Το ταχυδρομικό δελτάριο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το ταχυδρομικό δελτάριο
Συγγραφέας:
Στον ίσκιο του πλατάνου


(Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 420, 23 του Γενάρη, 1911


Αφιερώνεται του Κ. Χατζόπουλου.


Η Μαρία-Λεωνή, σκυμμένη στο άσπρο ξύλινο τραπεζάκι της καμερίτσας της, στο σπιτάκι του πατέρα της του μπάρμπα Μάρκου, του μπαξεβάνη, έβαζε τη διέφτυση απάνω σ' ένα εικονογραφημένο ταχυδρομικό δελτάριο, τη στιγμή που μπήκε ο Γιώργος. Η Μαρία-Λεωνή στέγνωσε αμέσως το μελάνι με το στουπόχαρτο, γύρισε το δελτάριο από την άλλη μεριά, τη μεριά της εικόνας, σηκώθηκε, το ‘δωσε του παιδιού που κάθε μέρα, την ίδια ώρα, πήγαινε από το ξοχικό τα γράμματα στην Πόστα της χώρας, κι εφτύς έφυγε το παιδί που πρόσμενε μόνο να τελειώσει πρώτα η Μαρία-Λεωνή.

Έτσι λοιπόν ο Γιώργος δεν μπόρεσε να διει τι όνομα έγραφε το δελτάριο. Το πιο περίεργο και το πιο τραγικό είναι, που δεν μπορούσε να ρωτήσει τη Μαρία-Λεωνή! Λοιπόν, όση όρεξη, όση ψυχική ανάγκη κι αν είχε ο Γιώργος να μάθει την αλήθεια, του στάθηκε αδύνατο, του ήτανε πες απαγορεμένο, λέξη να ξεστομίσει. Έριξε της Μαρία-Λεωνής μια ματιά, που δεν έδειχνε ούτε θυμό ούτε κάνε περιέργεια, μια ματιά ήμερη, αδιάφορη, μα και φιλική, έκαμε δυο τρία βήματα προς την πόρτα, βγήκε όξω, κι άμα βρέθηκε πιο παράμερα λιγάκι, μουρμούρισε τρίζοντας τα δόντια, του, ήσυχα όμως, μήπως ακουστούνε τα λόγια του·

— «Η σκύλα! Του Κάρολου γράφει. Αμέ. ποιανού άλλου; Ξάστερο το πράμα!»

Συλλογίστηκε ωστόσο πως αν τόντις γράφει του Κάρολου, τίποτα σπουδαίο δε θα του γράφει, αφού είναι δελτάριο, δηλαδή ανοιχτό γράμμα. Δεν πειράζει. Ακόμη και σε μια λέξη βρίσκει τρόπο η αγάπη να φανερωθεί. Φτάνει ένα «Σε θυμούμαι» να βάλει, και σώνει. Ο Κάρολος ίσια ίσια είχε φύγει προ δυο μέρες. Για να μην πάει και πιστέψει πως έπαψε με το μισεμό του να τρελαίνεται για την αφεντιά του — για τη μούρη του! — να σου και του στέλνει θυμητάρι εφτύς εφτύς η φιληνάδα. Μη σε μέλει κι έτσι δε γελιέται ο Γιώργος.

— «Η σκύλα! Μπορεί να πει ό,τι θέλει. Εγώ θα τη ρωτήσω. Ας πάει στο διάολο, θα τη ρωτήσω. Τη σκύλα!»

Εδώ ίσια ίσια ήτανε ο κόμπος. Η σκύλα δεν ήθελε διόλου, δεν το εννοούσε κάνε να ρωτηθεί. Και τόντις είχε κάμποσους λόγους να μην το θέλει. Ακολουθήσανε αναμεταξύ τους μερικά πράματα που δικιολογούσανε τη Μαρία-Λεωνή, που δικιολογούσανε όμως, να πούμε τη μάβρη, και το Γιώργο, που τους δικιολογούσανε λοιπό και τους δυο, εκείνη στο να μην παραδέχεται ρώτημα, εκείνονε στο να γυρέβει να ρωτά. Ήτανε η Μαρία-Λεωνή παιδί του χωριού, αναθρεμμένη κάτω στην Μπρεττάνια της Γαλλίας. Ήξερε γράμματα, είχε τρόπους έμεινε δυο τρεις μήνες και στο Παρίσι, όπου η μεγαλύτερη αδερφή της βαστούσε μαγαζάκι, ένα χρυσικάδικο. Μα όπως κι αν είναι, χωριανή· το φρέσκο το χώμα το γερό του ρουμανιού και του κάμπου, ο αέρας της θάλασσας ο παρθένος, είχαν θρέψει την ψυχή της, το χώμα με τη μυρωδιά του, με τη δύναμή του ο αέρας. Χειμώνα, καλοκαίρι, ζούσε όξω. Φύλακας, πιο πολύ παρά μπαξεβάνης, ο μπαμπάς της· η καλύβα του, το χαμόσπιτό του, πλάγι στο ξοχικό που νοίκιαζε ο Γιώργος· η καλύβα στον οξώτοιχο κολλητά· το σπίτι του Γιώργου, μέσα στη μέση του ποστατικού· πεντέξι βήματα για να πας από το ένα στο άλλο.

Τριάντα χρονώ άθρωπος ο Γιώργος, κάμποσο μεγαλύτερός της. Είκοσι χρονώ η Μαρία-Λεωνή. Αγαπηθήκανε. Δεν μπορούσε κιόλας να γίνει αλλιώς, αφού βλεπόντανε κάθε μέρα και η νιότη τους έγραφε αγάπη. Ο Γιώργος δεν έμελε να περάσει όλη τη ζωή του στην Μπρεττάνια, όσο πατρίδα του κι αν ήτανε. Σπούδασε μικρός στο Παρίσι· πήρε δίπλωμα· ο σκοπός του, που για την ώρα τον είχε μέσα του κρυμμένο, να γράφει βιβλία, μυθιστορήματα, δράματα, στίχους· δεν του έλειπε μήτε ποίηση μήτε ταλέντο· μα φτωχός ο άθρωπος. Κι έτσι αναγκάστηκε να ζητήσει και να δεχτεί από την κυβέρνηση μια θέση.

Πέστηνε σα δε βαριέσαι και θεσούλα, επειδή ο φίλος διορίστηκε δημόσιος υπάλληλος, λιμενάρχης, στη μικρή χώρα της Μπρεττάνιας, όπου, ενάμισι χιλιόμετρο διάστημα, βρισκότανε και το χωριουδάκι της κοπέλας. Εκεί κατοικούσε ο Γιώργος, εκεί έθρεφε κι αφτός την ψυχή του με τη μυρωδιά του ρουμανιού και με της θάλασσας τον αέρα. Μα — και τούτο μπορεί να περάσει αναμεταξύ τους για πρώτη σημαντική διαφορά — ο Γιώργος δεν έθρεφε μοναχά την ψυχή του με την ομορφιά της δημιουργίας, έθρεφε και την πέννα του. Κοίταζε το θέαμα το λαμπρό που στα μάτια του, λίγο παρέκει, όταν έβγαινε στο παράθυρο, ξετυλίγανε τα σπαρμένα τα νησάκια στο γιαλό. Τα περίγραφε ο Γιώργος σε κανένα ρομάντζο που ετοίμαζε· ακόμη και να μην τα περίγραφε, πάντα είχε τη συνήθεια να βλέπει τα πράματα, που να πούμε, διπλά, μια δηλαδή για να τα διει, άλλη μια για να τα ερμηνέψει, μια για τον εαφτό του, μια για το χαρτί του, μια για την απόλαψή του, μια για την τεχνίτσα μας.

Τέτοιος συχνά, ο ποιητής, τέτοιος κι ο μυθιστοριογράφος. Έτσι όμως και στο ψυχολόγημα κάποτες κατάντησε να βλέπει διπλά, ή και ανήξερά του διπλά να τα φαντάζεται, διπλά κιόλας να θέλει ως και κείνα που είναι απλά. Ίσως για τούτο, οι μυθιστοριογράφοι, μάλιστα σα γυρέβουνε να περάσουνε για βαθιονόητοι σοφοί, στοχάζουνται πως οι γυναίκες είναι βάραθρα ψυχολογικά, όπου αδύνατο, κουκούτσι να ξεδιακρίνει ο άντρας. Τραβούνε το λοιπό το δρόμο τους αρχοντικά, γιατί πρώτα πρώτα σου αποφασίσανε, σου προκηρύξανε πως το βάραθρο, που του λόγου τους δα το στοχαστήκανε, δεν μπορεί παρά να ‘ναι γεμάτο από άγρια μυστικά, ψεφτιές, φόνους και κακουργήματα ειδών ειδώνε.

Φοβούμαι πως η φαντασία τούς παρασέρνει και μάλιστα θαρρώ πως είναι απλές οι γυναίκες, α μου παραχωρήσεις μονάχα πως η απλότητά τους δε μοιάζει με τη δική μας. Η Μαρία-Λεωνή βέβαια πως ήτανε απλή, όσο διπλή κι αν τη θαρρούσε ο φίλος, μάλιστα τη στιγμή όπου μπήκε στην καλύβα κι είδε το δελτάριο που το ‘κρυφτε η «σκύλα». Κι ωστόσο η διέφτυση δεν έγραφε τ’ όνομα του Κάρολου, κι έμελε ο Γιώργος μόνο ύστερις από καημούς, φωνές και δράματα, να μάθει ποιανού ποστάρισε η Μαρία-Λεωνή το πιτάκι. Δε λέω πως ο Γιώργος με κάποιο δίκιο του δεν μπορούσε να πιστέψει πως ξαιτίας του Κάρολου το 'κρυφτε, να μην του το δείξει, αφού ξαιτίας του Κάρολου είχανε κάμποσες φορές τσακωθεί, κι αφού τέσσερις μέρες δεν περάσανε που έφυγε ο Κάρολος, αφού κιόλας μια κεριακή τους τσάκωσε ο Γιώργος περίπατο στη στράτα της χώρας. Μα με τον Κάρολο ξεχωριστό λογαριασμό βαστούσε η Μαρία-Λεωνή, και τόντις ο λογαριασμός της αφτός δεν έμοιαζε με το λογαριασμό που είχε ανοίξει του Γιώργου. Με τον Κάρολο μαζί αναθράφηκε· οι φαμελιές τους φιλιωμένες· παιδί του πέρα χωριού ο Κάρολος· βλεπόντανε συχνά, δηλαδή όταν η δουλειά τους άφηνε και δουλειά είχανε όλη τη βδομάδα. Πάντα ύπαρξε γύρω τους, από τον ένανε ή τον άλλονε, από τις γριούλες, από τα λαδικά, δώθε κείθε κάποια κουβέντα πως θα παρθούνε. Ή πιο σωστά, οι φαμελιές δεν αντιλέγανε, τα παιδιά τ’ ακούγανε, και η Μαρία-Λεωνή, χωρίς να πει ναι θετικά, βέβαια πως όχι δεν είπε ποτέ της, μήτε στοχάστηκε το κορίτσι, μήτε είχε λόγο να το στοχαστεί κάνε, να πει όχι. Και να μην ήθελε, βιάση καμιά δεν είχε ν’ αρνηθεί, μια κι ο γάμος δε θα γινότανε σίγουρο άψε σβήσε. Στην εξοχή, ο κοσμάκης την παραμικρή βιάση δεν έχει· αγάλια γάλια τα πράματα· όπως άξαφνα μήτε του καπνίζει του αγαθού του χωρικού, να λογαριάσει τι ώρα είναι, τι ώρα τον προσμένει ένας γείτονας ή ακόμη καλύτερα, τι ώρα φέβγει ένα τρένο, έτσι και για την αγάπη σωστά σωστά δεν ξέρει, πότε σφυρίζει, πότε ξεκινά, πότε φτάνει. Έχουμε καιρό. Ακούει ο μυθιστοριογράφος γι' αγάπη· ανάφτει ο νους του, θαρρεί αμέσως πως έπεσε αστροπελέκι, έκαψε καρδιές. Δεν καταλαβαίνει πως ο χωρικός το αστροπελέκι δεν το γουστέρνει, γιατί μπορεί να του χαλάσει το χωράφι. Πυρκαγιά, φωτιά, ούτε κάνε φλόγα, σαν τ’ ακριβολογήσεις, δε γνωρίσανε συμεταξύ τους η Μαρία-Λεωνή κι Κάρολος. Πώς να γνωρίσουνε; Θα τους φαινότανε παράξενο, ίσως και να το ντρεπόντανε, ποιος οίδε; σαν παιδιά που μεγαλώσανε μαζί, σαν παιδιά συνομήλικα κιόλας, που καθαφτό μήτε τους χώρεσε στο μυαλό τι σημαίνει ν’ αγαπάς, ότα βρισκόντανε μόνοι τους — που σπάνια σπάνια τύχαινε, που μήτε δα το γυρέβανε, τι να κάμουνε μόνοι; — ότα λάχαινε καμιά φορά να μείνουνε κατάντικρυ σαν τους κούκους δέκα δεκαπέντε λεφτά, λέξη δεν ξεστομίζανε για την αγάπη. Μάλιστα, η Μαρία-Λεωνή δε μιλούσε διόλου, σώπαινε, τραβιότανε, δεν του έκρενε. Αφτό ξακολούθησε ακόμη περσότερο πιο ύστερα, βαστούσε αφτό και τώρα που ο Κάρολος, είκοσι χρονώ παλληκάρι, γύριζε κάπου κάπου από τη Στρατιωτική Σκολή, όπου σπούδαζε, κι έμνησκε μερικές μέρες με τους γονιούς του στο πέρα χωριό. Αφότου έλειπε, δηλαδή εδώ και τρία τέσσερα χρόνια, έτσι ανταμωνόντανε, τις σκόλες, όταν ερχότανε, αριά κι αριά. Καθότανε μια βδομάδα, καθώς τώρα τελεφταία, έπειτα έφεβγε. Οι κουβέντες τους ασήμαντες. Μιαν απογεματιανή, στον περίπατο, κουρντίστηκε ο νέος, κόρωσε, θέλησε να δείξει πως είναι άντρας, θέλησε κάτι να της πει. Μην τολμώντας όμως να το πει με λόγια, το είπε μ' ένα τραγούδι που άρχισε να το τραγουδά στη μέση του δρόμου. Είχε νόημα το τραγούδι, νόημα ερωτικό και λιγάκι ερωτιάρικο. Αμέσως πειράχτηκε η Μαρία-Λεωνή και του δήλωσε ρητά, πως α δεν πάψει, πάβει εκείνη και πάει καλιά της.

Το πιο νόστιμο είναι, το πιο απίστεφτο, που ποτέ τους δε βγήκανε μόνοι στους δρόμους. Και την απογεματιανή ακόμη όπου ο Κάρολος τραγούδησε το περίφημο το τραγούδι του, είχε φέρει μαζί του, φανταστείτε, κάποιο συμμαθητάκο του της Σκολής. Στο χωριό αφτουνού πέρασε κιόλας τις μισές διακοπές, που μπορούσε όλες να τις περάσει στο χωριό το δικό του, πάντα στης Μαρία-Λεωνής το χωριουδάκι.

Το λοιπό, δε μου λέτε στο Θεό σας; — έτσι ρωτούσε με το νου της η κοπέλα — τι παράπονα είχε ο Γιώργος μαζί της; Στο Γιώργο η Μαρία-Λεωνή δόθηκε ψυχή και σάρκα· έτρεχε σπίτι του άμα πρόφταινε· ζούσανε, τι τα θέλεις, σαν άντρας και γυναίκα. Έμοιαζε μαθές αφτό με τα κομματιαστά, με τ’ απόμακρα τ’ αλισβερίσια που είχε ο Κάρολος μαζί της; Δεν το ήξερε τώρα ο Γιώργος; Για να την πειράζει μαθές, για να τη μαλώνει, πήγαινε και τα ξεσκάλιζε και την κυνηγούσε, και ζούλεβε ολοένα; Ποτέ του εφκαριστημένος ο χριστιανός. Αχόρταγος. Τι άλλο ζητούσε από τη Μαρία-Λεωνή; Δεν του έδινε μήπως αρκετά; Πίτηδες το ‘κανε να τη ζαλίζει με τέτοιες ανοησίες; Θυμώνεις ή δε θυμώνεις;

Ο Γιώργος πάλε αποκρινότανε άλλα. Ίσια ίσια γιατί ζούσανε άντρας και γυναίκα με τη Μαρία-Λεωνή, δεν το ‘παιρνε ο νους του τι γύρεβε ανάμεσά τους ένας Κάρολος. Μα και τούτο η Μαρία-Λεωνή το περνούσε για φαντασίες του Γιώργου, για παραξενιές του. Γιατί ο Κάρολος ανάμεσά τους τίποτα δε γύρεβε. Πως έβγαινε, λέει, περίπατο με το νιο; Και τι σήμαινε; Μήπως βγαίνανε μόνοι; Δεν το είπαμε; Πάντα η αδερφή του πλάγι τους, ή και της Μαρία-Λεωνής κανένας αδερφός· πάντα στη μέση δηλαδή και το συγγενολόγι. Μα και να μην τους συνόδεβε κανένας, τι; Θα πάει τώρα να διώξει έναν παιδικό της φίλο; Θα του τ’ απαγορέψει μ' ένα ξερό «Μην έρχεσαι. Δε θέλω.»; Και τι θα στοχαστεί τότες εκείνος; Πως τον αγαπά και φοβάται και δεν τολμά η Μαρία-Λεωνή να τους διούνε ο κόσμος αντάμα; Πως λοιπόν κάτι θα τρέχει αναμεταξύ τους; Ορίστε πράματα! Μα μπορούσε ακόμη να θαρρέψει ο κόσμος πως είχε κανέναν αγαπητικό και περηφανεβότανε και ξαπολνούσε τον παλιό της το σύντροφο. Δεν ταίριαζε μήτε το πρώτο μήτε το δέφτερο να θαρρέψουνε.

Ο Γιώργος δε χώνεβε και κάτι άλλο. Μα εδώ σα να είχε δίκιο, το μολογούσε πια κι η φιληνάδα. Το μολογούσε, πώς όμως; Το μετάνιωνε που του το είπε. Βέβαια. Του είπε δηλαδή πως κάθε φορά που ερχότανε, κάθε φορά που έφεβγε ο Κάρολος, φιλιόντανε, μάλιστα! τη φιλούσε και τονέ φιλούσε. Πρέπει τόντις να ‘χει κανείς τα μυαλά του διαστρεμμένα, για να θυμώνει μ' αφτό. Ένα φιλί στο μάγουλο! Ποιος, καλέ, δε φιλεί στο χωριό; Να, ένας νέος, που είναι απλός γνώριμός σου, στην Μπρεττάνια, σαν έρθει σ' ένα σπίτι όπου είναι κορίτσια, ένα φιλί θα τους δώσει, ένα θα πάρει, δε γίνεται. Να προσβάλει άξαφνα τον Κάρολο, πως δεν καταδέχεται, πως σιχαίνεται τάχα το φιλί του; Δεν είναι φιλιά που να μπαίνουνε σε λογαριασμό. Αφού κιόλας μήτε του το ‘κρυψε, τι πάει και φαντάζεται; Αχ! να του το ‘κρυφτε, θα ‘μνησκε ήσυχος. Δε θα της έτρωγε τ’ αφτιά, έτσι. Γι' αφτό μετάνιωνε. Είδαμε προκοπή από την ώρα που του είπε! Άτοπο δα να της το ρίχνει ολοένα στο πρόσωπο. Η Μαρία-Λεωνή το κατέχει, κάλλια κι από το Γιώργο, τι μπορεί να είναι άτοπο, τι δεν είναι. Τον άκουσε μάλιστα, του έδωσε δίκιο σε μια παρατήρηση που της έκαμε. Γιατί, εκείνη τη μέρα, της μιλούσε ο Γιώργος, δίχως να θυμώσει, ν’ αστράψει, να χτυπήσει τα πόδια του χάμω, να μπήξει τις φωνές. Αμέ; Φρόνιμη κοπέλα. Όταν πρέπει, όταν της τα ζητάς, όταν της τα ξεδιαλύζεις, ακούει. Δηλαδή, ο Γιώργος της έλεγε πως πρεπούμενο δεν του φαινότανε να περπατά στους δρόμους με τον Κάρολο, ν’ ακουμπά στο μπράτσο του, αφού αγαπά το Γιώργο, όχι τον Κάρολο. Τα βόλεψε, τα 'φερε η Μαρία-Λεωνή με τρόπο που να μην ξαναγίνει αφτό. Είχε γίνει, επειδή να του τ’ αρνιότανε θα περνούσε για κοκόνα. Τώρα θα τ’ αλλάξει. Ό,τι πρέπει, πρέπει. Μα δεν την έπεισε ο λόγος του Γιώργου. Τι έχει να κάνει που τον αγαπά; Μήπως το είπε ποτέ της πως αγαπά τον Κάρολο; Και στο μπράτσο του έτσι φιλικά ν’ ακουμπήσει, δε σημαίνει πως αγαπά λιγότερο το Γιώργο. Τίποτα. Δεν ήθελε πια μπράτσα, γιατί άξαφνα θα είχε το δικαίωμα να πιστέψει ο καθένας, πως τα ψήσανε τέλειωσε, πως αποφασισμένο πια να παντρεφτούνε. Είχε το φιλότιμό της το παιδί. Για τ’ όνομα, να μην ειπωθούνε τέτοια λόγια. Σίγουρο διόλου δεν είναι πως θα στεφανωθούνε· παιδί ακόμη κι ο νέος. Πώς να βγει τ’ όνομά της; Κατάλαβε αμέσως η κοπέλα και δεν ξανάρχισε.

Στο ζήτημα ωστόσο της παντρειάς σκούνταφτε η Μαρία-Λεωνή. Καλά καλά δεν το συλλογίστηκε το πράμα, θα τον πάρει μαθές μια μέρα, δε θα τον πάρει. Πρώτα, όσο ήτανε παιδί, δεν έδινε προσοχή. Έπειτα, λίγο λίγο με το Γιώργο, της ερχότανε σαν άβολο, σαν κομμάτι παράξενο να το βάζει με το νου της. Η λογική του Γιώργου την τάραζε·

— «Πώς στοχάζεσαι να τον πάρεις, μια και είσαι δική μου;»

Φυσικά, όταν το λες έτσι, όταν έτσι το διατυπώνεις, ορθά κοφτά, εννοείται και μοναχό του πως βέβαια και δε γίνεται. Ωστόσο έτσι δεν είναι, αν το καλοξετάσεις, στο βάθος. Η Μαρία-Λεωνή, αλλιώς το ταίριαζε, αλλιώς το ‘βλεπε με το νου της. Αν η τύχη το θέλει να τον πάρω μια μέρα, καλά, τον παίρνω· αν η τύχη πάλε δεν το θέλει, δεν τον παίρνω. Εγώ δεν κουνώ δάχτυλο. Μήτε θα τη βοηθήσω την τύχη, μήτε θα την εναντιωθώ. Μοιρόγραφτα πράματα. Δεν ανακατέβουμαι.

Γιατί όμως να μην ανακατεφτώ; Γιατί εκείνη, που θέληση δεν της έλειπε, που η φύση την είχε κιόλας καμωμένη από ατσάλι, γιατί να μην αντισταθεί στη μοίρα, γιατί να μην την κυβερνήσει, γιατί από τη μοίρα να κυβερνηθεί;

Γιατί το ήξερε η Μαρία-Λεωνή πως απίθανο, πως αδύνατο να πάρει μια μέρα το Γιώργο, το Γιώργο της άντρα.

Εδώ ήτανε ο κόμπος.

Ήξερε και ο Γιώργος πόσες δυσκολίες θ’ απαντούσε στη φαμελιά του· όσο πόθο κι αν είχε να παρθούνε, ήξερε πόσες δυσκολίες κοινωνικές, πόσες δυσκολίες ακόμη και υπαλληλικές, θα εμποδίζανε τ’ όνειρό του ν’ αληθέψει, επειδή τ’ όνειρο αφτό στην καρδιά του μέσα, παράδεισο του ξάνοιγε, τόσο τρελά την αγαπούσε.

Λοιπόν εδώ δίσταζε κι ο Γιώργος. Την παρακάλεσε, την ικέτεψε κιόλας κάμποσες φορές, να προσμένει ώσπου σιάξουνε οι δουλειές, ώσπου λείψουνε οι δυσκολίες, και να δεχτεί ως εκεί το δαχτυλιδάκι του, να του χαρίσει ένα κι αφτή, που να τους δέσει τους δυο σαν είδος αρραβώνα. Μα τίποτα θετικό δεν μπορούσε να της τάξει, μη θέλοντας ο τίμιος άθρωπος να τη γελάσει.

Ως τότες η Μαρία-Λεωνή, μήτε το δαχτυλίδι του δέχτηκε, μήτε συγκατάνεψε να του δώσει δικό της. Φαντάσου! Να του έδινε άξαφνα! Ορίστε άτοπα καμώματα μια φορά. Η δύστυχη κοπέλα το κατέχει πως στέκεται πολύ αψηλότερά της ο Γιώργος, πως δεν έπρεπε, πως δεν ταίριαζε να πάει ο νους της σε τέτοιου ράγκου αρραβωνιαστικό, να του καταντήσει και βάρος κατόπι, να τονέ βλάψει, θε μου, στο στάδιό του, να γίνει ξαιτίας της ρεζίλι ο Γιώργος μπροστά στον κόσμο. Μήτε να το στοχαστεί.

Θα μου πεις — κι ίσως να το ‘λεγε ο φίλος — αφού δεν παίρνει το Γιώργο, γιατί να μην αποφασίσει άξαφνα πως· «ή θέλω το Γιώργο ή δε θέλω, κανένανε.»; Γιατί να μην τα χτυπήσει όλα κάτω, γιατί να μην αρκεστεί μια για πάντα στη μοναδική της αγάπη; Γιατί να γυρέβει άλληνε:

Πολύ ωραία. Μα δε γύρεβε. Να, έτσι βρέθηκε η άλλη, από τα παιδιακίσια της ακόμη τα χρόνια, και τι τα θες; αγάπη που τόσα χρόνια βαστά και προκοπή δεν είδε, αγάπη δεν είναι καθαφτό, είναι παλιός χαβάς, που μήτε για χορό δε φελά.

Το παραδέχουμαι, αντίσκοφτε ο Γιώργος. Τότες όμως, από ποιο λόγο να ξακολουθά το κορίτσι να παίζει το χαβά, να συλλογιέται τον Κάρολο; Μήτε σ' αφτό δεν την ψυχολογούσε όπως έπρεπε ο Γιώργος. Νόμιζε δηλαδή πως από αγάπη, από κρυμμένη, ασύνειδή της αρεσιά του παλληκαριού, συλλογιότανε τον Κάρολο, ενώ αν το ξετάσεις από την απελπισιά της κάποτες — επειδή σίγουρο πως δεν το ‘λεγε κάθε μέρα, όπως θαρρούσε ο φίλος — κάποτες λοιπόν έλεγε πως μπορεί να το φέρει πιο ύστερα η τύχη, να τον πάρει. Βέβαια. Γιατί τάχα να μην τον πάρει; Μια και δεν έπαιρνε τον καλό της, το μονάκριβο, δεν της έμελε ποιόνε παίρνει, ποιόνε δεν παίρνει. Σε πέντε, σε δέκα χρόνια το πολύ πολύ, ο Γιώργος θα την έχει πια ξεχασμένη. Τι να κάμει το παιδί; Να μείνει γεροντοκόριτσο, να την κοροϊδέβουνε; Στο χωριό παντρέβουνται όλοι. Θα παντρεφτεί και του λόγου της σαν τους άλλους, να μη λένε πως μόνη της αφτή δε βρίσκει γαμπρό. Παντρειά δε θα πει έρωτας, άξαφνα σαν τον έρωτα που την έσμιγε με το Γιώργο. Παντρειά θα πει, να ‘χεις σπιτικό δικό σου, να δουλέβεις μέσα, ενώ δουλέβει ο άντρας σου όξω, ή στο χωραφάκι τους, ή αλλού.

Ο Γιώργος δε συλλογιότανε ποτέ του, πως ρομαντζιέρης η κοπέλα δεν ήτανε, να φανταστεί αγάπες ατέλειωτες ή τραγικές. Δεν μπόρεσες να πάρεις το Γιώργο σου. Χάσου, χώσου στην ερμιά και σκοτώσου. Όχι. Άθρωπος είσαι, θ’ ακολουθήσεις και συ την τύχη την αθρώπινη. Κάλλια να το λες απαρχής, παρά να το κάμεις πιο ύστερα και να μην το πεις. Αλήθεια, που ίδια η Μαρία-Λεωνή το στοχαζότανε κάποτες, πως δεν ακολουθούμε μονάχα την τύχη μας στον κόσμο, ακολουθούμε και την καρδιά μας. Ένιωθε μάλιστα εσώψυχά της πως καλύτερο, πιο τίμιο, την καρδιά ν’ ακούσουμε, πως συχνά κιόλας δεν μπορούμε να κάμουμε αλλιώς και τότες φώναζε·

— «Τέλειωσε πια. Εγώ ποτέ μου δε θα παντρεφτώ!»

Περίεργο που το φώναζε με κάποιο θυμό, σα να ξεστόμιζε πράμα ενάντιο στον κανόνα το γενικό, αφύσικο κανένα πράμα, που δεν της άρεζε, γιατί ακόμη δεν το ‘παιρνε η λογική της. Αγάλια γάλια έμελε να το καταλάβει και τούτο, θα το καταλάβαινε από πιο νωρίς, θα της φαινότανε μάλιστα μια γλύκα, σαν κορίτσι αγαθό που τη γέννησε η μάνα της, ν’ αφιερωθεί σε μιαν αγάπη και μόνη, αν ο Γιώργος την άφηνε ήσυχη, αν ο Γιώργος δε ζούλεβε και δεν τη χολόσκανε, αφού αφτή το ήξερε πως είναι αθώα και δεν το χωρούσε ο νους της, πως μπορούσε κάποτες να είναι τόσο κακός ένας Γιώργος. Μα επειδή ο Γιώργος θύμωνε και πειδή της ζητούσε πράματα που στα μάτια της, το λόγο τους δεν είχανε, να μη βγαίνει άξαφνα ποτέ της με τον Κάρολο, επειδή ο Γιώργος τ’ απαιτούσε κιόλας να κάμει όπως όριζε η αφεντιά του, πεισμάτωνε και η Μαρία-Λεωνή, στρίγλιαζε, του το απαγόρεβε να ρωτά για τέτοιες ανοησίες, αν πήγε με τον Κάρολο ή δεν πήγε· να τ’ αφήσει αφτά, για να μην έχουνε κατόπι αναμεταξύ τους δυσάρεστα, που βαρέθηκε πια. Έτσι λοιπόν από καλή που ήτανε, γινότανε κακή· και δεν έφταιγε το κορίτσι, που να πεις· ερχότανε η κακία της από το να μη συνεννοούνται αναμεταξύ τους. Κλειδωνότανε στην αντίληψή του ο καθένας κι από κει μέσα έκρινε τον άλλονε.

Μα να πούμε την αλήθεια, είχε τη λογική του κι ο Γιώργος. Δυο πράματα σημαντικά έβρισκε να της αποκριθεί στα επιχειρήματά της.

Να. Η Μαρία-Λεωνή λάβαινε γράμματα του Κάρολου, τα φύλαγε μάλιστα σε μια κασετίνα και δεν του τα ‘δειχνε. Λοιπόν αφτό σπουδαίο.

Δεν του τα ‘δειχνε, πιστέβω, γιατί εκείνης τα γράμματα σπουδαία δεν της φαινόντανε διόλου, παρά παιδιακίσια. Δεν του τα ‘δειχνε κι από άλλη μια αιτία, που του λόγου του θα τα περνούσε για φοβερές αμαρτίες, θα τα ‘βλεπε με τα δικά του τα μάτια, και τ’ απόφεβγε η νέα να τονέ λυπήσει, να τον πικράνει.

Γιατί όμως να τα φυλάγει σε μια κασετίνα; — Γιατί πάλε να τα πετάξει; Φίλος της και τα κράτησε. — Ναι, μα πώς ακολουθήσανε αναμεταξύ τους κάτι άλλα παράξενα, λόγου χάρη τη μέρα όπου ήτανε η Μαρία-Λεωνή για να βγει, να πάει στο πέρα το χωριό, κι έφτασε ο Γιώργος στην καλύβα, την ώρα ίσια ίσια που ετοιμαζότανε· πήρε τότες κρυφά τα παπουτσάκια της, το καπέλο της, να τα βάλει σε μια κάμαρα, όπου να μην τα διει ο Γιώργος. Απαντούσε η Μαρία-Λεωνή, πως έτσι φέρθηκε πάλε για να μη λυπηθεί άδικα ο καλός της, για να μη φανταστεί άρατα θέματα, βλέποντάς τηνε που βγαίνει. Άριστα! Μα να σου τώρα και το δέφτερο το παράπονο του φίλου· από πού κι ως πού να θυμώνει, να βουβαίνεται, λέξη να μην ξεστομίζει, να τον ησυχάσει, να μην αποκρίνεται, κάθε φορά που ζούλεβε ο άθρωπος και τη ρωτούσε, να ξηγηθούνε στο τέλος. Πώς να μη θέλει να ξηγηθεί μια κι ήτανε αθώα;

Ίσια ίσια, όντας αθώα η κόρη, δεν το παραδεχότανε να τη ρωτά, σα να ήτανε τάχα φταιξιάρα. Και δω πάλε φανερωνότανε μεταξύ τους άλλη διαφορά. Ο Γιώργος, σα μελανοβουτηγμένος που κατάντησε από την περίσσια του τη φιλολογία, έβρισκε για να την κατηγορήσει, για να τη μαλώσει κάτι λόγια σουβλερά που τη δαιμονίζανε. Μόνο που πατσαβούρα δεν την ονόμαζε. Της έλεγε και της έλεγε. Δεν μπορούσε πια να τ’ ακούσει. Ρητορική διαθέσιμη δεν είχε να του αποκριθεί. Αφτή δε σκάμπαζε από τέτοια. Ένιωθε μονάχα παστρικά, ξάστερα, πως την αδικούσε βαριά, πως το παράκανε και θα παραλαλούσε. Αδύνατο κιόλας, όσο κι αν πάσκιζε, να του δώσει να καταλάβει τι άλλου κόσμου πράματα πήγαινε και ξεψάρεβε, να της χαλάσει τη ζωή της, να χαλάσει μ' έναν κόπο και τη δική του. Το λοιπό μια μέρα του δήλωσε ρητά, πως να, κι αν ξακολουθήσει έτσι να τη βασανίζει, βαρέθηκε, τέλειωσε, θα σκοτωθεί, θα πνιγεί, κοντά η θάλασσα. Κάλλια ο θάνατος παρά το μαρτύριο το παντοτινό της γρίνιας, της ζούλιας και της αδικίας.

Δε στοχάστηκε ο Γιώργος πως για να βάζει θάνατο με το νου της, θα ‘πρεπε να τον αγαπά με τα σωστά της, αφού μπορούσε νέτα σκέτα να τον αφήσει στα κρύα του λουτρού, να τον παρατήσει. Μα την αγαπούσε ο ίδιος λωλά, δεν τόλμησε πια τίποτα να της πει. Έτσι τον είδαμε στην αρχή με το δελτάριο, να φύγει και να σωπάσει — κι ας τη φώναζε σκύλα όσο ήθελε μόνος του. Η αλήθεια είναι που σκύλιαζε ο φίλος. Μπροστά στον εαφτό του, δικιολογιότανε περίφημα. Δε θέλει, λέει, να τη ρωτώ. Σημαίνει πως φταίει χωρίς να ‘χει το κουράγιο να μου το μολογήσει. Το δελτάριο εκείνο, για τον Κάρολο πάλε θα ήτανε. Αν τη ρωτήσω, θα με φοβερίσει με τα πνιξίματα. Κι ωστόσο του γράφει! Σίγουρο. Για τούτο και το ‘κρυψε το πιτάκι. Για τούτο και θυμώνει. Σύστημα λαμπρό. Έτσι δεν είχε να δώσει λόγο. Δεν το παραδεχότανε να θυμώνει ο Γιώργος. Εκείνη ωστόσο θύμωνε άλλο τίποτα. Φως φανερό. Τονέ γελούσε.

Του μπήχτηκε ο λογισμός στο κεφάλι, του Γιώργου. Κι άρχισε τότες εκείνο το δράμα, που κόντεψε τόντις να τελειώσει ελεεινά.

Πρώτα, καθώς τ’ αναφέραμε, σκόπεβε ο Γιώργος να μάθει και καλά ποιανού έγραψε η Μαρία-Λεωνή. Έπειτα, το συλλογίστηκε, άλλαξε γνώμη. Αποφάσισε να σωπάσει τώρα κι αφτός. Τσιμουδιά. Φυσικά όμως, αντίς να ξεθυμάνει, αντίς να ξεσπάσει όξω η φουρτούνα, μαζέφτηκε, ξέσπασε μέσα και μάνιζε ολοένα. Μια ιδέα τον τυραννούσε, ιδέα σωστή, ακατανίκητη, αν τα κρίνεις τα πράματα όπως τα ‘κρινε, όπως τα συνταίριαζε αφτός με το νου του, και την αποτύπωνε την ιδέα του με λίγες λέξες, δηλαδή πως δυο άντρες ν’ αγαπά ένα κορίτσι, δε γίνεται, δε γίνεται να μοιράζει την καρδιά της· ακόμη κι αν αγάπη δεν είναι, αδύνατο, απαράδεχτο, να ‘χει σκέση με δυο. Δε γλίτωνε από κει ο λογισμός του, μήτε η λογική του. Ο Γιώργος γνώριζε κιόλας τον Κάρολο. Τον είχε διει τρεις τέσσερεις φορές· άλλες τόσες μίλησε με τη Μαρία-Λεωνή για τον Κάρολο. Αναντίλεχτο πως θα τον έκανε γούστο η φιληνάδα. Είχε ο νέος στο πρόσωπό του, στους τρόπους του, στη λαλιά, σ' όλο του το είναι, κάτι χαδιάρικο, κάτι γλυκό. Επειδή μάλιστα δε βρέθηκε αφορμή, αφού συχνά τους δεν ανταμωνόντανε, ν’ ακολουθήσει αναμεταξύ τους τίποτα δυσάρεστο, να μαλώσουνε άξαφνα ή να τσακωθούνε, του το ‘λεγε κάποτες η Μαρία-Λεωνή του Γιώργου, να τον πειράξει, πως ο Κάρολος δε θύμωνε, να τ’ αρπάξει του φίλου τ’ αφτί, να το συλλογιστεί, να στρώσει. Ο Γιώργος το ‘παιρνε ανάποδα. Μεγαλύτερο καημό του έδωσε ακόμη μια κουβέντα που τη θυμότανε τώρα με πίκρα και με άχτι. Μια μέρα που μιλούσανε ξέθαρρα, σαν τίμιο κορίτσι που ήτανε η μικρούλα και ειλικρινή, του είπε, να, πως εκείνος που ζουλέβει για το δείνα και για τον τάδε, πως εκείνος που άθρωπο μαζί της δε βλέπει, δίχως να ζουλέβει και που τη σταναχωρεί αλύπητα, ίσως με περσότερο δίκιο παρά για τους αποδέλοιπους, μπορούσε τόντις να ζουλέψει για τον Κάρολο. Εννοούσε βέβαια η κοπέλα, πως συνήθειο δεν είχε να παίζει με τον πρώτο που τη συντύχαινε, ν’ ακούει εργολαβίες από δω, μποσικάδες από κει, πως ο Κάρολος, σαν παιδικός της φίλος, σα σύντροφος της παλιός, σα συθρεφούλι της, γιατί τάχα να μην μπει σε λογαριασμό και θα ‘μπαινε αν ξακολουθούσε να της ρίχνεται άδικα ο Γιώργος. Όχι πως από αγάπη θα γίνει αφτό, μα σίγουρο θα γίνει από πείσμα.

Έτσι δηλαδή το εννοούσε μέσα της η Μαρία-Λεωνή. Έτσι όμως δεν το φανερώνανε τα λόγια της. Τα χερότερα κακά έρχουνται από τέτοια παρανοήματα κρυφά, σα δεν ξηγιέται ξάστερα κανείς. Ο άθρωπος και πιο πολύ ο άθρωπος ο απλός, θαρρεί πάντα πως εκείνο που ο ίδιος συλλογιέται, το συλλογιέται κι ο αντίμιλός του. Ανάγκη, λέει, δεν έχει να το εξωτερικέψει, αφού όπως το νιώθει αφτός, έτσι και το ξέρει· θα το ξέρεις και συ λοιπόν, όπως το νιώθει ο ίδιος. Δε φαντάζεται πως θα βάλεις τίποτις άλλο με το νου σου, επειδή, το τίποτις άλλο ουδέ κάνε το στοχάστηκε, αφού της δικής του αντίληψης δεν είναι. Λοιπόν ο Γιώργος, το λόγο εκείνο της Μαρία-Λεωνής, τώρα τον ερμήνεβε όλους διόλου διαφορετικά, τον άλλαζε δίχως να το καταλάβει, του έδινε ξένη μορφή, νόημα ξένο κι έλεγε μέσα του·

— «Τον Κάρολο να πάρει λογαριάζει! Να που μου το μολόγησε κιόλας.»

Κάθισε σπίτι του αλάκαιρη μια μέρα. Δε φάνηκε όξω. Στην καλύβα δεν πάτησε. Την αβριανή, έτυχε να ‘χει δουλειά η Μαρία-Λεωνή στου Γιώργου. Ίσως δα να πήγε και πίτηδες το παιδί. Την είδε ο Γιώργος. Της το βάσταξε βαρύ βαρύ. Δεν τη ρώτησε τίποτα. Μόλις την καλημέρισε. Κρύα. Το πρόσωπό του σοβαρό, ψυχρό, σφιχτά, κλεισμένο. Μέσα λύσσα. Ότι που το παρατήρησε η Μαρία-Λεωνή, το υποψιάστηκε τι τρέχει. Για το πιτάκι τα μούτρα. Βέβαια· μαζί της άλλαξε από τότες. Συχύστηκε η κοπέλα. Η περηφάνια, το φιλότιμο τής στουμπώσανε το στόμα. Έτσι, το λοιπό; Να μη φταίει, να μη φταίει διόλου και ο κύριος να τα κατεβάζει! Για καμιά λεγάμενη θα την περνά, για καμιάν άτιμη που γράφει στους νέους, τη στιγμή ακόμη που τους αποχαιρέτησε και φύγανε. Μα και να ‘γραφε, τι με τούτο; Δελτάρια σήμερις, άψε σβήσε, εικονογραφημένα κιόλας, ποιος και σε ποιόνε δε στέλνει; Όχι, ξαναρχίζει τα παλιά του. Δεν την αγαπά, που της φέρνεται τόσο άδικα, τόσο κακά. Να μάθει! Και γίνεται άφαντη, δίχως ούτε μια καλημέρα να του πει. Τώρα να που και την καλημέρα του δεν ήθελε, συλλογίστηκε ο Γιώργος.

Ανέβηκε στην κάμερή του. Πειραγμένος. Φουρκισμένος. Αρχίζει, λέει, πάλε και βουβαίνεται. Μια ελπίδα του φώτισε την ψυχή, πως θα ξανάρθει. Δυο μέρες και δε φάνηκε. Άξαφνα ο Γιώργος, από το παράθυρο του, όπου παραμόνεβε, είδε τον ταχυδρόμο ένα πρωί, που ανέβαινε ως την καλύβα. Κάθισε ο άθρωπος παραπάνω από πέντε λεφτά. Η φαντασία του Γιώργου αμέσως πήρε φόρα. Ο ταχυδρόμος πήγαινε αριά και πού στην καλύβα. Ο φύλακας αλληλογραφίες δεν κρατούσε με κανένανε. Τι γύρεβε το λοιπό στην καλύβα ο ταχυδρόμος; Της έφερνε απάντηση από τον Κάρολο της. Αμέ, τι άλλο;

Άγρια σκέψη του κατέβηκε. Να της δείξει! Να μετανιώσει. Να λυπηθεί κατόπι! Να την τιμωρήσει. Αχ! τη σκύλα! Να καταλάβει εκείνο που δεν το ‘νιωσε ακόμη, πόσο την αγαπά και πως από την αγάπη της σκοτώνεται. Να είναι, λέει, ο χριστιανός έτοιμος όλα να της τα θυσιάσει, φαμελιά, κοινωνία, στάδιο, υπαλληλία, όλα να τα χτυπήσει κάτω, και του λόγου της να ποστέρνει πιτάκια του αγαπητικού της! Στάσου, στάσου. Και να διει τώρα. Την αγαπούσε λυσσιασμένα. Τον κατάστρεφε η αγάπη.

Μια στιγμή τον αποβάσταξε στο μάβρο χείλι του βόθρου, η αιώνια η στεργοζωία μας, το αδάμαστο ψυχόρμητο του αθρώπου. Η νιότη του, το αίμα του πεταχτήκανε ορμητικά, λαχταριστά, προς την ομορφιά του κόσμου, προς τον παλμό της δημιουργίας, να τα χαρεί ακόμη, αν είναι δυνατό. Ίσως! Ίσως! Ποιος το ξέρει; Συλλογίστηκε πως ίσως, προτού πεθάνει, μπορούσε να δοκιμάσει ένα μέσο της σωτηρίας. Να. Θα της ζητήσει να του πει για το δελτάριο. Θα τη ρωτήσει. Θα την παρακαλέσει. Και δεν του φτάνει να μάθει για το πιτάκι — που τέσσερις μέρες τώρα το ‘γραψε και δεν του φύσηξε λέξη, αφτουνού που το κάτω κάτω είχε δικαίωμα να ξακριβώσει όσα την αφορούνε την αγαπημένη του, όσα κάνει. Όχι. Πρέπει τα κρυφά να πάψουνε αναμεταξύ τους. Πρέπει, πρέπει πια να του δείξει τα γράμματα του Κάρολου. Όλα. Σα δε θέλει να τη ρωτά, σα δε θέλει να ζουλέβει, ας μην του κρύφτει πια τίποτα.

Κατέβηκε στην καλύβα. Μόνη της η Μαρία-Λεωνή. Το πρόσωπό της σοβαρό, σα θυμωμένο ακόμη. Και βουβή. Κοίταξε ο Αντρέας το φως που περεχύνανε γύρω της τα μαλλιά της τα ξαθά. Κοίταξε τον ουρανό τω ματιώνε της. Τι ωραία που είναι! Τι κόρη μοναδική! Τι πλάσμα ηλιολουσμένο! Μα εκεί που πήγαινε να της μιλήσει γλυκά και ήσυχα, συλλογίστηκε άξαφνα πως δε γίνεται, μια τέτοια ομορφιά να τη χαρεί ποτές κανένας άλλος. Και η ζούλια πάλε του θέρισε τα σπλάχνα. Τότες, αντίς να την παρακαλέσει, όπως σκόπεβε πρώτα, η φωνή του έγινε απότομη, κοφτερή. Από κάποιο φιλότιμο παράξενο, τώρα που την έβλεπε κιόλας κατσουφιασμένη, δε θέλησε να πέσει μικρός, να ικετέβει αφτός τη φταιξιάρα την ασυνείδητη και την άπιστη·

— «Έρχουμαι να σου ζητήσω να μου δείξεις τα γράμματα εκείνα! Πού τα φυλάγεις; Το χρωστάς, να μου τα δείξεις. Πρέπει πια. Και το θέλω.»

Τη συνάρπαξε το φιλότιμο και κείνηνε·

— «Όχι. Ποτές.» Του αποκρίθηκε ξερά ξερά. «Τ’ άκουσες; Ξεκομμένα!»

— «Καλά! Θυμήσου το λόγο σου και κατόπι θα διεις. Έφυγε τρεχάτος ο Γιώργος, αποφασισμένος.

Η Μαρία-Λεωνή τον κοίταξε. Η καλοσύνη της γυναίκας είναι πάντα η στερνή φεγγοβολιά του διαμαντιού της καρδιάς της, είναι η στερνή που μέσα της σβήνει. Ταράχτηκε από τα λόγια του. Θυμήθηκε κιόλας το τι θέλησε μια μέρα να κάμει κι αφτή. Φοβήθηκε. Τον άφησε, αμίλητη, ακίνητη, να βγει όξω από την καλύβα. Πρόσμενε, ώσπου ο Γιώργος να γυρίσει σπίτι του. Βγήκε μόνο τότες. Αγάλια γάλια. Δίχως να τη νιώσει κανένας, ξυπόλητη, τράβηξε απάνω στο πάτωμα όπου ήτανε η κάμαρά του. Βαστούσε κάτι στο χέρι. Στάθηκε στην πόρτα κολλητά. Μέσα ο Γιώργος απελπισμένος. Και μάνιζε. Τον άκουγε που περπατούσε, παραλαλώντας. Της φάνηκε σα να χτυπούσε το κεφάλι του στα ντουβάρια. Και άνοιξε ξαφνικά. Μπήκε. Στο τραπέζι, ένα πιστόλι. Την είδε. Αδύνατο. Δεν κρατήθηκε. Φώναξε·

— «Μαρία-Λεωνή! Μαρία-Λεωνή! Τι μ' αφανίζεις έτσι; Ζωή μου!.....»

— «Αφανίζεσαι άδικα ο ίδιος! Και πάψε. Για τιποτένια, τιποτένια πράματα! Χίλιες φορές σου το είπα! Έπρεπε να με πιστέψεις.»

— «Μαρία-Λεωνή μου, σε παρακαλώ... Σε παρακαλώ!»

Και δεν τολμούσε να το ξαστερώσει το παρακάλιο του πιο πέρα. Η κοπέλα όμως γύρεβε αφορμή να μαλακώσει·

— «Αφού παρακαλείς, να σου τα. Και διάβασέ τα. Να τα διαβάσουμε μαζί. Έλα, έλα, γλήγορα!»

Δεν πίστεβε ο Γιώργος τ’ αφτιά του. Μια και του τα ‘δειχνε, μια και του τα ‘φερνε, αναποδογύρισε η ψυχή του· δεν ήθελε πια να τα διει τα γράμματά της. Μα εκείνη τον ανάγκασε. Καθίσανε πλάγι πλάγι στο κρεβάτι και του περνούσε τους πλίκους, έναν ένανε·

— «Να σου δείξω μάλιστα εγώ που τα ξέρω, τα πιο ερωτεμένα του τα λογάκια.» Με το δάχτυλο της τον οδηγούσε·

— «Βλέπεις εδώ; Βλέπεις τούτο εκεί;»

Έβλεπε. Βέβαια! Έβλεπε. Σα να ξετυφλώθηκε αστροπελεκίς. Τώρα που τα ‘βλεπε μαζί της, του φανήκανε τόντις τόσο τιποτένια, τόσο παιδιάτικα που γέλασε. Χύθηκε στα γόνατά της, και τα φιλούσε.

— «Σήκω. Σήκω! Δεν ντρέπεσαι;»

Σηκώθηκε. Την έπιασε από τη μέση. Και σώπαινε. Σα να πολεμούσε με τον εαφτό του, μη λάχει κι ανοίξει το στόμα.

Τον ένιωσε η κοπέλα·

— «Δε σου φτάνουνε όσα σου έδειξα; Τι γυρέβεις ακόμη;»

Του ξέφυγε τότες ένας αναστεναγμός·

— «Αχ! το πιτάκι σου εκείνο!...»

— «Το πιτάκι; Καλά! Μήπως δε με σκότισες τόσες φορές, να σου δώσω αρραβώνα; Δε με ζάλισες μ' ένα δαχτυλιδάκι που μου ζητούσες να σου χαρίσω; Το παράγγειλα εδώ κι ένας μήνα. Αργούσε. Τις προάλλες έβγαλα πιτάκι της αδερφής μου στο Παρίσι, να μου το στείλει αμέσως. Δεν το ξέρεις, λωλέ μου, πως η αδερφή μου έχει χρυσικάδικο εκεί απάνω, ή το ξέχασες; Μου απάντησε. Ο ταχυδρόμος μου έφερε το πακετάκι με το δαχτυλίδι, συστημένο, μαζί και το γράμμα τούτο εδώ της αδερφής μου, που κοίταξε πως αρχίζει· «Έλαβα το δελτάριο της τετάρτης, είκοσι εννιά.» Δηλαδή, την ίδια μέρα που ήρθες στην καλύβα να με τσακώσεις τάχα, και μου φέρθηκες τόσο άτιμα κατόπι. Εγώ έγραφα της αδερφής μου. Αξίζεις να σου το δώσω το δαχτυλίδι; Τι λες;»

— «Ψυχή μου εσύ! Ψυχίτσα μου! Να, πάρε πια σήμερα και το δικό μου — που το είχα έτοιμο, που ήθελα να σου το αφήσω σήμερα προτού .... έρθεις.»

Και φεγγογελώντας μέσα στα δάκρυα, λιώσανε ο ένας στου αλλουνού την αγκαλιά.


22 του Σταβρού, τετάρτη — 16 του Άη Δημήτρη, σάββατο, 1909.