιωμένους, αφανισμένους. Τέτοιος ο νόμος του πολέμου. Ό,τι θέλεις κάνεις, σαν έχεις τη δύναμη. Τι να γίνει; Πλεροφορήθηκα και μου είπανε πως ήτανε οι αιχμάλωτοι. Από τους χίλιους του θαρακωτού είχανε απομείνει πενήντα, που ήτανε δα μισοπεθαμένοι και που γλήγορα θ’ ακολουθούσανε στα Τάρταρα τους άλλους εννιακόσιους πενήντα. Πεθάνανε, λέει, γιατί τους αναγκάσανε, σε τρένο χωριστό, ν’ ανεβοκατεβαίνουνε τον Γκοτάρντο, να χαίρουνται τα τουνέλα του, δυο φορές κάθε μέρα και να βαστάξει τέτοιο ταξίδι αλάκαιρο ένα μήνα. Οι Ελβετοί το στοχαστήκανε για το καλό, λέγοντας να συνενώσουνε την τιμωρία με τη διδαχή· Παιδαγωγικά, τι τα θέλετε; Μα ο Έλληνας δεν μπόρεσε ν’ αντέξει στην ασκημιά του Γκοτάρντου, και ξεψυχούσανε τώρα ένας ένας.

Έφριξα. Θυμήθηκα την τρομερή εντύπωση που στον πηγαιμό μου είχε δώσει ο Γκοτάρντος, έσφιξα το χέρι της καλής μου κι αναγάλλιαζα που εμείς τουλάχιστο κατεβαίναμε προς τα βουνά μας τα όμορφα, προς την Ελλάδα, προς το φως.



Κεριακή, τρεις του Σποριά, 1895. — Δεφτέρα, εφτά — κεριακή, δεκατρείς του Σποριά, 1910.



αρχή


ΜΑΤΙ ΚΑΙ ΜΑΤΙ


(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 436, 15 του Μάη, 1911. Γράφηκε πρώτα γαλλικά και γαλλικά έμεινε ανέκδοτο.)



Αφιερώνεται του Κώστα Παρορίτη.



Παιδιά τους είχα γνωρίσει στην Πόλη και τους δυο. Άντρες τους ξαναείδα στο τελεφταίο μου το ταξίδι. Δεν έπρεπε ίσως να σας δηγηθώ τα ιστορικά τους· ο κόσμος τους ξέρει, θα καταλάβει αμέσως. Έπειτα, ίσως να είναι κρίμα, τέτοιο δράμα καρδιολογικό, που η ανάλυση του η ψυχολογική θα ήθελε τόμο, να το συμμαζώξει κανείς και να το στενέψει σε καμιά δεκαριά σελίδες.

Η μάνα τους τα ‘φταιξε όλα. Η μάνα τους απαρχής άναψε αναμεταξύ τους τη ζούλια, που πάντα υπάρχει αναμεταξύ δυο παιδιά, μάλιστα δυο αδέρφια. Η μάνα τους φυσούσε, ώσπου να κάμει τη ζούλια πυρκαγιά. Ζηλοί δε τε γείτονα γείτων, που λέει ο γέρο Ησίοδος. Μπορούσε να προστέσει· κι ο αδερφός τον αδερφό. Αγκαλά, μήπως ο ίδιος δεν είχε παράπονα με τον αδερφό το δικό του; Αφού είναι φυσικό μας να ζουλέβει το γείτονα ο γείτονας, που θα βρεις μεγαλύτερους γειτόνους από δυο αδερφούς; Ο γείτονας αγωνίζεται για το απάγγελμά του ο καθένας· αγωνίζεται για την εξουσία ο αδερφός, κι ο αγώνας μπορεί να γίνει θανάσιμος. Στο ρωμαίικο οι ψυχές κορώνουνε γλήγορα με τον ήλιο και με το πάθος.

Στην Πόλη άκουσα πάντα να λένε, σα να μιλούσανε για κανένα πράμα όπου συζήτηση δε χωρεί, πως ο μεγαλύτερος από τους δυο Κομινάδες — Κομινάς, το επίθετο του πατέρα — ο Νίκος, ήτανε φτωχόμυαλος, πως ήτανε, πέστε το κιόλας, ζεβζέκης. Τόντις, ο Νίκος έμοιαζε κι από πρώτη όψη, σα στενοκέφαλος· η καρδιά του όμως ίσια και ορθή. Ταχτικός, στενός, ξακριβολόγος, ψιλολογούσε ως και τις πιο ασήμαντες μικροδουλειές, μα ό,τι έκανε, το ‘κανε με πάστρα, η εργασία του σχολειό, μεθοδική, ως και στα παιχνίδια του ακόμη συγυρισμένος, όταν καθότανε ώρες δίχως ν’ αλλάξει θέση, χτίζοντας, μόνος πάντα, το ίδιο κάστρο ή το ίδιο σπίτι, πότε με το χώμα, στο Γαλατά, πότε με τον άμμο, στην εξοχή, μνήσκοντας από κάτω από τον ίσκιο του ίδιου δέντρου, να κάνει χωρίσματα καταγής, να κουβαλά φύλλα στο ένα που τα στοίβαζε, να στήνει πετρίτσες στο άλλο, για να φιγουράρει τάχα τα διαμερίσματα ενός τσιφλικιού. Να μη σας το κρύφτω, έχω κάποια προτίμηση για το φυσικό που φανέρωνε ο Νίκος. Το παιδί γίνεται άντρας και τέτοιοι άντρες, ήσυχοι, προσηλωμένοι, αφοσιωμένοι στην εργασία τους, δίνουνε τη χρειαζούμενη βάση σ’ ένα έθνος. Με την αγάπη προς το έδαφος το πάτριο, με την έννοια σου ν’ αβγατίσεις τα κλερονομημένα σου τα πατρικά, με το χρέος το καθεμερνό και την καθεμερνή τη δουλειά για μόνο σου σκοπό, μαζώνεται και συνεχίζεται, ο πλούτος της πατρίδας. Άλλοι, τάχα πιο φιλοσοφικοί ορίζοντες, δεν είναι αναγκαίοι και δεν τους είχε ο Νίκος. Πέρα δεν έβλεπε από τ’ αλέτρι, από τ’ όργωμά του το ακατάπαφτο και το ήσυχο. Θα φαινότανε κατόπι άξιος διάδοχος του μπαμπά του, που λογάριαζε αρίφνητα ποστατικά στα περίχωρα της Πόλης και στη Μικρασία. Θα φρόντιζε για δάφτα όπως ήξερε από γεννησιμιά του να φροντίζει για τα καθέκαστα, θα γινότανε τίμιος, αγαθός οικογενειάρχης, θα ‘μνησκε πάντα βέρος εργάτης.

Το δυστύχημα είναι, που από την κούνια του έλειψε το κάτι που ποτές δε λείπει σε κανένα παιδί· του έλειψε η χάρη. Του έλειψε η απροσδιόριστη εκείνη, αλλόκοτη, ψιλή φαντασία που τα μικρά σου τη φανερώνουνε σ’ ένα κίνημα λωλούτσικο, σ’ ένα λόγο τους απροσμόνητο. Στο ρωμαίικο, αρέσουνε, θαμάζουνται κιόλας έφκολα τα εξωτερικά μας τα χαρίσματα, όσα φαίνουνται δηλαδή, άξαφνα η αστειότητα, για ν’ αφήσουμε στην μπάντα το πνέμα το αληθινό ή την ξυπνάδα την πραματική. Τίποτα δεν έβλεπες στο Νίκο απ’ αφτά· για τούτο υποθέτω έβγαλε όνομα πως είναι μπουνταλάς· για τούτο βέβαια τον κοιτάζανε με καταφρόνιο και με κάποια λύπη. Απίθανο δεν είναι, ίδιος ο κ. Κομινάς να το πίστεψε στο τέλος το παραμύθι της μπουνταλοσύνης του Νίκου. Και τόντις το παιδί ποτές δε γελούσε, νοστιμάδες δεν ήξερε να πει, έμοιαζε σα μουδιασμένο πάντα, σαν παγωμένο, με το χοντρό του απελέκητο πρόσωπο, το σκληρό, το βουβό, το δίχως έκφραση.

Όσο για τη μάνα του, όχι μόνο τον καταφρονούσε, μα την πείραζε, την ερέθιζε φτάνει που τον έβλεπε. Φαίνεται πως το αίμα, πως η συγγένεια δεν αρκούνε για την αγάπη. Αναμεταξύ μας, όξω από το αίμα, υπάρχουνε, από τον ένανε στον άλλονε, συνταιριάσματα μυστικά. Ως και με τα παιδάκια μας, η αντίληψή μας αλλάζει και πότε μας τραβά προς το ένα μια ιδιόφυτή του αναλογία μαζί μας· πότε, ξεναντίας, χρειάζεται κάποια προσπάθεια, χρειάζεται ίσως και κάποιος κόπος για να καταλάβουμε, για να παραδεχτούμε το χαραχτήρα του αλλουνού. Στην Ελλάδα, το φαμελιακό το αίστημα έχει δύναμη μεγάλη· πρέπει ωστόσο να το μολογήσουμε, πως η δύναμη της αναθροφής είναι πολύ κατώτερη· δε μαθαίνουμε από τα μικράτα μας να παίρνουμε απάνω μας, να κυβερνιούμαστε. Τέτοια η Μπατουλίκα Κομινά, που αδύνατο της στάθηκε ποτέ της να κρατηθεί. Αλήθεια που όλες οι μάνες δεν της μοιάζουνε. Όπως κι αν είναι, λίγες γνώρισα που να μην έχουνε μια προτίμηση, τουλάχιστο που να το κατορθώνουνε να την κρυφτούνε, και που μια τέτοια τους προτίμηση να μην τις οδήγησε συχνά σε καμιάν αδικία, ίσως μικρή, άξια όμως πάντα ν’ αφήσει στην καρδούλα του παιδιού τη φαρμακεμένη της σταλίτσα. Η κ. Κομινά νόμο δεν άκουγε κανένα, όξω από το ψυχόρμητό της. Η κατάβαθη διαφορά που ύπαρχε αναμεταξύ της και του Νίκου στο χαραχτήρα, τ’ αναποδογύριζε όλα μέσα της, τα γύριζε σε ακράτητη αντιπάθεια, όχι τάχα πως η Μπατουλίκα ψυχολογούσε ή ξεδιάλυζε τα καθέκαστα της διαφοράς αφτής, παρά έτσι, γινότανε όξω φρενώ μόνο με το να θωρά το πρόσωπο του παιδιού, που στο πρόσωπό του έβρισκες σα ζουγραφισμένο, σα συγκεντρωμένο το είναι του όλο.

Η Μπατουλίκα Κομινά ήτανε μια ψυχή άγρια που άραξε, όταν ήρθε στον κόσμο, σ’ ένα κορμί κλασικής, ολύμπιας, ήσυχης ομορφιάς. Μα όλα μέσα της ανάποδα, στρεβλά και άταχτα. Είχε κάτι παιδιάτικο, αχαλίνωτο, με ζώου πρωτόπλαστου ορμές, με κάτι γούστα παράξενα. Κλειδωνότανε αλάκαιρη μια μέρα στην κάμερή της, πρόσταζε να της φέρουνε απάνω ειδώνε ειδώνε γλυκά, πιάτα με πάστες, με ζαχαρικά, και τα ρουφούσε, τα κατέβαζε λαίμαργα λαίμαργα, το στόμα της βόθρος μονάχος. Στο μεταξύ κάπνιζε, όχι μόνο τσιγάρα, παρά και πούρα που στις γυναίκες μας είναι πες σαν ασυνήθιστο. Φαγάδισσα και σαρκική από φυσικό της, τεμπέλισσα και σκληρή συνάμα. Τεμπέλισσα, χωρίς όμως να είναι σαχλή. Δηλαδή, έδειχνε σάχλα, δεν είχε. Βέβαια, όταν την έβλεπες έτσι ν’ αποτραβιέται, αμελώντας ως και το ντύσιμό της, με το βρόμικο της το χτενισματοφόρι, με τις στραβοπατημένες της παντόφλες, με το στόμα της μπουχτισμένο γουλιάρικα, θα την περνούσες αμέσως για καμιάν ακαμάτισσα και ξενεβρισμένη, ξεφυλισμένη. Εκείνη, ξεναντίας, ίσια ίσια σε τέτοιες ώρες, σαν το καλοξετάσεις, ξεδίπλωνε αφάνταστη ενέργεια, που α δεν την ξεδίπλωνε, αδύνατο κιόλας να καταλάβεις πως μπορούσε με τόση λύσσα, με τόση θέληση, με τόση δύναμη, να ξεχάσει τα πάντα, για να θυμηθεί μονάχα το πάθος της και να το διει χορτάτο. Αλλοίμονο αν άξαφνα κανένα εμπόδιο ερχότανε να τη στερήσει από το κομμάτι που ορεγότανε. Όταν ο σεκερτζής περνούσε από κάτω από το παράθυρό της, αμέσως η δούλα έπρεπε να κατεβεί, ν' αδειάσει τον ταβλά, να της φέρει απάνω τα σεκέρια, κι αν τυχόν αργούσε, ο θυμός της σηκωνότανε φουρτούνα, φουρτούνα της ψυχής αλάκαιρης που πολεμά για το πάθος της. Το πάθος της είναι η ζωή της και τη ζωή πειράζεις, άμα εναντιώνεσαι στο πάθος. Έριχνε τα πιάτα κατά γης και τα ‘σπαγε με θόρυβο· χτυπούσε τη δούλα· φώναζε δαιμονισμένη. Γινότανε θεριό, μια και το ζήτημα για το καπρίτσιο της. Ακαταδάμαστη. Αδιάφορη, ακούνητη, βουλιασμένη, για τ’ αποδέλοιπα.

Ο Κώστας, ο μικρότερος ο γιος της, ήτανε για τη μάνα του άλλο σεκέρι, σωστό γλιγούδι. Τον έτρωγε. Κι ενώ τον πυροφιλούσε, από μέσα, που να πεις, από τα φιλιά της, πετιότανε ακράτητα, ξεφρενιασμένα, το πρόσωπο του αλλουνού, σα λαβωματιά στα μάτια της*. Την πείραζε η διαφορά που είχανε στα μυσείδια τους, την πείραζε που δε μοιάζανε, τη δαιμόνιζε, μόνο που της θύμιζε ο Νίκος πως υπάρχει κι ένα της παιδί ολότελα διαφορετικό, κι έτσι δεν την άφηνε ανεμπόδιστα, ήσυχα, να καταπίνει τον Κώστα της στα χάδια και στα φιλιά της, παρά της φαρμάκωνε την άγρια την ηδονή της με το κεφάλι του το χοντρό το τερατώδικο, σαν το ‘βλεπε ας είναι κι από μακριά, με τους τρόπους του, με το ύφος του, με την ασκημιά του. Της κατάστρεφε σίγουρα τη χαρά της, αφού το’ φταιγε ο Νίκος που δεν είχε τον Κώστα της μοναχογιό. Η Μπατουλίκα Κομινά, ούτε για τα ζαχαρικά της ούτε για τα μητρικά της τα αιστήματα δεν παραδεχότανε καμιάν αντίσταση, δεν ήθελε το παραμικρό αντισκούντημα, το ελάχιστο τσουγκράνισμα, το πιο τιποτένιο τσαλάκωμα στ’ ομαλό το ατλάζι της ζωής της· έπρεπε, ο πόθος της, τ’ όνειρό της, έπρεπε να πηγαίνουνε ίσια ολόισα μπροστά της. Ο Νίκος στάθηκε πέτρα στο δρόμο της. Τότες της ήρθε τέτοιος θυμός που κατάντησε μίσος. Μίσος και σιχαμός. Τον τιμωρούσε που ήτανε Νίκος, που δεν ήτανε Κώστας.

Ο Κώστας, να το αληθινό λουκουμάκι. Τον κοίταζες και δεν μπορούσες παρά να τον αγαπήσεις, με κείνη την κομματάκι σαν υλική αγάπη, μάλιστα και σαρκική, την αγάπη που στα ζηλεμένα μας τα μικρά χαίρεται το δέρμα τους τ’ απαλό, τα βελουδένια τους τα μαγουλάκια. Είχε κάτι τσακίσματα, έκανε κάτι νάζια που ωστόσο αρέζανε και τραβούσαν. Το ήξερε, όπως τα ξέρουνε τα παιδιά τέτοια πράματα, με κάποια κρύφια τους υποσυνείδηση, και μάλιστα ξακολουθούσε, παρέκει από την ηλικία όπου ταιριάζει, τις χάρες του τις άνοστες, τις σαν ξεψυχισμένες. Δέκα χρονώ αγόρι όταν έγινε, άμα ερχόντανε σπίτι τους φίλοι, γύρεβε ακόμη φιλιά και χάδια, σα να μην είχε ξεπεράσει τα τέσσερα ή τα πέντε, πήγαινε στα γόνατά τους, έπαιρνε τα χέρια τους, τα σίμωνε μόνος του στο πρόσωπό του, θέλοντας πάντα και πάντα να καμαρώνει, να θαμάζει ο κόσμος τις ομορφιές του και τα λυγίσματά του. Ωστόσο είχε χάσει πια το χνούδι εκείνο το ροδακινένιο του μικρού, που κάποτες το φυλάγει τ’ αγοράκι. Το καταλάβαινες πως της μάνας η λυσσιασμένη αγάπη στάθηκε ο χαμός του· κατάστρεψε ως και τη φρεσκάδα του τη φυσική. Το στόμα του, που ολοένα το κρατούσε μισοάνοιχτο, σου ξεσκέπαζε κάτι γούλια σα σιροπωμένα και μάλιστα το σιρόπι έμοιαζε σα να στάζει από τα χείλια, σα να περιχύνεται στο πιγούνι που γυάλιζε και κολνούσε. Ήτανε από τ’ ακατάπαφτα ζαχαρικά που του έδινε η μάνα του. Κατόπι, τα χείλια του αφτά, σαν πρησμένα κρεμόντανε κάτω και δίνανε του Κωστή μια έκφραση χτηνώδικη, που ποτές δεν την είδε κανένας στο Νίκο, αν και περνούσε για ζώο από την περίσσια που λέγανε την κουταμάρα. Είχε τόντις κάτι ο Κώστας, κάτι ερωτιάρικο και φιλήδονο που σου έφερνε αηδία και που σε λέρωνε. Μια φυσιογνωμία φαρδιά και μπουνταλάδικη. Από παιδί μπορεί να μην τα είχε γεννητά του τέτοια κακά σημάδια. Το φυσικό του, πράο, πρόθυμο, εφκολολύγιστο. Μα η τρομερή μάνα του είχε μάθει να κάνει όλα του τα καπρίτσια, κι έτσι από την πραότητα του φυσικού του ξέπεσε, κατρακύλησε ο Κώστας σε μια τεμπελιά παράξενη, επειδή την τεμπελιά του την τάραζε πάντα, του την έδερνε, του τη χαλνούσε η θέρμη της θέλησης, που ακατάπαυτα ο δύστυχος ήθελε να θέλει, δοκίμαζε, δεν μπορούσε και τον αφάνιζε το σφόρτσο, ανάξιος καθώς ήτανε κι άθελος. Είχε ανάγκη από χέρι που να τον κυβερνήσει, κι η μάνα τον ανάγκαζε να κυβερνά. Ξεϊσοροπούσε λοιπόν ολοένα, κι ολοένα βασανιζότανε, μην ξέροντας τι να κάμει, πού να χυθεί και πού ν’ αποχυθεί, δεξιά ζερβιά, μην ξέροντας τι να στοχαστεί και τι ν’ αποφασίσει, επειδή ένιωθε μέσα του πόσο ανίκανος ήτανε να προστάζει, τον τυραννούσε η αδυναμία του και για τούτο προσπαθούσε με κάθε τρόπο, γύρεβε κάθε αφορμή να προστάζει, για να δοκιμάσει λες σαν τι πράμα να είναι η εξουσία. Σκλάβος γεννημένος που έκανε τον αφέντη.

Ο πατέρας, ο Παντελής Κομινάς, όσο παράξενο κι α φανεί σε όσους δε γνωρίζουνε τα ρωμαίικα τα ήθη, τα παλαιικά μας μάλιστα, ο πατέρας αγνοούσε την προτίμηση της μάνας και τις αδικίες της. Αριά και πού, μια υποψία, ένα κάποιο φως του περνούσε από το μυαλό. Μα τίποτα θετικό δεν έφτανε ίσια μ’ αφτόνε, γιατί στα χρόνια εκείνα ο οικογενειάρχης βρισκότανε τόσο αψηλά, που δεν τα ‘βλεπε τα τέτοια και μπροστά στο θρόνο του, όλα γράφανε απ’ όξω ησυχία, σαν την ακύματη, απλόστρωτη, γαληνεμένη θάλασσα που η απανωσιά της γελά, ενώ στα βάθια της κρύφτει ακαθαρσίες και θεριά. Τα παιδιά δε μιλούσανε τότες μπροστά στον πατέρα· κατόπι, ακόμη και σα γινόσουνε άντρας, στεκόσουνε όρθιος, μην τολμώντας να καθίσεις, αν ο κύρης δε σου έδινε την άδεια. Συναμεταξύ γιο και πατέρα, δεν ύπαρχε καμιά συγκοινωνία, τουλάχιστο κατεφτείας· μεσίτεβε πάντα η μάνα ή κανένας μεγαλύτερος συγγενής. Ο Νίκος και ο Κώστας το λοιπόν ακολουθούσανε κι οι δυο τους το νόμο τον πατροπαράδοτο, σωπαίνανε, όταν ήτανε ο πατέρας, και το στάσιμό τους μπροστά του, κανονικό, αψεγάδιαστο. Μα στο πρόγεμα, δηλαδή όταν έλειπε ο πατέρας κάτω στο γραφείο, αλλάζανε όψη τα πράματα· το τραπέζι μόλις σερβιρισμένο· δε φροντίζανε οι δούλοι, αφού ξέρανε πως δεν ερχότανε κανένας να καθίσει σε μια καρέγλα· κλειδωμένη στην κάμερή της η μάνα, με τα σεκέρια· τα παιδιά τραβούσανε το τραπεζομάντηλο, το ρίχνανε χάμω, να μην αφήσουνε ο ένας τον άλλον να φάει με την ησυχία του· φωνάζανε, πολεμούσανε, χτυπιόντανε, ανάφτανε μέσα τους κάθε μέρα περσότερο το πείσμα και την έχτρα, μην έχοντας κανέναν επιστάτη όξω από τα δουλικά.

Ο κρύφιος ο λόγος, το μυστικό της όμορφης, καμαρωμένης κωμωδίας που δίνουνε κάποτες σε μας, τα παιδιά μπροστά στον πατέρα, βέβαια πως το κάτω κάτω είναι το σέβας, είναι ωστόσο και ο φόβος. Ο φόβος ακόμη και της τιμωρίας. Παραδεγμένο πια πως ο πατέρας είναι ο δικιογνώστης, ο μεγάλος δικιοδότης, πες το καλύτερα, πως είναι αποσαρκωμένος ο νόμος. Ο πατέρας, το νόμο τον ορίζει, δεν τον ακούει. Κάνει ό,τι θέλει. Ακόμη κι όταν είναι στο χαραχτήρα του αδύνατος, ο φωτεινός στέφανος που σαν τους άγιους του ζώνει από αιώνες το κεφάλι, αποσκεπάζει τις αδυναμίες, τα λεκεδάκια της ψυχής. Επειδή κιόλας συνάφεια καμιά δεν υπάρχει αναμεταξύ του και των αλλωνώνε, δε βγαίνει στη μέση ο χαραχτήρας ή σωστότερα η έλλειψή του. Άλλοτες, στα παλαιικά τ’ αντρόγυνα δεν έβλεπες θάρρος, δεν άκουγες ούτε κουβέντα, που να πεις· γνωστό πως η γυναίκα δε μιλούσε του αντρός της στον ενικό· η εσώψυχη εμπιστοσύνη που έχει ανάγκη το αθρώπινο το πλάσμα να τη χαρίζει στο σύντροφό του, έμοιαζε σαν εξορισμένη, ώστε η γυναίκα, σα σκλάβα που στέκεται μακριά, δεν μπορούσε να ξεδιακρίνει τι λεκέδες μαθές είχε, μήτε το υποψιαζότανε πως είχε λεκέδες ο ήλιος του σπιτιού. Η κυρία Κομινά κατάπινε μέσα της, παράχωνε στα σωθικά της εκείνη τη φυσική της αγριάδα, την ορμή της, κι ήταν η μόνη φορά που έπαιρνε τόντις απάνω της. Η ομορφιά της η κλασική και ήσυχη, που είχε τόσο μεγαλείο, τη βοηθούσε ν’ αποσκεπάζει τις φουρτούνες που τη δέρνανε από μέσα. Και φρόνιμα έπραχνε και της σύφερνε η προσποίηση, επειδή αν τα μάθαινε ο Κομινάς, θα ‘πρεπε ν’ αλλάξει τρόπους από άκρη σε άκρη, θα ‘πρεπε πρώτα πρώτα να μην κλειδώνεται και λιχουδέβεται όπως συνήθιζε, θα ‘πρεπε να πάψει να είναι απόλυτη μονάρχισσα, με την απεριόριστη δύναμη που χαιρότανε όσο δεν ήτανε σπίτι ο άντρας, που το γραφείο του τον απασκολούσε περίπου όλη τη μέρα.

Τότες, δηλαδή όσο βασίλεβε σπίτι μόνη της η κοκόνα Μπατούκα, γενήκανε οι αδικίες οι τελειωτικές, σπάρθηκε το κακό που γιατρεμό δεν είχε. Ο Παντελής Κομινάς που ήτανε άθρωπος επιφυλαχτικός, συμμαζωμένος, πες και δειλούτσικος, ίσως προτιμούσε το Νίκο, αν ποτέ του δηλαδή έδινε προσοχή στα παιδιά του. Έλεγε κάποτες πως ο Νίκος ήτανε φρόνιμος, και τέτοιος έπαινος έμπαινε σε λογαριασμό από τέτοιο στόμα. Η μάνα το απομάντεβε πως ο πατέρας αφτού έκλινε, και αβγάτιζε το μίσος της, αφού κιόλας το κάτεχε πως ο Νίκος, ο μεγαλύτερος από τους δυο, θ’ αποχτούσε κατόπι το κύρος και την εξουσία. Δεν ξέρω τι έλπισε, μήτε ως πού να πήγε η ελπίδα της. Δεν ξέρω ούτε αν ποτέ της στάθηκε ικανή να σκεδιάσει τίποτις, ή να προσκεδιάσει, αφτή που με δυσκολία έπλεκε δυο λογισμούς τον ένανε με τον άλλονε· δεν πιστέβω ποτέ της να συλλογίστηκε άξαφνα με τι τρόπο να καταφέρει το θάνατο του Νίκου. Δεν έφτανε η ματιά της παρέκει από την ώρα την παρούσα, θαρρώ πως ακολουθούσε νέτα σκέτα το ψυχόρμητό της, και το ψυχόρμητό της ακατάπαυτα της φώναζε, πως την πείραζε να είναι ο Νίκος, αφού ήτανε ο Κώστας. Άμα ο Νίκος αρρωστούσε, αναγάλλιαζε, της ερχότανε γλύκα, έτσι σα να γλίτωνε, και ανυπομονούσε συνάμα που την ανάγκαζε να φροντίζει για το μούτσουνό του. Όταν πήγαινε να του δώσει το γιατρικό, του το ‘δινε με σκουντιές και με χτυπήματα, σα να ήθελε κάθε φορά να του το μπήξει στο στόμα. Τόνε μισούσε τότες ακόμη περσότερο. Μα η λύσσα της ξέσπανε πιο πολύ, κάθε φορά που τσακωνόντανε αναμεταξύ τους τα δυο αδέρφια. Κι αφτό δα τύχαινε κάμποσο συχνά. Ο Νίκος, για να παίζει, για να διαβάζει, για να μαθαίνει τα μαθήματά του, έπρεπε να γελάσει μάνα κι αδερφό, μη λάχει και τον καταλάβουνε τι κάνει, να τον εμποδίσουνε αμέσως. Έτσι ο Νίκος που ο νους του ήτανε περιορισμένος, μα τίμιος, έμαθε την απάτη, και του φαινότανε πως καλά έπραχνε να γελά τους δικούς του, μια και τους γελούσε για να μελετήσει, που χρέος είναι να μελετάς. Όσο το λοιπόν ο χαραχτήρας του πιο ίσιος, που να πεις, τόσο πιο πιτήδειος έβγαινε στο ξέχνιασμα. Ο Κώστας, άμα τον ξετρύπωνε σε μια γωνιά, τον έδιωχνε βιαστικά, κι αν ο Νίκος δεν ήθελε, φώναζε τη μάνα

— «Πες του Νίκου! αναστέναζε με την ξεσερμένη του φωνή, παραπονεμένα κι ελεεινά.

Η φρασούλα του αφτή, που την άκουγες τη μέρα χίλιες φορές, σήμαινε κάθε φορά πως ο Νίκος τάχα τον πείραζε, πως έπρεπε στο τέλος των τελώνε, ήσυχο να τον αφήσει, μ’ άλλα λόγια, να δείρει τον αδερφό του η μάνα. Και τον έδερνε. Ορμούσε καταπάνω του, τον πέθαινε. Συχνά μάλιστα, δίχως αιτία καμιά, έτσι, για το τίποτα, επειδή κι ο Κώστας ήτανε μπροστά, τσιμπούσε το Νίκο στο κριάσι, να διει το αίμα του. Έδινε, λέει, του Κώστα της απόδειξη αγάπης, τόσο πιο μεγάλη, όσο περσότερο τυραννούσε τον άλλονε. Δεν έπρεπε ούτε στιγμούλα να του περάσει τάχα του πουλιού της, δεν έπρεπε να το φοβηθεί κάνε, πως δεν είναι αφτός ο προτιμημένος της.

Όταν τα συλλογιέται κανείς όσα δω δηγούμαστε, θα πιστέβει πως ο Κώστας, αδύνατο να ζουλέβει τον αδερφό του, αφού βασίλεβε μόνος κι ολομόναχος. Διόλου. Τονέ μισούσε ξεναντίας. Και δεν το χόρταινε το μίσος του, επειδή και τον έτρεμε, το Νίκο. Ναίσκε! Τον έτρεμε, χωρίς ποτέ του να του κάμει τίποτα ο Νίκος, χωρίς να τονέ χτυπήσει, χωρίς κάνε να τον πειράξει. Τον τρόμαζε, τον τρέλαινε το πάχος του το ασάλεφτο· έμοιαζε ο Νίκος σαν πύργος που του κάκου, τη μούρη σου θα σπάσεις, δεν τονέ σπάνεις. Το πρόσωπό του, τα μυσείδια του, ταράζανε τα νέβρα του Κώστα. Η φωνή του η βαριά τον έβαζε άνω κάτω. Τα βήματά του στις σκάλες του πατούσανε τη χαρά του. Ο Νίκος κάποτες σήκωνε σφιχτά το γρόθο του, έπειτα, με τα μάτια του τα μικροστρόγγυλα, τα γεμάτα λογιώ λογιώ πράματα ή στοχασμούς ή φοβέρες κρύφιες, με τα βλέφαρά του που παίζανε ολοένα, κοίταζε μια στιγμή, κατέβαζε ήσυχα το χέρι, και το βλέμμα του το σκληρό, το κεφάλι του το ατάραχο και το πεισματωμένο, απολιθώνανε τον Κώστα. Ένιωθε πως δύναμη αφτό θα πει, αφτό ίσια ίσια που είχε ο Νίκος και που ο Κώστας δεν το είχε. Να τι του ήτανε ανυπόφορο, να τι του καταντούσε μέρα τη μέρα πιο μισητό. Για να μη βλέπει το Νίκο, έβαζε τη μάνα του να τον κλειδώνει στο κελάρι. Έτσι γύρεβε τουλάχιστο να ησυχάσει, να μην τον έχει μπροστά του. Και νόμιζε τότες πως Νίκος δεν υπάρχει. Κουράγιο δεν είχε κανένα ο Κώστας· το μόνο του κουράγιο, η μάνα. Ο ίδιος τίποτα δεν τολμούσε· τόλμη του η μάνα και πάλι. Έπαιρνε και λέρωνε πίτηδες τα ρούχα του αδερφού του, τις καινούργιες του τις κραβάτες, τσαλαπατούσε τα παιχνίδια του, γύρεβε και καλά να καταστρέψει ό,τι μπορούσε, ό,τι ανήκε του Νίκου. Ζούλεβε για το παραμικρό· δικά του έπρεπε να είναι όλα, όλα χτήμα δικό του. Ασυχώρητό του φαινότανε να φυλάγει ο σιχαμένος του, όποιο πλεονέχτημα κι αν είναι. Ο Νίκος, ακόμη και ξυπόλυτος στους δρόμους να περπατούσε το χειμώνα, δε θα του έφτανε του Κώστα για να μη ζουλέβει. Μα η ζούλια του κορυφώθηκε τη μέρα όπου ο πατέρας τους, άξαφνα συλλογίστηκε να βγάλει μια μεγάλη φωτογραφία του καθενός τους, μάλιστα να κάμει για τους δυο κορνίζες με το ίδιο μέγεθος. Η φωτογραφία τότες άρχιζε ν’ ακούγεται κι ο Παντελής Κομινάς, σαν απλοϊκός, αγαθός άθρωπος που ήτανε, το ‘κανε χάζι να βλέπει έτσι το πρόσωπό του βγαλμένο στο χαρτί, γιατί τραβούσανε πια και χάρτινες, αντίς να περιορίζουνται στις γυάλινες, καθώς πρώτα. Του Νίκου η φωτογραφία μπήκε το λοιπό σε όμορφη κορνίζα, που φρόντισε ο κ. Κομινάς να την κρεμάσουνε κιόλας στο σαλόνι. Στο σαλόνι δεν πήγαινε ποτέ του κανένας, μα σαλόνι όπως κι αν είναι, η πιο πλούσια αίθουσα του σπιτιού. Δε βάσταξε ο Κώστας· ανέβηκε σ’ ένα σκαμνί απάνω, τρεμάμενος, ολόχλωμος, και με την άκρη του μπαστουνιού, τρύπησε το δεξί μάτι του Νίκου.

Το άγριο το κίνημα, δεν το χώρεσε ο Νίκος στο μυαλό του. Πρώτα δεν κατάλαβε. Γιατί; Από πού κι ως πού; Να τρυπήσει ένα χαρτί; Το μάτι του να του βγάλει! Περίεργο! Κατόπι συλλογίστηκε· σαν το νερό που στάζει, λίγο λίγο, το κάμωμα του αδερφού του, έμπαινε, καταστάλαζε στην ψυχή του. Τότες του φάνηκε σα να του ριχνότανε του ίδιου. Πού να ξεχωρίσει το πρόσωπο από την εικόνα; Ένα και τα δυο. Τον πήρανε οι στοχασμοί. Λοιπόν, έτσι; Τη ζωή του θέλανε να του πάρουνε; Τού πονούσε τώρα το μάτι το αληθινό από την τρύπα εκείνη του ψέφτικου. Το ψυχόρμητο που καλά και σώνει θέλει να μας βαστάξει ζωντανούς, βρόντησε στα σπλάχνα του με την τρομερή βουή του. Και όμως, αδύνατο. Πάντα σα να μην καταλάβαινε καλά καλά, σα να μην έμπαινε στο νόημα καθαφτό. Ο Νίκος, ποτέ του, δε θα σακάτεβε τον αδερφό του, δε θα ‘κανε τέτοιο πράμα του Κώστα. Αποσβολώθηκε το παιδί· μέσα στα σωθικά του άρχισε από τότες να σαλέβει αργοκούνητος θυμός, βουβό γινάτι να τρέμει. Κοίταζε τον αδερφό του με το μάτι του εκείνο το γεμάτο λογιώ λογιώ πράματα. Κι απορούσε πάντα. Τι, σαν τι αλήθεια να τον άναφτε τον Κώστα έτσι; Γιατί, για ποιο σκοπό να τα βάζει μαζί του; Από πού κι ως πού η πληγή που χάσκει απάνω στο χαρτί του κάδρου του τρυπημένου; Και από ποιο λόγο τάχα, τη στιγμή που πήγε και το τρύπησε, να κερώσει ξαφνικά το πρόσωπο του Κώστα, να γίνουνε τα μυσείδια του άνω κάτω; Και τι σήμαινε η λύσσα, το στόμα τ’ αφρισμένο, το μούτρο που έδειχνε σα να πονούσε, που το ‘βλεπες πότε μάρμαρο, πότε πυρκαγιά;

— «Μα τι έχεις, τέλος πάντα, τι έχεις ενάντιο μου;» ρώτησε ο Νίκος.

— «Τι έχω; του αποκρίθηκε ο Κώστας. Έχω που σε μισώ, σε μισώ, επειδή κι είσαι συ.»

Να το λοιπόν το αξήγητο που ξηγιότανε μοναχό του. Πολλές φορές, τις περσότερες μάλιστα, το μίσος, όπως κι η αγάπη, άλλη αιτία δεν έχουνε παρά κάποιαν αξεδιάλυτη, πότε φυσιολογική, πότε ψυχολογική συμπάθεια ή αντιπάθεια. Του Νίκου και του Κώστα ούτε η ψυχή ούτε η σάρκα δε βαστούσανε φαίνεται από την ίδια την αρχή, αν και βαστούσανε από το ίδιο το αίμα. Όσο μεγαλώνανε, τόσο το νιώθανε πιο ξάστερα. Ο Κώστας, όσο μεγάλωνε μάλιστα, ένιωθε και κάτι άλλο, δηλαδή πως το να υπάρχει πλάγι πλάγι στην ύπαρξη τη δική του ο αδερφός του, ήτανε κίντυνος για τον εαφτό του, επειδή σε όλα έβγαινε ανώτερος ο Νίκος. Τα χρέη του σκολειό, καμωμένα πάντα προσεχτικά, τα μικρά τα βραβεία, κάτι άριστα που έπαιρνε, το θάρρος και δυο τρεις έπαινοι που του δίνανε, όλα, όλα σα να του λιγοστέβανε την ίδια του τη ζωή, αφού ό,τι άρπαζε ο Νίκος για λόγου του, δεν μπορούσε ο Κώστας να τ’ αρπάξει και πήγαινε χαμένο του. Λοιπόν ανάγκη να βγει από τη μέση ο ανυπόφορος αντίπαλός του, ο αδερφός. Τι καλά, να ήτανε δυνατό να μην ύπαρχε, να μην είχε υπάρξει ποτέ του ο Νίκος, να μην είχανε ποτέ τους υπάρξει τα πλεονεχτήματά του! Τα φρύδια του τα πηχτά όπου μαζωνόντανε κάτι μυστικές, άγνωστες συννεφιές, η πομονή κι η πιμονή, το πείσμα, που αβγάτιζε με τα χρόνια, όλα τους σα να ρίχνανε κάτω, σα να ταπεινώνανε τον τύραννο το φοβητσιάρη που δεν το κατάφερνε να φανεί βασιλιάς.

Η Μπατουλίκα Κομινά δεν έτρεμε· το μίσος της είχε περίσσια την ενέργεια και η ενέργεια φόβους δεν ξέρει. Μα φούσκωνε το μίσος της από το μίσος του Κώστα. Η καρδιά της λες κι άλλαζε θέση για να μπει στα στήθια του χαδεμένου της, πλάγι πλάγι στην καρδιά τη δική του, να χαίρεται μαζί του και μαζί του να μισά. Μαζί του, μέσα του να ραγίζει, να λαβώνεται από τις ίδιες λαβωματιές. Όταν έβλεπε το Νίκο με τα βραβεία του, όταν έβλεπε τον παραμικρό έπαινο που του γινότανε, φοβερό το βάσανό της. Στο τέλος των τελώνε, πέτυχε κείνο που γύρεβε χρόνια. Νίκησε η Μπατουλίκα. Έκαμε, πάσκισε, ξέχνιασε το γέρο. Τον έπεισε. Είχε δεν είχε, τον κατάφερε όπου τον ήθελε. Ο Νίκος είχε αποφοιτήσει από το γυμνάσιο. Καλό, λέει, να τονέ στείλουνε τώρα να μάθει αγρονομία σε κανένα μεγάλο κατάστημα της Εβρώπης — μια λέξη θαματουργή πού τόσο φαντάζει στο ρωμαίικο και σ’ όλη την Ανατολή μας. Ο κ. Κομινάς νόμισε πως ήτανε για το καλό συγκατάνευε, ο Νίκος έφυγε, πήρανε την ανάσα τους οι δυο, η μάνα κι ο ζηλεμένος της.

Εννοείται πως όταν αρρώστησε ο γέρος, μήτε το συλλογιστήκανε να τονέ φέρουνε πίσω, ακόμη λιγότερο να του μηνήσουνε τίποτα. Ψεφτιές, υποκρισία, προσποίηση, απιστία, λόγια ζαχαρένια και κάλπικα, όλα τα δοκιμάσανε και λέγανε πάντα στον ετοιμοθάνατο, πως βγάζανε κάθε μέρα τελέγραφο του Νίκου, πως όπου κι αν είναι θα φτάσει, πως ίσως και να είναι ποιος ξέρει από ποια αιτία εμποδισμένος, μπορεί να ‘χει άλλες δουλειές, και τον αφήνανε το γέρο σωρό σωρό πράματα να καταλάβει, σαν τους πανούργους. Ο δυστυχισμένος ο πατέρας το ποθούσε κατάκαρδα να ξαναδιεί το για του, να του δώσει τις στερνές του οδηγίες. Ο Κώστας — κι αδύνατο να μην το ‘νιωσε ο γέρος — για ένα χρόνο θα είχε πεταμένη όλη την κατάσταση στους τέσσερις ανέμους. Αγόραζε δεξιά κι αριστερά, λαίμαργα, όπως έτρωγε, όπως κατέβαζε τα σεκέρια. Κι ακατάστατα πάντα, όπως προσπαθούσε να κυβερνά. Δεκάξι χρονώ παιδί, έκαμε χρέη στα μαγαζιά του Σταβροδρομιού, ένα ένα· χρωστούσε ως και στη Χάλκη, όπου περνούσανε το καλοκαίρι. Προσπάθησε να τα κρύψει όσο μπόρεσε η μάνα· μαθέφτηκε, ξέσπασε η μπόρα, θύμωσε ο γέρος φοβερά. Ως και στο ψυχομαχητό του αθρώπου, δεν πέθνησκε ακόμη, ακόμη ζούσε ο πλούσιος που της ζωής του αλάκαιρης ο σκοπός στάθηκε ο αγώνας για τον παρά. Για τούτο ήθελε τα Νίκο του. Μα του κάκου. Δεν έφτανε που δεν έφτανε ο Νίκος.

Έφτασε, αφού ξεψύχησε ο πατέρας. Έλαβε τον τελέγραφο μόνο μερικές μέρες αφού έγινε το λείψανο. Του φάνηκε σκούρο. Κάτι αμέσως υποψιάστηκε. Και κατάλαβε, άμα που πάτησε σπίτι. Κατάλαβε με τα χοντρά του τα μυαλά, που από χρόνια τα δούλεβε καμιά ιδέα σκοτεινή. Τότες υποθέτω, τα παλιά τα ψυχόρμητα που η ξενιτιά τ’ αποκοίμισε, αβάσταχτα, ξυπνήσανε, σηκωθήκανε, αγριέψανε. Είδε την επίθεση, έδραμε η ψυχή του, όρμησε να διαφεντέψει, τον εαφτό του. Ο ίσιος, ο τίμιος και στενοκέφαλος άθρωπος θέλησε, όχι δε θέλησε, ασύνειδά του ένιωσε πως έπρεπε να γλιτώσει την κατάστασή του, τη ζωή του, ειδεμή θα τον τρώγανε η μάνα κι ο αδερφός. Ζύγωσε, λέει, πια η ώρα. Κι έγινε αστροπελεκίς το δράμα το τρομερό. Χύθηκε απάνω στον Κώστα, ξαφνικά, και του έβγαλε τα μάτια, τα δυο μάτια μαζί.



Κεριακή, δεκατρείς του Σποριά, 1910 — είκοσι μια του Φλεβάρη, τρίτη, 1911.




ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΑΙΖΕΙ[Επεξεργασία]

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 437, 22 του Μάη, 1911.)


Αφιερώνεται του Φ. Φωτιάδη.



Ακόμη κανενός δεν το είπα· το φύλαξα μυστικό. Σήμερα πια το ξεμυστερέβουμαι στο Νουμά· κόντεψα να γίνω δάσκαλος — καθαρεβουσιάνος και γω σαν τους άλλους! Πολλοί νομίζουνε πως είμαι αγράμματος και για τούτο δε γράφω την καθαρέβουσα. Τώρα που ξέρουνε το κρυφό μου, ελπίζω να καταλάβουνε μοναχοί τους πόσο μ’ αδικούσανε. Μάλιστα! Προσπάθησα και γω να μάθω δυο γράμματα. Με τα σωστά μου σας το λέω· κόντεψα να γίνω δάσκαλος, βέρος καλαμαράς. Ήμουνε τότες έξι χρονώ παιδί και θυμούμαι λαμπρά την ώρα, τη στιγμή και το μέρος όπου άκουσα την πρώτη μου αρχαία λέξη.

Βρισκόμουνε απάνω στο σερβανί· σερβανί λέμε στην Πόλη το πιο αψηλό πάτωμα του σπιτιού. Η θέα μαγεφτική· το σπίτι μας στο Γαλατά, κι έτσι από το παράθυρο που στεκόμουνε κι ακουμπούσα, φαινότανε το παλιό ξύλινο Γεφύρι. Σφυρίζανε τα βαποράκια, να πάνε στο Μπογάζι, να πάνε στη Ρούμελη αντίκρυ, να πάνε στα Νησιά. Γλήγορα γλήγορα, σαϊτεφτά, περνούσανε το ένα στο άλλο κοντά· οι βάρκες και τα καΐκια, σα χελιδόνια, μαβρίζανε τα σμαράγδια του νερού που άφριζε με τα κουπιά. Κάτω, στον ηλιακό, κουβαλούσανε οι πλύστρες τα καλάθια με τα ρούχα, για να τ’ απλώσουνε απάνω στα τεντωμένα τα σκοινιά, κάτασπρα και φρέσκα. Οι μεσιές στο πλυσταριό σιδερώνανε και τραγουδούσανε. Αριστερά και λίγο παρέκει, τ’ αχούρι με τα κόκκινα τα κεραμίδια, και στ’ αχούρι δίπλα η μεγάλη μαβροσυκιά που την κόψαμε κατόπι. Χρεμετίζανε τ’ άλογά μας και το μικρό μου το μιντιλί γύρεβε να του δώσουνε τ’ άχερό του. Ανάμεσα στα δέντρα και τις φυλλωσιές, στη στέγη του λουτρού με τα στρογγυλωτά γυάλινα καπάκια, στα κεραμίδια, στις πέτρες, στα ξύλα, στον αχερώνα, στον μπαξέ, πηδούσανε τα σπουργίτια και φωνάζανε όσο μπορούσανε· όξω, στα κάγκελα του παραθυριού, είχα κρεμασμένα κλουβιά με καρδερίνες, σπίνους και φλόρια· κελαηδούσανε κι αφτά, που να βγάλουνε το λάρυγγά τους. Ήτανε ακόμη πρωί, μόλις η ώρα έξι. Μοσκοβολούσε το καλοκαίρι· γλυκομύριζε ως κι η δροσιά. Ο ήλιος ανέβαινε σιγά σιγά στον ουρανό και μοιάζανε όλα σα χρυσοραντισμένα, τα παλάτια, τα κύματα, οι δρόμοι. Αψηλά υψωνόντανε οι μιναρέδες. Ο Γαλατάς ξυπνούσε· μάνι μάνι ο καθένας πήγαινε στη δουλειά του· ανοίγανε τα μαγαζιά κι ο μαραγκός μας ο μαστρο-Θανάσης, που καθότανε τότες πλάγι στο σπίτι μας, έσιαζε κάτι σανίδια και κοίταζε απάνω, με το φίνο του, αγαθό χαμόγελο, να μου πει·

— «Δεν κατεβαίνεις, Αφεντικό, να κοπιάσεις και του λόγου σου εδώ, να μου δώσεις χέρι;»

Ο λαός δώθε κείθε στα σοκάκια περεχυμένος· παντού κίνηση και πλήθος. Στη θάλασσα και στη στεριά έτρεχε ολοένα, έτρεχε η ζωή.

Τώρα που γέρασα, όλα όλα τα βλέπω σα να τα είχα στα μάτια μου. Τότες εννοείται ήμουνε παιδί και δεν ήξερα να παρατηρήσω. Δεν πρόσεχα μήτε στη ζωή, μήτε στη δημιουργία. Πρόσεχα στα πουλιά μου κι έβαζα ξόβεργα, να ‘ρθούνε κι άλλα. Κάπου κάπου, απάνω στα γαλάζια τ’ ουρανού, θωρούσα κάτι στρογγυλούτσικα, χαριτωμένα συννεφάκια, ψιλά ψιλά κι άσπρα σαν το μπαμπάκι, που αγάλια γάλια τα χάδεβε απαλόπνοο αγέρι και τα ‘σερνε γλυκά μαζί του.

— «Αχ! τι νόστιμα που είναι! συλλογιόμουνε με το νου μου. Να μπορούσα να τα πιάσω! Να είχα ένα, θα το φιλούσα.»

Τη στιγμή που το ‘λεγα, να κι ο αδερφός μου ο Γιάννης που ανεβαίνει απάνω στο σερβανί. Θα τονέ θυμάστε ίσως κι από το Ταξίδι μου. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε πολύ μεγαλύτερός μου. Μ’ αγαπούσε, καθότανε μαζί μου ώρες, έπιανε σωρό σωρό κουβέντες, του αρέζανε αναμεταξύ μας τα μωρολόγια, και πάντα έβρισκε κάτι να πει να γελάσουμε, καμιά νοστιμάδα καινούργια ή κανένα χωρατό. Λοιπόν, άμα με βλέπει, μου κάνει·

— «Μπρε αδερφέ! Μ’ έσκασε ο ανήρ.

Αρχίζει τότες και μου δηγάται για ένα φίλο του, που θύμωσε μαζί του απάνω στην ψαλτική, και κάθε τόσο να σου η φρασούλα μας·

— «Μ’ έσκασε ο ανήρ»

Το ‘λεγε και ξεκαρδιζότανε από τα γέλια.

Στην αρχή, δεν καταλάβαινα καλά καλά. Τι να είναι τάχα, και δω τι να γυρέβει ο ανήρ. Ρώτησα δειλά να μου το ξηγήσει·

— «Ανήρ, μου απαντά, είναι το ελληνικό.»

Δεν απόσωσε το λόγο του και μου φάνηκε ο ανήρ σαν κάτι ωραίο, σπάνιο, περίφημο, λαμπρό πράμα. Ελληνικό, λέει. Τι θες παραπάνω; Κόντεψα να τρελαθώ από τη χαρά μου. Μεμιάς ο νους μου φωτίστηκε. Ήξερα πια και γω τώρα ένα ελληνικό.

— «Το ελληνικό, συλλογιόμουνε και σήκωνα το κεφάλι, το ελληνικό είναι το μόνο το σωστό. Άλλο σωστό δεν υπάρχει.»

Αφτά μου τα λόγια, ελληνικά δεν τα ‘λεγα. Μα δεν πειράζει. Μήτε το ‘νιωθα τι σημαίνει ελληνικό, ποιο είναι και ποιο δεν είναι. Δε μ’ έκοφτε. Το κάτω κάτω, να που ο ανήρ ήτανε το ελληνικό. Τόσο μου έφτανε. Κάθε μέρα κυνηγούσα τον αδερφό μου το Γιάννη, να μου το ξαναπεί, να καμαρώσω. Να μην ακούσω άθρωπο μπροστά μου να ξεστομίσει το άνοστο άντρας. Τέτοια πρόστυχη, βάρβαρη λέξη που ελληνική δεν είναι, αφού ο ανήρ είναι το ελληνικό, τι θα την κάμεις; Με κολάκεβε φοβερά που εγώ κάτεχα το ελληνικό. Πήγαινα, το πρόφταινα και στους δούλους. Γύρεβα πίτηδες κουβέντες με τους μεγαλύτερους, να διούνε πως το ξέρω. Από το πρωί στο βράδυ, ανήρ έλεγα. Ότι που αντάμωνα τον αδερφό μου το Γιάννη·

— «Ανήρ, του φώναζα, καλημέρα!»

Ο αδερφός μου ο Γιάννης μου παρατηρούσε τότες πως σα φωνάζεις κανένανε, στην κλητική δηλαδή, το ελληνικό είναι άνερ.

— «Βέβαια! Βέβαια!» και καμωνόμουνε πως το ήξερα περίφημα.

Ξαναρχόμουνε στον ανήρ, που δυσκολίες δεν είχε, και χόρταινα. Στο τέλος κατάντησα να το βάζω παντού· μου φαινότανε πολύ νόστιμο, θυμούμαι, να λέω άξαφνα·

— «Ο σκύλος ο ανήρ! Η γάτα ο ανήρ! Το σπίτι ο ανήρ!» και σωρό άλλα τέτοια.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης που είχε και κρίση, προσπάθησε να μου δώσει να καταλάβω πως δεν ταιριάζει παντού ο ανήρ και πως μου το είχε πει τις προάλλες, να γελάσουμε.

— «Δεν το λέμε πια εμείς, παρά έτσι μονάχα, για το γλέντι.»

Του κάκου. Δεν τον πίστεβα. Μέσα μου μάλιστα συλλογιόμουνε μήπως κι είναι αγράμματος Ακόμη και να είχε δίκιο, δε θα τον άκουγα. Μήτε πια καιρός να τον ακούσω, γιατί πήραμε δάσκαλο, ύστερις από ένα μήνα κι άρχισα πια στ’ αλήθεια να σπουδάζω τα ελληνικά.

Τα ελληνικά, δηλαδή, δεν τα σπούδαζα· τα ‘πινα, τα ρουφούσα. Ποιο να πρωτομάθω. Άλλη γλώσσα δεν ήθελα. Με το δάσκαλό μου δεν καταδεχόμουνε να μιλήσω παρά ελληνικά. Κι αν ανακάτεβα μερικά χυδαία, έλεγα πως δεν πειράζει· μ’ ένα ελληνικό μέσα στη φράση, πάβανε να είναι χυδαία όλα τ’ άλλα. Μόλις παίρναμε το βιβλίο στην παράδοση, και του έλεγα·

— «Νυν διαβαστέον!» επειδή πολύ νόστιμα το διαβαστέον, το περνούσα για ελληνικό, χωρίς να το υποψιαστώ πως έπρεπε τουλάχιστο να το πω διαβιβαστέον, που θ' άλλαζε και το νόημα.

Τα ελληνικά μου γεμίζανε το μάτι, τ’ αφτί και το στόμα. Με περεχούσανε περηφάνια.

— «Δάσκαλε, όλα θα τ’ αλλάξουμε. Αλλακτέα, θα κάμουμε μια μέρα τη γλώσσα μας γλώσσα. Το λοιπόν ομπρός κι ιτέον!»

Ως εκεί όμως δεν είχα μπει ακόμη ολότελα στο νόημα της ελληνικής. Όταν έμαθα μια μέρα, ξαφνικά, πως η αττική βάζει πλάγι πλάγι ενικό και πληθυντικό, τότες κατάλαβα την κλασική την ομορφιά, τότες θάμασα τη μοναδική την αρετή μιας γλώσσας που τολμά και λέει· τα παιδία παίζει.

Από κείνο τον καιρό, δεν μπορούσε πια κανείς να με πιάσει. Ένας άγνωστος θεός είχε καθίσει μέσα στην ψυχή μου και φούσκωνα, φούσκωνα ολοένα. Δεν ήτανε πια μόνο χαρά, που εγώ ήξερα τέτοια πράματα, ήτανε τρέλα, ήτανε ζάλη. Τα παιδία παίζει! Μου φαντάζανε τα λόγια τούτα σαν κάτι που έμοιαζε όλο μαζί παράξενο και θείο·

— «Διες γλώσσα εσύ που το λάθος σου το κάνει κανόνα, σου το κάνει αριστούργημα!»

Παρατήρησα κι άλλα κάμποσα, που άναψε πια ο νους μου. Τα μάζωνα με λατρεία· είχα διαβάσει άξαφνα στον Όμηρο τω δε ταχ' εγγύθεν ήλθον· και χείρε πετάσσας αμφοτέρας· στον Ξενοφώντα, τω χείρε ας· στο Δημοστένη, δικαστηρίοιν δυοίν εψηφισμένων· στον Πλάτωνα, δυνάμεις δε αμφότεραί έστον· το πιο νόστιμο στο Θουκυδίδη, ο άλλος στρατός ανέβαινον· και περιίσταθ’ όμιλος τερπόμενοι.

— «Γλώσσα, έλεγα, να γλώσσα, μωρέ! Καμιά σε τέτοιο σημείο δεν έφτασε, ούτε η δική μας, η πρόστυχη. Τα παιδία παίζει!

Δεν τολμούσα πολύ πολύ να μιλώ έτσι, όση όρεξη κι αν είχα. Μα κατάλαβα πως από την αττική στο εξής έπρεπε να παίρνουμε μαθήματα. Μερικά μάλιστα, μου φαινότανε πως μπορούσαμε κάπως εφκολότερα να τα μιμηθούνε. Λόγου χάρη, στη φράση εκείνη του Θουκυδίδη, καμάρωνα το περιίσταθ’ όμιλος.

— «Βλέπεις; Αντίς περιίστατο, επειδή έχει δασεία! Πώς να πω και γω τίποτις που να μοιάζει, να καταλάβουνε πως για τη δασεία το ξέρω;»

— «Ουχ οράς, άνερ, ως τα ζώα τρέχει;» γύριζα κι έλεγα του δούλου που με συντρόφεβε στο δρόμο, άμα έβλεπα καμιά γάτα που την κυνηγούσε κανένα σκυλί. Το ουχ οράς μου φαινότανε πετυχημένο. Φυσικά, δεν καταλάβαινε ο δούλος· μα εμένα δε με πείραζε. Καταντούσα να μην ακούω και να μη βλέπω· κοίταζα μόνο τη γραμματική, μου· συλλογιόμουνε μόνο τον αττικισμό μου.

Άμα βρισκόμουνε πουθενά, ή με φίλους, ή με παιδιά, ή σε καμιά παρέα, όποια κι αν ήτανε, τους άφηνα ήσυχα όλους ν’ αλέθουνε τα λόγια σαν τους μύλους, ενώ τους καταφρονούσα εγώ τους χυδαίους·

— «Οι κακόμοιροι! Δεν ξέρουνε αφτοί, εγώ ξέρω. Άσ’ τους να κουρέβουνται. Τα παιδία μωρολογεί.»

Ο κανόνας της αττικής είχε γίνει θησαβρός μου, χαρά μου, καμάρι μου, κάφκημά μου. Κάποτες ατένιζα τους μιναρέδες, θυμόμουνε τον κανόνα μου και μεγάλωνα μεγάλωνα.

— Τα παιδία παίζει. Ουξ Αττικής ανήρ έφη, εγώ δηλαδή, κι έριχνα στους μιναρέδες μια περήφανη ματιά.


Συχνά μας έρχεται μια ιδέα, χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε μήτε από πού, μήτε πώς μήτε γιατί μας ήρθε. Φαίνεται πως ανήξερά μας, μέσα μας, μαζώνουμε και μαζώνουμε γίνεται στο μυαλό μας μια σκοτεινή, μια κρύφια, μια υποσύνειδη εργασία, κι ένα πράμα που άξαφνα το λέμε πρώτη φορά, το συλλογιστήκαμε χρόνια. Έτσι και το μπουμπούκι που σκάνει την αβγή, ακόμη και στο χώμα μέσα, συνεφτιάνει τη θωριά του.

Μια μέρα διάβαινα με τον αδερφό μου το Γιάννη, από το μεγάλο το Γεφύρι. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήθελε να μου δείξει την Αγιά Σοφιά. Οι μιναρέδες, εκείνη την πρωινή, φαντάζανε δεν ξέρω πως σα σούβλες που πολύ δυσάρεστα μου τρυπούσανε τα γαλάζια τ’ ουρανού.

Εγώ κοίταζα και συλλογιόμουνε τον κανόνα μου. Τα παιδία παίζει.

Άξαφνα, παστρικά και δυνατά, μια φωνή μέσα μου δήλωσε·

— «Να φύγω! Να φύγω γλήγορις από δω! Και τόντις, δεν πέρασε καιρός, σα να τ’ ακούσανε οι γονιοί μου και με στείλανε να σπουδάσω στο Παρίσι.


Στο σκολειό, κατόπι στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, έκαμα σωρό φίλους. Ο ένας ήθελε να γίνει μαθηματικός, ο άλλος ιστοριογράφος, ο άλλος ζουγράφος, ο άλλος, όξω από τα γράμματα σωτηρία δεν έβλεπε.

Αχ! τι δίκιο που είχε! Τα γράμματα και πάλε τα γράμματα! Η τέχνη! Να πει κανείς εκείνο που έχει μέσα του, να το πει με τα λόγια τα ζωντανά, όχι με λόγια ξένα. Και να τα πει όλα, όσα μπορεί, όσα όσα χωρεί ο νους του. Το συλλογιόμουνε, κι η δημιουργία μου φαινότανε αμέσως δική μου, δικός μου ο άθρωπος. Να περιγράψω τη δημιουργία, να ξεδιαλύσω την ψυχή του αθρώπου! Τι καλά! Μακάρι να μας βγούνε άξαφνα στην Ελλάδα ποιητάδες και πεζογράφοι ασκέρια! Πόσα μυστικά θα μας ξεσκεπάσουνε! Πόσα τραγούδια θα μας ψάλουνε! Πόσα πρωτόφωτα, πόσα θα μας μάθουνε πρωτάκουστα! Δεν τα βλέπεις όλα, καλέ, που τους προσμένουνε και τρέμουνε; Όλα τους ανάγγιχτα και φρέσκα! Εκείνο που γέρασε αλλού, εδώ είναι αβγερινό. Χαράματα έχουμε όχι μόνο στη γλώσσα μας, έχουμε χαράματα και στη ζωή μας. Με τη λέξη την καινούργια που θα διαλέξεις, γίνεται καινούργιος κάθε τόπος που περιγράφεις, γίνεται και κάθε σου αίστημα καινούργιο, μόνο που το εκφράζεις.

Η τέχνη! Αχ! η τέχνη! Ναι, ανάγκη και στην Ελλάδα να βγούνε από κείνους τους μεγάλους, που είναι του κόσμου η χαρά. Κοίταξε τι γλυκά που φυσά τ’ αγέρι στις φυλλωσιές, τι νόστιμα που σου χαδέβει τα μάτια ο ουρανός. Βάλε τ’ αφτί σου, άκουσε τι ψιθυρίζει μέσα της η καρδιά της Ρωμιοσύνης. Όλα τ’ ανείπωτα γυρέβουνε τον ειπωμό τους. Ο ποιητής μας πού θα βρεθεί;

Του κάκου! Δε φελούσε που αναστέναζα κι ονειρόπλεκα και λαχταρούσα να βγω ποιητής. Στ’ άλλα τα έθνη έχει νόημα η ποίηση· νόημα έχει ν’ απλώσει τα φτερά της η φαντασία. Σε μας δεν έχει· πρέπει πρώτα ν’ αποφασίσει σε τι γλώσσα θ’ απλώσει τα φτερά της, σε τι γλώσσα η ποίηση της ψυχής σου θα ξεχειλίσει. Δεν μπορούμε να κάμουμε ποίηση. Πρέπει πρώτα να κάμουμε γραμματική. Κι αφτό με βασάνιζε και με βαστούσε. Είχα διαβάσει στο σκολειό ίσια ίσια κάτι ωραία, κάτι μοναδικά ποιήματα για τα παιδιά, του Βίχτωρ Ουγκώ. Αχ! μια μέρα να κατάφερνα και γω τέτοια! Μα τη στιγμή που το ‘λεγα, θυμόμουνε με τρόμο τα μαθήματά μου τα πολίτικα με το δάσκαλό μου. Τραγικός μου φαινότανε ο περίφημος ο κανόνας, που τώρα μου έκοφτε την ορμή μου, ενώ τότες στην Πόλη, παιδί, μου άναφτε το νου. Τα παιδία παίζει. Ναι, βέβαια, έτσι μιλούσανε οι προγόνοι, σ’ ένα κομμάτι γης που λεγότανε Αττική. Μα κατόπι, σε όλη την Ελλάδα, το είπανε Τα παιδία παίζουσι. Και σήμερα θα πούμε· Τα παιδιά παίζουνε. Βοήθα, βοήθα, Κύριε! Ποιο είναι το σωστό; Ποιο δεν είναι λάθος; Δεν ήξερα κι απελπιζόμουνε και πελάγωνα και την πέννα μου δεν μπορούσα να πιάσω, να χαράξω λεξούλα για τα παιδιά.


Ένα πρωί, τη στιγμή, που ξυπνούσα, δεν ξέρω πώς, τα πρώτα λόγια που ξεστόμισα δυνατά, ήτανε τα τρία τ’ ακόλουθα·

— «Λάθος δεν έχει!»

Μάλιστα! Δεν έχει λάθος. Έχει εποχές. Δίκιο έχει ο καθένας στον καιρό του, στον καιρό του λέει ο καθένας το σωστό. Δίκιο είχανε οι Αττικοί, που λέγανε Τα παιδία παίζει·* Δίκιο οι κατοπινοί τους, που είπανε· Τα παιδία παίζουσι. Δίκιο εμείς που λέμε· Τα παιδιά παίζουνε. Να που τώρα με το φως το ιστορικό, άλλαζε το ζήτημα όψη και νόημα.

Όταν τα είδα έτσι τα πράματα, διαφορετικά, όσο γίνεται, από κείνο που τα ‘βλεπα στην Πόλη, στο σερβανί μας, ύστερα με το δάσκαλό μου, έπαιρνα πάλε όλες τις γνωστές μου τις λέξες μια μια, μια μια τις περνούσα με το νου μου· άντρας, γυναίκα, παιδί, αγόρι, κορίτσι, κόρη, γιος, νύφη, γαμπρός, πατέρας, μητέρα, γιαγιά, παππούς, αδερφός, αξάδερφος· πρόσωπο, μάτι, φρύδι, μέτωπο, αφτιά, μαλλιά, τρίχα, δόντια, χείλια, χέρια, νύχια, ποδάρια, ράχη, πετσί· άνοιξη, χειμώνας, καλοκαίρι, χινόπωρος, κεφάλι, μυαλό, δρόμος, σπίτι, κάμαρα, κρεβάτι, κούνια, μέρα, βδομάδα, μήνας, χρόνος, χρόνια — όλη μας, καλέ, η ζωή, όλη ξετύλιγε μέσα μου το άγιο πανόραμά της, κι όλα, όλα, μωρέ, μου φαινόντανε άγια τώρα, θεία όλα τους και σωστά κι αληθινά και ωραία.

Πώς το λοιπόν και με τι δικαίωμα πήγανε και μας τ’ αλλάξανε και στη θέση τους βάλανε ανήρ, γυνή, παις..., κοράσιον, θυγάτηρ, νιος, νύμφη, γαμβρός, πατήρ, μήτηρ, προμήτωρ, προπάτωρ, αδελφός, εξάδελφος· πρόσωπον, οφθαλμός, οφρύς, μέτωπον, ους, θρίξ, οδούς, χείλος, χείρ, όνυξ, πους, δέρμα, ράχις· έαρ, χειμών, θέρος, φθινόπωρον, κεφαλή, μυελός· οδός, οίκος, δωμάτιον, κλίνη, κοιτίς, ημέρα εβδομάς, μην, έτος, έτη; Πώς μας αλλάξανε όλη μας έτσι τη ζωή; Πρέπει τώρα, όσα μας χαλάσανε, να τα ξανασιάξουμε, όσα μας γκρεμίσανε χάμω, να τα ξαναστυλώσουμε εμείς.

Ήμουνε τότες αρχάριος και δεν είχα παραβαθύνει τα καθέκαστα. Τέτοια όμως στάθηκε η αρχή μου, από τέτοια μιαν αρχή ξεκίνησα — και πήγα ομπρός, επειδή έβλεπα πως δε με γελούσε. Το κατάλαβα, εκεί που κάποτες κόντεβα να τα μπερδέψω, γιατί έλεγα·

— «Να γράφουμε όπως μιλούμε, καλά! Τότες πρέπει να γράψουμε σωρό σωρό πράματα, που δεν έχουνε καμιά σκέση με κείνα που ήθελα εγώ να γράφουμε. Αμέ; πώς θα γράφουμε η συζήτησις, ενώ γράφουμε η ράχη; Δε συφωνούνε αφτά. Εμείς δεν έχουμε πια τέτοιες ονομαστικές. Πώς να κάμουμε; Να μη γράφουμε τέτοια χρήσιμη λέξη όπως είναι η συζήτησις; Να μη συζητούμε; θα πεθάνει χωρίς συζήτηση ο Ρωμιός.»

— «Μωρέ, κουτός που είμαι, αποκρινόμουνε στον εαφτό μου! Να, που και μονάχος σου μας το είπες συζήτηση, όπως μας είπες και ράχη. Γράψ’ το κιόλας να τελειώσει, να μη συζητούμε.»

— «Μα δεν είναι όλα δα τόσο εύκολα. Η συζήτηση πάει ρολόι, γιατί όλο συζητά ο Ρωμιός, και γλήγορα συμμορφώνει με τη φυσική λαλιά του, όσα ξένα συνηθίζει. Με τ’ ασυνήθιστα πως θα τα βολέψεις, αν τα ‘χεις ανάγκη; Τη Μούσα πως θα την κλίνεις, εσύ που θέλεις να γράφουμε όπως μιλούμε — και για τη Μούσα ποιος μιλά;»

— «Γαϊδούρι που είσαι, μωρέ (στον εαφτό μου τα ‘λεγα πάντα)! Όπως μιλούμε δε σημαίνει πως μιλούμε αλαμπουρνέζικα. Όπως μιλούμε δε σημαίνει πως θα γράφουμε αλλόκοτα, πως θ’ ανακατώνουμε τις εποχές. Την εποχή τη δική μας θ’ ακολουθήσουμε· δεν το είπαμε κιόλας; Αμέ; Της μούσης άραγες θα μας το κλίνεις; Τότες μια γλώσσα για σένα είναι καμωμένη από λέξες; Ο τύπος, να, το μόνο το γνώρισμά της. Κι ο τύπος θέλει της μούσας, αφού τέτοια σήμερις η γραμματική μας. Βέβαια. Σα λέμε γλώσσα που μιλιέται, φυσικά, τη γραμματική της εννοούμε, την ταχτική, τη σημερνή γραμματική της, καθώς μας την κάμανε οι αιώνες. Σε τσάκωσα το λοιπό, φίλε μου, και σώπα.»

— «Δε γλίτωσες ακόμη. Για πες μου τον κανόνα σου εκείνο της Αττικής...»

— «Ποιόνε; Τα παιδία παίζει;»

— «Ναίσκε! Σήμερα πως το κανονίζεις;»

— «Τα παιδιά παίζουνε. Ακόμη δεν το ξέρεις;»

— «Στάσου και μη θυμώνεις. Πώς έρχεσαι και αποφασίζεις πως θα γράφουμε τη γλώσσα που μιλούμε; Πρέπει πρώτα να μας ξακριβώσεις ποια γλώσσα μιλούμε, αφού και παίζουν και παίζουνε λέει ο κόσμος; Εδώ σε θέλω.»

Μου τσακίστηκε το θάρρος και ζεματίστηκα με την απροσμόνητη αντίρρηση του δέφτερου του εαφτού μου.

Δεν αποκρίθηκα τίποτα. Και μελέτησα. Το ‘ριξα στη σπουδή. Πάσκισα δηλαδή, όσο γίνεται, να μάθω τη γλώσσα που μιλιέται.

Σήκωσα στο τέλος το κεφάλι και με κάποιαν αφτάδεια, κοίταξα το άλλο μου το εγώ·

— «Δε σε φοβούμαι. Γιατί τώρα είδα πως πρέπει να διαλέγουμε, όταν έχουμε δυο τύπους ή και περσότερους.»

— «Να διαλέγεις; Τότες είναι κανόνας του κεφαλιού σου;»

— «Διόλου! Διαλέγεις τον τύπο πού είναι ο πιο συφωνότερος με τη γραμματική της γλώσσας που μιλιέται. Και μπορώ να σου αποδείξω πως ο καλύτερος είναι ο τύπος με το ε, παίζουνε, γιατί...»

Με αντίσκοψε ο άλλος ο εγώς, επειδή την απόδειξη καμιάν ανάγκη δεν την είχε. Την ήξερε. Γύρεβε μονάχα φιλονικίες.

— «Του κάκου! Εβγενική δεν είναι η γλώσσα σου. Και ξενίζει. Κοίταξε· το σπίτι, ξένο· του σπιτιού; βάρβαρο· αηδία ο πατέρας, αηδία οι γλώσσες, ενώ...»

— «Με σκότισες. Να μην τον ακούσω τον πατήρ σου. Μίσος μου έρχεται για τα τέτοια. Μίσος και σιχαμός. Οι γλώσσαι σου ακόμη πιο μισητές και σιχαμένες. Τα θαρρείς ελληνικά, σαν τα βλέπεις γραμμένα· διες τα προφερμένα και θα νιώσεις, αφού τα λες γλόσε και πατίρ. Ελληνικά είναι αφτά; Να τα χαίρεσαι. Τα δικά μου είναι. Στο σπίτι και στο σπιτιού μου, σώζουνται δυο παλιές δεφτερόκλιτες κατάληξες, που...»

— «Σώνει! Το ξέρω, μα δεν ήθελα να τα πω. Ρωμιός, βλέπετε, ο φίλος. Μα κι ο ίδιος άρχισε να το συλλογιέται με τα σωστά του, μια μέρα που από έναν άλλο Ρωμιό έτυχε ν’ ακούσει του πατήρ και τη σημείωσις·

— «Χαλνούνε τη γλώσσα, λέει, εκεί πού νομίζουνε οι κουτοί πως θέλει διόρθωμα. Διόρθωμα θέλει το κάφκαλό τους.»

Όταν αναγκάστηκε σε τέτοια παραχώρηση ο εσώψυχός μου αντίπαλος, πήρα πια την ανάσα μου και φώναξα·

— «Ζήτημα γλωσσικά δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει συζήτηση καμιά. Υπάρχει εθνική γλώσσα — η γλώσσα που μιλιέται και που χρέος μας να τη γράφουμε από δω και ομπρός.


Από τότες, απόφαση το ‘καμα να μη γίνω δάσκαλος.

Την απόφασή μου όμως, δεν τη διατύπωσα μέσα μου ρητά. Την κατάλαβα, έτσι, από ένα περίεργο περιστατικό, επειδή κάποτες φτάνουνε ή ένα περιστατικό ασήμαντο ή ένας λόγος, για να νιώσεις όσα ίδια η λογική σου δε σου ξεδιάλυσε ακόμη.

Στεκόμουνε μια μέρα μπροστά στον καθρέφτη μου και με κάποια χαρά, μετρούσα τις τρίχες του μουστακιού μου·

— «Αχ! λέω, τι διαφορά με τον καιρό του σερβανιού, σα γύρεβα στην Πόλη να πιάσω τα σύννεφα, κι ένα πρωί ανέβηκε ο αδερφός μου ο Γιάννης, να μου μάθει τα πρώτο μου το ελληνικό! Πάνε που πάνε τα χρόνια τα παλιά! Να σου που άξαφνα βγαίνω και γλωσσολόγος. Να σου που δεν ντρέπουμαι πια τη μητρική λαλιά μου. Και βέβαια. Έτσι πρέπει, έτσι το σωστό. Δεν ταιριάζουνε τα παιδιακίσια, τώρα που αρχίζω και γίνουμαι... κόντεψα να πω ανήρ. Όχι! αδύνατο, νόημα δεν είχε, και είπα με ακλόνιστη απόφαση — τώρα που αρχίζω και γίνουμαι άντρας.


Μη θαρρείτε όμως πως ξέχασα τα μαθήματα του δασκάλου μου — μήτε τον κανόνα της αττικής.

Κάθε φορά που ακούω ελληνικούρες ή που διαβάζω καθαρέβουσα, συλλογιούμαι πως κάτι παιχνίδια είναι συνάμα και κωμικά και τραγικά άξια να καταντήσουνε. Τότες πάλε ψιθυρίζω λυπητερά·

— «Τα παιδία παίζει.»



Δεκαεφτά του Οχτώβρη, 1888. — Είκοσι πέντε του Απρίλη, τρίτη — παρασκεβή, πέντε του Μάη, 1911.




ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ[Επεξεργασία]

(Δημοσιεφτήκανε στο Νουμά, κ. αρ. 438, 29 του Μάη, 1911.)



Αφιερώνεται του Βλ. Γαβριηλίδη.



Ο Γιώργος κι ο Θανάσης ήτανε φίλοι. Ζούσανε στην Αθήνα και ξέρανε φραντζέζικα.

Οι δυο τόποι του κόσμου όπου βρήκανε να πούνε απάνω στη φιλία τα πιο φίνα πράματα, και τα πιο τρυφερά, τα πιο βαθιοψυχολογημένα, είναι η Ελλάδα και η Γαλλία. Κανένας πουθενά δεν ξεπέρασε το Σταγειρίτη, που ωστόσο, μ’ όλη τη διαφορά την αλογάριαστη, δεν του παραβγήκε μήτε αχαμνά μήτε ανεπέτυχα ο γέρος ο Montaigne. Είναι του Αριστοτέλη το περίφημο το ρητό πως έτερος... αυτός ο φίλος εστίν (Ηθ. Νικ., Θ, θ, 10), κι άλλα χίλια που βρίσκουνται σ’ όλα του τα έργα και που είναι μια γλύκα μονάχη. Μυρίστε όμως και τούτα εδώ του Μπορντελέζου τα λουλούδια· Si on me presse de dire pourquoi ie l’aymoys, ie sens que cela ne se peut exprimer, qu’en répondent: Par ce que c’estoit luy, pur ce que c’estoit moy» (Montaigne, Essais, I, XXVII, Paris. Lemerre, 1872, t. I, p. 234) Και όταν πέθανε πια ο φίλος ο αγαπημένος, ακούστε τι όμορφα που αναστενάζει· «Les plaisirs mesmes qui s’offrent a moy, au lieu de me consoler, me redoublent le regret de sa perte. Nous estions à moitie de tout: il me semble que ie luy desrobe sa part» (ι. μ. σ. 242). Το δάκρυ, που ίσως κάποτες και να τρέμει στα ματόκλαδα του Αριστοτέλη, μα δίχως να φαίνεται, λάμπει στα μάτια του Montaigne, φωτίζει με φως καινούργιο τη γραφή του και μας γλυκοβρέχει την ψυχή.

Ο Γιώργος κι ο Θανάσης νιώθανε από Αριστοτέλη και Montaigne όσο λιγότερο παίρνει, νιώθανε από φιλία θαρρώ ακόμη λιγότερο, κι αφτό για δυο λόγους κάμποσο περίεργους, ο πρώτος, ίσια ίσια, που ζούσανε στην Αθήνα, και ο δέφτερος που ξέρανε φραντζέζικα.

Ήτανε κι οι δυο τους πλούσιων εμπόρωνε παιδιά. Είχανε λάβει την αναθροφή που λαβαίνουνε σήμερις όλα τα παιδιά μας, πάει να πει καμιά. Βέβαια. Μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά, στα παλαιικά τα χρόνια, οι γιαγιάδες μας, οι μανάδες μας κατορθώνανε και μας δίνανε τουλάχιστο κάποιαν αρνητική, που να πεις, αναθροφή. Μας λέγανε από το πρωί στο βράδυ· — «Να μη θυμώνεις. Να μη φωνάζεις. Να μην καφκιέσαι. Να κάθεσαι ήσυχα να μελετάς τα μαθήματά σου. Να είσαι φρόνιμος. Να μην ξεχνάς τη μετριοφροσύνη. Να σέβεσαι τους μεγαλύτερους. Να μη σκαλίζεις τη μύτη σου. Να μη λαλείς στο τραπέζι. Να μη λερώνεις τα ρούχα σου. Να φοβάσαι το θεό. Να μην κάμεις τίποτα που να βλάψει την πατρίδα. Να φέρνεσαι με όλους σαν άθρωπος, όχι σαν παιδί.» Κι ένα σωρό τέτοια καλά πράματα, που όπως κι αν είναι, πολύ ωφέλιμο να τ’ ακούς, αφού το μόνο που δε χαρήκαμε ποτέ μας, είναι η θετική αναθροφή, δηλαδή εκείνη που δεν της φτάνουνε οικουμενικές, γενικές συβουλές, παρά τη συβουλή της και τη δράση της, κάθε φορά, την αλλάζει και τη συμμορφώνει με την ηλικία του παιδιού, με το χαραχτήρα του, η αναθροφή που καλλιεργά το νου και την ψυχή, εκείνη μ’ ένα λόγο, που ο σκοπός της είναι να ‘χει το παιδί, αγόρι κορίτσι, δεν πειράζει, δική του ζωή, ανεξάρτητη κάπως από τη ζωή του γονιού, να ‘χει έναν κόσμο μικρό που να το νιώθει πως του ανήκει, να ‘χει χρέη δικά του και δικά του δικαιώματα, να ‘χει φίλους, να ‘χει παιχνίδια, να ‘χει δουλειές, να ‘χει εταιρίες, αδερφάτα, συναστροφές, όπου να το βλέπει πως είναι άτομο μέσα σε άλλα πολλά· η αναθροφή που τα παιδί δε σου το περνά για νόστιμο, χαριτωμένο πλασματάκι, να το φιλείς, να το χαδέβεις, να σε διασκεδάζει και να μην το συνορίζεσαι, μα που θέλει απαρχής να σου το δείξει πως είναι άθρωπος, για να του φερθείς όπως φέρνεσαι κάθε αθρώπου, κι έτσι να γίνει τόντις άθρωπος κατόπι. Κούκλα δεν είναι· είναι το μελλούμενο έθνος, ένα παιδί.

Τα παιδιά μας, ίσια ίσια γιατί δεν έχουνε δική τους υπαρξούλα, σταναχωριούνται, κι αλήθεια πουθενά δε βρίσκεις παιδιά που να βαριούνται όπως στο ρωμαίικο, που να χάσκουνε άξαφνα όλη μέρα, που να μην ξέρουνε τα δύστυχα τι δουλειά να πιάσουνε, που κάποτες άλλη δεν έχουνε παρά να κάθουνται στο παράθυρο, να κοιτάζουνε το δρόμο και τους διαβάτες. Κι ακόμη καλά, στην προγονική την εποχή που λέγαμε, όπου η μάνα τα συμμάζωνε σπίτι σαν τα κοτόπουλα. Σήμερα ούτε αρνητική, μα ούτε και θετική αναθροφή δεν έχει στ’ άμοιρα τα πλατωνικά τα χώματα· δεν έχει καμιά. Τέτοια του Θανάση μας και του Γιώργου. Μπορεί κανείς με τρία λόγια να ξαστερώσει το σύστημα της αναθροφής που ακολουθήσανε οι δυο φαμελιές. Να προσέχουμε στην υγεία του παιδιού. Να ‘χει καλούς τρόπους. Ε! νέος είναι· να σφαλνούμε κάποτες τα μάτια.

Με την προσοχή της υγείας, ακολουθούσανε τα συνηθισμένα μας. Αμελούσε το παιδί και για το παιδί αμελούσανε κάθε χρέος, είτε οικογενειακό, είτε κοινωνικό, είτε παιδαγωγικό, το λοιπόν κάθε ηθικό χρέος.

— «Πήγε σήμερα το παιδί σκολειό;»

— «Ε! όχι δα! Σήμερα βοριάς.»

— «Θα πάμε απόψε στου παππού;»

— «Βρέχει λιγάκι. Κάλλια να μείνουμε σπίτι.»

— «Το μάλωσες τα παιδί:»

— «Να σου πω, σαν το μαλώνεις, κλαίει, ταράζεται, ιδρώνει και φοβούμαι. Νεβρικό είναι.»

Βέβαια πως προτιμότερο να φοβάται ο γονιός, παρά να σου σκοτώνει στο ξύλο τα παιδί, σε κάθε του αταξία, θα καταλάβουμε όμως αργότερα, ως πού η φροντίδα της υγείας μπορεί κάποτες να φτάσει, να καταντήσει και τους άλλους.

Με τους καλούς τρόπους δεν εννοούσανε διόλου πως πρέπει τάχα το παιδί και κατόπι ο νέος, να προσέχουνε, να βαστιούνται, να πεθαίνουνε κάθε στιγμή από την τρομάρα μήπως τους ξεφύγει κανένα κίνημα, κανένας λόγος που να φανερώσει άξαφνα την παραμικρή τους κακή διάθεση, ακόμη και την παραμικρή τους αδιαθεσία, επειδή αφτό θα πει να ‘χεις καλούς τρόπους. Ειδεμή, όταν έφαγες κι όταν ήπιες με το κέφι σου, όταν έννοια καμιά δεν έχεις, όταν κανένας δε σε πειράζει, όταν όλα σου πάνε ρολόι, δύσκολο δεν είναι να φέρνεσαι όπως πρέπει με τον καθένανε· τρόπους καλούς, εβγενικούς, χαμογελούμενους, θα σου δείξει κι ο χαμάλης, ότι του δώσεις ένα σπουδαίο μπαξίσι. Καλοί τρόποι, στον κόσμο του πολιτισμού, σημαίνουνε δύναμη της ψυχής, σημαίνουνε το παντοτινό εκείνο το σφόρτζο, που λέξη καθαφτό στη γλώσσα μας δεν έχουμε να το πούμε.

Οι δικοί μας, με καλούς τρόπους εννοούσανε κάθε άλλο, εννοούταν να ντύνουνται όμορφα οι νέοι, να είναι καπελωμένοι πάντα της μόδας, να χαιρετούνε νόστιμα, να χαμογελούνε σαν πλησιάζουνε κυρία. Να φορούνε βελάδα το βράδυ, σμόκι το μεσημέρι στο πρόγεμα. Και να μιλούνε φραντζέζικα.

Είπαμε φραντζέζικα, όχι γαλλικά. Τα γαλλικά είναι γλώσσα που μιλιέται στη Γαλλία, που μιλιέται από Γάλλους, κι οι Γάλλοι πάλε είναι ορισμένο έθνος, με ήθη ορισμένα, με ορισμένους νόμους, με ορισμένο πολιτισμό. Τα φραντζέζικα δεν είναι τίποτα. Είναι αόριστο ένα πράμα. Η Φράντζα πού να βρίσκεται μαθές και σαν τι να είναι οι Φραντζέζοι; Να, η Φράντζα κάπου στην Εβρώπη βρίσκεται, και οι Φραντζέζοι τι άλλο θέλεις να είναι παρά κάτι αθρώποι που ξέρουνε τις φραντζεζιές; Είναι αθρώποι που κάνουνε κοπλιμέντα, που είναι λαφρόμυαλοι, που ποτέ τους σπίτι δεν κάθουνται, που γυναίκες δεν έχουνε, που έχουνε μόνο μαιτρέσσες και που φυσικά θ’ αφήσουνε τα παιδιά τους να παραλύσουνε, όπως ίδιοι παραλύσανε στον καιρό τους. Φυσικά· έτσι σου το παρατηρούσανε όσοι τάχα ξέρουνε, οι Φραντζέζοι, λέει, την παραλυσία τόσο φίνα, τόσο νόστιμα σου την καταφέρνουνε, που παραλυσία δεν είναι. Οι διαολεμένοι! Να μπορούσε κανείς να τους μοιάσει! Από τέτοιο λόγο το λοιπό, οι γονιοί του Γιώργου και του Θανάση λέγανε πως χρειάζεται κάποτες να σφαλνούνε τα μάτια τους, αφού ίσως είναι καλό πράμα, το κάτω κάτω, να ‘χει και μια μαιτρέσσα ένα παιδί, σαν τους Φράγκους. Αμέ; Μήπως, για τους αριστοκράτες, για τους πλούσιους, μήπως η Αθήνα έχει σήμερις άλλο προορισμό, παρά να φραγκέβει — όπως δηλαδή την αντιλαβαίνουνται η εβγενεία τους τη Φραγκιά;

Για τούτο κιόλας είπαμε απαρχής, πως τα δυο μας παλληκάρια δε νιώθανε από φιλία, ίσια ίσια επειδή ζούσανε στην Αθήνα και πειδή μιλούσανε φραντζέζικα. Φιλία γι’ αφτούς ήτανε να είναι μαζί. Μ’ άλλα λόγια, μαζί πηγαίνανε σκολειό. Μαζί αμελούσανε τα μαθήματά τους. Μαζί αταχτούσανε. Λίγο λίγο μαζί τσαχπινιάσανε. Και τώρα στα γεράματά τους, δεκαεννιά είκοσι χρονώ νέοι, μαζί πηγαίνανε στους σουαρέδες, στους χορούς, στα θέατρα, μαζί και στα καφενεία, μαζί ακόμη περσότερο και στις κοκότες.

Φιλία.

Ο Αριστοτέλης ο κακομοίρης κι ο κακόμοιρος ο Μονταίνιας, τέτοια φιλία πιθανό να μην την υποψιαστήκανε. Δεν πειράζει, θα την υποψιάστηκε ο Πλάτωνας, αφού στον Πλάτωνα θαρρώ απαντούμε πρώτη φορά το περίφημο το ρητό· τα των φίλων κοινά.

Σα να το 'φερε όμως η κακή τους η τύχη, που όταν εφαρμόσανε το ρητό, τα λασπώσανε κιόλας οι δυο φίλοι.

Κακά παιδιά δεν ήτανε μήτε ο ένας μήτε ο άλλος. Ο Θανάσης μάλιστα είχε κάποια κλίση στα γράμματα, όπως δα τόσοι και τόσοι Ρωμιοί. Προτιμούσε τα βιβλία τα ιστορικά κι όπου έβρισκε, διάβαζε. Βέβαια πως τρέλα στη μάθηση δεν είχε. Να όμως που οι γονιοί του ταραχτήκανε·

— «Κοίταξε, μήπως κουράζεται το παιδί, έλεγε ο πατέρας της μάνας. Έπειτα δεν ξέρει κανείς που μπορεί να τον πάει τέτοιο διάβασμα.»

Επειδή βάση και τούτο της ρωμαίικης αναθροφής, άμα κατάλαβες πως το παιδί σου έχει μια κλίση, να του κόφτεις το βήχα, μπας και τύχει τίποτις. Τι; Άγνωστο. Μα έτσι πιο φρόνιμο.

Δε χρειάστηκε πολύς κόπος, αγώνας δε χρειάστηκε για ν’ αποθαρρύνουνε το Θανάση. Άφησε ο άθρωπος το διάβασμα μια χαρά. Κι άρχισε να διασκεδάζει. Ο φίλος του ο Γιώργος, που κλίση σε τίποτα δεν είχε, δε γύρεβε καλύτερα. Έβρισκε τώρα συντροφιά. Περνούσανε τότες ίσια ίσια στην Αθήνα — όχι ένας θίασος — έτσι γράφουνε — μα μια τρούπα — έτσι λένε, από — και τώρα πώς να πούμε; από τραγουδίστρες, όπως θα ‘λεγε κανένας δημοτικιστής; ή από σαντέζες, όπως μας το βάζουνε μερικές καθαρευουσιάνικες φημερίδες; Ας τις πούμε πια και μείς σαντέζες, μάλιστα σαντέζες βιεννέζικες, για να μας καταλάβει ο κόσμος. Βιεννέζικη οπερέτα, οπερέτα ιταλιάνικη, νέμτζικη, σπανιόλικη, φραντζέζικη, δεν τους έμελε, μια κι ήτανε φράγκικη. Μια σαντέζα φράγκικη μήπως δεν είναι, μήπως δεν πρέπει να είναι πάντα ομορφότερη από μια φτωχή ρωμιοπούλα; Μα βέβαια πως κι η πλούσια η ρωμιοπούλα της κοινωνίας δεν έχει το γούστο μιας ξετσίπωτης, μιας ξεμυαλισμένης που έρχεται από την Εβρώπη! Αφτή ρίχνει κάτω και τις δικές μας τις παρατρεχάμενες.

Η Λουίζα, η βιεννέζικη σαντέζα, δεν ήτανε ούτε ξετσίπωτη ούτε ξεμυαλισμένη. Δηλαδή, ξεμυαλισμένη και ξετσίπωτη όσο χρειαζότανε, για ν’ αρέσει σε νέους σαν τους δικούς μας τους προκομμένους, που τους μυρίστηκε αμέσως, επειδή δεν της έλειπε κάποια ψυχολογική, φιλοσοφική ματιά· είχε και νου όσο γίνεται πραχτικό. Η Λουίζα μάζωνε την προίκα της· αρραβωνιασμένη μ’ έναν της πατριώτη, μάγερα σε κάποιο μεγάλο αρχοντικό της Βιέννας. Εννοείται πως ήξερε ο αρραβωνιαστικός τα καθέκαστα, το απάγγελμά του μαθές ο καθένας. Τι να πει ο άθρωπος; Η Λουίζα του έμνησκε πιστή· το κορμάκι, δε σου λέω, το δάνειζε· δεν έδινε σε κανένανε την καρδιά της· κανένανε δεν αγαπούσε. Όσους μπορούσε, τους ξελάγιαζε, ήσυχα, μεθοδικά, και τους έγδερνε· για τούτο είχε ανάγκη να τους ψυχολογήσει. Από την ανάγκη βαστούσε και η φιλοσοφία της σαντέζας. Φιλοσοφικά η καημένη θυσιαζότανε για τη μελλούμενη παντρειά· οι παράδες που χτυπούσε από το Γιώργο αποτελούσανε την προσφορά της στο ναό της Αφροδίτης.

Να πούμε την αλήθεια, καθαφτό αγάπη, αγάπη μάλιστα καμιά δεν είχε ούτε ο Γιώργος για τη λεγάμενη. Άφησε που στην ηλικία του, αγάπη τι σημαίνει δεν μπορούσε να το υποψιαστεί· ακόμη και να το υποψιαζότανε, η μόδα θα του παραστράβωνε τα αιστήματά του, η μόδα τον εμπόδιζε να νιώσει τίποτις άλλο παρά κάποιο καινούργιο είδος αγάπης, παρά μιαν απρόσωπη αγάπη. Και τόντις, δεν ξέταζε το άτομο της Λουίζας, δεν πρόσεχε στο χαραχτήρα της, δεν παραβάθυνε το σκαρί της, εγώ θαρρώ πως δεν κοίταξε, όταν πρωταπαντηθήκανε, ούτε το πρόσωπό της. Του έφτανε που είναι σαντέζα· μια σαντέζα είναι όμορφη, επειδή και σαντέζα· επειδή και σαντέζα, πρέπει ν’ αρέσει. Ο Γιώργος, που ιδέα δεν είχε για πράμα στον κόσμο, νόμιζε μάλιστα πως τέτοιες γυναίκες τις παίρνει κανείς έτσι, χωρίς λόγο, μα πως δεν τις αγαπά ποτέ του και μήτε το στοχαζότανε, το ξόανο, πως ο πραχτικός ο Εβρωπαίος, τέτοιες γυναίκες, που λέει, α δεν τις αγαπά, όπως θ’ αγαπήσει μια τίμια γυναίκα, πάντα κάτι θ’ αγαπήσει σ’ αφτές, πες τη μύτη, πες το πόδι, πες και τον ποδόγυρο της μιανής, το πνέμα της αλληνής, της τρίτης τη λύσσα, της τέταρτης άξαφνα την ησυχία και τη φρονιμάδα — κι ας σωπάσουμε πια για εκείνους που χάσανε τα μυαλά τους από έρωτα τεταρταίο.

Τίποτα. Για το Γιώργο, η σαντέζα, δεν έμπαινε σε λογαριασμό. Γλήγορα το ‘δειξε κιόλας. Ήρθε ο Θεριστής, ο Ιούνιος, που λένε το Κράτος, ο Βενιζέλος κι ο Αλεξαντρής. Ο Γιώργος στην υγεία του, άριστα. Μόνο λίγη κούραση, φαίνεται, από τη ζέστη. Το λέγανε πια κι οι γονιοί του. Να μην πάθει το παιδί. Τι να κάμει, το λοιπό; Τι άλλο παρά να πάει στα λουτρά; Τα λουτρά για το Γιώργο, ίσως και για τους δικούς του, στεκόντανε υποθέτω στην ίδια γραμμή με τις σαντέζες. Όσο λίγο αναγκαία ήτανε τα λουτρά στο Γιώργο από έποψη σωματική, τόσο λίγο αναγκαία η σαντέζα στο αμούστακο παιδάριο, από ψυχική έποψη, σα θες κι από φυσιολογική ακόμη. Λουτρά και σαντέζα, της καλής αναθροφής και τα δυο. Για τούτο κιόλας πήγαινε ο νέος από τη σαντέζα στα λουτρά.

Τη σαντέζα ωστόσο τι να την κάμει; Μπα, πολύ έφκολο. Την αφήνει του Θανάση. Φίλοι. Σε τι μπορεί να σου χρησιμέψει ένας φίλος, α δεν του αφήσεις τη σαντέζα σου, ενώ πας εσύ στα λουτρά; Μήπως στα Παρίσια και στη Βιέννα, κάθε νέος της αναθροφής, δε θ’ αφήσει τη σαντέζα του στο φίλο του, προτού πάει στα λουτρά; Μήπως κιόλας τέτοιες γυναίκες έχουνε καμιά σημασία; Καμιά δεν έχουνε. Σήμερα την παίρνεις, άβριο την πετάς, και τέλειωσε.

Την πέταξε λοιπόν ο Γιώργος τη σαντέζα· μα να μην το κρυφτούμε κιόλας, ο Θανάσης την άρπαξε με κάμποση χαρά. Δε θα δυσαρεστήθηκε δα και η σαντέζα. Της δινότανε αφορμή να γδείρει δέφτερο Αθηνόπουλο. Τι καλύτερα; Μα ο Θανάσης είχε κι άλλα προτερήματα που μοιάζει σα να μην τα είχε ο Γιώργος, κι έτσι μπορούσε ν’ αρέσει για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος, που στις φλέβες του Θανάση έτρεχε το αίμα πιο ζεστό, ένα πιο πρόθυμο αίμα στην ηδονή. Όσο πιστή κι αν ήτανε στον αρραβωνιαστικό της, η Λουίζα πιθανό να προτιμούσε από τους πάγους της πατρίδας, που ίσως να τους της θύμιζε κάποτες ο Γιώργος, τη φλόγα του ήλιου της ανατολής, που την έκαιγε τώρα γλυκόθερμα στου Θανάση την αγκαλιά.

Ζούσε λοιπόν το αντρόγυνο αγαπημένα, ταιριασμένα, εφτυχισμένα. Η Λουίζα μάλιστα, καθώς είδαμε, περσότερη αγάπη έδινε του Θανάση παρά που είχε δώσει του Γιώργου· για τούτο κιόλας η φρόνιμη, πραχτική κοπέλα, περσότερο έγδερνε το Θανάση. Αμέ; Για το χατίρι της τάχα, για τη σαρκούλα της, για το γλέντι, θα δουλέβει; Δεν ταιριάζει. Για την προίκα της πρέπει πάντα να δουλέβει ένα τίμιο κορίτσι.

Και την προίκα και τη γλύκα κόντεψε ο Γιώργος να της κόψει, σα γύρισε από τα λουτρά.

Όταν πήγε, του φάνηκε της αναθροφής, του φάνηκε της μόδας να παραδώσει τη σαντέζα του στο Θανάση. Έγινε μάλιστα κάπως επίσημα η διαβίβαση, αφού κάλεσε ο Γιώργος το φίλο του ένα βράδυ στο τραπέζι, όπου ήπιανε κι οι τρείς μπόλικη σαμπάνια, και τότες πια έφυγε με τη σαντέζα ο Θανάσης, αφήνοντας το Γιώργο μόνο σαν τον κούκο.

Τώρα που γύριζε από τα λουτρά, θα τα ‘βλεπε αλλιώς τα πράματα. Μπορεί να ‘βρισκε πως έπαιξε ρόλο γελοίο και πως ο ρόλος του καταντούσε ακόμη πιο γελοίος στα μάτια του κόσμου, που έβλεπε το Θανάση να σουλατσέρνει με τη μαιτρέσσα του Γιώργου. Πού να ξέρουνε, πού να θυμούνται πια οι αθρώποι διαβίβαση και σαμπάνιες;

Συλλογίστηκε λοιπόν ο Γιώργος πως η τιμή το απαιτούσε να ζητήσει πίσω τη σαντέζα του. Παράγγειλε του Θανάση πως τη θέλει. Ο Θανάσης διαμαρτυρήθηκε. Δεν κάνει, λέει, διόλου καλά να τη γυρέβει, αφού για πολλούς λόγους είναι πια δική του. Ο Γιώργος επιμένει και πεισματώνει. Ο Θανάσης άλλο τόσο. Την τιμή του κι αφτός. Η τιμή του τ’ απαιτούσε να μην τη δώσει πίσω. Στοχάζεται τότες ο Γιώργος κάτι πολύ όμορφο. Πιάνει και γράφει του Θανάση το ακόλουθο αξιόπρεπο γράμμα·

«Η διαγωγή σου μαζί μου δεν είναι διόλου φιλική. Και για τούτο, α σ’ έβρισκα, θα σε χαστούκιζα. Επειδή όμως δε σε βρίσκω, μπορείς να θεωρηθείς χαστουκισμένος.» Φρόνιμο και ιπποτικό συνάμα το γραμματάκι. Έτσι βαστούσε την αξιοπρέπεια, βαστούσε την τιμή του. Δεν ήτανε και κανένας κίντυνος να κακοπάθει, αφού δεν έβρισκε το Θανάση πουθενά. Δύσκολο, βλέπεις, να βρεις ένα Θανάση σε μιαν Αθήνα.

Το γράμμα του Γιώργου πείραξε πολύ, όπως το είπε κατόπι ο ίδιος, το φίλο του το Θανάση. Δεν ακούσαμε όμως ν’ ακολούθησε μήτε ο Θανάσης τις εβρωπαϊκές τις μόδες ως το τέλος, να ‘στειλε δηλαδή μάρτυρες του Γιώργου. Θα πρόσμενε υποθέτω ν’ ανταμωθούνε μοναχοί τους, ή πιο σωστά προσμένανε οι δυο τους από την τύχη, να τους ανταμώσει. Μπορεί, ποιος ξέρει; και να την παρακαλούσανε κρυφά ν’ αργήσει.

Μα η τύχη τους γέλασε· σα γυναίκα που είναι, είχε φαίνεται βιάση. Ένα βράδυ, στο Νέο Μπαρ του Παλιού Φάλερου καθόντανε και διασκεδάζανε ο Θανάσης, ένας αξιωματικός κι ένας γνώριμός τους. Μαζί τους δυο κυρίες. Κι από τις δυο η μια, ποια θαρρείτε; Μια σαντέζα. Όχι όμως η Λουίζα μας. Η Λουίζα τον παραίτησε, τον ξαπόλυκε το Θανάση της μ’ όλη του τη φλόγα. Τι λέω; Τον άφησε ίσια ίσια, ξαιτίας της φλόγας εκείνης. Την έδερνε η συνείδησή της. Φοβότανε μήπως και τη φλόγα τη δαιμονισμένη, την κάνει γούστο με το παραπάνω. Αλήθεια που την ησύχαζε λιγάκι το χρηματικό, επειδή κάμποσα χτυπούσε από το Θανάση. Το συλλογίστηκε, το βόλεψε και τούτο. Άμα κατάλαβε πως από φιλότιμο την ήθελε πάλε ο Γιώργος, του μήνυσε πως πάντα τον αγαπά και να ‘ρθει. Εννοείται πως του έμαθε, όταν ήρθε, πόσο σου κοστίζει ένα φιλότιμο.

Πρόθυμος ο φίλος στην καμπιάλε, κι έτσι ξανάβαλε στο χέρι τη σαντέζα, ενώ έτρεξε αμέσως ο Θανάσης, πήρε άλληνε, μα της ίδιας οπερέτας, του ίδιου κόρου, για να δείξει στον κόσμο πως δε μας λείπουνε δα οι σαντέζες. Μ’ αφτήνε το λοιπό βρισκότανε στο Παλιό Φάλερο.

Εκεί που πίνανε και γλεντίζανε, να σου άξαφνα ο Γιώργος μας που μπαίνει. Μπαίνει με τη σαντέζα, με τη Λουίζα! Ίσως μάλιστα η παρουσία της, όπως και η παρουσία της καινούργιας του Θανάση της σαντέζας, να ‘φερε όλο το κακό.

Επειδή βλέπετε τώρα τη σκηνή; Από τη μια μεριά, μια σαντέζα με το Γιώργο, από την άλλη μια σαντέζα με το Θανάση.

Έπρεπε κάτι ν’ ακολουθήσει — για να καμαρώσουνε οι δυο σαντέζες.

Ο Θανάσης, ότι που είδε το Γιώργο, αμέσως σηκώθηκε. Τι να κάμει; Μπροστά στις δυο σαντέζες, ανάγκη να σηκωθεί. Γνωστό σε όλη την παρέα το γράμμα που του έγραψε ο Γιώργος·

— «Μπα! Εσύ, λέει, μου έδωσες τα χαστούκια; Στάσου να σου τα δώσω πίσω!» Και του δίνει έναν μπάτσο, μα καλόνε.

Ο Γιώργος σα να το πρόσμενε, γιατί άψε σβήσε βγάζει από την τζέπη το πιστόλι του, ένα μπράουνιγκ, με οχτώ μπάλες, απανιστές, του τραβά έξι με την αράδα, που τρεις από τις έξι τον πληγώνουνε.

Ο φίλος ο Γιώργος, για κάθε απαντεχούμενο, είχε πάντα μαζί του το πιστολάκι του — όχι για το Θανάση, που ο θεός να φυλάξει τι φελούσε κιόλας, αφού δεν τον έβρισκε πουθενά; — μα έτσι, για κάθε απαντεχούμενο, καθώς είπαμε, για να μπορέσει να φερθεί σαν ήρωας και μπροστά σε σαντέζες.

Ήρωας σωστός. Ο δύστυχος ο Θανάσης, φαρδύς πλατύς, ξαπλώθηκε χάμω, στα αίματα κυλισμένος.

— «Μπα; είπε ο Γιώργος, ξαναβάζοντας το πιστόλι του στην τζέπη του, μήπως τονέ σκότωσα;»

Και φεύβγει.

Ανέβηκε στο ιδιοκίνητό του. Γλήγορα γλήγορα σπίτι μας, στην Αθήνα. Πάντα με τη σαντέζα μαζί.

Φαίνεται πως καλό του έκαμε ο περίπατος, αφού την αβριανή το πρωί, πήγε από την Ακρόπολη ένας ρεπορτέρης και τον ήβρε ήσυχο ήσυχο, σα να μην είχε ακολουθήσει τίποτα την ψεσινή. Φορούσε μάλιστα παντούφλες και μια στολή του σπιτιού νεγκλιζέ, όπως γράφει ο ρεπορτέρης. Κέφι. Μόνο δυο τρεις γκρατζουνιές κοντά στη μυτίτσα του, που ήτανε πλακωτή και κοντή, θυμίζανε τις κοκορομαχίες του Παλιού Φάλερου.

Δίσταξε μια στιγμή ώσπου να δεχτεί το ρεπορτέρη. Ρεπορτέρης τάχα να είναι — ή ποιος ξέρει, κανένας άλλος, πιο δυσάρεστος;

— «Τι με θέλετε; Και ποιος είστε;»

— «Είμαι συντάχτης στην Ακρόπολη.»

— «Α! εγώ ξέρω το Σταματίου· αφτός να έρθει, αφτόνε ξέρω.» Και σώπασε ο νέος μια στιγμή. Έπειτα, σαν τρομασμένος ακόμη λιγάκι·

— «Αλήθεια είστε συντάχτης;»

— «Δεν το πιστέβετε; Θέλετε να διείτε το καρνέ μου;»

— «Όχι... σας πιστέβω.»

— «Το λοιπό, σας παρακαλώ, επειδή κι οι χτεσινές σκηνές διαστραφήκανε από μερικές φημερίδες, να λάβετε την καλοσύνη να μου δηγηθείτε σεις ο ίδιος τα καθέκαστα.»

— «Μάλιστα, να σας τα πω!» Κι αρχίζει άκρες μέσες να του δηγάται όσα δηγηθήκαμε και μείς — εννοείται ωραΐζοντας ή παρασωπαίνοντας κάπου κάπου, μάλιστα όταν έγινε ο λόγος για τις πιστολιές, όπου ο Γιώργος, σ’ ένα ρώτημα του ρεπορτέρη·

— «Πόσους πυροβολισμούς ρίξατε;»

αποκρίθηκε το ακόλουθο που είναι αμίμητης νοστιμιάς·

— «Πέντε. Μα εννιά είχε το περίστροφό μου.»

Ώστε ήτανε και τούτο ελαφρυντικό, που έχοντας να τραβήξει εννιά μπάλες, τράβηξε μόνο πέντε.

— «Είδα, λέει, το Θανάση να κυλιέται χάμω και τους φίλους του να τον ξεκουμπώνουνε, για να διούνε πού είναι χτυπημένος. Ήμουνε σαν τρελός· αρπάζω τη σαντέζα μου, ανεβαίνω στο ιδιοκίνητό μου και ξεκινούμε για την Αθήνα.»

— «Για να παραδοθείτε στις αρχές;» λέει ο ρεπορτέρης, που δεν του έλειπε πνέμα.

Ο λόγος του φάνηκε κουτός, γιατί γέλασε κι απάντησε·

— «Μπα! Δε βαριέστε; Ήτανε αργά, ήμουνε ζαλισμένος και νύσταζα.»

Εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα ένας δούλος και πρόσφερε μέντα λικέρ. Δυνατή, φωτιά. Ο Θανάσης έριξε το αλκόλι στο νερό κι έκαμε γαργάρες.

— «Σας πονεί ο λαιμός σας;»

— «Όχι! Συνήθεια!»

Νόμισε όμως περιττό να ξηγήσει από πού η συνήθεια της μέντας. Ίσως κιόλας να μην το ήξερε καλά καλά. Εμείς το ξέρουμε, αφού απαρχής το σημειώσαμε, πως από παιδί του μάθανε να προσέχει στην υγεία του. Η μέντα η δυνατή, όπως την έπαιρνε, όχι μόνο καθαρίζει το στόμα, παρά σκοτώνει, λέει, και τα μικρόβια.

Η έννοια της υγείας φάνηκε σ’ όλη του τη διαγωγή.

— «Εσείς, αν επιτρέπετε, κάνει ο ρεπορτέρης, δεν έχετε σκοπό να παρουσιαστείτε στον ανακριτή;»

— «Το σκέφτουμαι. Μα σήμερις άβριο θα διω. Σήμερα είμαι πολύ κουρασμένος. Θ’ αναπαφτώ πρώτα.»

— «Βέβαια, με την ησυχία σας!»

Ήτανε τόντις ολότελα ήσυχος· δεν έμοιαζε διόλου μετανιωμένος. Το πιο σπουδαίο, μήτε του περνούσε ιδέα πως μπορούσε να συλλαβηθεί.

— «Μα σας παρακαλούμε, ρωτά πάλε ο ρεπορτέρης με την περιέργεια να διει ως πού πήγαινε το πράμα, η αστυνομία δε σας ενόχλησε διόλου;»

— «Καλά! Η αστυνομία τι έχει να κάμει εδώ; Ήτανε απλή άμυνα για τη ζωή μου.»

— «Ίσια, ίσια! Του λόγου σας ανακριτής δεν είστε. Η δικιοσύνη πρέπει να ξακριβώσει τι έτρεξε.»

— «Καμιά ξακρίβωση δε χρειάζεται. Με χτύπησε και τον πιστόλισα. Είναι σπουδαίο πράμα;»

Δε βαριέστε! να πούμε και μεις. Καμιά σπουδαιότητα δεν είχε, αφού ο παπάκης του νέου, πλούσιος και παντοδύναμος. Πού αστυνομίες και πού δικιοσύνες; Έτυχε, γράφανε στην Ακρόπολη, την ίδια μέρα να συλλάβουνε κάποιο λούστρο, που κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει ποιο το φταίξιμό του. Το Γιώργο θα πάνε να συλλάβουνε, να του χαλάσουνε την υγεία του, που αναγκαζότανε κιόλας το παιδί να κάνει γαργάρες με δυνατή μέντα, μήπως κι από τις ψεσινές κατακεφαλιές του μολέψανε δυο τρία μικρόβια το στόμα;

Ίσως πάλε να ρωτήσετε·

— «Η αστυνομία, ο ανακριτής, ο παπάκης, η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός, ο υπουργός της δικιοσύνης, καλά! Και καταλάβαμε. Πώς όμως ο Θανάσης να μην τον κατάγγειλε;»

Το συλλογίστηκε ο Θανάσης μια στιγμή. Το συλλογίστηκε η μάνα του η δύστυχη, που τον ήβρε κατάκειτο στην κλινική με τις τρεις λαβωματιές.

Έπειτα διστάξανε. Βλέπετε, της ίδιας κοινωνικής τάξης, της ίδιας αριστοκρατίας και οι δυο φαμελιές. Πλούσιες, παντοδύναμες και οι δυο, το κάτω κάτω φίλοι και οι δυο νέοι. Ποιος ξέρει; Μια μέρα, μπορεί να χρειαστούνε τη φαμελιά του Γιώργου, που ήτανε πιο πλούσια και με περίσσια επιρροή. Μπορεί μάλιστα μια μέρα, ποιος ξέρει; να χρειαστεί το Γιώργο πιο πολύ απ’ όλους ο Θανάσης — αν κι αφτός άξαφνα κάμει τα ίδια.



Είκοσι μια του Φλεβάρη, τρίτη — είκοσι πέντε του Απρίλη, τρίτη, 1911.






ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ[Επεξεργασία]

ΤΡΙΜΥΘΙΑ


Α’

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 439, 12 του Θεριστή, 1991)



Αφιερώνεται του Πέτρου Βλαστού.


Ήμουνε τότες νέος, ταξίδεβα και γύρεβα την αγάπη.

Από την Ανατολή ανέβαινα στη Δύση κι από τη Δύση κατέβαινα στην Ανατολή. Το ‘φερε η τύχη να σταθώ στη Μικρασία, να πάω ένα πρωί ως τα ριζά του Τμώλου το περίφημο το βουνό της Λυδίας. Εκεί ακολούθησε κάτι πολύ παράξενο και που έμελε ν’ αλλάξει ολότελα την αντίληψή μου της αγάπης. Ένας φίλος που βρισκότανε μαζί μου, παζάρεβε κάτι αντίκες από ένα παιδί ξυπόλυτο, μ’ άσπρα ρούχα, μισοκουρελιασμένα, μ’ ένα φεσάκι στην άκρη του κεφαλιού, με το πρόσωπο μπρούντζινο και με μια έκφραση τόσο αθώα, που ζύγωσα να το διω καλύτερα. Μου χτύπησε το μάτι ένα δαχτυλίδι που το παιδί έδειχνε του φίλου μου· ήτανε γύρος χρυσός, καθώς είναι τα περσότερα δαχτυλίδια, μα με μια πέτρα που αδύνατο ν’ αποφασίσεις τι χρώμα είχε, γιατί έμοιαζε σα να τα είχε όλα, σα ν’ άλλαζε μάλιστα κάθε στιγμή. Μου ζητούσε δυο λίρες, του έδωσα μια, το πήρα και δεν άργησα να καταλάβω πως άξιζε όχι δυο, παρά μιλιούνια και μιλιούνια λίρες. Θησαβρός που το ταίρι του δεν υπάρχει.

Άμα που τ’ αγόρασα, το ‘βαλα στο δάχτυλό μου. Μιλούσα στο μεταξύ με το φίλο μου, και το καμάρωνα. Μιλώντας, το γύριζα κάποτες, έτσι, για να παίξω και δίχως να δώσω προσοχή.

— «Να σου πω, χαίρουμαι τώρα που το ‘χω, έλεγα του φίλου. Γεια σου που μου τ’ άφησες και δεν το κράτησες, αν και πρώτος του λόγου σου μας ανακάλυψες τον πραματεφτή.»

— «Καλέ, δε βαριέσαι; Ασήμαντο πράμα!»

— «Όχι δα! Η πέτρα ωραία!»

— «Δεν την κοίταξα. Φέρε να τη διω... Πού είσαι;»

— «Πού θέλεις να είμαι; Να, εδώ, κοντά σου.»

— «Αδύνατο!»

— «Τρελάθηκες; Πώς αδύνατο; Αφού σου τη δείχνω, αδερφέ!»

— «Αλήθεια! Δεν ξέρω τι έπαθα. Μου φάνηκε άξαφνα πως έγινες άφαντος.»

— «Μήτε σάλεψα. Πλάγι σου στεκόμουνε όλη την ώρα. Φαντάσου όμως. Κάποτες θαρρώ κι ο ίδιος πως χάνεται στα μάτια μου το δαχτυλίδι, μαζί με τα δάχτυλά μου.»

— «Ορίστε πάλε. Να, που μου χάθηκες ξανά!»

— «Χωρατέβεις;»

— «Διόλου. Σου λέω πως είσαι αθώρητος κι ωστόσο ακούω τη φωνή σου!»

— «Μα εγώ το χέρι σου πιάνω. Δεν το νιώθεις, χριστιανέ μου;»

— «Παράξενο! Παράξενο! Το νιώθω! Και δε σε βλέπω!» Έτσι μου είπε κι από κάποια φρίκη μυστική, ανατρίχιασε ο σύντροφός μου. Εμένα μου πέρασε από το νου μια υποψία, που έτρεμα μήπως και βγει ψέφτικη.

— «Στάσου! του κάνω. Τώρα με βλέπεις;»

— «Ούτε σταλούλα!»

— «Και τώρα;»

— «Τώρα, ναι!»

Κόντεψα να λωλαθώ από τη χαρά μου. Θυμήθηκα τον Πλάτωνα που στην Πολιτεία του γράφει πως ο Γύγης, ο βασιλιάς της Λυδίας, κάθε φορά που γύριζε από μέσα την πέτρα του δαχτυλιδιού του, γινότανε άφαντος. Κάθε φορά που τη γύριζε απ’ όξω, έπαβε η αφαντοσύνη. Αφτό έπαθα και γω με το φίλο μου. Ενώ η πέτρα ήτανε γυρισμένη από μέσα, δε μ’ έβλεπε· άμα μ’ έβλεπε, θα πει πως η πέτρα ήτανε γυρισμένη απ’ όξω. Φυσικά, σα γινόμουνε άφαντος, ούτε γω δεν μπορούσα να διω, μήτε την πέτρα, μήτε τον εαφτό μου.

Σίγουρο το λοιπό κι αρχισίγουρο, πως από μια τύχη απίστεφτη, έπεσε στα χέρια μου το περιβόητο δαχτυλίδι του Γύγη. Δική μου πια η αγάπη. Δικές μου οι γυναίκες όλες.

Ήμουνε πολύ ανυπόμονος, όπως θα το φαντάζεται ο καθένας, να δοκιμάσω τα διάφορα προτερήματα του δαχτυλιδιού μου. Τι δύναμη μου έδινε! Τι χαρές έμελε να μου προξενήσει, τι παράδεισους να μου ανοίξει! Πριγκιπέσσες, βασίλισσες, αφτοκρατόρισσες, δε λογαριάζανε για μένα. Κρύφτεται η αρχοντιά τους, με μια περηφάνια ως εκεί απάνω, στα μάτια του κοινού, στα μάτια του όχλου. Ας πάνε τώρα να κρυφτούνε από μένα. Όχι μόνο, τις βλέπω τη στιγμή που μου καπνίζει, τις βλέπω ακόμη όπως ούτε ο άντρας τους δεν τις βλέπει, αφού μόνες δεν τις βλέπει ποτέ του, δηλαδή σα δεν είναι ο ίδιος μαζί τους, κι έτσι ποτέ του δεν ξέρει τι κάνουνε, πώς φέρνουνται, πώς μιλούνε, πώς χαμογελούνε, πώς είναι, ότα βρίσκουνται μόνες καθαφτό. Μα και αναμεταξύ τους σαν είναι ή με καμιά τους φιληνάδα, στοχάσου τι θα πει ν’ ακούς εσύ τι λένε, και να μην το μυρίζεται η εβγενεία τους. Αμέ, σαν αγαπάς μια, σα σου ορκίζεται πως σ’ αγαπά κι από πίσω σου ορκίζεται και κανενός άλλου, τι θείο πράμα το δαχτυλίδι, για να την τζακώσεις εσύ, εκεί που η κοκόνα δεν το προσμένει! Να είχε ο καθένας μας από ένα τέτοιο δαχτυλίδι, δε θα ύπαρχε η ζούλια. Εννοείται. Θα μαθαίναμε αμέσως τι τρέχει και τότες τι να ζουλέβουμε, μια και ξέρουμε; Η προδοσία τους θεοφάνερη. Θα τις αφήναμε γεια και θα γλιτώναμε άψε σβήσε. Ας έρθουνε πια να με γελάσουνε οι μαργιόλες. Να τις γελάσω εγώ. Γιατί να μην ξεχνούμε και το πιο σπουδαίο. Είπαμε πως είναι το δαχτυλίδι του Γύγη. Ο Γύγης όμως, παρακαλώ, τι έκαμε; Είδε, το γράφει ο Ηρόδοτος, τη γυναίκα του Καντάβλη, την ώρα που πήγαινε η βλογημένη να πέσει στο κρεβατάκι της. Θα το χρωστούσε αφτό στο δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι αναντίλεχτα θα ενέργησε, αν κι ο Ηρόδοτος ρητά δεν τ’ αναφέρνει, επειδή εκείνη την ώρα, η κερά Καντάβλαινα, το Γύγη βέβαιο πως δεν τον έβλεπε.

Γιατί και γω με το ίδιο το δαχτυλίδι, να μη βρω μια Καντάβλαινα; Γιατί να μη βρω πολλές; Ελάτε δα και μη μου κάνετε τον άγιο, αφεντούλια μου. Ποιος δε με κατάλαβε; Ποιος από μας δεν το λαχτάρησε — και δεν το λαχταρά; Δηλαδή, και γω που σας τα δηγούμαι, μήπως και γω δεν το ποθούσα, χωρίς να το μαντέψω πως ο πόθος μου μια μέρα μπορούσε ν’ αληθέψει; Το διάβαζα το λαμπρό, το παλιό μας το παραμύθι του Γύγη κι αναστέναζα. Μακάρι! έλεγα μέσα μου. Δεν είναι κιόλας να ντραπείς. Πρέπει κανένας να μην το ‘νιωσε ποτέ του, τι θα πει τέχνη και καλλιτέχνημα, για να μην τ’ αποθύμησε, τουλάχιστο μια φορά στη ζωή του, βλέποντας καμιά μεγάλη γυναικίσια ομορφιά, να τη χαρούνε αμέσως τα μάτια του ακέρια, σωστή, απαλλαγμένη από τα χίλια τα εμπόδια του πολιτισμού, τα μετάξια, τους καντιφέδες, τις τσόχες, τους χασέδες, που μας τη σκεπάζουνε, που μας τη χαλνούνε. Ας ξαναγυρίσουμε στα χρόνια τ’ αρχαία, όπου τ’ αθρώπινα τα πλάσματα περπατούσανε στην απανωσιά της γης, λέφτερα, ωραία, γυμνά, ολόγυμνα. Χρυσή εποχή! Ακόμη και σήμερα λες πως ανήξερά μας τη θυμούμαστε πάντα, πως μάλιστα τη λυπούμαστε, αφού όταν τυχαίνει ν’ απαντήσουμε ή στο δρόμο ή σε μια παρέα ή στο χορό, καμιάν Αφροδίτη, ας είναι και καμιάν Αφροδιτούλα, συλλογιούμαστε άθελά μας, πως κρίμα να μην τη βλέπουμε όπως ήτανε δα κι η Αναδυομένη. Να είχαμε, σαν περνά μπροστά μας, το δαχτυλίδι του Γύγη, εφτύς θα γυρίζαμε την πέτρα.

Εγώ καμάρωνα τη δική μου, κι είπα ν’ αρχίσω από κει, δηλαδή από την άδολη τη θέα της ομορφιάς, τα μαγικά μου τα πειράματα. Έκαμα σαν τις αρχόντισσες που λέγαμε· καταφρόνεσα τον όχλο, αποφάσισα πρώτα πρώτα να τις πιάσω αφτές τις ίδιες.

Ονόματα δε θέλω να βάλω. Μπορεί να πειραχτούνε κάμποσοι αφτοκράτορες, κάμποσοι βασιλιάδες. Αρκεί να μάθετε πως προτού βγω στο σεργιάνι, πλεροφορήθηκα σε τι χώρες, σε ποιες πρωτεύουσες βρισκόντανε οι νεότερες, οι ωραιότερες αφτοκρατόρισσες, βασίλισσες και βασιλοπούλες. Τότες πια δε χασομέρησα. Παίξε γέλασε για μένα ήτανε να μπω στα πιο κλειδωμένα, φυλαγμένα, φρουρισμένα παλάτια. Έφτανε, μια πόρτα ν’ ανοίξει και να με και γω μέσα. Στο λουτρό, στην κρεβατοκάμαρα, πού δεν πρόφτασα; Φαντάζεστε πια τι ομορφιές, τι θάματα που μου δόθηκε ν’ αρπάξω κάποτες με μια ματιά, κάποτες να μελετήσω μ’ όλο το χάζι. Αλήθεια που όξω από τη θέα, το κέρδος ασήμαντο. Να φαινόμουνε, θα τρομάζανε, θα φωνάζανε, θα με τσακώνανε, και θα με σκοτώνανε. Ωστόσο μια βασίλισσα που δεν ξέρω πως, κατόρθωσα να της ξηγήσω πως μαζί μου κίντυνος δεν υπάρχει, αφού κανείς υποψία δεν έχει πού είμαι πού δεν είμαι, μου έδειξε άξαφνα τόση καλοσύνη, που μου είναι αδύνατο, που είναι ίσως και περιττό να σας τη λεφτομερίσω.

Του κάκου. Από την περίσσια την εφκολία γλήγορα σιχάθηκα τ’ αφτοκρατορικά, τα βασιλικά τα παλάτια. Της Εβρώπης δηλαδή. Γιατί, όπως κι αν είναι, στα παλάτια τα εβρωπαϊκά πηγαίνουνε άντρες, μπαινοβγαίνουνε ο κόσμος. Στα τούρκικα τίποτα! Ολμάς! Λοιπόν εκεί συλλογίστηκα να το ρίξω και γιουρούντισα γραμμή στο χαρέμι του Σουλτάνου.

Εκεί όμως έπαθα κάτι περίεργο, που δεν το πρόσμενα. Ερωτέφτηκα. Ως τότες τα ‘παιρνα έτσι ξώπετσα τα πράματα. Τώρα να σου άξαφνα που μια χανούμισσα μου χτυπά στο μάτι, μου χτυπά και στην καρδιά. Εδώ, φίλε μου, αρχίζουνε και οι δυσκολίες. Δεν ήθελα πια ν’ απομακρυθώ, να την αφήσω. Δε μου έστρεγε. Ήθελα να είμαι όλο κι όλο σιμά της. Από αγάπη εννοείται, όσο κι από ζούλια. Χαρέμι, να μην ξεχνούμε. Μα πώς να κάμω για να μην το κουνήσω; Έπρεπε με το δίχως άλλο να κατεβώ τουλάχιστο δυο φορές τη μέρα, να πιω, να φάω, κι έπειτα να ξανάρθω. Αν έτρωγα στο χαρέμι, θα βλέπανε το φαγί να λιγοστέβει, να χάνεται, και δε θα ξέρανε από πού είναι. Με τα νερά τα ίδια. Ώστε μπορούσανε ν’ ακολουθήσουνε τραγικά. Μου έφτανε κιόλας ο μπελάς και η ανάγκη να προσέχω στο περπάτημά μου, στα κινήματά μου, να μη μ’ ακούσουνε, να μη σκουντάψω, να μη σκουντάψει στα διάβα μου κανένας. Καλά που στα χαρέμια είναι οι κάμαρες εβρύχωρες κι άδειες. Ωστόσο μια μέρα, δε βάσταξα· ήμουνε συναχωμένος, φτερνίστηκα δυνατά, ίσια ίσια τη στιγμή που περνούσε πλάγι μου ένας Αράπης, ένας φύλακας από κείνους με το συμπάθιο, που τους συνηθίζουνε στα χαρέμια και που όσα δαχτυλίδια του Γύγη κι αν τους δώσεις, το πολύ πολύ τη φαντασία τους θα γαργαλίσεις. Μάλιστα επειδή τρόμαξα ο ίδιος με το φτέρνισμά μου, στραβοπάτησα και να σου που του ζουλώ το πόδι. Κόντεψα να τα χάσω από το φόβο. Μα δεν είχα στοχαστεί το φόβο του Αράπη. Έγινε σαν το κερί, φανταστείτε! αφτός ο Αράπης! — και το ‘βαλε στο τρεχιό, σα να τον κυνηγούσε ο περίδρομος.

Ό,τι κι αν πείτε, αδύνατο να μην πάρω τα χρειαζούμενα μέτρα για ν’ αποφύγω άλλα πιο δυσάρεστα, που σίγουρα θα τυχαίνανε· αδύνατο και να διαρκέσει τέτοια κατάσταση. Στο χαρέμι να μείνω, δεν μπορούσα· να χωριστώ από τη λατρεμένη μου, μήτε μου περνούσε. Λοιπόν η λογική τα πρόσταζε, να την κλέψω. Για να την κλέψω πάλε, απαραίτητο να την πείσω, και προτού την πείσω, να φανερωθώ.

Πώς να τα βολέψω; Τα βόλεψα ωραία με τον Όμηρο από τη μια μεριά, με την Παλιά Διαθήκη από την άλλη. Θυμήθηκα την περιέργεια της Έβας. Θυμήθηκα τους θείους Όνειρους που κατεβαίνανε τη νύχτα, να φέρουνε χίλια μαντάτα στους ηρώους, ακόμη και στις ηρώισσες, από τους ολύμπιους Θεούς. Ζύγωσα στης ντουντούς μου το κρεβάτι, αγάλια γάλια, ψιθύρισα στ’ αφτιά της λόγια γλυκά, σα να ήμουνε Όνειρο, της είπα την αγάπη μου· της είπα και το μυστικό μου. Γλυκό γλυκό της ήρθε. Συφωνήσαμε να φύγουμε την άλλη μέρα. Εννοείται πως το καταφέραμε μια μορφιά. Μωρό παιδί θα το κατάφερνε, όχι εμείς. Της παράγγειλα δηλαδή ό,τι κάμω, να τα κάμει. Εγώ έτρεχα· έτρεχε πλάγι μου και η ντουντού. Άφαντος εγώ καθώς πάντα. Λοιπόν άμα στο δρόμο μου αντάμωνα κανέναν, όπως ακολούθησε και πρώτα με τον Αράπη, του ζουλούσα τα πόδια ή του πετούσα μια μπατσιά και φώναζα·

— «Βάρδα! Βάρδα! Είναι ο άγγελος του Κυρίου.»

— «Είναι ο άγγελος του Κυρίου!», φώναζε μαζί μου και η ντουντού.

Μόλις γλιτώσαμε και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Τα γέλια μας όμως πολύ δε βαστάξανε. Την ντουντού από την Πόλη την πήγα όξω στην Εβρώπη. Νόμιζα πως άμα η καημένη μάθει τι θα πει ανεξαρτησία και πολιτισμός, θ’ ανασάνει, θα νιώσει την αλλαγή, θα καταλάβει, θα χαρεί το λυτρωμό της. Τίποτα. Την έπιασε νοσταλγία φοβερή. Σεκλέτιαζε και πήγαινε. Αναθρεμμένη στη σκλαβιά, λες και το στόμα της κράτησε το πικρό της το γούστο. Ίσως κιόλας πιο πικρή στη γέψη να της ερχότανε η λεφτεριά, σαν τ’ άγουρο το φρούτο που δε λιώνει μοναχό του. Δεν ήξερε πως έπρεπε λέφτερη να φερθεί. Και τα ‘χανε. Η σκλαβιά μάλιστα, που από τα μικράτα της τη συνήθισε, της φαινότανε πιο κόμοδη, πια χουζουρεμένη από τη λεφτεριά την ίδια, έτσι πιθανό να της έδινε και κάποια συναίστηση της λεφτεριάς η σκλαβιά. Ό,τι κι α στοχαζόμουνε να τη διασκεδάσω, έμνησκε αδιασκέδαστη κι απαρηγόρητη. Πότε θύμωνε κι έτριζε τα δόντια, πότε πάλι έπεφτε στο κρεβάτι, αμίλητη, αδιάφορη, κρύα. Δε φελούσανε τα χάδια μου τα πιο τρυφερά. Η αγάπη μου, που έμοιαζε σα λατρεία, δεν της γέμιζε την ψυχή, μπορεί και να τη δυσαρεστούσε, να τη σταναχωρούσε που τη λάτρεβα, προορισμένη αφτή ν’ ακούει και να κυβερνιέται από χέρι που λατρείες απαιτεί, μα δε χαρίζει. Έλεγε όλο πως ήθελε να φύγει. Την τραβούσε η Τουρκιά η καταραμένη, όπου κανένας ατιμώρητα δε γεννιέται. Αναγκάστηκα να γυρίσουμε στην Πόλη. Και δεν της έφτασε αφτό· χωρίς να τολμήσει να μου το μολογήσει, αποζητούσε μέσα της το χαρέμι, και καθώς φάνηκε κατόπι, αποθυμούσε ως και τους σιχαμούς του χαρεμιού. Τόντις ακολούθησε κάτι απίστεφτο. Παρατηρούσα εδώ και μερικές μέρες πως η ντουντού μου γύρεβε να κρυφτεί από μένα. Μια φορά είδα κι ένα παιδί, που του είχε δώσει ραβασάκι. Δεν μπόρεσα, εκείνη τη μέρα, να τρέξω να το πιάσω. Μα τα μάτια μου πια τέσσερα. Το περιεργότερο είναι που η ντουντού — κοιτάξτε που μας καταντά το πάθος το τυφλό — ξέχασε ολότελα πως είχα το δαχτυλίδι. Και την τζάκωσα έφκολα έφκολα. Με ποιόνε θαρρείτε; Με τον Αράπη εκείνονε του χαρεμιού, που μ’ όλη του την αναντροσύνη, φαίνεται πως θα κάτεχε κάμποσα ερωτικά τερτίπια. Θα τα διψούσε η φιληνάδα. Κι έτσι, ένα βράδυ, αφού του έστειλε το ραβασάκι, κατέβηκε να τονέ συντύχει κάτω στο κατώφλι του σπιτιού — κι ήρθα τη στιγμή όπου σφιχτοφιλιόντανε οι δυο τους.


Ως τώρα δεν μπορώ να πω, μα την αλήθεια, πως το δαχτυλίδι του Γύγη μου προξένησε χαρές έξοχες. Δηλαδή. Έξοχες ήτανε, ήτανε συνάμα και πρόστυχες. Έκλεψα μια ντουντού ανόητη, που χρειάστηκε να τη διώξω· στάθηκα σε μια γωνιά σαν τον κούκο, να κοιτάζω βασίλισσες που το κάτω κάτω, σα δε φορούνε στέμμα, σα δε φορούνε και τίποτα, περσότερο δεν είναι από απλές γυναίκες. Περήφανος με το παραπάνω δεν ήμουνε για τ’ αντραγαθήματά μου, μήτε δα που στο ίδιο το δαχτυλίδι χρωστούσα την ανακάλυψη ενός Αράπη που φιλούσε την ντουντού μου. Περίεργο και λυπητερό, που δε με βοήθησε κάνε στο σημαντικότερο, το δαχτυλίδι· δε μου φύλαξε την αγάπη της κεράς μου. Τέτοια δύναμη θα πει πως δεν την είχε. Κι όμως από τόσο σπάνιο θησαβρό είχα το δικαίωμα να προσμένω καλύτερα — κι ίσια ίσια τα καλύτερα σιμώνανε.

Ακούσατε ποτέ σας, με την ανεμοζάλη, κανένα θεόρατο ρουμάνι να βουίζει; Θόρυβος που σε κουφαίνει κι απελπίζεσαι· ο άνεμος έπειτα πέφτει. Αγεράκι χαδεφτικό παίζει ανάμεσα στα κλαριά κι αρχίζουνε τα δέντρα το απαλό τους το τραγούδι.

Έτσι και γω. Φουρτούνα μονάχα γνώρισα ως τα τότες με τα κρυψίματα, με τα τρεξίματα, με τα πηδήματα στα χαρέμια μέσα και με τα φιλήματα όξω. Σαν τραγούδι ανοιξιάτικο αντήχησε άξαφνα στην καρδιά μου, η αγάπη που με συνεπήρε, ότι που την αντάμωσα Εκείνη. Αμέσως το ‘νιωσα πως η ζωή μου δική της· αμέσως το ‘νιωσα πως δεν ήτανε αφτή αγάπη σαν τις άλλες. Και τι διαφορά με την ντουντού! Η Εβρώπη κι η Ασία. Η ομορφιά της κάτι σπάνιο, έξυπνη συνάμα κι αναπαυτική. Στη Βενετιά γνωριστήκαμε· πατρίδα της η Αγγλία, Μυρίνα τ’ όνομά της. Γιατί έτσι πολλές φορές, η πρωτότυπη εγγλέζικη φαντασία φαρδιονόητα συνενώνει σ’ ένα πρόσωπο και σ’ ένα όνομα, διάφορους τόπους και διάφορες εποχές. Ταξίδεβε η Μυρίνα με τη μάνα Της. Δηλαδή, ταξιδέβανε το καλοκαίρι να περάσουνε κανένα δυο μήνες στην Αγγλία, ή να πάνε αλλού πουθενά, όταν κατέβαινε να τις πάρει ο πατέρας της Μυρίνας. Του λόγου τους καθόντανε πάντα στη Βενετιά. Στα στηθάκια της κόρης το λοιπό, σμίγανε δυο κόσμοι, ο Βοριάς και το Μεσημέρι.

Κατοικούσανε οι δυο γυναίκες σ’ ένα λαμπρό ιστορικό παλάτι, όπου μια φορά κι έναν καιρό έζησε η Κατερίνα Κορνάρο, βασίλισσα της Κύπρος, όπου τώρα τελεφταία πέθανε ο περίφημος ο μουσικός που στάθηκε στο περασμένο τον αιώνα ο αληθινός αφτοκράτορας της Γερμανίας. Η Μυρίνα έπαιζε βιολί, που σε μάγεβε· μα ποια τέχνη δεν κάτεχε η Μυρίνα; Λες κι από φυσικό της ένιωθε ό,τι κι αν υπάρχει εβγενικό ή φίνο. Σωστή βασίλισσα, γεννημένη ανώτερη και για τ’ ανώτερα. Μου φαινότανε πως δεν ήμουνε μεγάλο πράμα μπροστά της. Πήγαινα συχνά στο παλάτι, κατάντησε γλήγορα να πηγαίνω κάθε μέρα. Το σπίτι ανοιχτό· είχανε πολλούς φίλους, πολλές φιληνάδες. Ντόπιοι και ξένοι, παλιές βενετσιάνικες φαμελιές ή γνωστοί ταξιδιώτες, Γάλλοι, Ρούσσοι, Γερμανοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι, όλοι, γυρέβανε την πολύτιμη συντροφιά τους. Η Μυρίνα με τον καθένανε μιλούσε ξέθαρρα και είχε κάποιο δικό της ύφος, όπου αμέσως παρατηρούσες την ειλικρίνεια της ψυχής, συνάμα και την αναθροφή τη λέφτερη, περεχυμένα, περιτυλιγμένα και τα δυο τους, από ένα χρυσοΰφαντο χνούδι παρθενικό. Με την ίδια την αφέλεια που είχε μπροστά σε πολυάριθμη παρέα, σου συναστρεφότανε και χώρια, επειδή, όταν ήσουνε κάπως πιο προχωρημένος μαζί της στη γνωριμία, πολύ έφκολα μπορούσες να της ζητήσεις να τη διεις μόνος και μόνη. Τι να φοβηθεί τέτοιο πλάσμα, τίμιο, άδολο κι αγαθό; Μα ποιος θα τολμούσε και να τ’ αγγίξει; Έβλεπες μονάχα πως η καρδιά της πρόσμενε, πρώτα να είναι σίγουρη πως αντάμωσε την κατάλληλη, την αντίστοιχη καρδιά, και τότες να δοθεί και να παραδοθεί. Από καιρό τώρα είχαμε ιδιαίτερες συντυχιές. Μαζί βγαίναμε περίπατο ή καθόμεστα οι δυο μας στο παλάτι μαζί, κουβεντιάζοντας ώρες. Το καταλάβαινε η Μυρίνα πως την αγαπούσα. Για τούτο ίσια ίσια ήθελε και να με γνωρίσει καλύτερα, να με μάθει από πιο κοντά. Οι ομιλίες μας μέρα τη μέρα ήτανε πιο στενές, πιο εσώψυχες. Εγώ πια ήμουνε λιωμένος. Δεν ήξερα τι να θαμάσω περσότερο, τη χάρη της ομορφιάς της, που με χώλαινε, ή τις θεόγλυκες αχτιδιές του νου της που μ’ έλουζε φως. Μου ερχότανε να την αγκαλιάσω, να το νιώσει πόσο τη λαχταρούσα.

Μια βραδιά που κατόπι από μια μυστική μας κουβέντα, γύριζα στο ξενοδοχείο μου, ήμουνε σα μεθυσμένος, σαν αποναρκωμένος, σα σβησμένος, από τη δύναμη της αγάπης. Θυμούμαι πως η σάλα όπου είχαμε καθίσει να τα πούμε, ήτανε γεμάτη τριαντάφυλλα. Εμένα όμως μου φαινότανε τώρα πως μύριζε, όχι το λουλούδι, μα ίδιο της Μυρίνας το δέρμα, και μ’ ακολουθούσε, με κυνηγούσε η μυρωδιά του, όσο βάδιζα στη νύχτα μέσα τη σιγανή. Έπεσα να κοιμηθώ· αδύνατο! Τι δε θα 'δινα, για να την ξαναμυρίσω σιμά της τη μυρωδιά εκείνη! Άξαφνα συλλογίστηκα το δαχτυλίδι μου! Το πιο περίεργο είναι που αφότου απάντησα τη Μυρίνα, το είχα ξεχάσει ολότελα, θαρρώ πως αηδίασα τότες με την ντουντού και δεν το χρησιμέφτηκα πια. Με τον πόθο, με τη λαχτάρα την ερωτική, έτσι, μονοματιάς, μου ξαναήρθε η πέτρα στη μνήμη. Σηκώθηκα. Ντύθηκα. Έτρεξα ως το παλάτι, έτοιμος να πεταχτώ, να ορμήσω στην κάμερή της, όπου θα ‘βαζε τέτοια ώρα τα νυχτικά της. Είχα κιόλας ανεβεί το πρώτο σκαλοπάτι, όταν αστροπελεκίς, κι ο ίδιος δεν ξέρω πώς, γύρισα πίσω, έτρεξα πιο γλήγορα παρά στον πηγαιμό, και με μιαν ανάσα βρέθηκα στην κάμερή μου. Μ’ έπνιγε η ντροπή. Να βάλω τέτοιο πράμα με το νου μου! Να πάω να γελάσω τη Μυρίνα! Γιατί προδοσία χοντρή θα ήτανε να την απατήσω τόσο πρόστυχα, σαν τις βασίλισσες και τις ντουντούδες. Όχι! Δε γίνεται. Όχι! Έβγαλα το δαχτυλίδι, τ’ απόθεσα στο τραπεζάκι μου πλάγι, να μην το νιώθω απάνω στο δάχτυλό μου, να με καίει. Έσβησα το κερί κι ανακαλιόμουνε τη Μυρίνα, με την ελπίδα πως σαν όνειρο ελεήμονο στον ύπνο μου θα φανεί, να με συμπαθήσει, να με λυπηθεί, για το κίνημα το ανόσιο.


Εκείνη τη νύχτα, στην ταραχή μου απάνω, το δαχτυλίδι του Γύγη, κόντεψα να το καταστρέψω, μήπως καμιάν άλλη φορά με κυριέψει ο πειρασμός και δεν αντισταθώ. Καλά έκαμα ωστόσο που το κράτησα, γιατί γλήγορα παρουσιάστηκε περίσταση, όπου μπορούσε να μου είναι χρήσιμο, δίχως να κάμω μάλιστα καμιά ιερόσυλη αδιακρισία, καθώς αλήθεια κόντεψε να γίνει όταν είπα να μπω άφαντος στης Μυρίνας.

Μέσα στους διάφορους νέους, που συχνάζανε στο παλάτι, με το πήγαινε κι έλα της καθεμερνής συγκοινωνίας που βλέπει κανείς σε μια πολιτεία σαν τη Βενετιά, ερχότανε τώρα και κάποιος Αθηναίος, που ήτανε κιόλας αξάδερφος της Μυρίνας, γιατί του πατέρα της ο αδερφός είχε πάρει Ρωμιά, κι έτσι απόλαψε ο Βρετανός ένα Ρωμιόπουλο. Πρέπει να το μολογήσω, λαμπρό παιδί, με αναθροφή άριστη, με μάθηση αρκετή, μάλιστα με τρόπους. Κι όμορφος ακόμη. Το πιο σπουδαίο, που η Μυρίνα τρελαινότανε για την Ελλάδα, είτε για την αρχαία, είτε για τη σημερνή μας, μ’ ένα λόγο για ό,τι κι αν υπάρχει ελληνικό. Μα εγώ παρατηρούσα και κάτι άλλο, πως ο αξάδερφος την αγαπούσε. Μήτε ρώτημα, θεοφάνερο το πράμα. Βάλε που η Μυρίνα, καθώς το ‘κανε μαζί μου, κουβέντιαζε κάποτες, μόνοι τους οι δυο, και με τον Αθηναίο. Πες μου το λοιπό στη ζωή σου, σε τέτοια κρίσιμη στιγμή, το συλλογιέσαι ή όχι πως φορείς στο δάχτυλό σου ανεχτίμητο θησαβρό, και πως ο θησαβρός σου ονομάζεται βεβαιότητα; Εγώ το συλλογίστηκα και καταχάρηκα. Έπρεπε απαραίτητα να βεβαιωθώ — και το μέσο στο χέρι μου.

Εννοείται πως δυσκολία καμιά δεν ήτανε να μάθω πότε και τι ώρα βλεπόντανε ο Αθηναίος μας και η Μυρίνα. Η Μυρίνα, κρυφά δεν είχε. θα μου το 'λεγε και σε μένα τον ίδιο. Λοιπόν ετοιμάστηκα και πάλε. Να πάω, να σταθώ κοντά τους, αναμεταξύ τους, ν’ ακούσω, ενώ αφτοί μήτε το υποψιάζουνται πως είμαι κει. Αν τον αγαπά, τότες τέλειωσε, χαμένος, πεθαμένος άθρωπος εγώ. Αν όμως δεν τον αγαπά, τότες γλίτωσα, πηδώ κι αναγαλλιάζω.

Σε τούτη μου τη σκέψη απάνω, κοντοστάθηκα μια στιγμή. Α δεν τον αγαπά, θα πει τάχα πως μ’ αγαπά εμένα; Το δαχτυλίδι δεν μπορεί σε τέτοιο ζήτημα, καμιάν απόκριση να μου δώσει. Ποιος μπορεί; Κανένας όξω από τη Μυρίνα. Η παρατήρηση αφτή, έτσι, ξαφνικά, μου πέρασε από το νου και μ’ έφερε σιγά σιγά, σε λογισμούς αντίθετους από κείνους που με δέρνανε στην αρχή. Αφού μόνο η Μυρίνα είναι σε θέση να μου πει την αλήθεια, γιατί να μην πάω στη Μυρίνα κατεφτείας; Αφού η Μυρίνα κρυφά δεν έχει, γιατί να ‘χω εγώ μαζί της; Γιατί άδικα κι άπρεπα να βγω σπιούνος; Και πάλε μου περέχυσε τα μάγουλα το αίμα της ντροπής. Δε δίσταξα. Η απόφασή μου ακλόνιστη. Έγραψα της Μυρίνας. Την παρακάλεσα. Δυο λόγια. Είχα να της μιλήσω. Μου απάντησε αμέσως. Να ‘ρθώ. Πήγα. Με την καρδιά τρεμάμενη. Επειδή τώρα πια έμελε το μυστήριο να ξεκαθαριστεί· με θέλει άντρα της ή δε με θέλει; Γιατί έτσι μονάχα έπρεπε να της το διατυπώσω, έτσι μονάχα ταίριαζε να βεβαιωθώ· α με θέλει άντρα της εμένα, εμένα θα πει πως αγαπά· θα πει πως άλλονε δεν ονειρέβεται, μια και της γέμισα εγώ το ιδανικό της. Δυο αθρώπους μαζί, αδύνατο ν’ αγαπά μια Μυρίνα.

Για τούτο φοβόμουνε ίσια ίσια. Μπορεί τον αξάδερφο ν’ αγαπούσε. Μπορεί να γελάστηκα εγώ. Μπορεί δίχως λόγο να το θάρρεψα ο άμοιρος, πως με πονεί. Τόσες γλυκές κουβέντες, τόσα λόγια γλυκά, ίσως να ήτανε πλάνη. Κι ωστόσο εμένα, μου φαινότανε κάποτες πως η Μυρίνα με κοίταζε, πως η Μυρίνα μου έσφιγγε το χέρι, με το αλάλητο εκείνο το κάτι που μια τέτοια κόρη το κρατά για ένανε μονάχα. Η ματιά της η φεγγόυγρη, τα δαχτυλάκια της τ’ απαλά που σμίγανε με τα δικά μου, ψέματα δεν ήτανε. Αν ήτανε, τότες ψέμα και η ζωή μου. Ας χαθεί. Μια στιγμή ακόμη, έλεγα ενώ σίμωνα στο παλάτι, και όλα πια θα τα μάθω.

Καθότανε σε μιαν αψηλή ξύλινη σκαλιστή πολθρόνα η Μυρίνα, και σαν μπήκα, σήκωσε το κεφαλάκι της και με κοίταξε·

— «Μυρίνα, της είπα, σ’ αγαπώ, θέλεις γυναίκα μου να γίνεις;»

—«Μέρες τώρα που σε προσμένω, να μου το πεις, να σου πω ναι!»

Κόντεψα να λιγοθυμήσω. Αχ! και πάλε στο διάολο το δαχτυλίδι, στο διάολο μαζί του κι ο σιορ Γύγης!

Ο καιρός που περάσαμε αρραβωνιασμένοι στη Βενετιά, στάθηκε για μένα μοναδικός, αξέχαστος, τρισόλβιος. Τότες κατάλαβα εσώβαθα την αγάπη. Τότες κατάλαβα πόσο λίγο η μαγεία χρησιμέβει στην αγάπη την αληθινή, και μάλιστα πόσο της είναι αντίθετη.

Όσο πιο πολύ συντυχαίναμε, όσο πιο πολύ γνωρίζαμε ο ένας τον άλλονε, τόσο περσότερο μέσα μας νιώθαμε στενοπιασμένες τις ψυχές μας. Και όμως μου φαινότανε πάντοτες εμένα, πως αρκετά δεν την έβλεπα, μου φαινότανε, ακόμη πιο παράξενα, πως αρκετά δεν τη γνώριζα. Πάθαινα δηλαδή εκείνο που παθαίνει κάθε άθρωπος άμα ολόψυχά του αγαπά· η δίψα του νερό δε βρίσκει να πέσει — σα θέρμη που είναι. Λοιπόν έτσι και γω· άμα την άφηνα και γύριζα σπίτι μου, αμέσως έλεγα να ξαναγυρίσω, να χαρώ μια στιγμούλα παραπάνω το χαμόγελό της. Δε μου έφτανε που ζούσα πες σαν κουκουλωμένος μέσα στην ατμοσφαίρα της ψυχής της· δε μου έφτανε που και μακριά της, η ανάσα της ρύθμιζε λες την ανάσα μου. Μακριά της αχ! όρεξη δεν είχα· μακριά της δε μου άρεζε τίποτα. Κάτι μου έλειπε πάντα· κάτι ολοένα λαχταρούσα. θα ήθελα των αδυνάτωνε το αδύνατο· θα ήθελα να είμαι κοντά της ακόμη και σαν είμαι μακριά, για να μη θαρρώ πως πάβει να είναι δική μου, σα δεν είμαι κει. Με δέρνανε χίλιοι λογισμοί. Σα δεν είμαι, τι κάνει; Με θυμάται; Με συλλογιέται; Γελά ή κλαίει; Χαίρεται ή λυπάται; Τι καλά που θα ήτανε να το μάθαινα! Όχι δηλαδή πως μου περνούσε τώρα υποψία· όχι πως σκοπός μου να της στήσω καρτέρι. Διόλου! Καλά θα ήτανε να την έβλεπα κι έτσι, χωρίς καμιάν άλλη σκέψη, χωρίς κανέναν άλλο πόθο, παρά να τη διω, να διω πως είναι σαν είναι μόνη, πώς στέκεται, πώς κινιέται, για να ξέρω αν τα κινήματά της, αν τα στασίματά της είναι τα ίδια που είναι και μπροστά μου, για να είναι τα κινήματά της, τα στασίματά της δικά μου κι από μακριά.

Σ αφτό μου φάνηκε πως το δαχτυλίδι μου μπορούσε πολύ όμορφα να με βοηθήσει, δίχως να υπάρχει από μέρος μου προδοσία καμιά. Δε βάσταξα. Έστρεψα την πέτρα και πήγα στο παλάτι. Μπήκα στο μικρό το σαλονάκι, όπου συνήθιζε τ’ απόγεμα να κάθεται μόνη. Άφαντος εγώ. Καλή μου τύχη αλήθεια που ήμουνε άφαντος εκείνη τη στιγμή! Έλιωσε η καρδιά μου με το θέαμα το γλυκό. Ναι, τώρα όληνε την είχα, τώρα τη γνώριζα όληνε, αφού της έπαιρνα και τη μοναξιά της. Καθότανε η Μυρίνα και διάβαζε βιβλίο. Κάποτες κουνούσε το κεφαλάκι της και σταματούσε. Άξαφνα έβγαλε από το σερταράκι του γραφείου της μια φωτογραφία—τη φωτογραφία μου! —την κοίταξε, τη φίλησε, θε μου! της χαμογέλασε, και ξανάπιασε το βιβλίο, κρατώντας με πάντα στο χεράκι της, να είμαι πάντα μαζί της.

Πώς δεν έπεσα στα γόνατα της, ακόμη δεν το κατάλαβα. Ένα όμως δεν ξέχασα, το πιο σημαντικό, το πιο απίστεφτο, που αντίς να φύγω χαρούμενος, εφτυχισμένος, έφυγα περίλυπος. Βέβαια. Η λύπη μου, η πίκρα μου ήτανε που δεν μπόρεσα ίσια ίσια να πέσω στα γόνατά της. Και γιατί να μην μπορέσω; Γιατί κρυβόμουνε από τη Μυρίνα. Και τότες είπα μέσα μου· — «Είναι άραγες σωστό να κρύφτουμαι; Μα μήπως είναι και δίκιο; Πώς να κάμω εγώ ένα πράμα, που εκείνη δεν έχει το μέσο να το κάμει, που ίσως κιόλας, σίγουρο μάλιστα, πως ακόμη κι αν είχε το μέσο να το κάμει, δε θα το καταδεχότανε; Το κάτω κάτω τη γέλασα και πάλε. Δε μου έφτασε που της έκλεψα τη μοναξιά της, όπως το καφκιόμουνε· της έκλεψα κάτι περσότερο, της έκλεψα την αιδωσύνη της μοναξιάς της. Να διείτε όμως το πιο φοβερό. Γέλασα και τον εαφτό μου. Συλλογίστηκα τόντις με φρίκη, πως αντίς να τη βρω στο σαλονάκι, απίθανο διόλου να την έβρισκα στην κάμερή της, όπου το πόδι μου δεν είχε πατήσει ακόμη. Το λοιπό, θα το χρωστούσα σε μια πλάνη, σ’ ένα τερτίπι ασυχώρητο, σε μιαν ασιατική μαγεία, να μπω πρώτη φορά μου στης αγνής παρθένας το ναό. Μα και στο μέρος που πήγα, μήπως δε γελάστηκα, μήπως δεν τιμωρήθηκα; Μήπως δεν πειράχτηκε το αίστημά μου το ίδιο; εννοείται πως πειράχτηκε, αφού χρειάστηκα να κρυφτώ σαν τον κλέφτη, αφού τη στιγμή που η καρδιά μου γύρεβε από τα στήθια μου να πεταχτεί προς τη Μυρίνα, εγώ αναγκάστηκα, την καρδιά μου να μανταλώσω, άφαντη να κάμω την καρδιά μου.

Του κάκου και το ‘νιωθα πια, στην αγάπη την αληθινή, κρυφά δε χωρούνε· τίποτα δεν πρέπει να καταπιαστείς κρυφά· το κρυφό σου χαλνά την ορθή την αγάπη, σου καταστρέφει της αγάπης την ισότητα που τους θέλει ένα, που τους θέλει με τα ίδια τα δικαιώματα, με την ίδια καρδιά τους δυο αγαπημένους.

Έφταιξα προς τη Μυρίνα· χρέος μου τώρα να διορθώσω το φταίξιμο μου.

Την αβριανή, κοντά στο βασίλεμα του ήλιου, την πήρα και πήγαμε στο Rio dei Sciavoni. Ανεβήκαμε σε μια γκόντολα. Πρόσταξα το βαρκάρη να περάσει από το Rio della Croce, και να τραβήξει ως την άλλη μεριά της Ζουέκας, απ’ όπου ξανοίγεις το Αδριατικό πέλαγο πέρα πέρα. Εκεί σταθήκαμε. Κατεβήκαμε και καθίσαμε σ’ ένα μικρό χορτόσπαρτο λιβαδάκι, με κίτρινα λουλούδια και λεφκά. Της έπιασα τα χέρια, της τα ξεμυστερέφτηκα όλα όλα, μου·

— «Και τώρα, της λέω, έλα να ξεχάσουμε μαζί, έλα να ξολοθρέψουμε μια για πάντα την ψεφτιά, έλα να χαιρετήσουμε λεφτερωμένοι την αλήθεια!»

Μπήκαμε στην γκόντολα ξανά· βγήκαμε αλάργα όξω στο Αδριατικό, στα σαλεφτά μέσα τα κύματα του πελάγου. Έβγαλα το δαχτυλίδι μου, κοίταξα ερωτεμένα τη Μυρίνα και της είπα·

— «Συνήθεια είναι να δίνεται στο γάμο ένα δαχτυλίδι χρυσό. Εγώ θα σου δώσω ένα που κανένας άντρας δεν το ‘δωσε της γυναίκας του. Δηλαδή, θα σου το δώσω και δε θα σου το δώσω. Θα σου δώσω την ψυχή του· την ουσία του θα σου δώσω· το πράμα το ίδιο πρέπει να χαθεί, πρέπει ν’ αφανιστεί το σώμα. Η εμπιστοσύνη, να, το δώρο το σωστό, να, η σωστή ζωή της αγάπης που έτσι σταθερέβει· άλλα δαχτυλίδια δεν έχει, να ποιο είναι το άυλο, το άφαντο δαχτυλίδι του γάμου.

Και λέγοντας τέτοια λόγια, πέταξα στο γιαλό το δαχτυλίδι του Γύγη.



Σάββατο, 28 του Αβγούστου — Σάββατο, 18 του Σταβρού, 1909.





ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ

ΤΡΙΜΥΘΙΑ

Β

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ!

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά κ. αρ. 440 26 του Θεριστή, 1991.)



Αφιερώνεται του Δ. Π. Ταγκόπουλου.



Δυο χρόνια είχανε περάσει αφότου στη Βενετιά, έριξα το δαχτυλίδι του Γύγη στα κύματα μέσα του Αδριατικού. Βρισκόμεστα τότες, με την πάντα λατρεμένη μου τη γυναίκα, με τη Μυρίνα, στη Ρώμη, στη Χώρα την Αιώνια. Κρίμας που δεν τ’ αξιωθήκαμε, ούτε η Μυρίνα ούτε γω, να χαρούμε μήτε την αιωνιότητα, μήτε τις ποικιλόχρονες, τις ποικιλόθρησκες, τις απανωτές, τις αιωνοστοιβασμένες τόντις ομορφιές της. Μα ποιος, όξω ακόμη κι από μας, πρόσεχε στα μουσεία, στα μνήματα, στα χτίρια τα παλιά ή τα καινούργια; Ότι που φτάσαμε, ακολουθήσανε κάτι πράματα τρομάρα. Κόντεψε να πέσει το σπίτι το βασιλικό της Σαβόγιας. Το βάσταξα, μπορώ να πω, με τα δυο μου τα χέρια. Τσακίστηκε του θρόνου ο εχτρός, σωριάστηκε κατά γης. Ξεχασμένα σήμερα ιστορικά, όπως ξεχνιούνται όσα και όσοι αποτύχανε. Τα κρύψανε κιόλας αμέσως, για το γόητρο της δυναστείας. Από τον ίδιο λόγο, με παραμερίσανε και μένα, για να μη λένε πως κιντύνεψε και τη γλίτωσα.

Ήτανε, σε κείνο τον καιρό, στην πρωτέβουσα της Ιταλίας, ένας δημαγωγός από τους φοβερότερους· Σίλβιος τ’ όνομά του. Λέω πως ήτανε στην πρωτέβουσα, και σωστά δεν το λέω. Πού δεν ήτανε αφτός; Παντού τον έβλεπες. Πιο πολύ όμως τον αντάμωνες στη Βενετιά, στη Ρώμη και στη Νεάπολη. Όλο το βασίλειο δικό του. Έτρεχε από τη μια πολιτεία στην άλληνε. Άξαφνα, χωρίς να το καταλάβει κανένας, έφεβγε, ροβολούσε από τη Βενετιά στη Νεάπολη, από τη Νεάπολη ανέβαινε στη Ρώμη. Και πάντα ρητόρεβε. Η ρητορική του, κάτι αφάνταστο· άγρια, πυρωμένη, αρπαχτική. Μάθηση καμιά δεν είχε, αναθροφή δεν πήρε καμιά. Ούτε σκολειό πάτησε ούτε γράμματα ήξερε. Ήξερε μόνο να διαβάζει και να γράφει, και το κυριότερο, να μιλά. Τους αποφλόγιζε όλους. Ο χαβάς του δεν άλλαζε· κοπάνιζε ακατάπαφτα το ίδιο θέμα, δηλαδή τα δικαιώματα του λαού. Εννοείται πως καινούργιο τίποτα δεν έλεγε· το ‘λεγε όμως με τόση ζέση που φαινότανε καινούργιο. Το μολογώ πως και μένα μια φορά με συνεπήρε, που πήγα σ’ ένα του συλλαλητήριο. Από μακριά μάλιστα μου ήρθε το πρόσωπό του σα γνωστό. Μα θα γελάστηκα. Δεν το κάτεχε κανένας από πού βαστούσε. Ως και τ’ όνομά του, Σίλβιος, ψέφτικο· τ’ αληθινό του, Μαρίνος, ή σα θέλετε ρωμαίικα, Θαλασσινός. Κάπου ξεψάρεψε πως Σίλβιος σημαίνει άθρωπος του ρουμανιού. Το λοιπόν αφτός, από αντίθεση προς τους πλούσιους, προς τους αρχόντους της πολιτείας και τα λούσα τους, αντιπροσώπεβε το χοντρό, το φτωχό, τον ακαλλιέργητο λαόνε, το λαό που ζει στα ρουμάνια, και που όσο κι αν είναι χοντρός, έχει όμως τη δύναμη, κόφτει τα ξύλα που ζεσταίνουνε τους άλλους, τα ξύλα που σε τι δε χρησιμέβουνε; και τώρα, μ’ ένα ξύλο άσπαστο στα χέρια του τα σιδερένια, κατεβαίνει στην πολιτεία, να γυρέψει, ν’ απαιτήσει το δίκιο του.

Τον άκουγα και με διασκέδαζε η κωμωδία, επειδή ο περίφημος ο ρουμανάθρωπος, ο χοντρός, ο αναπάραδος, είχε παράδες στη διάθεσή του που δεν καταλάβαινες από πού τους μάζωνε. Το πιο περίεργο είναι, που μπόλικα τους σκορπούσε· στο συλλαλητήριο, οι περσότεροι, ενώ τον ακούγανε, στην τζεπούλα τους χαδέβανε με τα δάχτυλά τους, λίρες που τους τις είχε δοσμένες. Κι ωστόσο τον αφήνανε ήσυχα να βροντοφωνά για τη φτώχεια του ρουμανιού. Μήτε το συλλογιόντανε. Οι λίρες του δεν μπαίνανε σε λογαριασμό, άμα τις χτυπούσανε αφτοί. Θαρρώ πως η μεγαλύτερη δύναμή του, αφού σε κάθε λόγο που έβγαζε, η δύναμη και πάντα η δύναμη του λαού του γέμιζε το στόμα, ήτανε το χαρτζιλίκι το άσωτο. Είχε όμως κι άλλη μια, φοβερότερη. Τις μέρες ίσια ίσια που κατασταλάξαμε στη Ρώμη, διαδόθηκε μια φήμη που άρχισε ο κόσμος να τρέμει από μιαν άκρη στην άλληνε της Χώρας της Αιώνιας. Ναι, ταράχτηκε κι ο Πάπας ο ίδιος· το βασιλικό το σπίτι, αντίθετό του· μα όπως κι αν είναι, βασιλικό, κι ό,τι παθαίνει ένας βασιλιάς, μπορεί να το πάθει κι ένας Πάπας. Ταράχτηκε ακόμη κι ο λαός, που δεν το πίστεβε τόσο πράμα, που ίσως και να μην το αντιλήφτηκε ως τα τότες, πως με τα σωστά της κιντύνεβε η μοναρχία. Πάει πολύ, πάει πολύ, ψιθυρίζανε αναμεταξύ τους μερικοί από τους πιο αποφασισμένους παναστάτες.

Και τόντις πήγαινε πολύ. Να, τι έτρεχε. Γνωριστήκανε, δημοσιεφτήκανε σε μια φημερίδα που τη διέφτυνε το κόμμα του Σίλβιου, κάτι λόγια, βασιλικά, βαριά λόγια και για το λαό και για έναν ξένο ηγεμόνα σύμμαχό του, λόγια που στο θυμό του απάνω τα είχε πει τις προάλλες ο βασιλιάς, στο παλάτι του, στον πρωθυπουργό του, μόνοι τους οι δυο, λόγια που με κανέναν τρόπο δεν το ‘νιωθες πώς τα πήρε αθρώπινο αφτί, και που ωστόσο το ύφος τους, η ουσία τους έδειχνε φως φανερό πως δεν τα πλαστογράφησε κανένας. Έκαμε κιόλας το λάθος ο βασιλιάς να πάψει τον πρωθυπουργό του, σα να τα διακοινώνησε τάχα ο πρωθυπουργός, κι έτσι να τα επικυρώσει πιο τρανά. Μα οι κουβέντες οι βασιλικές τίποτα δεν ήτανε μπροστά στις φοβέρες που η Σέλβα — τ’ όργανο του Σίλβιου, φυσικά — τύπωνε κάθε μέρα με χοντρά γράμματα, κόκκινα. Είχανε, λέει, στα γραφεία τους, έτοιμα και φρέσκα, μερικά χαρτιά που αφορούσανε τα σπουδαιότερα μυστικά του Κράτους, χαρτιά επίσημα, με τη βούλα τη βασιλική, με την υπογραφή του βασιλιά. Δίνανε κιόλας να καταλάβει ο κόσμος, από κάποια συμπερίληψη της γραφής, από κάποια υπονοήματα, πως τα ντοκουμέντα δε χωρατέβανε. Και γνήσια όσο παίρνει. Δε θα γλίτωνε το στέμμα. Υποθέτω πως αργούσανε να τα βγάλουνε στη μέση νέτα σκέτα, επειδή ο νόμος απαγόρεβε τέτοιου είδους ανακοίνωση, και σίγουρο πως θα τους καταδικάζανε τα δικαστήρια. Προσμένανε το λοιπό, η κοινή γνώμη να ερεθιστεί, να διαδηλωθεί με τόση ενέργεια, που να φτάσει στο σημείο μονομιάς, όπου πατείς με πατώ σε, θρούβαλλα καταντούνε και νόμος και δικαστήρια.

Ίσια ίσια έγινε κι άλλο λάθος από μέρος της Κυβέρνησης. Δεν τόλμησε να πατήσει πόδι, να καταγγείλει αμέσως το Σίλβιο μήτε τη σύνταξη της Σέλβας. Προσπάθησε η αστυνομία κρυφά, να πιάσει το δημαγωγό, να τονέ φυλακώσει, για να κοπεί της Πανάστασης το κεφάλι. Μα πού να τον πιάσεις; Ποιος τον έπιανε το διαολεμένονε; Λες και τους ξέφεβγε στη στιγμή που ελπίζανε να τον τζακώσουνε· τους ξεγλιστρούσε από τα χέρια, σαν ξεπίτηδες για να τους ρεζιλέψει. Άφαντος κι άφαντος. Το σύστημά του και πάλε· από τη Ρώμη στη Νεάπολη κι από τη Νεάπολη στη Βενετιά, δίχως να το πάρει ο νους σου πότε πρόφταινε. Η αστυνομία τον έχανε — και τα ‘χανε. Μαθεύτηκε το πράμα. Κορυφωθήκανε όλα· η αποτυχία, όσο κι η απόπειρα της αστυνομίας· ανάψανε τα κεφάλια. Περεχυμένος στην πρωτέβουσα ο λαός· αγριέβανε οι δρόμοι. Τώρα πια, δεν έχει· έπρεπε να βγούνε τα ντοκουμέντα. Δηλαδή, ως και τα ντοκουμέντα δεν τους φαινόντανε τίποτα, στη βράση του πολέμου, στην πυρκαγιά που τους πύρωνε όλους τα μυαλά τους. Θέλανε τελειωτικά, την Ιταλία να λυτρώσουνε από τον τύραννο, έτσι λέγανε, θέλανε, στη θέση του τυράννου, να προκηρύξουνε διχτάτορα το Σίλβιο.

Την Ιταλία εμείς, αν και ξένοι, την αγαπούσαμε. Δεν αγαπούσαμε τα Σίλβιο, επειδή κι από πρώτη όψη τον κρίναμε για βέρο τυχοδιώχτη. Αμαρτία να καταστραφεί τέτοιος τόπος από τέτοιο ασυνείδητο παναστάτη, από έναν ψεφτάθρωπο του ρουμανιού. Τι να κάμουμε ωστόσο εμείς, και τι μπορούσαμε; Το βράδυ, γυρίζαμε σπίτι μας, διαβάζαμε τις φημεριδες. Σα να μας έδερνε η θέρμη και μας, σα να μη μας αρκούσανε τα λαχανόφυλλα που αγοράζαμε από τα χαράματα, σα να γυρέβαμε κι άλλα. Και όμως μια βραδιά, τα πέταξα χάμω, τα σιχάθηκα. Παρακάλεσα τη Μυρίνα, που αν το θυμάστε, ήξερε ωραία να παίζει βιολί, να μου παίξει ένα κομμάτι. Δεν το υποψιαζόμουνε πως από τη μουσική της θα ‘βγαινε ο γλιτωμός της Ιταλίας. Έπαιξε τόσο γλυκά, τόσο ουράνια, που της είπα, πως για να μείνει αξέχαστη αναμεταξύ μας η τέρψη που της χρωστούσα, εκείνη τη βραδιά, θα μου δώσει την άδεια, την αβριανή, να πάω να της φέρω ένα βραχιολάκι που τ’ απόγεμα το είχα διει στη βιτρίνα ενός χρυσοχού. Ήθελα μάλιστα να μπω αμέσως, μήπως και με προλάβει κανείς. Μα με τις παλιοφημερίδες, που φωνάζανε οι μάγκες, να σου βγάλουνε τ’ αφτιά σου, με την αντάρα, με τον όχλο, παρασυρθήκαμε και δεν μπόρεσα. Γνώριζα κιόλας το μαγαζί. Λοιπόν άβριο, είπα μέσα μου.

Το χρυσικάδικο, Via degli Orefici, ξακουστό και στη Ρώμη κι όξω από τη Ρώμη. Ο ιδρυτής του και νοικοκύρης, ο Καστέλλης, καλλιτέχνης συνάμα κι αρχαιολόγος με μάθηση, με γούστο. Συλλογίστηκε να μιμηθεί τα διάφορα χρυσαφικά που ανακαλύψανε στις νεκρόχωρες της Ετρουρίας, στο Κιούζι και στο Κορνέτο. Τα μιμήθηκε, τα σκάλισε, τα τόρνεψε τόσο πιτήδεια, που φαντάζανε σαν αριστουργηματάκια πρωτότυπα. Πέτρες δεν έβαζε, δούλεβε μόνο το μάλαμα κι έτσι σου είχανε κάτι πιο φίνο, πιο αριστοκρατικό από τα συνηθισμένα, τα κοινά, που όσο πλούσια κι αν είναι με τα διαμάντια τους ή τα μαργαριτάρια τους, πάντα δείχνουνε λιγότερη αφέλεια, που να πεις, με τον περσότερο τον όγκο τους. Κατάντησε μόδα στους ανώτερους κύκλους της κοινωνίας, να τα φορούνε και να τα προτιμούνε. Ψυχολόγος κιόλας ο καλλιτέχνης μας. Κατάλαβε πως για να τα γυρέβουνε οι πλούσιοι πιο πολύ από τα πετράδια, έπρεπε να κοστίζουνε και πιο πολύ. Ο μόνος φόβος, όταν πήγαινες στου Καστέλλη, να ψουνίσεις, ήτανε μήπως απομείνεις δίχως κάλπικη γαζέτα.

Πού να το φανταστώ πως ίσια ίσια στου Καστέλλη με καρτερούσε άλλος φόβος; Το μαγαζί κλεισμένο. Το σπίτι βουβό. Νόμισα πως σφαλίξανε ξαιτίας της πανάστασης. Ανοιχτά όμως όλα τ’ άλλα μαγαζιά της Βίας. Από πού κι ως πού να σφαλίξει το πιο σημαντικό τους;

Κουδούνισα, χτύπησα, έκαμα. Πρόβαλε στο τέλος από το παράθυρο, δειλά, ένα πρόσωπο κερί. Με ρώτησε τι θέλω. Του αποκρίθηκα. Ο Καστέλλης ο ίδιος. Κοίταξε γύρω γύρω με προφύλαξη κωμική, χιλιόματη, αλήθεια, η λέξη της πρέπει. Μισοαναστέναξε η πόρτα και μπήκα. Κι αμέσως του ζήτησα το βραχιόλι. Αχ! τι δαρμοί τότες και τι κλάματα!

— «Το βραχιόλι! Το βραχιόλι! Να μου έλειπε μόνο αφτό! Μου τα κλέφτουνε όλα, όλα. Κάθε μέρα. Κάτι πράματα τραγικά!»

Του αποκρίθηκα κρύα και λογικά·

— «Πρέπει να πιάσετε τον κλέφτη!»

Άμα που άκουσε για κλέφτη, κέρωσε ακόμη παραπάνω, έμπηξε τις φωνές·

— «Ο κλέφτης είναι, κύριε μου, ένα πνέμα, ένα φύσημα, ένας άνεμος. Δεν τον πιάνεις, Θε μου, Θε μου, θα είναι κανένα στοιχειό!»

Τον ησύχασα όσο μπόρεσα. Η περιέργεια με δαιμόνιζε, να μάθω. Κάμποσος κόπος χρειάστηκε, ώσπου να τον καταφέρω να μου δηγηθεί τα καθέκαστα.

Κάθε μέρα — όπως έλεγε και το ξανάλεγε ολοένα με φρίκη — κάθε μέρα παρατηρούσε πως από καιρό λιγοστέβανε, όχι μόνο τα πιο ακριβά του, μα και τα ωραιότερα χρυσαφικά. Το πιο περίεργο, που και τη νύχτα ξακολουθούσε η κλεψιά. Ένα βράδυ, προτού ανεβεί να πλαγιάσει, έμεινε μοναχός του στο μαγαζί, τ’ αράδιασε, τα ‘βαλε σε τάξη, μέτρησε και τα χρήματα που είχε στο σερτάρι του γραφείου, κλείδωσε και τράβηξε στην κρεβατοκάμερή του απάνω. Το πρωί, άδειο το σερτάρι, φεβγάτα και καμιά δεκαριά κομμάτια. Λοιπόν ούτε υπάλληλος έφταιγε, ούτε δούλος — εξόν αν είχε το κλειδί, που δε φαινότανε πιθανό διόλου. Για να βεβαιωθεί όμως, την άλλη νύχτα, κρύφτηκε πίσω από ένα παραθυράκι, ένα είδος φεγγίτη παραμέσα στο σπίτι κι όξω από το μαγαζί το ίδιο· σκοτείνια, κι έβλεπες από κει δίχως να σε βλέπουνε. Πρόσμενε ο Καστέλλης. Με το πιστόλι στο χέρι. Ότι που βολέφτηκε δίχως κρότο κανένα στο μέρος αφτό, και τόμου άναψε στη σάλα μέσα το φως το ηλεχτρικό.

Τα μάτια του Καστέλλη μας τέσσερα. Ψυχή. Άξαφνα, ένα βραχιόλι σηκώνεται στον αέρα, μοναχό του. Σηκώνεται δέφτερο και σηκώνεται τρίτο. Έπειτα κατεβαίνουνε μια σταλιά τα βραχιόλια, βυθίζουνται πάλε στον αέρα και χάνουνται! Μόλις που δεν άφησε ο Καστέλλης τα πιστόλι να πέσει χάμω. Βάσταξε την ανάσα του κι έδραμε ως απάνω, γκρεμισμένος από τον τρόμο. Πήγε στην αστυνομία. Τα ξήγησε, τα ξεδιάλυσε με το νι και με το σίμα. Γελάσανε, τον κοροϊδέψανε. Του δώσανε φύλακα, να παραμονέψει στο μαγαζί, με την πόρτα κλειδωμένη, να διούμε τότες πιάνεται ή δεν πιάνεται ο κλέπτης. Τον έπιασε απαράλλαχτα η αστυνομία όπως έπιασε και το Σίλβιο. Ακόμη χερότερα μάλιστα, επειδή ακολούθησε θάνατος αθρώπου. Όταν μπήκανε, την αβγή, ο φύλακας ξαπλωμένος κάτω, νεκρός. Έτριξε κιόλας, ότι ανοίξανε, η πόρτα δυνατά, σα να τη σκουντούσε κάποιος, να βγει , μ’ ένα χάχανο σατανικό. Είχε γίνει ο φόνος τη νύχτα την περασμένη. Σφάλιξε ο Καστέλλης το μαγαζί.

Σας τα συντομέβω. Τελειωμό δεν είχε η κουβέντα κι η απελπισιά του. Τονέ λυπήθηκα. Έμεινα βαθιά συλλογισμένος. Ένα λόγο του είπα μονάχα·

— «Να με προσμένετε απόψε. Ίσως ξανάρθω. Απόψε ή άβριο.

Πέρασε η μέρα και λεξούλα δεν ξεστόμισα σπίτι. Μόνο που τα δηγήθηκα όλα της Μυρίνας. Έπειτα σώπασα. Σώπαινε κι η Μυρίνα. Τα ίδια στοχαζόμεστα κι οι δυο μας. Μα δεν καταλαβαίναμε, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Δούλεβε δούλεβε τα μυαλό μου και δεν το κατάφερνα, όσο κι α γύρεβα να ξεκαθαρίσω μερικά που μου ερχόντανε σαν πολύ σκούρα.

Στις δυο τα μεσάνυχτα, ξύπνησα κι άναψα τσιγάρο.

— «Τι έχεις;» Με ρωτά η Μυρίνα. Ήξερε πως όταν είχα κάτι, άναφτα τσιγάρο.

— «Άκουσε, γυρνώ και της λέω. Αφτός ο κλέπτης, αδύνατο να μην έχει το δαχτυλίδι!...»

— «Μα πώς γίνεται; Η θάλασσα!...»

— «Θα βούτηξε να τ’ αρπάξει ο... βαρκάρης, ο γκοντολιέρης μας!»

Σύσσωμη έτρεξε η Μυρίνα.

— «Έννοια σου, της κάνω. Τώρα βρήκα πια τον τρόπο να τον πιάσω.»

Δεν την τρόμαζε ο κίντυνος, τη Μυρίνα. Η μεγάλη της η ψυχή έβλεπε μόνο πως γινότανε κόσμου αφανισμός, και το κακό, σαν το ανταμώνει στη στράτα του κανείς, πρέπει να το ξολοθρέψει. Αφτό ήξερε η Μυρίνα. Μ’ εμπιστεβότανε κιόλας. Είδε στη ματιά μου πως τα είχα όλα ταχτοποιημένα.

Έριξα το τσιγάρο και κοιμήθηκα. Πρωί πρωί, ξαναγύρισα στου χρυσοχού.

— «Εχτές δεν μπόρεσα να 'ρθω. Σήμερα έρχουμαι, γιατί βέβαιος είμαι πως θα τον πιάσω, τον κλέφτη σου.»

— «Αφήστε, αφήστε, για το θεό. Θα πάθετε και σεις.»

— «Να κάμετε όπως θα σας οδηγήσω. Τα λόγια περιττά. Ελάτε δω μαζί μου. Να με πάτε σε κανένα μέρος του σπιτιού, όπου να μην πηγαίνει κανένας, που να μην έχει κι έπιπλα πολλά.»

Δεν καταλάβαινε ο καημένος.

— «Πώς συφωνήσαμε; Τις οδηγίες μου! Και να μη με ρωτάτε.»

Με πήγε κι απόρησε περσότερο ακόμη, όταν άξαφνα, προτού βγάλω μιλιά, έκαμα γύρους και γύρους στο καμαράκι, ώσπου να μην απομείνει απάτητη, άψαχτη, μια γωνιά. Σα βεβαιώθηκα πως είμαστε μόνοι, του σημειώνω τ’ ακόλουθα·

— «Το μαγαζί σας ανοιχτό. Πρέπει όμως να είναι πολύς κόσμος μέσα. Πηχτός, πηχτός. Λέτε σε φίλους, σε γνώριμους, κι έφκολα γεμίζει. Προς το βράδυ, μια ώρα, μιάμιση προτού κλείσετε, τους παρακαλείτε να κοπιάσουνε όξω...»

— «Μα θα είστε και σεις μαζί μου!...»

— «Όχι! Εγώ ίσια ίσια δεν πρέπει να φαίνουμαι. Να με βάλετε τη νύχτα πίσω από το φεγγίτη. Να φροντίσετε ν’ ανοίγει ο φεγγίτης χωρίς κόπο κανένα, και τα πιο πολύτιμα χρυσαφικά, να τα συγυρίσετε σ’ ένα τραπεζάκι απάνω, που να είναι μπροστά στο φεγγίτη. Τόσο και φτάνει!»

Ποτέ μου πιο λαχταρεμένα δεν ανυπομόνησα ώσπου να νυχτώσει. Στο τέλος, αφού έμεινα κρυμμένος ίσια με τότες στο καμαράκι, κατέβηκα, χώθηκα πίσω από τη σκάλα, στο φεγγίτη μπροστά δηλαδή. Δεν παραμόνεψα του κάκου. Τα μάτια μου καρφωμένα στα χρυσαφικά. Σε λίγο βλέπω ένα και σαλέβει. Ορμητικά, σπρώχνω το φεγγίτη, αρπάζω δυνατά το χρυσαφικό, δηλαδή το χέρι που το κρατούσε. Άμα βρήκα το ένα χέρι, βρήκα και τ’ άλλο. Τα ‘σφιξα τρομαχτικά. Και γύρισα το δαχτυλίδι!

— «Να σου, ο φίλος!» του φωνάζω.

— «Α δε με ξάφνιαζες, δε θα με τσάκωνες έτσι. Κι έτρεμε πιο πολύ ακόμη από το φόβο παρά που έτρεμε από το θυμό.

Δε χασομέρησα. Δεν τον άφησα ν’ ανασάνει, και σαστισμένος όπως ήτανε, του τραβώ το δαχτυλίδι, το καθίζω στο δάχτυλό μου·

— «Τώρα, ματάκια μου, είσαι δικός μου. Ο αφέντης είμαι γω. Στάσου να τα πούμε.»

Ανοίγω την πόρτα με το κλειδί που το είχα στην τζέπη μου. Του δείχνω ένα πιστόλι και του λέω·

— «Μην κουνηθείς. Ή σε σκοτώνω!»

Και τον κοίταξα, πρώτη φορά.

Το πρόσωπό του, από το φεγγίτη, δεν το ‘βλεπα καλά, δε φαινότανε.

Τον τηρώ, τον τηρώ τώρα και σαστίζω. Σαστίζω περσότερο από τον ίδιο τον κλέφτη. Ποιος θαρρείτε να ήτανε; Ο Σίλβιος, καλέ, ψυχή και σάρκα!

Με πήρανε τα γέλια·

— «Να σου πω, αδερφέ, του κάνω. Αφτό αξίζει λίγη κουβέντα. Η νύχτα μακρινή. Έχουμε ώρα. Μη σε μέλει. Κανένας δε θα μας αντισκόψει. Όλοι τους ζαρωμένοι από κάτω από τα παπλώματά τους. Μπράβο σου που το κατάφερες να μου τους συζαρώσεις έτσι, από το φόβο. Θα ωφεληθώ και γω. Να μου δηγηθείς τα ιστορικά σου, από την αρχή. Να διασκεδάσουμε. Ειδεμή, σε παραδίνω αμέσως!»

Πού ν’ αντισταθεί ο Σίλβιος; Στο χέρι μου, σπαρταριστός. Και πρόσμενα τι θα μου πει.

Δεν κρατήθηκα όμως και ρώτησα πρώτος·

— «Είσαι συ ο βαρκάρης της γκόντολας;»

— «Αμέ, ποιος άλλος; Εγώ είμαι.»

— «Και πώς ήξερες, πώς μπόρεσες να το πιάσεις, πώς το βρήκες στη θάλασσα το δαχτυλίδι;»

— «Αφού το θέλετε, αφέντη, ελάτε πια, όλα να σας τα ξεμυστερεφτώ.»

Και στρώθηκε σε μια καρέγλα, στο μαγαζί, ανάμεσα στα ειδώνε ειδώνε χρυσαφικά που μας περιτριγυρίζανε. Ο Σίλβιος ο περίφημος, τώρα, μονομιάς, ξαναγινότανε βαρκάρης. Μ’ έλεγε αφέντη. Μπορεί να ‘λπιζε — τι δεν ελπίζει κανείς; — πως θα τονέ λυπηθώ και θα γλιτώσει. Λες και δεν του κόστιζε τίποτα ν’ αλλάξει τρόπους και ύφος, με την ίδια την εφκολία που είχε γίνει από βαρκάρης δημαγωγός.

— «Να με συμπαθάτε, αφέντη. Μα κουτός δεν είμαι. Όταν πήγαμε τότες στη Ζουέκα κι ανεβήκατε στο λιβαδάκι ξέγνοιαστοι, εγώ κάτι μυρίστηκα, πείτε το κι απλή περιέργεια, σα θέτε, για το τι γυρέβουνε αρχόντοι σαν του λόγου σας — γνώριζε ο Σίλβιος τον τρόπο το μελένιο του κοπλιμέντου — σ’ ένα ξερονήσι όπου εμείς οι φτωχοί δε ζυγώνουμε. Τίποτις μυστικά, όπως κι αν είναι. Η γκόντολα, χρυσό μου αφεντικό, έμεινε κολλητά στο μέρος όπου κατεβήκατε. Κρυμμένη πίσω από το κορφουλάκι, αν το θυμάστε, δίπλα στο γιαλό κάτω. Τα λόγια σας με την Κυρία, έτσι, άκρες μέσες, τ’ άρπαξε τ’ αφτί μου. Τι να σας κάμω κιόλας, που η πολύξερη αρχοντιά σας ανακατέβατε κάπου κάπου στην ομιλία και τα βενετσιάνικα τα χυδαία μας — αλήθεια! δίκιο είχε ο Σίλβιος· τη λατρέβαμε τη λαλιά της χώρας όπου αγαπηθήκαμε και τη μιλούσαμε. — Όταν της το μολογήσατε, της πανόμορφης αρχόντισσας, πως άφαντος περάσατε ως το παλάτι, από τα στενά της Βενετιάς, βενετσιάνικα της τα ξηγήσατε. Αποφάσισα πια τότες πως τα δυνατά μου θα βάλω, να μη χαθεί το δαχτυλίδι. Άμα προστάξατε να βγούμε αλάργα στο Αδριατικό, εγώ διάλεξα πίτηδες έναν τόπο που τα νερά ήτανε ρηχά ρηχά. θα παρατηρήσατε πως εκεί τα κύματα σαλέβανε μια σταλούλα, και θαρρέψατε βέβαια πως σαλέβανε από τη θάλασσα. Μα σε μας θάλασσα δεν έχει — α μου δίνετε την άδεια δηλαδή να σας εναντιωθώ μια φορά. Πρέπει να πας μακριά μακριά, να διεις τη θάλασσα πώς είναι. Πράματα δα που τα γράφει και τ’ απάγγελμά μου, με το συμπάθιο. Στη Βενετιά μας ολοτρόγυρα, λίμνη. Σαλέβανε τα νεράκια εκεί δα, στον πάτο, επειδή κι είχε κάτι μικρούλα μυτερά βραχάκια, όπου σκουντάφτει το κύμα κι έτσι γίνεται κάποια ταραχούλα. Χρειάστηκε μάλιστα, για να μη σκουντάψω κι ο ίδιος με την γκόντολα, ε! χρειάστηκε η μαστοριά η δική μου, γιατί να μην το καφκηθώ; — Και γυάλισε το πρόσωπό του, από της τέχνης του τη θύμηση. — Άμα είδα πως εκεί κι όχι αλλού, που το φοβόμουνε, ρίξατε το δαχτυλίδι, ανάσανα. Ότι που γυρίσαμε στη Βενετιά, τράβηξα γραμμή ως τα βραχάκια. Εμένα η θάλασσα με ξέρει· μάνα μου είναι αφτή. Μήπως δε με λένε κιόλας Μαρίνο; Παρατσούκλι μου και τούτο δηλαδή. Τ’ όνομά μου, Πέτρος. Έτσι. Μα στο βούτηγμα κανένας δε με περνά. Βούτησα δυο τρεις τέσσερις φορές, αφέντη μου. Του κάκου! Ξαναβούτησα πάλε άλλες τρεις. Εφτά, που λέει ο λόγος. Ε! δεν τ’ άξιζα να το βρω; Η Παναγιά με βοήθησε. Το βρήκα.»

»Κόντεψα να λωλαθώ από τη χαρά μου. Αμέσως το δοκίμασα κι άφαντος έγινα την ίδια τη στιγμή. Με πήρανε τότες τα γέλια. Συλλογίστηκα, τι γλέντι! Κόκκαλο θα τους κάμω τους συβαρκάρηδές μου. Είμαι και λιγάκι παιχνιδιάρης, θα διείτε, γλυκέ μου αφέντη, πως κακό δεν έβαλα με το νου μου. Είπα μόνο να τους ξιπάσω, να μην ξέρουνε τι τους γίνεται. Γύρισα λοιπόν από μέσα το δαχτυλίδι, κάθισα στο κουπί, πέρασα εκεί που στρίβει ο κάβος της Ζουέκας, άναψα τα κουπιά μου, και να σου με, ματάκια μου, στο μεγάλο το Κανάλι, στην μπασιά του, να τρέχω, κι από τους όχτους να θωρά ο κόσμος γκόντολα χωρίς γκοντολιέρη, να περνά!»

Ξ»εκαρδιζόμουνε, σαν τον τρελό, και σκόπεβα ν’ ανεβώ έτσι όλο το κανάλι, να πάρω και τα καναλάκια μας, να βουβαθούνε ο κόσμος. Καλά που δεν ξακολούθησα. Μου φάνηκε από μακριά μακριά σα να ξάνοιγα κάποια κίνηση στο Rio degli Schiavoni. Ένας βαρκάρης σα να ετοιμαζότανε κιόλας.»

— »Κι αν έρθουνε άξαφνα, συλλογίστηκα, με τις γκόντολες; Κι α γιουρουντίσουνε στη δική μου απάνω; Πηδώ! Βέβαια. Πού όμως να πηδήσω; Αν ήτανε μέσα στη χώρα, έφκολο, με τα δρομάκια και τα γεφυράκια. Μα εδώ; Να βουτήσω; Βουτούνε κι αφτοί. θα φαίνεται κιόλας από τα κύματα πως κολυμπώ. Πώς κολυμπά ο Διάβολος! Γιατί έτσι θα λένε και για τούτο θα μαζώνουνται κει πέρα, στο Ρίο. Είναι άξιοι μάλιστα, για να πιάσουνε το Διάβολο, να με κυνηγήσουνε με τους σταβρούς, να μου σπάσουνε τη ράχη με το σίδερο του σταβρού τους.»

»Με νέκρωσε ο λογισμός. Στοχάστηκα και την Παναγιά, που με βοήθησε στο δαχτυλίδι. Δεν έκανε να με πάρουνε για τον Καταραμένο, εμένα.»

— «Πίσω! Πίσω!» είπα μέσα μου.

Και ιδιοστιγμίς βρέθηκα ξανά στον κάβο της Ζουέκας. Τον αριθμό της γκόντολας δεν πρόφτασε κανείς να τονέ σημειώσει, στην παραζάλη. Έβαλα στη θέση την πέτρα, τη γύρισα δηλαδή απ’ όξω. Και ήσυχα ήσυχα πιάνω το Rio della Croce, ήσυχα ήσυχα πάω πάλε στη χώρα.»

Έσκυψε ο Σίλβιος το κεφάλι του, λυπητερά·

— «Να! Όλο το δυστύχημα, σεβασμένε μου αφέντη, όλο μου ήρθε από την ησυχία εκείνη του κουπιού μου. Είχα τον καιρό να στοχαστώ χίλια πράματα. Με αναποδογύρισε η κακία των αθρώπωνε. Να θέλω εγώ να διασκεδάσουμε μαζί, να γλεντίσουμε, να τους το μολογήσω κατόπι, και οι ανόητοι, ποιος ξέρει; να θέλουνε να μου ριχτούνε, να με παίρνουνε για το Διάβολο! Τονέ γνώρισα εγώ κι από μακριά το γέρο τον Αντώνη, που τίποτα δε φοβάται, μήτε θεό μήτε διαόλους, ο θεομπαίχτης, κι άξαφνα πάει και σταβροκοπιέται για μια γκόντολα που τρέχει μοναχή της!»

»Ο βαρκάρης που σήκωνε τους άλλους στο ποδάρι και που έκανε να ξεκινήσει αφτός ήτανε δα.»

»Πού να μη φέξει! Κατάλαβα πως εδώ χρειάζεται προσοχή, πως πρέπει να τους γελάσω, πως το δαχτυλίδι μου — το δαχτυλίδι σου, αφέντη, το χρυσό μου — πως τέτοιος θησαβρός, πιο σπουδαία, πιο σημαντικά πράματα θα μου προξενούσε, παρά μπαρτζολέττες και παιχνίδια. Φτάνει να ‘χω τη γνώση να το χρησιμεφτώ, κατά πως του αξίζει. Ξακολούθησα δυο μήνες απλός βαρκάρης. Κάποτες, όταν ήμουνε μόνος, στην κάμερή μου, κοίταζα το δαχτυλίδι, το γύριζα. Λέξη όμως δεν είπα ούτε της γυναίκας ούτε του πεθερού, γιατί γυναίκα έχω, αχ! είχα και πεθερό. Ήμουνε τότες αθώος!»

»Κι ακόμη, πίστεψέ με, άρχοντά μου, αχαμνό, ανήθικο, άδικο, δεν έβαζα τίποτα με το νου μου. Δε σου λέω πως από μέσα δε δούλεβε το κεφάλι. Χρειαζότανε αφορμή, να ξεσπάσει πια η μπόρα. Κατάρα στον ξένο που μια φορά, γι ανταμοιβή μου, επειδή αλήθεια λαμπρά τον οδήγησα όπου ήθελε, αλάκαιρη μια μέρα, μου πέταξε μια μονέδα, ένα κομμάτι που λογάριαζε πενήντα φράγκα χρυσά. Οι βαρκάρηδες από ζούλια μου τη λέγανε ψέφτικη. Πήγα σ’ ένα κάμπιο της Πιάτσας, να τη χαλάσω. Στάθηκα, μια στιγμή, όξω στην πόρτα. Στοχάστηκα·»

— «Ίσως να είναι και ψέφτικη τόντις η μονέδα!»

»Πίσω από το τζάμι, τζόγια μου! τι μπαγκανότες και τι μαλάματα! Σε μια γωνίτσα, τα εικοσόφραγκα στοίβες στοίβες. Κι ο ίδιος δεν ξέρω πώς έγινε· γύρισα το δαχτυλίδι μου — το δικό σου, τσελεμπή μου! — μπήκα. Δεν κοίταζε ο καμπιαδόρος. Χτύπησα τα εικοσόφραγκα και φύβγι.»

»Απόρησα με την εφκολία, που το κατόρθωσα. Να, η ευκολία η αφάνταστη με κατάφερε κει που με βλέπεις.»

— «Εγώ, εγώ, μπορώ να είμαι, πλούσιος, πεντάπλουτος, εκατομυριούχος!»

»Τέτοια σκέψη μου κόρωσε τα μυαλά, τέτοια λόγια φώναζε η ψυχή μου, βγαίνοντας από το μαγαζάκι. Πού πια γκόντολα και πού κουπιά; Το 'κανα κιόλας γούστο να παίρνω ένα ένα τα κάμπια, τα καφενεία, τα ξενοδοχεία, να μαζώνω και να μαζώνω. Σου το βεβαιώνω, αφεντικό μου, πως δεν άφησα την πατρίδα μου από το φόβο τάχα μήπως σαστίσουνε, άμα με διούνε με τόσα χρήματα. Τίποτα. Ένιωθα κλίση για μεγάλα. Τάχα να πήρε φόρα η κλίση μου αφτή, με τον πλούτο που μου έδινε τη δύναμη, με το δαχτυλίδι που μου έδειχνε πως κάτι μπορούσα και —ή να την είχα στα σωθικά μου, από γεννησιμιό μου; Εσείς πια που είστε σοφός, θα μου τα ξεδιαλύσετε αφτά. Εγώ τα μεγαλεία τα ονειρεβόμουνε κι από παιδί. Από φιλότιμο, μη θαρρείτε, βγήκα ο πρώτος βαρκάρης, ο πρώτος βουτηχτής, αφέντη μου, της Βενετιάς. Τη γκόντολα μου κιόλας τη βάφτισα Gloria.»

— «Η καημένη μου η γκόντολα! Πού να είναι;» Αναστέναξε ο Σίλβιος και ξακολούθησε.

«Η Gloria! Τη δόξα γύρεβα και τώρα. Μα τι λέω; Τη δόξα την είχα πια. Την κρατούσα στο δάχτυλό μου — χάρη σε σας, αφεντικό! Φανταστείτε τι δε δυνόμουνε να καταφέρω με τέτοιο ένα μαϊτάπι! Όρκο σας βάζω πως δε συλλογίστηκα τον εαφτό μου στην αρχή. Έλεγα μάλιστα πως εγώ, ένας απλός απλός άθρωπος του λαού, δίχως γράμματα, δίχως αναθροφή, δε θα ‘βλεπα ίσως, δε θα καταλάβαινα καλά καλά τ’ άπειρα μαραφέτια, που θα ‘βγαζε κανένας πιο προκομμένος, από το δαχτυλίδι. Ο πλούτος, ναι! Μου έδινε τον πλούτο. Μα είναι κι άλλα. Μπορεί να μην τα ήξερα εγώ, να μην είχα και τα μέσα να τα βγάλω πέρα. Και τι ρεζίλι θα γινόμουνε στους βαρκάρηδες, α δε φαινόμουνε άξιος να μεταχεριστώ, με τον καταλληλότερο τρόπο, το θαματουργό χάρισμα της τύχης. Ο νους μου πετάχτηκε στο βασιλιά, στο βασιλιά μας. Ναίσκε. Ακούστε, και θα διείτε πως είχα δίκιο. Σα βασιλιάς που είναι, στοχάστηκα, θα είναι κι ο πιο έξυπνος. Θα ξέρει αφτός. Θα του χρησιμέψει και πιο πολύ. Για στοχαστείτε! Με το δαχτυλίδι, ό,τι θέλει το κάνει. Σκοτώνει τους άλλους βασιλιάδες, τους εχτρούς του. Αλλάζει την όψη του κόσμου. Γιγαντώνει, αδερφέ, την Ιταλία. Ε! και θησαβρούς μαζώνει όσους κι όσους. Βοηθός του εγώ πάντα. Δικό του το δαχτυλίδι. Μ’ έναν όρο. Να με διορίσει πρωθυπουργό του. Τίποτα δεν ήτανε, μπροστά στο δώρο το μοναδικό.

Μη γελάτε, Λαμπρότατε μου! Ήμουνε δα τότες μωρό στη σκέψη, αν όχι στα χρόνια. Η απόφασή μου ακλόνιστη. Θα τραβήξω στη Ρώμη, θα πάω στο παλάτι. Θα του μιλήσω. Του βασιλιά μας, εννοείται. — Ο δημαγωγός, έτσι, με το μας, το ‘λεγε, σα να είχε ξεχασμένη τη δημαγωγία του. — Βέβαια, του βασιλιά μας, το πεσκεσάκι. Να διείτε κιόλας, αφέντη, πως του λόγου του φταίει, αν πήρε άλλο δρόμο η δουλειά.»

— «Ο βασιλιάς, ρώτησα, πώς έφταιξε;»

— «Σταθείτε! Σταθείτε! Με τη σειρά του το καθένα.»

»Έκαμα μια πρώτη ανοησία, να πω της γυναίκας πως θα φύγω, αντίς να φύγω και να μην της το πω. Τη λυπόμουνε, τι τα θέτε; την αγαπούσα. Πού όμως να νιώσει αφτή τον προορισμό μου το μεγάλο; Γυναίκα πράμα. Πεισμάτωσε, δε θέλησε να μ’ αφήσει και του κάκου. Το χαμό μου γυρέβω, λέει, έκλαιγε ολοένα, και σερνότανε στα πόδια μου με τα παρακάλια. Να, έτσι ακολουθήσανε τα δυσάρεστα. Φώναξε τον πατέρα της να με βαστάξει, τη στιγμή που ήθελα γλυκά να την αποχαιρετήσω. Εγώ να ‘χω σίγουρη μπροστά μου τη δόξα κι η κουτή να μ’ εμποδίζει! Θύμωσα και στο θυμό μου απάνω, ενώ τόντις με βαστούσε ο πεθερός, τα ‘χασα και για να του ξεφύγω τάχα, γύρισα το δαχτυλίδι. Άπραχτος ακόμη και στραβός! Δε στοχάστηκα πως αφού με βαστούσε και δε μ’ έβλεπε, κάποια υποψία θα του περνούσε, θα του μάθαινα έτσι το μυστικό μου. Πού να μη λάχει! Του σφίγγω το λαιμό, τον πνίγω, πέφτει χάμω. Εγώ αθώρητος πάντα. Όρμησα στην πόρτα, φεβγιό. Η γυναίκα, που μήτε άκουσε από μένα για δαχτυλίδια, έμεινε ξερή. Θα νόμισε πως του κατέβηκε νταμλάς, του μπαμπά της, γιατί δε μ’ έβλεπε πια!

Ο Σίλβιος σώπασε. Πέντε λεφτά δεν μπόρεσε ν' ανοίξει το στόμα.

— «Κρίμας! Κρίμας! Αγαθός, ντόμπρος άθρωπος! Και δε με βαστούσε μαθές με βία. Φιλικά, πατρικά με βαστούσε ο κακομοίρης. Μπορούσα περίφημα να γλιτώσω κι αλλιώς. Τι τα θέλετε; Η εφκολία! Το ένα κακό φέρνει τ’ άλλο. Από το θυμό βρέθηκα στο φόνο.»

— «Βλέπω και τους συνηθίζεις!» του κάνω σκληρά.

— «Ο λόγος σας για τις προάλλες; Αφτό, τσελεμπάκι μου, είναι από την άμυνα! Ή εγώ ή εκείνος. Και τι πειράζει; Ένας ψωροαστυνόμος! Ο πεθερός μου, πεθερός. Μήπως όμως κι ο φόνος ο δικός του, δεν ήτανε από άμυνα, το κάτω κάτω; Αφέντη, αφέντη, έκαμα και χερότερα, κατόπι. Ναι, μια φορά στη Νεάπολη, προτού ακόμη γίνω γνωστός, ένας με πείραζε στην τιμή μου. Εμείς έχουμε και τη βεντέτα. Μα έχει τις δυσκολίες της αφτή. Εγώ μπήκα τη νύχτα, με το δαχτυλίδι γυριστό, στην κάμαρα του λεγάμενου, κι ότι αποκοιμήθηκε, του τράβηξα τη μαχαιριά. Η εφκολία, να σας και πάλε, η εφκολία η διαολεμένη του δαχτυλιδιού, που και τ’ αδύνατα σας τα κάνει δυνατά, που τ’ αθρώπινα τα κεφάλια σας τα δείχνει για πράσα έτοιμα να σκύψεις και να τα κόψεις!»

Σώπασε ξανά, πιο ξέθαρρος τώρα και πιο ειρηνεμένος. Ένα φίνο χαμόγελο, το χαμόγελο το έξυπνο του Ιταλού, του μισοάνοιγε τα χείλια·

— «Καλέ, τότες στη Βενετιά, ήμουνε αθώος. Αθώος, μάλιστα. Παιδί. Ο πεθερός μου ο καψούλης! Γέρος ο χριστιανός. Η Παναγιά κι η ψυχή του! Μήπως όμως, φίλε μου, δεν τόνε σκότωσα για τη δόξα; Τι μου ζάλιζε κιόλας τ’ αφτιά; Δόξα είναι· τι δεν της θυσιάζεις; Και τι θυσία δεν αξίζει;»

Τα μάτια του σηκωμένα στον ουρανό, περήφανα, δραματικά, σα να θωρούσε τη δόξα του τη δημαγωγική, κάπου απάνω, στ’ αψηλά.

— «Ωραία μας τα κατάφερες! Τι κοιτάζεις εκεί απάνω, τόσο περήφανα; το ταβάνι της φυλακής σου κοιτάζεις!»

— «Αχ! τη δόξα που χάρηκα εγώ, που τη χαίρουμαι και τώρα, γιατί ο λαός εμένα θα με διαφεντέψει, τη δόξα μου, η φυλακή δε μου την παίρνει! Πολύ δεν της είναι μια φυλακή. Κι ας μου την πάρει, αν αγαπά, δε με νιάζει.»

— «Σου την πήρα, φίλε μου, εγώ», του αποκρίθηκα κρύα κρύα, δείχνοντάς του το δαχτυλίδι. «Φρόνιμα θα πράξεις να ξακολουθήσεις τα ιστορικά σου. Και σώνει μας ο λυρισμός.»

Έγινε αμέσως ταπεινός, ταπεινούτσικος και γύρισε στη Βενετιά, βαρκάρης.

— «Ναι, αλήθεια! Έφυγα τότες, ύστερις από το κακό, τρεχάτος από το σπίτι. Γραμμή στο σταθμό και πήρα το τρένο. Μου φάνηκε παράξενο να ταξιδέβω τζάμπα, δίχως μπιλιέτο, με το δαχτυλιδάκι σας. Στρώθηκα στην πολυτέλεια, όπου σε μας δεν είναι δα και κανείς. Με διασκέδαζε κάμποσο που γελούσα τη σιδεροδρομική μας εταιρία, κι έτσι αλησμόνησα λιγάκι τον καημό μου, και τον πεθερό. Είχα κιόλας πιο μεγάλα, πιο σημαντικά να συλλογιστώ. Έλεγα, ότι που φτάσω στη Ρώμη να τραβήξω κατεφτείας στου βασιλιά. Με τέτοιο δώρο που του έφερνα, θα με δεχότανε αμέσως. Θα πείτε — «Πώς να το υποψιαστεί πώς του το φέρνω;» Έχετε δίκιο. Μα εγώ θαρρούσα πως από το πρόσωπό μου φαινότανε άθρωπος της περιωπής μου. Μήτε μου πέρασε ν’ αλλάξω ρούχα. Με τα γκοντολιέρικά μου. Παρουσιάστηκα στ’ ανάχτορα. Το χτίριο άνοστο. Στρατώνας σωστός. Δεν το πρόσμενα. Μην παραξενεφτείτε, μα δεν πρόσμενα, ούτε στρατιώτες ν’ απαντήσω τόσους που φυλάγανε την πόρτα. Να, το λάθος τους αφτό στάθηκε.»

— «Ποιανού λάθος;»

— «Ολωνώνε τους! Γιατί εγώ θαρρούσα — και με το δίκιο μου — πως σ’ ένα λέφτερο κράτος, κάθε πολίτης μπορούσε να διει το βασιλιά μας, μάλιστα σαν έρχεται να τονέ φιλοδωρήσει — και με τι δώρο! Το είπα κιόλας στους στρατιώτες·

— «Θέλω να μπω! Θέλω το Μεγαλειότατο να διω — το είπα και τούτο, ναίσκε, το Μεγαλειότατο, έτσι — του φέρνω τη σωτηρία της Ιταλίας.»

— «Αλάργα! Εδώ δεν μπαίνουνε! Αλάργα!»

«Πώς το βρίσκετε; Τουλάχιστο έπρεπε να μ’ αφήσουνε μέσα, να ξηγηθώ. Δεν μπαίνουνε, λέει. Άλλοι μπαίνανε ωστόσο. Τους έβλεπα. Γιατί τάχα εγώ να μην μπω; Γιατί φορούσα βαρκάδικα;»

»Τους το είπα και τούτο. Φώναξα πως θέλω, πως πρέπει.»

»Βγήκε τότες ένας όξω, με αστική στολή. Με κοίταξε από την κορφή στα πόδια. Σκλάβικα μούτρα. Ο αχρείος! Μιλούσε ήσυχα, για να με κοροϊδέψει κατόπι καλύτερα·»

— «Πρέπει πρώτα, Κύριε, να ζητήσετε ακρόαση!»

— «Πού ζητούνε; να ζητήσω. Ακρόαση! Ακούς εκεί;»

»Με πήγε σε μια σάλα όπου καθόντανε με την αράδα κι άλλοι σκλάβοι, χασμουρημένοι.»

— «Ο κύριος, λέει ο πρώτος με τη στολή, γυρέβει ακρόαση.»

»Ξεχασμουρηθήκανε οι μασκαράδες. Κι αρχίσανε, ποιος εδώ, ποιος εκεί, κάτι γέλια που τα δόντια μου τρίζανε. Κι ωστόσο, αφέντη, κρατήθηκα, μα την Παναγιά.»

— «Θέλω να διω το Μεγαλειότατο, του φέρνω τη σωτηρία της Ιταλίας!» Να καταλάβουνε, αδερφέ! Και το είπα ήσυχα, με τρόπο, σοβαρά σοβαρά.

— «Ο κύριος καγκελάριος, μου κάνει ο πρώτος που έγνεφε κιόλας στους συντρόφους του, λείπει στο ταξίδι και για να πάρετε άδεια, πρέπει απαραίτητα να είναι στο παλάτι. Ώστε αδύνατο για την ώρα. Νόμος.»

— «Αδύνατο; Έτσι; Αδύνατο;»

— «Λυπούμαι!...»

»Βλέπετε πως με κορόιδεβε; Κουρντίστηκα και περήφανα τους απαντώ·»

— «Δεν ξέρετε! Δεν ξέρετε ποιος είμαι και τι κάνετε!»

— «Ο μπούφος!» λέει χασμουρητά ένας από τους σκλάβους τους αραδιασμένους.

— «Ο μπούφος;» Γυρίζω και του πετώ στη μούρη. Να το νιώσεις πιο ύστερα ποιος είναι ο μπούφος, εγώ ή εσύ. Και χούμησα όξω.»

»Το άχτι μου, αφέντη, από κει βαστά!»

— «Ο βασιλιάς τι φταίει;»

ΛΕΙΠΟΥΝ ΔΥΟ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

»την τζακετίτσα μου, με το καπελάκι μου, και με μια βαλίτζα όπου είχα και λίγο καπνό, ένα δυο τσιγάρα. Φτάνω στη Νεάπολη. Πηδώ από το τρένο. Ένας υπάλληλος, ένας αχρείος — δεν μπορούσα να τους χωνέψω, άμα έβλεπα μια στολή, όποια κι αν είναι, ύστερις από την υπόθεση του Κουιρινάλε— τι νομίζεις πως μου γυρέβει; Ν’ ανοίξω τη βαλίτζα μου! Γιατί; Για να πλερώσω φόρο που έμπαζα καπνό — δηλαδή να μου τονέ χτυπήσει ο μπερμπαντάκος. Και μιλούσε απότομα, με μια μούρη προσταχτική, να, σαν τους στρατιώτες που βιγλίζανε στ’ ανάχτορα. Φαντάσου! Δυο τρία τσιγάρα, ένα πούρο και να το θέλει πως μπάζω κιόλας καπνό στη Νεάπολη! Πες κάλλια πως είσαι κλέφτης κι είμαστε ξηγημένοι! Στη Νεάπολη, αφέντη, θα ήτανε θεού εφκή να είχε κάθε ξένος το δαχτυλίδι μας, μη λάχει και τον κλέψουνε τον ίδιο. Εκεί που πιαστήκαμε, ο επίσημος ο κλέφτης και γω, εκεί που φώναζα, βλέπω, πίσω από τον υπάλληλο ένα παλληκάρι που μου κάνει κάτι χερονομίες, κάτι γνεψίματα. Στον τόπο μας, θα το παρατήρησες, σίγουρο, η γλώσσα μας δε μιλά όσο μιλούνε τα μυσείδια μας. Μιλά όλο το πρόσωπο, η μύτη, το μέτωπο, τ’ αφτιά, πιο πολύ το πετσί που σ’ ένα δεφτερόλεφτο, ανεβαίνει κατεβαίνει, πάει, έρχεται, φέβγει, ξαναγυρίζει, μα στη θέση του δεν κάθεται ποτές. Έτσι εμείς συνενοούμαστε, με το πετσί. Ένα μέτωπο που ζάρωσε μια σταλούλα, ένα βλέφαρο που παίζει, μας αρκεί. Το παλληκάρι που στεκότανε αντίκρυ μου, μιλούσε ακόμη και με τα χέρια του. Πώς να μην καταλάβω; Σήκωσε δυο δάχτυλα και κούνησε το κεφάλι του. Δηλαδή· «Βράστονε κι έλα μαζί μου.» Το πιο απίστεφτο είναι, που ο υπάλληλος είδε πως κοίταζα· λαφιάστηκε, στράφηκε κι άμα το μάτι του πήρε το νιο, αμέσως μ’ άφησε ήσυχο με τα πούρα μου, τα τσιγάρα μου και τον καπνό μου. Ο νέος ήτανε από την Καμόρα και μάζωνε οπαδούς. Φοβήθηκε ο τελώνης. Γλίτωσα και γω από το φόρο.»

— «Για το κυριότερο δε μου έκαμες λόγο, για τη δημαγωγία σου. Τι σκέση έχει αφτή με τον προσσυμμελισμό σου στην Καμόρα;»

— «Σκέση μεγάλη. Εκεί άνοιξε ο νους μου. Είχα πάθει, από τον καιρό που παραίτησα τη Βενετιά, δυο δυσάρεστα σ’ ενός μήνα διάστημα, το πάθημα μου στο Κουϊρινάλε, και τώρα το τσάκωμα μου με τον τελωνάκο. Μα δεν τα ξεζούμιζε ακόμη ο νους μου, να βγάλω την ουσία του παραμυθιού. Στην Καμόρα, με δυο λόγια μου το ξεδιαλύσανε και μου το συγκεντρώσανε. Ό,τι κακό παθαίνει ένας λέφτερος πολίτης, το παθαίνει από το νόμο κι από το φόρο. Το λοιπό, να σας κι όλη μου η δημαγωγία, που για δάφτη δεν έχω πολλά να σας μάθω. Του κάκου! Είχα, φίλε μου, το πάθος· είχα και κάποια ιδιόφυτή μου ρητορική. Με τη ρητορική και με το πάθος, τους ξηγούσα κάθε φορά, στην αρχή σε λίγους, έπειτα σε πολλούς, έπειτα σε πλήθος αλάκαιρο»— και το χέρι του, φαρδιόπλατα, έδειχνε στο βάθος μακριά της σκηνής, συλλαλητήρια και όχλους — «τους ξηγούσα πως για να ζήσουμε ανεξάρτητοι, να μη μας καταπατούνε οι μεγάλοι, πρέπει να καταργήσουμε δυο πράματα, το νόμο και το φόρο. Άλλο δε χρειάστηκε για να πετύχω.»

— «Μπορούσες και πιο σκέτα να τους το διατυπώσεις. Συμπόσωσε το φόρο με το νόμο, που νόμος είναι και ο φόρος. Τότες δεν έχεις παρά ένα κεφάλι να κόψεις, το νόμο και φτάνει.»

— «Μη γελάτε, αφεντούλη μου, ψέματα δεν είναι αφτά που τους έλεγα. Μήπως ο νόμος, μήπως ο φόρος υπάρχουνε για τους πλούσιους, για τους αρχόντους; Υπάρχουνε για μας τους βαρκάρηδες. Και τι μου κουβεντιάζετε για δυο ή ένα κεφάλια; μου κάνει με κάποιο ανυπόμονο ύφος. Τι μου βγάζετε στη μέση, για το θεό σας, συμποσώματα και μαραφέτια; Είναι δουλειά μου αφτά. Εγώ ξέρω τι γυρέβει ν’ ακούσει ο λαός. Ο φόρος, ο νόμος, είναι πράματα που τα καταλαβαίνει ο καθένας. Κάλλια δυο να τους πεις παρά ένα, και κάλλια τρία παρά δυο. Μα το τρίτο, σαν τους βάλεις πρώτα εσύ δυο στο νου τους, το βρίσκουνε απατοί τους, και το τρίτο σημαίνει πως με το νόμο, με το φόρο πρέπει να πάει και η μοναρχία καλιά σης. Τα ‘χεις όλα τότες μαζί τα δικαιώματα του λαού. Εσύ αρχίζεις και χτυπάς· — «Ο νόμος, συμπολίτες μου και συναδέρφια, ο νόμος!..»

Γλίστρησε η ματιά μου προς το παράθυρο· έμελε σε μια ώρα περίπου να ξημερώσει·

— «Μην παθαίνεσαι! Συλλαλητήριο εδώ δεν είναι.»

— «Αρχοντούλη μου, να σας το μολογήσω και τούτο; Κάλπικο παρά για τα συλλαλητήρια δε δίνω, δε δίνω για τη ρητορική μου, μήτε για τα βροντοφωνήματά μου. Εμένα ο σκοπός μου ήτανε, το άχτι μου να βγάλω, να διει ο βασιλιάς, να του κοστίσει, και γω, στο παλάτι απ’ όπου με διώξανε, να μπω! Και μπήκα. Θα το ‘χεις διαβαστά κι η εβγενεία σου, πως δεν έχασα την ώρα μου στ’ ανάχτορα, πως άκουσα κάμποσα σπουδαία, πως έβαλα κι άλλα σπουδαιότερα στο χέρι. Κατάλαβες, η Σέλβα τι λέει; Να, φίλε μου, η σωστή δύναμη, που ρίχνει κάτω και ρητορικές και συλλαλητήρια· τα ντοκουμέντα που έκλεψα στο παλάτι! Γι αφτά να μου πεις. Τα ντοκουμέντα που θα τσακίσουνε τη μοναρχία. Τα ντοκουμέντα που δημοσιέβουνται άβριο…»

— «Και που σήμερα στην τζεπούλα σου θα τα φυλάγεις.»

— «Πώς το ξέρετε;»

— «Πού τ’ αφήνεις εσύ να χαθούνε σε ξένα χέρια; Είναι πολλά;»

— «Πέντε κομμάτια;»

— «Τόσα μόνο;»

— «Ναίσκε! Μα πρώτης αράδας, τσελεμπάκι μου!»

— «Πώς δε μου τ’ αποσάρωσες όλα;»

— «Μπα! Ορισμός σου! Κι άλλα εγώ σου φέρνω, φτάνει να προστάξεις.» Γέλασα με την πρόταση. Δούλεψη μου πουλούσε. Πρόθυμος ο βαρκάρης να κάμει το κέφι του παραφέντη.

— «Λοιπόν εσύ τώρα ξέρεις που βρίσκουνται και τ’ αποδέλοιπα;»

— «Πώς να μην το ξέρω, ψυχή μου; Εγώ στο Κουϊρινάλε, να, μπαινοβγαίνω. Πες σπίτι μου είναι. Αμέ; Όχι σαν τότες! Αχ! δε σου το ‘πα κιόλας. Το πιο νόστιμο. Άκουσε. Ο χρυσοντυμένος εκείνος, αφέντη μου, ο σκλάβος! Θυμάσαι; Τον πέθανα στο ξύλο, τον πέθανα στις χαστουκιές, και τονέ φώναζα Μπούφο! Μπούφο! εκεί που του τις κατέβαζα βροχή. Μήπως δεν του το είχα τάξει; Και τον άλλονε, τον ερίφη, με την ακρόασή του, ξέρεις τι του μαγείρεψα; Να, ζύγωσα, δίχως να με διει, του άρπαξα το ένα του τ’ αφτί, το δεξιό, και του το ‘κοψα, ζωίτσα μου, μ’ ένα ξουράφι, ενώ του έλεγα· — «Ζητώ ακρόαση, κύριε!»

— «Μπράβο σου! Βλέπω και δεν ξεχνάς τους παλιούς σου τους λογαριασμούς. Ωστόσο δε μου λες; Ένα πράμα δεν μπορώ να καταλάβω. Εσύ ο παντοδύναμος, ο πλούσιος εσύ, εσύ ο διχτάτορας, πως το καταδέχεσαι να κατεβείς σ’ ένα χρυσικάδικο, να κλέφτεις;»

— «Η μέθη, άρχοντά μου, η μέθη! Το κακό δεν το ‘καμα ποτέ μου, παρά μόνο επειδή κι είχα την εφκολία να το κάμω. Η εφκολία, πάντα η εφκολία. Μια και συνήθισες, αδύνατο να το στερηθείς, το κακό. Κλέφτω και μεθώ. Κλέφτω για τη χαρά, για το καμάρι, για την απόλαψη τη μυστική, για τη δύναμη που σου δίνει το δαχτυλίδι, για την εξουσία, κι ακόμη πιο πολύ για το συναίστημα της εξουσίας που του χρωστάς. Να, τι να τα πολυλογούμε; το δαχτυλίδι σου τα φταίει όλα. Μαζί του δε χορταίνεις. Πώς γίνεται να χορτάσεις; Το ένα το κακούργημα τρέχει τρέχει πίσω από το άλλο — με την ορεχτική του τη μυρωδιά, τρέχεις κατόπι του και το χάφτεις, και πειδή τρέχεις, πάντα πεινάς!»

— «Το καλό δεν το στοχάστηκες ποτέ σου να το κάμεις;»

— «Πώς δεν το στοχάστηκα; Οι παράδες που σκορπίζω, για το καλό δεν είναι;»

— «Όπως το πάρει κανείς. Τα καλλιτεχνικά όμως εδώ, τα χρυσαφικά, βέβαια πως στα συλλαλητήρα δεν τα πετάς.»

— «Εκείνα, εγώ τα κάνω συλλογή· τα κρατώ για μένα και τα κοιτάζω.»

— «Ή τα μοιράζεις στα θηλυκά σου;»

— «Όχι δα! Τέτοια φίνα πράματα! Τους χαρίζω διαμάντια στα θηλυκά.»

— «Τη γυναίκα σου, ολότελα την παραίτησες;»

Ο Σίλβιος κοντοστάθηκε. Γύρισε το πρόσωπό του. Έπειτα συνήρθε.

— «Τη γυναίκα! Της σκότωσα τον πατέρα της. Δε μου στρέγει να με ξαναδιεί μπροστά της, δίχως να ξέρει πως εγώ της τον ξεπάστρεψα. Προτιμώ να τη βλέπω και να μη με βλέπει. Σ’ αφτό μου χρησιμέβει το δαχτυλίδι. Κάθε μήνα πάω και της αφήνω παράδες, ή και κανένα χρυσαφικό, απάνω στο τραπεζάκι της, μ’ ένα χαρτί· Από το μέρος του Μαρίνου σου!»

Συγκινήθηκα. Μα το ‘κρυψα. Παράξενος άθρωπος! Τι να γίνει; Καιρός πια δε μας απόμνησκε. Κόντεβε να χαράξει. Και σηκώθηκα.

— «Τώρα πια, φίλε μου, τέλειωσε που τέλειωσε η κωμωδία. Και η κουβέντα μας τελειωμένη, θα πιάσεις άλλη κουβέντα με τις αρχές.»

— «Θα με παραδώσεις; Εσύ; Δε γίνεται!»

— «Συφωνημένος με το νοικοκύρη, με τον Καστέλλη, να φωνάξω, να μπει μέσα το πρωί με δυο φύλακες!»

— «Αφέντη, αφέντη, θα ‘τανε προδοσία, που εσύ δεν μπορείς να τη φορτώσεις στην ψυχή σου. Συλλογίσου το καλά. Το δαχτυλίδι σου, το δικό σου, όλα τα φταίει. Όλα!»

— «Να σου πω! Ξεκομμένα. Φέρε τα χαρτιά που βαστάς στην τζέπη σου. Ειδεμή, λόγο δεν ακούω.»

Αποσβολώθηκε.

—«Α δε μου τα δώσεις θελητά, σου τα παίρνω κι έτσι.»

— «Να σου τα!»

Μέτρησα. Πέντε σωστά.

Ο Σίλβιος απόμεινε σα χαντακωμένος, όταν είδε με ν’ ανάψω σπίρτο, να κάψω τα χαρτιά, κι ούτε πρώτα να τα διαβάσω!

Έτσι γλίτωσε η μοναρχία.

— «Τώρα, ένα μόνο μπορώ για σένα. Θα φύγω δίχως να μηνύσω του Καστέλλη. Εσύ πια βολέψου, κάμε καλά, δουλειά δική σου· φτάνει εγώ εδώ να μην είμαι.»

Και μόλις που του απόσωσα το λόγο, άφαντος γίνουμαι και βγαίνω από το σπίτι. Ποτέ μου πια δεν τον ξαναείδα, το Σίλβιο. Ξέρω μονάχα πως τη στιγμή που τον άφησα, προσπάθησε, από παλιά του συνήθεια, να βγει απαρατήρητος όξω, μα δεν είχε πια το δαχτυλίδι, και τον έπιασε ο νοικοκύρης με τους δυο φύλακες. Αναγνωρίσανε το δημαγωγό, καταλάβανε πως είναι ο κλέφτης. Έμελε η δουλειά να καταλήξει σε μια δίκη που τη φαντάζεται πια καθένας. Περιττό να προστέσω πως γλίτωσε πολύ γλήγορα ο Σίλβιος. Λένε πως ο λαός, πως η Καμόρα του δώσανε χέρι. Θα βοήθησε περσότερο θαρρώ η Κυβέρνηση, μ’ ένα λόγο που θα είπε κι ο βασιλιάς. Φυσικά. Προτιμούσανε να μη μαθεφτούνε μερικά πράματα.

Εγώ έλαβα την ανταμοιβή μου από τον Καστέλλη, που μου σκάλισε πια ένα ωραίο βραχιόλι. Απαρηγόρητος ακόμη για τα παημένα τα χρυσαφικά, για τους χαμένους τους παράδες·

— «Όλα μου, όλα τα χρήματά μου!»

Εννοούσε τα χρήματα που είχε στο σερτάρι του γραφείου του, όχι εννοείται όσα είχε στην τράπεζα. Μα δεν πείραζε. Το βραχιόλι του, βέρο αριστουργηματάκι.

Το ‘δωσα της Μυρίνας μου, το ίδιο βράδυ που μου το φέρανε. Ήμουνε ακόμη ζαλισμένος, βαζιεστισμένος, αηδιασμένος απ’ όσα έμαθα με το Σίλβιο, από τους φόνους, τις κλεψιές και την απάτη. Γύρεβα ησυχία, γύρεβα λίγη αλησμονιά. Να ξεχάσω τον κόσμο μια στιγμή. Να μην υπάρχει πια ο κόσμος για μένα. Στον ουρανό να βρεθώ, αν μπορούσα, μέσα στον αιθέρα, να μη βλέπω παρά αιθέρα γύρωθέ μου!

Παρακάλεσα τη Μυρίνα μου να μου παίξει πάλε το βιολί της, ν’ ανασάνω. Αχ! τι γαληνόψυχα που έπαιζε τη βραδιά εκείνη! Άξαφνα μια ιδέα μου πέρασε από το νου. Παίρνω και της βάζω το δαχτυλίδι. Έπειτα το γυρίζω. Και την παρακαλώ, την παρακαλώ να μην πάψει το βιολί της. Αχ! την ηδονή την άφραστη που απόλαψα τότες με τη Μυρίνα! Την άκουγα, δίχως να τη βλέπω, την άυλη, την αιώνια, την αθώρητη μουσική που κυβερνά όλα και όλα.



Παρασκεβή—δεφτέρα, 22 - 26 του Άη Δημήτρη, 1909.





ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ

ΤΡΙΜΥΘΙΑ


Γ’

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά κ. αρ. 441, 10 του Τρυγητή, 1911.)



Αφιερώνεται του Πάολου Αιμίλιου Παβολίνη.



Εκείνη τη βραδιά, η Μυρίνα, στη Ρώμη, όταν έπαιζε αθώρητη το βιολί της, μου είπε, αφού τέλειωσε το σκοπό της, πως ενώ έμνησκε κρυμμένη, ένιωθε μέσα της κάτι πολύ περίεργο, ένιωθε πως μ’ αγαπούσε περσότερο ή σαν προτιμάτε, αλλιώς παρά που μ’ αγάπησε ως τότες, δηλαδή πιο αναμεταξύ μας εμάς τους δυο, πιο αποτραβηγμένα μας και κουκουλωμένα, πιο εσώψυχα, το λοιπόν πιο μυστικά, πιο γλυκά. Τη ρώτησα τη χρυσή μου, γιατί έτσι.

— «Γιατί, μου αποκρίθηκε, με το δαχτυλίδι, κανένας δε με βλέπει. Δε βλέπει τότες κανένας, πώς και πόσο σε αγαπώ. Τη στιγμή εκείνη, γι’ άλλονε στον κόσμο δεν υπάρχω, υπάρχω μόνο για σένα. Οι άλλοι νομίζουνε πως δεν είμαι πια· μόνος σου εσύ το ξέρεις πως είμαι και πού είμαι. Αχ! τι καλά! — και πήδησε άξαφνα σαν το παιδάκι. — Φαντάσου! Γίνουμαι άφαντη συνάμα και παντουπαρούσα. Ψυχή μου εσύ! Πάντα και πάντα μαζί σου! Τι χαρά! Να μπορούσα παντοτινά μου να φορώ το δαχτυλίδι! Μαζί σου θα ήμουνε, χωρίς να το υποψιάζεται κανένας. Μαζί σου, Εσύ, ακόμη και σαν τα μάτια σου δε με θωρούνε. Και με ακράτητο πάθος, από την ηδονή της, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου, κι αντιφιληθήκαμε τρελά.

Λοιπόν, αφού η Μυρίνα μου το ήθελε, είπα τώρα και γω να βαστάξω το δαχτυλίδι, να μην το πετάξω δέφτερη φορά. Μου πέρασε από το νου κι άλλος ένας λογισμός, όχι τάχα πως αν προσπαθούσα και πάλε να το ξεφορτωθώ, θα το ‘βρισκε ίσως κανένας Σίλβιος, νούμερο δυο, ή το χερότερο καμιά Σίλβια, μα στοχάστηκα πως αλήθεια, ίσια ίσια επειδή με το δαχτυλίδι κατόρθωνε κανείς άψε σβήσε τόσα κακά, τόσους φόνους, τόσες κλεψιές, περίφημα θα μπορούσε, θα είχε τη δύναμη, φτάνει να είχε τη θέληση, να καταφέρει άπειρα καλά, φτωχούς να πλουτίσει, αδικίες να διορθώσει, τι λέω; να λυτρώσει λαούς, τον άθρωπο να καλυτερέψει. Δημαγωγός εγώ δεν είμαι· τα μυστικά του Κράτους, που λογάριαζε ο Σίλβιος να τα δημοσιέψει, για να βγει διχτάτορας αφτός, μπορούσανε, μ’ έναν πιο τίμιο άθρωπο, να ξεπερετήσουνε αψηλότερους σκοπούς. Μ’ ένα λόγο, μπορούσε, χρωστούσε κιόλας να δοκιμαστεί αν ήτανε δυνατό να χρησιμέψει του δαχτυλιδιού η αρετή για το Καλό.

Είπα της Μυρίνας αμέσως τι θέλω. Κι αμέσως η φαντασία της πήρε δρόμο. Με τα μάτια της, που έλαμπε μέσα τους η καλοσύνη, έβλεπε από τώρα όλη τη γης εφτυχισμένη, οραματιζότανε πια την αθρωπότητα σ’ ένα πέλαγο φως, λυτρωμένη όπως τη θωρούσε από το σκοτάδι του Κακού.

— «Κοίταξε, κοίταξε, μου έλεγε το ταίρι μου τ’ αγαθό, κοίταξε με το δαχτυλίδι τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε, τι δε μας είναι βολετό. Οι κακομοιριασμένοι κάθε λογής που ντρέπουνται και κρύφτουνται, ή που απομνήσκουνε άγνωστοι στον κόσμο, εμάς δε θα μας ξεφύγουνε. θα πάμε ως τις αποτραβηγμένες τις καλύβες, μέσα θα μπούμε και θα διούμε όσα δε θέλουνε να δείξουνε στους ξένους. Φαντάσου, φως μου εσύ! Ως κι ο πόνος, κρυφό κανένα δε θα ‘χει για μας. Έχει την αιδωσύνη της η ψυχή μας. Σκιάζεται να φανεί μπροστά στους άλλους. Όταν όμως είναι μόνος του ο σεκλετιασμένος, τότες τολμά κι αναστενάζει. Εμείς θ’ ακούσουμε τον αναστεναγμό του, εκεί που μήτε νιώθει την παρουσία της βοήθειας της αόρατης. Εμείς θα παρηγορήσουμε τους αναστεναγμένους. Αχ! εσύ μου, παράδεισο θα την κάμουμε την οικουμένη εμείς οι δυο.»

Εγώ, στα λόγια, στην πίστη, στο θρήσκο το ύφος της Μυρίνας δεν έδινα ίσως τη δεούμενη προσοχή. Πάντα ήμουνε λιγάκι σκεφτικός, όπως λέγανε οι πυρρωνιστές.

— «Νομίζεις τάχα, πουλί μου, πως θα μας φέρει αποτελέσματα σημαντικά το δαχτυλίδι, αν πιάσουμε τη δουλειά καθώς το λες; θαρρώ πως δε θα τα βγάλουμε πέρα.

— «Γιατί, γιατί να μιλάς έτσι; Άμα κανείς απελπίζεται, πάει, έχασε τη δύναμη της δράσης.»

— «Μα μήπως δε συφέρνει, Μυρίνα μου, και να ξέρεις πρώτα πρώτα, η δράση σου ως πού φτάνει; Με το σύστημα σου πελαγώνουμε. Γιατί κοίταξε· μπορούμε βέβαια να βοηθήσουμε πολλούς, όλους δεν μπορούμε.»

— «Θα γυρέψουμε να τους βοηθήσουμε όλους, και φτάνει να το γυρέψουμε, για να το καταφέρουμε.»

— «Δηλαδή, θα πάμε σε μια δυο καλύβες, θα πάμε σε δέκα, σ’ εκατό· εκατό άρρωστους, εκατό δυστυχισμένους θα γιατρέψουμε, θα σώσουμε. Κι έπειτα;»

— «Δεν είναι κάτι κι αφτό, φίλε;»

— Δεν έλεγε η Μυρινούλα μου πως θα κάμει παράδεισο την οικουμένη; Δυο τρεις καλύβες, ένας ψωριάρης, πέντε κακομοιριασμένοι, αν κατορθώσουμε κιόλας να τους χαρίσουμε μιαν αχτίδα φως, μεγάλο παράδεισο δε θ’ αποτελέσουνε. Ας αφήσουμε μάλιστα όσους θα μας σταθεί αδύνατο, ας είχαμε και χίλια δαχτυλίδια, ν’ αλλάξουμε την τύχη τους, δηλαδή την αρρώστια ή τον καημό τους.»

— «Τι θα γίνουμε τότες;» μου αναστενάζει με το θάρρος της τσακισμένο η Μυρίνα.

— «Εγώ λέω να το βολέψουμε αλλιώς. Το ποσό του καλού στον κόσμο είναι μεγαλύτερο από το ποσό του κακού. Ειδεμή ο άθρωπος δε θα ζούσε. Αφού ζει, σημαίνει πως η ζωή του είναι προτιμότερη από τα βάσανά της, δηλαδή πως είναι πιο καλή παρά που είναι τα βάσανα κακά, δηλαδή πως συμποσώνοντας τα κακά και τα καλά, τα καλά πάντα πρωτοστατούνε. Μην τρομάζεις με τέτοιες λέξες βαθιές. Είναι η φιλοσοφία μου απλή και παρηγορητική συνάμα. Τώρα θα διεις κιόλας πού θα κατασταλάξουμε. Το κακό δεν είναι μονάχα λιγότερο από το καλό. Είναι και κατώτερό του. Κατώτερο, επειδή έχει αρνητική δύναμη, ενώ το καλό έχει θετική. Σε ζάλισα; Μην το πιστέβεις. Άκουσε ακόμη δυο λογάκια, για να ξαστερωθούνε όλα όλα. Είσαι ωραία. Και μήπως τ’ ωραίο δεν είναι μια όψη του καλού; Ας υποθέσουμε όμως, που να μη φέξει, πως βγήκες δίχως το πανωφοράκι σου εχτές το βράδυ και συναχώθηκες — το ηλιοβασίλεμα στη Ρώμη δε χωρατέβει. Να σου άξαφνα το λοιπό που η άκρη της μυτίτσας σου της κλασικής, φουσκώνει μια σταλούλα και κοκκινίζει…»

— «Μην ξακολουθήσεις. Κατάλαβα. Τότες πια, με την κόκκινη τη μύτη, δε μ’ αγαπάς. Αφτό είναι το κακό!»

— «Σ’ αγαπώ χίλιες φορές περσότερο!...»

— «Άσκημη, θα μ’ αγαπήσεις;»

— «Δεν είπαμε πως ασκήμηνες. Μα κι άσκημη να ήσουνε, θα σε λάτρεβα το ίδιο, ίσως παραπάνω.»

— «Τα λες, να με ησυχάσεις. Γιατί πώς γίνεται να μ’ αγαπάς το ίδιο με μιαν αδυναμία τέτοια σαν την ασκημιά;»

— «Όταν αγαπά κανείς με τα σωστά του, αγαπά ως και την αδυναμία της αγαπημένης.»

— «Σε τσάκωσα. Το μολογάς τώρα πως η ασκημιά είναι αδυναμία!»

— «Σα θέλεις. Είναι όμως αδυναμία που δε μοιάζει να την έχεις.»

Χαμογέλασε.

— «Μα πού θα την απολάψω, κύριε, άμα συναχωθώ!»

— «Η μυτίτσα σου θα την πάθει, όχι εσύ!»

— «Θ’ ασκημήνει αλήθεια;»

— «Η άκρη της. Αναντίλεχτο. Πώς να μην ασκημήνει; Το συνάχι, σαν κακό που είναι, λιγοστέβει το καλό, που είναι της μύτης σου η κλασικάδα. Το κακό δεν είναι παρά ένα κάποιο λιγόστεμα του καλού. Είναι δύναμης αρνητικής...»

Τις δυο στερνές μου φρασούλες δεν τις πρόσεξε η Μυρίνα. Η πρώτη μονάχα της χτύπησε τ’ αφτί, για τη μυτίτσα. Ταράχτηκε. Αθώα, νόστιμη, κωμική συγκίνηση χαράχτηκε στο πρόσωπό της·

— «Αχ! πώς να κάμω, για να μη συναχωθώ ποτέ μου, ποτές;»

— «Πολύ έφκολο. Τα συνάχια και οι θέρμες της Ρώμης προέρχουνται από τη μαλάρια. Ε μαλάρια σήμερα ξέρουνε τι πράμα είναι. Είναι μικρόβιο. Άμα καταστρέψεις το μικρόβιο, κατάστρεψες και το συνάχι.»

— «Αχ! το σιχαμένο! Να το καταστρέψεις, ψυχίτσα μου!»

— Αμέ! Αφτό σου λέω τόση ώρα. Το καλό, δεν έχεις ανάγκη καμιά να το δημιουργήσεις. Το καλό είναι απαρχής δημιουργημένο. Το καλό υπάρχει αφτό καθαφτό. Έχει έναν εχτρό μονάχα, το κακό, που είναι η άρνησή του. Για να υπάρξει, για να βασιλέψει απείραχτο ή τουλάχιστο μεγαλύτερο το καλό, πρέπει όπου κι όσο μπορέσεις, το κακό να χτυπήσεις.»

— «Θα γλιτώσει πια τότες κι η μύτη μου...»

— «Από το συνάχι; Να γλιτώσουμε, φως μου, κι από τώρα. Να ‘ρθούμε πια και στο συμπέρασμα της φιλοσοφικής μας της κουβέντας. Έλα ν’ αφήσουμε τη Ρώμη. Ας τραβήξουμε στην Ανατολή μας, όπου το ηλιοβασίλεμα είναι λαμπρό κι ακίντυνο. Ας πάμε μάλιστα ως την Ασία, που στάθηκε του δαχτυλιδιού μας η πατρίδα. Εκεί θαρρώ πως θα βρούμε κατάλληλη αφορμή να ξολοθρέψουμε κάμποσο κακό, να δώσουμε καλό παράδειγμα και της Εβρώπης.»

— «Πες! Πώς θα είναι; Τι θα γίνει;»

— «Έτσι, αμέσως, να σου το μάθω; Δεν πρέπει τάχα να ‘χεις και τη γλύκα;»

Η Μυρίνα με κοίταξε με τα μάτια της τα τρυφερόλαμπα·

— «Μαζί σου, παντού και πάντα, όπου με πας, όπως θέλεις!»

Και χύθηκε στην αγκαλιά μου.

Είχα κρατήσει, κρύφιο το σκοπό μου. Ήξερα — μα ποιος δεν ήξερε τότες; — πως ζούσε στην Ασία, σ’ ένα κράτος από τα μεγαλύτερά της, ένας σουλτάνος, ένας τύραννος πού ίσως και να μην είδε το ταίρι του ο κόσμος. Νομίζει κανείς πως για να το καταφέρει ένας άθρωπος να κυβερνήσει έναν τόπο αλάκαιρο, χωρίς ο τόπος να σηκώσει κεφάλι, όσο άδικη, όσο βάρβαρη κι αν είναι η κυβέρνησή του, πρέπει ένας τέτοιος άθρωπος να είναι τουλάχιστο πιο έξυπνος από τους άλλους. Ο σουλτάνος που λέμε ήτανε ξεναντίας ο πιο μπουνταλάς. Όχι δηλαδή πως στον τόπο εκείνο υπάρχει χωριστή ξυπνάδα. Ο Ασιανός, στο φέρσιμό του όπως και στην αντίληψή του, είναι πάντοτες σα μωρό. Μα πιο μωρό απ’ όλους φαινότανε ο σουλτάνος, επειδή έχοντας περσότερα μέσα να φανεί έξυπνος, είχε περσότερα να φανεί και κουτός. Ένας γίγαντας πάντα θα σου γεμίσει πιο πολύ το μάτι από έναν τζουτζέ. Η κουταμάρα του αφάνταστη. Και πώς να είναι κανείς τύραννος, χωρίς να είναι η κουταμάρα του βουνό; Απαράλλαχτα σα να 'σκαφτε τον τάφο του με τα χέρια του, αφού το ξέρει πως θέλει δε θέλει θα τσακιστεί, θα πέσει ο τύραννος μια μέρα, ίσια ίσια επειδή και τύραννος είναι, ώστε αν είχε τόντις πνέμα, θα παραιτιότανε ο ίδιος από την τυραννία.

Ο δικός μας έδειχνε την ανοησία του στα παραμικρά, δηλαδή στα πράματα ή στα πραματάκια που κι ο πιο φτωχός θ’ αγοράσει, για να τα βάλει σπίτι του, στην κάμερή του ή και για να τα ‘χει απάνω του. Από κει γνωρίζεις όλο τον άθρωπο, αφτά σου φανερώνουνε τα γούστα του, σου καθρεφτίζουνε την ψυχή του, τα εσώψυχά του, καλέ, σου ξεσκεπάζουνε και τα εσώσαρκά του ακόμη. Μια σουγιά, ένα μολυβοκόντυλο, ένα κάδρο, μια κορνίζα, ένα τίποτις, να, ως και το χρώμα του τσουραπιού σου, αρμονικά συνεδένουνται μ’ όλο σου το είναι και μας το εξωτερικέβουνε.

Ο σουλτάνος μας έρωτα είχε, είχε μανία για τα μπαλσαμωμένα τα ζώα. Λογιώ λογιώ τα μάζωνε. Τίγρηδες, λύκους, αλεπούδες, καμήλες, στρουθοκαμήλους, ελέφαντες, λιοντάρια, γάτες, σκυλιά, χαμωλέοντες, αγελάδες, τάβρους, λαγούς, τι δεν έβλεπες στα θεόρατα παλάτια και στ’ απέραντα περβόλια του Σουλτάνου; Λες και για λόγου του δεν ύπαρχε η ζωή, δεν ύπαρχε η δημιουργία, δεν υπάρχανε μήτε τα περβόλια που όσο χτενισμένα κι αν ήτανε, ήτανε τουλάχιστο ζωντανά. Το μόνο που πήγε και ξεσκάλισε στην πλάση, το μόνο που του άρεζε, το ψόφιο. Αγαπούσε ακόμη τα ρολόγια τα κρεμαστά ή τα στητά, που έχουνε μέσα τους έναν κρύφιο ιδιαίτερο μηχανισμό, και κάθε φορά που η ώρα σημαίνει, βγαίνει ένας κούκος και κράζει, ανοιγοσφαλνά τα φτερά του ένα πουλάκι μαλαματένιο ή περνά ένα τρένο με τη μηχανή του, ή κανένας ελάχιστος καταρραχτάκος χύνει από ένα βράχο μικροσκοπικό τα τιποτένια του τα νεράκια. Τόσο του στρέγανε τέτοια μπόσικα παιχνίδια, που πρόσταξε μια μέρα να του φτιάσουνε σουλτάνο κερένιο, να του μοιάζει απαράλλαχτα, και τον έβαζε πότε στη θέση του στ’ αμάξι, πότε σ’ έναν πάγκο του μπαξέ, να ‘ρχουνται να τον προσκυνούνε.

Όλη του η ζωή μια ψεφτιά. Δηλαδή, με τις απλοϊκές του ιδέες, άλλο δεν καταλάβαινε παρά το ψέμα και το φόνο. Με το ψέμα γελούσε τους Εβρωπαίους. Με το φόνο ξεπάστρεβε τους ντόπιους, φτάνει να του περνούσε υποψία, πως εχτροί του είναι.

Το πιο περίεργο, που τόσο χοντρά, πρόστυχα μέσα του πετυχαίνανε μια μορφιά. Στρατό της αθρωπιάς δεν είχε, δεν μπορούσε να ‘χει, αφού έγδερνε το λαό του. Απλοϊκό σύστημα και τούτο· για να γεμίσει τις κάσες του, άδειαζε τις κάσες των αλλωνώνε. Πώς να κάμει όμως ν’ αντισταθεί στους γειτόνους, που ο καθένας τους λιμπιζότανε τ’ όμορφο το βασίλειο, και πώς, ακόμη πιο δύσκολα, να ξεφύγει από τα νύχια τ’ αρπαχτικά που κατεβάζανε στο πετσί του τα χέρια τα γιγαντένια των ηγεμόνωνε της Εβρώπης; Γλίτωνε περίφημα ο Σουλτάνος με τα ψέματα. Το κάτεχε πως όλοι τους είχανε την ίδια όρεξη, πως όλοι τους μαγερέβανε τα ίδια εναντίο του. Το λοιπό, τους έλεγε σ’ όλους τις ίδιες ψεφτιές. Έλεγε του Γερμανού πως ο Ρούσσος λαχταρούσε να του προτείνει συμμαχία, του Ρούσσου πως του την πρότεινε κιόλας ο Γερμανός. Παρόμοια φιτίλια έβαζε του Άγγλου, του Γάλλου και του Ιταλού. Ο Ιταλός, ο Γάλλος, ο Άγγλος, ο Ρούσσος, ο Γερμανός, στραβοκοιταζόντανε αναμεταξύ τους, ενώ χάζεβε και ραχάτεβε ο Σουλτάνος.

Έτσι το κατάφερνε, χωρίς να ‘χει δύναμη καμιά, να τον αφήνουνε οι Εβρωπαίοι, να σκοτώνει τους υπηκόους του σαν τον ξεφρενιασμένονε. Μα δε σκότωνε από τρέλα. Σκότωνε από υπολογισμό. Αρχάριος υπολογισμός· για τούτο και πιο σίγουρος. Άμα κανένας σ’ ενοχλεί, πως θα τον ξεφορτωθείς; Με μια μαχαιριά. Ή με μια τουφεκιά. Δεν πειράζει ο τρόπος. Φτάνει να λείψει ο λεγάμενος από τη μέση. Μια μέρα περπατώντας στον μπαξέ του, σα να του φάνηκε πως πίσω από ένα χαμόδεντρο κάτι σάλεβε. Τραβά το πιστόλι του και χτυπά. Ήτανε η κόρη του, ένα κοριτσάκι δέκα χρονώ που έπαιζε και κρυβότανε. Ξαπλωμένη νεκρή κατά γης. Μη νομίζετε πως το πάθημα του στάθηκε μάθημα. Δε συλλογίστηκε ούτε τ’ άλλα τα παιδιά ούτε τους άλλους τους πατέρες. Ζούσε μια φυλή στο Σουλτανάτο, οι Μεμένηδες, χριστιανοί στην πίστη τους, που από αιώνες τους κατατρέχανε, τους καταπατούσανε, τους βγάζανε το πετσί, την ψυχή και τα κόκκαλα, τους βγάζανε, να μην ξεχνούμε, και τον παρά. Του πέρασε ιδέα του Σουλτάνου πως οι Μεμένηδες ετοιμάζανε συνομωσία εναντίο του. Δε σήκωσε την αστυνομία στο ποδάρι· δε γύρεβε να βρει τις κεφαλές — αν υπάρχανε δηλαδή κι αν ύπαρχε συνομωσία. Γύρεψε τα κεφάλια. Του είχανε πει πως η συνομωσία λογάριαζε τους οπαδούς της στην πρωτέβουσα και σε μια επαρχιακή πολιτεία. Διαταγή αμέσως να σφάξουνε, όσους Μεμένηδες είχανε καταγραμμένους τ’ αστικά τα κατάστιχα της επαρχιακής πολιτείας και της πρωτέβουσας. Όλοι μαζί τρακόσιες χιλιάδες. Κόψανε το λοιπό τρακόσιες χιλιάδες κεφάλια. Μοναδικό μέσο για να κοπεί και η κεφαλή της συνομωσίας, που ίσως και κορμί να μην απόλαψε ποτέ της. Η Εβρώπη καταήπιε τις σφαγές.

Μπορεί ωστόσο να μην τις κατάπινε ο Σουλτάνος ο ίδιος. Αφτός ο άθρωπος δε ζούσε, που να πεις, έτρεμε. Μια τρομάρα η ζωή του από το πρωί ως το βράδυ, κι ακόμη περσότερο από το βράδυ ως το πρωί. Θα πέσει όξω πέρα για πέρα, όποιος θαρρέψει πως ήσυχο δεν τον άφηνε η συνείδησή του. Ήσυχο δεν τον αφήνανε οι σφαγές, όχι από το κρίμα, παρά μόνο και μόνο από την εφκολία τους. Μάλιστα. Τόσο έφκολο τόντις του καταντούσε να σφάζει, που φυσικά έλεγε με το νου του πως κι οι άλλοι με την ίδια την εφκολία μπορεί να τον ξεκάμουνε. Κι ότι το στοχαζότανε, κέρωνε από το φόβο. Περίεργα τα ψυχολογικά του. Η όψη του είχε μια έκφραση αμίμητη, ελεεινή, σαν του ζητιάνου που ενώ το χέρι του ζητιανέβει, τα μυσείδια του μοιάζει σα να σου ζητούνε συμπάθιο για την τόλμη. Έτσι κι ο παντοδύναμος, που τίποτα δεν του ήτανε να φονέβει χιλιάδες αθώους, κατόπι, με το κεφάλι σκυμμένο, με πρόσωπο μίζερο και κλαψιάρικο, παρακαλούσε λες τα θύματά του, να τονέ λυπηθούνε, να διούνε την κατάστασή του, να μην τον αναγκάζουνε να τους σκοτώνει, για να μην τυραννιέται ύστερις από την ιδέα πως μπορεί να ‘ρθει κανένας να τον πνίξει από ξεγδίκηση.

Εγώ τα ήξερα όσα ο Σουλτάνος έκρυφτε στους άλλους, όσα κρύφτανε οι παραστεκάμενοί του, ήξερα πως στο φυλαγμένο, στο φρουρισμένο του το παλάτι, δεν έβρισκε κάμαρα να κοιμηθεί, άλλαζε κάθε μέρα, μήπως μάθουνε πού πλαγιάζει και γιουρουντίσουνε. Το πιο απίστεφτο, αφτός που από το φόβο του πάντα είχε ανάγκη να είναι μαζί του κόσμος, προτιμούσε να κλειδώνεται, να μνήσκει μόνος τη νύχτα για περσότερη ασφάλεια. Μα και τούτο δεν του πέτυχε. Διόλου δεν απόρησα όταν ένα πρωί διαδόθηκε στ’ ανάχτορα η φήμη, πως κόντεβε ο Σουλτάνος να τρελαθεί με τα σωστά του. Το πρόσμενα κιόλας. Δειλός καθώς ήτανε, του ακολουθήσανε κάτι πράματα που κι οι πιο γενναίοι θα τα χάνανε. Λέγανε δηλαδή πως εδώ περίπου και μια βδομάδα, τα μεσάνυχτα, κάθε μεσάνυχτα, ό,τι μέρος του παλατιού κι αν είχε διαλέξει για τον ύπνο του ο Σουλτάνος, αγάλια γάλια, σαν το φύλλο που μόλις σαλέβει μ’ ένα χάδι ζεφυρένιο, σαν του πουλιού το φτερό που ξεκολνά και πέφτει απάνω στο χορτάρι απαλά, ένα ψιθύρισμα, μια πνοή, ένα φύσημα τόσο σιγανό που το ‘παιρνε δεν το ‘παιρνε τ’ αφτί σου, άρχιζε να σέρνεται χάμω, έπειτα ν’ ανεβαίνει, να κατεβαίνει, να κινιέται, να τρέχει δώθε κείθε, στους τοίχους, στις τέσσερις γωνιές, στο κρεβάτι, στα παπλώματα, στη μούρη του Σουλτάνου και να λέει ολοένα τα ίδια, πάντα σαν ξεψυχισμένη, σαν πεθαμένη φωνή·

— «Φονιάς! Είσαι φονιάς! Φονιάς που φόνεψες και που θα φονεφτείς. Θα σε φονέψουνε, φονιά. Θα σε φονέψουνε σήμερα. Θα σε φονέψουνε άβριο. Θα σε φονέψουνε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Φονιά, η φωνή μου θα σε φονέψει. Φονιά φονεμένε! Φοβοφαγωμένε φονιά!»

Ο Σουλτάνος πάγωνε. Αν η φωνή μιλούσε δυνατά και δυνατά φοβέριζε, βροντή α γινότανε, ίσως λιγότερο να τον αποσβόλωνε το Σουλτάνο, ίσως να ‘κανε και κουράγιο. Σαν είναι η φωνή χοντρή, θαρρείς πως μπορείς να την πιάσεις, θαρρείς πως βλέπεις στα μάτια σου τον κίντυνο. Εδώ τίποτα. Το αόρατο, ακατάπαφτο, άπιαστο ψιθύρισμα σε ζούρλαινε. Κι αδύνατο να μην τ’ ακούσεις. Στη βαριά τη φωνή, τυχαίνει κάποτες και να μην προσέξεις. Πρόσεχες στην άλληνε, ίσια ίσια γιατί στην αρχή δεν ξεδιάκρινες τον ήχο, δεν ήξερες τι σημαίνει και λαχταρούσες να το μάθεις. Μια φορά τόσο δαιμονίστηκε ο αθεόφοβος που δεν κρατήθηκε·

— «Άνοιξε, παρακαλούσε, άνοιξε το στόμα! Ν’ ανασάνω!»

Τι δε στοχάστηκε για να γλυτώσει; Έφερνε αθρώπους, έβαζε δούλους να πλαγιάσουνε χάμω, κάμαρες άλλαζε δυο τρεις φορές την ίδια νύχτα. Δε φελούσε. Όσο περσότερο πάσκιζε να την αποφύγει, τόσο περσότερο πεισμάτωνε η φωνή. Δεν της έφτασε το σκοτάδι. Μέρα μεσημέρι, άρχιζε τώρα να τον κατατρέχει, πάντα με το ίδιο το ψιθύρισμα, και να βουβαίνουνται οι παραστεκάμενοι τριγύρω του όλοι, ότι που αφουκραζόντανε τον άφαντο κρότο, έναν κρότο άκροτο, ψιλούτσικο, αλαφρό, σαν του χαρτιού που το νύχι σου το τσουγκρανίζει. Την πρώτη φορά που ακολούθησε αφτό, λιγοθύμησε ο Σουλτάνος, έπεσε κάτω. Δεν το πρόσμενε, να τον κυνηγά η κατάρα και με τον ήλιο ακόμη. Μια πρωινή πάλε, που στη σάλα του θρόνου, είχε υποδοχή και τον προσκυνούσανε οι ξένοι πρέσβηδες με τη σειρά, μαζί με τους υπουργούς, τους μεγιστάνους του Κράτους, εκεί που πήγαινε ο δραγουμάνος να τους εφκαριστήσει από το μέρος του αφέντη, κι ο αφέντης εβνοϊκά, κουνούσε το χέρι να τους αποπέμψει, να, στη μέση της σάλας, η φωνή, με τα λόγια της τρομάρας, τα λόγια που στη βαθιά, τη γενική τη σωπασιά, σερνόντανε σαν το φίδι ανάμεσα στα ξερόφυλλα·

— «Φονιά! Είσαι φονιάς! Φονιά προσκυνάτε που φόνος θα τον έβρει!»

Πέτρωσε ο κόσμος. Ο Σουλτάνος σωριάστηκε στου θρόνου τα σκαλοπάτια. Μπροστά στους ξένους, μπροστά στους δικούς του, δεν ντράπηκε — πού να ντραπεί πια; — τον πήρανε τα κλάματα και σαν το παιδί το ανήμπορο, το αρρωστημένο, αναστέναζε κι έλεγε·

— «Βαστάξτε με! Μη μ’ αφήσετε! Σώστε με, στο θεό σας. Λυπηθείτε το βασιλιά σας!»

Ύστερις από τέτοια ταπεινά παρακάλια, φυσικό να γίνει κιόλας ότι έγινε αμέσως, την αβριανή. Τρεις μέρες με την αράδα, διαταγή να κόψουνε στην πρωτέβουσα εκατό χιλιάδες κεφάλια. Εννοείται. Άμα ο Σουλτάνος ζητούσε να τονέ σπλαχνιστούνε, μπορούσες να είσαι βέβαιος πως θα σκοτώσει, για να τιμωρήσει τους άλλους που ταπεινώθηκε αφτός, που φοβήθηκε. Και σκότωνε, να ησυχάσει. Δεν του πέτυχε. Τρεις μέρες με την αράδα και τις κατοπινές ακόμη, στους δρόμους, πότε στον ένανε, πότε στον άλλονε, στα σοκάκια, στα φτωχικά τα σπίτια, στα παλάτια, παντού, από τη μιαν άκρη της χώρας ίσια με την αντίθετη άκρη, έτρεχε, ροβολούσε η φωνή, σα να ήτανε πια φωνή μαζεμένη που από κάθε μεριά την έβγαζε η συνείδηση της πολιτείας, και τώρα δυνατά έκραζε η φωνή·

— «Φονιάς! Είναι φονιάς! Πρέπει φονιάς του φονιά!»

Τόσο τους αγρίεβε η φωνή, που πολλοί δεν τολμούσανε να βγούνε όξω. Καμπόσοι πάλε, οι περσότεροι μάλιστα, είπανε πως καιρός ν’ απαλλαχτούνε από τον τύραννο; Η φωνή τους φαινότανε ουράνια φωνή, που ερχότανε πίτηδες να τους ξυπνήσει. Όλοι όμως, και πρώτος ο Σουλτάνος ταραζόντανε ως τα κατάβαθά τους, ίσια ίσια επειδή δεν καταλάβαινε κανένας από πού να είναι η φωνή εκείνη.

Εμένα, γιατί ο αναγνώστης ελπίζω να το ‘νιωσε πως η φωνή Εγώ ήμουνε, δε μου άρεζε μένα, για να σας το ξομολογηθώ και τούτο, δε μου άρεζε πού έπρεπε να κρύφτουμαι και μόνο κρυμμένος να κάμω το καλό. Δειλός εγώ να είμαι, καμιά αιτία δεν είχα σαν τον ασυνείδητο. Αποφάσισα το λοιπό να του φανερωθώ του Σουλτάνου και να με διει έτσι πια, στα μάτια του. Πήγα στο παλάτι. Ανέβηκα τη μεγάλη τη σκάλα. Μπήκα στην αίθουσα του σοφά, όπου συνήθιζε, ύστερις από το μεσημεριανό του το πρόγεμα, να κάθεται. Προτού καθίσει, περπατούσε λιγάκι. Περπατούσε με τη ράχη σκυμμένη, καμπουριασμένη, με το κεφάλι κατεβασμένο στο στήθος, σα να γύρεβε ο κακορίζικος να κουβαριαστεί μέσα του κι απόμεσά του, για να γλιτώσει πιο σίγουρα. Έριχνε κάπου κάπου μια φοβισμένη ματιά και ξακολουθούσε τον περίπατο. Ήτανε σταματημένος τη στιγμή που βρέθηκα στην αίθουσα, εγώ άφαντος ακόμη. Τα γένια του τ’ αριάσπαρτα μοιάζανε σαν τρίχες τράγου. Σου φέρνανε αηδία. Λιγνός, χλωμός, κίτρινος. Αντίς όμως να σου μαλακώσουνε τα χάλια του την καρδιά, σ’ ερεθίζανε περσότερο, γιατί τα χάλια του ίσια ίσια καταντούσανε όλεθρος για το κράτος, και το ίδιο το δεφτερόλεφτο που έδειχνε δυστυχισμένος, ανήμπορος, ορφανός, το ‘νιωθες αμέσως πως κανένα φόνο μελετούσε.

Στάθηκα μπροστά του. Κι άρχισα το φοβερό ψιθύρισμα·

— «Φονιά! Είσαι φονιάς!»

Μα τώρα μ’ έβλεπε ο Σουλτάνος. Μπορούσε κιόλας να με πιάσει. Πού να τολμήσει; Έτρεμε κι όλο τραβιότανε. Ζυγώνω, τον κοιτάζω κατά μούτρα, μνήσκει στη θέση του ακίνητος, απροχώρητος, μαρμαρωμένος, και του λέω·

— «Εγώ, εγώ είμαι η Φωνή!»

Φρίκιασε. Και συνάμα, στο πρόσωπό του ζουγραφίστηκε μια έκφραση παράξενη, μια έκφραση παρακαλιάρικη, πονεμένη, σαν του σκυλιού που πας να το δείρεις. Κατάλαβα πως κάτι μαγερέβει. Όσο σιμά του κι αν ήμουνε, να μ’ αγγίξει, δεν τ’ αποκοτούσε. Γύρεβε να βρει την τζέπη του, κρυφά κρυφά, να βγάλει από μέσα το κουμπούρι του. Του άρπαξα το χέρι. Του το ‘σφιξα δυνατά. Τα δόντια του τρίζανε από την ανωφέλεφτη τη λύσσα, σα να σπάραζε από πόνο κουφό·

— «Φονιά! Φονιά! Μαζί μου πολεμάς; Μαζί μου θέλεις να παλέψεις; Εμένα, του κάκου και δε με πιάνεις, γιατί εγώ είμαι η Αλήθεια, γιατί εγώ είμαι η Δικιοσύνη, Εμένα δε με πιάνει κανένας.»

Και χωρίς να του αφήσω το χέρι, γυρίζω το δαχτυλίδι·

— «Πάντα, πάντα εδώ είμαι, ακόμη και σα δε με βλέπεις. Έτσι, αόρατες είναι συχνά, είναι όμως παντουπαρούσες η Αλήθεια κι η Δικιοσύνη.»

Για τη Δικιοσύνη και για τη Αλήθεια, πολύ δεν τον έκοφτε μήτε το ‘παιρνε ο νους του τι του έλεγα. Ένα έπαιρνε και παράπαιρνε, πως πέντε σιδερένια δάχτυλα τον κρατούσανε και πως έπρεπε με κάθε τρόπο να γλιτώσει. Ανατινάχτηκε, πολέμησε, ξεδιπλώθηκε, σύρθηκε σαν το φίδι. Τίποτα! Στο τέλος έκαμε σφόρτσο κι όσο κι αν πνιγόντανε τα λόγια του στο λαιμό του, κατόρθωσε να κράξει·

— «Ελάτε… όλοι... ελάτε… Η φωνή… εδώ..., εδώ... με στραγγούλισε… Να της σπάσετε τα κόκαλα!... τα μυαλά!...»

Μαζωχτήκανε γύρω του από κάθε μεριά. Τους σιχάθηκα, τους σκλάβους. Αμέσως βάζω την πέτρα μου απ’ όξω, να με διούνε, και τους φτύνω·

— Ανόητοι, που θέλετε να δεσμώσετε την Ιδέα! Τα ζώα! Πίσω! Πίσω!»

Και κάνω ένα βήμα μονάχα προς τ’ ασκέρι. Δεν το πρόσμενα, τόσο γλήγορα να ξεσκορπιστεί. Ο αθώρητος εγώ που άξαφνα γινόμουνε θωρητός, τους τρόμαξα, το θάμα εκείνο του Γύγη τους αναποδογύρισε. Δε σάλεψα, ώσπου να συνέρθουνε, να μη θαρρούνε πως φοβούμαι και θέλω να φύγω·

— «Ένα λόγο, φονιά, έχω ακόμη να σου πω. Σήμανε, σήμανε πια η ώρα που θα χαθείς, που θα χαθούνε κι οι δικοί σου. Θα παναστατήσει το κράτος. Θα πάθεις όσα πάθανε οι άλλοι από σένα. Και σωτηρία δεν έχει. Καμιά.»

Τέτοια δήλωσα ήσυχα ήσυχα κι ακόμη πιο ήσυχα τράβηξα ίσια στην πόρτα, ενώ το πλήθος παραμέριζε δεξιά κι αριστερά, για να περάσω.

Καθώς τ’ ανάγγειλα του Σουλτάνου, έτσι ακολούθησε κιόλας. Η συνομωσία έγινε, όχι στους Μεμένηδες, όχι σε καμιάν από τις ξένες τις φυλές που είχανε υποταγμένες· έγινε στο στρατό του τον ίδιο. Αρχηγοί της συνομωσίας, οι σημαντικότεροι στρατηγοί· ψυχή της και ρίζα της, δυο τρεις αξιωματικοί αποφασισμένοι και γενναίοι, τόσο είναι αληθινό πως για να σηκώσουνε αλάκαιρο έναν τόπο, δε χρειάζουνται περσότεροι από δυο τρεις, φτάνει το συφέρο τους να μην κοιτάζουνε αφτοί, παρά να ‘χουνε οδηγό τους μια ιδέα. Κάποτες αρκεί με τέτοιους όρους κι ένας μονάχα, επειδή ως τα τώρα πραχτικότερους αθρώπους στον κόσμο δεν είδαμε από τους ιδεολόγους.

Βέβαια στην αρχή το κίνημα στάθηκε γενναίο. Μα σ’ ένα Κράτος βάρβαρο, ακόμη και μια πρόοδο θα φέρει αποτελέσματα βάρβαρα. Δεν πειράζει. Έπρεπε πρώτα πρώτα ο Σουλτάνος να πέσει. Το κυριότερο είναι να διεις τη δύση του κακού· τότες έχεις ελπίδα να χαιρετίσεις του καλού την ανατολή· τότες στα σκοτεινά, στα δουλωμένα τα κεφάλια των αθρώπωνε, μισοφέγγει κάποια υποψία πως υπάρχει το φως. Κατάλαβα λοιπόν αμέσως, το χρέος μου πού είναι· το χρέος μου, να ενεργήσω για να ξολοθρεφτεί ο κακούργος. Εγώ κόμμα δεν έχω· κόμμα μου η αθρωπότητα. Δεν είχα κιόλας να προσμένω τίποτις από τους παναστάτες, μήτε ρουσφετάκια μήτε θεσούλες. Είχανε μπορώ να πω, να προσμένουνε του λόγου τους από μένα. Τους βοήθησα έτσι, από καλοσύνη, για να τους δώσω θάρρος, αφού το κάτω κάτω δουλέβανε για την αρετή. Μα την ανάγκη τους δεν την είχα διόλου. Βολετό μου να βγω και μόνος ολομόναχος στον αγώνα. Τόντις ένιωσα τότες την απεριόριστη δύναμη ενός τέτοιου δαχτυλιδιού και τι δεν καταφέρνει άξαφνα σ’ έναν πόλεμο. Άλλο σύμμαχο μη γυρέβεις. Πας άμα θέλεις ως τον εχτρό σου, πας ως το βασιλιά, ως τους στρατηγούς του, σκοτώνεις όσους σου περάσει, όσους νομίζεις επικίντυνους για σένα, και νικάς, απολέμητος, που να πούμε. Είναι μάλιστα μέσο αξιόλογο και που το ταίρι του δεν έχει, να σκοτώσεις τον πόλεμο τον ίδιο. Είναι όμως, από άλλη μεριά, κάπως παράξενο να τιμωρήσεις το φονιά με το φόνο. Μήτε το ‘βαλα το λοιπό με το νου μου, να γίνω εγώ φονιάς του Σουλτάνου, να μεταχεριστώ τέτοια τερτίπια. Είχε το δαχτυλίδι μου άλλα πιο νόστιμα και που δε χύνανε, δεν απαιτούσανε αθρώπινο αίμα. Εννοείται πως όλοι δεν παραιτήσανε αμέσως τον τύραννο. Κάτω από τον ίσκιο ενός τυράννου ζούνε σωρό σωρό υποτυράννοι και τυραννίσκοι. Λογάριαζε σωστό ασκέρι μαζί του. Είχε μαζί του και κάμποσο μέρος του στρατού. Είχε και το παλάτι του το θεόρατο που αποτελούσε αλάκαιρη πολιτεία. Είχε ο αθεόφοβος κι αμανάτια που τα ‘κλεψε δηλαδή, και που του τα προμηθέψανε οι κατάσκοποί του, παιδιά και γυναίκες που οι παναστάτες αναγκαστήκανε να τ’ αφήσουνε στις επαρχίες τους, όταν ανεβήκανε στην πρωτέβουσα. Φοβέριζε πως θα κόψει παιδιά και γυναίκες, άμα κουνήσει ο αντίθετος στρατός.

Τίποτα δεν του φέλεσε. Ό,τι γινότανε στο παλάτι, ό,τι έλεγε στα συβούλια, ό,τι τερτίπια ετοίμαζε, ό,τι ψεφτιές μαγείρεβε, ό,τι σκέδια μελετούσε με τους δικούς του, ό,τι κι αν έκανε, μ’ ένα λόγο, εγώ αμέσως το ήξερα. Ήξερα και πού φύλαγε τ’ αμανάτια, να τα γλιτώσω. Ήξερα και το πιο τρομερό για την αφεντιά του, πού κρυβότανε ο ίδιος, επειδή γεμάτο κρυψώνες το απέραντο περβόλι από άκρη σε άκρη, και την ώρα που γιουρουντίσανε πια οι παναστάτες, νικητάδες, πήγε και χώθηκε σ’ ένα βέρο λαβύριθο. Γνώριζα τα κατατόπια και μπήκα μέσα μ’ εφκολία μεγάλη, από τ’ αφτί τον έπιασα και τους τον έφερα, που έτρεμε σαν το ψάρι.

Δεν τον πειράξανε. Ούτε γροθιά ούτε ξυλιά. Ίσως, ακόμη κα στα στήθια τα παναστατικά βασίλεβε το σέβας το παλιό, το παλαίφατο, καμωμένα καθώς ήτανε κιόλας από τη σάρκα, το αίμα και τη ράτσα που τον κάμανε κι αφτόνε. Ίσως πάλε του στάθηκε μαρτύριο πιο δεινό να ξοριστεί, να κλειστεί σ’ ένα μέρος όπου τον περιτριγυρίζανε φύλακες ξένοι, άγνωστοί του φύλακες, και όπου παροξυσμοί τον πιάνανε, σεισμοί τον τραντάζανε, τον αφρίζανε λύσσες, γιατί κάθε στιγμή ξάνοιγε μπροστά του τα χείλια του τάφου, κάθε στιγμή φοβότανε μήπως κανένας τονέ σκοτώσει — και δεν τονέ σκότωνε κανένας!

Έμεινε θορυβωμένη μέσα μου η ψυχή μου, ύστερις από το πέσιμο του Σουλτάνου. Ξανοίχτηκα της χρυσής μου της Μυρίνας·

— «Νόμιζα πως θα χαιρόμουνε περσότερο, νόμιζα πως θα ξαλάφρωνα…»

— «Και κάτι νιώθεις ξεναντίας που σου κάθεται στην καρδιά...»

— «Που τη συνείδηση μου βαραίνει!»

— «Δεν απορώ!»

— «Πώς μπόρεσες και το μάντεψες;»

— «Δεν το μάντεψα. Σε γνωρίζω...»

— «Φως μου Εσύ!»

— «Δεν άλλαξες! Είσαι ο ίδιος άθρωπος που δεν ήθελες στη Βενετιά να ‘ρθεις άφαντος στην κάμερή μου. Δε σου άρεζε το λοιπόν ούτε να πηγαίνεις κατάσκοπος στα παλάτια.»

— «Ωστόσο, της λέω χαμογελώντας, θαρρώ σα να υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ σου και του Σουλτάνου.»

— «Στα πρόσωπα, ναι, υπάρχει. Στο δαχτυλίδι καμιά δεν υπάρχει διαφορά.»

—«Εσένα πουλί μου, δεν ήθελα να σε γελάσω, από την αγάπη...»

— «Και τώρα που γέλασες το Σουλτάνο, το λυπάσαι από την τιμή.»

Έσκυψα το κεφάλι·

— «Αχ! Μυρίνα μου, πώς τα βλέπεις όσα μέσα μου και γω ακόμη δεν τα ξεδιακρίνω!»

— «Εσύ μου έμαθες τα γενναία και τ’ αψηλά.»

— «Και συ τώρα μου τα ξαναμαθαίνεις. Είναι, είναι το δαχτυλίδι που τα φταίει, το δαχτυλίδι που το ‘χει μέσα του, που σε βγάζει όξω από τον ίσιο δρόμο, γιατί σε μεθά!»

— «Σε μεθά, μα η μέθη του μοιάζει μ’ ένα γλυκό θεόγλυκο κρασί, που στον πάτο του βρίσκεις πάντα μια σταλούλα πικρή, μια σταλούλα φαρμάκι...»

— «Και το φαρμάκι λέγεται απάτη!»

Χύθηκε στο λαιμό μου, να με φιλήσει·

— «Μην το λες! Για το καλό εσύ απάτησες· αφτό απάτη δεν είναι...»

— «Είναι, όπως κι αν το πεις. Δεν πρέπει κανείς να δημιουργήσει τα καλά με τα κακά, την αρετή με τα φάβλα, ειδεμή πάει ενάντια στο σκοπό του.»

Τη φίλησα, παρηγοριά μου στη λύπη μου τη μεγάλη, και ξακολούθησα·

— «Κοίταξε, Μυρίνα μου, και πες μου, έχω δίκιο ή δεν έχω που θλίβουμαι; Αφού απάτησα, τουλάχιστο ας κατάφερνα και τίποτις. Μα το πιστέβεις με τα σωστά σου πως κάτι έκαμα; Δε βαριέσαι! Τι με φέλεσε που με τη δύναμή μου τη μυστική, τον κρατούσα παραλυμένο το Σουλτάνο στην εξουσία μου, δίχως χέρια, δίχως ποδάρια, δίχως κίνημα κανένα; Νομίζεις πως με το φυλάκισμά του ξεβαρβαρώθηκε άψε σβήσε ο λαός του, που τόσοι αιώνες τυραννία του έχουνε χαλάσει την ψυχή; Νομίζεις πως ο διάδοχός του αξίζει περσότερο; Νομίζεις πως αξίζουνε περσότερο οι παναστάτες; Δεν άκουσες τις προάλλες που αρχίσανε με τους Μεμένηδες τα ίδια; Ναι, βέβαια, η Αρετή το θέλει και της πρέπει να χαθεί τέτοιο έχτρωμα· είναι, όπως κι αν το πει, χρήσιμο στον κόσμο και στην αθρωπότητα, το να χάθηκε. Μα χρειάζεται καιρός, επιστήμη και ποίηση, για να προκόψει στ’ αλήθεια ένα έθνος· δεν προκόφτει με τα θάματα και με τα δαχτυλίδια.»

Ενώ μιλούσα, έβλεπα πως κάτι συλλογιότανε η Μυρίνα και δεν έβρισκε ακόμη λόγια να το διατυπώσει. Μου χάδεβε σιγά σιγά τα μάγουλά μου και στο τέλος·

— «Το δαχτυλίδι, που λες! Μου φαίνεται ως τώρα πως χαρά μεγάλη, άδολη χαρά δε σου προξένησε ποτέ του, παρά σου έφερε πάντα κάποιαν απογοήτεψη, το λιγότερο. Και ξέρεις γιατί; Θαρρώ πως κατάλαβα. Γιατί μας χρησίμεψε για τους άλλους, ποτές όμως για μας τους δυο. Δώσε μου το. Εγώ κατέχω έναν τρόπο καινούργιο να το μεταχεριστώ. θα διεις τι όμορφος, τι γλυκός που θα σου είναι ο τρόπος μου, αφού μάλιστα σιχαθήκαμε τον κόσμο, αφού τώρα γυρέβουμε να κουκουλωθούμε στην αγάπη μας μέσα για μέσα. Δώσε μου το. Εδώ απάτη καμιά δεν έχει· έχει μόνο αγάπη!»

— «Και τι θα κάμεις;» ρώτησα ταραγμένος, χωρίς να μου είναι δυνατό να προσδιορίσω από πού μου ερχότανε η ταραχή.

— Άφησέ μου ένα χρόνο μονάχα το δαχτυλίδι στο δάχτυλο, μη μου ζητήσεις ποτέ σου να το βγάλω, κι ύστερις από ένα χρόνο θα το νιώσεις, τι εφτυχία που θα του χρωστούμε του δαχτυλιδιού.»

Η φωνή της τόσο μαγεφτική, που την πίστεψα και της τ’ άφησα, το καταραμένο το δαχτυλίδι. Αχ! δεν ήτανε πια του Γύγη το δαχτυλίδι, παρά το δαχτυλίδι του Χάρου. Μήτε μια χρονιά σωστή δεν την απόλαψα την εφτυχία που μου έταξε η Μυρίνα, και που στάθηκε τόντις εφτυχία μοναδική, εφτυχία που κανένας δε θα τη γνώρισε όξω από μένα. Θυμήθηκε η Μυρίνα τη βραδιά εκείνη στη Ρώμη, όπου έπαιξε άφαντη μπροστά μου το βιολί της. Στοχάστηκε τώρα να γυρίσει πάλε το δαχτυλίδι, να το βαστάξει ένα χρόνο γυρισμένο από μέσα, κι έτσι να μην υπάρχει παρά για μένα, παρά για τους δυο μας, να μην υποψιάζεται κανένας την ύπαρξή της, να καταντήσει ξένη σε όλους, να της καταντήσουνε όλοι ξένοι, να μη ζει για τον κόσμο, να μη ζει για τους αθρώπους, να ζει για ένανε και σώνει. Αφτό είναι ίσια ίσια που την αφάνισε. Κρυμμένη καθώς ήτανε ως και στα μάτια τα δικά μου, δεν παρατήρησα πόσο αδυνάτιζε, πόσο έλιωνε μέρα τη μέρα. Εννοείται. Είχε συγκεντρωμένη σ’ ένανε μόνο την ενέργεια που ο καθένας από μας χρωστά να την εξωτερικέψει και για τους άλλους. Λοιπόν η ενέργεια της Μυρίνας σώθηκε πιο γλήγορα, έσβησε πιο γλήγορα η φλόγα, επειδή έκαψε πιο γλήγορα. Πάτησε η καημένη το νόμο το φυσικό, το νόμο της αθρώπινης συζωίας. Πάλε μας απάτησε το δαχτυλίδι· απάτησε γύρω μας τα συναδέρφια, που τους έκλεφτε μιαν αδερφή τους· απάτησε και τη Μυρίνα την ίδια, που δεν είδε πως κι η αγάπη θέλει ξάπλωση και συναθρωπιά.

Ξεψύχησε κατόπι από δέκα μήνες. Δεν άντεξε η καρδιά μου, να τη θάψω, να χαλάσει κάτω στο χώμα το υγρό τέτοια ομορφιά σαν της Μυρίνας. Την πήγα σ’ ένα έρημο νησί του Μαρμαρά, πάντα με το δαχτυλίδι γυρισμένο από μέσα. Με το δαχτυλίδι από μέσα γυρισμένο, την έβαλα κιόλας απάνω αψηλά σε μια πέτρα, με ξύλα, με κορμόδεντρα, με ρίζες, με κλαδιά και με φτέρες που φρόντισα όλα να τα μαζώξω απατός μου. Ύστερις έβαλα φωτιά, κι έτσι κάηκε το κορμί το χαριτωμένο, έτσι διαλύθηκε η Μυρίνα στον αέρα λίγο λίγο, αθώρητη σαν το θάνατο, σαν το θάνατο παντούθε περεχυμένη στη δημιουργία, σαν το θάνατο αιώνια και ζωντανή.


Δεφτέρα, 23 του Άη Δημήτρη, 1909 — 27 του Σταβρού, τρίτη, 1910.




Απόσωμα[Επεξεργασία]

Σωστά να ξανατυπώσω εδώ δυο τρεις αράδες που βγήκανε στον αριθμό 428 του Νουμά, 20 του Μάρτη, 1911, τότες όταν ο Βενιζέλος, φοβισμένος, είπε, από το βήμα της ελληνικής Βουλής, άτοπα λόγια και για τη γλώσσα και για την Ιδέα και για τον τίμιο της Ιδέας τον εργάτη που μπορώ να πω με κάποιο δίκιο πως είμαι.


Σημείωση


Ένα μου δήγημα, Εθνικό Συμπόσιο, που δημοσιέφτηκε στο Νουμά (κ. αρ. 432), είναι, λέει, αφιερωμένο τον Βενιζέλου.

Ξεγράφεται η αφιέρωση, ο άθρωπος και τ’ όνομά του. Το δήγημα μνήσκει.



Καθώς είδε ο αναγνώστης, το δήγημα σήμερις αφιερώνεται στην Κρήτη, κι έτσι ταιριάζει σ’ ένα βιβλίο που τα πράματα προσπαθεί να τα πάρει από έποψη γενική και που ο σκοπός του — αφού μερικοί φαίνεται δεν καταλάβανε τι σκοπό έχουνε τα δηγήματά μας — είναι σκοπός από τους πιο απλούς, αφού άλλο δε θέλησα παρά να παραστήσω αθρώπους ζωντανούς και ζωντανές ιδέες.