Τα σκουλαρίκια

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τα σκουλαρίκια
Συγγραφέας:
Στον ίσκιο του πλατάνου


(Δημοσιεφτήκανε στο Νουμά, κ. αρ.363, 25 του Οχτώβρη 1909)


Αφιερώνεται του Γ. Παρμενίδη.


Από τον καιρό ακόμη που ήτανε μικρό μικρούτσικο παιδάκι, αγαπούσα τη Φρόσω με κάποια ιδιαίτερη χαδεμένη τρυφερή αγάπη. Άλλη κόρη δεν είχε ο πατέρας της, ο κ. Περές, ένας από τους καλύτερους, από τους πιο παλιούς μου φίλους. Ήμουνε δυο χρόνια μεγαλύτερός του, μα σπουδάσαμε στο λύκειο μαζί, παντρεφτήκαμε κι οι δυο την ίδια χρονιά. Εγώ παιδιά δεν απόλαψα, έμεινα κιόλας χηριός πολύ νωρίς. Εκείνος ζούσε φτυχισμένος με τη γυναίκα του και με τη Φρόσω τους τη ζηλεμένη. Βδομάδα δεν περνούσε που να μην ιδωθούμε. Αποκαταστημένοι ο ένας κι ο άλλος στο Παρίσι· μοιάζανε ή τουλάχιστο αδερφικάτα βαδίζανε τ’ απαγγέλματά μας, ζουγράφος του λόγου του, μυθιστοριογράφος εγώ, καθώς ίσως και να το ξέρετε. Είχαμε βγάλει μάλιστα συντροφικά ένα βιβλιαράκι, που το εικονογράφησε ο Περές, ενώ το είχα εγώ γραμμένο. Κάτι δηγηματάκια που αρέσανε πολύ της Φρόσως· αφτή ένιωθε κι από ζουγραφική κι από φιλολογία. Μπορεί για τούτο και να κουβέντιαζα μαζί της, να πρόσεξα στα λόγια της περσότερο παρά που συνηθίζει ένας άθρωπος της ηλικίας μου μ’ ένα πλασματάκι της δικής της.

Ήρθε πια κι η ώρα να παντρεφτεί, βρέθηκε ο γαμπρός. Δε θέλησε όμως αμέσως η Φρόσω, δίσταξε κάμποσο, έκλαψε, μ' ένα λόγο έκαμε όσα κάνουνε σε τέτοια περίσταση τα κορίτσια. Μα ο νέος την αγαπούσε με τα σωστά του, την έπεισε, άλλαξε ολότελα η Φρόσω και τελειωμό δεν είχανε πια οι ομιλίες τους με το Φίλιππο. Χάρηκα που έτσι γυρίσανε τα πράματα, και για να συντελέσω κάπως στην εφτυχία της, αποφάσισα να της δώσω τη μέρα του γάμου δυο λαμπρά σκουλαρίκια, ένα ζαφείρι το καθένα. Πρόσμενα εφκαιρία να της τα προσφέρω. Την παραμονή του γάμου, είχανε χορό σπίτι τους, στα εβρύχωρά τους τα δωμάτια. Πήγα με τα σκουλαρίκια μου, από τις οχτώ, φώναξα τη Φρόσω, της είπα πως της είχα ετοιμάσει μια σουρπρίζα, της πέρασα ο ίδιος τα σκουλαρίκια στ’ αφτιά και τη φίλησα στο μέτωπο.

Η Φρόσω κοντοστάθηκε μια στιγμή, ανατρίχιασε σα να είχε πάθει ξαφνικά τίποτις παράξενο, που την άγγιξα, μου είπε ό,τι έπρεπε να μου πει, για να με φκαριστήσει, έπειτα έφυγε βιαστικά, έπαιξε η μουσική, και η Φρόσω άρχισε να χορέβει με τον αρραβωνιαστικό της. Μα ο Θεός ξέρει τι ακολούθησε τότες. Είκοσι λεφτά δεν περάσανε και λιγοθύμησε η Φρόσω. Έπεσε χάμω το παιδί, ο κόσμος μαζώχτηκε γύρω της, ποιος να την περιποιηθεί. Σα συνήρθε και σηκώθηκε, την κοίταξε η μάνα της, περίφοβη·

— «Τα σκουλαρίκια σου, Φρόσω μου, τι γενήκανε;» Η Φρόσω τρόμαξε. Τα χέρια της πιάσανε τ’ αφτιά της, σα για να καταλάβει πως τόντις λείπανε τα ζαφείρια και μ' ένα περίεργο ξεφωνητό·

— «Αλήθεια! λέει. Δεν τα ‘χω πια! Δεν τα ‘χω πια! Πού να είναι;»

Όλος ο κόσμος βάλθηκε να γυρέβει. Στάθηκε του κάκου. Εννοείται πως με τέτοιο επεισόδιο χάλασε πες κι ο χορός. Οι καλεσμένοι δεν τολμούσανε να κοιτάξουνε ο ένας τον άλλονε. Κάποιος θα είχε κλέψει τα σκουλαρίκια και ο καθένας φοβότανε μήπως τον υποψιαστούνε. Κλεμμένα όμως πότε; Φυσικά τη στιγμή που λιγοθύμησε και που ζυγώσανε πλάγι της. Ρώτημα δεν ήτανε πως από κλεψιά χαθήκανε τα σκουλαρίκια. Ίσια ίσια τον ίδιο το χειμώνα που έγινε ο γάμος, έτυχε να κλέψουνε δυο ζουγραφιές στου φίλου μου του Περέ, και αδύνατο να βρεθεί ο κλέφτης. Λοιπόν ο καθένας συλλογίστηκε πως το χωρατό ξακολουθούσε και πως ο κλέφτης αφτός, είτε από μίσος προσωπικό προς το φίλο μου, είτε από απλή κερδοσκοπία, ήρθε την κατάλληλη την ώρα και χτύπησε τα σκουλαρίκια.

Έτσι το πίστεβα και γω με τους άλλους. Όταν όμως γύρισα σπίτι, το σκέφτηκα μοναχός μου και μου φάνηκε ίσια ίσια πολύ δύσκολο, να κλέψει κανείς σκουλαρίκια. Ποιος πρόφταινε, σε μια τέτοια σάλα, μπροστά σε τόση παρέα, πρώτα να ξεκουμπώσει, έπειτα να βγάλει από τ’ αφτιά της τα δυο σκουλαρίκια, το ένα κατόπι από τ’ άλλο; Αλήθεια που η Φρόσω λιγοθύμησε, και στην αντάρα, στη σύχυση που έφερε το λιγοθύμισμα, βέβαια κάτι μπορούσε να συνέβη. Μα κι αφτό να ήτανε, φαντάσου την τόλμη εκείνου που σε τέτοια στιγμή έβαλε κλεψιά με το νου του, που πρόφτασε κιόλας να κλέψει.

Όπως κι αν είναι, λυπόμουνε που το καλό μου το κορίτσι δε χάρηκε το δώρο μου, ένα δώρο, που και μένα μου ήτανε πολύτιμο, γιατί ανήκανε τα ζαφείρια της μακαρίτισσας της γυναίκας, και η Φρόσω δεν τ’ αγνοούσε. Τι να γίνει; Πάνε που πάνε πια. Έπρεπε ωστόσο κάτι να της χαρίσω. Ν’ αφήσω έτσι χωρίς το παραμικρό θυμητάρι την κόρη του μεγαλύτερου φίλου μου; Αδύνατο. Συλλογίστηκα να της αγοράσω ένα σερβίτσιο τσάι από κείνα τα εγγλέζικα που είναι σαν τραπεζάκια, με στρογγυλό ταβλά πορτσελάνα που γυρίζει. Το βάζεις σε μια κόχη του σαλονιού, γυρνάς τον ταβλά και δίνεις από ένα φλιντζανάκι στις κυρίες και στους κύριους, που έρχουνται και σου κάνουνε βίζιτα.

Η Φρόσω, άμα το ‘λαβε — της το ‘στειλα την άλλη μέρα πρωί πρωί, πριν από το μεσημέρι — μου έγραψε αμέσως ένα γραμματάκι χαριτωμένο, αφοσιωμένο και θερμό, να μου πει πως η καλοσύνη μου μεγάλη, πως δεν την αξίζει και πως το σερβίτσιο, θα το προσέχει με τα μάτια της τέσσερα, πως θα το ‘χει πάντα και πάντα στο σαλονάκι της, να το καμαρώνει.

Για τα σκουλαρίκια, στο γραμματάκι της, δε μου έκανε λόγο, επειδή βέβαια δεν ήθελε ούτε να με λυπήσει ούτε ίδια να λυπηθεί, μιλώντας για πράμα τόσο άδικα χαμένο. Είπα και γω πως τώρα πια το σωστότερο ήτανε να ξεχάσουμε την υπόθεση. Απίθανο, πολύ απίθανο να βρεθούνε ποτέ τους. Μα και να βρισκόντανε, πάλε δυσάρεστο, γιατί φανταστείτε τι ντροπή για όλους, να βγει άξαφνα ένας κλέφτης με τ’ απάγγελμα, σε μια τόσο εκλεχτή, τόσο σπουδαία συναστροφή. Δυσάρεστο και για τη Φρόσω την καημένη, να της θυμίζω ένα περιστατικό που μπορούσε να περάσει για δική της απροσεξία. Το κάτω κάτω, και για μένα δυσάρεστο να κλαίω αδιάκοπα σαν το φιλάργερο τα κλεμμένα τα πετράδια. Λοιπόν ας σωπάσουμε. Ίσια ίσια έτυχε να διω μόλις τη Φρόσω την αβριανή, δηλαδή τη μέρα του γάμου. Μήτε δυο λόγια δεν ανταλλάξαμε. Την ίδια μέρα, το βράδυ, έφυγε με τον άντρα της κι ησύχασα. Έμελε να μείνει τρεις βδομάδες ένα μήνα όξω. Θαρρώ πως σε τέτοια ταξίδια μια νιόνυφη γυναίκα έχει άλλα να συλλογιστεί, παρά τα σκουλαρίκια ενός παλιού φίλου του μπαμπά της.

Καμιά δεκαπενταριά μέρες αφού γύρισε, πήγα και την είδα. Πήγα νωρίς, στις δυο τ’ απομεσήμερο, προτού έρθουνε οι βίζιτες. Το σερβίτσιο στη γωνιά του, όπως μου το είχε τάξει. Κάθισα και πρόσμενα λίγη ώρα. Η Φρόσω έτοιμη δε θα ήτανε. Ωστόσο παρατήρησα πως αργούσε, κι έλεγα πως για ένα γέρο σαν και μένα, δε χρειαζότανε δα τόση τουαλέτα. Στο τέλος παρουσιάστηκε. Την έκφρασή της, δεν μπορώ να σας την περιγράψω. Σας είπα πως είμαι μυθιστοριογράφος. Και δεν είμαι μόνο στα βιβλία μου· είμαι και στη ζωή. Δηλαδή, όπως ψυχολογώ τα ψέφτικα, τα φαντασιόπλαστα πρόσωπα, έτσι ψυχολογώ και τ’ αληθινά, τα ζωντανά, με την ίδια λογική. Το φέρνει τ’ απάγγελμά μου, μαζί και το φυσικό μου. Εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το θέλω, δε βάσταξα, ψυχολόγησα και τη Φρόσω. Περίεργο! Μόλις ζύγωσε, μόλις μου έδωσε το χέρι, και χαμήλωσε τα μάτια. Τότες παρατήρησα την έκφρασή της, την παράξενη. Μου φάνηκε σα φταιξιάρα, σα να το ήξερε κιόλας πως φταίει. Ακόμη περσότερο απόρησα, όταν άξαφνα την άκουσα να μου λέει, αντίς καλημέρα·

— «Ιδέα δεν έχετε πόσο λυπήθηκα!...»

Δεν ήτανε διόλου ανάγκη να μου μιλήσει για τα σκουλαρίκια, ύστερις από έξι βδομάδες καιρό, εκείνη που μήτε στο γράμμα της, μήτε τη μέρα του γάμου της, όπου με είδε, γρυ δε φύσηξε γι' αφτά. Περασμένα, ξεχασμένα. Μάλιστα με το σερβίτσιο τσάι, που βρισκότανε στο σαλόνι της, περιττή κάθε άλλη ομιλία. Βέβαια πως κι ο πατέρας της, κατόπι από το χορό, χίλιες φορές μου το δήλωσε πόσο λυπήθηκε που χαθήκανε τα ζαφείρια. Μα το ύφος της Φρόσως διαφορετικό. Το λυπήθηκα το δικό της δε σήμαινε καθαφτό πως λυπότανε· δεν έδειχνε λύπη· έδειχνε μετάνοια κι έμοιαζε σα να σήμαινε η φρασούλα της όλη μαζί· «Πώς το μετανιώνω που μου κλέψανε τα σκουλαρίκια!» —φράση που νόημα δεν είχε.

Μπορεί πάλε και να γελάστηκα. Μπορεί πάλε η φαντασία μου να με παράσυρε. Δεν της αποκρίθηκα τίποτα κι αλλάξαμε κουβέντα. Την παρατηρούσα όμως κι έβλεπα, όσο βάσταξε η βίζιτα, πως έσκυφτε συχνά το κεφάλι, πως τ’ απόφεβγε να με κοιτάζει, κατάματα, πως κάτι θα τη σταναχωρούσε, μ' ένα λόγο πως της έλειπε μαζί μου κάποιο θάρρος, που το ‘χει πάντα ένα παιδί μ' έναν πατρικό της φίλο. Χάρηκα πολύ όταν ένα μήνα πιο αργά είδα πως το θάρρος ξαναήρθε στη θέση του, και πως η Φρόσω μου φερνότανε με τη συνηθισμένη της αφέλεια, με τη φυσικάδα και τη χάρη της. Είχα καλέσει τ’ αντρόγυνο σπίτι στο τραπέζι, μαζί εννοείται και τους γονιούς της Φρόσως. Ήρθανε και κάτι νέοι που γράφανε μυθιστορήματα σαν και μένα και που τους προστάτεβα, σα μεγαλύτερός τους που ήμουνε.

Μικρή παρέα· τσιριμόνια καμιά. Ύστερις από το δείπνο, πήγαμε όλοι μαζί, κυρίες και κύριοι, στο γραφείο μου, όπου ανάψαμε πούρα ή τσιγάρα, και ξακολουθήσαμε τις ομιλίες. Η Φρόσω που στην τραπεζαρία έλεγε κι αφτή το λόγο της, νόστιμα και γελαστά, καθότανε τώρα κοντά στον άντρα της, σωπασμένη, ονειρεμένη, εφτυχισμένη. Κάπου κάπου, χωρίς να το καταλάβει κανένας, έσφιγγε το χέρι του αντρός της. Νόμιζες πως μόλις πρόσεχε στους άλλους, μήτε της έμελε τι γινότανε γύρω της. Οι νέοι, αφού κιόλας είμεστα στο γραφείο μου όπου είχα και τα βιβλία τα δικά μου, αρχίσανε, από καλοσύνη βέβαια, μπορεί λιγάκι κι από δούλεψη, να παινούνε τα έργα μου. Ένανε απ' αφτούς μάλιστα λες και τον έπιασε τρέλα σωστή για το μοναδικό μου το ταλέντο. Ρητόρεβε με τόση ζέση, στη μέση του γραφείου, που ο εθουσιασμός του όλους τους συνέπαιρνε, όλοι τους ανεβάζανε πια στα ουράνια το μούτσουνό μου και τα ρομάντζα μου.

— «Αχ! ναι! Τι ωραία, μα τι ωραία που είναι! Τι αληθινά!» Έτσι ακούστηκε άξαφνα μια φωνή.

Γύρισα και σάστισα. Η φωνή της Φρόσως! Δε θυμούμαι να μίλησε ποτέ της με τέτοια φλόγα για τα μυθιστορήματά μου. Συλλογίστηκα πως έπρεπε κάτι να της αποκριθώ, γιατί τώρα έμοιαζε σα να ντρεπότανε που δε βάσταξε και της ξέφυγε.

Πλησιάζω και της κάνω·

— «Αφού σου αρέσουνε τόσο πολύ τα βιβλιαράκια μου, ελπίζω να μη λείπει, κανένα στη βιβλιοθηκούλα σου. Ειδεμή...»

— «Βέβαια, βέβαια, όλα τα 'χω με τη σειρά τους… Θαρρώ τουλάχιστο... Εφκαριστώ...»

— «Έλα λοιπόν, όπως κι αν είναι, να ρίξεις εδώ μια ματιά, επειδή αν άξαφνα σου έλειπε κανένα, πολύ θα το ποθούσα να σου το χαρίσω, παιδάκι μου.»

Στο γραφείο μου ήτανε και η βιβλιοθήκη μου. Σ' ένα ράφι, τ’ άπαντά μου.

Την παρακάλεσα να κοιτάξει και να μου πει. Μάλιστα της διάβασα τους τίτλους ο ίδιος, αρχίζοντας από τους πρώτους που έβλεπα.

Χωρίς να διστάξει ούτε μια στιγμούλα, μου αποκρίθηκε πως τους έχει.

Έφτασα στα τέταρτο·

— «Η Λιλή· την έχεις τη Λιλή;»

— «Τη Λιλή; Ναι!... Όχι! Όχι! — Αχ! ναι, νομίζω! Μα όχι δα! Δεν την έχω.»

Και η Φρόσω κοκκίνισε, ταράχτηκε, σώπασε.

— «Δεν πειράζει. Εγώ σου στέλνω αλάκαιρη τη σειρά, με αφιερωματάκι στο κάθε αντίτυπο, κι όσα έχεις, τα δίνεις στις φιληνάδες σου. Τ’ άλλα, σα θέλεις, τα κρατάς.»

Έτσι έκαμα την αβριανή. Έβαλα και τη Λιλή στο πακετάκι. Τη Λιλή όμως, εγώ θα στοιχημάτιζα, όχι μόνο πως η Φρόσω την είχε, μα πως τη διάβασε κιόλας και την παραδιάβασε. Μου γεννήθηκε στο νου μια υποψία τόσο παράξενη και τόσο δυνατή, που ο ίδιος δεν τολμούσα να την ξαστερώσω στον εαφτό μου. Έπρεπε πρώτα να βεβαιωθώ για κάτι, και δεν μπορούσα. Πώς να πάω να ψάξω στην ιδιαίτερη βιβλιοθήκη της Φρόσως, που δεν ήτανε στο σαλόνι της; Ακόμη και να ήτανε, ύστερις από τη βραδιά εκείνη, έφκολο να κρύψει τη Λιλή, μήπως φανεί πως είπε ψέμα. Στοχάστηκα όμως, έτσι, ξαφνικά, να βεβαιωθώ για κάτι άλλο, που έμοιαζε να μην έχει σκέση καμιά με τη Λιλή, και είχε μεγάλη.

Περπατούσα ταραγμένος στην κάμερή μου και μονομιάς φώναξα·

— «Ξέρω, ξέρω που είναι τα σκουλαρίκια!»

Και τόντις, αν τα σκουλαρίκια ήτανε κει που νόμιζα, καταντούσε πιθανό, η άλλη μου υποψία να ‘βγαινε σωστή.

Σίγουρο για μένα πως τα σκουλαρίκια βρισκόντανε στο σπίτι του φίλου μου του Περέ, στην αίθουσα του χορού, κοντά στο μέρος όπου έπεσε η Φρόσω λιγοθυμισμένη.

Ωστόσο πώς να κάμω για να κοιτάξω, χωρίς να το παρατηρήσει κανείς;

Πήγα στου Περέ την ώρα όπου έλειπε κι είπα του δούλου, πως θα τον προσμένω στο γραφείο του, όπως και το συνήθιζα κάποτες. Από μια πόρτα του γραφείου αφτουνού περνούσες σ' ένα μικρό θερμοκήπι, κι από το θερμοκήπι, προχωρώντας λίγα βήματα, ίσια ίσια στην αίθουσα του χορού. Στη μέση, ένα σιντριβάνι με βράχους τεχνητούς από πάνω, με λίγο άμμο στον πάτο και με τρεχάμενα νεράκια. Έσκυψα, σκάλιξα, έψαξα παντού μεριά, δε χρειάστηκε πολλή ώρα, και να σου που αρπάζω με το χέρι μου τα σκουλαρίκια.

Φυσικά. Έτσι το ήθελε η λογική της ψυχολογίας. Μια κι έλεγε η Φρόσω πως δεν είχε τη Λιλή, ενώ καθώς το συμπέραινα την είχε, απαράλλαχτα το ίδιο και στο χορό, ήξερε που ήτανε τα σκουλαρίκια, ενώ φώναζε πως δεν τα είχε. Θυμάστε πώς διαμαρτυρήθηκε· — «Δεν τα ‘χω πια! Δεν τα ‘χω πια!» Και τις δυο φορές, η Φρόσω έδειξε παρόμοια ταραχή. Κάτι λοιπόν έτρεχε και τις δυο φορές. Δηλαδή, μοναχή της τα ‘ριξε στο σιντριβάνι, μοναχή της τα ‘χωσε στον άμμο ή σαν προτιμάτε, τα ‘κλεψε μοναχή της.

Γιατί όμως να τα ‘ριξε; Από τι σκοπό να τα ‘κλεψε;

Δυσκολέβουμαι να σας το ξεμυστερεφτώ, αφού πρέπει να βγω και γω στη μέση. Μα το αίστημα ήτανε τόσο αγνό, τόσο νόστιμο — ή τόσο παιδιάτικο, που μπορώ χωρίς ντροπή καμιά να σας το φανερώσω.

Η Λιλή μ' οδήγησε και μου έμαθε το μυστικό.

Η Λιλή μου είναι περσότερο δηγηματάκι παρά ρομάντζο, αθώο ρομαντζάκι όπου μια μέρα μου πέρασε από το νου η φαντασία να ψυχολογήσω ένα κορίτσι, που καθώς τυχαίνει συχνά, ερωτέβεται — αν μπορεί κανείς έρωτα να το πει — έναν πολύ μεγαλύτερό της — απαράλλαχτα όπως τα παιδιά, τα μικρά τ’ αγόρια που λένε πως θα πάρουνε γυναίκα την νταντά τους, επειδή στην ηλικία τους και στο στενό τους τον κύκλο, η νταντά τούς φαίνεται το πρόσωπο το πιο τέλειο και το πιο σημαντικό. Έτσι και τα κορίτσια, ένας άθρωπος πενήντα, πενήντα πέντε χρονώ, άξαφνα ένας φίλος του πατέρα τους, έχει στα μάτια τους κάτι ανώτερο, κάτι μαγεφτικό που τα συνεπαίρνει. Για μένα θα βοηθήσανε κάμποσο τα ρομάντζα μου· θα βοήθησε και η Λιλή. Με διάβαζε η Φρόσω και φανταζότανε πια πως ήμουνε, ο Θεός ξέρει τι έξοχο πλάσμα και τι μοναδικό. Με τα κορίτσια κάποτες συβαίνει και το εναντίο· δηλαδή, άμα είναι κανείς τριάντα χρονώ κι αφτά δεκάξι, τον περνούνε αμέσως για γέρο. Εμένα μήτε τα ‘βλεπε τα γκρίζα μου τα μαλλιά, γιατί θα μ' έβλεπε βέβαια όπως φαινόμουνε στα βιβλία μου. Η καημένη! Ποιος τ’ αξιώθηκε ποτέ του να ξεφυλλίσει την καρδιά της, για να μας πει κατόπι τι χάδια μυστικά θα είδε μέσα, τι καρδιοχτύπια θ’ άκουσε, τι κλάματα ίσως, επειδή θα το ‘κρυφτε με τρόμο στ’ απόβαθά της, επειδή θα το 'πνιγε από ντροπή, εκείνο που το ‘παιρνε γι' αγάπη, αγάπη που δε γίνεται — άνομη αγάπη!

Άρχιζα τώρα να καταλαβαίνω λίγο λίγο από ποιο λόγο δε θέλησε να κρατήσει στ’ αφτιά της τα σκουλαρίκια. Το σερβίτσιο τσάι, το δέχτηκε με χαρά, δίχως να φανταστεί πως έκανε τίποτις άτοπο. Ξεναντίας, το 'βαλε στο σαλόνι της, να το ‘χει, να το βλέπει πάντα. Δεν την πείραζε. Και τόντις το τραπεζάκι εκείνο, με τα φλιντζάνια του γύρω γύρω, ήτανε δικό μου, ήτανε από μένα, μα συνάμα ήτανε και ξένο πράμα· δεν το φορούσες απάνω σου, το ‘βαζες σε μια γωνιά, εκεί τ’ άφηνες. Μ' ένα λόγο, δε σ' άγγιζε, δεν το 'νιωθες κολλημένο στο πετσί σου. Και αλήθεια θάμασα το αίστημα το γυναικίσιο που τόσο ψιλά, μα και τόσο παστρικά, ξεδιακρίνει ένα δώρο από τ’ άλλο. Θυμηθείτε κιόλας πως ο ίδιος, με το χέρι μου, της τα πέρασα στ’ αφτιά της τα δυο τα σκουλαρίκια. Εκείνη τη στιγμή, θα κοκκίνισε· θα στοχάστηκε πως αφού πάει να παντρεφτεί, αφού αγαπά το Φίλιππο κι αφού ο Φίλιππος την αγαπά, χρέος της να ξεχάσει κάθε άλλονε. Ίσως μάλιστα να της φάνηκε σαν απιστία, σαν προδοσία προς τον άντρα της, μια τέτοια βραδιά κιόλας, την παραμονή του γάμου της, να ‘χει πιασμένα τ’ αφτιά της από κάτι που ο άντρας της δεν της το ‘δωσε. Της έκαιγε το πετσί και την καρδιά. Λοιπόν έκαμε κουράγιο· ζύγωσε στο σιντριβάνι, τα ‘ριξε μέσα, τα 'χωσε στον άμμο, να μην τα διει κανείς, έπειτα όμως δε βάσταξε, ταράχτηκε· για τούτο και λιγοθύμησε — μην έχοντας πια τα σκουλαρίκια.

Έτσι το ερμήνεβα με το νου μου· ωστόσο έπρεπε να βεβαιωθώ. Έπρεπε να βρω τον τρόπο και η Φρόσω να μην καταλάβει πως μου ήρθανε υποψίες. Πήγα τη μέρα της υποδοχής της, να της κάμω βίζιτα. Πήγα όμως αργά, για να είναι και κόσμος, στις τέσσερις, τέσσερις ήμισυ το κεντί, όπου σερβίρανε το τσάι. Βρισκότανε η Φρόσω κοντά στο σερβίτσιο κι ετοίμαζε τα φλιντζάνια. Εγώ άρχισα τις ομιλίες με την παρέα, και σα να μιλούσα γι' αδιάφορα ζητήματα, μα με ύφος που ν’ ακούσει ο καθένας — και η καθεμιά — είπα την ακόλουθη φρασούλα, που εννοείται πως την έφερνε πολύ φυσικά η σειρά του λόγου·

— «Μάλιστα! Κάποτες συβαίνουνε και τέτοια· ένα πράμα που σου αρέσει, ένα πράμα που τ’ αγαπάς, άξαφνα θα προτιμήσεις να το χωριστείς, να το ρίξεις στο νερό, ίσια ίσια γιατί τ’ αγαπάς.»

Την ίδια, μα την ίδια τη στιγμή, μόλις απόσωσα τη φρασούλα, και η Φρόσω, που κρατούσε στο χέρι της ένα φλιντζάνι, τ’ άφησε κι έπεσε χάμω.

Σηκώθηκα. Πιο σωστά πετάχτηκα. Για ν’ αλλάξουμε κουβέντα, την παρακάλεσα να μου δώσει το σπασμένο το φλιντζάνι, επειδή τέτοια γίνουνται μόνο στην Αγγλία κι ανάγκη να τους στείλω μοντέλο, για να μου φτιάσουνε άλλο, κι έτσι να μην της λείπει.

Μου το 'δωσε, το κουκούλωσα στο μαντίλι μου κι έφυγα. Ένα κομματάκι έστειλα στην Αγγλία, καθώς της είπα. Τ’ άλλα τα φύλαξα κι έβαλα μέσα στη σπασμένη την πορτσελάνα τα δυο μου τα ζαφείρια, να τα ‘χω εκεί σα σύβολο και σα θυμητάρι της πιο αγνής, της πιο παρθενικής, μπορεί και της πιο αληθινής αγάπης που μου δόθηκε ν’ ανταμώσω στη ζωή μου.


Σάββατο, 31 του Αλωνάρη, παρασκεβή - 6 του Αβγούστου 1909.