Το δαχτυλίδι του Γύγη

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το δαχτυλίδι του Γύγη
Συγγραφέας:
Στον ίσκιο του πλατάνου


ΤΡΙΜΥΘΙΑ


Α’

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 439, 12 του Θεριστή, 1991)



Αφιερώνεται του Πέτρου Βλαστού.


Ήμουνε τότες νέος, ταξίδεβα και γύρεβα την αγάπη.

Από την Ανατολή ανέβαινα στη Δύση κι από τη Δύση κατέβαινα στην Ανατολή. Το ‘φερε η τύχη να σταθώ στη Μικρασία, να πάω ένα πρωί ως τα ριζά του Τμώλου το περίφημο το βουνό της Λυδίας. Εκεί ακολούθησε κάτι πολύ παράξενο και που έμελε ν’ αλλάξει ολότελα την αντίληψή μου της αγάπης. Ένας φίλος που βρισκότανε μαζί μου, παζάρεβε κάτι αντίκες από ένα παιδί ξυπόλυτο, μ’ άσπρα ρούχα, μισοκουρελιασμένα, μ’ ένα φεσάκι στην άκρη του κεφαλιού, με το πρόσωπο μπρούντζινο και με μια έκφραση τόσο αθώα, που ζύγωσα να το διω καλύτερα. Μου χτύπησε το μάτι ένα δαχτυλίδι που το παιδί έδειχνε του φίλου μου· ήτανε γύρος χρυσός, καθώς είναι τα περσότερα δαχτυλίδια, μα με μια πέτρα που αδύνατο ν’ αποφασίσεις τι χρώμα είχε, γιατί έμοιαζε σα να τα είχε όλα, σα ν’ άλλαζε μάλιστα κάθε στιγμή. Μου ζητούσε δυο λίρες, του έδωσα μια, το πήρα και δεν άργησα να καταλάβω πως άξιζε όχι δυο, παρά μιλιούνια και μιλιούνια λίρες. Θησαβρός που το ταίρι του δεν υπάρχει.

Άμα που τ’ αγόρασα, το ‘βαλα στο δάχτυλό μου. Μιλούσα στο μεταξύ με το φίλο μου, και το καμάρωνα. Μιλώντας, το γύριζα κάποτες, έτσι, για να παίξω και δίχως να δώσω προσοχή.

— «Να σου πω, χαίρουμαι τώρα που το ‘χω, έλεγα του φίλου. Γεια σου που μου τ’ άφησες και δεν το κράτησες, αν και πρώτος του λόγου σου μας ανακάλυψες τον πραματεφτή.»

— «Καλέ, δε βαριέσαι; Ασήμαντο πράμα!»

— «Όχι δα! Η πέτρα ωραία!»

— «Δεν την κοίταξα. Φέρε να τη διω... Πού είσαι;»

— «Πού θέλεις να είμαι; Να, εδώ, κοντά σου.»

— «Αδύνατο!»

— «Τρελάθηκες; Πώς αδύνατο; Αφού σου τη δείχνω, αδερφέ!»

— «Αλήθεια! Δεν ξέρω τι έπαθα. Μου φάνηκε άξαφνα πως έγινες άφαντος.»

— «Μήτε σάλεψα. Πλάγι σου στεκόμουνε όλη την ώρα. Φαντάσου όμως. Κάποτες θαρρώ κι ο ίδιος πως χάνεται στα μάτια μου το δαχτυλίδι, μαζί με τα δάχτυλά μου.»

— «Ορίστε πάλε. Να, που μου χάθηκες ξανά!»

— «Χωρατέβεις;»

— «Διόλου. Σου λέω πως είσαι αθώρητος κι ωστόσο ακούω τη φωνή σου!»

— «Μα εγώ το χέρι σου πιάνω. Δεν το νιώθεις, χριστιανέ μου;»

— «Παράξενο! Παράξενο! Το νιώθω! Και δε σε βλέπω!» Έτσι μου είπε κι από κάποια φρίκη μυστική, ανατρίχιασε ο σύντροφός μου. Εμένα μου πέρασε από το νου μια υποψία, που έτρεμα μήπως και βγει ψέφτικη.

— «Στάσου! του κάνω. Τώρα με βλέπεις;»

— «Ούτε σταλούλα!»

— «Και τώρα;»

— «Τώρα, ναι!»

Κόντεψα να λωλαθώ από τη χαρά μου. Θυμήθηκα τον Πλάτωνα που στην Πολιτεία του γράφει πως ο Γύγης, ο βασιλιάς της Λυδίας, κάθε φορά που γύριζε από μέσα την πέτρα του δαχτυλιδιού του, γινότανε άφαντος. Κάθε φορά που τη γύριζε απ’ όξω, έπαβε η αφαντοσύνη. Αφτό έπαθα και γω με το φίλο μου. Ενώ η πέτρα ήτανε γυρισμένη από μέσα, δε μ’ έβλεπε· άμα μ’ έβλεπε, θα πει πως η πέτρα ήτανε γυρισμένη απ’ όξω. Φυσικά, σα γινόμουνε άφαντος, ούτε γω δεν μπορούσα να διω, μήτε την πέτρα, μήτε τον εαφτό μου.

Σίγουρο το λοιπό κι αρχισίγουρο, πως από μια τύχη απίστεφτη, έπεσε στα χέρια μου το περιβόητο δαχτυλίδι του Γύγη. Δική μου πια η αγάπη. Δικές μου οι γυναίκες όλες.

*
* *

Ήμουνε πολύ ανυπόμονος, όπως θα το φαντάζεται ο καθένας, να δοκιμάσω τα διάφορα προτερήματα του δαχτυλιδιού μου. Τι δύναμη μου έδινε! Τι χαρές έμελε να μου προξενήσει, τι παράδεισους να μου ανοίξει! Πριγκιπέσσες, βασίλισσες, αφτοκρατόρισσες, δε λογαριάζανε για μένα. Κρύφτεται η αρχοντιά τους, με μια περηφάνια ως εκεί απάνω, στα μάτια του κοινού, στα μάτια του όχλου. Ας πάνε τώρα να κρυφτούνε από μένα. Όχι μόνο, τις βλέπω τη στιγμή που μου καπνίζει, τις βλέπω ακόμη όπως ούτε ο άντρας τους δεν τις βλέπει, αφού μόνες δεν τις βλέπει ποτέ του, δηλαδή σα δεν είναι ο ίδιος μαζί τους, κι έτσι ποτέ του δεν ξέρει τι κάνουνε, πώς φέρνουνται, πώς μιλούνε, πώς χαμογελούνε, πώς είναι, ότα βρίσκουνται μόνες καθαφτό. Μα και αναμεταξύ τους σαν είναι ή με καμιά τους φιληνάδα, στοχάσου τι θα πει ν’ ακούς εσύ τι λένε, και να μην το μυρίζεται η εβγενεία τους. Αμέ, σαν αγαπάς μια, σα σου ορκίζεται πως σ’ αγαπά κι από πίσω σου ορκίζεται και κανενός άλλου, τι θείο πράμα το δαχτυλίδι, για να την τζακώσεις εσύ, εκεί που η κοκόνα δεν το προσμένει! Να είχε ο καθένας μας από ένα τέτοιο δαχτυλίδι, δε θα ύπαρχε η ζούλια. Εννοείται. Θα μαθαίναμε αμέσως τι τρέχει και τότες τι να ζουλέβουμε, μια και ξέρουμε; Η προδοσία τους θεοφάνερη. Θα τις αφήναμε γεια και θα γλιτώναμε άψε σβήσε. Ας έρθουνε πια να με γελάσουνε οι μαργιόλες. Να τις γελάσω εγώ. Γιατί να μην ξεχνούμε και το πιο σπουδαίο. Είπαμε πως είναι το δαχτυλίδι του Γύγη. Ο Γύγης όμως, παρακαλώ, τι έκαμε; Είδε, το γράφει ο Ηρόδοτος, τη γυναίκα του Καντάβλη, την ώρα που πήγαινε η βλογημένη να πέσει στο κρεβατάκι της. Θα το χρωστούσε αφτό στο δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι αναντίλεχτα θα ενέργησε, αν κι ο Ηρόδοτος ρητά δεν τ’ αναφέρνει, επειδή εκείνη την ώρα, η κερά Καντάβλαινα, το Γύγη βέβαιο πως δεν τον έβλεπε.

Γιατί και γω με το ίδιο το δαχτυλίδι, να μη βρω μια Καντάβλαινα; Γιατί να μη βρω πολλές; Ελάτε δα και μη μου κάνετε τον άγιο, αφεντούλια μου. Ποιος δε με κατάλαβε; Ποιος από μας δεν το λαχτάρησε — και δεν το λαχταρά; Δηλαδή, και γω που σας τα δηγούμαι, μήπως και γω δεν το ποθούσα, χωρίς να το μαντέψω πως ο πόθος μου μια μέρα μπορούσε ν’ αληθέψει; Το διάβαζα το λαμπρό, το παλιό μας το παραμύθι του Γύγη κι αναστέναζα. Μακάρι! έλεγα μέσα μου. Δεν είναι κιόλας να ντραπείς. Πρέπει κανένας να μην το ‘νιωσε ποτέ του, τι θα πει τέχνη και καλλιτέχνημα, για να μην τ’ αποθύμησε, τουλάχιστο μια φορά στη ζωή του, βλέποντας καμιά μεγάλη γυναικίσια ομορφιά, να τη χαρούνε αμέσως τα μάτια του ακέρια, σωστή, απαλλαγμένη από τα χίλια τα εμπόδια του πολιτισμού, τα μετάξια, τους καντιφέδες, τις τσόχες, τους χασέδες, που μας τη σκεπάζουνε, που μας τη χαλνούνε. Ας ξαναγυρίσουμε στα χρόνια τ’ αρχαία, όπου τ’ αθρώπινα τα πλάσματα περπατούσανε στην απανωσιά της γης, λέφτερα, ωραία, γυμνά, ολόγυμνα. Χρυσή εποχή! Ακόμη και σήμερα λες πως ανήξερά μας τη θυμούμαστε πάντα, πως μάλιστα τη λυπούμαστε, αφού όταν τυχαίνει ν’ απαντήσουμε ή στο δρόμο ή σε μια παρέα ή στο χορό, καμιάν Αφροδίτη, ας είναι και καμιάν Αφροδιτούλα, συλλογιούμαστε άθελά μας, πως κρίμα να μην τη βλέπουμε όπως ήτανε δα κι η Αναδυομένη. Να είχαμε, σαν περνά μπροστά μας, το δαχτυλίδι του Γύγη, εφτύς θα γυρίζαμε την πέτρα.

Εγώ καμάρωνα τη δική μου, κι είπα ν’ αρχίσω από κει, δηλαδή από την άδολη τη θέα της ομορφιάς, τα μαγικά μου τα πειράματα. Έκαμα σαν τις αρχόντισσες που λέγαμε· καταφρόνεσα τον όχλο, αποφάσισα πρώτα πρώτα να τις πιάσω αφτές τις ίδιες.

Ονόματα δε θέλω να βάλω. Μπορεί να πειραχτούνε κάμποσοι αφτοκράτορες, κάμποσοι βασιλιάδες. Αρκεί να μάθετε πως προτού βγω στο σεργιάνι, πλεροφορήθηκα σε τι χώρες, σε ποιες πρωτεύουσες βρισκόντανε οι νεότερες, οι ωραιότερες αφτοκρατόρισσες, βασίλισσες και βασιλοπούλες. Τότες πια δε χασομέρησα. Παίξε γέλασε για μένα ήτανε να μπω στα πιο κλειδωμένα, φυλαγμένα, φρουρισμένα παλάτια. Έφτανε, μια πόρτα ν’ ανοίξει και να με και γω μέσα. Στο λουτρό, στην κρεβατοκάμαρα, πού δεν πρόφτασα; Φαντάζεστε πια τι ομορφιές, τι θάματα που μου δόθηκε ν’ αρπάξω κάποτες με μια ματιά, κάποτες να μελετήσω μ’ όλο το χάζι. Αλήθεια που όξω από τη θέα, το κέρδος ασήμαντο. Να φαινόμουνε, θα τρομάζανε, θα φωνάζανε, θα με τσακώνανε, και θα με σκοτώνανε. Ωστόσο μια βασίλισσα που δεν ξέρω πως, κατόρθωσα να της ξηγήσω πως μαζί μου κίντυνος δεν υπάρχει, αφού κανείς υποψία δεν έχει πού είμαι πού δεν είμαι, μου έδειξε άξαφνα τόση καλοσύνη, που μου είναι αδύνατο, που είναι ίσως και περιττό να σας τη λεφτομερίσω.

Του κάκου. Από την περίσσια την εφκολία γλήγορα σιχάθηκα τ’ αφτοκρατορικά, τα βασιλικά τα παλάτια. Της Εβρώπης δηλαδή. Γιατί, όπως κι αν είναι, στα παλάτια τα εβρωπαϊκά πηγαίνουνε άντρες, μπαινοβγαίνουνε ο κόσμος. Στα τούρκικα τίποτα! Ολμάς! Λοιπόν εκεί συλλογίστηκα να το ρίξω και γιουρούντισα γραμμή στο χαρέμι του Σουλτάνου.

Εκεί όμως έπαθα κάτι περίεργο, που δεν το πρόσμενα. Ερωτέφτηκα. Ως τότες τα ‘παιρνα έτσι ξώπετσα τα πράματα. Τώρα να σου άξαφνα που μια χανούμισσα μου χτυπά στο μάτι, μου χτυπά και στην καρδιά. Εδώ, φίλε μου, αρχίζουνε και οι δυσκολίες. Δεν ήθελα πια ν’ απομακρυθώ, να την αφήσω. Δε μου έστρεγε. Ήθελα να είμαι όλο κι όλο σιμά της. Από αγάπη εννοείται, όσο κι από ζούλια. Χαρέμι, να μην ξεχνούμε. Μα πώς να κάμω για να μην το κουνήσω; Έπρεπε με το δίχως άλλο να κατεβώ τουλάχιστο δυο φορές τη μέρα, να πιω, να φάω, κι έπειτα να ξανάρθω. Αν έτρωγα στο χαρέμι, θα βλέπανε το φαγί να λιγοστέβει, να χάνεται, και δε θα ξέρανε από πού είναι. Με τα νερά τα ίδια. Ώστε μπορούσανε ν’ ακολουθήσουνε τραγικά. Μου έφτανε κιόλας ο μπελάς και η ανάγκη να προσέχω στο περπάτημά μου, στα κινήματά μου, να μη μ’ ακούσουνε, να μη σκουντάψω, να μη σκουντάψει στα διάβα μου κανένας. Καλά που στα χαρέμια είναι οι κάμαρες εβρύχωρες κι άδειες. Ωστόσο μια μέρα, δε βάσταξα· ήμουνε συναχωμένος, φτερνίστηκα δυνατά, ίσια ίσια τη στιγμή που περνούσε πλάγι μου ένας Αράπης, ένας φύλακας από κείνους με το συμπάθιο, που τους συνηθίζουνε στα χαρέμια και που όσα δαχτυλίδια του Γύγη κι αν τους δώσεις, το πολύ πολύ τη φαντασία τους θα γαργαλίσεις. Μάλιστα επειδή τρόμαξα ο ίδιος με το φτέρνισμά μου, στραβοπάτησα και να σου που του ζουλώ το πόδι. Κόντεψα να τα χάσω από το φόβο. Μα δεν είχα στοχαστεί το φόβο του Αράπη. Έγινε σαν το κερί, φανταστείτε! αφτός ο Αράπης! — και το ‘βαλε στο τρεχιό, σα να τον κυνηγούσε ο περίδρομος.

Ό,τι κι αν πείτε, αδύνατο να μην πάρω τα χρειαζούμενα μέτρα για ν’ αποφύγω άλλα πιο δυσάρεστα, που σίγουρα θα τυχαίνανε· αδύνατο και να διαρκέσει τέτοια κατάσταση. Στο χαρέμι να μείνω, δεν μπορούσα· να χωριστώ από τη λατρεμένη μου, μήτε μου περνούσε. Λοιπόν η λογική τα πρόσταζε, να την κλέψω. Για να την κλέψω πάλε, απαραίτητο να την πείσω, και προτού την πείσω, να φανερωθώ.

Πώς να τα βολέψω; Τα βόλεψα ωραία με τον Όμηρο από τη μια μεριά, με την Παλιά Διαθήκη από την άλλη. Θυμήθηκα την περιέργεια της Έβας. Θυμήθηκα τους θείους Όνειρους που κατεβαίνανε τη νύχτα, να φέρουνε χίλια μαντάτα στους ηρώους, ακόμη και στις ηρώισσες, από τους ολύμπιους Θεούς. Ζύγωσα στης ντουντούς μου το κρεβάτι, αγάλια γάλια, ψιθύρισα στ’ αφτιά της λόγια γλυκά, σα να ήμουνε Όνειρο, της είπα την αγάπη μου· της είπα και το μυστικό μου. Γλυκό γλυκό της ήρθε. Συφωνήσαμε να φύγουμε την άλλη μέρα. Εννοείται πως το καταφέραμε μια μορφιά. Μωρό παιδί θα το κατάφερνε, όχι εμείς. Της παράγγειλα δηλαδή ό,τι κάμω, να τα κάμει. Εγώ έτρεχα· έτρεχε πλάγι μου και η ντουντού. Άφαντος εγώ καθώς πάντα. Λοιπόν άμα στο δρόμο μου αντάμωνα κανέναν, όπως ακολούθησε και πρώτα με τον Αράπη, του ζουλούσα τα πόδια ή του πετούσα μια μπατσιά και φώναζα·

— «Βάρδα! Βάρδα! Είναι ο άγγελος του Κυρίου.»

— «Είναι ο άγγελος του Κυρίου!», φώναζε μαζί μου και η ντουντού.

Μόλις γλιτώσαμε και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Τα γέλια μας όμως πολύ δε βαστάξανε. Την ντουντού από την Πόλη την πήγα όξω στην Εβρώπη. Νόμιζα πως άμα η καημένη μάθει τι θα πει ανεξαρτησία και πολιτισμός, θ’ ανασάνει, θα νιώσει την αλλαγή, θα καταλάβει, θα χαρεί το λυτρωμό της. Τίποτα. Την έπιασε νοσταλγία φοβερή. Σεκλέτιαζε και πήγαινε. Αναθρεμμένη στη σκλαβιά, λες και το στόμα της κράτησε το πικρό της το γούστο. Ίσως κιόλας πιο πικρή στη γέψη να της ερχότανε η λεφτεριά, σαν τ’ άγουρο το φρούτο που δε λιώνει μοναχό του. Δεν ήξερε πως έπρεπε λέφτερη να φερθεί. Και τα ‘χανε. Η σκλαβιά μάλιστα, που από τα μικράτα της τη συνήθισε, της φαινότανε πιο κόμοδη, πια χουζουρεμένη από τη λεφτεριά την ίδια, έτσι πιθανό να της έδινε και κάποια συναίστηση της λεφτεριάς η σκλαβιά. Ό,τι κι α στοχαζόμουνε να τη διασκεδάσω, έμνησκε αδιασκέδαστη κι απαρηγόρητη. Πότε θύμωνε κι έτριζε τα δόντια, πότε πάλι έπεφτε στο κρεβάτι, αμίλητη, αδιάφορη, κρύα. Δε φελούσανε τα χάδια μου τα πιο τρυφερά. Η αγάπη μου, που έμοιαζε σα λατρεία, δεν της γέμιζε την ψυχή, μπορεί και να τη δυσαρεστούσε, να τη σταναχωρούσε που τη λάτρεβα, προορισμένη αφτή ν’ ακούει και να κυβερνιέται από χέρι που λατρείες απαιτεί, μα δε χαρίζει. Έλεγε όλο πως ήθελε να φύγει. Την τραβούσε η Τουρκιά η καταραμένη, όπου κανένας ατιμώρητα δε γεννιέται. Αναγκάστηκα να γυρίσουμε στην Πόλη. Και δεν της έφτασε αφτό· χωρίς να τολμήσει να μου το μολογήσει, αποζητούσε μέσα της το χαρέμι, και καθώς φάνηκε κατόπι, αποθυμούσε ως και τους σιχαμούς του χαρεμιού. Τόντις ακολούθησε κάτι απίστεφτο. Παρατηρούσα εδώ και μερικές μέρες πως η ντουντού μου γύρεβε να κρυφτεί από μένα. Μια φορά είδα κι ένα παιδί, που του είχε δώσει ραβασάκι. Δεν μπόρεσα, εκείνη τη μέρα, να τρέξω να το πιάσω. Μα τα μάτια μου πια τέσσερα. Το περιεργότερο είναι που η ντουντού — κοιτάξτε που μας καταντά το πάθος το τυφλό — ξέχασε ολότελα πως είχα το δαχτυλίδι. Και την τζάκωσα έφκολα έφκολα. Με ποιόνε θαρρείτε; Με τον Αράπη εκείνονε του χαρεμιού, που μ’ όλη του την αναντροσύνη, φαίνεται πως θα κάτεχε κάμποσα ερωτικά τερτίπια. Θα τα διψούσε η φιληνάδα. Κι έτσι, ένα βράδυ, αφού του έστειλε το ραβασάκι, κατέβηκε να τονέ συντύχει κάτω στο κατώφλι του σπιτιού — κι ήρθα τη στιγμή όπου σφιχτοφιλιόντανε οι δυο τους.

*
* *


Ως τώρα δεν μπορώ να πω, μα την αλήθεια, πως το δαχτυλίδι του Γύγη μου προξένησε χαρές έξοχες. Δηλαδή. Έξοχες ήτανε, ήτανε συνάμα και πρόστυχες. Έκλεψα μια ντουντού ανόητη, που χρειάστηκε να τη διώξω· στάθηκα σε μια γωνιά σαν τον κούκο, να κοιτάζω βασίλισσες που το κάτω κάτω, σα δε φορούνε στέμμα, σα δε φορούνε και τίποτα, περσότερο δεν είναι από απλές γυναίκες. Περήφανος με το παραπάνω δεν ήμουνε για τ’ αντραγαθήματά μου, μήτε δα που στο ίδιο το δαχτυλίδι χρωστούσα την ανακάλυψη ενός Αράπη που φιλούσε την ντουντού μου. Περίεργο και λυπητερό, που δε με βοήθησε κάνε στο σημαντικότερο, το δαχτυλίδι· δε μου φύλαξε την αγάπη της κεράς μου. Τέτοια δύναμη θα πει πως δεν την είχε. Κι όμως από τόσο σπάνιο θησαβρό είχα το δικαίωμα να προσμένω καλύτερα — κι ίσια ίσια τα καλύτερα σιμώνανε.

Ακούσατε ποτέ σας, με την ανεμοζάλη, κανένα θεόρατο ρουμάνι να βουίζει; Θόρυβος που σε κουφαίνει κι απελπίζεσαι· ο άνεμος έπειτα πέφτει. Αγεράκι χαδεφτικό παίζει ανάμεσα στα κλαριά κι αρχίζουνε τα δέντρα το απαλό τους το τραγούδι.

Έτσι και γω. Φουρτούνα μονάχα γνώρισα ως τα τότες με τα κρυψίματα, με τα τρεξίματα, με τα πηδήματα στα χαρέμια μέσα και με τα φιλήματα όξω. Σαν τραγούδι ανοιξιάτικο αντήχησε άξαφνα στην καρδιά μου, η αγάπη που με συνεπήρε, ότι που την αντάμωσα Εκείνη. Αμέσως το ‘νιωσα πως η ζωή μου δική της· αμέσως το ‘νιωσα πως δεν ήτανε αφτή αγάπη σαν τις άλλες. Και τι διαφορά με την ντουντού! Η Εβρώπη κι η Ασία. Η ομορφιά της κάτι σπάνιο, έξυπνη συνάμα κι αναπαυτική. Στη Βενετιά γνωριστήκαμε· πατρίδα της η Αγγλία, Μυρίνα τ’ όνομά της. Γιατί έτσι πολλές φορές, η πρωτότυπη εγγλέζικη φαντασία φαρδιονόητα συνενώνει σ’ ένα πρόσωπο και σ’ ένα όνομα, διάφορους τόπους και διάφορες εποχές. Ταξίδεβε η Μυρίνα με τη μάνα Της. Δηλαδή, ταξιδέβανε το καλοκαίρι να περάσουνε κανένα δυο μήνες στην Αγγλία, ή να πάνε αλλού πουθενά, όταν κατέβαινε να τις πάρει ο πατέρας της Μυρίνας. Του λόγου τους καθόντανε πάντα στη Βενετιά. Στα στηθάκια της κόρης το λοιπό, σμίγανε δυο κόσμοι, ο Βοριάς και το Μεσημέρι.

Κατοικούσανε οι δυο γυναίκες σ’ ένα λαμπρό ιστορικό παλάτι, όπου μια φορά κι έναν καιρό έζησε η Κατερίνα Κορνάρο, βασίλισσα της Κύπρος, όπου τώρα τελεφταία πέθανε ο περίφημος ο μουσικός που στάθηκε στο περασμένο τον αιώνα ο αληθινός αφτοκράτορας της Γερμανίας. Η Μυρίνα έπαιζε βιολί, που σε μάγεβε· μα ποια τέχνη δεν κάτεχε η Μυρίνα; Λες κι από φυσικό της ένιωθε ό,τι κι αν υπάρχει εβγενικό ή φίνο. Σωστή βασίλισσα, γεννημένη ανώτερη και για τ’ ανώτερα. Μου φαινότανε πως δεν ήμουνε μεγάλο πράμα μπροστά της. Πήγαινα συχνά στο παλάτι, κατάντησε γλήγορα να πηγαίνω κάθε μέρα. Το σπίτι ανοιχτό· είχανε πολλούς φίλους, πολλές φιληνάδες. Ντόπιοι και ξένοι, παλιές βενετσιάνικες φαμελιές ή γνωστοί ταξιδιώτες, Γάλλοι, Ρούσσοι, Γερμανοί, Άγγλοι, Αμερικάνοι, όλοι, γυρέβανε την πολύτιμη συντροφιά τους. Η Μυρίνα με τον καθένανε μιλούσε ξέθαρρα και είχε κάποιο δικό της ύφος, όπου αμέσως παρατηρούσες την ειλικρίνεια της ψυχής, συνάμα και την αναθροφή τη λέφτερη, περεχυμένα, περιτυλιγμένα και τα δυο τους, από ένα χρυσοΰφαντο χνούδι παρθενικό. Με την ίδια την αφέλεια που είχε μπροστά σε πολυάριθμη παρέα, σου συναστρεφότανε και χώρια, επειδή, όταν ήσουνε κάπως πιο προχωρημένος μαζί της στη γνωριμία, πολύ έφκολα μπορούσες να της ζητήσεις να τη διεις μόνος και μόνη. Τι να φοβηθεί τέτοιο πλάσμα, τίμιο, άδολο κι αγαθό; Μα ποιος θα τολμούσε και να τ’ αγγίξει; Έβλεπες μονάχα πως η καρδιά της πρόσμενε, πρώτα να είναι σίγουρη πως αντάμωσε την κατάλληλη, την αντίστοιχη καρδιά, και τότες να δοθεί και να παραδοθεί. Από καιρό τώρα είχαμε ιδιαίτερες συντυχιές. Μαζί βγαίναμε περίπατο ή καθόμεστα οι δυο μας στο παλάτι μαζί, κουβεντιάζοντας ώρες. Το καταλάβαινε η Μυρίνα πως την αγαπούσα. Για τούτο ίσια ίσια ήθελε και να με γνωρίσει καλύτερα, να με μάθει από πιο κοντά. Οι ομιλίες μας μέρα τη μέρα ήτανε πιο στενές, πιο εσώψυχες. Εγώ πια ήμουνε λιωμένος. Δεν ήξερα τι να θαμάσω περσότερο, τη χάρη της ομορφιάς της, που με χώλαινε, ή τις θεόγλυκες αχτιδιές του νου της που μ’ έλουζε φως. Μου ερχότανε να την αγκαλιάσω, να το νιώσει πόσο τη λαχταρούσα.

Μια βραδιά που κατόπι από μια μυστική μας κουβέντα, γύριζα στο ξενοδοχείο μου, ήμουνε σα μεθυσμένος, σαν αποναρκωμένος, σα σβησμένος, από τη δύναμη της αγάπης. Θυμούμαι πως η σάλα όπου είχαμε καθίσει να τα πούμε, ήτανε γεμάτη τριαντάφυλλα. Εμένα όμως μου φαινότανε τώρα πως μύριζε, όχι το λουλούδι, μα ίδιο της Μυρίνας το δέρμα, και μ’ ακολουθούσε, με κυνηγούσε η μυρωδιά του, όσο βάδιζα στη νύχτα μέσα τη σιγανή. Έπεσα να κοιμηθώ· αδύνατο! Τι δε θα 'δινα, για να την ξαναμυρίσω σιμά της τη μυρωδιά εκείνη! Άξαφνα συλλογίστηκα το δαχτυλίδι μου! Το πιο περίεργο είναι που αφότου απάντησα τη Μυρίνα, το είχα ξεχάσει ολότελα, θαρρώ πως αηδίασα τότες με την ντουντού και δεν το χρησιμέφτηκα πια. Με τον πόθο, με τη λαχτάρα την ερωτική, έτσι, μονοματιάς, μου ξαναήρθε η πέτρα στη μνήμη. Σηκώθηκα. Ντύθηκα. Έτρεξα ως το παλάτι, έτοιμος να πεταχτώ, να ορμήσω στην κάμερή της, όπου θα ‘βαζε τέτοια ώρα τα νυχτικά της. Είχα κιόλας ανεβεί το πρώτο σκαλοπάτι, όταν αστροπελεκίς, κι ο ίδιος δεν ξέρω πώς, γύρισα πίσω, έτρεξα πιο γλήγορα παρά στον πηγαιμό, και με μιαν ανάσα βρέθηκα στην κάμερή μου. Μ’ έπνιγε η ντροπή. Να βάλω τέτοιο πράμα με το νου μου! Να πάω να γελάσω τη Μυρίνα! Γιατί προδοσία χοντρή θα ήτανε να την απατήσω τόσο πρόστυχα, σαν τις βασίλισσες και τις ντουντούδες. Όχι! Δε γίνεται. Όχι! Έβγαλα το δαχτυλίδι, τ’ απόθεσα στο τραπεζάκι μου πλάγι, να μην το νιώθω απάνω στο δάχτυλό μου, να με καίει. Έσβησα το κερί κι ανακαλιόμουνε τη Μυρίνα, με την ελπίδα πως σαν όνειρο ελεήμονο στον ύπνο μου θα φανεί, να με συμπαθήσει, να με λυπηθεί, για το κίνημα το ανόσιο.

*
* *


Εκείνη τη νύχτα, στην ταραχή μου απάνω, το δαχτυλίδι του Γύγη, κόντεψα να το καταστρέψω, μήπως καμιάν άλλη φορά με κυριέψει ο πειρασμός και δεν αντισταθώ. Καλά έκαμα ωστόσο που το κράτησα, γιατί γλήγορα παρουσιάστηκε περίσταση, όπου μπορούσε να μου είναι χρήσιμο, δίχως να κάμω μάλιστα καμιά ιερόσυλη αδιακρισία, καθώς αλήθεια κόντεψε να γίνει όταν είπα να μπω άφαντος στης Μυρίνας.

Μέσα στους διάφορους νέους, που συχνάζανε στο παλάτι, με το πήγαινε κι έλα της καθεμερνής συγκοινωνίας που βλέπει κανείς σε μια πολιτεία σαν τη Βενετιά, ερχότανε τώρα και κάποιος Αθηναίος, που ήτανε κιόλας αξάδερφος της Μυρίνας, γιατί του πατέρα της ο αδερφός είχε πάρει Ρωμιά, κι έτσι απόλαψε ο Βρετανός ένα Ρωμιόπουλο. Πρέπει να το μολογήσω, λαμπρό παιδί, με αναθροφή άριστη, με μάθηση αρκετή, μάλιστα με τρόπους. Κι όμορφος ακόμη. Το πιο σπουδαίο, που η Μυρίνα τρελαινότανε για την Ελλάδα, είτε για την αρχαία, είτε για τη σημερνή μας, μ’ ένα λόγο για ό,τι κι αν υπάρχει ελληνικό. Μα εγώ παρατηρούσα και κάτι άλλο, πως ο αξάδερφος την αγαπούσε. Μήτε ρώτημα, θεοφάνερο το πράμα. Βάλε που η Μυρίνα, καθώς το ‘κανε μαζί μου, κουβέντιαζε κάποτες, μόνοι τους οι δυο, και με τον Αθηναίο. Πες μου το λοιπό στη ζωή σου, σε τέτοια κρίσιμη στιγμή, το συλλογιέσαι ή όχι πως φορείς στο δάχτυλό σου ανεχτίμητο θησαβρό, και πως ο θησαβρός σου ονομάζεται βεβαιότητα; Εγώ το συλλογίστηκα και καταχάρηκα. Έπρεπε απαραίτητα να βεβαιωθώ — και το μέσο στο χέρι μου.

Εννοείται πως δυσκολία καμιά δεν ήτανε να μάθω πότε και τι ώρα βλεπόντανε ο Αθηναίος μας και η Μυρίνα. Η Μυρίνα, κρυφά δεν είχε. θα μου το 'λεγε και σε μένα τον ίδιο. Λοιπόν ετοιμάστηκα και πάλε. Να πάω, να σταθώ κοντά τους, αναμεταξύ τους, ν’ ακούσω, ενώ αφτοί μήτε το υποψιάζουνται πως είμαι κει. Αν τον αγαπά, τότες τέλειωσε, χαμένος, πεθαμένος άθρωπος εγώ. Αν όμως δεν τον αγαπά, τότες γλίτωσα, πηδώ κι αναγαλλιάζω.

Σε τούτη μου τη σκέψη απάνω, κοντοστάθηκα μια στιγμή. Α δεν τον αγαπά, θα πει τάχα πως μ’ αγαπά εμένα; Το δαχτυλίδι δεν μπορεί σε τέτοιο ζήτημα, καμιάν απόκριση να μου δώσει. Ποιος μπορεί; Κανένας όξω από τη Μυρίνα. Η παρατήρηση αφτή, έτσι, ξαφνικά, μου πέρασε από το νου και μ’ έφερε σιγά σιγά, σε λογισμούς αντίθετους από κείνους που με δέρνανε στην αρχή. Αφού μόνο η Μυρίνα είναι σε θέση να μου πει την αλήθεια, γιατί να μην πάω στη Μυρίνα κατεφτείας; Αφού η Μυρίνα κρυφά δεν έχει, γιατί να ‘χω εγώ μαζί της; Γιατί άδικα κι άπρεπα να βγω σπιούνος; Και πάλε μου περέχυσε τα μάγουλα το αίμα της ντροπής. Δε δίσταξα. Η απόφασή μου ακλόνιστη. Έγραψα της Μυρίνας. Την παρακάλεσα. Δυο λόγια. Είχα να της μιλήσω. Μου απάντησε αμέσως. Να ‘ρθώ. Πήγα. Με την καρδιά τρεμάμενη. Επειδή τώρα πια έμελε το μυστήριο να ξεκαθαριστεί· με θέλει άντρα της ή δε με θέλει; Γιατί έτσι μονάχα έπρεπε να της το διατυπώσω, έτσι μονάχα ταίριαζε να βεβαιωθώ· α με θέλει άντρα της εμένα, εμένα θα πει πως αγαπά· θα πει πως άλλονε δεν ονειρέβεται, μια και της γέμισα εγώ το ιδανικό της. Δυο αθρώπους μαζί, αδύνατο ν’ αγαπά μια Μυρίνα.

Για τούτο φοβόμουνε ίσια ίσια. Μπορεί τον αξάδερφο ν’ αγαπούσε. Μπορεί να γελάστηκα εγώ. Μπορεί δίχως λόγο να το θάρρεψα ο άμοιρος, πως με πονεί. Τόσες γλυκές κουβέντες, τόσα λόγια γλυκά, ίσως να ήτανε πλάνη. Κι ωστόσο εμένα, μου φαινότανε κάποτες πως η Μυρίνα με κοίταζε, πως η Μυρίνα μου έσφιγγε το χέρι, με το αλάλητο εκείνο το κάτι που μια τέτοια κόρη το κρατά για ένανε μονάχα. Η ματιά της η φεγγόυγρη, τα δαχτυλάκια της τ’ απαλά που σμίγανε με τα δικά μου, ψέματα δεν ήτανε. Αν ήτανε, τότες ψέμα και η ζωή μου. Ας χαθεί. Μια στιγμή ακόμη, έλεγα ενώ σίμωνα στο παλάτι, και όλα πια θα τα μάθω.

Καθότανε σε μιαν αψηλή ξύλινη σκαλιστή πολθρόνα η Μυρίνα, και σαν μπήκα, σήκωσε το κεφαλάκι της και με κοίταξε·

— «Μυρίνα, της είπα, σ’ αγαπώ, θέλεις γυναίκα μου να γίνεις;»

—«Μέρες τώρα που σε προσμένω, να μου το πεις, να σου πω ναι!»

Κόντεψα να λιγοθυμήσω. Αχ! και πάλε στο διάολο το δαχτυλίδι, στο διάολο μαζί του κι ο σιορ Γύγης!

*
* *

Ο καιρός που περάσαμε αρραβωνιασμένοι στη Βενετιά, στάθηκε για μένα μοναδικός, αξέχαστος, τρισόλβιος. Τότες κατάλαβα εσώβαθα την αγάπη. Τότες κατάλαβα πόσο λίγο η μαγεία χρησιμέβει στην αγάπη την αληθινή, και μάλιστα πόσο της είναι αντίθετη.

Όσο πιο πολύ συντυχαίναμε, όσο πιο πολύ γνωρίζαμε ο ένας τον άλλονε, τόσο περσότερο μέσα μας νιώθαμε στενοπιασμένες τις ψυχές μας. Και όμως μου φαινότανε πάντοτες εμένα, πως αρκετά δεν την έβλεπα, μου φαινότανε, ακόμη πιο παράξενα, πως αρκετά δεν τη γνώριζα. Πάθαινα δηλαδή εκείνο που παθαίνει κάθε άθρωπος άμα ολόψυχά του αγαπά· η δίψα του νερό δε βρίσκει να πέσει — σα θέρμη που είναι. Λοιπόν έτσι και γω· άμα την άφηνα και γύριζα σπίτι μου, αμέσως έλεγα να ξαναγυρίσω, να χαρώ μια στιγμούλα παραπάνω το χαμόγελό της. Δε μου έφτανε που ζούσα πες σαν κουκουλωμένος μέσα στην ατμοσφαίρα της ψυχής της· δε μου έφτανε που και μακριά της, η ανάσα της ρύθμιζε λες την ανάσα μου. Μακριά της αχ! όρεξη δεν είχα· μακριά της δε μου άρεζε τίποτα. Κάτι μου έλειπε πάντα· κάτι ολοένα λαχταρούσα. θα ήθελα των αδυνάτωνε το αδύνατο· θα ήθελα να είμαι κοντά της ακόμη και σαν είμαι μακριά, για να μη θαρρώ πως πάβει να είναι δική μου, σα δεν είμαι κει. Με δέρνανε χίλιοι λογισμοί. Σα δεν είμαι, τι κάνει; Με θυμάται; Με συλλογιέται; Γελά ή κλαίει; Χαίρεται ή λυπάται; Τι καλά που θα ήτανε να το μάθαινα! Όχι δηλαδή πως μου περνούσε τώρα υποψία· όχι πως σκοπός μου να της στήσω καρτέρι. Διόλου! Καλά θα ήτανε να την έβλεπα κι έτσι, χωρίς καμιάν άλλη σκέψη, χωρίς κανέναν άλλο πόθο, παρά να τη διω, να διω πως είναι σαν είναι μόνη, πώς στέκεται, πώς κινιέται, για να ξέρω αν τα κινήματά της, αν τα στασίματά της είναι τα ίδια που είναι και μπροστά μου, για να είναι τα κινήματά της, τα στασίματά της δικά μου κι από μακριά.

Σ αφτό μου φάνηκε πως το δαχτυλίδι μου μπορούσε πολύ όμορφα να με βοηθήσει, δίχως να υπάρχει από μέρος μου προδοσία καμιά. Δε βάσταξα. Έστρεψα την πέτρα και πήγα στο παλάτι. Μπήκα στο μικρό το σαλονάκι, όπου συνήθιζε τ’ απόγεμα να κάθεται μόνη. Άφαντος εγώ. Καλή μου τύχη αλήθεια που ήμουνε άφαντος εκείνη τη στιγμή! Έλιωσε η καρδιά μου με το θέαμα το γλυκό. Ναι, τώρα όληνε την είχα, τώρα τη γνώριζα όληνε, αφού της έπαιρνα και τη μοναξιά της. Καθότανε η Μυρίνα και διάβαζε βιβλίο. Κάποτες κουνούσε το κεφαλάκι της και σταματούσε. Άξαφνα έβγαλε από το σερταράκι του γραφείου της μια φωτογραφία—τη φωτογραφία μου! —την κοίταξε, τη φίλησε, θε μου! της χαμογέλασε, και ξανάπιασε το βιβλίο, κρατώντας με πάντα στο χεράκι της, να είμαι πάντα μαζί της.

Πώς δεν έπεσα στα γόνατα της, ακόμη δεν το κατάλαβα. Ένα όμως δεν ξέχασα, το πιο σημαντικό, το πιο απίστεφτο, που αντίς να φύγω χαρούμενος, εφτυχισμένος, έφυγα περίλυπος. Βέβαια. Η λύπη μου, η πίκρα μου ήτανε που δεν μπόρεσα ίσια ίσια να πέσω στα γόνατά της. Και γιατί να μην μπορέσω; Γιατί κρυβόμουνε από τη Μυρίνα. Και τότες είπα μέσα μου· — «Είναι άραγες σωστό να κρύφτουμαι; Μα μήπως είναι και δίκιο; Πώς να κάμω εγώ ένα πράμα, που εκείνη δεν έχει το μέσο να το κάμει, που ίσως κιόλας, σίγουρο μάλιστα, πως ακόμη κι αν είχε το μέσο να το κάμει, δε θα το καταδεχότανε; Το κάτω κάτω τη γέλασα και πάλε. Δε μου έφτασε που της έκλεψα τη μοναξιά της, όπως το καφκιόμουνε· της έκλεψα κάτι περσότερο, της έκλεψα την αιδωσύνη της μοναξιάς της. Να διείτε όμως το πιο φοβερό. Γέλασα και τον εαφτό μου. Συλλογίστηκα τόντις με φρίκη, πως αντίς να τη βρω στο σαλονάκι, απίθανο διόλου να την έβρισκα στην κάμερή της, όπου το πόδι μου δεν είχε πατήσει ακόμη. Το λοιπό, θα το χρωστούσα σε μια πλάνη, σ’ ένα τερτίπι ασυχώρητο, σε μιαν ασιατική μαγεία, να μπω πρώτη φορά μου στης αγνής παρθένας το ναό. Μα και στο μέρος που πήγα, μήπως δε γελάστηκα, μήπως δεν τιμωρήθηκα; Μήπως δεν πειράχτηκε το αίστημά μου το ίδιο; εννοείται πως πειράχτηκε, αφού χρειάστηκα να κρυφτώ σαν τον κλέφτη, αφού τη στιγμή που η καρδιά μου γύρεβε από τα στήθια μου να πεταχτεί προς τη Μυρίνα, εγώ αναγκάστηκα, την καρδιά μου να μανταλώσω, άφαντη να κάμω την καρδιά μου.

Του κάκου και το ‘νιωθα πια, στην αγάπη την αληθινή, κρυφά δε χωρούνε· τίποτα δεν πρέπει να καταπιαστείς κρυφά· το κρυφό σου χαλνά την ορθή την αγάπη, σου καταστρέφει της αγάπης την ισότητα που τους θέλει ένα, που τους θέλει με τα ίδια τα δικαιώματα, με την ίδια καρδιά τους δυο αγαπημένους.

Έφταιξα προς τη Μυρίνα· χρέος μου τώρα να διορθώσω το φταίξιμο μου.

*
* *

Την αβριανή, κοντά στο βασίλεμα του ήλιου, την πήρα και πήγαμε στο Rio dei Sciavoni. Ανεβήκαμε σε μια γκόντολα. Πρόσταξα το βαρκάρη να περάσει από το Rio della Croce, και να τραβήξει ως την άλλη μεριά της Ζουέκας, απ’ όπου ξανοίγεις το Αδριατικό πέλαγο πέρα πέρα. Εκεί σταθήκαμε. Κατεβήκαμε και καθίσαμε σ’ ένα μικρό χορτόσπαρτο λιβαδάκι, με κίτρινα λουλούδια και λεφκά. Της έπιασα τα χέρια, της τα ξεμυστερέφτηκα όλα όλα, μου·

— «Και τώρα, της λέω, έλα να ξεχάσουμε μαζί, έλα να ξολοθρέψουμε μια για πάντα την ψεφτιά, έλα να χαιρετήσουμε λεφτερωμένοι την αλήθεια!»

Μπήκαμε στην γκόντολα ξανά· βγήκαμε αλάργα όξω στο Αδριατικό, στα σαλεφτά μέσα τα κύματα του πελάγου. Έβγαλα το δαχτυλίδι μου, κοίταξα ερωτεμένα τη Μυρίνα και της είπα·

— «Συνήθεια είναι να δίνεται στο γάμο ένα δαχτυλίδι χρυσό. Εγώ θα σου δώσω ένα που κανένας άντρας δεν το ‘δωσε της γυναίκας του. Δηλαδή, θα σου το δώσω και δε θα σου το δώσω. Θα σου δώσω την ψυχή του· την ουσία του θα σου δώσω· το πράμα το ίδιο πρέπει να χαθεί, πρέπει ν’ αφανιστεί το σώμα. Η εμπιστοσύνη, να, το δώρο το σωστό, να, η σωστή ζωή της αγάπης που έτσι σταθερέβει· άλλα δαχτυλίδια δεν έχει, να ποιο είναι το άυλο, το άφαντο δαχτυλίδι του γάμου.

Και λέγοντας τέτοια λόγια, πέταξα στο γιαλό το δαχτυλίδι του Γύγη.


Σάββατο, 28 του Αβγούστου — Σάββατο, 18 του Σταβρού, 1909.




ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ

ΤΡΙΜΥΘΙΑ

Β

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ!

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά κ. αρ. 440 26 του Θεριστή, 1991.)


Αφιερώνεται του Δ. Π. Ταγκόπουλου.


Δυο χρόνια είχανε περάσει αφότου στη Βενετιά, έριξα το δαχτυλίδι του Γύγη στα κύματα μέσα του Αδριατικού. Βρισκόμεστα τότες, με την πάντα λατρεμένη μου τη γυναίκα, με τη Μυρίνα, στη Ρώμη, στη Χώρα την Αιώνια. Κρίμας που δεν τ’ αξιωθήκαμε, ούτε η Μυρίνα ούτε γω, να χαρούμε μήτε την αιωνιότητα, μήτε τις ποικιλόχρονες, τις ποικιλόθρησκες, τις απανωτές, τις αιωνοστοιβασμένες τόντις ομορφιές της. Μα ποιος, όξω ακόμη κι από μας, πρόσεχε στα μουσεία, στα μνήματα, στα χτίρια τα παλιά ή τα καινούργια; Ότι που φτάσαμε, ακολουθήσανε κάτι πράματα τρομάρα. Κόντεψε να πέσει το σπίτι το βασιλικό της Σαβόγιας. Το βάσταξα, μπορώ να πω, με τα δυο μου τα χέρια. Τσακίστηκε του θρόνου ο εχτρός, σωριάστηκε κατά γης. Ξεχασμένα σήμερα ιστορικά, όπως ξεχνιούνται όσα και όσοι αποτύχανε. Τα κρύψανε κιόλας αμέσως, για το γόητρο της δυναστείας. Από τον ίδιο λόγο, με παραμερίσανε και μένα, για να μη λένε πως κιντύνεψε και τη γλίτωσα.

Ήτανε, σε κείνο τον καιρό, στην πρωτέβουσα της Ιταλίας, ένας δημαγωγός από τους φοβερότερους· Σίλβιος τ’ όνομά του. Λέω πως ήτανε στην πρωτέβουσα, και σωστά δεν το λέω. Πού δεν ήτανε αφτός; Παντού τον έβλεπες. Πιο πολύ όμως τον αντάμωνες στη Βενετιά, στη Ρώμη και στη Νεάπολη. Όλο το βασίλειο δικό του. Έτρεχε από τη μια πολιτεία στην άλληνε. Άξαφνα, χωρίς να το καταλάβει κανένας, έφεβγε, ροβολούσε από τη Βενετιά στη Νεάπολη, από τη Νεάπολη ανέβαινε στη Ρώμη. Και πάντα ρητόρεβε. Η ρητορική του, κάτι αφάνταστο· άγρια, πυρωμένη, αρπαχτική. Μάθηση καμιά δεν είχε, αναθροφή δεν πήρε καμιά. Ούτε σκολειό πάτησε ούτε γράμματα ήξερε. Ήξερε μόνο να διαβάζει και να γράφει, και το κυριότερο, να μιλά. Τους αποφλόγιζε όλους. Ο χαβάς του δεν άλλαζε· κοπάνιζε ακατάπαφτα το ίδιο θέμα, δηλαδή τα δικαιώματα του λαού. Εννοείται πως καινούργιο τίποτα δεν έλεγε· το ‘λεγε όμως με τόση ζέση που φαινότανε καινούργιο. Το μολογώ πως και μένα μια φορά με συνεπήρε, που πήγα σ’ ένα του συλλαλητήριο. Από μακριά μάλιστα μου ήρθε το πρόσωπό του σα γνωστό. Μα θα γελάστηκα. Δεν το κάτεχε κανένας από πού βαστούσε. Ως και τ’ όνομά του, Σίλβιος, ψέφτικο· τ’ αληθινό του, Μαρίνος, ή σα θέλετε ρωμαίικα, Θαλασσινός. Κάπου ξεψάρεψε πως Σίλβιος σημαίνει άθρωπος του ρουμανιού. Το λοιπόν αφτός, από αντίθεση προς τους πλούσιους, προς τους αρχόντους της πολιτείας και τα λούσα τους, αντιπροσώπεβε το χοντρό, το φτωχό, τον ακαλλιέργητο λαόνε, το λαό που ζει στα ρουμάνια, και που όσο κι αν είναι χοντρός, έχει όμως τη δύναμη, κόφτει τα ξύλα που ζεσταίνουνε τους άλλους, τα ξύλα που σε τι δε χρησιμέβουνε; και τώρα, μ’ ένα ξύλο άσπαστο στα χέρια του τα σιδερένια, κατεβαίνει στην πολιτεία, να γυρέψει, ν’ απαιτήσει το δίκιο του.

Τον άκουγα και με διασκέδαζε η κωμωδία, επειδή ο περίφημος ο ρουμανάθρωπος, ο χοντρός, ο αναπάραδος, είχε παράδες στη διάθεσή του που δεν καταλάβαινες από πού τους μάζωνε. Το πιο περίεργο είναι, που μπόλικα τους σκορπούσε· στο συλλαλητήριο, οι περσότεροι, ενώ τον ακούγανε, στην τζεπούλα τους χαδέβανε με τα δάχτυλά τους, λίρες που τους τις είχε δοσμένες. Κι ωστόσο τον αφήνανε ήσυχα να βροντοφωνά για τη φτώχεια του ρουμανιού. Μήτε το συλλογιόντανε. Οι λίρες του δεν μπαίνανε σε λογαριασμό, άμα τις χτυπούσανε αφτοί. Θαρρώ πως η μεγαλύτερη δύναμή του, αφού σε κάθε λόγο που έβγαζε, η δύναμη και πάντα η δύναμη του λαού του γέμιζε το στόμα, ήτανε το χαρτζιλίκι το άσωτο. Είχε όμως κι άλλη μια, φοβερότερη. Τις μέρες ίσια ίσια που κατασταλάξαμε στη Ρώμη, διαδόθηκε μια φήμη που άρχισε ο κόσμος να τρέμει από μιαν άκρη στην άλληνε της Χώρας της Αιώνιας. Ναι, ταράχτηκε κι ο Πάπας ο ίδιος· το βασιλικό το σπίτι, αντίθετό του· μα όπως κι αν είναι, βασιλικό, κι ό,τι παθαίνει ένας βασιλιάς, μπορεί να το πάθει κι ένας Πάπας. Ταράχτηκε ακόμη κι ο λαός, που δεν το πίστεβε τόσο πράμα, που ίσως και να μην το αντιλήφτηκε ως τα τότες, πως με τα σωστά της κιντύνεβε η μοναρχία. Πάει πολύ, πάει πολύ, ψιθυρίζανε αναμεταξύ τους μερικοί από τους πιο αποφασισμένους παναστάτες.

Και τόντις πήγαινε πολύ. Να, τι έτρεχε. Γνωριστήκανε, δημοσιεφτήκανε σε μια φημερίδα που τη διέφτυνε το κόμμα του Σίλβιου, κάτι λόγια, βασιλικά, βαριά λόγια και για το λαό και για έναν ξένο ηγεμόνα σύμμαχό του, λόγια που στο θυμό του απάνω τα είχε πει τις προάλλες ο βασιλιάς, στο παλάτι του, στον πρωθυπουργό του, μόνοι τους οι δυο, λόγια που με κανέναν τρόπο δεν το ‘νιωθες πώς τα πήρε αθρώπινο αφτί, και που ωστόσο το ύφος τους, η ουσία τους έδειχνε φως φανερό πως δεν τα πλαστογράφησε κανένας. Έκαμε κιόλας το λάθος ο βασιλιάς να πάψει τον πρωθυπουργό του, σα να τα διακοινώνησε τάχα ο πρωθυπουργός, κι έτσι να τα επικυρώσει πιο τρανά. Μα οι κουβέντες οι βασιλικές τίποτα δεν ήτανε μπροστά στις φοβέρες που η Σέλβα — τ’ όργανο του Σίλβιου, φυσικά — τύπωνε κάθε μέρα με χοντρά γράμματα, κόκκινα. Είχανε, λέει, στα γραφεία τους, έτοιμα και φρέσκα, μερικά χαρτιά που αφορούσανε τα σπουδαιότερα μυστικά του Κράτους, χαρτιά επίσημα, με τη βούλα τη βασιλική, με την υπογραφή του βασιλιά. Δίνανε κιόλας να καταλάβει ο κόσμος, από κάποια συμπερίληψη της γραφής, από κάποια υπονοήματα, πως τα ντοκουμέντα δε χωρατέβανε. Και γνήσια όσο παίρνει. Δε θα γλίτωνε το στέμμα. Υποθέτω πως αργούσανε να τα βγάλουνε στη μέση νέτα σκέτα, επειδή ο νόμος απαγόρεβε τέτοιου είδους ανακοίνωση, και σίγουρο πως θα τους καταδικάζανε τα δικαστήρια. Προσμένανε το λοιπό, η κοινή γνώμη να ερεθιστεί, να διαδηλωθεί με τόση ενέργεια, που να φτάσει στο σημείο μονομιάς, όπου πατείς με πατώ σε, θρούβαλλα καταντούνε και νόμος και δικαστήρια.

Ίσια ίσια έγινε κι άλλο λάθος από μέρος της Κυβέρνησης. Δεν τόλμησε να πατήσει πόδι, να καταγγείλει αμέσως το Σίλβιο μήτε τη σύνταξη της Σέλβας. Προσπάθησε η αστυνομία κρυφά, να πιάσει το δημαγωγό, να τονέ φυλακώσει, για να κοπεί της Πανάστασης το κεφάλι. Μα πού να τον πιάσεις; Ποιος τον έπιανε το διαολεμένονε; Λες και τους ξέφεβγε στη στιγμή που ελπίζανε να τον τζακώσουνε· τους ξεγλιστρούσε από τα χέρια, σαν ξεπίτηδες για να τους ρεζιλέψει. Άφαντος κι άφαντος. Το σύστημά του και πάλε· από τη Ρώμη στη Νεάπολη κι από τη Νεάπολη στη Βενετιά, δίχως να το πάρει ο νους σου πότε πρόφταινε. Η αστυνομία τον έχανε — και τα ‘χανε. Μαθεύτηκε το πράμα. Κορυφωθήκανε όλα· η αποτυχία, όσο κι η απόπειρα της αστυνομίας· ανάψανε τα κεφάλια. Περεχυμένος στην πρωτέβουσα ο λαός· αγριέβανε οι δρόμοι. Τώρα πια, δεν έχει· έπρεπε να βγούνε τα ντοκουμέντα. Δηλαδή, ως και τα ντοκουμέντα δεν τους φαινόντανε τίποτα, στη βράση του πολέμου, στην πυρκαγιά που τους πύρωνε όλους τα μυαλά τους. Θέλανε τελειωτικά, την Ιταλία να λυτρώσουνε από τον τύραννο, έτσι λέγανε, θέλανε, στη θέση του τυράννου, να προκηρύξουνε διχτάτορα το Σίλβιο.

Την Ιταλία εμείς, αν και ξένοι, την αγαπούσαμε. Δεν αγαπούσαμε τα Σίλβιο, επειδή κι από πρώτη όψη τον κρίναμε για βέρο τυχοδιώχτη. Αμαρτία να καταστραφεί τέτοιος τόπος από τέτοιο ασυνείδητο παναστάτη, από έναν ψεφτάθρωπο του ρουμανιού. Τι να κάμουμε ωστόσο εμείς, και τι μπορούσαμε; Το βράδυ, γυρίζαμε σπίτι μας, διαβάζαμε τις φημεριδες. Σα να μας έδερνε η θέρμη και μας, σα να μη μας αρκούσανε τα λαχανόφυλλα που αγοράζαμε από τα χαράματα, σα να γυρέβαμε κι άλλα. Και όμως μια βραδιά, τα πέταξα χάμω, τα σιχάθηκα. Παρακάλεσα τη Μυρίνα, που αν το θυμάστε, ήξερε ωραία να παίζει βιολί, να μου παίξει ένα κομμάτι. Δεν το υποψιαζόμουνε πως από τη μουσική της θα ‘βγαινε ο γλιτωμός της Ιταλίας. Έπαιξε τόσο γλυκά, τόσο ουράνια, που της είπα, πως για να μείνει αξέχαστη αναμεταξύ μας η τέρψη που της χρωστούσα, εκείνη τη βραδιά, θα μου δώσει την άδεια, την αβριανή, να πάω να της φέρω ένα βραχιολάκι που τ’ απόγεμα το είχα διει στη βιτρίνα ενός χρυσοχού. Ήθελα μάλιστα να μπω αμέσως, μήπως και με προλάβει κανείς. Μα με τις παλιοφημερίδες, που φωνάζανε οι μάγκες, να σου βγάλουνε τ’ αφτιά σου, με την αντάρα, με τον όχλο, παρασυρθήκαμε και δεν μπόρεσα. Γνώριζα κιόλας το μαγαζί. Λοιπόν άβριο, είπα μέσα μου.

Το χρυσικάδικο, Via degli Orefici, ξακουστό και στη Ρώμη κι όξω από τη Ρώμη. Ο ιδρυτής του και νοικοκύρης, ο Καστέλλης, καλλιτέχνης συνάμα κι αρχαιολόγος με μάθηση, με γούστο. Συλλογίστηκε να μιμηθεί τα διάφορα χρυσαφικά που ανακαλύψανε στις νεκρόχωρες της Ετρουρίας, στο Κιούζι και στο Κορνέτο. Τα μιμήθηκε, τα σκάλισε, τα τόρνεψε τόσο πιτήδεια, που φαντάζανε σαν αριστουργηματάκια πρωτότυπα. Πέτρες δεν έβαζε, δούλεβε μόνο το μάλαμα κι έτσι σου είχανε κάτι πιο φίνο, πιο αριστοκρατικό από τα συνηθισμένα, τα κοινά, που όσο πλούσια κι αν είναι με τα διαμάντια τους ή τα μαργαριτάρια τους, πάντα δείχνουνε λιγότερη αφέλεια, που να πεις, με τον περσότερο τον όγκο τους. Κατάντησε μόδα στους ανώτερους κύκλους της κοινωνίας, να τα φορούνε και να τα προτιμούνε. Ψυχολόγος κιόλας ο καλλιτέχνης μας. Κατάλαβε πως για να τα γυρέβουνε οι πλούσιοι πιο πολύ από τα πετράδια, έπρεπε να κοστίζουνε και πιο πολύ. Ο μόνος φόβος, όταν πήγαινες στου Καστέλλη, να ψουνίσεις, ήτανε μήπως απομείνεις δίχως κάλπικη γαζέτα.

Πού να το φανταστώ πως ίσια ίσια στου Καστέλλη με καρτερούσε άλλος φόβος; Το μαγαζί κλεισμένο. Το σπίτι βουβό. Νόμισα πως σφαλίξανε ξαιτίας της πανάστασης. Ανοιχτά όμως όλα τ’ άλλα μαγαζιά της Βίας. Από πού κι ως πού να σφαλίξει το πιο σημαντικό τους;

Κουδούνισα, χτύπησα, έκαμα. Πρόβαλε στο τέλος από το παράθυρο, δειλά, ένα πρόσωπο κερί. Με ρώτησε τι θέλω. Του αποκρίθηκα. Ο Καστέλλης ο ίδιος. Κοίταξε γύρω γύρω με προφύλαξη κωμική, χιλιόματη, αλήθεια, η λέξη της πρέπει. Μισοαναστέναξε η πόρτα και μπήκα. Κι αμέσως του ζήτησα το βραχιόλι. Αχ! τι δαρμοί τότες και τι κλάματα!

— «Το βραχιόλι! Το βραχιόλι! Να μου έλειπε μόνο αφτό! Μου τα κλέφτουνε όλα, όλα. Κάθε μέρα. Κάτι πράματα τραγικά!»

Του αποκρίθηκα κρύα και λογικά·

— «Πρέπει να πιάσετε τον κλέφτη!»

Άμα που άκουσε για κλέφτη, κέρωσε ακόμη παραπάνω, έμπηξε τις φωνές·

— «Ο κλέφτης είναι, κύριε μου, ένα πνέμα, ένα φύσημα, ένας άνεμος. Δεν τον πιάνεις, Θε μου, Θε μου, θα είναι κανένα στοιχειό!»

Τον ησύχασα όσο μπόρεσα. Η περιέργεια με δαιμόνιζε, να μάθω. Κάμποσος κόπος χρειάστηκε, ώσπου να τον καταφέρω να μου δηγηθεί τα καθέκαστα.

Κάθε μέρα — όπως έλεγε και το ξανάλεγε ολοένα με φρίκη — κάθε μέρα παρατηρούσε πως από καιρό λιγοστέβανε, όχι μόνο τα πιο ακριβά του, μα και τα ωραιότερα χρυσαφικά. Το πιο περίεργο, που και τη νύχτα ξακολουθούσε η κλεψιά. Ένα βράδυ, προτού ανεβεί να πλαγιάσει, έμεινε μοναχός του στο μαγαζί, τ’ αράδιασε, τα ‘βαλε σε τάξη, μέτρησε και τα χρήματα που είχε στο σερτάρι του γραφείου, κλείδωσε και τράβηξε στην κρεβατοκάμερή του απάνω. Το πρωί, άδειο το σερτάρι, φεβγάτα και καμιά δεκαριά κομμάτια. Λοιπόν ούτε υπάλληλος έφταιγε, ούτε δούλος — εξόν αν είχε το κλειδί, που δε φαινότανε πιθανό διόλου. Για να βεβαιωθεί όμως, την άλλη νύχτα, κρύφτηκε πίσω από ένα παραθυράκι, ένα είδος φεγγίτη παραμέσα στο σπίτι κι όξω από το μαγαζί το ίδιο· σκοτείνια, κι έβλεπες από κει δίχως να σε βλέπουνε. Πρόσμενε ο Καστέλλης. Με το πιστόλι στο χέρι. Ότι που βολέφτηκε δίχως κρότο κανένα στο μέρος αφτό, και τόμου άναψε στη σάλα μέσα το φως το ηλεχτρικό.

Τα μάτια του Καστέλλη μας τέσσερα. Ψυχή. Άξαφνα, ένα βραχιόλι σηκώνεται στον αέρα, μοναχό του. Σηκώνεται δέφτερο και σηκώνεται τρίτο. Έπειτα κατεβαίνουνε μια σταλιά τα βραχιόλια, βυθίζουνται πάλε στον αέρα και χάνουνται! Μόλις που δεν άφησε ο Καστέλλης τα πιστόλι να πέσει χάμω. Βάσταξε την ανάσα του κι έδραμε ως απάνω, γκρεμισμένος από τον τρόμο. Πήγε στην αστυνομία. Τα ξήγησε, τα ξεδιάλυσε με το νι και με το σίμα. Γελάσανε, τον κοροϊδέψανε. Του δώσανε φύλακα, να παραμονέψει στο μαγαζί, με την πόρτα κλειδωμένη, να διούμε τότες πιάνεται ή δεν πιάνεται ο κλέπτης. Τον έπιασε απαράλλαχτα η αστυνομία όπως έπιασε και το Σίλβιο. Ακόμη χερότερα μάλιστα, επειδή ακολούθησε θάνατος αθρώπου. Όταν μπήκανε, την αβγή, ο φύλακας ξαπλωμένος κάτω, νεκρός. Έτριξε κιόλας, ότι ανοίξανε, η πόρτα δυνατά, σα να τη σκουντούσε κάποιος, να βγει , μ’ ένα χάχανο σατανικό. Είχε γίνει ο φόνος τη νύχτα την περασμένη. Σφάλιξε ο Καστέλλης το μαγαζί.

Σας τα συντομέβω. Τελειωμό δεν είχε η κουβέντα κι η απελπισιά του. Τονέ λυπήθηκα. Έμεινα βαθιά συλλογισμένος. Ένα λόγο του είπα μονάχα·

— «Να με προσμένετε απόψε. Ίσως ξανάρθω. Απόψε ή άβριο.

Πέρασε η μέρα και λεξούλα δεν ξεστόμισα σπίτι. Μόνο που τα δηγήθηκα όλα της Μυρίνας. Έπειτα σώπασα. Σώπαινε κι η Μυρίνα. Τα ίδια στοχαζόμεστα κι οι δυο μας. Μα δεν καταλαβαίναμε, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Δούλεβε δούλεβε τα μυαλό μου και δεν το κατάφερνα, όσο κι α γύρεβα να ξεκαθαρίσω μερικά που μου ερχόντανε σαν πολύ σκούρα.

Στις δυο τα μεσάνυχτα, ξύπνησα κι άναψα τσιγάρο.

— «Τι έχεις;» Με ρωτά η Μυρίνα. Ήξερε πως όταν είχα κάτι, άναφτα τσιγάρο.

— «Άκουσε, γυρνώ και της λέω. Αφτός ο κλέπτης, αδύνατο να μην έχει το δαχτυλίδι!...»

— «Μα πώς γίνεται; Η θάλασσα!...»

— «Θα βούτηξε να τ’ αρπάξει ο... βαρκάρης, ο γκοντολιέρης μας!»

Σύσσωμη έτρεξε η Μυρίνα.

— «Έννοια σου, της κάνω. Τώρα βρήκα πια τον τρόπο να τον πιάσω.»

Δεν την τρόμαζε ο κίντυνος, τη Μυρίνα. Η μεγάλη της η ψυχή έβλεπε μόνο πως γινότανε κόσμου αφανισμός, και το κακό, σαν το ανταμώνει στη στράτα του κανείς, πρέπει να το ξολοθρέψει. Αφτό ήξερε η Μυρίνα. Μ’ εμπιστεβότανε κιόλας. Είδε στη ματιά μου πως τα είχα όλα ταχτοποιημένα.

Έριξα το τσιγάρο και κοιμήθηκα. Πρωί πρωί, ξαναγύρισα στου χρυσοχού.

— «Εχτές δεν μπόρεσα να 'ρθω. Σήμερα έρχουμαι, γιατί βέβαιος είμαι πως θα τον πιάσω, τον κλέφτη σου.»

— «Αφήστε, αφήστε, για το θεό. Θα πάθετε και σεις.»

— «Να κάμετε όπως θα σας οδηγήσω. Τα λόγια περιττά. Ελάτε δω μαζί μου. Να με πάτε σε κανένα μέρος του σπιτιού, όπου να μην πηγαίνει κανένας, που να μην έχει κι έπιπλα πολλά.»

Δεν καταλάβαινε ο καημένος.

— «Πώς συφωνήσαμε; Τις οδηγίες μου! Και να μη με ρωτάτε.»

Με πήγε κι απόρησε περσότερο ακόμη, όταν άξαφνα, προτού βγάλω μιλιά, έκαμα γύρους και γύρους στο καμαράκι, ώσπου να μην απομείνει απάτητη, άψαχτη, μια γωνιά. Σα βεβαιώθηκα πως είμαστε μόνοι, του σημειώνω τ’ ακόλουθα·

— «Το μαγαζί σας ανοιχτό. Πρέπει όμως να είναι πολύς κόσμος μέσα. Πηχτός, πηχτός. Λέτε σε φίλους, σε γνώριμους, κι έφκολα γεμίζει. Προς το βράδυ, μια ώρα, μιάμιση προτού κλείσετε, τους παρακαλείτε να κοπιάσουνε όξω...»

— «Μα θα είστε και σεις μαζί μου!...»

— «Όχι! Εγώ ίσια ίσια δεν πρέπει να φαίνουμαι. Να με βάλετε τη νύχτα πίσω από το φεγγίτη. Να φροντίσετε ν’ ανοίγει ο φεγγίτης χωρίς κόπο κανένα, και τα πιο πολύτιμα χρυσαφικά, να τα συγυρίσετε σ’ ένα τραπεζάκι απάνω, που να είναι μπροστά στο φεγγίτη. Τόσο και φτάνει!»

Ποτέ μου πιο λαχταρεμένα δεν ανυπομόνησα ώσπου να νυχτώσει. Στο τέλος, αφού έμεινα κρυμμένος ίσια με τότες στο καμαράκι, κατέβηκα, χώθηκα πίσω από τη σκάλα, στο φεγγίτη μπροστά δηλαδή. Δεν παραμόνεψα του κάκου. Τα μάτια μου καρφωμένα στα χρυσαφικά. Σε λίγο βλέπω ένα και σαλέβει. Ορμητικά, σπρώχνω το φεγγίτη, αρπάζω δυνατά το χρυσαφικό, δηλαδή το χέρι που το κρατούσε. Άμα βρήκα το ένα χέρι, βρήκα και τ’ άλλο. Τα ‘σφιξα τρομαχτικά. Και γύρισα το δαχτυλίδι!

— «Να σου, ο φίλος!» του φωνάζω.

— «Α δε με ξάφνιαζες, δε θα με τσάκωνες έτσι. Κι έτρεμε πιο πολύ ακόμη από το φόβο παρά που έτρεμε από το θυμό.

Δε χασομέρησα. Δεν τον άφησα ν’ ανασάνει, και σαστισμένος όπως ήτανε, του τραβώ το δαχτυλίδι, το καθίζω στο δάχτυλό μου·

— «Τώρα, ματάκια μου, είσαι δικός μου. Ο αφέντης είμαι γω. Στάσου να τα πούμε.»

Ανοίγω την πόρτα με το κλειδί που το είχα στην τζέπη μου. Του δείχνω ένα πιστόλι και του λέω·

— «Μην κουνηθείς. Ή σε σκοτώνω!»

Και τον κοίταξα, πρώτη φορά.

Το πρόσωπό του, από το φεγγίτη, δεν το ‘βλεπα καλά, δε φαινότανε.

Τον τηρώ, τον τηρώ τώρα και σαστίζω. Σαστίζω περσότερο από τον ίδιο τον κλέφτη. Ποιος θαρρείτε να ήτανε; Ο Σίλβιος, καλέ, ψυχή και σάρκα!

Με πήρανε τα γέλια·

— «Να σου πω, αδερφέ, του κάνω. Αφτό αξίζει λίγη κουβέντα. Η νύχτα μακρινή. Έχουμε ώρα. Μη σε μέλει. Κανένας δε θα μας αντισκόψει. Όλοι τους ζαρωμένοι από κάτω από τα παπλώματά τους. Μπράβο σου που το κατάφερες να μου τους συζαρώσεις έτσι, από το φόβο. Θα ωφεληθώ και γω. Να μου δηγηθείς τα ιστορικά σου, από την αρχή. Να διασκεδάσουμε. Ειδεμή, σε παραδίνω αμέσως!»

Πού ν’ αντισταθεί ο Σίλβιος; Στο χέρι μου, σπαρταριστός. Και πρόσμενα τι θα μου πει.

Δεν κρατήθηκα όμως και ρώτησα πρώτος·

— «Είσαι συ ο βαρκάρης της γκόντολας;»

— «Αμέ, ποιος άλλος; Εγώ είμαι.»

— «Και πώς ήξερες, πώς μπόρεσες να το πιάσεις, πώς το βρήκες στη θάλασσα το δαχτυλίδι;»

— «Αφού το θέλετε, αφέντη, ελάτε πια, όλα να σας τα ξεμυστερεφτώ.»

Και στρώθηκε σε μια καρέγλα, στο μαγαζί, ανάμεσα στα ειδώνε ειδώνε χρυσαφικά που μας περιτριγυρίζανε. Ο Σίλβιος ο περίφημος, τώρα, μονομιάς, ξαναγινότανε βαρκάρης. Μ’ έλεγε αφέντη. Μπορεί να ‘λπιζε — τι δεν ελπίζει κανείς; — πως θα τονέ λυπηθώ και θα γλιτώσει. Λες και δεν του κόστιζε τίποτα ν’ αλλάξει τρόπους και ύφος, με την ίδια την εφκολία που είχε γίνει από βαρκάρης δημαγωγός.

— «Να με συμπαθάτε, αφέντη. Μα κουτός δεν είμαι. Όταν πήγαμε τότες στη Ζουέκα κι ανεβήκατε στο λιβαδάκι ξέγνοιαστοι, εγώ κάτι μυρίστηκα, πείτε το κι απλή περιέργεια, σα θέτε, για το τι γυρέβουνε αρχόντοι σαν του λόγου σας — γνώριζε ο Σίλβιος τον τρόπο το μελένιο του κοπλιμέντου — σ’ ένα ξερονήσι όπου εμείς οι φτωχοί δε ζυγώνουμε. Τίποτις μυστικά, όπως κι αν είναι. Η γκόντολα, χρυσό μου αφεντικό, έμεινε κολλητά στο μέρος όπου κατεβήκατε. Κρυμμένη πίσω από το κορφουλάκι, αν το θυμάστε, δίπλα στο γιαλό κάτω. Τα λόγια σας με την Κυρία, έτσι, άκρες μέσες, τ’ άρπαξε τ’ αφτί μου. Τι να σας κάμω κιόλας, που η πολύξερη αρχοντιά σας ανακατέβατε κάπου κάπου στην ομιλία και τα βενετσιάνικα τα χυδαία μας — αλήθεια! δίκιο είχε ο Σίλβιος· τη λατρέβαμε τη λαλιά της χώρας όπου αγαπηθήκαμε και τη μιλούσαμε. — Όταν της το μολογήσατε, της πανόμορφης αρχόντισσας, πως άφαντος περάσατε ως το παλάτι, από τα στενά της Βενετιάς, βενετσιάνικα της τα ξηγήσατε. Αποφάσισα πια τότες πως τα δυνατά μου θα βάλω, να μη χαθεί το δαχτυλίδι. Άμα προστάξατε να βγούμε αλάργα στο Αδριατικό, εγώ διάλεξα πίτηδες έναν τόπο που τα νερά ήτανε ρηχά ρηχά. θα παρατηρήσατε πως εκεί τα κύματα σαλέβανε μια σταλούλα, και θαρρέψατε βέβαια πως σαλέβανε από τη θάλασσα. Μα σε μας θάλασσα δεν έχει — α μου δίνετε την άδεια δηλαδή να σας εναντιωθώ μια φορά. Πρέπει να πας μακριά μακριά, να διεις τη θάλασσα πώς είναι. Πράματα δα που τα γράφει και τ’ απάγγελμά μου, με το συμπάθιο. Στη Βενετιά μας ολοτρόγυρα, λίμνη. Σαλέβανε τα νεράκια εκεί δα, στον πάτο, επειδή κι είχε κάτι μικρούλα μυτερά βραχάκια, όπου σκουντάφτει το κύμα κι έτσι γίνεται κάποια ταραχούλα. Χρειάστηκε μάλιστα, για να μη σκουντάψω κι ο ίδιος με την γκόντολα, ε! χρειάστηκε η μαστοριά η δική μου, γιατί να μην το καφκηθώ; — Και γυάλισε το πρόσωπό του, από της τέχνης του τη θύμηση. — Άμα είδα πως εκεί κι όχι αλλού, που το φοβόμουνε, ρίξατε το δαχτυλίδι, ανάσανα. Ότι που γυρίσαμε στη Βενετιά, τράβηξα γραμμή ως τα βραχάκια. Εμένα η θάλασσα με ξέρει· μάνα μου είναι αφτή. Μήπως δε με λένε κιόλας Μαρίνο; Παρατσούκλι μου και τούτο δηλαδή. Τ’ όνομά μου, Πέτρος. Έτσι. Μα στο βούτηγμα κανένας δε με περνά. Βούτησα δυο τρεις τέσσερις φορές, αφέντη μου. Του κάκου! Ξαναβούτησα πάλε άλλες τρεις. Εφτά, που λέει ο λόγος. Ε! δεν τ’ άξιζα να το βρω; Η Παναγιά με βοήθησε. Το βρήκα.»

»Κόντεψα να λωλαθώ από τη χαρά μου. Αμέσως το δοκίμασα κι άφαντος έγινα την ίδια τη στιγμή. Με πήρανε τότες τα γέλια. Συλλογίστηκα, τι γλέντι! Κόκκαλο θα τους κάμω τους συβαρκάρηδές μου. Είμαι και λιγάκι παιχνιδιάρης, θα διείτε, γλυκέ μου αφέντη, πως κακό δεν έβαλα με το νου μου. Είπα μόνο να τους ξιπάσω, να μην ξέρουνε τι τους γίνεται. Γύρισα λοιπόν από μέσα το δαχτυλίδι, κάθισα στο κουπί, πέρασα εκεί που στρίβει ο κάβος της Ζουέκας, άναψα τα κουπιά μου, και να σου με, ματάκια μου, στο μεγάλο το Κανάλι, στην μπασιά του, να τρέχω, κι από τους όχτους να θωρά ο κόσμος γκόντολα χωρίς γκοντολιέρη, να περνά!»

Ξ»εκαρδιζόμουνε, σαν τον τρελό, και σκόπεβα ν’ ανεβώ έτσι όλο το κανάλι, να πάρω και τα καναλάκια μας, να βουβαθούνε ο κόσμος. Καλά που δεν ξακολούθησα. Μου φάνηκε από μακριά μακριά σα να ξάνοιγα κάποια κίνηση στο Rio degli Schiavoni. Ένας βαρκάρης σα να ετοιμαζότανε κιόλας.»

— »Κι αν έρθουνε άξαφνα, συλλογίστηκα, με τις γκόντολες; Κι α γιουρουντίσουνε στη δική μου απάνω; Πηδώ! Βέβαια. Πού όμως να πηδήσω; Αν ήτανε μέσα στη χώρα, έφκολο, με τα δρομάκια και τα γεφυράκια. Μα εδώ; Να βουτήσω; Βουτούνε κι αφτοί. θα φαίνεται κιόλας από τα κύματα πως κολυμπώ. Πώς κολυμπά ο Διάβολος! Γιατί έτσι θα λένε και για τούτο θα μαζώνουνται κει πέρα, στο Ρίο. Είναι άξιοι μάλιστα, για να πιάσουνε το Διάβολο, να με κυνηγήσουνε με τους σταβρούς, να μου σπάσουνε τη ράχη με το σίδερο του σταβρού τους.»

»Με νέκρωσε ο λογισμός. Στοχάστηκα και την Παναγιά, που με βοήθησε στο δαχτυλίδι. Δεν έκανε να με πάρουνε για τον Καταραμένο, εμένα.»

— «Πίσω! Πίσω!» είπα μέσα μου.

Και ιδιοστιγμίς βρέθηκα ξανά στον κάβο της Ζουέκας. Τον αριθμό της γκόντολας δεν πρόφτασε κανείς να τονέ σημειώσει, στην παραζάλη. Έβαλα στη θέση την πέτρα, τη γύρισα δηλαδή απ’ όξω. Και ήσυχα ήσυχα πιάνω το Rio della Croce, ήσυχα ήσυχα πάω πάλε στη χώρα.»

Έσκυψε ο Σίλβιος το κεφάλι του, λυπητερά·

— «Να! Όλο το δυστύχημα, σεβασμένε μου αφέντη, όλο μου ήρθε από την ησυχία εκείνη του κουπιού μου. Είχα τον καιρό να στοχαστώ χίλια πράματα. Με αναποδογύρισε η κακία των αθρώπωνε. Να θέλω εγώ να διασκεδάσουμε μαζί, να γλεντίσουμε, να τους το μολογήσω κατόπι, και οι ανόητοι, ποιος ξέρει; να θέλουνε να μου ριχτούνε, να με παίρνουνε για το Διάβολο! Τονέ γνώρισα εγώ κι από μακριά το γέρο τον Αντώνη, που τίποτα δε φοβάται, μήτε θεό μήτε διαόλους, ο θεομπαίχτης, κι άξαφνα πάει και σταβροκοπιέται για μια γκόντολα που τρέχει μοναχή της!»

»Ο βαρκάρης που σήκωνε τους άλλους στο ποδάρι και που έκανε να ξεκινήσει αφτός ήτανε δα.»

»Πού να μη φέξει! Κατάλαβα πως εδώ χρειάζεται προσοχή, πως πρέπει να τους γελάσω, πως το δαχτυλίδι μου — το δαχτυλίδι σου, αφέντη, το χρυσό μου — πως τέτοιος θησαβρός, πιο σπουδαία, πιο σημαντικά πράματα θα μου προξενούσε, παρά μπαρτζολέττες και παιχνίδια. Φτάνει να ‘χω τη γνώση να το χρησιμεφτώ, κατά πως του αξίζει. Ξακολούθησα δυο μήνες απλός βαρκάρης. Κάποτες, όταν ήμουνε μόνος, στην κάμερή μου, κοίταζα το δαχτυλίδι, το γύριζα. Λέξη όμως δεν είπα ούτε της γυναίκας ούτε του πεθερού, γιατί γυναίκα έχω, αχ! είχα και πεθερό. Ήμουνε τότες αθώος!»

»Κι ακόμη, πίστεψέ με, άρχοντά μου, αχαμνό, ανήθικο, άδικο, δεν έβαζα τίποτα με το νου μου. Δε σου λέω πως από μέσα δε δούλεβε το κεφάλι. Χρειαζότανε αφορμή, να ξεσπάσει πια η μπόρα. Κατάρα στον ξένο που μια φορά, γι ανταμοιβή μου, επειδή αλήθεια λαμπρά τον οδήγησα όπου ήθελε, αλάκαιρη μια μέρα, μου πέταξε μια μονέδα, ένα κομμάτι που λογάριαζε πενήντα φράγκα χρυσά. Οι βαρκάρηδες από ζούλια μου τη λέγανε ψέφτικη. Πήγα σ’ ένα κάμπιο της Πιάτσας, να τη χαλάσω. Στάθηκα, μια στιγμή, όξω στην πόρτα. Στοχάστηκα·»

— «Ίσως να είναι και ψέφτικη τόντις η μονέδα!»

»Πίσω από το τζάμι, τζόγια μου! τι μπαγκανότες και τι μαλάματα! Σε μια γωνίτσα, τα εικοσόφραγκα στοίβες στοίβες. Κι ο ίδιος δεν ξέρω πώς έγινε· γύρισα το δαχτυλίδι μου — το δικό σου, τσελεμπή μου! — μπήκα. Δεν κοίταζε ο καμπιαδόρος. Χτύπησα τα εικοσόφραγκα και φύβγι.»

»Απόρησα με την εφκολία, που το κατόρθωσα. Να, η ευκολία η αφάνταστη με κατάφερε κει που με βλέπεις.»

— «Εγώ, εγώ, μπορώ να είμαι, πλούσιος, πεντάπλουτος, εκατομυριούχος!»

»Τέτοια σκέψη μου κόρωσε τα μυαλά, τέτοια λόγια φώναζε η ψυχή μου, βγαίνοντας από το μαγαζάκι. Πού πια γκόντολα και πού κουπιά; Το 'κανα κιόλας γούστο να παίρνω ένα ένα τα κάμπια, τα καφενεία, τα ξενοδοχεία, να μαζώνω και να μαζώνω. Σου το βεβαιώνω, αφεντικό μου, πως δεν άφησα την πατρίδα μου από το φόβο τάχα μήπως σαστίσουνε, άμα με διούνε με τόσα χρήματα. Τίποτα. Ένιωθα κλίση για μεγάλα. Τάχα να πήρε φόρα η κλίση μου αφτή, με τον πλούτο που μου έδινε τη δύναμη, με το δαχτυλίδι που μου έδειχνε πως κάτι μπορούσα και —ή να την είχα στα σωθικά μου, από γεννησιμιό μου; Εσείς πια που είστε σοφός, θα μου τα ξεδιαλύσετε αφτά. Εγώ τα μεγαλεία τα ονειρεβόμουνε κι από παιδί. Από φιλότιμο, μη θαρρείτε, βγήκα ο πρώτος βαρκάρης, ο πρώτος βουτηχτής, αφέντη μου, της Βενετιάς. Τη γκόντολα μου κιόλας τη βάφτισα Gloria.»

— «Η καημένη μου η γκόντολα! Πού να είναι;» Αναστέναξε ο Σίλβιος και ξακολούθησε.

«Η Gloria! Τη δόξα γύρεβα και τώρα. Μα τι λέω; Τη δόξα την είχα πια. Την κρατούσα στο δάχτυλό μου — χάρη σε σας, αφεντικό! Φανταστείτε τι δε δυνόμουνε να καταφέρω με τέτοιο ένα μαϊτάπι! Όρκο σας βάζω πως δε συλλογίστηκα τον εαφτό μου στην αρχή. Έλεγα μάλιστα πως εγώ, ένας απλός απλός άθρωπος του λαού, δίχως γράμματα, δίχως αναθροφή, δε θα ‘βλεπα ίσως, δε θα καταλάβαινα καλά καλά τ’ άπειρα μαραφέτια, που θα ‘βγαζε κανένας πιο προκομμένος, από το δαχτυλίδι. Ο πλούτος, ναι! Μου έδινε τον πλούτο. Μα είναι κι άλλα. Μπορεί να μην τα ήξερα εγώ, να μην είχα και τα μέσα να τα βγάλω πέρα. Και τι ρεζίλι θα γινόμουνε στους βαρκάρηδες, α δε φαινόμουνε άξιος να μεταχεριστώ, με τον καταλληλότερο τρόπο, το θαματουργό χάρισμα της τύχης. Ο νους μου πετάχτηκε στο βασιλιά, στο βασιλιά μας. Ναίσκε. Ακούστε, και θα διείτε πως είχα δίκιο. Σα βασιλιάς που είναι, στοχάστηκα, θα είναι κι ο πιο έξυπνος. Θα ξέρει αφτός. Θα του χρησιμέψει και πιο πολύ. Για στοχαστείτε! Με το δαχτυλίδι, ό,τι θέλει το κάνει. Σκοτώνει τους άλλους βασιλιάδες, τους εχτρούς του. Αλλάζει την όψη του κόσμου. Γιγαντώνει, αδερφέ, την Ιταλία. Ε! και θησαβρούς μαζώνει όσους κι όσους. Βοηθός του εγώ πάντα. Δικό του το δαχτυλίδι. Μ’ έναν όρο. Να με διορίσει πρωθυπουργό του. Τίποτα δεν ήτανε, μπροστά στο δώρο το μοναδικό.

Μη γελάτε, Λαμπρότατε μου! Ήμουνε δα τότες μωρό στη σκέψη, αν όχι στα χρόνια. Η απόφασή μου ακλόνιστη. Θα τραβήξω στη Ρώμη, θα πάω στο παλάτι. Θα του μιλήσω. Του βασιλιά μας, εννοείται. — Ο δημαγωγός, έτσι, με το μας, το ‘λεγε, σα να είχε ξεχασμένη τη δημαγωγία του. — Βέβαια, του βασιλιά μας, το πεσκεσάκι. Να διείτε κιόλας, αφέντη, πως του λόγου του φταίει, αν πήρε άλλο δρόμο η δουλειά.»

— «Ο βασιλιάς, ρώτησα, πώς έφταιξε;»

— «Σταθείτε! Σταθείτε! Με τη σειρά του το καθένα.»

»Έκαμα μια πρώτη ανοησία, να πω της γυναίκας πως θα φύγω, αντίς να φύγω και να μην της το πω. Τη λυπόμουνε, τι τα θέτε; την αγαπούσα. Πού όμως να νιώσει αφτή τον προορισμό μου το μεγάλο; Γυναίκα πράμα. Πεισμάτωσε, δε θέλησε να μ’ αφήσει και του κάκου. Το χαμό μου γυρέβω, λέει, έκλαιγε ολοένα, και σερνότανε στα πόδια μου με τα παρακάλια. Να, έτσι ακολουθήσανε τα δυσάρεστα. Φώναξε τον πατέρα της να με βαστάξει, τη στιγμή που ήθελα γλυκά να την αποχαιρετήσω. Εγώ να ‘χω σίγουρη μπροστά μου τη δόξα κι η κουτή να μ’ εμποδίζει! Θύμωσα και στο θυμό μου απάνω, ενώ τόντις με βαστούσε ο πεθερός, τα ‘χασα και για να του ξεφύγω τάχα, γύρισα το δαχτυλίδι. Άπραχτος ακόμη και στραβός! Δε στοχάστηκα πως αφού με βαστούσε και δε μ’ έβλεπε, κάποια υποψία θα του περνούσε, θα του μάθαινα έτσι το μυστικό μου. Πού να μη λάχει! Του σφίγγω το λαιμό, τον πνίγω, πέφτει χάμω. Εγώ αθώρητος πάντα. Όρμησα στην πόρτα, φεβγιό. Η γυναίκα, που μήτε άκουσε από μένα για δαχτυλίδια, έμεινε ξερή. Θα νόμισε πως του κατέβηκε νταμλάς, του μπαμπά της, γιατί δε μ’ έβλεπε πια!

Ο Σίλβιος σώπασε. Πέντε λεφτά δεν μπόρεσε ν' ανοίξει το στόμα.

— «Κρίμας! Κρίμας! Αγαθός, ντόμπρος άθρωπος! Και δε με βαστούσε μαθές με βία. Φιλικά, πατρικά με βαστούσε ο κακομοίρης. Μπορούσα περίφημα να γλιτώσω κι αλλιώς. Τι τα θέλετε; Η εφκολία! Το ένα κακό φέρνει τ’ άλλο. Από το θυμό βρέθηκα στο φόνο.»

— «Βλέπω και τους συνηθίζεις!» του κάνω σκληρά.

— «Ο λόγος σας για τις προάλλες; Αφτό, τσελεμπάκι μου, είναι από την άμυνα! Ή εγώ ή εκείνος. Και τι πειράζει; Ένας ψωροαστυνόμος! Ο πεθερός μου, πεθερός. Μήπως όμως κι ο φόνος ο δικός του, δεν ήτανε από άμυνα, το κάτω κάτω; Αφέντη, αφέντη, έκαμα και χερότερα, κατόπι. Ναι, μια φορά στη Νεάπολη, προτού ακόμη γίνω γνωστός, ένας με πείραζε στην τιμή μου. Εμείς έχουμε και τη βεντέτα. Μα έχει τις δυσκολίες της αφτή. Εγώ μπήκα τη νύχτα, με το δαχτυλίδι γυριστό, στην κάμαρα του λεγάμενου, κι ότι αποκοιμήθηκε, του τράβηξα τη μαχαιριά. Η εφκολία, να σας και πάλε, η εφκολία η διαολεμένη του δαχτυλιδιού, που και τ’ αδύνατα σας τα κάνει δυνατά, που τ’ αθρώπινα τα κεφάλια σας τα δείχνει για πράσα έτοιμα να σκύψεις και να τα κόψεις!»

Σώπασε ξανά, πιο ξέθαρρος τώρα και πιο ειρηνεμένος. Ένα φίνο χαμόγελο, το χαμόγελο το έξυπνο του Ιταλού, του μισοάνοιγε τα χείλια·

— «Καλέ, τότες στη Βενετιά, ήμουνε αθώος. Αθώος, μάλιστα. Παιδί. Ο πεθερός μου ο καψούλης! Γέρος ο χριστιανός. Η Παναγιά κι η ψυχή του! Μήπως όμως, φίλε μου, δεν τόνε σκότωσα για τη δόξα; Τι μου ζάλιζε κιόλας τ’ αφτιά; Δόξα είναι· τι δεν της θυσιάζεις; Και τι θυσία δεν αξίζει;»

Τα μάτια του σηκωμένα στον ουρανό, περήφανα, δραματικά, σα να θωρούσε τη δόξα του τη δημαγωγική, κάπου απάνω, στ’ αψηλά.

— «Ωραία μας τα κατάφερες! Τι κοιτάζεις εκεί απάνω, τόσο περήφανα; το ταβάνι της φυλακής σου κοιτάζεις!»

— «Αχ! τη δόξα που χάρηκα εγώ, που τη χαίρουμαι και τώρα, γιατί ο λαός εμένα θα με διαφεντέψει, τη δόξα μου, η φυλακή δε μου την παίρνει! Πολύ δεν της είναι μια φυλακή. Κι ας μου την πάρει, αν αγαπά, δε με νιάζει.»

— «Σου την πήρα, φίλε μου, εγώ», του αποκρίθηκα κρύα κρύα, δείχνοντάς του το δαχτυλίδι. «Φρόνιμα θα πράξεις να ξακολουθήσεις τα ιστορικά σου. Και σώνει μας ο λυρισμός.»

Έγινε αμέσως ταπεινός, ταπεινούτσικος και γύρισε στη Βενετιά, βαρκάρης.

— «Ναι, αλήθεια! Έφυγα τότες, ύστερις από το κακό, τρεχάτος από το σπίτι. Γραμμή στο σταθμό και πήρα το τρένο. Μου φάνηκε παράξενο να ταξιδέβω τζάμπα, δίχως μπιλιέτο, με το δαχτυλιδάκι σας. Στρώθηκα στην πολυτέλεια, όπου σε μας δεν είναι δα και κανείς. Με διασκέδαζε κάμποσο που γελούσα τη σιδεροδρομική μας εταιρία, κι έτσι αλησμόνησα λιγάκι τον καημό μου, και τον πεθερό. Είχα κιόλας πιο μεγάλα, πιο σημαντικά να συλλογιστώ. Έλεγα, ότι που φτάσω στη Ρώμη να τραβήξω κατεφτείας στου βασιλιά. Με τέτοιο δώρο που του έφερνα, θα με δεχότανε αμέσως. Θα πείτε — «Πώς να το υποψιαστεί πώς του το φέρνω;» Έχετε δίκιο. Μα εγώ θαρρούσα πως από το πρόσωπό μου φαινότανε άθρωπος της περιωπής μου. Μήτε μου πέρασε ν’ αλλάξω ρούχα. Με τα γκοντολιέρικά μου. Παρουσιάστηκα στ’ ανάχτορα. Το χτίριο άνοστο. Στρατώνας σωστός. Δεν το πρόσμενα. Μην παραξενεφτείτε, μα δεν πρόσμενα, ούτε στρατιώτες ν’ απαντήσω τόσους που φυλάγανε την πόρτα. Να, το λάθος τους αφτό στάθηκε.»

— «Ποιανού λάθος;»

— «Ολωνώνε τους! Γιατί εγώ θαρρούσα — και με το δίκιο μου — πως σ’ ένα λέφτερο κράτος, κάθε πολίτης μπορούσε να διει το βασιλιά μας, μάλιστα σαν έρχεται να τονέ φιλοδωρήσει — και με τι δώρο! Το είπα κιόλας στους στρατιώτες·

— «Θέλω να μπω! Θέλω το Μεγαλειότατο να διω — το είπα και τούτο, ναίσκε, το Μεγαλειότατο, έτσι — του φέρνω τη σωτηρία της Ιταλίας.»

— «Αλάργα! Εδώ δεν μπαίνουνε! Αλάργα!»

«Πώς το βρίσκετε; Τουλάχιστο έπρεπε να μ’ αφήσουνε μέσα, να ξηγηθώ. Δεν μπαίνουνε, λέει. Άλλοι μπαίνανε ωστόσο. Τους έβλεπα. Γιατί τάχα εγώ να μην μπω; Γιατί φορούσα βαρκάδικα;»

»Τους το είπα και τούτο. Φώναξα πως θέλω, πως πρέπει.»

»Βγήκε τότες ένας όξω, με αστική στολή. Με κοίταξε από την κορφή στα πόδια. Σκλάβικα μούτρα. Ο αχρείος! Μιλούσε ήσυχα, για να με κοροϊδέψει κατόπι καλύτερα·»

— «Πρέπει πρώτα, Κύριε, να ζητήσετε ακρόαση!»

— «Πού ζητούνε; να ζητήσω. Ακρόαση! Ακούς εκεί;»

»Με πήγε σε μια σάλα όπου καθόντανε με την αράδα κι άλλοι σκλάβοι, χασμουρημένοι.»

— «Ο κύριος, λέει ο πρώτος με τη στολή, γυρέβει ακρόαση.»

»Ξεχασμουρηθήκανε οι μασκαράδες. Κι αρχίσανε, ποιος εδώ, ποιος εκεί, κάτι γέλια που τα δόντια μου τρίζανε. Κι ωστόσο, αφέντη, κρατήθηκα, μα την Παναγιά.»

— «Θέλω να διω το Μεγαλειότατο, του φέρνω τη σωτηρία της Ιταλίας!» Να καταλάβουνε, αδερφέ! Και το είπα ήσυχα, με τρόπο, σοβαρά σοβαρά.

— «Ο κύριος καγκελάριος, μου κάνει ο πρώτος που έγνεφε κιόλας στους συντρόφους του, λείπει στο ταξίδι και για να πάρετε άδεια, πρέπει απαραίτητα να είναι στο παλάτι. Ώστε αδύνατο για την ώρα. Νόμος.»

— «Αδύνατο; Έτσι; Αδύνατο;»

— «Λυπούμαι!...»

»Βλέπετε πως με κορόιδεβε; Κουρντίστηκα και περήφανα τους απαντώ·»

— «Δεν ξέρετε! Δεν ξέρετε ποιος είμαι και τι κάνετε!»

— «Ο μπούφος!» λέει χασμουρητά ένας από τους σκλάβους τους αραδιασμένους.

— «Ο μπούφος;» Γυρίζω και του πετώ στη μούρη. Να το νιώσεις πιο ύστερα ποιος είναι ο μπούφος, εγώ ή εσύ. Και χούμησα όξω.»

»Το άχτι μου, αφέντη, από κει βαστά!»

— «Ο βασιλιάς τι φταίει;»

ΛΕΙΠΟΥΝ ΔΥΟ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

»την τζακετίτσα μου, με το καπελάκι μου, και με μια βαλίτζα όπου είχα και λίγο καπνό, ένα δυο τσιγάρα. Φτάνω στη Νεάπολη. Πηδώ από το τρένο. Ένας υπάλληλος, ένας αχρείος — δεν μπορούσα να τους χωνέψω, άμα έβλεπα μια στολή, όποια κι αν είναι, ύστερις από την υπόθεση του Κουιρινάλε— τι νομίζεις πως μου γυρέβει; Ν’ ανοίξω τη βαλίτζα μου! Γιατί; Για να πλερώσω φόρο που έμπαζα καπνό — δηλαδή να μου τονέ χτυπήσει ο μπερμπαντάκος. Και μιλούσε απότομα, με μια μούρη προσταχτική, να, σαν τους στρατιώτες που βιγλίζανε στ’ ανάχτορα. Φαντάσου! Δυο τρία τσιγάρα, ένα πούρο και να το θέλει πως μπάζω κιόλας καπνό στη Νεάπολη! Πες κάλλια πως είσαι κλέφτης κι είμαστε ξηγημένοι! Στη Νεάπολη, αφέντη, θα ήτανε θεού εφκή να είχε κάθε ξένος το δαχτυλίδι μας, μη λάχει και τον κλέψουνε τον ίδιο. Εκεί που πιαστήκαμε, ο επίσημος ο κλέφτης και γω, εκεί που φώναζα, βλέπω, πίσω από τον υπάλληλο ένα παλληκάρι που μου κάνει κάτι χερονομίες, κάτι γνεψίματα. Στον τόπο μας, θα το παρατήρησες, σίγουρο, η γλώσσα μας δε μιλά όσο μιλούνε τα μυσείδια μας. Μιλά όλο το πρόσωπο, η μύτη, το μέτωπο, τ’ αφτιά, πιο πολύ το πετσί που σ’ ένα δεφτερόλεφτο, ανεβαίνει κατεβαίνει, πάει, έρχεται, φέβγει, ξαναγυρίζει, μα στη θέση του δεν κάθεται ποτές. Έτσι εμείς συνενοούμαστε, με το πετσί. Ένα μέτωπο που ζάρωσε μια σταλούλα, ένα βλέφαρο που παίζει, μας αρκεί. Το παλληκάρι που στεκότανε αντίκρυ μου, μιλούσε ακόμη και με τα χέρια του. Πώς να μην καταλάβω; Σήκωσε δυο δάχτυλα και κούνησε το κεφάλι του. Δηλαδή· «Βράστονε κι έλα μαζί μου.» Το πιο απίστεφτο είναι, που ο υπάλληλος είδε πως κοίταζα· λαφιάστηκε, στράφηκε κι άμα το μάτι του πήρε το νιο, αμέσως μ’ άφησε ήσυχο με τα πούρα μου, τα τσιγάρα μου και τον καπνό μου. Ο νέος ήτανε από την Καμόρα και μάζωνε οπαδούς. Φοβήθηκε ο τελώνης. Γλίτωσα και γω από το φόρο.»

— «Για το κυριότερο δε μου έκαμες λόγο, για τη δημαγωγία σου. Τι σκέση έχει αφτή με τον προσσυμμελισμό σου στην Καμόρα;»

— «Σκέση μεγάλη. Εκεί άνοιξε ο νους μου. Είχα πάθει, από τον καιρό που παραίτησα τη Βενετιά, δυο δυσάρεστα σ’ ενός μήνα διάστημα, το πάθημα μου στο Κουϊρινάλε, και τώρα το τσάκωμα μου με τον τελωνάκο. Μα δεν τα ξεζούμιζε ακόμη ο νους μου, να βγάλω την ουσία του παραμυθιού. Στην Καμόρα, με δυο λόγια μου το ξεδιαλύσανε και μου το συγκεντρώσανε. Ό,τι κακό παθαίνει ένας λέφτερος πολίτης, το παθαίνει από το νόμο κι από το φόρο. Το λοιπό, να σας κι όλη μου η δημαγωγία, που για δάφτη δεν έχω πολλά να σας μάθω. Του κάκου! Είχα, φίλε μου, το πάθος· είχα και κάποια ιδιόφυτή μου ρητορική. Με τη ρητορική και με το πάθος, τους ξηγούσα κάθε φορά, στην αρχή σε λίγους, έπειτα σε πολλούς, έπειτα σε πλήθος αλάκαιρο»— και το χέρι του, φαρδιόπλατα, έδειχνε στο βάθος μακριά της σκηνής, συλλαλητήρια και όχλους — «τους ξηγούσα πως για να ζήσουμε ανεξάρτητοι, να μη μας καταπατούνε οι μεγάλοι, πρέπει να καταργήσουμε δυο πράματα, το νόμο και το φόρο. Άλλο δε χρειάστηκε για να πετύχω.»

— «Μπορούσες και πιο σκέτα να τους το διατυπώσεις. Συμπόσωσε το φόρο με το νόμο, που νόμος είναι και ο φόρος. Τότες δεν έχεις παρά ένα κεφάλι να κόψεις, το νόμο και φτάνει.»

— «Μη γελάτε, αφεντούλη μου, ψέματα δεν είναι αφτά που τους έλεγα. Μήπως ο νόμος, μήπως ο φόρος υπάρχουνε για τους πλούσιους, για τους αρχόντους; Υπάρχουνε για μας τους βαρκάρηδες. Και τι μου κουβεντιάζετε για δυο ή ένα κεφάλια; μου κάνει με κάποιο ανυπόμονο ύφος. Τι μου βγάζετε στη μέση, για το θεό σας, συμποσώματα και μαραφέτια; Είναι δουλειά μου αφτά. Εγώ ξέρω τι γυρέβει ν’ ακούσει ο λαός. Ο φόρος, ο νόμος, είναι πράματα που τα καταλαβαίνει ο καθένας. Κάλλια δυο να τους πεις παρά ένα, και κάλλια τρία παρά δυο. Μα το τρίτο, σαν τους βάλεις πρώτα εσύ δυο στο νου τους, το βρίσκουνε απατοί τους, και το τρίτο σημαίνει πως με το νόμο, με το φόρο πρέπει να πάει και η μοναρχία καλιά σης. Τα ‘χεις όλα τότες μαζί τα δικαιώματα του λαού. Εσύ αρχίζεις και χτυπάς· — «Ο νόμος, συμπολίτες μου και συναδέρφια, ο νόμος!..»

Γλίστρησε η ματιά μου προς το παράθυρο· έμελε σε μια ώρα περίπου να ξημερώσει·

— «Μην παθαίνεσαι! Συλλαλητήριο εδώ δεν είναι.»

— «Αρχοντούλη μου, να σας το μολογήσω και τούτο; Κάλπικο παρά για τα συλλαλητήρια δε δίνω, δε δίνω για τη ρητορική μου, μήτε για τα βροντοφωνήματά μου. Εμένα ο σκοπός μου ήτανε, το άχτι μου να βγάλω, να διει ο βασιλιάς, να του κοστίσει, και γω, στο παλάτι απ’ όπου με διώξανε, να μπω! Και μπήκα. Θα το ‘χεις διαβαστά κι η εβγενεία σου, πως δεν έχασα την ώρα μου στ’ ανάχτορα, πως άκουσα κάμποσα σπουδαία, πως έβαλα κι άλλα σπουδαιότερα στο χέρι. Κατάλαβες, η Σέλβα τι λέει; Να, φίλε μου, η σωστή δύναμη, που ρίχνει κάτω και ρητορικές και συλλαλητήρια· τα ντοκουμέντα που έκλεψα στο παλάτι! Γι αφτά να μου πεις. Τα ντοκουμέντα που θα τσακίσουνε τη μοναρχία. Τα ντοκουμέντα που δημοσιέβουνται άβριο…»

— «Και που σήμερα στην τζεπούλα σου θα τα φυλάγεις.»

— «Πώς το ξέρετε;»

— «Πού τ’ αφήνεις εσύ να χαθούνε σε ξένα χέρια; Είναι πολλά;»

— «Πέντε κομμάτια;»

— «Τόσα μόνο;»

— «Ναίσκε! Μα πρώτης αράδας, τσελεμπάκι μου!»

— «Πώς δε μου τ’ αποσάρωσες όλα;»

— «Μπα! Ορισμός σου! Κι άλλα εγώ σου φέρνω, φτάνει να προστάξεις.» Γέλασα με την πρόταση. Δούλεψη μου πουλούσε. Πρόθυμος ο βαρκάρης να κάμει το κέφι του παραφέντη.

— «Λοιπόν εσύ τώρα ξέρεις που βρίσκουνται και τ’ αποδέλοιπα;»

— «Πώς να μην το ξέρω, ψυχή μου; Εγώ στο Κουϊρινάλε, να, μπαινοβγαίνω. Πες σπίτι μου είναι. Αμέ; Όχι σαν τότες! Αχ! δε σου το ‘πα κιόλας. Το πιο νόστιμο. Άκουσε. Ο χρυσοντυμένος εκείνος, αφέντη μου, ο σκλάβος! Θυμάσαι; Τον πέθανα στο ξύλο, τον πέθανα στις χαστουκιές, και τονέ φώναζα Μπούφο! Μπούφο! εκεί που του τις κατέβαζα βροχή. Μήπως δεν του το είχα τάξει; Και τον άλλονε, τον ερίφη, με την ακρόασή του, ξέρεις τι του μαγείρεψα; Να, ζύγωσα, δίχως να με διει, του άρπαξα το ένα του τ’ αφτί, το δεξιό, και του το ‘κοψα, ζωίτσα μου, μ’ ένα ξουράφι, ενώ του έλεγα· — «Ζητώ ακρόαση, κύριε!»

— «Μπράβο σου! Βλέπω και δεν ξεχνάς τους παλιούς σου τους λογαριασμούς. Ωστόσο δε μου λες; Ένα πράμα δεν μπορώ να καταλάβω. Εσύ ο παντοδύναμος, ο πλούσιος εσύ, εσύ ο διχτάτορας, πως το καταδέχεσαι να κατεβείς σ’ ένα χρυσικάδικο, να κλέφτεις;»

— «Η μέθη, άρχοντά μου, η μέθη! Το κακό δεν το ‘καμα ποτέ μου, παρά μόνο επειδή κι είχα την εφκολία να το κάμω. Η εφκολία, πάντα η εφκολία. Μια και συνήθισες, αδύνατο να το στερηθείς, το κακό. Κλέφτω και μεθώ. Κλέφτω για τη χαρά, για το καμάρι, για την απόλαψη τη μυστική, για τη δύναμη που σου δίνει το δαχτυλίδι, για την εξουσία, κι ακόμη πιο πολύ για το συναίστημα της εξουσίας που του χρωστάς. Να, τι να τα πολυλογούμε; το δαχτυλίδι σου τα φταίει όλα. Μαζί του δε χορταίνεις. Πώς γίνεται να χορτάσεις; Το ένα το κακούργημα τρέχει τρέχει πίσω από το άλλο — με την ορεχτική του τη μυρωδιά, τρέχεις κατόπι του και το χάφτεις, και πειδή τρέχεις, πάντα πεινάς!»

— «Το καλό δεν το στοχάστηκες ποτέ σου να το κάμεις;»

— «Πώς δεν το στοχάστηκα; Οι παράδες που σκορπίζω, για το καλό δεν είναι;»

— «Όπως το πάρει κανείς. Τα καλλιτεχνικά όμως εδώ, τα χρυσαφικά, βέβαια πως στα συλλαλητήρα δεν τα πετάς.»

— «Εκείνα, εγώ τα κάνω συλλογή· τα κρατώ για μένα και τα κοιτάζω.»

— «Ή τα μοιράζεις στα θηλυκά σου;»

— «Όχι δα! Τέτοια φίνα πράματα! Τους χαρίζω διαμάντια στα θηλυκά.»

— «Τη γυναίκα σου, ολότελα την παραίτησες;»

Ο Σίλβιος κοντοστάθηκε. Γύρισε το πρόσωπό του. Έπειτα συνήρθε.

— «Τη γυναίκα! Της σκότωσα τον πατέρα της. Δε μου στρέγει να με ξαναδιεί μπροστά της, δίχως να ξέρει πως εγώ της τον ξεπάστρεψα. Προτιμώ να τη βλέπω και να μη με βλέπει. Σ’ αφτό μου χρησιμέβει το δαχτυλίδι. Κάθε μήνα πάω και της αφήνω παράδες, ή και κανένα χρυσαφικό, απάνω στο τραπεζάκι της, μ’ ένα χαρτί· Από το μέρος του Μαρίνου σου!»

Συγκινήθηκα. Μα το ‘κρυψα. Παράξενος άθρωπος! Τι να γίνει; Καιρός πια δε μας απόμνησκε. Κόντεβε να χαράξει. Και σηκώθηκα.

— «Τώρα πια, φίλε μου, τέλειωσε που τέλειωσε η κωμωδία. Και η κουβέντα μας τελειωμένη, θα πιάσεις άλλη κουβέντα με τις αρχές.»

— «Θα με παραδώσεις; Εσύ; Δε γίνεται!»

— «Συφωνημένος με το νοικοκύρη, με τον Καστέλλη, να φωνάξω, να μπει μέσα το πρωί με δυο φύλακες!»

— «Αφέντη, αφέντη, θα ‘τανε προδοσία, που εσύ δεν μπορείς να τη φορτώσεις στην ψυχή σου. Συλλογίσου το καλά. Το δαχτυλίδι σου, το δικό σου, όλα τα φταίει. Όλα!»

— «Να σου πω! Ξεκομμένα. Φέρε τα χαρτιά που βαστάς στην τζέπη σου. Ειδεμή, λόγο δεν ακούω.»

Αποσβολώθηκε.

—«Α δε μου τα δώσεις θελητά, σου τα παίρνω κι έτσι.»

— «Να σου τα!»

Μέτρησα. Πέντε σωστά.

Ο Σίλβιος απόμεινε σα χαντακωμένος, όταν είδε με ν’ ανάψω σπίρτο, να κάψω τα χαρτιά, κι ούτε πρώτα να τα διαβάσω!

Έτσι γλίτωσε η μοναρχία.

— «Τώρα, ένα μόνο μπορώ για σένα. Θα φύγω δίχως να μηνύσω του Καστέλλη. Εσύ πια βολέψου, κάμε καλά, δουλειά δική σου· φτάνει εγώ εδώ να μην είμαι.»

Και μόλις που του απόσωσα το λόγο, άφαντος γίνουμαι και βγαίνω από το σπίτι. Ποτέ μου πια δεν τον ξαναείδα, το Σίλβιο. Ξέρω μονάχα πως τη στιγμή που τον άφησα, προσπάθησε, από παλιά του συνήθεια, να βγει απαρατήρητος όξω, μα δεν είχε πια το δαχτυλίδι, και τον έπιασε ο νοικοκύρης με τους δυο φύλακες. Αναγνωρίσανε το δημαγωγό, καταλάβανε πως είναι ο κλέφτης. Έμελε η δουλειά να καταλήξει σε μια δίκη που τη φαντάζεται πια καθένας. Περιττό να προστέσω πως γλίτωσε πολύ γλήγορα ο Σίλβιος. Λένε πως ο λαός, πως η Καμόρα του δώσανε χέρι. Θα βοήθησε περσότερο θαρρώ η Κυβέρνηση, μ’ ένα λόγο που θα είπε κι ο βασιλιάς. Φυσικά. Προτιμούσανε να μη μαθεφτούνε μερικά πράματα.

Εγώ έλαβα την ανταμοιβή μου από τον Καστέλλη, που μου σκάλισε πια ένα ωραίο βραχιόλι. Απαρηγόρητος ακόμη για τα παημένα τα χρυσαφικά, για τους χαμένους τους παράδες·

— «Όλα μου, όλα τα χρήματά μου!»

Εννοούσε τα χρήματα που είχε στο σερτάρι του γραφείου του, όχι εννοείται όσα είχε στην τράπεζα. Μα δεν πείραζε. Το βραχιόλι του, βέρο αριστουργηματάκι.

Το ‘δωσα της Μυρίνας μου, το ίδιο βράδυ που μου το φέρανε. Ήμουνε ακόμη ζαλισμένος, βαζιεστισμένος, αηδιασμένος απ’ όσα έμαθα με το Σίλβιο, από τους φόνους, τις κλεψιές και την απάτη. Γύρεβα ησυχία, γύρεβα λίγη αλησμονιά. Να ξεχάσω τον κόσμο μια στιγμή. Να μην υπάρχει πια ο κόσμος για μένα. Στον ουρανό να βρεθώ, αν μπορούσα, μέσα στον αιθέρα, να μη βλέπω παρά αιθέρα γύρωθέ μου!

Παρακάλεσα τη Μυρίνα μου να μου παίξει πάλε το βιολί της, ν’ ανασάνω. Αχ! τι γαληνόψυχα που έπαιζε τη βραδιά εκείνη! Άξαφνα μια ιδέα μου πέρασε από το νου. Παίρνω και της βάζω το δαχτυλίδι. Έπειτα το γυρίζω. Και την παρακαλώ, την παρακαλώ να μην πάψει το βιολί της. Αχ! την ηδονή την άφραστη που απόλαψα τότες με τη Μυρίνα! Την άκουγα, δίχως να τη βλέπω, την άυλη, την αιώνια, την αθώρητη μουσική που κυβερνά όλα και όλα.



Παρασκεβή—δεφτέρα, 22 - 26 του Άη Δημήτρη, 1909.





ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΓΥΓΗ

ΤΡΙΜΥΘΙΑ


Γ’

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟ

(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά κ. αρ. 441, 10 του Τρυγητή, 1911.)


Αφιερώνεται του Πάολου Αιμίλιου Παβολίνη.


Εκείνη τη βραδιά, η Μυρίνα, στη Ρώμη, όταν έπαιζε αθώρητη το βιολί της, μου είπε, αφού τέλειωσε το σκοπό της, πως ενώ έμνησκε κρυμμένη, ένιωθε μέσα της κάτι πολύ περίεργο, ένιωθε πως μ’ αγαπούσε περσότερο ή σαν προτιμάτε, αλλιώς παρά που μ’ αγάπησε ως τότες, δηλαδή πιο αναμεταξύ μας εμάς τους δυο, πιο αποτραβηγμένα μας και κουκουλωμένα, πιο εσώψυχα, το λοιπόν πιο μυστικά, πιο γλυκά. Τη ρώτησα τη χρυσή μου, γιατί έτσι.

— «Γιατί, μου αποκρίθηκε, με το δαχτυλίδι, κανένας δε με βλέπει. Δε βλέπει τότες κανένας, πώς και πόσο σε αγαπώ. Τη στιγμή εκείνη, γι’ άλλονε στον κόσμο δεν υπάρχω, υπάρχω μόνο για σένα. Οι άλλοι νομίζουνε πως δεν είμαι πια· μόνος σου εσύ το ξέρεις πως είμαι και πού είμαι. Αχ! τι καλά! — και πήδησε άξαφνα σαν το παιδάκι. — Φαντάσου! Γίνουμαι άφαντη συνάμα και παντουπαρούσα. Ψυχή μου εσύ! Πάντα και πάντα μαζί σου! Τι χαρά! Να μπορούσα παντοτινά μου να φορώ το δαχτυλίδι! Μαζί σου θα ήμουνε, χωρίς να το υποψιάζεται κανένας. Μαζί σου, Εσύ, ακόμη και σαν τα μάτια σου δε με θωρούνε. Και με ακράτητο πάθος, από την ηδονή της, ρίχτηκε στην αγκαλιά μου, κι αντιφιληθήκαμε τρελά.

Λοιπόν, αφού η Μυρίνα μου το ήθελε, είπα τώρα και γω να βαστάξω το δαχτυλίδι, να μην το πετάξω δέφτερη φορά. Μου πέρασε από το νου κι άλλος ένας λογισμός, όχι τάχα πως αν προσπαθούσα και πάλε να το ξεφορτωθώ, θα το ‘βρισκε ίσως κανένας Σίλβιος, νούμερο δυο, ή το χερότερο καμιά Σίλβια, μα στοχάστηκα πως αλήθεια, ίσια ίσια επειδή με το δαχτυλίδι κατόρθωνε κανείς άψε σβήσε τόσα κακά, τόσους φόνους, τόσες κλεψιές, περίφημα θα μπορούσε, θα είχε τη δύναμη, φτάνει να είχε τη θέληση, να καταφέρει άπειρα καλά, φτωχούς να πλουτίσει, αδικίες να διορθώσει, τι λέω; να λυτρώσει λαούς, τον άθρωπο να καλυτερέψει. Δημαγωγός εγώ δεν είμαι· τα μυστικά του Κράτους, που λογάριαζε ο Σίλβιος να τα δημοσιέψει, για να βγει διχτάτορας αφτός, μπορούσανε, μ’ έναν πιο τίμιο άθρωπο, να ξεπερετήσουνε αψηλότερους σκοπούς. Μ’ ένα λόγο, μπορούσε, χρωστούσε κιόλας να δοκιμαστεί αν ήτανε δυνατό να χρησιμέψει του δαχτυλιδιού η αρετή για το Καλό.

Είπα της Μυρίνας αμέσως τι θέλω. Κι αμέσως η φαντασία της πήρε δρόμο. Με τα μάτια της, που έλαμπε μέσα τους η καλοσύνη, έβλεπε από τώρα όλη τη γης εφτυχισμένη, οραματιζότανε πια την αθρωπότητα σ’ ένα πέλαγο φως, λυτρωμένη όπως τη θωρούσε από το σκοτάδι του Κακού.

— «Κοίταξε, κοίταξε, μου έλεγε το ταίρι μου τ’ αγαθό, κοίταξε με το δαχτυλίδι τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε, τι δε μας είναι βολετό. Οι κακομοιριασμένοι κάθε λογής που ντρέπουνται και κρύφτουνται, ή που απομνήσκουνε άγνωστοι στον κόσμο, εμάς δε θα μας ξεφύγουνε. θα πάμε ως τις αποτραβηγμένες τις καλύβες, μέσα θα μπούμε και θα διούμε όσα δε θέλουνε να δείξουνε στους ξένους. Φαντάσου, φως μου εσύ! Ως κι ο πόνος, κρυφό κανένα δε θα ‘χει για μας. Έχει την αιδωσύνη της η ψυχή μας. Σκιάζεται να φανεί μπροστά στους άλλους. Όταν όμως είναι μόνος του ο σεκλετιασμένος, τότες τολμά κι αναστενάζει. Εμείς θ’ ακούσουμε τον αναστεναγμό του, εκεί που μήτε νιώθει την παρουσία της βοήθειας της αόρατης. Εμείς θα παρηγορήσουμε τους αναστεναγμένους. Αχ! εσύ μου, παράδεισο θα την κάμουμε την οικουμένη εμείς οι δυο.»

Εγώ, στα λόγια, στην πίστη, στο θρήσκο το ύφος της Μυρίνας δεν έδινα ίσως τη δεούμενη προσοχή. Πάντα ήμουνε λιγάκι σκεφτικός, όπως λέγανε οι πυρρωνιστές.

— «Νομίζεις τάχα, πουλί μου, πως θα μας φέρει αποτελέσματα σημαντικά το δαχτυλίδι, αν πιάσουμε τη δουλειά καθώς το λες; θαρρώ πως δε θα τα βγάλουμε πέρα.

— «Γιατί, γιατί να μιλάς έτσι; Άμα κανείς απελπίζεται, πάει, έχασε τη δύναμη της δράσης.»

— «Μα μήπως δε συφέρνει, Μυρίνα μου, και να ξέρεις πρώτα πρώτα, η δράση σου ως πού φτάνει; Με το σύστημα σου πελαγώνουμε. Γιατί κοίταξε· μπορούμε βέβαια να βοηθήσουμε πολλούς, όλους δεν μπορούμε.»

— «Θα γυρέψουμε να τους βοηθήσουμε όλους, και φτάνει να το γυρέψουμε, για να το καταφέρουμε.»

— «Δηλαδή, θα πάμε σε μια δυο καλύβες, θα πάμε σε δέκα, σ’ εκατό· εκατό άρρωστους, εκατό δυστυχισμένους θα γιατρέψουμε, θα σώσουμε. Κι έπειτα;»

— «Δεν είναι κάτι κι αφτό, φίλε;»

— Δεν έλεγε η Μυρινούλα μου πως θα κάμει παράδεισο την οικουμένη; Δυο τρεις καλύβες, ένας ψωριάρης, πέντε κακομοιριασμένοι, αν κατορθώσουμε κιόλας να τους χαρίσουμε μιαν αχτίδα φως, μεγάλο παράδεισο δε θ’ αποτελέσουνε. Ας αφήσουμε μάλιστα όσους θα μας σταθεί αδύνατο, ας είχαμε και χίλια δαχτυλίδια, ν’ αλλάξουμε την τύχη τους, δηλαδή την αρρώστια ή τον καημό τους.»

— «Τι θα γίνουμε τότες;» μου αναστενάζει με το θάρρος της τσακισμένο η Μυρίνα.

— «Εγώ λέω να το βολέψουμε αλλιώς. Το ποσό του καλού στον κόσμο είναι μεγαλύτερο από το ποσό του κακού. Ειδεμή ο άθρωπος δε θα ζούσε. Αφού ζει, σημαίνει πως η ζωή του είναι προτιμότερη από τα βάσανά της, δηλαδή πως είναι πιο καλή παρά που είναι τα βάσανα κακά, δηλαδή πως συμποσώνοντας τα κακά και τα καλά, τα καλά πάντα πρωτοστατούνε. Μην τρομάζεις με τέτοιες λέξες βαθιές. Είναι η φιλοσοφία μου απλή και παρηγορητική συνάμα. Τώρα θα διεις κιόλας πού θα κατασταλάξουμε. Το κακό δεν είναι μονάχα λιγότερο από το καλό. Είναι και κατώτερό του. Κατώτερο, επειδή έχει αρνητική δύναμη, ενώ το καλό έχει θετική. Σε ζάλισα; Μην το πιστέβεις. Άκουσε ακόμη δυο λογάκια, για να ξαστερωθούνε όλα όλα. Είσαι ωραία. Και μήπως τ’ ωραίο δεν είναι μια όψη του καλού; Ας υποθέσουμε όμως, που να μη φέξει, πως βγήκες δίχως το πανωφοράκι σου εχτές το βράδυ και συναχώθηκες — το ηλιοβασίλεμα στη Ρώμη δε χωρατέβει. Να σου άξαφνα το λοιπό που η άκρη της μυτίτσας σου της κλασικής, φουσκώνει μια σταλούλα και κοκκινίζει…»

— «Μην ξακολουθήσεις. Κατάλαβα. Τότες πια, με την κόκκινη τη μύτη, δε μ’ αγαπάς. Αφτό είναι το κακό!»

— «Σ’ αγαπώ χίλιες φορές περσότερο!...»

— «Άσκημη, θα μ’ αγαπήσεις;»

— «Δεν είπαμε πως ασκήμηνες. Μα κι άσκημη να ήσουνε, θα σε λάτρεβα το ίδιο, ίσως παραπάνω.»

— «Τα λες, να με ησυχάσεις. Γιατί πώς γίνεται να μ’ αγαπάς το ίδιο με μιαν αδυναμία τέτοια σαν την ασκημιά;»

— «Όταν αγαπά κανείς με τα σωστά του, αγαπά ως και την αδυναμία της αγαπημένης.»

— «Σε τσάκωσα. Το μολογάς τώρα πως η ασκημιά είναι αδυναμία!»

— «Σα θέλεις. Είναι όμως αδυναμία που δε μοιάζει να την έχεις.»

Χαμογέλασε.

— «Μα πού θα την απολάψω, κύριε, άμα συναχωθώ!»

— «Η μυτίτσα σου θα την πάθει, όχι εσύ!»

— «Θ’ ασκημήνει αλήθεια;»

— «Η άκρη της. Αναντίλεχτο. Πώς να μην ασκημήνει; Το συνάχι, σαν κακό που είναι, λιγοστέβει το καλό, που είναι της μύτης σου η κλασικάδα. Το κακό δεν είναι παρά ένα κάποιο λιγόστεμα του καλού. Είναι δύναμης αρνητικής...»

Τις δυο στερνές μου φρασούλες δεν τις πρόσεξε η Μυρίνα. Η πρώτη μονάχα της χτύπησε τ’ αφτί, για τη μυτίτσα. Ταράχτηκε. Αθώα, νόστιμη, κωμική συγκίνηση χαράχτηκε στο πρόσωπό της·

— «Αχ! πώς να κάμω, για να μη συναχωθώ ποτέ μου, ποτές;»

— «Πολύ έφκολο. Τα συνάχια και οι θέρμες της Ρώμης προέρχουνται από τη μαλάρια. Ε μαλάρια σήμερα ξέρουνε τι πράμα είναι. Είναι μικρόβιο. Άμα καταστρέψεις το μικρόβιο, κατάστρεψες και το συνάχι.»

— «Αχ! το σιχαμένο! Να το καταστρέψεις, ψυχίτσα μου!»

— Αμέ! Αφτό σου λέω τόση ώρα. Το καλό, δεν έχεις ανάγκη καμιά να το δημιουργήσεις. Το καλό είναι απαρχής δημιουργημένο. Το καλό υπάρχει αφτό καθαφτό. Έχει έναν εχτρό μονάχα, το κακό, που είναι η άρνησή του. Για να υπάρξει, για να βασιλέψει απείραχτο ή τουλάχιστο μεγαλύτερο το καλό, πρέπει όπου κι όσο μπορέσεις, το κακό να χτυπήσεις.»

— «Θα γλιτώσει πια τότες κι η μύτη μου...»

— «Από το συνάχι; Να γλιτώσουμε, φως μου, κι από τώρα. Να ‘ρθούμε πια και στο συμπέρασμα της φιλοσοφικής μας της κουβέντας. Έλα ν’ αφήσουμε τη Ρώμη. Ας τραβήξουμε στην Ανατολή μας, όπου το ηλιοβασίλεμα είναι λαμπρό κι ακίντυνο. Ας πάμε μάλιστα ως την Ασία, που στάθηκε του δαχτυλιδιού μας η πατρίδα. Εκεί θαρρώ πως θα βρούμε κατάλληλη αφορμή να ξολοθρέψουμε κάμποσο κακό, να δώσουμε καλό παράδειγμα και της Εβρώπης.»

— «Πες! Πώς θα είναι; Τι θα γίνει;»

— «Έτσι, αμέσως, να σου το μάθω; Δεν πρέπει τάχα να ‘χεις και τη γλύκα;»

Η Μυρίνα με κοίταξε με τα μάτια της τα τρυφερόλαμπα·

— «Μαζί σου, παντού και πάντα, όπου με πας, όπως θέλεις!»

Και χύθηκε στην αγκαλιά μου.

*
* *

Είχα κρατήσει, κρύφιο το σκοπό μου. Ήξερα — μα ποιος δεν ήξερε τότες; — πως ζούσε στην Ασία, σ’ ένα κράτος από τα μεγαλύτερά της, ένας σουλτάνος, ένας τύραννος πού ίσως και να μην είδε το ταίρι του ο κόσμος. Νομίζει κανείς πως για να το καταφέρει ένας άθρωπος να κυβερνήσει έναν τόπο αλάκαιρο, χωρίς ο τόπος να σηκώσει κεφάλι, όσο άδικη, όσο βάρβαρη κι αν είναι η κυβέρνησή του, πρέπει ένας τέτοιος άθρωπος να είναι τουλάχιστο πιο έξυπνος από τους άλλους. Ο σουλτάνος που λέμε ήτανε ξεναντίας ο πιο μπουνταλάς. Όχι δηλαδή πως στον τόπο εκείνο υπάρχει χωριστή ξυπνάδα. Ο Ασιανός, στο φέρσιμό του όπως και στην αντίληψή του, είναι πάντοτες σα μωρό. Μα πιο μωρό απ’ όλους φαινότανε ο σουλτάνος, επειδή έχοντας περσότερα μέσα να φανεί έξυπνος, είχε περσότερα να φανεί και κουτός. Ένας γίγαντας πάντα θα σου γεμίσει πιο πολύ το μάτι από έναν τζουτζέ. Η κουταμάρα του αφάνταστη. Και πώς να είναι κανείς τύραννος, χωρίς να είναι η κουταμάρα του βουνό; Απαράλλαχτα σα να 'σκαφτε τον τάφο του με τα χέρια του, αφού το ξέρει πως θέλει δε θέλει θα τσακιστεί, θα πέσει ο τύραννος μια μέρα, ίσια ίσια επειδή και τύραννος είναι, ώστε αν είχε τόντις πνέμα, θα παραιτιότανε ο ίδιος από την τυραννία.

Ο δικός μας έδειχνε την ανοησία του στα παραμικρά, δηλαδή στα πράματα ή στα πραματάκια που κι ο πιο φτωχός θ’ αγοράσει, για να τα βάλει σπίτι του, στην κάμερή του ή και για να τα ‘χει απάνω του. Από κει γνωρίζεις όλο τον άθρωπο, αφτά σου φανερώνουνε τα γούστα του, σου καθρεφτίζουνε την ψυχή του, τα εσώψυχά του, καλέ, σου ξεσκεπάζουνε και τα εσώσαρκά του ακόμη. Μια σουγιά, ένα μολυβοκόντυλο, ένα κάδρο, μια κορνίζα, ένα τίποτις, να, ως και το χρώμα του τσουραπιού σου, αρμονικά συνεδένουνται μ’ όλο σου το είναι και μας το εξωτερικέβουνε.

Ο σουλτάνος μας έρωτα είχε, είχε μανία για τα μπαλσαμωμένα τα ζώα. Λογιώ λογιώ τα μάζωνε. Τίγρηδες, λύκους, αλεπούδες, καμήλες, στρουθοκαμήλους, ελέφαντες, λιοντάρια, γάτες, σκυλιά, χαμωλέοντες, αγελάδες, τάβρους, λαγούς, τι δεν έβλεπες στα θεόρατα παλάτια και στ’ απέραντα περβόλια του Σουλτάνου; Λες και για λόγου του δεν ύπαρχε η ζωή, δεν ύπαρχε η δημιουργία, δεν υπάρχανε μήτε τα περβόλια που όσο χτενισμένα κι αν ήτανε, ήτανε τουλάχιστο ζωντανά. Το μόνο που πήγε και ξεσκάλισε στην πλάση, το μόνο που του άρεζε, το ψόφιο. Αγαπούσε ακόμη τα ρολόγια τα κρεμαστά ή τα στητά, που έχουνε μέσα τους έναν κρύφιο ιδιαίτερο μηχανισμό, και κάθε φορά που η ώρα σημαίνει, βγαίνει ένας κούκος και κράζει, ανοιγοσφαλνά τα φτερά του ένα πουλάκι μαλαματένιο ή περνά ένα τρένο με τη μηχανή του, ή κανένας ελάχιστος καταρραχτάκος χύνει από ένα βράχο μικροσκοπικό τα τιποτένια του τα νεράκια. Τόσο του στρέγανε τέτοια μπόσικα παιχνίδια, που πρόσταξε μια μέρα να του φτιάσουνε σουλτάνο κερένιο, να του μοιάζει απαράλλαχτα, και τον έβαζε πότε στη θέση του στ’ αμάξι, πότε σ’ έναν πάγκο του μπαξέ, να ‘ρχουνται να τον προσκυνούνε.

Όλη του η ζωή μια ψεφτιά. Δηλαδή, με τις απλοϊκές του ιδέες, άλλο δεν καταλάβαινε παρά το ψέμα και το φόνο. Με το ψέμα γελούσε τους Εβρωπαίους. Με το φόνο ξεπάστρεβε τους ντόπιους, φτάνει να του περνούσε υποψία, πως εχτροί του είναι.

Το πιο περίεργο, που τόσο χοντρά, πρόστυχα μέσα του πετυχαίνανε μια μορφιά. Στρατό της αθρωπιάς δεν είχε, δεν μπορούσε να ‘χει, αφού έγδερνε το λαό του. Απλοϊκό σύστημα και τούτο· για να γεμίσει τις κάσες του, άδειαζε τις κάσες των αλλωνώνε. Πώς να κάμει όμως ν’ αντισταθεί στους γειτόνους, που ο καθένας τους λιμπιζότανε τ’ όμορφο το βασίλειο, και πώς, ακόμη πιο δύσκολα, να ξεφύγει από τα νύχια τ’ αρπαχτικά που κατεβάζανε στο πετσί του τα χέρια τα γιγαντένια των ηγεμόνωνε της Εβρώπης; Γλίτωνε περίφημα ο Σουλτάνος με τα ψέματα. Το κάτεχε πως όλοι τους είχανε την ίδια όρεξη, πως όλοι τους μαγερέβανε τα ίδια εναντίο του. Το λοιπό, τους έλεγε σ’ όλους τις ίδιες ψεφτιές. Έλεγε του Γερμανού πως ο Ρούσσος λαχταρούσε να του προτείνει συμμαχία, του Ρούσσου πως του την πρότεινε κιόλας ο Γερμανός. Παρόμοια φιτίλια έβαζε του Άγγλου, του Γάλλου και του Ιταλού. Ο Ιταλός, ο Γάλλος, ο Άγγλος, ο Ρούσσος, ο Γερμανός, στραβοκοιταζόντανε αναμεταξύ τους, ενώ χάζεβε και ραχάτεβε ο Σουλτάνος.

Έτσι το κατάφερνε, χωρίς να ‘χει δύναμη καμιά, να τον αφήνουνε οι Εβρωπαίοι, να σκοτώνει τους υπηκόους του σαν τον ξεφρενιασμένονε. Μα δε σκότωνε από τρέλα. Σκότωνε από υπολογισμό. Αρχάριος υπολογισμός· για τούτο και πιο σίγουρος. Άμα κανένας σ’ ενοχλεί, πως θα τον ξεφορτωθείς; Με μια μαχαιριά. Ή με μια τουφεκιά. Δεν πειράζει ο τρόπος. Φτάνει να λείψει ο λεγάμενος από τη μέση. Μια μέρα περπατώντας στον μπαξέ του, σα να του φάνηκε πως πίσω από ένα χαμόδεντρο κάτι σάλεβε. Τραβά το πιστόλι του και χτυπά. Ήτανε η κόρη του, ένα κοριτσάκι δέκα χρονώ που έπαιζε και κρυβότανε. Ξαπλωμένη νεκρή κατά γης. Μη νομίζετε πως το πάθημα του στάθηκε μάθημα. Δε συλλογίστηκε ούτε τ’ άλλα τα παιδιά ούτε τους άλλους τους πατέρες. Ζούσε μια φυλή στο Σουλτανάτο, οι Μεμένηδες, χριστιανοί στην πίστη τους, που από αιώνες τους κατατρέχανε, τους καταπατούσανε, τους βγάζανε το πετσί, την ψυχή και τα κόκκαλα, τους βγάζανε, να μην ξεχνούμε, και τον παρά. Του πέρασε ιδέα του Σουλτάνου πως οι Μεμένηδες ετοιμάζανε συνομωσία εναντίο του. Δε σήκωσε την αστυνομία στο ποδάρι· δε γύρεβε να βρει τις κεφαλές — αν υπάρχανε δηλαδή κι αν ύπαρχε συνομωσία. Γύρεψε τα κεφάλια. Του είχανε πει πως η συνομωσία λογάριαζε τους οπαδούς της στην πρωτέβουσα και σε μια επαρχιακή πολιτεία. Διαταγή αμέσως να σφάξουνε, όσους Μεμένηδες είχανε καταγραμμένους τ’ αστικά τα κατάστιχα της επαρχιακής πολιτείας και της πρωτέβουσας. Όλοι μαζί τρακόσιες χιλιάδες. Κόψανε το λοιπό τρακόσιες χιλιάδες κεφάλια. Μοναδικό μέσο για να κοπεί και η κεφαλή της συνομωσίας, που ίσως και κορμί να μην απόλαψε ποτέ της. Η Εβρώπη καταήπιε τις σφαγές.

Μπορεί ωστόσο να μην τις κατάπινε ο Σουλτάνος ο ίδιος. Αφτός ο άθρωπος δε ζούσε, που να πεις, έτρεμε. Μια τρομάρα η ζωή του από το πρωί ως το βράδυ, κι ακόμη περσότερο από το βράδυ ως το πρωί. Θα πέσει όξω πέρα για πέρα, όποιος θαρρέψει πως ήσυχο δεν τον άφηνε η συνείδησή του. Ήσυχο δεν τον αφήνανε οι σφαγές, όχι από το κρίμα, παρά μόνο και μόνο από την εφκολία τους. Μάλιστα. Τόσο έφκολο τόντις του καταντούσε να σφάζει, που φυσικά έλεγε με το νου του πως κι οι άλλοι με την ίδια την εφκολία μπορεί να τον ξεκάμουνε. Κι ότι το στοχαζότανε, κέρωνε από το φόβο. Περίεργα τα ψυχολογικά του. Η όψη του είχε μια έκφραση αμίμητη, ελεεινή, σαν του ζητιάνου που ενώ το χέρι του ζητιανέβει, τα μυσείδια του μοιάζει σα να σου ζητούνε συμπάθιο για την τόλμη. Έτσι κι ο παντοδύναμος, που τίποτα δεν του ήτανε να φονέβει χιλιάδες αθώους, κατόπι, με το κεφάλι σκυμμένο, με πρόσωπο μίζερο και κλαψιάρικο, παρακαλούσε λες τα θύματά του, να τονέ λυπηθούνε, να διούνε την κατάστασή του, να μην τον αναγκάζουνε να τους σκοτώνει, για να μην τυραννιέται ύστερις από την ιδέα πως μπορεί να ‘ρθει κανένας να τον πνίξει από ξεγδίκηση.

Εγώ τα ήξερα όσα ο Σουλτάνος έκρυφτε στους άλλους, όσα κρύφτανε οι παραστεκάμενοί του, ήξερα πως στο φυλαγμένο, στο φρουρισμένο του το παλάτι, δεν έβρισκε κάμαρα να κοιμηθεί, άλλαζε κάθε μέρα, μήπως μάθουνε πού πλαγιάζει και γιουρουντίσουνε. Το πιο απίστεφτο, αφτός που από το φόβο του πάντα είχε ανάγκη να είναι μαζί του κόσμος, προτιμούσε να κλειδώνεται, να μνήσκει μόνος τη νύχτα για περσότερη ασφάλεια. Μα και τούτο δεν του πέτυχε. Διόλου δεν απόρησα όταν ένα πρωί διαδόθηκε στ’ ανάχτορα η φήμη, πως κόντεβε ο Σουλτάνος να τρελαθεί με τα σωστά του. Το πρόσμενα κιόλας. Δειλός καθώς ήτανε, του ακολουθήσανε κάτι πράματα που κι οι πιο γενναίοι θα τα χάνανε. Λέγανε δηλαδή πως εδώ περίπου και μια βδομάδα, τα μεσάνυχτα, κάθε μεσάνυχτα, ό,τι μέρος του παλατιού κι αν είχε διαλέξει για τον ύπνο του ο Σουλτάνος, αγάλια γάλια, σαν το φύλλο που μόλις σαλέβει μ’ ένα χάδι ζεφυρένιο, σαν του πουλιού το φτερό που ξεκολνά και πέφτει απάνω στο χορτάρι απαλά, ένα ψιθύρισμα, μια πνοή, ένα φύσημα τόσο σιγανό που το ‘παιρνε δεν το ‘παιρνε τ’ αφτί σου, άρχιζε να σέρνεται χάμω, έπειτα ν’ ανεβαίνει, να κατεβαίνει, να κινιέται, να τρέχει δώθε κείθε, στους τοίχους, στις τέσσερις γωνιές, στο κρεβάτι, στα παπλώματα, στη μούρη του Σουλτάνου και να λέει ολοένα τα ίδια, πάντα σαν ξεψυχισμένη, σαν πεθαμένη φωνή·

— «Φονιάς! Είσαι φονιάς! Φονιάς που φόνεψες και που θα φονεφτείς. Θα σε φονέψουνε, φονιά. Θα σε φονέψουνε σήμερα. Θα σε φονέψουνε άβριο. Θα σε φονέψουνε κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Φονιά, η φωνή μου θα σε φονέψει. Φονιά φονεμένε! Φοβοφαγωμένε φονιά!»

Ο Σουλτάνος πάγωνε. Αν η φωνή μιλούσε δυνατά και δυνατά φοβέριζε, βροντή α γινότανε, ίσως λιγότερο να τον αποσβόλωνε το Σουλτάνο, ίσως να ‘κανε και κουράγιο. Σαν είναι η φωνή χοντρή, θαρρείς πως μπορείς να την πιάσεις, θαρρείς πως βλέπεις στα μάτια σου τον κίντυνο. Εδώ τίποτα. Το αόρατο, ακατάπαφτο, άπιαστο ψιθύρισμα σε ζούρλαινε. Κι αδύνατο να μην τ’ ακούσεις. Στη βαριά τη φωνή, τυχαίνει κάποτες και να μην προσέξεις. Πρόσεχες στην άλληνε, ίσια ίσια γιατί στην αρχή δεν ξεδιάκρινες τον ήχο, δεν ήξερες τι σημαίνει και λαχταρούσες να το μάθεις. Μια φορά τόσο δαιμονίστηκε ο αθεόφοβος που δεν κρατήθηκε·

— «Άνοιξε, παρακαλούσε, άνοιξε το στόμα! Ν’ ανασάνω!»

Τι δε στοχάστηκε για να γλυτώσει; Έφερνε αθρώπους, έβαζε δούλους να πλαγιάσουνε χάμω, κάμαρες άλλαζε δυο τρεις φορές την ίδια νύχτα. Δε φελούσε. Όσο περσότερο πάσκιζε να την αποφύγει, τόσο περσότερο πεισμάτωνε η φωνή. Δεν της έφτασε το σκοτάδι. Μέρα μεσημέρι, άρχιζε τώρα να τον κατατρέχει, πάντα με το ίδιο το ψιθύρισμα, και να βουβαίνουνται οι παραστεκάμενοι τριγύρω του όλοι, ότι που αφουκραζόντανε τον άφαντο κρότο, έναν κρότο άκροτο, ψιλούτσικο, αλαφρό, σαν του χαρτιού που το νύχι σου το τσουγκρανίζει. Την πρώτη φορά που ακολούθησε αφτό, λιγοθύμησε ο Σουλτάνος, έπεσε κάτω. Δεν το πρόσμενε, να τον κυνηγά η κατάρα και με τον ήλιο ακόμη. Μια πρωινή πάλε, που στη σάλα του θρόνου, είχε υποδοχή και τον προσκυνούσανε οι ξένοι πρέσβηδες με τη σειρά, μαζί με τους υπουργούς, τους μεγιστάνους του Κράτους, εκεί που πήγαινε ο δραγουμάνος να τους εφκαριστήσει από το μέρος του αφέντη, κι ο αφέντης εβνοϊκά, κουνούσε το χέρι να τους αποπέμψει, να, στη μέση της σάλας, η φωνή, με τα λόγια της τρομάρας, τα λόγια που στη βαθιά, τη γενική τη σωπασιά, σερνόντανε σαν το φίδι ανάμεσα στα ξερόφυλλα·

— «Φονιά! Είσαι φονιάς! Φονιά προσκυνάτε που φόνος θα τον έβρει!»

Πέτρωσε ο κόσμος. Ο Σουλτάνος σωριάστηκε στου θρόνου τα σκαλοπάτια. Μπροστά στους ξένους, μπροστά στους δικούς του, δεν ντράπηκε — πού να ντραπεί πια; — τον πήρανε τα κλάματα και σαν το παιδί το ανήμπορο, το αρρωστημένο, αναστέναζε κι έλεγε·

— «Βαστάξτε με! Μη μ’ αφήσετε! Σώστε με, στο θεό σας. Λυπηθείτε το βασιλιά σας!»

Ύστερις από τέτοια ταπεινά παρακάλια, φυσικό να γίνει κιόλας ότι έγινε αμέσως, την αβριανή. Τρεις μέρες με την αράδα, διαταγή να κόψουνε στην πρωτέβουσα εκατό χιλιάδες κεφάλια. Εννοείται. Άμα ο Σουλτάνος ζητούσε να τονέ σπλαχνιστούνε, μπορούσες να είσαι βέβαιος πως θα σκοτώσει, για να τιμωρήσει τους άλλους που ταπεινώθηκε αφτός, που φοβήθηκε. Και σκότωνε, να ησυχάσει. Δεν του πέτυχε. Τρεις μέρες με την αράδα και τις κατοπινές ακόμη, στους δρόμους, πότε στον ένανε, πότε στον άλλονε, στα σοκάκια, στα φτωχικά τα σπίτια, στα παλάτια, παντού, από τη μιαν άκρη της χώρας ίσια με την αντίθετη άκρη, έτρεχε, ροβολούσε η φωνή, σα να ήτανε πια φωνή μαζεμένη που από κάθε μεριά την έβγαζε η συνείδηση της πολιτείας, και τώρα δυνατά έκραζε η φωνή·

— «Φονιάς! Είναι φονιάς! Πρέπει φονιάς του φονιά!»

Τόσο τους αγρίεβε η φωνή, που πολλοί δεν τολμούσανε να βγούνε όξω. Καμπόσοι πάλε, οι περσότεροι μάλιστα, είπανε πως καιρός ν’ απαλλαχτούνε από τον τύραννο; Η φωνή τους φαινότανε ουράνια φωνή, που ερχότανε πίτηδες να τους ξυπνήσει. Όλοι όμως, και πρώτος ο Σουλτάνος ταραζόντανε ως τα κατάβαθά τους, ίσια ίσια επειδή δεν καταλάβαινε κανένας από πού να είναι η φωνή εκείνη.

Εμένα, γιατί ο αναγνώστης ελπίζω να το ‘νιωσε πως η φωνή Εγώ ήμουνε, δε μου άρεζε μένα, για να σας το ξομολογηθώ και τούτο, δε μου άρεζε πού έπρεπε να κρύφτουμαι και μόνο κρυμμένος να κάμω το καλό. Δειλός εγώ να είμαι, καμιά αιτία δεν είχα σαν τον ασυνείδητο. Αποφάσισα το λοιπό να του φανερωθώ του Σουλτάνου και να με διει έτσι πια, στα μάτια του. Πήγα στο παλάτι. Ανέβηκα τη μεγάλη τη σκάλα. Μπήκα στην αίθουσα του σοφά, όπου συνήθιζε, ύστερις από το μεσημεριανό του το πρόγεμα, να κάθεται. Προτού καθίσει, περπατούσε λιγάκι. Περπατούσε με τη ράχη σκυμμένη, καμπουριασμένη, με το κεφάλι κατεβασμένο στο στήθος, σα να γύρεβε ο κακορίζικος να κουβαριαστεί μέσα του κι απόμεσά του, για να γλιτώσει πιο σίγουρα. Έριχνε κάπου κάπου μια φοβισμένη ματιά και ξακολουθούσε τον περίπατο. Ήτανε σταματημένος τη στιγμή που βρέθηκα στην αίθουσα, εγώ άφαντος ακόμη. Τα γένια του τ’ αριάσπαρτα μοιάζανε σαν τρίχες τράγου. Σου φέρνανε αηδία. Λιγνός, χλωμός, κίτρινος. Αντίς όμως να σου μαλακώσουνε τα χάλια του την καρδιά, σ’ ερεθίζανε περσότερο, γιατί τα χάλια του ίσια ίσια καταντούσανε όλεθρος για το κράτος, και το ίδιο το δεφτερόλεφτο που έδειχνε δυστυχισμένος, ανήμπορος, ορφανός, το ‘νιωθες αμέσως πως κανένα φόνο μελετούσε.

Στάθηκα μπροστά του. Κι άρχισα το φοβερό ψιθύρισμα·

— «Φονιά! Είσαι φονιάς!»

Μα τώρα μ’ έβλεπε ο Σουλτάνος. Μπορούσε κιόλας να με πιάσει. Πού να τολμήσει; Έτρεμε κι όλο τραβιότανε. Ζυγώνω, τον κοιτάζω κατά μούτρα, μνήσκει στη θέση του ακίνητος, απροχώρητος, μαρμαρωμένος, και του λέω·

— «Εγώ, εγώ είμαι η Φωνή!»

Φρίκιασε. Και συνάμα, στο πρόσωπό του ζουγραφίστηκε μια έκφραση παράξενη, μια έκφραση παρακαλιάρικη, πονεμένη, σαν του σκυλιού που πας να το δείρεις. Κατάλαβα πως κάτι μαγερέβει. Όσο σιμά του κι αν ήμουνε, να μ’ αγγίξει, δεν τ’ αποκοτούσε. Γύρεβε να βρει την τζέπη του, κρυφά κρυφά, να βγάλει από μέσα το κουμπούρι του. Του άρπαξα το χέρι. Του το ‘σφιξα δυνατά. Τα δόντια του τρίζανε από την ανωφέλεφτη τη λύσσα, σα να σπάραζε από πόνο κουφό·

— «Φονιά! Φονιά! Μαζί μου πολεμάς; Μαζί μου θέλεις να παλέψεις; Εμένα, του κάκου και δε με πιάνεις, γιατί εγώ είμαι η Αλήθεια, γιατί εγώ είμαι η Δικιοσύνη, Εμένα δε με πιάνει κανένας.»

Και χωρίς να του αφήσω το χέρι, γυρίζω το δαχτυλίδι·

— «Πάντα, πάντα εδώ είμαι, ακόμη και σα δε με βλέπεις. Έτσι, αόρατες είναι συχνά, είναι όμως παντουπαρούσες η Αλήθεια κι η Δικιοσύνη.»

Για τη Δικιοσύνη και για τη Αλήθεια, πολύ δεν τον έκοφτε μήτε το ‘παιρνε ο νους του τι του έλεγα. Ένα έπαιρνε και παράπαιρνε, πως πέντε σιδερένια δάχτυλα τον κρατούσανε και πως έπρεπε με κάθε τρόπο να γλιτώσει. Ανατινάχτηκε, πολέμησε, ξεδιπλώθηκε, σύρθηκε σαν το φίδι. Τίποτα! Στο τέλος έκαμε σφόρτσο κι όσο κι αν πνιγόντανε τα λόγια του στο λαιμό του, κατόρθωσε να κράξει·

— «Ελάτε… όλοι... ελάτε… Η φωνή… εδώ..., εδώ... με στραγγούλισε… Να της σπάσετε τα κόκαλα!... τα μυαλά!...»

Μαζωχτήκανε γύρω του από κάθε μεριά. Τους σιχάθηκα, τους σκλάβους. Αμέσως βάζω την πέτρα μου απ’ όξω, να με διούνε, και τους φτύνω·

— Ανόητοι, που θέλετε να δεσμώσετε την Ιδέα! Τα ζώα! Πίσω! Πίσω!»

Και κάνω ένα βήμα μονάχα προς τ’ ασκέρι. Δεν το πρόσμενα, τόσο γλήγορα να ξεσκορπιστεί. Ο αθώρητος εγώ που άξαφνα γινόμουνε θωρητός, τους τρόμαξα, το θάμα εκείνο του Γύγη τους αναποδογύρισε. Δε σάλεψα, ώσπου να συνέρθουνε, να μη θαρρούνε πως φοβούμαι και θέλω να φύγω·

— «Ένα λόγο, φονιά, έχω ακόμη να σου πω. Σήμανε, σήμανε πια η ώρα που θα χαθείς, που θα χαθούνε κι οι δικοί σου. Θα παναστατήσει το κράτος. Θα πάθεις όσα πάθανε οι άλλοι από σένα. Και σωτηρία δεν έχει. Καμιά.»

Τέτοια δήλωσα ήσυχα ήσυχα κι ακόμη πιο ήσυχα τράβηξα ίσια στην πόρτα, ενώ το πλήθος παραμέριζε δεξιά κι αριστερά, για να περάσω.

Καθώς τ’ ανάγγειλα του Σουλτάνου, έτσι ακολούθησε κιόλας. Η συνομωσία έγινε, όχι στους Μεμένηδες, όχι σε καμιάν από τις ξένες τις φυλές που είχανε υποταγμένες· έγινε στο στρατό του τον ίδιο. Αρχηγοί της συνομωσίας, οι σημαντικότεροι στρατηγοί· ψυχή της και ρίζα της, δυο τρεις αξιωματικοί αποφασισμένοι και γενναίοι, τόσο είναι αληθινό πως για να σηκώσουνε αλάκαιρο έναν τόπο, δε χρειάζουνται περσότεροι από δυο τρεις, φτάνει το συφέρο τους να μην κοιτάζουνε αφτοί, παρά να ‘χουνε οδηγό τους μια ιδέα. Κάποτες αρκεί με τέτοιους όρους κι ένας μονάχα, επειδή ως τα τώρα πραχτικότερους αθρώπους στον κόσμο δεν είδαμε από τους ιδεολόγους.

Βέβαια στην αρχή το κίνημα στάθηκε γενναίο. Μα σ’ ένα Κράτος βάρβαρο, ακόμη και μια πρόοδο θα φέρει αποτελέσματα βάρβαρα. Δεν πειράζει. Έπρεπε πρώτα πρώτα ο Σουλτάνος να πέσει. Το κυριότερο είναι να διεις τη δύση του κακού· τότες έχεις ελπίδα να χαιρετίσεις του καλού την ανατολή· τότες στα σκοτεινά, στα δουλωμένα τα κεφάλια των αθρώπωνε, μισοφέγγει κάποια υποψία πως υπάρχει το φως. Κατάλαβα λοιπόν αμέσως, το χρέος μου πού είναι· το χρέος μου, να ενεργήσω για να ξολοθρεφτεί ο κακούργος. Εγώ κόμμα δεν έχω· κόμμα μου η αθρωπότητα. Δεν είχα κιόλας να προσμένω τίποτις από τους παναστάτες, μήτε ρουσφετάκια μήτε θεσούλες. Είχανε μπορώ να πω, να προσμένουνε του λόγου τους από μένα. Τους βοήθησα έτσι, από καλοσύνη, για να τους δώσω θάρρος, αφού το κάτω κάτω δουλέβανε για την αρετή. Μα την ανάγκη τους δεν την είχα διόλου. Βολετό μου να βγω και μόνος ολομόναχος στον αγώνα. Τόντις ένιωσα τότες την απεριόριστη δύναμη ενός τέτοιου δαχτυλιδιού και τι δεν καταφέρνει άξαφνα σ’ έναν πόλεμο. Άλλο σύμμαχο μη γυρέβεις. Πας άμα θέλεις ως τον εχτρό σου, πας ως το βασιλιά, ως τους στρατηγούς του, σκοτώνεις όσους σου περάσει, όσους νομίζεις επικίντυνους για σένα, και νικάς, απολέμητος, που να πούμε. Είναι μάλιστα μέσο αξιόλογο και που το ταίρι του δεν έχει, να σκοτώσεις τον πόλεμο τον ίδιο. Είναι όμως, από άλλη μεριά, κάπως παράξενο να τιμωρήσεις το φονιά με το φόνο. Μήτε το ‘βαλα το λοιπό με το νου μου, να γίνω εγώ φονιάς του Σουλτάνου, να μεταχεριστώ τέτοια τερτίπια. Είχε το δαχτυλίδι μου άλλα πιο νόστιμα και που δε χύνανε, δεν απαιτούσανε αθρώπινο αίμα. Εννοείται πως όλοι δεν παραιτήσανε αμέσως τον τύραννο. Κάτω από τον ίσκιο ενός τυράννου ζούνε σωρό σωρό υποτυράννοι και τυραννίσκοι. Λογάριαζε σωστό ασκέρι μαζί του. Είχε μαζί του και κάμποσο μέρος του στρατού. Είχε και το παλάτι του το θεόρατο που αποτελούσε αλάκαιρη πολιτεία. Είχε ο αθεόφοβος κι αμανάτια που τα ‘κλεψε δηλαδή, και που του τα προμηθέψανε οι κατάσκοποί του, παιδιά και γυναίκες που οι παναστάτες αναγκαστήκανε να τ’ αφήσουνε στις επαρχίες τους, όταν ανεβήκανε στην πρωτέβουσα. Φοβέριζε πως θα κόψει παιδιά και γυναίκες, άμα κουνήσει ο αντίθετος στρατός.

Τίποτα δεν του φέλεσε. Ό,τι γινότανε στο παλάτι, ό,τι έλεγε στα συβούλια, ό,τι τερτίπια ετοίμαζε, ό,τι ψεφτιές μαγείρεβε, ό,τι σκέδια μελετούσε με τους δικούς του, ό,τι κι αν έκανε, μ’ ένα λόγο, εγώ αμέσως το ήξερα. Ήξερα και πού φύλαγε τ’ αμανάτια, να τα γλιτώσω. Ήξερα και το πιο τρομερό για την αφεντιά του, πού κρυβότανε ο ίδιος, επειδή γεμάτο κρυψώνες το απέραντο περβόλι από άκρη σε άκρη, και την ώρα που γιουρουντίσανε πια οι παναστάτες, νικητάδες, πήγε και χώθηκε σ’ ένα βέρο λαβύριθο. Γνώριζα τα κατατόπια και μπήκα μέσα μ’ εφκολία μεγάλη, από τ’ αφτί τον έπιασα και τους τον έφερα, που έτρεμε σαν το ψάρι.

Δεν τον πειράξανε. Ούτε γροθιά ούτε ξυλιά. Ίσως, ακόμη κα στα στήθια τα παναστατικά βασίλεβε το σέβας το παλιό, το παλαίφατο, καμωμένα καθώς ήτανε κιόλας από τη σάρκα, το αίμα και τη ράτσα που τον κάμανε κι αφτόνε. Ίσως πάλε του στάθηκε μαρτύριο πιο δεινό να ξοριστεί, να κλειστεί σ’ ένα μέρος όπου τον περιτριγυρίζανε φύλακες ξένοι, άγνωστοί του φύλακες, και όπου παροξυσμοί τον πιάνανε, σεισμοί τον τραντάζανε, τον αφρίζανε λύσσες, γιατί κάθε στιγμή ξάνοιγε μπροστά του τα χείλια του τάφου, κάθε στιγμή φοβότανε μήπως κανένας τονέ σκοτώσει — και δεν τονέ σκότωνε κανένας!

*
* *

Έμεινε θορυβωμένη μέσα μου η ψυχή μου, ύστερις από το πέσιμο του Σουλτάνου. Ξανοίχτηκα της χρυσής μου της Μυρίνας·

— «Νόμιζα πως θα χαιρόμουνε περσότερο, νόμιζα πως θα ξαλάφρωνα…»

— «Και κάτι νιώθεις ξεναντίας που σου κάθεται στην καρδιά...»

— «Που τη συνείδηση μου βαραίνει!»

— «Δεν απορώ!»

— «Πώς μπόρεσες και το μάντεψες;»

— «Δεν το μάντεψα. Σε γνωρίζω...»

— «Φως μου Εσύ!»

— «Δεν άλλαξες! Είσαι ο ίδιος άθρωπος που δεν ήθελες στη Βενετιά να ‘ρθεις άφαντος στην κάμερή μου. Δε σου άρεζε το λοιπόν ούτε να πηγαίνεις κατάσκοπος στα παλάτια.»

— «Ωστόσο, της λέω χαμογελώντας, θαρρώ σα να υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ σου και του Σουλτάνου.»

— «Στα πρόσωπα, ναι, υπάρχει. Στο δαχτυλίδι καμιά δεν υπάρχει διαφορά.»

—«Εσένα πουλί μου, δεν ήθελα να σε γελάσω, από την αγάπη...»

— «Και τώρα που γέλασες το Σουλτάνο, το λυπάσαι από την τιμή.»

Έσκυψα το κεφάλι·

— «Αχ! Μυρίνα μου, πώς τα βλέπεις όσα μέσα μου και γω ακόμη δεν τα ξεδιακρίνω!»

— «Εσύ μου έμαθες τα γενναία και τ’ αψηλά.»

— «Και συ τώρα μου τα ξαναμαθαίνεις. Είναι, είναι το δαχτυλίδι που τα φταίει, το δαχτυλίδι που το ‘χει μέσα του, που σε βγάζει όξω από τον ίσιο δρόμο, γιατί σε μεθά!»

— «Σε μεθά, μα η μέθη του μοιάζει μ’ ένα γλυκό θεόγλυκο κρασί, που στον πάτο του βρίσκεις πάντα μια σταλούλα πικρή, μια σταλούλα φαρμάκι...»

— «Και το φαρμάκι λέγεται απάτη!»

Χύθηκε στο λαιμό μου, να με φιλήσει·

— «Μην το λες! Για το καλό εσύ απάτησες· αφτό απάτη δεν είναι...»

— «Είναι, όπως κι αν το πεις. Δεν πρέπει κανείς να δημιουργήσει τα καλά με τα κακά, την αρετή με τα φάβλα, ειδεμή πάει ενάντια στο σκοπό του.»

Τη φίλησα, παρηγοριά μου στη λύπη μου τη μεγάλη, και ξακολούθησα·

— «Κοίταξε, Μυρίνα μου, και πες μου, έχω δίκιο ή δεν έχω που θλίβουμαι; Αφού απάτησα, τουλάχιστο ας κατάφερνα και τίποτις. Μα το πιστέβεις με τα σωστά σου πως κάτι έκαμα; Δε βαριέσαι! Τι με φέλεσε που με τη δύναμή μου τη μυστική, τον κρατούσα παραλυμένο το Σουλτάνο στην εξουσία μου, δίχως χέρια, δίχως ποδάρια, δίχως κίνημα κανένα; Νομίζεις πως με το φυλάκισμά του ξεβαρβαρώθηκε άψε σβήσε ο λαός του, που τόσοι αιώνες τυραννία του έχουνε χαλάσει την ψυχή; Νομίζεις πως ο διάδοχός του αξίζει περσότερο; Νομίζεις πως αξίζουνε περσότερο οι παναστάτες; Δεν άκουσες τις προάλλες που αρχίσανε με τους Μεμένηδες τα ίδια; Ναι, βέβαια, η Αρετή το θέλει και της πρέπει να χαθεί τέτοιο έχτρωμα· είναι, όπως κι αν το πει, χρήσιμο στον κόσμο και στην αθρωπότητα, το να χάθηκε. Μα χρειάζεται καιρός, επιστήμη και ποίηση, για να προκόψει στ’ αλήθεια ένα έθνος· δεν προκόφτει με τα θάματα και με τα δαχτυλίδια.»

Ενώ μιλούσα, έβλεπα πως κάτι συλλογιότανε η Μυρίνα και δεν έβρισκε ακόμη λόγια να το διατυπώσει. Μου χάδεβε σιγά σιγά τα μάγουλά μου και στο τέλος·

— «Το δαχτυλίδι, που λες! Μου φαίνεται ως τώρα πως χαρά μεγάλη, άδολη χαρά δε σου προξένησε ποτέ του, παρά σου έφερε πάντα κάποιαν απογοήτεψη, το λιγότερο. Και ξέρεις γιατί; Θαρρώ πως κατάλαβα. Γιατί μας χρησίμεψε για τους άλλους, ποτές όμως για μας τους δυο. Δώσε μου το. Εγώ κατέχω έναν τρόπο καινούργιο να το μεταχεριστώ. θα διεις τι όμορφος, τι γλυκός που θα σου είναι ο τρόπος μου, αφού μάλιστα σιχαθήκαμε τον κόσμο, αφού τώρα γυρέβουμε να κουκουλωθούμε στην αγάπη μας μέσα για μέσα. Δώσε μου το. Εδώ απάτη καμιά δεν έχει· έχει μόνο αγάπη!»

— «Και τι θα κάμεις;» ρώτησα ταραγμένος, χωρίς να μου είναι δυνατό να προσδιορίσω από πού μου ερχότανε η ταραχή.

— Άφησέ μου ένα χρόνο μονάχα το δαχτυλίδι στο δάχτυλο, μη μου ζητήσεις ποτέ σου να το βγάλω, κι ύστερις από ένα χρόνο θα το νιώσεις, τι εφτυχία που θα του χρωστούμε του δαχτυλιδιού.»

Η φωνή της τόσο μαγεφτική, που την πίστεψα και της τ’ άφησα, το καταραμένο το δαχτυλίδι. Αχ! δεν ήτανε πια του Γύγη το δαχτυλίδι, παρά το δαχτυλίδι του Χάρου. Μήτε μια χρονιά σωστή δεν την απόλαψα την εφτυχία που μου έταξε η Μυρίνα, και που στάθηκε τόντις εφτυχία μοναδική, εφτυχία που κανένας δε θα τη γνώρισε όξω από μένα. Θυμήθηκε η Μυρίνα τη βραδιά εκείνη στη Ρώμη, όπου έπαιξε άφαντη μπροστά μου το βιολί της. Στοχάστηκε τώρα να γυρίσει πάλε το δαχτυλίδι, να το βαστάξει ένα χρόνο γυρισμένο από μέσα, κι έτσι να μην υπάρχει παρά για μένα, παρά για τους δυο μας, να μην υποψιάζεται κανένας την ύπαρξή της, να καταντήσει ξένη σε όλους, να της καταντήσουνε όλοι ξένοι, να μη ζει για τον κόσμο, να μη ζει για τους αθρώπους, να ζει για ένανε και σώνει. Αφτό είναι ίσια ίσια που την αφάνισε. Κρυμμένη καθώς ήτανε ως και στα μάτια τα δικά μου, δεν παρατήρησα πόσο αδυνάτιζε, πόσο έλιωνε μέρα τη μέρα. Εννοείται. Είχε συγκεντρωμένη σ’ ένανε μόνο την ενέργεια που ο καθένας από μας χρωστά να την εξωτερικέψει και για τους άλλους. Λοιπόν η ενέργεια της Μυρίνας σώθηκε πιο γλήγορα, έσβησε πιο γλήγορα η φλόγα, επειδή έκαψε πιο γλήγορα. Πάτησε η καημένη το νόμο το φυσικό, το νόμο της αθρώπινης συζωίας. Πάλε μας απάτησε το δαχτυλίδι· απάτησε γύρω μας τα συναδέρφια, που τους έκλεφτε μιαν αδερφή τους· απάτησε και τη Μυρίνα την ίδια, που δεν είδε πως κι η αγάπη θέλει ξάπλωση και συναθρωπιά.

Ξεψύχησε κατόπι από δέκα μήνες. Δεν άντεξε η καρδιά μου, να τη θάψω, να χαλάσει κάτω στο χώμα το υγρό τέτοια ομορφιά σαν της Μυρίνας. Την πήγα σ’ ένα έρημο νησί του Μαρμαρά, πάντα με το δαχτυλίδι γυρισμένο από μέσα. Με το δαχτυλίδι από μέσα γυρισμένο, την έβαλα κιόλας απάνω αψηλά σε μια πέτρα, με ξύλα, με κορμόδεντρα, με ρίζες, με κλαδιά και με φτέρες που φρόντισα όλα να τα μαζώξω απατός μου. Ύστερις έβαλα φωτιά, κι έτσι κάηκε το κορμί το χαριτωμένο, έτσι διαλύθηκε η Μυρίνα στον αέρα λίγο λίγο, αθώρητη σαν το θάνατο, σαν το θάνατο παντούθε περεχυμένη στη δημιουργία, σαν το θάνατο αιώνια και ζωντανή.


Δεφτέρα, 23 του Άη Δημήτρη, 1909 — 27 του Σταβρού, τρίτη, 1910.