Ασκητικά

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ασκητικά
Συγγραφέας: Ισαάκ Σύρος


Επιστολές[Επεξεργασία]

Λόγοι[Επεξεργασία]

ΛΟΓΟΣ ΚΖ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ[Επεξεργασία]

H κίνησις των κάτω μελών του σώματος, η εκτός λογισμών οξύτερων γινομένη της άτοπου ηδονής, ήτις κινείται μετά πυρώσεως και έλκει την ψυχήν εις ταλαιπωρίαν απροαιρέτως, αδιστάκτως εκ της πλησμονής της γαστρός εστίν.
Ει δε γε ίσως η μεν γαστήρ ευτακτεί εν τη διαίτη, τα δε μέλη απροαιρέτως είτε κάν οπωσούν κινούνται, γνώθι ότι εν τω σώματι βρύει το πάθος και όπλον ισχυρόν και ακαταμάχητον λογίζου είναι εν τω αγώνι τούτω το απέχεσθαι εκ της θέας των γυναικών.
Διότι ο ενάντιος ου δύναται ενεργήσαι εν ημίν άπερ ή φύσις δύναται πράξαι εν τη δυνάμει αυτής.
Μη γαρ νομίσης, ότι ή φύσις επιλανθάνεται των εν αυτή φυσι­κώς ενσπαρέντων εκ του θεού προς τεκνογονίαν και δοκιμασίαν των εν τω αγώνι, αλλ9 η αποχή των πραγμάτων νεκροί την επιθυμίαν εν τοις μέλεσι και λήθην και απώλειαν εμποιεί αυτοίς.
Άλλοι είσιν οι λογισμοί των μακράν απεχόντων πραγμάτων και απλώς παρερχομένων εν τη διανοία και κίνησιν μικράν και αμυδράν εμποιούντων αφ' εαυτών, άλλοι δε εισίν οι λογισμοί οι εν οράσει της ύλης βυθίζοντες την διάνοιαν αληθαργήτως και εκ του πλησιασμού κινούντες τα πάθη και τρέφοντες τον άνθρωπον, ως το έλαιον τρέφει την έξαψιν του λύχνου και το πάθος το ήδη νεκρωθέν και σβεσθέν εξάπτοντες και ταράσσοντες το πέλαγος του σώματος δια της κινήσεως του πλοίου της διανοίας.

Αύτη δε η κίνησις η φυσική, η εν ημίν κατοικούσα δια την προαίρεσιν ταράξαι εκ της καθαρότητος και οχλήσαι την σωφροσύνην ου δύναται.
Ου γαρ δέδωκεν ο Θεός δύναμιν τη φύσει νικήσαι την προαίρεσιν την προς αυτόν, την καλήν, άλλ 'όταν τις κινηθή η εκ του θυμού ή εκ της επιθυμίας, ούχ η φυσι­κή δύναμις αυτόν εξελθείν εκ του όρου της φύσεως και γενέ­σθαι έξωθεν εκ των οφειλομένων βιάζεται, αλλ΄ η προσθήκη ην ποιούμεν επί τη φύσει δια των αφορμών του θελήματος.
Ο γαρ Θεός πάντα όσα εποίησε, καλώς και εμμέτρως εποίησε, και όσον το μέτρον της αναλογίας των φυσικών ορθώς εν ημίν φυλάττεται, τοσούτον αί φυσικαί κινήσεις ου δύνανται βιάσασθαι ημάς εκ της οδού εξελθείν, αλλά μόνον εν ευτάκτοις κινήσεσι κινείται το σώμα, ώστε ειδέναι μόνον, ότι εστίν εν ημίν το πάθος το φυσικόν, και ουκ εις το γαργαλίσαι και οχλήσαι, ώστε εμποδίσαι τον δρόμον της σωφροσύνης, ούτε πάλιν το σκοτώσαι τον νουν από θυμού και εκ της ειρήνης εις οργήν κινήσαι.
Εάν δε ημείς συναπαχθώμεν ποτέ τοις αισθητοίς (δι' ων τίνων και ο θυμός παρά φύσιν είωθε λαβείν ορμήν), ή εν βρώσει ή εν πόσει εν υπερβαλλούση ποσότητι ή εν πλησιασμώ γυναικών και θεωρία τούτων σχολάσαι ή εν ταίς ομιλίαις ταίς περί αυ­τών, εξ ων φλόξ επιθυμίας αναφλέγεται και σκιρτά εν τω σώματι, εντεύθεν την πραότητα την φυσικήν εις αγριότητα μεταβάλλομεν, ή δια το πλήθος του χυμού, ή δια τάς διαφόρους οράσεις των πραγμάτων.
Εστί δε ποτέ η κίνησις τούτων και εκ παραχωρήσεως, της δια την οίησιν ημών γινομένης.
Και αυτή ουκ έστιν ως εκείνη.
εκείνους γαρ τους πολέμους της ελευθερίας καλούμεν, οίτινες εστίν οδός της κοινής φύσεως, τον δε πόλεμον τον εκ παραχωρήσεως, τον εξ αιτίας της οιήσεως ημών γινόμενον, γινώσκομεν, ότε εν προσοχή και κόποις εν πλείονι χρόνω γενώμεθα και οιόμεθα τι κατωρθωκέναι, παραχωρούμεθα πολεμηθήναι, ίνα μάθωμεν την ταπείνωσιν.
Οι δε λοιποί, οι άνευ της αίτιας ταύτης γινόμενοι ημίν υπέρ την δύναμιν, εκ της ραθυμίας ημών γίνονται.
Διότι ή φύσις, όταν τίνα προσθήκην των αισθη­τών δια της γαστριμαργίας δέξηται, ου πείθεται λοιπόν φυλάξαι την τάξιν, την εκ της διαπλάσεως αυτής.
Ο γαρ τάς θλίψεις και το απρόϊτον αποβαλών εκουσίως, τάς αμαρτίας αγαπάν βιάζε­ται.
"Ανευ γαρ τούτων χωρισθήναι εκ των κολακευμάτων του φρονήματος ου δυνάμεθα.
'Όσον γαρ οι πόνοι πληθύνονται, ού­τοι έλαττουνται, επειδή αι θλίψεις και οι κίνδυνοι αποκτείνουσι την ηδυπάθειαν των παθών, η δε ανάπαυσις τρέφει και αύξει αυτά.
Λοιπόν σαφώς εγνώσθη, ότι ο Θεός και οι Άγγελοι αυτού εν ανάγκαις χαίρουσιν, ό δε Διάβολος και οί εργάται αυ­τού εν αναπαύσει.
Ει δε εν θλίψεσι και στενοχωρίαις τελειούνται αι εντολαί του Θεού, ημείς δε ταύτας εξουδενώσαμεν, λοιπόν αυτού του εντειλαμένου των εντολών καταφρονείν μηχανώμεθα.
Δια τα πάθη άπερ γεννώνται εκ της αναπαύσεως ήμών καταργούμεν την αιτίαν της αρετής, ήγουν την στένωσιν και την θλίψιν, και κατά το μέτρον της αναπαύσεως της προσαγομένης ημίν, κατά τοσούτον τόπον ποιούμεν τοις πάθεσιν εν ημίν.
Διότι εν σώματι στενοχωρουμένω ου δύνανται οι λογισμοί μετεωρηθήναι είς τα μάταια.

Όταν δε τις εν χαρά υπομένη τους κόπους και τάς θλίψεις, και τους λογισμούς κραταιώς χαλινώσαι δύναται.
Διότι αυτοί οι λογισμοί αργούσιν εν κόποις.
Όταν δε ο άνθρωπος μνημόνευση των πρώτων αυτού αμαρτιών και κόλαση εαυτόν, τότε καί ο Θεός φροντίδα ποιείται του αναπαύσαι αυτόν.
Διότι χαίρει ο Θεός, ότι αυτός εαυτώ το επιτίμιον δέδωκε δια την παράβασιν της οδού του Θεού, όπερ σημείον εστί της μετα­νοίας.
Και όσον αυτός πολλά βιάσεται την ψυχήν αυτού, τοσού­τον πληθύνεται εκ του Θεού η τιμή αυτού.
Πασά δε χαρά, ήτις ουκ έχει εξ αρετής την αιτίαν, η τοιαύτη παραυτίκα κινήσεις επιθυμιών εν τω ευρηκότι αυτήν διεγείρει.
Σύνες δε τούτο, ότι επί πάσαν επιθυμίαν εμπαθή, ουκ επί την φυσικήν τούτο ειρήκαμεν.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΗ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ ΤΩΝ ΝΥΚΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΥΤΗΣ[Επεξεργασία]

'Οταν θέλησης στήναι εν τη λειτουργία της αγρυπνίας σου συνεργούντος σοι του Θεού, ποίησον ως λέγω σοι.
Κλίνον σου τα γόνατα κατά το έθος και ανάστα, και μη ευθέως άρξη της λειτουργίας σου, άλλ' όταν προσεύξη πρώτον και τελείωσης αυτήν και σφράγισης την καρδίαν σου και τα μέλη σου εν τω ζωοποιώ τύπω του σταυρού, στήθι ως εν ροπή ώρας σιωπών, έως αν αναπαυθώσιν αι αισθήσεις σου και οι λογισμοί σου γαληνιάσωσι, και μετά τούτο ύψωσον την θεωρίαν σου την εσωτέραν προς Κύριον και πείσον αυτόν εν λύπη ενισχύσαι την ασθένειάν σου και γενέσθαι την στιχολογίαν σου και τάς εννοίας της καρδίας σου ευαρέστους τω θελήματι αυτού τω αγίω.
Και ειπέ ησύχως εν τη ευχή της καρδίας σου ούτω.
Ευχή Κύριε Ιησού ο Θεός μου, ο επισκεπτόμενος την κτίσιν σου, ώ δήλα τα πάθη μου και η ασθένεια της φύσεως ημών και η ισχύς του αντιπάλου ημών, συ αυτός σκέπασαν με εκ της κακίας αυτού.
Διότι η δύναμις αυτού κραταιά και η φύσις ημών ταλαίπωρος και η δύναμις μών ασθενής.
Σύ ούν, αγαθέ, ο επι­σταμένος την ασθένειαν ημών, ό καί βαστάζων την δυσκολίαν της αδυναμίας ημών, φύλαξον με εκ της ταραχής των λογι­σμών και του κατακλυσμού των παθών, και άξιον ποίησον με ταύτης της λειτουργίας της αγίας, μήπως εν τοις πάθεσί μου φθείρω την γλυκύτητα αυτής καί ευρεθώ αναιδής ενώπιον σου και τολμηρός.
Δεί δε ημάς εν πάση ελευθερία πορεύεσθαι εν τη λειτουργία ημών, έξωθεν πάσης διανοίας νηπιώδους τεταραγμένης.
Εάν δε ίδωμεν, ότι ώρα ουκ εστί πολλή και ορθρίζωμεν προ του τελειώσαι ημάς, εάσωμεν εκουσίως εν γνώσει δόξαν μίαν η και δύο εκ του έθους, ίνα μη γένηται τόπος τη ταραχή, αφανίσαι την γεύσιν της λειτουργίας ημών καί θολώσωμεν τους ψαλμούς της πρώτης ώρας.
Εαν, ηνίκα λειτουργείς, προσλαλήση σοι και ψιθυρίση ο λογισμός λέγων σοι, 'Τάχυνον ολίγον καί πληθύνεσθαι το έργον, και εκλυτρώση ταχέως9, μη κανονίσης σεαυτόν εάν δε σφοδροτέρως οχλή εν τούτω, στράφηθι ευθέως εις τα οπίσω δόξαν μίαν ή όσον εθέλεις, και έκαστον στίχον βαστάζοντα τον τρόπον της ευχής μετά κατανοήσεως στιχολόγησον αυτόν πολλάς βολάς καί εάν πάλιν ταράξη σε ή σφίγξη κατά σου, άφες την στιχολογίαν καί θού το γόνυ εις προσευχήν και ειπέ Εγώ ου ρήματα θέλω μετρήσαι, αλλά τάς μονάς καταφθάσαι.
Εν πάση γαρ τρίβω μου, η οδηγήσεις με, ταχέως εγώ εν αυτή πορεύσομαι.
Εκείνος ο λαός ο χωνεύσας τον μόσχον εν τη ερήμω, τεσσαράκοντα έτη επορεύθησαν αυτήν διερχόμενοι, ανερχόμε­νοι και κατερχόμενοι τα όρη και τους βουνούς, και την γήν της επαγγελίας ουδέ μακρόθεν εθεάσαντο.
Εάν δε όταν αγρυπνής, η στάσις νικήση σε εκ του μήκους της εκτάσεως και ασθενήσης εκ της ατονίας και είπη σοι ο λογισμός, μάλλον δε ο κακομήχανος προσλαλήση τω λογισμώ, καθώς και τω όφει Τελείωσον, επεί ου δύνασαι στήναι', ειπέ αυτώ, Όύχ ούτως, αλλά καθίσαιμι κάθισμα εν (και αυτό κρείττον του ύπνου)'.
Και εάν η γλώσσα μου σιωπά και ου λέγη ψαλμόν, η διάνοια μου δε αδολεσχή μετά του Θεού εν τη ευχή και τη ομιλία τη μετ' αυτού, η εγρήγορσις εκ παντός του ύπνου ωφελιμωτέρα εστίν.
Ουχί η στάσις δε όλη η αγρυπνία εστίν, ουδέ πάλιν η στιχολογία των ψαλμών μόνων, άλλ' έστιν: α', ο εν ψαλμοίς εκφέρων όλην την νύκτα* β', και εστίν ο εν μετανοία και ευχαίς κατανύξεως και καταλίσεσιν επί της γης- γ', και εστίν ο εν κλαυθμώ και δάκρυσι και θρήνοις επί τοις εαυτού παραπτώμασιν.
Ερρέθη περί τίνος των πρώτων ημών, ότι τεσσαράκοντα έτη εις λόγος ην ή ευχή αυτού, "Εγώ ως άνθρωπος ήμαρτον, συ δε ως Θεός συγχώρησον'.
Και ήκουον αυτού οί πατέρες μελετώντος τον στίχον εν λύπη ότι έκλαιε και ούχ ησύχαζε και αντί της λειτουργίας ην αυτώ αυτή η ευχή μόνη νυκτός και ημέρας δ΄ και έστιν ο ολίγα εσπέρας στιχολογών, το δε υπόλοιπον της νυκτός διατριβών είς τροπάρια ε', και έστιν ο εις δοξολογίαν και ανάγνωσιν στ', και εστί πάλιν ο τιθείς εαυτώ όρον μη κλίναι γόνυ κατ' εκείνον τον καιρόν, μεθ' ου επολέμει ο λογισμός της πορνείας.
Τω δε Θεώ ημών δόξα και κράτος είς τους αιώνας των αιώ­νων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΘ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΔΩΝ ΤΩΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙΝ ΤΩ ΘΕΩ ΠΟΙΟΥΣΩΝ ΚΑΙ ΦΑΝΕΡΟΥΜΕΝΩΝ ΤΩι ΑΝΘΡΩΠΩι ΕΚ ΤΩΝ ΗΔΕΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ.
ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΕΝ ΤΗ ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΑΥΤΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕΛΙ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΠΑΣΑΣ ΤΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΑΥΤΩΝ
[Επεξεργασία]

Μή νομίσης, ω άνθρωπε, ότι εν πάση τη εργασία των μοναχών έστι τις διαγωγή μείζων της αγρυπνίας της νυκτός.
Αληθώς, αδελφέ, και μείζον εστί και αναγκαιότατον τω εγκρατεί.
Εάν μη γένηται τω ασκητή σκορπισμός και ταραχή εν τοις σωματικοίς πράγμασι και εν τη μερίμνη των παρερχομένων, αλλά παρατηρήσηται εαυτόν από του κόσμου και φύλαξη εαυτόν μετά αγρυπνίας, τούτου ως δια πτε­ρύγων πέταται η διάνοια εν βραχεί καιρώ και υψωθήσεται προς την τερπνότητα του Θεού και την δόξαν αυτού ταχέως καταντήσει, και εν τη γνώσει τη υπέρ ανθρωπίνην έννοιαν νήχετα δια της ελαφρότητος και κουφότητος αυτής.
Μοναχόν διαμένοντα εν τη αγρυπνία μετά διακρίσεως νοός, τούτον μη ίδης ως σαρκοφόρον τάξεως γαρ αγγελικής ως αληθώς τούτο το έργον.
Αδύνατον γαρ τους εν τη διαγωγή ταύτη διαπαντός πολιτευόμενους άνευ χαρισμάτων μεγάλων παρά Θεού αφεθήναι δια την νήψιν αυτών και εγρήγορσιν της καρδίας, και δια την εμμέριμνον διαγωγήν των λογισμών αυτών προς αυτόν.
Ψυχή η εν τη διαγωγή ταύτης της αγρυπνίας κοπιώσα και διαπρέπουσα οφθαλμούς χερουβικούς έξει, του διαπαντός ατενίζειν και κατοπτεύειν την επουράνιον θεωρίαν.
Εγώ μέν οίμαι αδύνατον είναι, τον μετά γνώσεως και διακρίσεως εκλεξάμενον εαυτώ τούτον τον κόπον τον μέγαν και θείον και το βάρος τούτο προαιρησάμενον βαστάσαι, μη αγωνίσασθαι εν τούτω τω δεδοξασμένω μέρει, ω έξελέξατο, και εν ημέρα διαφυλάξαι εαυτόν από της ταραχής των συντυχιών και της των έργων μερίμνης, ίνα μη κενός γένηται από της επικαρπίας της θαυμαστής και της μεγάλης τρυφής, της προσδοκώμενης τρυγηθήναι εξ αυτής.
Ο μέντοι αμελών τού­του, θαρρώ λέγειν, ότι αγονεί τίνος χάριν κοπιά και του ύπνου απέχεται, και εν τη στιχολογία τη πολλή και τω μόχθω της γλώττης και τη ολονύκτω στάσει κακοπαθεί, μη έχων τον νουν αυτού εν τη ψαλμωδία αυτού και τη προσευχή, αλλ9 ως από συνήθειας αγόμενος κοπιά αδιακρίτως.
Και ει μη ταύτα ούτως εστίν, ως έφην, πώς αν εστέρηται του θερίζειν από του διηνεκούς σπέρματος αυτού, του εν τω κοπώ, τάς μεγίστας ευεργεσίας και επικαρπίας; Εί γαρ αντί τούτων των φροντίδων εξησχόλει εαυτόν εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών, την ενδυναμούσαν τον νουν, και μάλιστα ούσαν αρδείαν της προσευχής και βοηθούσαν εις την αγρυπνίαν, και ταύτης μεν ομόζυγον, φως δε της διανοίας υπάρχουσαν, εύρεν αν αυτήν οδηγόν είς την ευθείαν τρίβον και σπερματικήν της ύλης της θεωρίας εν τη προσευχή, την δεσμεύουσαν τάς ενθυμήσεις από του μετεωρι­σμού, του μη ρέμβεσθαι και νέμεσθαι εν τοίς ματαίοις και σπείρουσαν την μνήμην του Θεού εν τη ψυχή αδιαλείπτως και τάς οδούς των άγιων των ευαρεστησάντων αυτώ, την εμποιούσαν τον νουν κτήσασθαι λεπτότητα και σοφίαν, εύρεν αν πέπειρον τον καρπόν των τοιούτων εργασιών.
Τίνος ούν ένεκεν, ώ άνθρωπε, ούτως αδιακρίτως διοικείς τα κατά σεαυτόν; "Οτι νυκτός μεν παννύχιον στάσιν επιτελείς και καταπονείς σευατόν εν τε ψαλμωδίαις και υμνωδίαις και δεήσεσι, βαρύ δε σοι και ου μικρόν φαίνεται, δια βραχυτάτης επιμελείας της ημέρας καταξιωθήναι της χάριτος του Θεού, χάριν της σης κακοπαθείας εν τοις ετέροις.
Τίνος χάριν καταπονείς σεαυτόν και νυκτός μεν σπείρεις, ημέρας δε πετάζεις τον κόπον σου, και ευρίσκη άκαρπος και σκορπίζεις την εγρήγορσιν και νήψιν και θέρμην, ην εκτήσω, και απολύεις τον κόπον σου μάτην εν ταίς ταραχώδεσιν ομιλίαις των ανθρώπων και των πραγμάτων, άνευ τινός ευλόγου προφάσεως; Ει γαρ τη νυ­κτερινή μελέτη ακόλουθον εποίεις την ημερινήν γεωργίαν και την θέρμην της καρδιακής ομιλίας, και μη διάστασιν εν τω μέσω ετίθεις, εν ολίγω καιρώ συμπλακήναι τω στηθεί του Ιησού είχες.
Άλλ' εντεύθεν φανερόν εστίν, ότι αδιακρίτως πολιτεύη και ουκ οίδας τίνος χάριν χρή τους μοναχούς εγρηγορέναι.

Σύ μεν νομίζεις, ότι χάριν του κοπιάν σε και μόνον τέθεινται ταύτα και ου δι έτερον τι τικτόμενον εκ τούτων, ο δε καταξιωθείς υπό της χάριτος μαθείν, χάριν ποίας ελπίδος ανθίστανται οι αγωνισταί τω ύπνω και εκβιάζονται την φύσιν και δια της εγρηγόρσεως των σωμάτων αυτών και των ενθυ­μήσεων προσφέρουσι τάς εντεύξεις αυτών καθ' εκάστην νύκτα, εκείνος επίσταται την δύναμιν, την γινομένην από της ημερινής φυλακής καί οποίαν βοήθειαν δίδωσι τω νω εν τη ησυχία της νυκτός καί ποίαν εξουσίαν κατά των λογισμών λαμβάνει και ποίαν καθαρότητα και σύννοιαν, και πώς ο εσμός των αρετών αβιάστως και αμάχως αυτώ χαρίζεται και μετά ελευθερίας ποιεί εννοήσαι την ευγένειαν των λογισμών.

Εγώ δε λέγω, ότι, εάν το σώμα ατόνηση δια την ασθένειαν αυτού και μη δυνηθή νηστεύσαι, δύναται και μόνη τη αγρυπνία κτήσασθαι ο νους την κατάστασιν της ψυχής και δούναι τη καρδία νόησιν, του καταμαθείν την δύναμιν την πνευματικήν, μόνον εάν μη γένηται αυτώ αφανισμός εκ του πλατυσμού των ημερινών αιτιών.
Διό παρακαλώ σε τον εφιέμενον κτήσασθαι νουν νηφάλιον προς τον Θεόν και επίγνωσιν της καινής ζωής, εν πάση τη ζωή σου μη αμελήσης της αγρυπνίας την πολιτείαν διότι εξ αυτής ανοίγονται σου οι οφθαλμοί εις το ιδείν πάσαν την δόξαν της πολιτείας καί την δύναμιν της οδού της δικαιοσύνης.
Εάν δε γένηται σοι πάλιν, όπερ μη γένοιτο, λογισμός χαυνότητος καί εμφωλεύση σοι τυχόν εκ πείρας του αντιλή­πτορος σου, του συνήθως σε παραχωρούντος αλλοιωθήναι εν τοις τοιούτοις, είτε εν θερμότητι είτε εν ψυχρότητι, ή εξ αιτίας τινός ή ασθενείας σώματος, ή δια το μη δύνασθαι σε υπομείναι τον κόπον της συνήθως παρά σου γινομένης πολλής ψαλ­μωδίας και της ευτόνου ευχής καί της πολλής γονυκλισίας, α είωθες αεί εκτελείν, παρακαλώ σε εν αγάπη, εάν καταληφθής εκ τούτων καί μη δυνηθής αυτά διαπράξασθαι, καν καθήμενος γρηγόρησον και εν τη καρδία πρόσευξαι καί μη ύπνωσης, και πάση μηχανή διεξάγαγε την νύκτα καθήμενος και διαλογιζόμενος εννοίας αγαθάς.
Και μη σκλήρυνεις την καρδίαν σου και σκοτώσης αυτήν εν τω ύπνω, και πάλιν ήξει σοι δια της χάριτος η πρώτη εκείνη θέρμη και η ελαφρότης και η δύναμις, και σκιρτήσας χαρήση ευχάριστων τω Θεώ.
Η γαρ ψυχρότης και το τοιούτον βάρος, προς πείραν και δοκιμήν παραχωρείται τω ανθρώπω.
Και εάν διεγείρη εαυ­τόν μετά θερμότητος και εκτίναξη αυτά αφ' εαυτού μικρόν αναγκασθείς, τηνικαύτα πλησιάζει αυτώ η χάρις, ώσπερ ην, και έρχεται αυτώ άλλη δύναμις, έχουσα παν αγαθόν εν εαυτή κεκρυμμένον και τα είδη της αντιλήψεως.
Και θαυμάσει εκπληττόμενος ο άνθρωπος, μνημονεύων του προτέρου βάρους και της επελθούσης ελαφρότητος και δυνάμεως, και την διαφοράν και ελαφρότητα εννοών, και πώς αιφνιδίως τοιαύτην εδέξατο αλλοίωσιν.
Και έκτοτε σοφίζεται, ίνα, εάν επέλθη αυτώ τοιού­τον βάρος, γνωρίσει αυτό εκ της πρώτης αυτού πείρας.
Εάν γαρ εν τω πρώτω καιρώ μη αγωνίσηται ο άνθρωπος, ταύτην την πείραν ου δύναται κτήσασθαι.
Οράς πόσον σοφίζεται ο άν­θρωπος, όταν εξυπνίση εαυτόν μικρόν και υπομείνη εν τώ καιρώ του πολέμου; Μόνον ειμή η φύσις του σώματος εξησθένησε, και ουκ εστί συμφέρον πολεμήσαι την φύσιν εν μέντοι τοις λοιποίς καλόν εστί το αναγκάσαι τινά εαυτόν εν πάσι τοις ωφελούσιν αυτόν.
Η διηνεκής γούν ησυχία η μετά αναγνώσεως και η σύμμετρος των βρωμάτων μετάληψις και η αγρυπνία ταχέως την διάνοιαν εξυπνίζουσιν εις έκπληξιν των πραγμάτων, εάν μη γένηταί τις αιτία λύουσα την ησυχίαν.
Αι έννοιαι αι κινούμεναι τοίς ησυχάζουσιν αυτομάτως χωρίς σκέψεως ποιούσιν αμ­φοτέρους τους οφθαλμούς δίκην κολομβήθρας βαπτισμού εν τοις χεομένοις δάκρυσι και τάς παρειάς βάπτουσι τω πλήθει εαυτών.
Όταν δι' εγκράτειας δαμασθή σου το σώμα και αγρυπνίας και τη προσοχή της ησυχίας και αισθάνη του σώματος σου τη οξύτητι του πάθους της πορνείας έξωθεν της φυσικής κινήσεως γινομένου, γίνωσκε ότι από λογισμών υπερηφανίας επειράθης.
Και μίξον τη τροφή σου σποδόν και προσκόλλησον τη γη την σήν γαστέρα και εξερεύνησον τι ενενόησας και μάθε την αλλοίωσιν της φύσεως σου και τα παρά φύσιν σου έργα, και ίσως ελεήσει σε ο Θεός και εξαποστείλει σοι φως του μαθείν ταπεινωθήναι, ίνα μη αυξηθή η κακία σου.
Μη ούν παυσώμεθα αγωνιζόμενοι και σπουδάζοντες, έως αν εν ημίν μετάνοιαν ίδωμεν και εύρωμεν την ταπείνωσιν και επαναπαύσεται η καρδία ημών εν τω Θεώ.
Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Λ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΘΕΟΥ ΕΝ Ωι ΚΑΙ ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΕΙΣ[Επεξεργασία]

H ευχαριστία του λαμβάνοντος ερεθίζει τον διδόντα του δούναι δωρήματα μείζονα των προτέρων.
Ο μη ευχαριστών επί τοις μικροτέροις, και επί τοις μείζοσι ψεύστης εστί και άδικος Ο ασθενών και γινώσκων την αρρωστίαν αυτού, ζητείν οφείλει την ιατρείαν,ο δε ομολογών τον πόνον αυτού, εγ­γίζει τη θεραπεία αυτού και ευκόλως ευρήσει αυτήν.
Σκληρά καρδία πληθύνονται οι πόνοι αυτής και του αρρώστου του τω ιατρώ αντιτασσομένου η κόλασις αυτού περισσεύεται.
Ούκ έστιν αμαρτία ασυγχώρητος, εί μη ο αμετανόητος, ουδέ δώρημα διαμένει χωρίς προσθήκης, εί μη το στερούμενον ευχαριστίας.
Του άφρονος το μέρος μικρόν εστίν εν οφθαλμοίς αυτού.
Μημόνευε αεί των υπερεχόντων σου τη αρετή, του ιδείν σεαυτόν λειπόμενον του μέτρου αυτών διαπαντός, και γενού κατανοών αεί τάς ισχυροτέρας θλίψεις των τεθλιμμένων και κεκακωμένων, όπως την προσήκουσαν ευχαριστίαν αποδώσης υπέρ των μικρών και ευτελών των παρά σοι ευρισκο­μένων και δυνηθής μετά χαράς υπομείναι αυτάς.
Εν τω καιρώ της σης ήττης και χαυνότητος και οκνηρίας, δεδεμένος ων και κατεχόμενος υπό του εχθρού εν επιπονωτέρα ταλαιπωρία και μοχθηρώ έργω της αμαρτίας, εννόησον εν τη καρδία σου τον πρότερον καιρόν της σπουδής σου και πώς ήσθα φροντίζων έως και των λεπτότερων, και τον αγώνα όν επεδείκνυες, και πώς εν ζήλω ης κινούμενος εξ εναντίας των κωλύσαι θελόντων την οδοιπορίαν σου.
Προς τούτοις δε λογίζου και τους στεναγμούς, ους υπέρ των ελαττωμάτων εστέναζες των προσγινομένων σοι εκ της αμελείας σου και πώς εν πάσι τούτοις τον στέφανον της νίκης ελάμβανες.
Και γαρ εν ταίς τοιαύταις και τηλικαύταις μνήμαις εξυπνίζεται η ψυχή σου ως από βάθους και ενδύεται την φλόγα του ζήλου, και ως εκ νεκρών ανίσταται εκ του ποντισμού αυτής και ύψουται και στρέφεται εις την αρχαίαν τάξιν αυτής, δια θερμού αγώνος εξ εναντίας του διαβόλου και της αμαρτίας.
Μνήσθητι της πτώσεως των δυνατών, και ταπεινούσαι εν ταίς αρεταίς σου.
Μνημόνευε των σκληρών παραπτωμά­των των πάλαι παραπεσόντων και μεταγνόντων, και του ύψους και της τιμής, ης μετά ταύτα ηξιώθησαν, και λήψη θάρσος εν τη μετανοία σου.
Καταδίωξον σεαυτόν, και καταδιωχθήσεται ο εχθρός σου από της εγγύτητός σου.
Ειρήνευσον εν σεαυτώ, και ειρη­νεύσει σοι ο ουρανός και η γη.
Σπούδασον εισελθείν εις το ταμείον το ενδοθέν σου, και όψει το ταμείον το ουράνιον εν γαρ εστί τούτο κακείνο, και εν μιά εισόδω θεωρείς τα αμφότερα.
Η κλίμαξ της βασιλείας εκείνης ενδοθέν σου εστί, κεκρυμμένη εν τη ψυχή σου.
Βάπτισον σεαυτόν εν εαυτώ εκ της αμαρτίας, και ευρήσεις εκεί αναβάσεις, εν αίς αναβαίνειν δυνήση.
Η Γραφή ουκ εξηγήσατο ημίν, τι είσι τα πράγματα του μέλλοντος αιώνος, πώς δε την αίσθησιν της τρυφής αυτών δεξόμεθα εντεύθεν, δίχα της φυσικής αλλοιώσεως και της εξόδου του κόσμου τούτου, ευκόλως εδίδαξεν ημάς ει και εν ονόματι ποθεινών πραγμάτων και ενδόξων, των παρ ημίν ηδέων και έντιμων, έθηκεν ημίν, προς το ερεθίσαι ημάς εις τον πόθον αυτών, εν τω λέγειν, «ά οφθαλμός ουκ είδε, και ους ου ήκουσε», και τα εξής ανήγγειλε δε ημίν εν τούτω, ότι τα μέλλοντα αγαθά ακατάληπτα είσι και ουκ έχουσιν ομοιότητα τίνος των ενταύθα.
Η πνευματική τρυφή ουκ εστίν η χρεία των πραγματων των υποστατικώς έξωθεν της ψυχής των λαμβανόντων ευρι­σκομένη.
Ει δε μη, το «η βασιλεία των ουρανών ένδοθεν υμών εστί», και το, «ελθέτω η βασιλεία σου», λοιπόν, ύλην πράγματων αισθητών ημείς εκτησάμεθα ένδοθεν ημών προς αρραβώ­να της τρυφής της εν αυτοίς.
Αναγκαίον γαρ εστίν όμοιον είναιτο κτήμα τω αρραβώνι και το ολικόν τω μέρει.
Και το «ως ενεσόπτρω», ει και ούχ υποστατικώς δεικνύει, αλλά πάντως κτήμα ομοιώσεως δήλοι.
Εάν δε ως αληθής μαρτυρία των ερμηνευσάντων τάς Γραφάς, ότι αυτή η αίσθησις ενέργεια νοερά του αγίου Πνεύματος εστί, και αύτη λοιπόν μέρος εστίν εκείνου του όλου.
Φιλάρετος εστίν, ουχ ο ποιών τα καλά αγωνιστικώς, άλλ' ο υποδεχόμενος τα ακολουθούντα κακά μετά χαράς.
Ουκ εστί μέγα το υπομείναι τίνα θλίψεις τάς υπέρ της αρετής, ως το μή απορήσαι τον νουν εν τη εκλογή του αγαθού θελήματος αυτού, εν τη κολακεία του γαργαλισμού.
Πάσα μεταμέλεια γινομένη μετά την του αυτεξουσίου αφαίρεσιν ούτε χαρά βρύει εν αυτή ούτε ψηφίζεται προς αμοιβήν των κτησαμένων αυτήν.
Σκέπασον τον πταίοντα, όταν ουκ έχης ζημίαν εξ αυτού, και αυτόν μεν θαρρείν παρασκευάζεις, σε δε βαστάζει το έλεος του Δεσπότου σου.
Στήριξον τους ασθενείς και τους λελυπημένους τη καρδία τω λόγω και όσον η χειρ σου ευπορεί, και υποστηρίξει σε η δεξιά η βαστάζουσα τα πάντα.
Γίνου κοινω­νός μετά των τη καρδία λελυπημένων, εν τω πόνω της προσευχής και τη συνοχή της καρδίας σου, και ανοίγεται έμπρο­σθεν των αιτημάτων σου πηγή ελέους.
Κοπίασον σεαυτόν εν ταίς λιταίς αεί ενώπιον του Θεού, εν καρδία βασταζούση λογισμόν καθαρόν, πεπληρωμένον κατανύξεως, και ο Θεός φυλάττει την διάνοιάν σου εκ των ακαθάρτων τε και ρυπαρών λογισμών, ίνα μη η οδός του Θεού ενυβρισθή εν σοι.
Σχόλασον σεαυτόν διαπαντός εν τη μελέτη της αναγνώσεως των θείων Γραφών, εν ακριβεί κατανοήσει, ίνα μη προφάσει της αργίας του νου μολυνθή η όρασίς σου εν ακολάστοις αλλοτρίοις μολυσμοίς.
Μη θέλησης πειράσαι την διάνοιάν σου εν ακολάστοις λογισμοίς ή προσώποις τοις πειραζουσί σε, ηνίκα νομίζεις μη ηττηθήναι ύπ' αυτών.
Διότι οι σοφοί εν τούτω τρόπω εσκοτίσθησαν και εμωράνθησαν.
Μη ταμιεύσης την φλόγα εν τω κόλπω σου άνευ ισχυρότερων θλίψε­ων της σαρκός σου.
Δύσκολον εστί την νεότητα χωρίς γυμνασίας δεσμευθήναι υπό τον ζυγόν του αγιασμού.
Η αρχή του σκοτασμού του νου (ηνίκα οράται το σημείον αυτού εν τη ψυχή) εν πρώτοις εις την όκνηρίαν της λειτουργίας και της προσευχής.
Άλλη γαρ οδός της πλάνης της ψυχής ουκ εστίν, ει μη πρώτον εκείθεν εκπέση ηνίκα γαρ βοηθείας του Θεού στερηθή, ευχερώς υποπίπτει εις τας χείρας των αντιπάλων αυτής.
Και άλλο' όταν ή ψυχή πάλιν αμέριμνος γένηται εκ των της αρετής έργων, πάντως εις τα εναντία τού­των διασύρεται.
Ή μετάβασις εκ ποίου πλαγίου γίνεται, αρχή εστί του εξ εναντίας μέρους.
Σύ πράξε τα της αρετής και τα τηςψυχής, και μη φροντίσης των ματαίων.
Δείξον την ασθένειάν σου έμπροσθεν του Θεού διαπαντός, και ου μη δοκιμασθής υπό των αλλότριων, οπόταν μονωθής από του αντιλήπτορος σου.
Η πράξις του σταυρού διπλή εστί, και τούτο προς το διπλούν της φύσεως, το διαιρούμενον εις δύο μέρη.
Και η μεν προς το υπομείναι τας θλίψεις της σαρκός, τας πληρουμένας τη ενεργεία του θυμικού μέρους της ψυχής, εστί, και καλείται πράξις, η δε εν τη λεπτή εργασία του νου και εν τη θεία ευ­ρίσκεται αδολεσχία, έτι δε και εν τη διαμονή της προσευχής, και εις τα εξής, ήτις διαπράττεται εν τω επιθυμητικώ μέρει, και καλείται θεωρία.
Και η μία μεν, ήγουν η πράξις, το παθητικόν μέρος της ψυχής καθαρίζει εν τη δυνάμει του ζήλου, η δ' άλλη την ενέργειαν της αγάπης της ψυχής, ήτις εστίν επιπόθησις φυσική, ήτις διυλίζει το νοητόν μέρος της ψυχής.
Έκαστος ούν προ της τελείας γυμνασίας εν τω πρώτω μέρει διαβαίνων προς εκείνην την δευτέραν δια την ηδονήν αυτής ερωτικώς, ίνα μη λέγω εξ οκνηρίας, ή οργή επέρχεται αυτώ, δια το μη νεκρώσαι πρώτον τα μέλη αυτού τα επί της γης, τουτέστι το ιάσασθαι την ασθένειαν των λογισμών εν τη υπομονή της εργασίας της ύβρεως του σταυρού ετόλμησε γαρ του φαντασθήναι εν τω νοΐ αυτού την δόξαν του σταυρού.
Τούτο δε εστί το ρηθέν υπό των αρχαίων αγίων ότι προ του ησυχάσαι τα αισθητήρια από της ασθενείας, ει βουληθή ο νους αναβήναι επί τον σταυρόν, η οργή του Θεού έρχεται επ ' αυτόν.
Η ανάβασις η επιφέρουσα την οργήν του σταυρού, ουχί τω πρώτω μέρει της υπομονής των θλίψεων, ήτις εστί σταύρωσις της σαρκός, αλλά το ανελθείν εις την θεωρίαν, ήτις εστί δεύτερον μέρος το μετά την ίασιν της ψυχής γινόμενον.
Ούτινος η διάνοια μεμολυσμένη εν τοις της ατιμίας πάθεσι και τρέχει του φαντασθήναι εν τη διανοία αυτού τάς φαντασίας των λογισμών, επιτιμίω επιστομίζεται, δια το μη πρότερον καθαρεύσαι την διάνοιαν εν θλίψεσι και υποτάξαι τάς επιθυμίας της σαρκός, άλλ' εκ της ακοής των ώτων και του μέλανος των γραμμάτων έδραμε κατά πρόσωπον αυτού, του πορευθήναι εν οδώ πεπληρωμένη γνόφων και αυτός τυφλός τοις όμμασι.
Και γαρ οι τη οράσει υγιαίνοντες και πεπληρωμένοι φωτός και κε­κτημένοι οδηγούς της χάριτος, και αυτοί εκ κινδύνω εισί νυκτός και ημέρας, ηνίκα οι οφθαλμοί αυτών πεπληρωμένοι δακρύων και εν τη προσευχή και τω κλαυθμώ εξυπηρετώσιν όλην την ημέραν, καν τη νυκτί, δια την πτόησιν της οδοιπορίας και δια τους κρημνούς τους ισχυρότερους τους απαντώντας αυτοίς, και τα σχήματα της αληθείας τα ευρισκόμενα μεμιγμένα μετά των υποκρινομένων σχημάτων.
Τά του Θεού, φησίν, αφ' εαυτώ έρχονται, σου μη αισθανομένου.
Ναι, αλλ9 εάν ο τόπος καθαρός και ου ρυπαρός.
Εάν δε μη η κόρη του οφθαλμού της ψυχής σου καθαρά η, μη τολμήσης ατενίσαι εις την σφαίραν του ηλίου, ίνα μη στερηθής και αυτής της μικράς αυγής, ήτις εστίν η απλή πίστις και η ταπείνωσις και η εξομολόγησις η καρδιακή, και τα μικρά έργα τα κατά την δυναμίν σου, και απορριφήση εν ενί χώρω των νοη­τών, ός εστί το εξώτερον σκότος, το έξωθεν του Θεού, τύπον φέρον του άδου, ως εκείνος ό αναισχυντήσας εισελθείν εις τον γάμον εν ρυπαροίς ιματίοις.
Εκ των καμάτων και της φυλακής βρύει η καθαρότης των λογισμών, και εκ της καθαρότητος των λογισμών το φως του φρονήματος, και εντεύθεν εκ της χάριτος οδηγείται ο νους εις εκείνο, εις όπερ ουκ έχουσιν εξουσίαν αι αισθήσεις ούτε διδάσκουσιν ούτε διδάσκονται.
Λόγισαι παρά σεαυτώ την αρετήν είναι σώμα, την δε θεωρίαν ψυχήν, τα δε αμφότερα είς άνθρωπος τέλειος εν Πνεύματι ηνωμένος, εκ δύο μερών, αισθητών και νοητών.
Και ώσπερ αδύνατον, ίνα έλθη η ψυχή είς γένεσιν και γέννησιν χωρίς τελειότητας της διαπλάσεως του σώματος συν τοίς μέλεσιν αυτού, ούτως αδύνατον ελθείν την ψυχήν εις την θεωρίαν την δευτέραν, ήτις εστί Πνεύμα της αποκαλύψεως, η εικονιζό­μενη εν τη γαστρί της μήτρας, της δεχόμενης την ύλην του πνευματικού σπέρματος, χωρίς τελειώσεως του έργου της αρετής, όπερ εστίν οίκος της διαγνώσεως, της δεχόμενης τάς απο­καλύψεις Θεωρία εστίν αίσθησις των θείων μυστηρίων των κεκρυμμένων εν τοις πράγμασι και ταίς αιτίαις.
Όταν ακούσης απόστασιν του κόσμου η κατάληψιν η την καθαρότητα του κόσμου, εξ αρχής χρήζεις μαθείν και γνώναι ουκ ιδιωτικοίς, άλλ' εν ταίς εννοίαις ταίς νοηταίς, τι εστίν η επωνυμία του κόσμου και εκ πόσων διαφορών συνίσταται τούτο το όνομα, και τότε δυνήση γνώναι την ψυχήν σου, πόσον απέχει από του κόσμου, και πόσην μίξιν έχει προς τον κόσμον.
Κόσμος εστίν όνομα περιεκτικόν επιπίπτον επί τα είρημένα πάθη.
Εάν γαρ μη πρώτον γνω ο άνθρωπος τι εστίν ο κόσμος, ουδέ φθάνει γνώναι εις πόσα μέλη απέχει από του κό­σμου και εις πόσα δέδεται εν αυτώ.
Πολλοί είσιν οίτινες εν δύο και τρισί μέλεσιν υπέστησαν εκ του κόσμου και εκώλυσαν εαυ­τούς εξ αυτών και ενόμισαν εαυτούς ξένους είναι του κόσμου εν τη διαγωγή αυτών, δια το μη συνιέναι και ιδείν σοφώς, ότι εν δυσί μέλεσι τω κόσμω απέθανον, και τα λοιπά μέλη αυτών ζώσιν ένδοθεν του σώματος τω κόσμω.
'Όμως ουδέ εις τα πάθη αυτών ηδυνήθησαν αισθηθήναι, και ότι ουκ ησθήθησαν αυτών, ουδέ περί της θεραπείας αυτών εφρόντισαν.
Ο κόσμος λέγεται εκ της εξετάσεως της θεωρίας και σύστασις του περιεκτικού ονόματος του επιπίπτοντος επί τα πάθη τα μεμερισμένα.
Και ότε θέλομεν ονομάσαι ολικώς τα πάθη, ονομάζομεν αυτά κόσμον.
Και ότε θέλομεν αφορίσαι αυτά εις την διαίρεσιν των ονομάτων αυτών, πάθη ονομάζομεν αυτά.
Καί τα πάθη μέρη εισί του δρόμου της διαδρομής του κόσμου, και όπου λήγουσι τα πάθη, εκεί ο κόσμος έστη εκ της διαδοχής αυτού.
Τα δε πάθη είσι ταύτα ο πόθος του πλού­του, το συνάξαι πράγματα τίνα, η τρυφή του σώματος αφ' ης το πάθος της συζυγίας, ό πόθος της τιμής εξ ης ο φθόνος βρύει, η οικονομία της αρχής, η φυτίωσις της ευπρεπείας της εξουσίας, η κόσμησις και η περπερότης, η ανθρωπινή δόξα, ήτις εστίν αιτία της μνησικακίας, ο φόβος του σώματος.
Όπου ταύτα παύονται του δρόμου, εκεί απέθανεν ο κόσμος.
Και καθ όσον εκεί τινά μέρη υπολιμπάνεται εκ τούτων, κατά τοσούτον έξω μένει ο κόσμος, αργών εκ της συστάσεως αυτού.
Καθώς περί των αγίων έφη τις, ότι ότε έζων, ήσαν τεθνηκότες ζώντες γαρ τη σαρκί, ου σαρκικώς έζων.
Και συ βλέπε εν ποίοις τούτων ζης, και τότε γνώση εν ποίοις μέρεσι ζης τω κόσμω, και όπως τέθνηκας.
Όταν μάθης τί εστίν ο κόσμος, εκ της διαφοράς τούτων μανθάνεις εν τίσι δέδεσαι εν τω κόσμω και εν τισί λέλυσαι εξ αυτού.
Και ίνα συντόμως είπω, ο κόσμος εστίν η διαγω­γή η σαρκική και το φρόνημα της σαρκός.
Δια το απάραι δε εαυτόν τινα εκ τούτων γινώσκεται ότι εξήλθεν εκ του κόσμου.
Και το απαλλοτριωθήναι εκ του κόσμου, εκ των δύο τούτων γινώσκεται, εκ της καλλίστης διαγωγής και εκ της διαφοράς των νοημάτων αυτού του νοός.
Λοιπόν εξ ων βλαστάνει εν τη διανοία σου περί των πραγμάτων, υπέρ ων μετεωρίζεται η διάνοια εν τοις νοήμασιν αυτοίς, και εκ τούτων φθάνεις το μέτρον της διαγωγής σου.
εν ποίοις επιποθεί η φύσις χωρίς κόπου και ποία εισί βλαστήματα τα αδιάλειπτα και ποια είσι τα κινούμενα από του συμβεβηκότος και ει η διάνοια έλαβεν αίσθησιν την των νοημάτων παντελώς των ασωμάτων και εάν όλη υλικώς κινήται, και ταύτα τα υλικά, εμπαθή είσιν.
Αι σφραγίδες γαρ της των έργων σωματώσεως, εν αίς φαντάζεται η διάνοια ακουσίως εν πάσιν οίς διαπράττεται, είσιν αι αρεταί.
Και εξ αυτών χωρίς ασθε­νείας λαμβάνει της θέρμης αιτίαν και της συναγωγής των λογι­σμών εν τω αγαθώ σκοπώ του καμείν σωματικώς δια την γυμνασίαν αυτής, εάν ουκ εμπαθώς εργάζηται αυτά και, βλέπε, εάν ουκ αρρωστή η διάνοια εν τη απαντήσει των σφραγίδων των κρυπτών λογισμών, δια την φλόγα την κρείττονα την κατά Θεόν, ήτις συνήθης εστί του κόπτειν τάς μνήμας τάς ματαίας.
Ταύτα τα σημεία τα μικρά του κεφαλαίου τούτου αρκούσι τω ανθρώπω του φωτίσαι αυτόν, εάν ησυχάζη και η αφωρισμένος, αντί πολλών βιβλίων.
Ούτω κραταιότερός εστίν εν τω ανθρώπω ο φόβος του σώματος, ώστε πολλάκις εκ των ενδόξων και εντίμων πραγμάτων μένειν άπρακτον εξ αυτού.
Και ότε παρακύψει επί τω φόβω του σώματος ο φόβος της ψυχής, τότε εξασθενεί ο φόβος του σώματος από έμπροσθεν του φόβου της ψυχής, ως κηρός εκ της δυνάμεως της φλογός της εν αυτώ.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΛΑ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΕΝ ΗΣΥΧΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΝΟΟΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΙΝΟΣ ΕΧΕΙ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΤΟΥ ΚΙΝΗΣΑΙ ΤΑΣ ΙΔΙΑΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΕΝ ΤΗι ΔΙΑΦΟΡΑι ΤΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΣΧΗΜΑΤΩΝ.
ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΤΗι ΦΥΣΕΙ ΔΕΔΟΜΕΝΟΣ ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΙΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙΣ ΕΝ ΑΥΤΗι ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΟΝ ΔΙΑΒΑΙΝΟΥΣΗΣ ΟΡΟΝ, ΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΝ, ΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΗΓΟΡΙΑι ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΥΜΕΝΟΝ
[Επεξεργασία]

Δόξα τω εκχέοντι πλουσίως τάς εαυτού δωρεάς εν τοις ανθρώποις, ότι, σαρκικούς όντας, εποίησεν αυτούς λειτουργείν αυτώ εν τάξει των ασωμάτων φύσεων και κατηξίωσε την των χοικών φύσιν λαλήσαι περί τοιούτων μυστηρίων, και μάλιστα αμαρτωλούς, καθ' ημάς, τους μη όντας άξιους, μήτε ακούσαι τοιούτων λόγων, αλλά τη χάριτι αυτού διήνοιξε την πώρωσιν της καρδίας ημών, του κατανοήσαι εκ της θεωρίας των Γραφών και διδαχής των μεγάλων Πατέρων.
Ου γαρ ηξιώθην εξ οικείου αγώνος έχειν πείραν ενός εκ χιλίων, ων εν ταίς εμαίς χερσί διεθέμην, και μάλιστα εν τώδε τω συγγράμματι, όπερ μέλλω εκθέσθαι, προς ερεθισμόν και φωτισμόν των ψυχών ημών και των εντυγχανόντων αυτώ, ίσως αν εξυπνισθώσι προσεγγίσαι τη εργασία εξ επιθυμίας τούτου.
Άλλο εστίν η ηδονή της προσευχής και έτερον εστίν η θεωρία της προσευχής, τιμιωτέρα δε της πρώτης η δευτέρα,όσον ο τέλειος άνθρωπος του ατελούς παιδιού.
Ενίοτε εφηδύνονται οι στίχοι εν τω στόματι και στιχολογία αναρίθμητος γίνεται ενός στίχου εν τη προσευχή, μη συγχωρούσα έπ' άλλον στίχον δραμείν και κόρον ουκ οίδεν.
Ενίοτε δε εκ της προσευχής τίκτεται θεωρία τις και την προσευχήν των χειλέων εκκόπτει και γίνεται εκείνος τη θεωρία σώμα άπνουν, εκπεπληγμένος.
Το τοιούτον λέγομεν την της προσευχής θεωρίαν, και ουχί καθώς οι άφρονες λέγουσιν, είδος τίνος και μορφήν η σχήμα φαντασθέν Και πάλιν εν τη θεωρία ταύτης της προσευχής μέτρον εστί και διάκρισις χαρισμάτων και μέχρι τούτου προσευχή εστί.
Διότι ούπω διέβη η διάνοια, του μη είναι προσευχήν, όπερ εστίν υψηλότερον αυτής.
Αι γαρ κινήσεις της γλώττης και της καρδίας εν προσευχή κλείδες είσι, τα μέντοι μετά ταύτα, είσοδος εις τα ταμεία.
Παυσάσθω ενταύθα πάν στόμα και πάσα γλώσσα και καρδία, η των λογισμών ταμειουχος, και νους ο των αισθήσεων κυβερνήτης, και η διάνοια, το ταχυπετές όρνεον και αναιδέστατον, και πάσα τούτων μηχανή παυσάσθω.
Κανταύθα μενέτωσαν οι ζητούντες, διότι παρέστη ο οικοδεσπότης.


ΛΟΓΟΣ ΛΒ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ[Επεξεργασία]

Kαθώσπερ πάσα η δύναμις των νόμων και των εντολών των δοθεισών τοις ανθρώποις παρά Θεού μέχρι της καθαρότητας της καρδίας διορίζεται κατά τον λόγον των Πατέρων, ούτω και πάντες οι τρόποι και τα σχήματα της προσευχής, άτινα τω Θεώ προσεύχονται οι άνθρωποι, μέ­χρι της καθαρας προσευχής διορίζονται.
Οι τε γαρ στεναγμοί και οι γονυπετήσεις και αι καρδιακαί δεήσεις και οι γλυκύτατοι κλαυθμοί και πάντα τα εν τη προσευχή σχήματα, καθώς έφην, έως της καθαράς ευχής τον όρον κέκτηνται και εξουσίαν έχει κινείσθαι.
Από δε της καθαρότητος της προσευχής και μέχρι των ενδον, ηνίκα τον όρον τούτον διαβή, ουκ έτι έξει άδειαν ή διάνοια, ούτε εις προσευχήν ούτε εις κίνησιν ούτε κλαυθμούς ούτε εξουσίαν ούτε αυτεξουσιότητα ούτε δέησιν ούτε επιθυμίαν,ή τίνος ηδονήν των εν τώδε τω βίω ελπιζομένων ή των εν τω μέλλοντι αιώνι.
Και δια τούτο μετά την καθαράν προσευχήν άλλη προσευχή ουκ εστί.
Και πάσα ταύτης κίνησις και πάντα τα σχήματα έως ώδε τον νουν απάγουσι τη εξουσία της αυτεξουσιότητος δια τούτο άγων εν αυτή.
Μετά δε τούτον τον όρον έκπληξις έσται τότε και ουχί προσευχή διότι πέπαυται τα της προσευχής, και θεωρία τις εστί, και ουχί προσευχήν προσεύχε­ται ο νους.
Πας τρόπος προσευχής γινόμενος δια κινήσεων γίνεται, ηνίκα δε ο νους εισέλθη εις τάς πνευματικάς κινήσεις, εκεί προσευχήν ουκ έχει.
Αλλο εστίν η προσευχή και άλλο η εν αυτή θεωρία, ει και εξ αλλήλων τάς αφορμάς λαμβάνουσιν.
Εκείνη μεν γαρ σπόρος, αυτή δε δραγμάτων άρσις, ένθα θέα ανεκλαλήτω εξίσταται ο θερίζων, πώς εξ ελαχίστων και γυ­μνών κόκκων, ων έσπειρε, τοιούτοι ανθηροί στάχυες ενώπιον αυτού εξαίφνης εβλάστησαν.
Ούτος μένει εν τη ίδια γεωργία εκτός πάσης κινήσεως.
Διότι πάσα προσευχή γινομένη δέησις εστίν ή αίτησις ή ευχαριστία ή αίνεσις.
Έξερεύνησον ει εστί μία τούτων ή τί­νος αίτησις, όταν διαβή ο νους τον όρον τούτον και εισέλθη είς την χώραν εκείνην.
Τον γαρ ειδότα την αλήθειαν εγώ ερωτώ διότι ου πάσιν αυτή η διάκρισις, άλλ' εκείνοις τοις θεαταίς και λειτουργοίς τούτου του πράγματος γεγενημένοις ή παιδευθείσιν υπό τοιούτων πατέρων και εκ των στομάτων αυτών την αλή­θειαν δεδιδαγμένοις και εν ταύταις και ταίς τοιαύταις ζητήσεσι διαπεράσασι τον βίον αυτών.
Ωσπερ μόλις εκ μυριάδων ανθρώπων είς ευρίσκεται πληρώσας τάς εντολάς και τα νόμιμα μικρόν ενδεώς, και φθάσας είς την της ψυχής καθαρότητα, ούτως είς εκ χιλίων ευ­ρίσκεται καταξιωθείς φθάσαι μετά πολλής παραφυλακής είς την καθαράν προσευχήν και διαρρήξαι τον όρον τούτον και τυχείν εκείνου του μυστηρίου.
Διότι πολλοί της καθαράς προσευχής ουδαμώς ηξιώθησαν,αλλ΄ολίγοι.
Προς δε το μυστήριον εκείνο και μετ' εκείνην, καίπερ αν ο φθάσας μόλις ευρίσκε­ται γενεά και γενεά τη χάριτι τον Θεού.
Προσευχή εστί δέησις και φροντις και τίνος επιθυμία, ή λυτρώσεως των ενθάδε πειρασμών ή των μελλόντων ή επιθυμία της των Πατέρων κληρουχίας, δέησις δε δι' ης υπό Θεού βοηθείται άνθρωπος.
Εντός τούτων των κινήσεων περιορίζονται αι της ψυχής κινήσεις.
Η μέντοι καθαρότης αυτής και η μη καθαρότης ούτως έχει.
Όταν εν τω καιρώ, εν ω ευτρέπισται ο νους προσενέγκαι μίαν των κινήσεων αυτού, ων είπομεν, συμμιγή αυτω έν­νοια τις ξένη ή ρεμβασμός εν τινι τότε ου καθαρά λέγεται εκείνη προσευχή.
Διότι εκ των μη καθαρών ζώων ανήνεγκεν επί το θυσιαστήριον Κυρίου, όπερ εστίν η καρδία, το νοητόν Θεού θυσιαστήριον.
Εάν δε τις μνήμην άγη εκείνης της υπό των Πατέρων καλουμένης πνευματικής προσευχής και μη συνιών την δύναμιν των λογίων των Πατέρων και είποι, αυτή εκ των τηςπνευματικής προσευχής όρων εστίν, εγώ μεν οίμαι, ει προς τηντης κατανοήσεως έρευναν έλθη, βλασφημία έσται το λέγειν τινάτων κτισμάτων, ότι η πνευματική προσευχή όλως κλίνει.
Ηγαρ κλίνουσα κάτωθεν εστί της πνευματικής, πάσα δε πνεύματική κινήσεως ηλευθέρωται.
Και ει μετά καθαρότητας μόλις τις προσεύχεται, τι είπωμεν περί της πνευματικής; Διότι έθος ην τοις αγίοις Πατράσι πάσας τάς άγαθάς κινήσεις και τάς πνευματικάς εργασίας τω της προσευχής ονόματι προσαγορεύειν.
Ου μόνοις δε τούτοις, αλλά και πάσι τοις πεφωτισμένοις τη γνώσει, τάς καλάς εργασίας παραπλησίως τη προσευχή λογίζεσθαι είωθε, και τούτου φανερού όντος ότι έτερον εστί προσευχή και ετέρα εστί τα εκτελούμενα πρά­γματα.
Ενίοτε δε ταύτην την λεγομένην πνευματικήν προσευχήν, εν τισιν οδόν προσαγορεύουσι, και εν άλλοις γνώσιν, εν ετέροις δε οπτασίαν νοεράν.
Οράς πώς διαλλάσσουσιν οι Πατέρες τάς προσηγορίας εν τοις πνευματικοίς πράγμασιν; Αυτή γαρ η ακρί­βεια των ονομάτων τοις ενταύθα συνίσταται πράγμασιν, υγιές δε ή αληθινόν όνομα τοις του μέλλοντος αιώνος πράγμασιν ου­δαμώς, αλλά μία γνώσις απλή υπεράνω πάσης προσηγορίας και παντός στοιχείου και μορφής και χροιάς και σχήματος και συνθέτων ονομάτων.
Δια τούτο, ηνίκα υψωθή η γνώσις της ψυχής εκ του ορατού κόσμου, ως βούλονται οι Πατέρες χρώνται τοις δηλωτικοίς αυτής, καθότι τα ονόματα αυτής εν ακριβεία ουδείς επίσταται.
Άλλ', ίνα επιστηρίξωσιν αυτή τους ψυχικούς διαλογισμούς, προσηγορίαις χρώνται και παραβολαίς,κατά το λόγιον του εν αγίοις Διονυσίου ειπόντος, ότι εν παραβο­λαίς και συλλαβαίς και ονόμασιν ενδεχομένοις, και ρήμασι χρώμεθα των αισθήσεων ένεκα.
Ηνίκα δε τη ενεργεία του Πνεύματος κινηθή η ψυχή προς εκείνα τα θεία, περιττόν ημίν εστί τότε αι τε αισθήσεις και αι δι' αυτών ενέργειαι.
'Ώσπερ αί δυνάμεις της ψυχής της πνευματικής περιτταί εισιν, ηνίκα η ψυχή όμοια τη θεότητι κατασταθή τη ακαταλήπτω ενότητι και φωτισθή τη ακτίνι του υψηλού φωτός εν ταίς εαυτής κινήσεσι.
Λοιπόν, αδελφέ, πίστευε, ότι εξουσίαν έχει διακρίνειν ο νους τάς εαυτού κινήσεις, έως του τόπου της εν προσευχή καθαρότητος, όταν δε φθάση εκεί και μη στραφή εις τα οπίσω ή καταλείψη την προσευχήν, τότε γίνεται η προσευχή ώσπερ τις μεσίτις μεταξύ της ψυχικής και της πνευματικής.
Όταν μεν κινηθή, εν τη ψυχική χώρα εστίν, όταν δε εις εκείνην την χώραν εισέλθη, παύεται της προσευχής.
Οι γαρ άγιοι εν τω μέλλοντι αιώνι ου προσευχή προσεύχονται, όταν ο νους αυτών καταποθή υπό του Πνεύματος, άλλα μετά καταπλήξεως εναυλίζονται εν τη ευφραινούση δόξη.
Ούτω και εν ημίν ηνίκα αξιωθή ο νους αισθάνεσθαι της μελλούσης μακαριότητος, και εαυτού επιλανθάνεται και πάντων των ενθάδε και ουκ έτι έξει κίνησιν εν τισι.
Τούτου ένεκεν μετά πεποιθήσεως θαρρεί τις λέγειν, ότι πάσαν αρετήν γινομένην και πάσαν τάξιν προσευχής, είτε εν σώματι είτε εν διανοία, το αυτεξούσιον του θελήματος οδη­γεί και κινεί, και αυτόν τον νουν τον όντα βασιλέα των παθών δια των αισθήσεων.
Ηνίκα δε του Πνεύματος η διοίκησις και η οικονομία κυριεύει του νοός, του των αισθήσεων και λογισμών οικονόμου, αφαιρείται το αυτεξούσιον από της φύσεως, και οδηγία οδηγείται τότε και ούχ οδηγήσει.
Και που τότε έσται η προσευχή, ηνίκα η φύσις μη ισχύη εξουσίαν έχειν καθ9 εαυτής, αλλ' ετέρα δυνάμει οδηγείται ένθα ου γινώσκει, ουδέ τάς κινήσεις της διανοίας κατορθώσαι δυνηθή εν οίς αν βούληται, άλλ' αιχμαλωσία κατακρατείται εν τη ώρα εκείνη και ύπ' αυ­τής οδηγείται ένθα ουκ αισθάνεται; Άλλ' ουδέ θέλησιν έξει τηνικαύτα, ούτε ει εν σώματι εστίν ή έκτος του σώματος οίδε, κατά την της Γραφής μαρτυρίαν.
Λοιπόν έσται άρα τω ούτως αιχμαλωτισθέντι και εαυτόν μη ειδότι προσευχή; Δία τούτο μηδείς βλασφημείτω και λέγειν θαρρείτω, δυνατόν είναι προσεύχεσθαι την πνευματικήν προσευχήν.
Ταύτη γαρ τη τόλμη καταχρώνται οι μετά αλαζονείας Προσευχόμενοι και ιδιώται τη γνώσει και εαυτοίς καταψεύδονται, ότι, όταν βούλωνται, προσεύχονται την πνευματικήν προσευχήν.
Οι δε ταπεινόφρονες και νοήμονες συγκαταβαίνουσι μαθείν παρά των Πατέρων και γνώναι τους όρους της φύσεως, και ταύτη τη τόλμη τάς εαυτών διανοίας δούναι ουκ ανέχονται.
Ερώτησις.
Και τίνος ένεκεν, επεί ουκ εστί προσευχή, τη της προσευχής επωνυμία προσαγορεύεται αυτή η ανεκλάλητος χάρις; Άποκρισις.
Το αίτιον ούτως είναι λέγομεν διότι εν τω καιρώ της προσευχής δίδοται τοις αξίοις και εκ της προσευχής έχει την αφορμήν.
Καθότι ουκ εστί ταύτη τη επιδόξω τόπος επιφοιτήσεως, άλλ' η τον τοιούτον καιρόν κατά την των Πατέρων μαρτυρίαν.
Δια τοι τούτο τη επωνυμία της προσευχής προσαγορεύεται, διότι εκ της προσευχής οδηγείται ο νους προς εκείνην την μακαριότητα, και δια το την προσευχήν ταύτης είναι αιτίαν και εν άλλοις καιροίς χώραν ουκ έχειν, ως δηλούσι τα συγγράμματα των Πατέρων.
Είδομεν γαρ πολλούς των α­γίων, ως και εν τοις βίοις αυτών εστίν, ισταμένους εις προσευχήν και αρπαγέντας τον νουν.
Αλλ' εάν τις ερώτηση, Τίνος χάριν εν τω καιρώ τούτω μόνον γίνονται ταύτα τα μεγάλα και ανεκλάλητα χαρίσματα;Ερούμεν Διότι εν τούτω τω καιρώ πλέον παντός καιρού ο άν­θρωπος ηυτρεπισμένος και συνηγμένος τυγχάνει του προσέχειν τω Θεώ και επιθυμών και εκδεχόμενος παρ αυτού το έλεος.
Και συντόμως ειπείν, καιρός εστί στάσεως της επί του βασιλέ­ως πύλης εις το δέεσθαι.
Και η αίτησις του δεομένου και παρακαλούντος εν τούτω τω καιρώ πρέπει δοθήναι.
Ποιος γαρ άλ­λος καιρός εστίν, εν ω ο άνθρωπος ηυτρεπισμένος και εν παραφυλακή τυγχάνει, ως ο καιρός εν ω προσεύχεσθαι μέλλει; Ή πρέπον εστίν ίσως εν τω καιρώ εν ω καθεύδει ή εργάζεται τι ή πεφυρμένος τον νουν γίνεται, τυχείν ενός των τοιούτων; Ιδού γαρ, ει και οι άγιοι καιρόν αργίας ου έχουσι, διότι εν πάση ώρα ησχολημένοι είσιν εν τοις πνευματικοίς, αλλ ούν εστίν όταν μη εν ετοιμασία της προσευχής ιστάμενοι ώσι πολλάκις γαρ ή μελετώσιν εν τισι των εν τη βίβλω ή εν τη θεωρία των κτισμά­των, μετά και των άλλων των όντων επωφελών.
Αλλ΄εν τω καιρώ της προσευχής, τω Θεώ μόνω προσέχει του νοός η θεωρία και προς αυτόν τείνει πάσας τας κινή­σεις αυτού και δεήσεις εκ καρδίας μετά σπουδής και θέρμης δι­ηνεκούς προσάγει αύτω.
Και δια τούτο εν τούτω τω καιρώ, εν ω μονωτάτη φροντίς έγκειται τη ψυχή, πρέπον εστίν εξ αυτού βρύειν θείαν ευμένειαν.
Ιδού γαρ βλέπομεν, ότι ηνίκα ό ιερεύς ευτρεπισθή και εις προσευχήν στη, εξευμενιζόμενος το θείον και δεόμενος και συνάγων τον νουν, τότε επιφοιτά το Πνεύμα το άγιον επί τω άρτω και τω οίνω τω επιτεθειμένω επί τω θυσιαστηρίω.
Καί τω Ζαχαρία δε εν τω καιρώ της προσευχής ώφθη ο Άγγελος και τον Ιωάννου τόκον προευηγγελίσατο.
Ομοίως και τω Πέτρω επί τω δωματίω προσευχομένω εν τω καιρώ της έκτης ώρας ώφθη η οπτασία η οδηγήσασα έπι την των εθνών πρόσκλησιν, δια της κατενεχθείσης ουρανόθεν οθό­νης και των εν αυτή ζώων.
Και τω Κορνηλίω προσευχομένω ώφθη Άγγελος και είπεν αυτώ τα περί αυτού γεγραμμένα.
Καί πάλιν Ίησού, τω υιώ Ναυή, επί πρόσωπον κεκυφότι εν προσ­ευχή, ελάλησεν αυτώ ο Θεός.
Καί πάλιν εκ του ιλαστηρίου του άνωθεν της κιβωτού, εξ ου ο ιερεύς εμυείτο θεόθεν τάς οπτασίας εκάστου των οφειλομένων εν τω καιρώ, εν ω ο αρ­χιερεύς άπαξ του ενιαυτού εισήρχετο εν τω φρικώδει καιρώ της προσευχής, των φυλών πασών των υιών Ισραήλ συνηγμένων και εν τη εξωτέρη ισταμένω σκηνή εις προσευχήν, ηνίκα εισήρχετο ο αρχιερεύς εις τα άγια των άγιων και έρριπτεν εαυ­τόν επί πρόσωπον, ήκουε των λογίων του Θεού δι' οπτασίας φοβέρας και ανεκλαλήτου.
Ω τι φοβερόν εκείνο το μυστήριον, ό ελειτουργείτο εν εκείνω τω πράγματι! Ούτω και πασαι αι οπτασίαι αι εν τοις αγίοις φανείσαι εν τω καιρώ της ευχής γίνονται.
ι Ποίος γαρ καιρός έτερος άγιος και τω αγιασμώ πρέπων εν τη εισδοχή των χαρισμάτων, ως ο της προσευχής καιρός, εν ω συνδιαλέγεται τις τω Θεώ; Εν τούτω γαρ τω καιρώ, εν ω αι προς Θεόν λιταί και δεήσεις και αι μετ' αυτού συντυχίαι γίνονται, πάσας τάς κινήσεις και ενθυμήσεις πανταχόθεν μετά βίας συνάγει ο άνθρωπος και εν τω Θεώ μόνω διαλογίζεται και την καρδίαν αυτού εμπιπλαμένην εξ αυτού έχει, καντεύθεν συνίησι τα ακατάληπτα το γαρ Πνεύμα το άγιον κατά το μέτρον εκάστου κινείται εν αυτώ, και εξ ων τις προσεύχεται ύλην λαβών, κινείται εν αυτώ.
'Ώστε εν τη προσοχή ή προσευχή εκκόπτεται της κινήσεως και εν τη εκπλήξει καταπλήττεται και καταποθείται ο νους και της επιθυμίας του ίδιου αιτήματος επιλανθάνεται.
Και εν βαθεία μέθη βαπτίζονται αι κινήσεις αυτού και ουκ εστίν εν τούτω τω κοσμώ, και τότε ουκ έσται εκεί διαφορά ψυχής ουδέ σώματος ούτε τινός μνήμη.
Καθώς εφη ο θείος και μέγας Γρηγόριος «Προσευχή εστί καθαρότης νοός, ήτις μόνη εκ του φωτός της αγίας Τριάδος μετ' εκπλήξεως τέμνεται».
Οράς πώς τέμνεται η προσευχή δια της εκπλήξεως της κατανοήσεως εκείνων των εξ αυτής τικτομένων εν τω νοί, καθώς προέφην εν τη αρχή του συγγράμματος και εν άλλοις πολλοίς τόποις; Και πάλιν ο αυτός έχει.
«Καθαρότης νοός εστί μετεωροπορία των νοητών, ήτις αμιλλάται τη ουρανίω χροιά, έφ' η διαυγάζει εν τω καιρώ της προσευχής το φως της αγίας Τριάδος».
Ερώτησις.
Και πότε αξιουταί τις ταύτης της χάριτος όλης; Απόκρισις.
Εν τω καιρώ της προσευχής, φησίν, όταν ο νους αποδύηται τον παλαιόν άνθρωπον και ενδύηται τον νέον της χάριτος, τότε την εαυτού καθαρότητα όψεται ομοίαν τη επουρανίω χροιά, ήτις Θεού τόπος υπό της γερουσίας των υιών Ισραήλ ωνόμασται, ηνίκα ώφθη αυτοίς εν τω όρει.
Ουκούν, ως είπον, ουχί πνευματικήν προσευχήν δεί καλείν ταύτην την δωρε­άν την χάριν, αλλά τοκετόν της καθαράς προσευχής, της δια του αγίου Πνεύματος καταπεμπομένης.
Τότε ο νους εκείσε υπεράνω της προσευχής γίνεται και εν τη ευρέσει της κρείττονος, η προσευχή καταλείπεται.
Και τότε ου προσευχή προσεύχεται, αλλ9 εν εκστάσει γίνεται εν τοις ακαταλήπτοις πράγμασι, τοις υπερκειμένοις του των θνησκόντων κόσμου, και σεσίγηται εν αγνοία πάντων των ενθάδε.
Αύτη εστίν η άγνοια, η υπέρτερα της γνώσεως, ήτις είρηται.
Αύτη εστί περί ης είρηται, μακάριος ο καταλαβών την άγνοιαν, την της προσευχής αχώριστον, ης αξιωθείημεν χάριτι του μονογενούς Υιού του Θεού.
Ω πρέπει πασά δόξα, τιμή και προσκύνησις νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΛΓ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΤΩΝ ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΗΝΕΚΟΥΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΠΟΑΥΜΕΡΩΣ ΩΦΕΛΟΥΜΕ­ΝΩΝ, ΕΑΝ ΤΙΣ ΕΝ ΛΙΑΚΡΙΣΕΙ ΑΝΑΓΙΝΩΣΚΩΝ ΦΥΛΑΤΤΗι ΑΥΤΑ[Επεξεργασία]

Το βεβαιωθήναι τινα εν τη αιτήσει της ευχής αυτού εν τη ελπίδι του Θεού, τούτο μέρος άριστον της χάριτος της πίστεως.
Βεβαίωσις δε της εις Θεόν πίστεως ουκ εστίν η υγεία της ομολογίας, ει και μήτηρ εστί της πίστεως, αλλά ψυχή η θεωρούσα την αλήθειαν του Θεού εκ της της πολιτείας δυνάμεως.
Όταν εύρης εν ταίς αγίαις Γραφαίς την πίστιν μεμιγμένην ταίς πολιτείαις, ουχί περί της ορθής ομολογίας θήσεις την περί αυτής θεωρίαν.
Ουδέποτε γαρ καταλαμβάνεται η πίστις, η παρέχουσα πληροφορίαν της ελπίδος, εκ των αβαπτίστων ή εκ των εφθαρμένων την διάνοιαν εκ της αληθείας.
Πληροφορία γαρ της πίστεως αποκαλύπτεται τοις υψηλοίς εν τη ψυχή, κατά την αναλογίαν των τρόπων των προσεχόντων εις την δι Η διηνεκής μελέτη εν τη Γραφή το φως εστί της ψυχής.
Αύτη γαρ ενσημαίνει τη ψυχή μνήμας ωφελίμους, του παραφυλάξασθαι εκ των παθών, του διαμένειν τε εν τω προς Θεόν πόθω, εν τη αγνεία της προσευχής, αλλά και κατευθύνει έμπροσθεν ημών οδόν ειρήνης των ιχνών των αγίων.
Όμως μή διστάσης εις τάς ευχάς ημών των στίχων, ότε ουκ ακολου­θεί αυταίς πολύ εξυπνισμός και κατάνυξις διηνεκής, ή εν ταίς ευχαίς ή εν τη αναγνώσει κατά πάσαν ώραν.
Λόγους από πείρας λεγομένους εξ ανάγκης δέχου, ει και ο λαλών αυτούς ιδιώτης εστί.
Διότι οι θησαυροί των βασι­λέων οι μεγάλοι των επί της γης ου καταφρονούσι δέξασθαι προσθήκην αβόλου απαιτητού και εκ των ρυάκων των μικρών πλημμυρούνται οι ποταμοί και μεγαλύνονται εν τη ρύσει αυτών.
Περι φυλακής μνημών Εάν γαρ η μνήμη των αγαθών ανακαινίζη εν ημίν την αρετήν, όταν ταύτα διαλογιζώμεθα, δήλον ότι και η μνήμη της ακολασίας ανακαινίζει εν τη διάνοια ημών επιθυμίαν αισχράν, όταν αυτής μνημονεύσωμεν.
Διότι η έκαστου τούτων μνήμη διαφοράν των πραγμάτων ενσημαίνει και διαγράφει εν τοις διαλογισμοίς ημών και δεικνύει ημών ώσπερ εν δακτύλω, ή των λογισμών ημών αισχρότητα ή το της πολιτείας της ημε­τέρας υψηλόν, και κραταιοί εν ημίν τους λογισμούς και τάς κινήσεις, ήτοι των δεξιών ή των αριστερών.
Και γινόμεθα μελετώντες εν τω κρυπτώ της διανοίας ημών, και εικονίζεται ο με­ρισμός της πολιτείας ημών εν τη μελέτη της διανοίας ημών, ίνα εξ ανάγκης θεωρώμεν εαυτούς διαπαντός.
Λοιπόν, ουχί η μελέτη μόνη βλάπτει τον έχοντα αυτήν, αλλά συν αυτή και η θεωρία και η μνήμη πάλιν η ταύτα αναπληρούσα.
Και ου μόνη η εργασία της αρετής βοηθεί τω τελειούντι αυτήν μεγάλως, αλλά καί η φαντασία της διανοίας, η εικονιζόμενη εκ της μνήμης των προσώπων των εργασαμένων αυτήν.
Καί εκ τούτου γνωστόν εστίν, ότι οι πλείστοι, οι την τάξιν της καθαρότητος φθάσαντες προς θεωρίαν τινών αγίων, αξιούνται εν τη θεωρία της νυκτός πάντοτε, και εν τη ημέρα κατά πάσαν ώραν ύλη αυτοίς χαράς εγγίνεται εν τη της διανοίας νοητή αδολεσχία η τούτων θεωρία σφραγισθέντων εν ταίς ψυχαίς αυτών.
Και τούτου χάριν εν θερμότητι προσέρχονται τη εργασία των αρετών καί φλόξ περισσή εμπίπτει εν αυτοίς εις την επιθυμίαν αυτών.
Καί λέγουσιν ότι οι άγιοι άγγελοι λαμβάνουσι τα ομοιώματα τίνων αγίων, των τιμίων και αγαθών, καί δεικνύουσιν αυτά εν τη φαντασία του ύπνου τη ψυχή εν τω μετεωρισμώ των διαλογισμών αυτής, εις χαράν και περιποίησιν και αγαλλίαμα.
Και εν ημέρα κινούσιν αυτά αεί εν τη των λογισμών αυτών θεωρία, και ελαφρύνεται η εργασία αυτής εκ της χαράς των αγίων.
Ούτω και εν τη συνεχεία των πολέμων.
Ό έχων συνήθειαν μελετάν εν τοις κακοίς, υπό των δαιμόνων εν τη ομοιότητι ταύτη φαντάζεται.
Λαμβάνουσι γαρ ομοίωσιν καί δεικνύουσι τη ψυχή φαντασίας πτοούσας αυτήν, πλέον εν τη μνήμη τη ημερινή εν τούτοις μεσάζοντες.
Καί ποτέ μεν εν τη θεωρία ταύτη τη φοβερά, τη πτοούση την ψυχήν, ασθενείν αυτήν ποιουσι, ποτέ δε πάλιν δεικνύουσιν αυτή την δυσχέρειαν της πολι­τείας, την εν τη ησυχία και τη μονώσει και έτερα τίνα.
Καί ημείς ούν, αδελφοί, περί του προσέχειν ταίς μνήμαις και τούτων τεκμαίρεσθαι την κατάστασιν της ψυχής, λάβωμεν άρτι το διακρίνειν αεί εν ταίς μνήμαις της μελέτης ημών, ποίαις ομιλούμεν αυτών και ποίαις αποδιώκομεν αφ' ημών ταχέως, όταν προσεγγίσωσι τω φρονήματι ημών, εάν ταίς εκ της προνοίας διαμονών των ριπτόντων την ύλην τοις πάθεσιν, είτε ταίς εκ της επιθυμίας και του θυμού, ή ταίς εκ των αγίων Αγγέλων των παρεχόντων το νεύμα της χαράς και της γνώσεως, τάς μνήμας τε τάς εν τοις λογισμοίς τάς εξυπνιζούσας ημάς εν τω προς ημάς αυτών πλησιασμώ, ή ταίς εκ των προλήψεων των προλαβουσών εν αισθήσει, εξ ων κινούν­ται εν τη ψυχή οι λογισμοί, οι αρπάζοντες εν τω μέρει τω ένι εξ αυτών.
Την δε πείραν των δύο τούτων εν τη διαγνώσει της διακρίσεως κτησόμεθα, την θεωρίαν τε αυτών και την ομιλίαν και την εργασίαν των έργων αυτών, και εκάστη εξ αυτών ακολουθείν ποιήσομεν ευχήν αφωρισμένην.
Περί διαφοράς της αγάπης Η αγάπη, ή εκ τίνων γινομένη πραγμάτων, ως λαμπάς εστί μικρά εκ του ελαίου εκτρεφομένη, και ούτω συνίσταται το φως αυτής ή και ως χείμαρρος ρέων εκ του υετού, ούπερ η ρεύσις καταπαύεται, της συνιστώσης αυτόν ύλης λείψιν παθούσης.
Η αγάπη δε, η τον Θεόν αίτιον έχουσα, ως πηγή εστί βρύουσα και ουδέποτε τα ρεύματα αυτής ανακόπτεται αυτός γαρ μόνος εστί της αγάπης πηγή και ανελλιπής η ύλη αυτής.
Πώς οφείλεις εύχεσθαι αρεμβάστως Θέλεις τρυφήσαι εν τη στιχολογία της λειτουργίας σου και λαβείν αίσθησιν των λογίων του Πνεύματος των υπό σου λεγομένων; Τελείως την ποσότητα άφες και την γνώσιν των μέτρων των εν αυτοίς μή στήσης και τους στίχους ίνα λέγης ως εν τοις τρόποις της ευχής, και τον εκστηθισμόν τον συνήθη κατάλειψαι, και νόησον όπερ σοι λέγω.
Και όπερ ιστορικώς είρηται, ως εν αναγνώσει τινός των υπό Θεού κυβερνωμένων, έστω η διάνοια σου θεωρούσα εν τη μελέτη αυτών, έως αν εις τάς κατανοήσεις αυτών τάς μεγάλας εξυπνισθή σου η ψυχή τη εκπλήξει της οικονομίας και εκ τούτου κινηθήναι ή είς δοξολογίαν ή είς λύπην επωφεληθή.
Και ει τι εστίν είς ευχήν, καθ' εαυτού λάβε.
Και όταν βεβαιωθή η διάνοια εν τούτοις, η σύγχυ­σις έκτοτε δίδωσι τόπον και απέρχεται.
Ούκ έστι γαρ εν τη εργασία τη δουλική ειρήνη της διανοίας, ουδέ εν τη ελευθερία των τέκνων σύγχυσις της ταραχής.
¨Εθος γαρ έχει η σύγχυσις αφαιρείν την γεύσιν της συνέσεως και της κατανοήσεως και σκυλεύσαι τα νοήματα τα εν αυτοίς, καθάπερ βδέλλα η συμπίνουσα την ζωήν των σωμάτων εν τω αίματι των μελών αυτών.
Και γαρ όχημα διαβόλου, ει δυνατόν, πρέπει ονομάζεσθαι την σύγχυσιν.
Διότι ό Σατανάς κατά την ομοίωσιν του ηνιόχου έθος έχει επιβαίνειν τω νω και λαμβάνειν το άθροισμα μετ' αυτού των παθών και εισέρχεσθαι είς την ταλαίπωρον ψυχήν και καταποντίζειν αυτήν εν συγχύσει Και τούτο δε εν διακρίσει νόησον.
Μη γίνου εν τοις στίχοις της ψαλμωδίας σου ως παρ' άλλου δεχόμενος τους λόγους, ίνα μη οιηθής το έργον της μελέτης πληθύνειν αδιαλεί­πτως, και της κατανύξεως και της χαράς της εν αυτοίς παρέλθης τελείως αλλ' ως εξ εαυτού, ίνα λέγης τους λόγους σου εν τη δεή­σει σου εν κατανύξει και κατανοήσει της διακρίσεως, ως ο συνιων το έργον αυτού αληθώς.
Σημείωσαι πόθεν τίκτεται η ακηδία και πόθεν ο μετεωρισμός Η ακηδία εκ του μετεωρισμού της διανοίας, και ούτος εκ της των έργων αργίας και της αναγνώσεως και της μα­ταίας συντυχίας ή γίνεται, της γαστρός πεπληρωμένης.
Ότι ού δει αντιλέγειν τοις λογισμοίς, αλλά παραρριπτείν εαυτόν τω Θεώ Ο μη αντιλέγων τοις εν ημίν υποσπειρομένοις υπό του εχθρού λογισμοίς, αλλά δια της προς τον Θεόν ικεσίας την προς αυτούς ομιλίαν εκόπτων, τούτο σημείον εστίν, ότι εύρεν ο νους σοφίαν παρά της χάριτος και εκ πολλών έργων ηλευθέρωσεν αυτόν η γνώσις αυτού η αληθινή.
Και εν τη εύρεσει της συντόμου τρίβου, ην έφθασε, τον πολύν μετεωρισμόν της μακράς οδού εξέκοψε.
Διότι ουκ εν παντί καιρώ έχομεν δύναμιν αντιλέγειν πάσι τοις λογισμοίς, τοις αντικειμένοις ημίν, ώστε παύσαι αυτούς, αλλά πολλάκις λαμβάνομεν πληγήν εξ αυτών, την μη θεραπευομένην εν πολλώ καιρώ.
Εξ εναντίας γαρ τούτων των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρει εαυ­τόν δογματίσαι.
Και γίνεται τούτο αυτοίς παρασκευή, εν η δυνήσονται πλήξαί σε υπέρμετρα της σοφίας σου και της φρονήσεώς σου.
Αλλά και ότε νικήσεις αυτούς συ, ο ρύπος των λογισμών μολύνει την διάνοιάν σου και η οσμή της δυσωδίας αυ­τών πολλήν εναπομένει καιρόν τη οσφρήσει σου.
Εν τω πρώτω δε τρόπω εκ τούτων απάντων μετά του φόβου γίνη ελεύθερος.
Διότι ουκ έστι βοήθεια άλλη, ως ο Θεός.
Περί δακρύων Τά δάκρυα τα εν τη ευχή σημείον εστί του ελέους του Θεού, ούπερ ηξιώθη η ψυχή εν τη εαυτής μετάνοια, και ότι προσεδέχθη και ήρξατο εισέρχεσθαι εις πεδιάδα της καθαρότητος εν τοις δάκρυσιν.
Εάν γαρ μη αρθώσιν οι λογισμοί των παρερχομένων και ρίψωσιν εξ εαυτών την ελπίδα του κό­σμου και κινηθή εξ αυτών η καταφρόνησις αυτού και άρξωνται αγαθά εφόδια της εξόδου αυτών παρασκευάζειν και άρξωνται εν τη ψυχή λογισμοί κινείσθαι των όντων εκείσε, ου δύνανται οι οφθαλμοί δακρύειν.
Τα δάκρυα γαρ εκ της ακραιφνούς αδολεσχίας και αμετεωρίστου, των λογισμών τε των πολλών και συνεχών και ακλινώς γινομένων, και εκ μνήμης τινός λεπτού γινομένου εν τη διάνοια και λυπούντος την καρδίαν εκ της μνήμης αυτού.
Και εκ τούτων τα δάκρυα πληθύνονται και επί πλέον αυξάνονται.
Περί εργόχειρου και φιλαργυρίας Όταν στραφης εις το έργον των χειρών εν τη διαμονή της ησυχίας σου, μη θήσης την εντολήν των Πατέρων κά­λυμμα της φιλαργυρίας σου.
'Έργον μικρόν έστω σοι χάριν της ακηδίας σου, το μη ταράσσον τον νουν.
Εάν σύνην τω έργω χρήσασθαι πλέον επιθυμής, γνώθι, ότι η ευχή ανωτέρα ταύτης εστίν εν τη τάξει αυτής.
Εάν δε δια την χρείαν του σώματος σου, ει μη άπληστος η, αρκεί σοι εις πλήρωσιν της χρείας σου εκείνο, όπερ ο Θεός οικονομεί σοι.
Ουδέ ποτέ γαρ αφήκεν ο Θεός τους εργάτας αυτού ενδεείς γενέσθαι των παρερχομένων.
«Ζητείτε γαρ πρώτον», είπεν ο Κύριος, «την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», προ του αιτήσασθαι υμάς.
Είπε γαρ τις των άγιων, ότι ουχί αύτη εστίν η τάξις της πολιτείας σου, του κορέσαι τους πεινώντας και γενέσθαιτο κελλίον σου ξενοδοχείον των ξένων.
Αύτη γαρ η πολιτείατων κοσμικών εστί και μάλλον αυτοίς πρέπει ως καλόν, ουχίτοις αναχωρηταίς και ελευθέροις των ορωμένων και φυλάττουσι τον νουν αυτών εν τη προσευχή.

ΛΟΓΟΣ ΛΔ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΩΝ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΛΟΓΟΙ[Επεξεργασία]

Μή ψηφίσης αργίαν την έκτασιν της ευχής της αμετεωρίστου, της συνηγμένης και μακράς, δια το καταλείψαί σε τους ψαλμούς.
Πλέον δε της μελέτης της στιχολο­γίας, τας μετανοίας εν τη προσευχή αγάπησον.
Ότε δώσει σοι χείρα αύτη, τον τόπον της λειτουργίας αναπληροί, και ότε εν ' αυτή τη λειτουργία δοθή σοι το χάρισμα των δακρύων, μη ψήφισης την εν αύτοις τρυφήν αργίαν εξ αυτής.
Πλήρωμα γαρ της ευχής η χάρις η των δακρύων.
Εν τω καιρώ, εν ω η διάνοια σου εσκορπισμένη εστί, πλέον της ευχής τη αναγνώσει έμμεινον.
Ου πάσα δε γραφή ωφέλιμος, καθώς ερρέθη.
Πολύ πλέον των έργων την ησυχίαν αγάπησον.
Τίμησον την ανάγνωσιν, εί δυνατόν, κρείττον της στάσεως.
Αύτη γαρ πηγή εστί της καθαράς ευχής.
Μη ούν αμελήσης παντελώς, νήφε δε εκ του μετεωρισμού.
Της γάρ πολιτείας ρίζα η ψαλμωδία.
'Όμως και τούτο γνώθι, ότι της στιχολογίας της μετά του μετεωρισμού, τα έργα του σώματος πλέον ωφελούσι, το δε λυπείσθαι κατά διάνοιαν, τον κόπον υπερβάλλει του σώματος.
Εν τω καιρώ της αμελείας νήφε και κίνησον μικρόν τον τον ζήλον μεγάλως γαρ εξυπνίζει την καρδίαν και διαθερμαίνει τα νοήματα της ψυχής.
Εξ εναντίας της επιθυμίας εν τω της αμελείας καιρώ, τη φύσει ο θυμός βοηθεί λύει γαρ την ψυχρότητα της ψυχής.
Εκ τούτων γαρ των αιτίων είωθεν έρχεσθαι καθ ημών η αμέλεια η εκ του βάρους της γαστρός ή εκ των πολλών έργων.
Η ευταξία της εργασίας το φως εστί επί του φρονήματος.
Ουκ εστίν άλλο τι, ως η γνώσις.
Πάσα ευχή ην προσφέ­ρεις εν τη νυκτί, πασών των της ημέρας πράξεων έστω εν οφθαλμοίς σου τιμιωτέρα.
Μη βαρύνης την γαστέρα σου, ίνα μη συγχυθή η διάνοια σου και έση τεταραγμένος εν τω μετεωρισμώ, όταν αναστής νυκτός και εκλυθώσι τα μέλη σου και αυ­τός ευρέθης γυναικώδους πεπληρωμένος χαυνώσεως, ου μην δε, αλλά και η ψυχή σου εσκοτισμένη και τα νοήματα σου τεθολωμένα και ου δύνη συνάξαι αυτά παντελώς εν τη στιχολογία,δια την σκότωσιν, και μωραίνηται εν σοι η των πάντων γεύσις, και ου γλυκαίνηταί σοι η στιχολογία της ψαλμωδίας, ης δια της ελαφρότητος και λαμπρότητος της διανοίας ο νους είωθε γεύεσθαι μεθ' ηδονής της εν αυτή διαφοράς.
Όταν γαρ η ευταξία της νυκτός ταραχθη, τότε και εν τη ημερίνη εργασία γίνεται ο νους συγκεχυμένος, και εν σκοτώ­σει διαπορευόμενος και εντρυφά.
Επιπίπτει γαρ ως καταιγίς επί τα νοήματα, και εάν εις ευχήν κινηθή και εάν είς μελέτην.
Η ηδονή γαρ η εν ημέρα διδομένη τοις ασκηταίς εκ του φωτός της εργασίας της νυκτός βρύει επί τω νω τω καθαρώ.
Έκαστος άνθρωπος, ος ου έλαβε πείραν της ησυχίας της μακράς, μη προσδοκήση μαθείν εξ εαυτού τι πλέον εν τοις αγαθοίς της ασκήσεως, ει και μέγας εστί σοφός και διδά­σκαλος, έχων πολλά κατορθώματα.
Παραφύλαξαι, μη επί πλέον εξασθένηση το σώμα σου, ίνα μη ενδυναμωθή κατά σου η αμέλεια και ψυχράνη την ψυχήν σου εκ της γεύσεως της εργασίας αυτής.
Ως εν ζυγώ αρμό­ζει σταθμίσαι έκαστον την εαυτού πολιτείαν.
Εν τω καιρώ, εν ω κορέννυσαι, παραφύλαξαι ολίγον εκ της προς εαυτόν παρρη­σίας.
Εν σωφροσύνη έστω το κάθισμα σου και εν τη ώρα της χρείας σου.
Μάλιστα δε γίνου σώφρων και καθαρός εν τη ώρα του ύπνου σου, και παρατετηρημένος, ου μόνον εν τω λογισμώ σου, αλλά και εν τοις μέλεσί σου.
Φυλάττου εκ της οίήσεως εν τη ώρα των καλών αλλοιώσεων.
Την ασθένειαν σου και την ιδιωτείαν σου προς την λεπτότητα αυτής της οιήσεως εν προ­σευχή σπουδαίως δείξον τω Κυρίω, ίνα μη καταλειφθής πειραθήναι εν τοις αισχροίς.
Η πορνεία γαρ ακολουθεί τη υπερηφανία και τη οιήσει η πλάνη.
Εν τοις έργοις των χειρών σου προς την χρείαν σου έργασαι, μάλλον δέ προς δεσμόν τον εν τη ησυχία σου.
Μη ασθενήσης εν πεποιθήσει σου προς τον προνοητήν σου.
Οικονομίαι γαρ θαυμαστοί γίνονται εν τοις οίκείοις αυτού.
Διότι εν ερήμω αοικείτω οικονομεί τους εν πεποιθήσει αυτού καθήμε­νους ουκ εν χερσίν ανθρώπων.
Εάν επισκέψηταί σε ο Κύριος εν τοις σωματικοίς χωρίς έργον, ότε συ αγωνίζη εν τη επιμε­λεία της ψυχής σου, κινείται τότε εν σοι και λογισμός εκ της μηχανής του διαβόλου, του φονευτού, ότι η αιτία της προνοίας ταύτης απάσης πάντως εκ σου εστί.
Και τότε συνάμα τούτω τω λογισμώ παύεται εκ σου και η πρόνοια του Θεού, και αυτή τη ώρα βρύουσι κατά σου πλείστοι πειρασμοί, είτε εκ της αμε­λείας του προνοητού είτε εκ των ανακαινισμών των πόνων και των νοσημάτων των κινουμένων εν τω σώματι σου.
Ουκ εκ μόνης δε της κινήσεως του λογισμού αμελεί ο Θεός, αλλά και εκ του διαμείναι την διάνοιαν εν αυτή.
Εκ της κινήσεως γαρ της ακουσίου ου παιδεύει και κρίνει ο Θεός τον άνθρωπον, ουδέ εάν προς ώραν συμφωνήσωμεν αύτη.
Και εάν αύτη τη ώρα κεντήσωμεν το πάθος και η κατάνυξις φθάση ημάς, ου λογοθετεί ο Κύριος εις την τοιαύτην αμέλειαν ημάς, άλλ' εις εκείνην, ην η διάνοια αληθώς εδέξατο και ανεπαισθήτως προσβλέ­πει αυτή και ως καθήκουσαν και ωφελούσαν εδέξατο αυτήν, και ουκ έλογίσατο αυτήν φροντίδα δεινήν.
Ημείς αεί τούτο προσευξώμεθα τω Κυρίω.
Χρίστε το πλήρωμα της αληθείας άνατειλάτω η αλήθεια σου εν ταίς καρδίαις ημών και κατά το θέλημα σου γνώμεν πορευθήναι εν τη οδώ σου.
Ότε λογισμός τις πονηρός ενσπαρεί σοι, είτε τούτων των από μακράν όντων είτε των προλήψεων, και συνεχώς δεικνύει εαυτόν τω νοΐ, γνώθι αληθώς, ότι παγίδα κρύψει σοι άλλ' έξυπνίσθητι και νήφε εν καιρώ.
Ει δε εστίν εκ τούτων των του μέρους των δεξιών και των αγαθών, γνώθι ότι τρόπον τινά ζωής θέλει ο Θεός δούναι σοι, και δια τούτο αεί έξωθεν του έθους κινείται εν σοι εάν δε σκοτεινός λογισμός ή και διστάζης εν αυτώ, ότι ου δύνη τηλαυγώς φθάσαι, εάν τε οικείος ή κλέπτης ή, ή άντιλήπτωρ ή ενεδρευτής, ος εν σχήματι αγαθώ εκρύβη, έν ευχή εκτενεί και οξυτάτη, νυκτός και ημέρας, εν αγρυπνία πολλή παρασκευασθώμεν κατ' αυτού.
Μη ώθησης αυτόν, μηδέ συμφωνήσης αυτώ, άλλ' ευχήν εν σπουδή και θερμότητι ποίησον υπέρ αυτού.
Και μη σιώπησεις επικαλέσασθαι τον Κύριον, και αυτός δεικνύει σοι αυτόν πόθεν εστίν.
Περί της σιωπής Υπέρ πάντα την σιωπήν αγάπησον, ότι προσεγγίζει σοι προς καρπόν ή γλώσσα γαρ ασθενεί προς την εξήγησιν αυτού.
Πρώτον μεν βιασώμεθα εαυτούς σιωπάν, και τότε εκ της σιωπής γεννάται ημίν τι οδηγούν ημάς εις αυτήν την σιωπήν.
Δώη σοι ο Θεός αισθηθήναι τίνος γεννωμένου εκ της σιωπής.
Εάν δε εν ταύτη τη πολιτεία άρξη, ουκ έπίσταμαι εγώ πόσον φως ανατελεί σοι εντεύθεν.
Μη λογίση, ώ αδελφέ, ότι όπερ ερρέθη επί του θαυμάσιου εκείνου Αρσενίου, ότε παρέβαλον αυτώ οι πατέρες και οι αδελφοί οι ερχόμενοι του θεάσασθαι αυτόν, και εκαθέζετο μετ' αυτών σιωπών και εν τη σιωπή ην απολύων αυτούς, εν θελήματι μόνον τούτο έποίει, αλλ ' έπει εξ αρχής εις τούτο εαυτόν εβιάσατο.
Ηδονή τις τίκτεται εν τη καρδία εκ της γυμνασίας της εργασίας ταύτης μετά καιρόν και εν βία οδηγεί το σώμα τη ησυχία, και πλήθος δακρύων τίκτεται ημίν εν ταύτη τη πολιτεία.
Και εν τη θεωρία τη θαυμαστή αισθάνεται τίνος εν αυταίς η καρδία διακριτικώς εν καιρώ μετά πόνου και εν καιρώ εκ του θαύματος.
Σμικρύνεται γαρ η καρδία και γίνε­ται ως νήπιον, και ότε άρξεται εν τη ευχή, προεπιρρέουσι τα δάκρυα.
· Μέγας εστίν άνθρωπος ο εν τη υπομονή των μελών εαυτού συνήθειαν κτώμενος θαυμαστήν έσω εν τη εαυτού ψυχή.
Ότε πάντα τα έργα της πολιτείας ταύτης εις εν μέρος θήσεις και την σιωπήν εν άλλω, ευρίσκεις αυτήν υπερβάλλουσαν εν σταθμώ.
Παραινέσεις εισί πολλαί των ανθρώπων ότε ηνίκα τη σιωπή τις προσεγγίσει, περισσή αυτώ η εργασία της φυλα­κής αυτών.
Και ευρίσκονται γενόμεναι περισσοί αι εργασίαι, και αυτός ευρίσκεται υπερυψωθείς αυτών, ότι τη τελειότητι προσήγγισε.
Και γαρ βοήθεια εστί τη ησυχία.
Πως δε τούτο;Ότι αδύνατον, εν τη των πολλών κατασκηνώσει όντων ημών, μη απαντηθήναι ημάς υπό τίνος.
Ουδέ γαρ ό ισάγγελος Αρσένιος, ος υπέρ απαντάς ηγάπησε την ησυχίαν, ηδυνήθη αποστήναι τούτων.
Το γαρ συναντηθήναι ημάς υπό των πατέρων και των αδελφών των όντων μεθ' ημών και η απάντησις αυτών η απροσδοκήτως γινομένη και το απέρχεσθαι αυτόν εν τη εκκλησία ή αλλαχού, ταύτα πάντα ότε είδεν ό άνθρωπος εκείνος ό αξιομακάριστος, ότι ου δυνατόν εστίν αποστήναι τούτων, όσον εστί πλησίον της κατοικήσεως των ανθρώπων, ηνίκα δε ην πολλάκις, μη δυνάμενος μακρυνθήναι εν τόπω της εαυτού κατοικίας εκ του πλησιασμού των ανθρώπων και εκ των μοναστών των κατοικούντων εν εκείνοις τοις τόποις, τούτον τον τρόπον έμαθεν εκ της χάριτος, την διηνεκή σιωπήν.
Και ει ποτέ εξ ανάγκης ήνοιγε την θύραν εαυτου τισιν αυτών, εν τη θεωρία αυτού μόνον ενηυφραίνοντο, η δε ομιλία του λόγου και η χρεία αυτού περιττή εγίνετο μεταξύ αυ­τών.
Πολλοί των Πατέρων εν τη θεωρία ταύτη ήλθον εις κατάστασιν, εις το παραφυλάξασθαι εαυτούς, του λαβείν αυ­τούς προσθήκην του πλούτου του πνευματικού εκ της μαθήσε­ως, ης εδέξαντο εκ της θεωρίας του μακαρίου.
Και τίνες εξ αυτών εν λίθω ή εν σχοινίω εδέσμουν εαυτούς, ή εν λιμώ έτηξαν εαυτούς, εν τω καιρώ, ηνίκα ήθελον προς τους ανθρώπους εξελθείν.
Διότι η πείνα πολύ ωφελεί εις την συστολήν των αι­σθήσεων.
Πολλούς Πατέρας εύρον, αδελφέ, μεγάλους και θαυμαστούς, πλείον των έργων εις την ευταξίαν των αισθήσε­ων πρόνοιαν ποιούμενους και εις το ήθος του σώματος ότι εξ αυτών γεννάται η ευταξία των λογισμών.
Αιτίαι πολλοί έξωθεν του θελήματος συναντώσι τω ανθρώπω και ποιούσιν αυτόν εξελθείν έξωθεν του όρου της ελευθερίας αυτού.
Και ει μη ευρεθείη παραφυλαττόμενος εν τοις εαυτού αισθήσεσιν εν τη αδιαλείπτω συνηθεία, τη προηγησαμένη εν αυτώ, είχον ποιήσαι αυτόν εν πολλώ χρόνω μη ελθείν εις εαυτόν και ευρείν την πρώτην ειρηνικήν εαυτού κατάστασιν.
Προκοπή της καρδίας αδολεσχία εστίν εν τη εαυτής ελπίδι.
Προκοπή της πολιτείας, η εκ πάντων λύσις.
Η μνήμη του θανάτου δεσμός εστίν αγαθός των μελών των έξωθεν.
Δέ­λεαρ ψυχής εστίν η χαρά, η εκ της ελπίδος της εξανθούσης εν τη καρδία.
Αύξησις της γνώσεως αι διηνεκεις δοκιμασίαι εισίν, άς εκ των δύο αλλοιώσεων λαμβάνει ο νους έσωθεν καθ' ήμέραν.
Εάν γαρ και ακηδία ημίν κατά καιρόν εγγένηται δια την μόνωσιν (και τούτο ίσως οικονομικώς παραχωρείται γενέ­σθαι), άλλ' έχομεν παράκλησιν της ελπίδος υπερβάλλουσαν τον λόγον της πίστεως, αν έχομεν εν ταίς καρδίαις ημών.
Και καλώς είπε τις των θεοφόρων, ότι ικανοί ό πόθος του Θεού τω πιστώ γενέσθαι παράκλησις και εν τη απώλεια της εαυτού ψυχής.
Τι γαρ, φησί, βλάπτουσιν αι θλίψεις τον την τρυφήν και την ανάπαυσιν καταπεφρονημένας έχοντα δια τα μέλλοντα αγαθά; Και τούτο δε, αδελφέ, παραγγέλλω σον έστω εν σοι αεί εκνικών ο της ελεημοσύνης σταθμός έως αν αίσθηθής εν εαυτώ εκείνου του ελέους, ου έχεις προς τον κόσμον.
Ταύτα γαρ τα ημέτερα έσοπτρα γενέσθω, του ιδείν εν εαυτώ την ομοιότητα και τον τύπον τον αληθινόν, τον τη φύσει υπάρχοντα και τη ουσία εκείνη του Θεού.
Εν τούτοις και τοιούτοις φωτι· σθώμεν κινηθήναι κατά Θεόν εν διαυγεί προαιρέσει.
Καρδία απότομος και ανηλεής ουδέποτε καθαίρεται.
Άνθρωπος ελεή­μων ιατρός εστί της εαυτού ψυχής την σκότωσιν γαρ των παθών, ως εν πνεύματι βιαίω καταδιώκει εκ των ένδον εαυτού.
Χρέος αγαθόν προς τον Θεόν τούτο εστί κατά τον ευαγγελικόν λόγον της ζωής.
Όταν προσέγγισης τη στρώμνη σου, ειπέ αυτή: στρωμνή, ίσως εν τη νυκτι ταύτη τάφος μοι γίνη και ου γινώσκω, μήπως αντί του προσκαίρου ύπνου, εκείνος ο αιώ­νιος ο μέλλων εισέλθη εν εμοί εν ταύτη τη νυκτί.
Εν όσω ούν έχεις πόδας, δράμε οπίσω της εργασίας, προ του δεσμευθήναι εν εκείνω τω δεσμώ, τω μη ενδεχομένω πάλιν λυθήναι.
Εν όσω έχεις δακτύλους, σταύρωσον εαυτόν εν προσευχή, προ του ελθείν τον θάνατον.
Εν όσω έχεις οφθαλμούς, πλήρωσον αυτούς δακρύων, προ του σκεπασθήναι αυτούς υπό του κονιορτού.
Καθάπερ γαρ το ρόδον, το ύπ' άνε­μου εκπνεόμενον και μαραινόμενον, ούτως εσωθέν σου εν των στοιχείων των εν σοι, και αποθνήσκεις, θού εν τη καρδία σου του απελθείν, ώ άνθρωπε, εν τω λέγειν σε αεί, 'Ίδε έφθασε την θύραν ο απόστολος, ο ερχόμενος οπίσω μου.
Τι κάθημαι; απο­δημία εστίν αιώνιος, μη έχουσα πάλιν επάνοδον.

Ο αγαπών την ομιλίαν την μετά του Χριστού, αγαπά γενέσθαι μοναστικός, ο δε αγαπών υπολειφθήναι μετά των πολλών, ούτος φίλος του κόσμου τούτου.
Εάν αγαπάς την μετάνοιαν, αγάπησον και την ησυχίαν.
Έξωθεν γαρ της ησυχίας ου τελειούται η μετάνοια.
Και εάν τις αντιλέγη εν τούτω, μη φιλονεικήσης μετ' αυτού.
Εάν αγαπάς την ησυχίαν, την μητέρα της μετανοίας, αγάπησον εν ηδονή και την μικράν ζημίαν του σώματος και τάς βρυούσας μέμψεις και τάς αδικίας τάς υπέρ αυτής.
Έκτος γαρ ταύτης της παρασκευής ζήσαι εν ησυχία μετ' ελευθερίας αταράχως ου δυνήση.
Εάν δε τούτων καταφρό­νησης, μέτοχος γενήση της ησυχίας κατά το θέλημα του Θεού και μένεις καθήμενος εν αυτή, ως θέλει ό Θεός.
Πόθος ησυχίας εστί προσδοκία διηνεκής του θανάτου.
Ο εκτός ταύτης της μελέτης εισερχόμενος εν τη ησυχία, ου δύναται βαστάξαι άπερ οφείλομεν καρτερείν και βαστάζειν εκ παντός τρόπου.
Καί τούτο δε γνώθι, ώ διακριτικέ, ότι ουχί δια τα έργα τα περισσά των κανόνων, όπως ταύτα γε εργασώμεθα, την κατοίκησιν μοναστικώς μετά των ψυχών ημών και την ησυχίαν και τον εγκλεισμόν ποιούμεν.
Γνώριμον γαρ εστίν, ότι μάλλον η μετά των πολλών κοινωνία χείρα παρέχει εις τούτο, δια την προθυμίαν του σώματος.
Και ει ην αναγκαίον τούτο, ουκ ήσαν τίνες των πατέρων την συντυχίαν και την κοινωνίαν των ανθρώπων εάσαντες και άλλοι εν τάφοις οικήσαντες, τίνες δε τον εγκλεισμόν εκλεξάμενοι εν οίκω μοναστικώ, εν εκείνω μάλιστα το σώμα εκλύοντες και αφιέντες αυτό, μη δυνάμενον πληρώσαι τους κανόνας εαυτού, συν πάση ασθένεια και μοχθώ σωματικώ αλλά και τα βαρέα νοσήματα τα φθάνοντα αυτούς εν ηδονή υπέφερον εν πάση τη ζωή αυτών, εξ ων ούτε καν στήναι εν τοις ποσιν εαυτών ή την προσευχήν την συνήθη προσφέρειν ή δοξολογείν εν τω εαυτών ηδύναντο στόματι, άλλ' ουδέ ψαλμόν ούτε άλλο τι των εν σώματι τελουμένων εποίουν.
Και ήρκεσεν αυτοίς μόνη η του σώματος ασθένεια και η ησυχία αντί πάντων των κανόνων, και ούτος ο τρόπος εν πάσαις ταίς ημέραις της ζωής αυτών.
Και εν ταύτη πάση τη νομιζομένη αργία, ουδείς επεθύμησεν εξ αυτών καταλείψαι το κελλίον εαυ­τού και δια την αργίαν της εργασίας των κανόνων αυτού έξω που περιάγειν ή εν ταίς εκκλησίαις ενευφραίνεσθαι ταίς φωναίς και ταίς λειτουργίαις των άλλων.
Ο αισθηθείς των εαυτού αμαρτιών κρείττων εστί του εγείροντος τους νεκρούς εν τη εαυτού προσευχή, όταν ευρεθή η κατοίκησις αυτού εν μέσω πολλών.
Ό στενάζων μίαν ώραν υπέρ της ψυχής εαυτού, κρείττων εστί του ωφελούντος όλον τον κόσμον εν τη θεωρία εαυτού.
Ό αξιωθείς ιδείν εαυτόν, αυτός κρείττων εστί του αξιωθέντος ιδείν τους Αγγέλους.
Ούτος γαρ εν τοις σωματικοίς οφθαλμοίς κοινωνεί, εκείνος δε εν τοις οφθαλμοίς της ψυχής.
Ό ακολουθών τω Χριστώ εν πενθεί μοναστικώ, ούτος κρείττων εστί του επαινούντος αυτόν εν ταίςσυναγωγαίς.
Και μηδείς ενέγκη εις μέσον το του Αποστόλου, «το ανάθεμα είναι εγώ», φησίν, «ηυχόμην από του Χρίστου υπέρ των αδελφών μου».
Τω γαρ λαβόντι την δύναμιν του Παύλου, και εκείνο ποιήσαι επιτάττεται.
Παύλος δε εκ του Πνεύματος του εν εαυτώ ελαμβάνετο εις ωφέλειαν του κόσμου,καθώς αυτός εμαρτύρησεν.
Ότι ουκ εν τω εαυτού θελήματι τούτο εποίει.
«Ανάγκη γαρ μοι», φησίν, «εστί, και ουαί μοι εάν μη ευαγγελίζωμαι».
Και η εκλογή του Παύλου, ου της εαυτού μετανοίας εθεώρει τον τρόπον, αλλά το εύαγγελίσασθαι τη ανθρωπότητι, και δύναμιν περισσήν ελαβεν.
Όμως την ησυχίαν αγαπήσωμεν ημείς, αδελφοί, έως αν νεκρωθή ο κόσμος εκ της καρδίας ημών.
Και μνημονεύσωμεν του θανάτου αεί και εν τη τοιαύτη μελέτη προσεγγίσωμεν τω Θεώ εν τη καρδία ημών και καταφρονήσω μεν της ματαιότητος του κόσμου και περιφρονηθή η ηδονή αυτού εν τοις οφθαλμοίς ημών, και υπομείνωμεν εν ηδονή εν σώματι νοσηρώ την αργίαν την διηνεκή, την εν τη ησυχία, όπως αξιωθώμεν της τρυφής, μετά των εν σπηλαίοις και οπαίς της γης προσδοκώντων την αποκάλυψιν την επαινετήν του Κυρίου την εξ ουρανού.
Ότι αυτώ και τω Πατρί αυτού και τω αγίω Πνεύματι η δόξα και η τιμή και το κράτος και η μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΛΕ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ ΨΥΧΙΚΟΙ ΕΝ ΤΗι ΓΝΩΣΕΙ ΠΕΡΙΒΛΕΠΟΥΣΙΝ ΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΙΝΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΠΑΧΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΥΨΩΘΗΝΑΙ Η ΔΙΑΝΟΙΑ ΕΚ ΤΑΥΤΗΣ.
ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΣΤΙΝ Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΝΑΙ ΕΞ ΑΥΤΗΣ.
ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΕΝ ΠΟΙΩι ΔΥΝΑΤΟΝ ΕΜΜΕΙΝΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΙΑΝ ΕΚΤΟΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΕΝ ΤΗι ΩΡΑι ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ
[Επεξεργασία]

Ευλογημένη η τιμή του Κυρίου, του ανοίγοντος θύραν έμπροσθεν ημών, ίνα μη σχώμεν αίτησιν, ει μη την εις αυτόν επιθυμίαν.
Ούτω γαρ καταλιμπάνομεν και εις την καταδίωξιν αυτόν μόνον εξέρχεται η ψυχή, ως μη έχειν τινά μέριμναν κωλύουσαν αυτήν κατέναντι της θεωρίας εκείνης του Κυρίου.
Καθ' όσον γαρ, αγαπητοί, αφίησιν η διά­νοια την μέριμναν τούτων των ορατών και φροντίζει εν τη ελπίδι των μελλόντων κατά το μέτρον της υψώσεως αυτής εκ της μερίμνης του σώματος και της μελέτης αυτής εν εκείνη, κατά τοσούτον λεπτύνεται και γίνεται διαυγής εν τη ευχή.
Και καθ' όσον ελευθερούται το σώμα εκ των δεσμών των πράγματων, κατά τοσούτον και η διάνοια.
Και καθ όσον η διάνοια των δεσμών των φροντίδων ελευθερούται, κατά τοσούτον τηλαυγής γίνεται.
Και καθ' όσον τηλαυγής γίνεται, λεπτύνεται και υψούται εκ των νοημάτων του αιώνος τούτου, τους βαστά­ζοντος τους τρόπους της παχύτητος.
Και τότε γινώσκει η διά­νοια θεωρείν εν Θεώ κατ αυτόν, και ου καθώς ημείς.
Εάν γαρ μη πρώτον ο άνθρωπος της αποκαλύψεως άξιος γένηται, ου δύναται γνώναι αυτήν.
Και εάν μη έλθεις καθαρότητα, ου δύναται είναι τα νοήματα τηλαυγή, του θεωρήσαι τα κρυπτά.
Και έως αν ελευθερωθή εκ πάντων των ορατών των δρωμένων εν τη κτίσει αυτών, ουκ ελευθερούται εκ των νοημάτων των περί αυτών, ουδέ αργός γίνεται εκ των λο­γισμών των σκοτεινών.
Και ένθα η σκοτία και η πλοκή των λογισμών, και τα πάθη εκεί.
Εάν γαρ μη ελευθερωθή ο άν­θρωπος εκ τούτων, ων είπομεν, και των αίτιων αυτών, ου μη θεάσηται εν τοις κρυπτοίς η διάνοια.
Διά τούτο προ πάντων την ακτημοσύνην εκέλευσεν ο Κύριος κρατήσαι και αποστήναι της ταραχής του κόσμου και λυθήναι εκ της μερίμνης πάντων των ανθρώπων, «όστις», λέγων, «ουκ αποτάσσεται πάση τη ανθρωπότητι και πασι τοις εαυτού, και αρνείται εαυτόν, ου δύναται μου είναι μαθητής».
Ίνα γαρ μη η διάνοια εν πασι βλάβη, εν θεωρία, εν ακοή, εν μερίμνη των πραγμάτων, εν αφανισμώ αυτών, εν αυξήσει αυ­τών, εν ανθρώπω, και δια το δεσμήσαι αυτήν εν τη ελπίδι μόνη τη προς αυτόν, έτρεψε πάσαν μέριμναν των λογισμών και εν εαυτώ πάσαν μέριμναν εδέσμησε του φρονήματος εν τη λύσει πάντων, ίνα εκ τούτου ορεγώμεθα της ομιλίας αυτού εν τη δια­μονή της μερίμνης ημών της περί αυτόν.

Αλλά και γυμνασίας πάλιν χρήζει η ευχή, ίνα δια του μακρού χρόνου του εν αυτή σοφισθή η διάνοια.
Μετά γαρ την ακτημοσύνην την λύουσαν τα νοήματα ημών εκ των δε­σμών, διαμονήν θέλει η ευχή.
Ότι εκ της διαμονής του καιρού λαμβάνει η διάνοια την γυμνασίαν και γινώσκει αποδιώξαι τον λογισμόν απ' αυτής και μανθάνει εκ της πολλής πείρας άπερ παρ' άλλου δέξασθαι ου δύναται.
Εκάστη γαρ πολιτεία γινομέ­νη αύξησιν λαμβάνει εκ της πολιτείας της προ αυτής και τα προ αυτής ζητείται εις εύρεσιν των μετ' αυτήν.
Την ευχήν, προλαμβάνει αναχώρησις, και αύτη η αναχώρησις, δια την ευχήν, και αύτη η ευχή, ίνα κτησώμεθα την αγάπην του Θεού, ότι εξ αυτής ευρίσκονται αι αιτίαι, ίνα αγαπήσωμεν τον Θεόν Καί τούτο δε πρέπον γνώναι ημάς, αγαπητοί, ότι εκάστη ομιλία εν κρυπτώ γινομένη και πασά μέριμνα αγαθής διανοίας εν θεώ και πάσα των πνευματικών μελέτη εν τη ευχή ορίζεται και εν τω ονόματι της ευχής ψηφίζεται και έσωθεν τούτου συνάγεται του ονόματος.
Είτε αναγνώσεων είποις δια­φοράς, είτε φωνάς στόματος εις δοξολογίαν Θεού, είτε λυπηράν εν Κυρίω φροντίδα, είτε σώματος προσκυνήσεις, είτε ψαλμωδίαν στιχολογίας, είτε τα λοιπά άλλα, εξ ων η διδαχή επιγίνεται της ευχής της ειλικρινούς, εξ ης η αγάπη γεννάται του Θεού.
Ή γαρ αγάπη εκ της ευχής, και η ευχή εκ της διαγωγής της αναχωρήσεως.
Ταύτης δε της αναχωρήσεως εις τούτο χρήζομεν, εις το έχειν ημάς τόπον αδολεσχήσαι μόνους μετά του Θεού, της δε αναχωρήσεως προηγείται η του κόσμου αποταγή.
Ε αν γαρ ο άνθρωπος μη αποτάξηται τω κοσμώ πρώτον και ευκαιρήση εκ πάντων των αυτού, ου δύναται μονωθήναι.
Και ούτω πάλιν της αποταγής του κόσμου προηγείται η υπομονή, και της υπομονής το μίσος του κόσμου, και του μισους του κόσμου ο φόβος και ο πόθος.
Εάν γαρ μη εκφοβήση την διάνοιαν ο φόβος της γεέννης και εις έφεσιν των μακαρισμών ελθείν ο πόθος ποιήση, ου κινηθήσεται εν αυτώ το μίσος τούτου του κόσμου.
Και εάν μη μισήση τον κόσμον, ούχ υπομέ­νει εκτός είναι της αναπαύσεως αυτού.
Και εάν μη προηγήσηται η υπομονή εν τη διανοία, ου δύναται εκλέξασθαι τόπον πεπληρωμένον αγριότητος και κενόν των εν αυτώ οικούντων.
Και εάν μη εκλέξηται εαυτώ ζωήν αναχωρήσεως, ου δύναται διαμείναι εν τη ευχή.
Και εάν μη μείνη αδολεσχών μετά του Θεού και διαμείνη εν τούτοις τοις διανοήμασι τοις μεμιγμένοις εν τη ευχή και εν τοις είδεσι της διδαχής, ης ειρήκαμεν, ου μη αισθανθή της αγάπης.
Λοιπόν η αγάπη του Θεού εκ της μετ' αυτού ομιλίας, η δε αδολεσχία και η μελέτη της ευχής δια της ησυχίας, και η ησυχία εν τη ακτημοσύνη, εν τη υπομονή και εν τώ μίσει τών επιθυμιών.
Και το μίσος των επιθυμιών, εκ του φόβου της γεέννης και της των μακαρισμών προσδοκίας.
Μισεί δε τάς επιθυμίας ο γινώσκων τον καρπόν τον εξ αυτών, τι ευτρεπίζει αυτώ και εκ ποίου μακαρισμού κωλύεται δι' αυτάς.
Ούτως εκάστη πολιτεία εν τη προ αυτής δεδεμένη εστί και εξ αυτής λαμβάνει προσθήκην και μεταβαίνει εις άλλην υψηλοτέραν αυτής.
Και εάν μία εξ αυτής υπολείπηται, ου δύνα­ται στήναι το οπίσω αυτής και οράσθαι.
Ότι πάντα λύονται και απόλλυνται.
Το δε πλέον τούτων, μέτρον εστί των λόγων.
Τω δε Θεώ ημών δόξα και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΛΣΤ':[Επεξεργασία]

= ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΔΕΙΝ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙΝ Ή ΕΠΙΖΗΤΕΙΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΙΝΑ ΦΑΝΕΡΑ ΕΧΕΙΝ ΕΝ ΤΑΙΣ ΧΕΡΣΙΝ ΗΜΩΝ[Επεξεργασία]

Εν παντί καιρώ, εν ώ ο Κύριος εγγύς εις αντίληψιν των εαυτού αγίων, χωρίς ανάγκης ου δεικνύει την δύναμινεαυτού φανερώς εν έργω τινι και σημείω αισθητώ, ίναμη μωρανθή η αντίληψις ημών και εις βλάβην παρασκευασθήημών.
Και τούτο ποιεί, πρόνοιαν των αγίων ποιούμενος, θέλωνδείξαι αυτοίς, ότι ουδέ προς ώραν λήγει εξ αυτών η κρυπτή αυτού επιμέλεια, αλλ εν παντί πράγματι αφίησιν αυτούς κατά τηνεαυτών δύναμιν αγώνα ενδείξασθαι και εν τη προσευχή κοπιάσαι.
Ει δε εστί πράγμα νικών εκ της δυσκολίας αυτούς, όταν ασθενήσωσι και απολειφθώσιν εξ αυτού, δια το μη ικανήν είναι την φύσιν προς αυτό, τέλειοι αυτός κατά το μέγεθος του εαυτού κράτους, κατά το όφειλομενον και ως γινώσκει, ότι βοηθούνται.
Και κατά το δυνατόν εν κρυπτώ ενισχύει αυτούς, Έως ου ενδυναμωθώσι κατέναντι της θλίψεως αυτών.
Εν γνώσει γαρ τη δωρουμένη αυτοίς ύπ' αυτού ποιεί λυθήναι το πολύπλοκον της θλίψεως αυτών, και εν τη θεωρία αυτής εξυπνίζει αυτούς εις δοξολογίαν ωφελούσαν κατ' αμφότερους τους τρόπους.
Ει δε φανερωθήναι το έργον δέεται και το πράγμα, τότε εξ ανάγκης ποιεί τούτο.
Οι τρόποι αυτού σοφώτατοί εισι και εν τη ενδεία και ανάγκη διαρκούσι, και ούχ ως έτυχεν.
Ο χωρίς ανάγκης κατατολμών εν τούτω ή παρακαλών τον Θεόν και επιθυμών θαυμάσια και δυνάμεις γενέσθαι εν ταίς χερσιν αυτού, πειραζόμενος υπό το γελοιαστού ευρίσκεται δαίμονος εν τη διανοία αυτού καί καυχώμενος και ασθενών τη συνειδήσει αυτού.
Εν τη θλίψει γαρ την βοήθειαν του Θεού αιτείσθαι ημάς δέον.
Χωρίς ανάγκης πειράσαι τον Θεόν, κίνδυνος, και ουκ εστίν αληθεία δίκαιος ο εφιέμενος τούτου.
Εκείνο δε, όπερ ο Κύριος ουκ ευδοκών εποίησε, τοις πολλοίς των αγίων ευρίσκεται, ο δε θέλων και επιθυμών τούτο εν τω εαυτού θελήματι, μη ούσης ανάγκης, πτώμα πίπτει εκ της φυλακής και ολισθαίνει εκ της γνώσεως της αληθείας.
Εάν γαρ εν τούτω εισακουσθη ο αιτών, καθώς κατατολμά προς τον Θεόν, ευρίσκει εν αυτώ τόπον ο πονηρός και εις μείζονα τούτων με­ταφέρει αυτόν.
Οι γαρ αληθινοί δίκαιοι ου μόνον ουκ επιθυμούσι τούτων, αλλά και διδομένων αυτοίς αποστρέφονται.
Καί ου μόνον εν τοις ανθρώπων οφθαλμοίς τούτο ου θέλουσιν, αλλά και κρυπτώς εν εαυτοίς.
Ιδού γαρ τις των πατέρων των αγίων, εκ της καθαρότητος εαυτού, έλαβε προς της χάριτος χάρισμα του προγινώσκειν τους ερχόμενους προς αυτόν, και ητήσατο τον Θεόν, ευχόμενων και άλλων αγίων, δεηθέντων προς τούτο παρά του γέροντος, Όπως ληφθείη το χάρισμα απ αυτού.
Ει δε τίνες εξ αυτών εδέξαντο χαρίσματα, εξ ανάγκης εδέξαντο ή εξ απλότητος αυτών.
Εν τοις λοιποίς δε το νεύμα το θείον ουκ εκίνει, αλλ ' ουχ ως έτυχε παντελώς.
Ο μακάριος εκείνος ο Αμμούν ο άγιος, ότε απήλθε προς τον ασπασμόν του αγίου Μεγάλου Αντωνίου και επλανήθη την οδόν, βλέπε τι είπε προς τον Θεόν, και πάλιν, τι εποίησεν αυτώ ο Θεός.
Και μνήσθητι και του αββά Μακαρίου και των λοιπών.
Οι δίκαιοι οι αληθινοί αεί τούτο λογίζονται εν εαυτοίς ότι ουκ εισίν άξιοι του Θεού.
Και εν τούτω δοκιμάζονται, ότι αληθινοί εισίν, ότι ταλαίπωρους έχουσιν εαυτούς και ουκ εισίν άξιοι της επιμελείας αυτού και τούτο εξομολογούνται κρυπτώς και φανερώς και τούτο σοφίζονται εκ του αγίου Πνεύματος, ίνα μη απολειφθώσιν εκ της πρεπούσης αυτοίς φροντίδος και του εργάσασθαι όσον εισίν εν τη ζωή ταύτη.
Τον καιρόν δε της αναπαύσεως εν τω μέλλοντι αιώνι ετήρησε, και οι έχοντες εν εαυτοίς τον Κύριον οικούντα, δια τούτο ουκ επιθυμούσιν είναι εν αναπαύσει και απαλλαγήναι των θλίψεων, εί και παράκλησις κατά καιρόν αυτοίς δίδοται εν τοις πνευματικοίς μυστικώς.
Καί ουκ εστίν αύτη η αρετή, ίνα όταν φθάση αυτήν ο άνθρωπος, απολειφθείη της μερίμνης και του κόπου αυτής, αλλά τούτο εστί το σκήνωμα του Πνεύματος, όπως αεί υποτάσσειν εαυτόν βιάζηται, εί και τρόπος εστί ποιήσαι το πράγμα εν αναπαύσει ότι τούτο του Πνεύματος θέλημα εν οίς κατοικεί, μη τη οκνηρία ενεθίζειν αυτούς, αλλ ' ουδέ την ανάπαυσιν ζητείν προτρέπεται αυτούς, αλλά μάλλον τη εργασία και ταίς περισσαίς εκδούναι εαυτούς θλίψεσι.
Και εν τοις πειρασμοίς κρατύνει αυτούς και τη σοφία προσεγγίσαι ποιεί.
Τούτο το θέλημα του Πνεύματος, ίνα εν κόποις γενώνται οι αγαπητοί αυτού.

ΛΟΓΟΣ ΛΖ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΓΓΙΣΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΖΩΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΑΣ ΗΜΕΡΑΣ[Επεξεργασία]

Γέρων τις έγραψεν εις τα τείχη του κελλίου αυτού λόγους και εννοίας πολυτρόπους και ηρωτήθη, τι εστί ταύτα;Και είπεν Ούτοι εισίν οι λογισμοί της δικαιοσύνης, οι ερχόμενοι υπό του Αγγέλου του παραμένοντος μοι, και οι διαλογισμοί της φύσεως οι ευθείς, οι κινούμενοι εν εμοί.
Και διαγράφω αυ­τούς εν τω καιρώ αυτών της κινήσεως, όπως εν τω καιρώ της σκοτώσεώς μου αδολεσχήσω εν αυτοίς και λυτρώσωνταί με της πλάνης.

Άλλος γέρων μακαριζόμενος υπό των εαυτού λογισμών, ότι, Αντί του παρερχομένου κόσμου ηξιώθης της μη αφανιζομένης ελπίδος, Άπεκρίθη ο γέρων Ακμήν εν όσω ειμί εν τη οδώ, μάτην επαινείτε με.
Ακμήν ουκ ετελείωσα την οδόν.
Εάν ποίησης αρετήν καλήν και μη αισθανθής της γνώσεως της αντιλήψεως αυτής, μη θαυμάσης.
'Έως γαρ αν ταπεινωθή ο άνθρωπος, ου λαμβάνει τον μισθόν της εαυτού έργασίας, η δε αμοιβή ου τη εργασία δίδοται, αλλά τη ταπεινώσει.
Ό αδικών την δευτέραν, την πρώτην απόλλυσιν.
Ό προλαβών και λαβών την αμοιβήν των αγαθών, ούτος υπερέχει τον έχον­τα την εργασίαν της αρετής.
Ή αρετή μήτηρ της λύπης εστί και εκ της λύπης γεννάται η ταπείνωσις και τη ταπεινώσει δίδοται η χάρις.
Λοιπόν η άνταπόδοσις ου τη αρετή ουδέ τω υπέρ αυτής πονώ, αλλά τη τικτομένη εξ αυτών ταπεινώσει εστίν.
Εάν δε αυτή υστερηθή, τα πρώτα ματαίως γίνονται.
Η εργασία της αρετής, η φυλακή των εντολών εστί του Κυρίου.
Η περίσσεια της εργασίας, αύτη εστίν η αγαθή κα­τασκευή της διανοίας, ήτις συνίσταται εκ της ταπεινοφροσύνης και εκ της φυλακής.
Όταν η των πρώτων δύναμις υστερηθή, αυτή άντ' αυτών αποδεκτός γίνεται.
Ό Χριστός δε ου την εργασίαν των εντολών, αλλά την διόρθωσιν απαιτεί της ψυχής, δι' ην τάς εντολάς τοις νομικοίς ενομοθέτησε.
Το μεν σώμα εργάζεται εν τοις δεξιοίς και τοις αριστεροίς επίσης, η δε διάνοια, καθώς θέλει, η δικαιούται ή πλημμελεί.
Εστίν ο εν τοις πράγμασι τοις αριστεροίς εργαζόμενος την ζωήν εν τη σοφία του Θεού, και εστίν ο την αμαρτίαν πραγματευόμενος ως εν προσώπω των θεϊκών.
Τα ελαττώματα εν τισι τοις φυλάττουσιν εαυτούς φύλακες εισί της δικαιοσύνης.
Χάρισμα άνευ πειρασμών, απώλεια των δεχόμενων αυτό εστίν.
Εάν εργάζη αγαθόν ενώπιον του Θεού και δω σοι χάρισμα, πείσον αυτόν δούναι σοι επίγνωσιν,πώς αρμόζει σοι ταπεινωθήναι ή στήσαί σοι φρουρόν υπέρ αυτού ή λαβείν αυτό από σου, ίνα μη πρόξενος απώλειας σοι γένηται.
Ου πάντων γαρ εστί το φυλάξαι τον πλουτον εκτός βλάβης.
ψυχή η λαβούσα μέριμναν της αρετής και εν ακριβεία και φόβω ζώσα Θεού, ου δύναται είναι χωρίς λύπης καθ ημέραν.
Διότι συμπεπλεγμένας έχουσιν αι αρεταί τάς λύπας εν αυταίς.
Ό εξερχόμενος εκ των θλίψεων, πάντως και της αρετής αδιστάκτως χωρίζεται.
Εάν επιθυμής την αρετήν, παράδος εαυτόν εις πάσαν θλίψιν.
Αι γαρ θλίψεις γεννώσι την ταπείνωσιν.
Ου θέλει ο Θεός την ψυχήν είναι δίχα μερίμνης, και ο θέλων αμεριμνείν, έξωθεν του θελήματος ευρίσεται του Θεού, εν τω εαυτού φρονήματι.
Μέριμναν δε ου την περί των σωματικών λέγομεν, αλλά την περί των καταπονούντων, των ακολουθούντων τοις έργοις τοις αγαθοίς.
Εως εάν φθάσωμεν την αληθινήν γνώσιν, ήτις εστίν η αποκάλυψις των μυστηρίων, εν πειρασμοίς προσεγγίζομεν τη ταπεινώσει.
Τω άνευ θλίψεως εν τη εαυτού αρετή εύρισκομένω, θύρα υπερηφανίας ηνοίχθη αυτώ.
Και τις εστί λοιπόν ο επιθυμών άλυπος είναι εν τω εαυτού φρονήματι; Ου δύναται η διάνοια χωρίς αιτίας των κολαφισμάτων εν τη ταπεινώσει εμμείναι, άλλ' ουδέ εν τη αδολεσχία της δεήσεως προς τον Θεόν καθαρώς, εκτός ταπεινοφροσύνης.
Πρώτον μεν εκ της καθηκούσης μερίμνης μακρύνεται ο άνθρωπος εν τω εαυτού φρονήματι και μετά ταύτα προσεγγίζει εαυτώ το πνεύμα της υπερηφανίας καί, εμμένοντος αυτή του ανθρώπου, τότε ο Άγγελος της προνοίας μακρύνεται άπ' αυτού, ος εστί πλησίον αυτού κινών εν αυτώ την μέριμναν της δικαιοσύνης.
Και ότε αδικήσει τούτον και εξ αυτού μακρυνθείη τότε ο αλλότριος προσεγγίζει αυτώ, και έκτοτε ουκ εστίν εν ούτω μία μέριμνα δικαιοσύνης.
Πρό της συντριβής, υπερηφανία, λέγει ο σοφός, και προ του χαρίσματος, η ταπείνωσις.
Κατά το μέτρον της υπερηφανίας της εν τη ψυχή ορωμένης, κατά το μέτρον της συντρι­βής της παιδείας της εκ του Θεού γινομένης αύτη.
Υπερηφανία εστίν ούχ όταν εν τη διανοία ο ταύτης πέραση λογισμός, ουδέ εάν νικαταί τις εξ αυτής κατά καιρόν, αλλ' εκείνη η διαμένουσα εν τω ανθρώπω.
Εκείνω μεν τω πρώτω η κατάνυξις ακολουθεί, ούτος δε, ότε αυτήν αγαπήσειεν, ουκ οίδε κατάνυξιν.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΛΗ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΝΙΕΝΑΙ ΕΝ ΠΟΙΩι ΜΕΤΡΩι ΙΣΤΑΤΑΙ ΤΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΕΝ ΑΥΤΩι ΛΟΓΙΣΜΩΝ[Επεξεργασία]

Ανθρωπος όσον εστίν εν αμελεία, εκ της ώρας του θανάτου φοβείται, ότε δε απαντήσει τω Θεώ, εκ της απαντήσεως της κρίσεως, όταν δε ολοτελώς έλθη εις τούμπροσθεν εν τη αγάπη, ταύτα τα δύο καταπίνονται.
Πώς δε τούτο;Ότι, ότε εν τη γνώσει και τη πολιτεία του σώματος ίσταταί τις, εκ του θανάτου πτοείται, και όταν εν τη γνώσει τη ψυχική και τη αγαθή πολιτεία, γένηται, εν τη μνήμη της κρίσε­ως της μελλούσης κινείται η διάνοια αυτού εν πάση ώρα.
Διότι εν αυτή τη φύσει ορθώς ίσταται και εν τη τάξει τη ψυχική κινείται και αναστρέφεται εν τη γνώσει εαυτού και τη πολιτεία, και προς τον πλησιασμόν του Θεού καλώς καθίσταται.
Όταν δε φθάση την γνώσιν εκείνην της αληθείας εν τη κινήσει της αισθήσεως των μυστηρίων του Θεού και εν τη στερεώσει της ελπίδος των μελλόντων, εν τη αγάπη καταπίνεται.
Εκείνος ο σωμάτειος και καθ' ομοιότητα του ζώου φοβούμενος την θυσίαν, ο λογικός δε εκ της κρίσεως του Θεού φοβείται, ο δε γενόμενος υιός, εις την αγάπην καλλώπιζεται και ουκ εν τη πτοούση ράβδω παιδαγωγείται.
«Εγώ δε και ο οίκος του πατρός μου τω Κυρίω δουλεύσωμεν».
Ο φθάσας την αγάπην του Θεού, ουκ έτι πάλιν επιθυμεί διαμείναι ενταύθα.
Ή αγάπη γαρ καταργεί τον φόβον.
Αγαπητοί, διότι γέγονα μωρός, ούχ υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων, δια την των αδελφών ωφέλειαν.
Διότι αύτη εστίν η αγάπη η αληθινή, ήτις ου δύναται υπομείναι εν τινι μυστηρίω εκ των αγαπητών αυτής.
Πολλάκις ότε ταύτα έγραφον, υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτην, και ούχ υπέφερον κατέναντι της ηδο­νής της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου και τάς αισθήσεις κατασιγαζούσης.
Όμως μακάριος, ου η αδολεσχία εν τω Θεώ αεί και εαυτόν εκ πάντων κατέσχε των κοσμικών και προς αυτόν μόνον γέγονεν εν τη ομιλία της γνώσεως αυτού, και ει μακροθυμήσειεν, ου βραδύνει μακρόν ιδέσθαι καρπόν.
Η χαρά η εν Θεώ ισχυρότερα εστί της ενταύθα ζωής, και ο ευρών αυτήν, ου μόνον εις τα πάθη ου περιβλέψεται, άλλ' ουδέ επί την εαυτού ζωήν επιστραφήσεται, ουδέ αίσθησις ετέρα γενήσεται εκείθεν, εί εξ αληθείας γέγονεν αύτη.
Ή αγάπη γλυκυτέρα της ζωής και γλυκυτέρα η κατά Θεόν σύνεσις, εξ ης η αγάπη τίκτεται υπέρ μέλι και κηρίον.
Ουκ έστι λύπη τη αγάπη δέξασθαι υπέρ των άγαπώντων αυτήν μέγαν θάνατον.
Η αγάπη γέννημα εστί της γνώσεως, και η γνώσις γέννημα εστί της υγείας της ψυχής.
Ή υγεία της ψυχής εστί δύναμις, ήτις εκ της υπομονής της μακράς γέγονεν.
Και τί εστίν η γνώσις; Αίσθησις της ζωής της αθανάτου.
Καί τι εστίν η ζωή η αθάνατος; Αίσθησις εν Θεώ.
Ότι εκ της συνέσεως η αγάπη.
Ή δε κατά Θεόν γνώσις βασιλεύς εστί πασών των επιθυμιών, και τη δεχόμενη καρδία αυτήν, πάσα εν τη γη γλυκύτης περισσή εστί.
Τη γαρ γλυκύτητι της επιγνώσεως του Θεού ουκ εστίν ουδέν όμοιον.
Ευχή : Κύριε πλήρωσον την καρδάν μου ζωής αιωνίου.
Ζωή αιώνιος εστι παράκλησις εις Θεόν και ο ευρών παρακλησιν εν Θεώ περιττήν ηγείσθαι την κοσμικήν.
Πόθεν αισθάνεται ο άνθρωπος ότι εδέξατο σοφίαν εκ του Πνεύματος; Εξ εκείνης της διδασκούσης αυτόν εν τωκρύπτω αυτού και εν ταίς αισθήσεσι τους τρόπους της ταπεινώσεως.
Και αποκαλύπτεται αύτώ εν τη διανοία αυτού, πώς δεχθήσεται η ταπείνωσις.
Πόθεν δε αισθάνεται τις, ότι έφθασεν αυτήν; Εξ ων αηδίζεται αρεσθήναι τω κόσμω εν ταίς αναστροφαίς αυτού ή τω λόγω, και μισητή εστίν εν οφθαλμοίς αυτού η δόξα του κό­σμου τούτου.
Καί τί εισί τα πάθη; Προσβολαί εισίν, αίτινες εν τοις πράγμασι του κόσμου τούτου ετέθησαν, κινούσαι το σώμα προς την χρείαν αυτού την αναγκαστικήν και ου παύονται προσ­βάλλουσαι όσον ούτος ο κόσμος εστίν.
Άνθρωπος δε αξιωθείς της χάριτος της θείας και γευσάμενος και αισθηθείς τίνος υπερέχοντος τούτων, ουκ εισέρχεσθαι ταύτας εις την εαυτού καρδίαν αφίησιν.
Ότι εν τω τόπω των προσβολών κατεκράτησεν άλλη επιθυμία κρείττων αυτών.
Και ούτε δε αύται προσεγγίζουσι τη καρδία, αυτού ούτε τα τικτόμενα εξ αυτών, άλλ' ίστανται έξω αργαί, ούχ ότι προσβολαι ουκ εισί των παθών, άλλ' ότι η καρδία η δεχόμενη αυτάς νεκρά εστίν εν αυταίς και ζη εν τινι άλλω · ούχ ότι έληξεν εκ της φυλακής της διακρίσεως και των έργων, αλλ' ότι ουκ εστίν εν τη διανοία αυτού όχλησις τίνος.
Έκορέσθη γαρ ή συνείδησίς αυτού από τρυφής άλλου τι­νός.
Καρδία η δεξαμένη αίσθησιν των πνευματικών και της θεωρίας του μέλλοντος αιώνος εν ακρίβεια, εν τοιούτω τρόπω γίνεται τη συνειδήσει εν τη μνήμη των παθών, οίω αν κεκορεσμένος άνθρωπος τροφής τιμίας γένοιτο επί τροφή άλλη μη τοιαύτη παρακειμένη ενώπιον αυτού, μη προσεχών αυτή το παράπαν, μηδέ επιθυμών, αλλά μάλλον βδελυττόμενός τε και αποστρεφόμενος ου μόνον δια το εαυτής βδελυρόν τε και έμμυσον, αλλά και δια τον κόρον της προτέρας καλλίστης, ης ετράφη τροφής.
Ούχ ώσπερ ο σκορπίσας το μέρος αυτού και επιθυμήσας των κερατίων, δια το προφθάσαι σκορπίσαι τον πατρικόν πλούτον όν είχε.
Καί πάλιν ουκ εστίν, ο εμπιστευθεις θησαυρόν, καθεύδων.
Εάν φυλάξωμεν τον νόμον της νήψεως και το έργον της διακρίσεως εν γνώσει, εξ ων καρπούται η ζωή, παντελώς ο άγων των προσβολών των παθών τη διανοία ου προσεγγίζει.
Ουκ εκ του αγώνος δε κωλύονται εις την καρδίαν εισελθείν, άλλ' εκ του κόρου της συνειδήσεως και εκ της γνώσεως της ψυχής, ης επληρώθη, και εκ της επιθυμίας των θεωριών των θαυμάσιων των ευρισκομένων εν αύτη.
Ταύτα εκώλυσαν τάς προσβολάς, μη προσεγγίσαι αυτή ούχ ότι εχωρίσθη εκ της φυλακής, καθώς είπον, και των έργων της διακρίσεως, άπερ φυλάττουσι την γνώσιν της αληθείας και το φως το ψυχικόν, αλλ ότι ουκ έχει αγώνα η διάνοια, δια τάς αιτίας, ας προείπομεν.
Τό βρώμα γαρ των πτωχών τοις πλουσίοις βδελυκτόν εστίν, ομοίως και το βρώμα των αρρώστων τοις υγιαίνουσιν.
Άλλ' ο πλούτος και η υγεία εκ της νήψεως και της επι­μελείας συνίσταται, Όσον γαρ ζη τις, χρήζει της νήψεως και της επιμελείας και του εξυπνισμού, του φυλάξαι τον εαυτού θησαυρόν, εάν δε τον όρον αυτού καταλείψη, νοήσαι έχει και κλαπήναι.
Ου μέχρι δε του τον καρπόν ιδέσθαι δέον εργάζεσθαι, άλλ' έως της εξόδου χρεών αγωνίζεσθαι.
Πολλάκις γαρ τον καρπόν πεπανθέντα, καταβάλλει εξάπινα χάλαζα.
Ο μισγόμενος εν πράγμασι και λύων εαυτόν εις ομιλίας, ουκ έτι πιστεύεται, ότι η υγεία αυτού προσμείναι έχει εν αυτώ.
Όταν προσεύχη, ταύτην την προσευχήν ειπέ.
Κύριε, αξίωσον με νεκρωθήναι τη συνομιλία του αιώνος τούτου εν αληθεία.
Και γίνη, ότι πάσαν δέησιν συνήγαγες.
Αγώνισαι δε το έργον τούτο πληρώσαι εν σοι.
Εάν γαρ το έργον ακολουθήση τη ευχή, αληθώς εν τη ελευθερία έστηκας του Χριστού.
Νέκρωσις δε του κόσμου εστίν, ου το αποστήναι της κοινωνίας της ομιλίας τινά των πραγμάτων αυτού μόνον, αλλά το μη επιθυμήσαι τίνος των αγαθών αυτού εν τη ομιλία της διανοίας αυτού.
Εαν εν τη μελέτη τη αγαθή εθίσωμεν εαυτούς, αισχυνόμεθα εκ των παθών, όταν αυτοίς απαντήσωμεν.
Και γινώσκουσι τούτο οι κτησάμενοι πείραν εν εαυτοίς.
Αλλά και εκ των αιτιών των παθών αισχυνθήναι έχομεν προσεγγίσαι αυτοίς.
Όταν εις έργον τινός υπέρ της αγάπης του Θεού ακολουθήσαι επιθυμής, δός κατά της επιθυμίας αυτού τον όρον του θανάτου, και όντως εν τω πράγματι εις τον βαθμόν της μαρτυ­ρίας αξιωθήση αναδραμείν έφ' έκαστον πάθος και βλάβην τινά των απαντώντων σοι έσωθεν εκείνου του ορού ου μη καταλάβης, εάν μέχρι τέλους υπομείνης και μη χαυνωθής.
Ή μελέτη του ασθενούς λογισμού ασθενή ποιεί την ισχύν της υπομονής, η δε στερεά διάνοια και την δύναμιν, ην ουκ έχει η φύσις, παρέχει τω ακολουθούντι τη μελέτη αυτής.
Ευχή Κύριε, αξίωσόν με μισήσαι την ζωήν μου, δια την ζωήν την εν σοι.
Η πολιτεία του κόσμου τούτου όμοια εστί τοις σχεδιάζουσί τίνα γράμματα των εν σχεδίοις ακμήν υπαρχόντων και ότε θέλει τις και επιθυμεί, προστίθησιν εν αυτοίς και αφαιρείται και ποιεί εναλλαγήν εν τοις γράμμασιν.
Ή πολιτεία δε των μελλόντων όμοια εστί τοις χειρογράφοις τοις γραφείσιν εν σωματίοις καθαροίς και σφραγισθείσιν εν τη σφραγίδι τη βασιλική, εν οίς ούτε προσθήκη ούτε έλλειψις.
Όσον ούν εσμέν εν μέσω της αλλοιώσεως, προσέχωμεν εαυτοίς, και ηνίκα εξουσιάζομεν εις το χειρόγραφον της ζωής ημών, όπερ δια των χειρών ημών γεγραφήκαμεν, αγωνισώμεθα ποιήσαι εν αυτώ προσθήκην εν πολιτεία αγαθή, και απαλείψωμεν εξ αυτού τα ελαττώματα της πρώτης πολιτείας.
Όσον γαρ εν τω κοσμώ τούτω εσμέν, ου τίθησιν ο Θεός την σφραγίδα, ούτε επί τοις αγαθοίς ούτε επί τοις κακοίς, έως της ώρας της εξόδου, εν η τελειούται το έργον της πατρίδος ημών και ερχόμεθα εις την άποδημίαν.
Και καθώς είπεν ό άγιος Εφραιμ Πρέπει λογίζεσθαι ημάς, ότι όμοια εστίν η ψυχή ημών πλοίω ετοίμω, μη γινώσκοντι πότε επέρχεται αυτώ ο άνεμος, και στρατώ, μη ειδότι πότε σαλπίσει η πολεμική σάλπιγξ.
Και εάν ταύτα φησι δια την διαφοράν την μικράν ούτως,και ίσως στρέφονται πάλιν, πό­σον δέον άρα ημάς ευτρεπίζεσθαι και προπαρασκεοάζεσθαι προ εκείνης της ημέρας της αποτόμου και γέφυρας και θύρας του καινού αιώνος; Δώη ημίν ο Χριστός ο μεσίτης της ζωής ημών ετοιμασίαν, επερείδεσθαι εκείνη τη αποφάσει της προσδοκίας, ο έχων την δόξανκαι την προσκύνησιν και την ευχαριστίαν εις αιώνας των αιώ­νων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΛΘ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΠΡΟΚΟΠΗΝ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΞΥΠΝΙΖΟΜΕΝΗΣ ΕΝ ΗΜΙΝ ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΝ ΤΩι ΑΝΘΡΩΠΩι[Επεξεργασία]

Πρώτη έννοια η εκ της φιλανθρωπίας του Θεού εμπί­πτουσα εν τω ανθρώπω, η οδηγούσα την ψυχήν εις την ζωήν, περί της εξόδου της φύσεως ταύτης εμπί­πτει τη καρδία.
Τούτω τω λογισμώ ακολουθεί φυσικώς η καταφρόνησις του κόσμου, και εκ τούτου έρχεται εν τω ανθρώπω πασά κίνησις αγαθή, η οδηγούσα αυτόν εις την ζωήν.
Και ώσπερ θεμέλιον τίνα τίθησιν εν τω ανθρώπω η θεϊκή δύναμις η ακολουθούσα αυτώ, ότε θελήσει φανερώσαι εν αυτώ την ζωήν.
Ταύτην την έννοιαν, ην ειρήκαμεν, εάν μη σβέση αυτήν ο άνθρωπος εν ταίς συμπλοκαίς ταίς βιωτικαίς και τη ματαιολο­γία, αλλά αύξηση ταύτην την έννοιαν εν ησυχία και διαμένη εν αυτώ θεωρών και σχολάζων εν αύτη, προς την θεωρίαν την βαθείαν την μη δυναμένην εκφρασθήναι υπό τίνος άγει αυτόν.
Τούτον τον λογισμόν ο σατανάς πολλά μισεί και εν πάση δυνάμει αυτού πολεμεί εκτίλαι αυτόν εκ του ανθρώπου, και ει δυνατόν ην, εδίδου αυτώ την βασιλείαν όλου του κόσμου, μόνον ίνα τω περισπασμώ απαλείψη εκ της διανοίας του ανθρώπου τον τοιούτον λογισμόν.
Και ει εδύνατο, ως είρηται, εποίει τούτο προθύμως.
Γινώσκει γαρ ο δόλιος, ότι, εάν ο λογισμός ούτος διαμείνη εν τω ανθρώπω, ουκ έτι η διάνοια αυτού εν τη γη ταύτη της πλάνης ίσταται, και αι μηχαναί αυτού προς αυτόν ουκ εγγίζουσι.
Ουχί περί του πρώτου εκείνου λογισμού του κινούντος εν ημίν την μνήμην του θανάτου εν τη υπομνήσει αυτού λογισόμεθα τούτον, αλλά περί του πληρώματος του πράγματος τούτου, του εντιθεμένου εν τω ανθρώπω την μνήμην αυτού αχωρίστως και εν τη αδολεσχία αυτού εις το θαυμάσαι αυτόν συνιστώντος αυτόν πάντοτε.
Εκείνος γαρ ο λογισμός εστί σωματικός, ούτος δε θεωρία εστί πνευματική και χάρις θαυμα­στή.
Και εννοίαις λαμπραίς η θεωρία αύτη ενδεδυμένη εστί, και ο έχων αυτήν, τον κόσμον τούτον πάλιν ουκ εξετάζει και προς το σώμα αυτού ουκ εμμένει.
Αληθώς όντως, ώ αγαπητοί, ει αφήκεν ο Θεός την αληθή ταύτην θεωρίαν προς τους ανθρώπους ολίγον καιρόν, είχεν αν ο κόσμος ούτος διαμείναι αδιάδοχος.
Αύτη η θεωρία δε­σμός εστίν, ούτινος έμπροσθεν η φύσις ου δύναται στήναι, και τω λαμβάνοντι ταύτην την αδολεσχίαν εν τη ψυχή αυτού, χάρις εστίν εκ του Θεού ισχυρότερα πασών εργασιών των ιδικών, ήτις δίδοται τοις εν τη τάξει τη μέση ούσι, τοις εν ευθύτητι καρδίας επιθυμούσι την μετάνοιαν.
Και δίδοται ακριβώς οίς γινώσκει ο Θεός, ότι πρέπει αυτούς αναχωρήσαι αληθώς εκ του κόσμου τούτου προς την κρείττονα ζωήν, δια το θέλημα αυτών το αγα­θόν, όπερ εύρεν εν αυτοίς, αυξάνει δε και διαμένει προς αυτούς εν τη οικήσει τη αναχωρητική και ιδιαζούση.
Ταύτην εν ευχαίς αιτησώμεθα, υπέρ ταύτης αγρυπνίας μα­κράς ποιήσωμεν, και ως χάριν μη έχουσαν ομοίωσιν, μετά δακρύων παρά του Κυρίου, ίνα παράσχη αυτήν ημίν αιτήσωμεν, και ουκ έτι πάλιν ατονήσωμεν εν τω μόχθω του κόσμου τούτου.
Αύτη η αρχή των λογισμών της ζωής, η τελείουσα εν τω ανθρώπω το πλήρωμα της δικαιοσύνης.

ΛΟΓΟΣ Μ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΝ ΤΩι ΑΝΘΡΩΠΩι[Επεξεργασία]

Εργασία έτερα μετά ταύτην, ότε πορεύεται άνθρωπος καλώς εν πολιτεία αγαθή και φθάσει ανελθείν τον βαθμόν της μετανοίας και εγγίσει γεύσασθαι της θεω­ρίας και της εργασίας αυτής.
Όταν καταλάβη αυτόν χάρις άνωθεν γεύσασθαι της ηδύτητος της γνώσεως του Πνεύματος.
Ή αρχή αυτού εστίν εντεύθεν.
Προηγουμένως περί τη προνοίας του Θεού της επί τω ανθρώπω βεβαιούται και εν τη αγάπη αυτού τη προς τον κτίστην φωτίζεται και τη συστάσει των λογικών και τη επιμελεία αυτού τη πολλή περί αυτών ομού θαυμάζει.
Εντεύθεν άρχεται εν αυτώ η ηδύτης του Θεού και η πύρωσις της αγάπης αυτού της εν τη καρδία καιομένης, της καιούσης τα πάθη της ψυχής και του σώματος.
Και ταύτης της δυνάμεως αισθάνεται τις, ότε εν πάσαις φύσεσι της κτίσεως και εν παντί πράγματι συναντώντι αυτώ αδολεσχήσει συνετώς και εξετάσει και διακρίνει εν αυτοίς πνευματικώς.
Όθεν δια πολλής και θείας τοιαύτης επιμελείας και αγαθής συνειδήσεως, τότε άρχεται ο άνθρωπος κινείσθαι εις θείον έρωτα και άπαξ μεθύσκεται εν αυτή ως εν οίνω, και δια­λύονται αυτού τα μέλη, και διαμένει η διάνοια αυτού εκπληττομένη, και αιχμαλωτίζεται η καρδία αυτού οπίσω του Θεού.
Και γίνεται ούτω, καθώς είπον, ώσπερ τις μεθυσκόμενος από οί­νου.
Και όσον ενδυναμούνται αι αισθήσεις αι εσωτικαί, τοσού­τον ενδυναμούται και αύτη η θεωρία.
Και όσον αγωνίζεται πολιτεύεσθαι καλώς και φυλάξαι και εργάζεσθαι εν τη αναγνώσει και εν ταίς ευχαίς, τοσούτον στερεούται και βεβαιούται εν αυτώ η δύναμις αυτής.
Όντως αληθώς, ω αδελφοί, τούτο έρχεται εν καιρώ του μνημονεύσαι εαυτού, ου γινώσκει ότι φορεί το σώμα τούτο και ότι εστίν εν τω κόσμω τούτφ.
Αύτη η αρχή της θεωρίας της πνευματικής εν τω ανθρώπω και αύτη η αρχή πασών των αποκαλύψεων της διανοίας, και εν αυτή η διάνοια αυξάνεται εν τοις κρυπτοίς και ενδυναμούται, και εν αυτή εκβιβάζεται προς τάς άλλας τάς υπερβαίνουσας την φύσιν την ανθρωπίνην.
Και συντόμως λέγω, ότι εν τη χειρί αυτής μετανίστανται προς τον άνθρωπον πάσαι αί θείαι θεωρίαι και αποκαλύψεις του Πνεύματος, ας δέχονται οι άγιοι εν τω κόσμω τούτω, και άπερ η φύσις γνώναι δύναται εν τη ζωή ταυτή χαρίσματα και αποκαλύψεις.
Αύτη η ρίζα της αίσθήσεως ημών, η παρά του δημιουργού ημών εν ημίν τιθεμένη.
Μακάριος άνθρωπος, ος έφύλαξε τούτον τον σπόρον τον αγαθόν όταν πέση εν τη ψυχή αυτόυ, και ηύξησεν αυτόν και ουκ έσκορπισεν αυτόν εξ εαυτού εν τοις ματαίοις και εν τω μετεωρισμώ των παρερχομένων.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΜΑ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΑΜΑΡΤΙΩΝ ΕΚΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΙΝΟΣ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΟΣ ΓΙΝΟΜΕΝΩΝ[Επεξεργασία]

Έστιν αμαρτία από ασθενείας γινομένη, εις ην ακουσίως ο άνθρωπος ανθέλκεται, και έστιν αμαρτία εκουσίως γινομένη και από αγνοίας, συμβαίνει δε πάλιν από της διαμονής και της εν τω κακω έξεως.
Ούτοι δε πάντες οι τρόποι και τα είδη των αμαρτιών, ει και πάντες άξιοι μομφής εισίν, άλλ' ούν ευρίσκεται κατά σύγκρισιν την προς εκδίκησιν εις μεί­ζων του έτερου.
Και τινος μεν η μέμψις μεγίστη και μετά κόπου προσδέχεται τούτου η μετάνοια, τινός δε εγγύτερα εστίν η αμαρτία της συγχωρήσεως.
Και ώσπερ ο Αδάμ και η Εύα και ο όφις, πάντες μεν έδέξαντο παρά Θεού της αμαρτίας την αμοιβήν, διαφορά δε πολλή την κατάραν εκληρώσαντο, ούτω και εν τοις υιοίς αυτών, εκάστω κατά την πρόθεσιν αυτού και τον πόθον τον εις την αμαρτίαν, ούτω και το σφοδρόν της κολάσεως.
Εάν δε τις μη βουλόμενος μεν ακολουθήσαι τη αμαρτία, υπό δε της αμελείας της εις την αρετήν ανθέλκεται προς εκείνην, εκ του μη σχολάσαι ταύτη, ει και βαρύ εστίν αύτω συνείναι τη αμαρτία, άλλ' ούν η κόλασις αυτού επιβαρής.
Εάν δε συμβή τινι επιμελουμένω της αρετής πειρασθήναι εν τινι πλημμελήματα όμως το έλεος εγγύς εστί του καθαρισμού αυτού αδιστάκτως.
Άλλη εστίν η αμαρτία η γινομένη, όταν ευρέθη ο άνθρωπος επιμελούμενος της αρετής και εμμένων τη εργασία και νυκτός μεν ου καθεύδει, φροντίζων μηδέν ζημιωθήναι, ων επι­μελείται, ημέρας δε, περιερχόμενος και βαστάζων το βάρος, και πάσα η φροντίς αυτού εν τη αρετή.
Και εν όσω εστίν εν τούτοις και τοις τοιούτοις, ή δια τίνα άγνοιαν ή από των πραγμάτων των εναντιουμένων εν τη οδώ αυτού, ήτοι της αρετής και των κυμάτων των υψουμένων εν παντί καιρώ εν τοις μέλεσιν αυτού ή δια την έκκλισιν την ενδεχομένην είναι εν αυτώ εις το δοκιμάζεσθαι αυτού το αυτεξούσιον, κλίνει η πλάστιγξ του ζυγού αυτού μικρόν εις τα αριστερά, και ανθέλκεται υπό της ασθε­νείας του σώματος εις έν είδος της αμαρτίας, εν οίς λυπείται και αδημονεί και στενάζει μετά πόνου κατά της ψυχής αυτού, δια την ταλαιπωρίαν την επισυμβάσαν αυτώ υπό των εναντίων.
Ετέρα δε, όταν ευρέθη ό ανθρωπος χαύνος και αμελής εις την εργασίαν της αρετής και παντελώς την οδόν εγκαταλίπων και δραμών δουλικώς εις την υπακοήν πάσης ηδονής των αμαρτημάτων και ζήλον ένδεικνύμενος, μηχανάς ευρήσαι εις ολοκληρίαν αυτής, και ων έτοιμος, ώσπερ τις δούλος, εις το επιμελώς ποιήσαι το θέλημα του εχθρού αυτού και ετοιμάσαι τα μέλη αυτού όπλα τω διαβόλω εν πάση υπακοή αυτού, και μηδαμώς βουλόμενος προσέχειν τη μετανοία μήτε προσεγγίσαι τη αρετή μήτε ποιήσαι εκκοπήν και τέλος της ολέθριας οδού αυτού.
Καί άλλη μεν εστίν η εξ ολισθήσεων και εκπτώσεων των ενδεχομένων γενέσθαι εν τη οδώ της αρετής και εν τη τρίβω της δικαιοσύνης, κατά τα των Πατέρων λόγια τα φάσκοντα, ότι ευρίσκονται εν τη οδώ της αρετής και εν τη τρίβω της δικαιοσύνης εκπτώσεις και εναντιώσεις και αναγκασμοί, και τα αυτοίς όμοια.
Ετέρα δε εστίν η πτώσις της ψυχής και η ολόκληρος απώ­λεια και η τελεία εγκατάλειψις.
Και φανερός εστί τις εκ τούτων, όταν πέση, μη επιλάθηται της αγάπης του οικείου πατρός, άλλ', εάν συμβή αυτώ ποικίλοις εμπεσείν παραπτώμασιν, έσται μη αμελών του αγα­θού και του δρόμου αυτού στάσιν μη ποιών, αλλά και νικώμενος, πάλιν ανίσταται προς αγώνα τον κατά των εναντίων αυτού και της καταλυθείσης οικοδομής καθ' έκάστην ημέραν αρχήν θεμελίων εμβάλλει, το προφητικόν λόγιον κατά στόμα έχων, μέχρι της εξόδου αυτού από τούδε του κόσμου «μη επιχαρής μοι ο υπεναντίος μου, ότι πέπτωκα.
Πάλιν γαρ εγώ αναστήσομαι.
Και εάν εν τω σκότει καθήσω, ό Κύριος επιλάμψει μοι».
Καί μηδαμού του πολέμου παύσηται μέχρι του θανάτου και ου μη προδώ τη ήττη της ψυχής αυτού εν όσω εστίν αυτώ πνοή και εν αυτή τη ήττη αυτός.
Αλλά και εάν καθ ημέ­ραν κλασθή αυτού το σκάφος και ναυαγήση τα αγώγιμα αυτού, ού μη παύσηται περιποιούμενος και φροντίζων, άμα δε και δα­νειζόμενος και εις έτερα πλοία αναβαίνων και επ' ελπίδι πλέων, έως αν ό Κύριος κατιδών αυτού τον αγώνα και σπλαγχνισθείς επί τη συντριβή αυτού, καταπέμψη έπ' αυτόν το έλεος αυτού και δω αυτώ κινήσεις ίσχυράς, εις το υπομείναι και απαντήσαι τοις καυστικοίς βέλεσι του εχθρού.
Και αύτη εστίν η δεδομένη σοφία παρά Θεού.
Και ούτος εστίν ο σοφός άρρω­στος, ο μη εκκόψας την ελπίδα αυτού.
Κρείσσον κατακριθήναι ημάς εν ενίοις των πραγμάτων και μη επί τη καταλείψει των πάντων.
Και δια τούτο ό αββάς Μαρτινιανός παρεγγυά, μη ραθυμήσαι προς το πλήθος των αγώνων και προς το ποικίλον του πολέμου και συνεχές το εν τη οδώ της δικαιοσύνης, και μη στραφήναι εις τα οπίσω και παραδούναι τω εχθρώ την καθ ημών νίκην εν ενί των αι­σχρών τρόπων.
Ώσπερ γαρ τις φιλότεκνος πατήρ ευτάκτως και στοιχηδόν διορίζων, ταύτα λέγει.
Παραίνεσις του οσίου Μαρτινιανού.
Τέκνα, ει έστε εν αληθεία, αγωνισταί προσέχοντες τη αρετή και εστίν υμίν επιμέλεια ψυχική, παραστήσαι θελήσατε τον νουν υμών τω Χριστώ καθαρόν και εργάζεσθε πράξιν την ούσαν αυτώ ευάρεστον.
Δέον γαρ υμάς πάντως αναδέξασθαι υπέρ τούτου πάντα πόλεμον εγειρόμενον υπό των παθών της φύσεως και της ανθολκής του κόσμου τούτου και της διαμονής, της τε συνεχείας των κακιών των δαιμόνων, εν οίς ειώθασι προσαπανταν υμίν και πάσης τούτων ενέδρας.
Και μη φοβηθήτε δια το συνεχές και επίμονον της σφοδρότητος του πολέμου και μη διστάσητε δια το διαρκές του αγωνίσματος και μη οκλάσητε, μήτε τρομάξητε από των στρατευμάτων των εχθρών, και μη εμπέσητε εις βόθυνον ανελπιστίας, ει συμβή υμίν ίσως ολισθήναι προς καιρόν και αμαρτήσαι.
Άλλ' αν τι πάθητε εν τούτω τω μεγίστω πολέμφ και κατά πρόσωπον αν λάβητε και τραυματισθήτε, μηδαμώς εμπόδιση υμάς τούτο του αγαθού σκοπού υμών, μάλλον δε εν τη ηρετισμένη υμίν εργασία διαμεινατε και κτήσασθε τούτο το επιθυμητόν και επαινετόν, το φανήναι, λέγω δη, εν τω πολεμώ εδραίοι και αμετακίνητοι και τω αίματι των τραυματισμών υμών πεφοινιγμένοι, και μη παύσησθε παντελώς από της μετά των αντιδίκων υμών παλαίστρας».
Αύται εισίν αι παραινέσεις του μεγάλου γέροντος.
Ώστε ου χρή υμάς χαυνούσθαι ή ραθυμήσαι, δι' ους τρόπους έφημεν.
Ουαί δε τω μοναχώ εκείνω ψευδομένω εν τη υποσχέσει αυτού και προτείνοντι χείρα τω διαβάλω εν τω καταπατείν την συνείδησιν αυτού, του επαρθήναι αυτόν κατ' αυτού εν τινι μικρώ ή μεγάλω των της αμαρτίας τρόπων και μη δυναμένω πάλιν στήναι κατ' ενώπιον των εχθρών αυτού εν τω διερρωγότι μέρει της ψυχής αυτού.
Εν ποίω άρα προσώπω μέλλει υπαντήσαι τω κριτή, ηνίκα οι εταίροι αυτού καθηγνισμένοι προσυπαντήσουσιν αλλήλοις, εκείνοι, αφ' ων την όδον αυτού αφώρισε και την τρίβον της απωλείας εβάδισε και της παρρησίας εκπέπτωκεν, ήτις εστί τοις οσίοις προς τον Θεόν, και της προσευχής της ανιούσης από της καθαράς καρδίας και υψούμενης και διαπερώσης τάς αγγελικάς δυνάμεις και μη κωλυόμενης, έως αν τεύξηται της αιτήσεως αυτής και υποστρέψη μετά χαράς προς το εκπέμψαν αυτήν στόμα; Και το δη φοβερώτερον πάντων, ότι, ώσπερ αυτός ενταύθα την οδόν αυτού άπ' αυτών αφώρισεν, ούτως αφορίσει αυτόν άπ' αυτών ο Χριστός εν τη ημέρα εκείνη, ηνίκα βαστάζει η φωτεινή νεφέλη επί νώτα αυτής τα διαστίλβοντα σώματα από της καθαρότητος και εισάξει εις τάς ουράνιους πύλας.
Διά γαρ τούτο «ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει», διότι απ' εντεύθεν η πράξις αυτών κέκριται, «ουδέ αμαρτωλοί εν βουλή δικαίων» εν τη αναστάσει της κρίσεως.

ΛΟΓΟΣ ΜΒ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΚΙΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΥΠΟ ΤΙΝΩΝ ΣΥΝΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΙΝΩΝ ΠΑΥΟΝΤΑΙ[Επεξεργασία]

Εως αν μη εκ καρδίας αληθώς μισήση τις την αιτίαν της αμαρτίας, εκ της ηδονής της ενεργείας αυτής ουκ ελευθερούται.
Ούτος εστίν ο αγών ο σφοδρότατος, όστις αντικαθίσταται τω ανθρώπω μέχρις αίματος, εν ώ δοκιμάζεται αυτού το αύτεξούσιον εν τη ενάδι της αγάπης αυτού των αρε­τών.
Αύτη εστίν η δύναμις, ήντινα καλούσιν ερεθισμόν και παράταξιν, αφ' ων τίνων της οσμής εξασθενεί η ψνχή η τα­λαίπωρος χάριν της απαραιτήτου παρατάξεως της ούσης εν αυτή.
Αύτη εστίν η δύναμις του μεγέθους της αμαρτίας, εν ή τάς ψυχάς των σωφρόνων ο εχθρός συμφύρειν είωθε και τάς καθαράς κινήσεις αναγκάζει πείραν λαβείν, ων όλως ουδέποτε ειλήφασι Ενταύθα δεικνύομεν την υπομονήν ημών, ώ αγαπητοί αδελφοί, και τον αγώνα και την σπουδήν ούτος γαρ εστΙ ο καιρός της αθλήσεως, δι' ης λέγεται, ότι η τάξις των μονα­χών νικά.
Τη προσαπαντήσει τούτου του πολέμου ταχέως συμφύρεται ο ευσεβής νους, εάν μη μεγάλως παρατάξηται.
Ευχή Δυνατός ει, Κύριε, η πηγή της πάσης βοηθείας, υποστηρίξαι εν τοις τοιούτοις καιροίς, οίτινες εισί μαρτυρίας καιροί, τας νυμφευσαμένας σοι εαυτάς μετά χαράς ψυχάς τω ουρανίω νυμφίω και δεδωκυίας τας συνθήκας της αγιότητος εν συνέσει μετά ειλικρίνειας κινήσεων, και ου μετά πανουργίας.
Διό δώρησαι αυταίς δύναμιν μετά παρρησίας καθελείν ωχυρωμένα τείχη, και παν ύψωμα επαιρόμενον κατά της αληθείας, ίνα μη του ίδιου σκοπού αστοχήσωσι βία ανυποίστω και ανυπομονήτω εν τω καιρώ, εν ώ περί αίματος ανταγώνισμα γίνεται.
Ου πάντοτε δε γίνεται αγώνισμα σωφροσύνης εν τούτω τω σφοδρω πολεμώ.
Γίνεται γαρ εγκατάλειψις και προς δοκιμασίαν.
Ουαί δε τω δοκιμαζομένω εν τούτω τω διακριτικώ πολέμω.
Διότι μεγίστην ισχύν κέκτηται ούτος ο πόλεμος εκ της συνήθειας, ης έλαβεν εξ εκείνων των παραδεδωκότων εαυτούς τη ήττη, εν συγκαταθέσει των ιδίων λογισμών.
Παραφυλάττεσθε, ώ αγαπητοί, από της αργίας, διότι εγκέκρυπται εν αυτή εγνωσμένος θάνατος καθότι χωρίς αυ­τής ταίς χερσι των αιχμαλωτίσαι τον μοναχόν σπευδόντων εμπίπτειν ουκ εστίν.
Ου περί ψαλμών εν τη ημέρα εκείνη κατακρινεί ημάς ο Θεός, ουδέ περί της εκ της προσευχής αργίας, άλλ' ότι τη καταλείψει τούτων είσοδος γίνεται τοις δαίμοσιν.
Ηνίκα δ' αν εύρωσι χώραν και εισέλθωσι και συγκλεισωσι τας θύρας των οφθαλμών ημών, τότε πληρώσουσιν εις ημάς τυραννικώς και ακαθάρτως άτινα υπό την θείαν απόφασιν συνέχουσι τους εργάτας αυτών μετά εκδικήσεως σφοδρότατης.
Και γινόμεθα υποχείριοι, χάριν της εγκαταλείψεως των μικρών τούτων, άτινα δια τον Χριστόν φροντίδος αξιούνται, ως γέγραπται παρά των σοφωτάτων.
Ο μη υποτάσσων τω Θεώ το εαυτού θέλημα, υποταγήσεται τω αντιδίκω αυτού.
Ώστε ταύτα τα μικρά σοι φαινόμε­να, ως τείχη σοι λογισθήσονται κατέναντι των αιχμαλωτιζόντων ημάς, ώντινων η τελείωσις ενδόθεν του κελλίου υπό των κρατούντων την τάξιν της Εκκλησίας σοφών τέθειται, προς φυλακήν της ημετέρας ζωής εν Πνεύματι αποκαλύψεως, ων η κατάλειψις υπό των ασόφων μικρά λογίζεται.
Την δε υπ' αυ­τών ζημίαν μη λογιζομένων τούτων, η τε αρχή της οδού και η μεσότης, ελευθερία απαίδευτος, ήτις εστί μήτηρ των παθών.
Κρείσσον γαρ αγωνίσασθαι μη εγκαταλείψαι τα μικρά, ή τόπον δούναι τη αμαρτία εν τω πλατυσμώ αυτών.
Ταύτης γαρ της ακαίρου ελευθερίας, δουλεία το τέλος απότομος.
Εν όσω τας αισθήσεις ζώσας έχεις προς απάντησιν των συμβεβηκότων, νεκρόν σαυτόν υπολάμβανε.
Διότι ου μη τοι λείψη έκκαυσις αμαρτίας εν πάσι τοις μέλεσί σου και ου μη δυνήση κτήσασθαι σεαυτώ σωτηρίαν.
Εάν τις των μοναχών είπη εν τη καρδία αυτού, ότι παραφυλάττεται εκ τούτων, ούτος ου θέλει μαθείν πότε ραπίζεται.
Όστις απατήσει τον εαυτού εταίρον, της κατάρας ηξίωται του νόμου, ό δε εαυτόν εξαπατήσας, ποίας τεύξεται εκδι­κήσεως; Διότι, επισταμένος την κακίαν του πονηρού έργου, άγνοιαν προσποιείται.
Ότι δε επίσταται, δείκνυσιν ο έλεγχος του συνειδότος.
Και τούτο δύσκολον αυτώ φαίνεται, διότι επί­σταται ο αγνοείν προσποιείται.
Τώ δε Θεώ ημών είη δόξα εις τούς αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΜΓ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΦΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚ ΤΩΝ ΧΑΥΝΩΝ ΚΑΙ ΑΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΑΣΜΟΥ ΑΥΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΕΠΙ ΤΩι ΑΝΘΡΩΠΩι Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ Η ΧΑΥΝΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΥΤΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΣ ΠΑΘΟΥΣ ΑΚΑΘΑΡΤΟΥ.
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΥΛΑΞΑΣΘΑΙ ΕΑΥΤΟΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΓΓΥΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ, ΙΝΑ ΜΗ ΜΟΛΥΝΘΗι Ο ΝΟΥΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΚΟΛΑΣΤΟΙΣ ΛΟΓΙΣΜΟΙΣ
[Επεξεργασία]

Ο κωλύων το στόμα αυτού εκ της καταλαλιάς, φυλάττει την καρδίαν αυτού εκ των παθών.
Εν πάση ώρα θεω­ρεί τον Κύριον, ούτινος η μελέτη διαπαντός εστίν εν τω Θεώ, φυγαδεύει τους δαίμονας άπ' αυτού και εκριζοί τοσπέρμα της κακίας αυτών.
Ό επισκεπτόμενος την εαυτού ψυχήν εν πάση ώρα, ευφραίνεται εν ταίς αποκαλύψεσιν η καρδίααυτού, και ο συνάγων την θεωρίαν του νοός αυτού έσωθεν αυτού εν αυτώ, θεωρεί την αυγήν του Πνεύματος.
Όστις έβδελύξατο πάντα μετεωρισμόν, θεωρεί τον Δεσπότην αυτού εσωθεν της καρδίας αυτού.
Εάν αγαπάς την καθαρότητα, εν ή καθοράται ο των όλων Δεσπότης, μη καταλαλήσης τινός, μηδέ ακούσης τινός καταλαλούντος του αδελφού αυτού.
Και εάν διαμάχονται τίνες έμπροσθεν σου, κλείσον τα ώτά σου και φεύγε εκείθεν, ίνα μη ακούσης ρημάτων οργής και αποθάνη η ψυχή σου εκ της ζωής.
Καρδία θυμώδης διάκενός εστιν εκ των μυ­στηρίων του Θεού, ο δε πραΰς και ταπεινόφρων πηγή εστί των μυστηρίων του καινού αιώνος.
Ιδού, ο ουρανός έσωθέν σου, ει καθαρός έση, και εν σεαυτώ όψει τους Αγγέλους συν τω φωτί αυτών, και τον Δεσπότην αυτών μετ' αυτών τε και εσωθέν αυτών.
Ό επαινούμενος δικαίως, ου ζημιούται, αλλ εάν ηδυνθή αυτώ ο έπαινος,εργάτης εστίν άμισθος.
Ό θησαυρός του ταπεινόφρονος έσωθεν αυτού εστίν, ός εστίν ο Κύριος, και ο τηρούμενος τη γλώσση αυτού εις τον αιώνα ου συληθήσεται εξ αυτής.
Στόμα σιωπηλόν ερμηνεύει τα μυστήρια του Θεού, ο δε ταχύλαλος μακρύνεται από του πλάσαντος αυτόν.
Η ψυχή του αγαθού λάμπει υπέρ τον ήλιον και εν τη θεωρία των αποκαλύψεων εν πάση ώρα ευ­φραίνεται.
Και ο ακολουθών τω αγαπώντι τον Θεόν, πλουτήσει εκ των μυστηρίων του Θεού, ο δε ακολουθών τω αδικώ και υπερηφάνω μακρυνθήσεται εκ του Θεού και εκ των φίλων αυτού μισηθήσεται.
Ο τη γλώσση σιγηλός, εν πασι τοις σχήμασιν αυτού κτήσεται τάξιν ταπεινόφρονα, και ούτος χωρίς κόπου εξουσιάσει των παθών.
Τα πάθη εκριζούνται και φυγαδεύονται εν τη αδιαλείπτω εν Θεώ μελέτη, και τούτο εστί το ξίφος το αποκτείνον αυτά.
Καθάπερ εν τη ησυχία και γαλήνη της αισθη­τής θαλάσσης κινείται και νήχεται ο δελφίς, ούτω και εν τη ησυχία και γαλήνη της θαλάσσης της καρδίας εκ του θύμου και της οργής εν παντί καιρώ κινείται εν αυτή τα μυστήρια και αι θείαι αποκαλύψεις, προς εύφροσύνην αυτής.
Ο θέλων ιδείν τον Κύριον εντός αυτού, μηχανάται καθαρίσαι εαυτού την καρδίαν εν αδιαλείπτω μνήμη του Θεού, και ούτως εν τη λαμπρότητι των οφθαλμών της διανοίας αυτού εν πάση ώρα όψεται τον Κύριον.
Όπερ συμβαίνει τω ιχθύϊ εξεληλυθότι εκ του ύδατος, τούτο και τω νοΐ συμβαίνει εξεληλυθότι εκ της μνήμης του Θεού και μετεωριζομένω εν τη μνήμη του κόσμου.
Όσον μακρύνεται ο άνθρωπος εκ της συν­ομιλίας των ανθρώπων, τοσούτον αξιούται της μετά του Θεού παρρησίας εν τω νοΐ αυτού, και καθ όσον κόπτει εξ αυτού την παράκλησιν του κόσμου τούτου, κατά τοσούτον αξιούται της χαράς του Θεού εν τω Πνεύματι τω αγίω.
Και καθάπερ απόλλυνται οι ιχθύες εκ της λείψεως του ύδατος, ούτω και εκ της καρδίας του μοναχού αι νοεραί κινήσεις, αι δια του Πνεύματος βλαστάνουσαι, του συνεχώς μετά των κοσμικών αναστρεφομένου και διάγοντος.
Κρείσσων κοσμικός ταλαιπωρών εν τοις κοσμικοίς καιτοις βιωτικοίς κακοπαθών, μοναχού τοις βιωτικοίς κακοπαθούντος και τοις κοσμικοίς συνδιάγοντος.
Φοβερός εστί τοις δαίμοσι και ποθητός τω Θεώ και τοις Άγγέλοις αυτού ο μετά θερμού ζήλου εκζητών εν τη καρδία αυτού τον Θεόν εν νυκτί και ημέρα και εκριζών άπ' αυτής τάς προσβολάς τάς υπότου εχθρού φυομένας.
Του καθαρού εν τη ψυχή η χώρα η νοητήένδοθεν αυτού εστί, και ο ήλιος ο λάμπων εν αυτώ, το φως τηςαγίας Τριάδος υπάρχει, και ο αήρ, όν πνέουσιν οι οικήτορες αυτής, το παράκλητον και πανάγιον Πνεύμα εστίν, οι δε συγκάθεδροι αυτού, αι άγιαι και ασώματοι φύσεις.
Και η ζωή και η χαρά και ή ευφροσύνη αυτών, ο Χριστός εστί, το εκ φωτός του Πατρός φώς.
Ο τοιούτος και εν τη θεωρία της ψυχής αυτού εν πάση ώρα ευφραίνεται και εν τω κάλλει εαυτού θαυμάζει, τηλαυγεστέρω όντι εκατονταπλασίως της του ηλίου λαμπρότητος.
Αύτη εστίν η Ιερουσαλήμ και του Θεού η βασιλεία, εντός ημών κεκρυμμένη, κατά το του Κυρίου λόγιον.
Αύτη η χώρα, νεφέλη εστί της δόξης του Θεού, εις ην μόνοι οι καθαροί τη καρδία εισελεύσονται, του θεάσασθαι το πρόσωπον του ίδιου Δεσπότου και καταυγασθήναι τους νόας αυτών δια της ακτίνος του φωτός αυτού.
Ο δε θυμώδης και ο οργίλος και ο φιλόδοξος και ο πλεονέκτης και ο γαστρίμαργος και ο κοσμικοίς συναναστρεφόμενος και ο το ίδιον θέλημα στήσαι θέλων και ο οξύχολος και ο παθών πλήρης, οι τοιούτοι ως εν νυκτομαχία διάγουσι και σκότος ψηλαφούσιν, έξωθεν όντες της χώρας της ζωής και του φωτός* εκείνη γαρ η χώρα τοις αγαθοίς και ταπεινόφροσι και τοις καθαρίσασι τάς εαυτών καρδίας κεκλήρωται.
Ου δύναται άνθρωπος θεάσασθαι το κάλλος το όν ένδοθεν αυτού, πριν ή ατιμάσει και βδελύξηται πάν κάλλος έξω­θεν αυτού.
Και ου δύναται ατενίσαι γνησίως προς τον Θεόν, έως αν απαρνήσηται τελείως τον κόσμον.
Ο εξευτελίζων και σμικρύνων εαυτόν, υπό του Κυρίου σοφισθήσεται, και ο νομίζων εαυτόν είναι σοφόν, της του Θεού σοφίας αποπεσείται.
Εν όσω η γλώττα της πολυλογίας απέχεται, εν τοσούτω καταυγάζεται του διαιρείν τα διανοήματα εκ γαρ της πο­λυλογίας συμφύρεται και ο λογικώτατος νους.
Ο πτωχεύων εκ των κοσμικών πραγμάτων πλουτήσει εν τω Θεώ και ο φίλος των πλουσίων πτωχευσει εκ του Θεού.
Ο σωφρονών και ταπεινοφρονών και βδελοττόμενος την παρρησίαν και τον θυμόν εκ της καρδίας απωσάμενος, εγώ πιστεύω, ότι, όταν αναστή εν τη προσευχή, καθορά εν τη ψυχή αυτού το φως του αγίου Πνεύματος και σκιρτά εν ταίς λαμπηδόσιν αυτού της ελλάμψεως του φωτός και ευφραίνεται εν τη θεωρία της δόξης αυτής και εν τη εαυτής αλλοιώσει προς την αυτού ομοιότητα.
Ουκ εστίν άλλη εργασία δυναμένη ούτω καταλύσαι τάς παρεμβολάς των ακαθάρτων δαιμόνων, ως η εν τω Θεώ θεωρία.
Διήγησις αγίου ανδρός Διηγήσατο γαρ μοί τις των πατέρων ούτως* ότι έν μιά ημέρα ως εκαθήμην, ηχμαλωτίσθη ο νους μου εν τη θεωρία, και ότε εν έμαυτω γέγονα, εστέναξα εν ισχύϊ.
Ό δε κατ' εναντίας ιστάμενος δαίμων, ως ήκουσεν, εφοβήθη και ώσπερ υπό αστραπής τινός κατεπόθη, εκ τε της ανάγκης κράξας και ως υπό τίνος διωχθείς φυγάς ώχετο.
Μακάριος ο μνημονεύων της εξόδου αυτού, της εκ τούδε του βίου, και απέχων αυτού την σχέσιν εκ της του κό­σμου τούτου τρυφής.
Διότι πολλαπλασίως λήψεται τον μακαρισμόν εν τη εξόδω αυτού και ουκ εκλείψει εξ αυτού ο μακαρισμός ούτος.
Ούτος εστίν ο γεγεννημένος εκ του Θεού και το άγιον Πνεύμα τυγχάνει τροφός αυτού και εκ του κόλπου αυτού θηλάζει την ζωτικήν τροφήν και οσφραίνεται της οσμής αυτού προς ευφροσύνην αυτού.
Ό δε τοις κοσμικοίς συνδεδεμένος και τω κόσμω και τη τούτου αναπαύσει και αγαπών την ομιλίαν αυτού, ούτος εστέρηται της ζωής, και ουκ έχω τι ειπείν περί αυτού, άλλ' ή μετά κλαυθμού πενθήσαι πένθος απαραμύθητον, ου η ακοή συντρίβει τάς των άκουόντων καρδίας.
Οι εν τω σκότει διακείμενοι υψώσατε τάς κεφάλας υμών, ίνα λάμψωσι τα πρόσωπα υμών εν τω φωτί.
Εξέλθετε εκ των παθών του κόσμου, ίνα εξέλθη προς υπάντησιν υμών το εκ του Πατρός φως και τους λειτουργούς των μυστηρίων αυτού προτρέψηται τους δεσμούς υμών λύσαι, του περιπατείν εν τοις ίχνεσιν αυτού προς τον Πατέρα.
Ουαί εν ποίοις έσμεν συνδεδεμένοι και από τίνος εσμέν καθειργμένοι, του μη ιδείν την δόξαν αυτού.
Είθε διεκόπτοντο ημών οι δεσμοί, ίνα ζητήσαντες εύρωμεν τον Θεόν ημών.
Εί θέλεις γνώναι τα των ανθρώπων μυστήρια και ούπω κατέλαβες μαθείν εκ του Πνεύματος, εκ τε των λόγων εκάστου και της διαγωγής και της διοικήσεως μαθήση, ει σο­φός κεχρημάτικας.
Ό καθαρός την ψυχήν και αγνός την διαγωγήν, ούτος πάντοτε μετά σωφροσύνης λαλεί τα λόγια του Πνεύ­ματος και κατά το οικείον μέτρον περί τε των θείων διαλέγεται και περί των εν αυτώ, ο δε τοις πάθεσι συντετριμμένος την καρδίαν, υπ' αυτών έχει και την γλώσσαν κινουμένην.
Και καν περί πνευματικών λαλή, άλλ' όμως εμπαθώς διαλέγεται, ίνα αδίκως νικήση.
Τον τοιούτον ο σοφός εκ μόνης απαντήσεως σημειούται και ο καθαρός ενοσφραίνεται της δυσοσμίας αυτού.
Ο εμμένων ταίς ματαιολογίαις και τοις μετεωρισμοίς ψυχή και σώματι πόρνος εστί, και ο συνευδοκών αυτώ και ο συνασχολούμενος μοιχός εστί, και ο συγκοινωνών αυτώ ειδω­λολάτρης εστίν.
Η προς τους νεωτέρους φιλία βδελυκτή πορνεία παρά τω Θεώ, τη συντριβή του τοιούτου ουκ εστίν επίπλασμα, ο δε πάντας εξ ίσου αγαπών συμπαθώς και αδιακρίτως, ούτος έφθασε την τελειότητα.
Νέος νεωτέρω ακολουθών, ποιεί τους διακριτικούς έπ' αυτούς πενθείν και κλαίειν, γέρων δε ακολου­θών νεωτέρω, δυσωδέστερον του των νεωτέρων κέκτηται πά­θος, καν περί αρετών διαλεχθή προς αυτούς, αλλ η καρδία αυ­τού πεπληγμένη υπάρχει.
Νέος ταπεινόφρων και ησύχιος, καθαρός τε την καρδίαν από ζήλου και θύμου, απεχόμενός τε από παντός άνθρωπου και εαυτώ προσεχών, ταχέως συνιεί τα πάθη του αμελούς γέροντος.
Γέροντα μη εξ ίσου έχοντα τον γέ­ροντα και τον νεώτερον, τω τοιούτω πάση δυνάμει μη συναναστραφής, αλλά μάλλον μακρύνθητι από αυτού.
Ουαί τοις αμελεστέροις, τοις προσποιουμένοις εν σχήματι καθαρώ διαστρέφειν τα ίδια πάθη, ο δε την πολιάν φθάσας εν καθαρότητι λογισμών και πολιτεία αγαθή και επικρα­τείς της γλώττης, ενταύθα μεν κατατρυφά της γλυκύτητος του καρπού της γνώσεως, εν δε τη εξοδώ αυτού τη εκ τούδε του σώματος δέχεται την δόξαν του Θεού.
Ούδεν ούτω ψυχραίνει το πυρ το εκ του αγίου Πνεύματος εμπνεόμενον εν τη καρδία του μοναχού προς αγιασμόν της ψυχής, ως η συναναστροφή και η πολυλογία και η συντυχία, εκτός της μετά των τέκνων των μυστηρίων του Θεού και προς αύξησιν της γνώσεως αυτού και πολλαπλασιασμόν.
Η τοιαύτη γαρ συντυχία εξυπνίζει την ψυχήν προς την ζωήν και εκριζοί τα πάθη και τους αισχρούς λογισμούς κατακοιμίζει υπέρ πάσας τάς αρετάς.
Μή κτήση φίλους μηδέ συμμύστας, αλλ ή τους τοιούτους, ίνα μη πρόσκομμα ποίησης τη ση ψυχή και εκκλίνης από της οδού του Κυρίου.
Μεγαλυνθήτω εν τη καρδία σου ή τω Θεώ ενούσά σε και συνάπτουσα αγάπη, ίνα μη αιχμαλωτεύση σε η αγάπη του κόσμου, ης το αίτιον και το τέλος φθορά.
Η μετά των αγωνιστών διαγωγή και συναναστροφή πλουτίσαι αμφότερους ποιεί των μυστηρίων του Θεού, η δε προς τους ράθυμους και οκνηρούς αγάπη, εμπλήσαι την γαστέ­ρα κατακόρως και απλήστως ποιεί εν τω μετεωρισμώ τω μετ' αλλήλων γινομένω.
Τω τοιούτω αηδή φαίνεται τα βρώματα χωρίς του εταίρου αυτού, και φησιν «ουαί τω εσθίοντι τον άρτον αυτού μόνως, ότι ούχ ηδυνθήσεται αυτώ», οίτινες καλούν­ται αλλήλοις προς ευωχίας και αμείβονται αλλήλους, ως μι­σθωτοί.
Φεύγε, ω αδελφέ, τους εθισθέντας τοις τοιούτοις και μηδαμώς τούτοις συνεσθίειν θέλε, μηδέ εάν σοι ανάγκη συμβή' η γαρ τράπεζα αυτών εναγής και τους δαίμονας υπηρέτας κέκτηνται' οι φίλοι του νυμφίου Χρίστου ταύτης ου γεύονται.
Ο τας ευωχίας συνεχώς εκτελών, εργάτης εστί του της πορνείας δαίμονος και την ψυχήν του ταπεινόφρονος μολύνει.
Άρτος ευτελής από τραπέζης αγνού αγνίζει την ψυχήν του εσθίοντος από παντός πάθους.
Οσμή τραπέζης γαστριμάργου, η δαψίλεια των εδεσμάτων και των τηγανισμάτων, ο δε άφρων και ασύνετος ανθέλκεται προς αυτήν, ώσπερ κύων προς μάκελλον.
Του δε τη προσευχή προσκαρτερούντος διαπαντός η τράπεζα ηδυτέρα πάσης οσμής μόσχου και μυρωδιάς, ο δε φι­λόθεος ταυτήν επιποθεί, ώσπερ θησαυρόν ατίμητον.
Από τραπέζης νηστευόντων και αγρυπνούντων και κοπιώντων εν Κυρίω λάβε σεαυτώ φάρμακον ζωής και διέγειρον της ψυχής σου την θνήξιν.
Ό γαρ ήγαπημένος ανακέκλιται εν μέσω αυτών αγιάζων, και το πικρόν της κακουχίας αυτών μεταβάλλει εις την γλυκύτητα αυτού την ανεκδιήγητον, οι δε πνευματικοί και επουράνιοι λειτουργοί αυτού επισκιάζουσιν αυτούς και τα άγια αυτών βρώματα.
Οίδα εγώ τίνα των αδελφών οφθαλμοφανώς τούτο βλέποντα.
Μακάριος ο αποστομίσας εαυτόν από πάσης ηδυπαθείας, της χωριζούσης αυτόν από του κτίσαντος αυτόν.
Μακά­ριος ο έχων τροφήν τον άρτον τον εκ του ουρανού καταβάντα και ζωήν δεδωκότα τω κοσμώ.
Μακάριος ο εν τη πεδιάδι αυτού εωρακώς την αρδείαν της ζωής, την εξ ελέους προιούσαν εκ των κόλπων του Πατρός και προς αυτήν το όμμα διατείνας.
Όταν γαρ πίη εξ αυτής, ευφρανθήσεται και αναβάλλει η καρ­δία αυτού και εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει έσται.
Ο εωρακώς εν τη ιδία τροφή τον εαυτού Κύριον, υποκλέπτει εαυτόν και μόνος αυτού μεταλαμβάνει, μη κοινωνών τοις αναξίοις, ίνα μη συμμεταλάβη αυτοίς και γυμνωθή της ακτίνος αυτού, ο δε έχων μεμιγμένον ιόν θανάτου εν τη βρώσει αυτού, ου δύναται ηδέως ταύτης μεταλαμβάνειν χωρίς των εταίρων αυτού.
Λύκος θνησιμαίων γευόμενος εστίν ο την φιλίαν έχων δια την ιδίαν γαστέρα.
Πόσον σου το ακόρεστον, ω άφρον, ότι εμπλήσαι την γαστέρα βούλει εκ της τραπέζης των αμελών, εξ ων η ψυχή σου παντός πάθους πληρούται.
Αύται αι παραφυλακαί αυταρκούσι τοις δυναμένοις κατακρατήσαι της γαστρός.
Οσμή νηστευτού ηδυτάτη, και η άπάντησις αυτού ευφραίνει καρδίας διακριτικών, τω δε γαστριμάργω εκ της συνανα­στροφής αυτού επιπεσείται φόβος και μηχανάται μη συνεσθίειν αυτώ.
Προσφιλής τω Θεώ η διαγωγή του εγκρατούς, ου η γειτνίασις βαρυτάτη τω φιλοκτήμονι.
Λίαν επαινείται παρά του Χριστού ο σιγηλός, τοις δε αιχμαλωτισθείσιν υπό των δαι­μόνων εν τε παιγνίοις και μετεωρισμοίς ούχ ηδυνθήσεται ο πλησιασμός αυτού.
Τις ουκ αγαπά τον ταπεινόφρονα και πράον, αλλ' ή υπερήφανοι και καταλάλοι οι όντες ξένοι της αυτού εργασίας; Διήγησις Άγίου τινός Διηγήσατό μοι τις εξ ων έδοκίμασεν ότι' Εν αις ημέραις συναναστρέφομαι τισιν, εσθίω τρεις παξαμάτας ή τέσσαρας της ημέρας, εάν δε παραβιάσω εμαυτόν εις την προσευχήν, παρρησίαν ο νους μου ουκ έχει προς τον Θεόν, ουδέ δύναμαι προς αυτόν ατενίσαι, όταν δε εμαυτόν χωρίσω εκ τούτων εις την ησυχίαν, τη μεν πρώτη ημέρα παραβιάζω εμαυτόν εσθίειν ένα ήμισυ, τη δε δευτέρα ένα.
Όταν δε παγιωθή ο νους μου εις την ησυχίαν, αγωνίζομαι φαγείν ένα ολόκληρον και ου δύναμαι, ο δε νους μου ακαταπαύστως μετά παρρησίας διαλέγεται προς τον Θεόν, εμού μή αναγκάζοντος, και η έλλαμψις αυτού αδιαλείπτως με καταυγάζει και καθέλκει με ιδείν και ευφρανθήναι εν τω κάλλει του θείου φωτός.
Εάν δε συμβή εν τω καιρώ της ησυχίας ελθείν τίνα και συνδιαλεχθήναί μοι, καν μίαν ώραν, αδύνατον μοι τότε μη προσθείναι εις την βρώσιν, λείψαι δε εκ του κανόνος, χαυνωθήναι τε τον νουν εις την θεωρίαν του φωτός εκείνου.
Ιδού οράτε, αδελφοί μου, τί καλή και ωφέλιμος η υπομονή και η μόνωσις και οίαν δύναμιν παρέχει και ευκολίαν τοις αγωνισταίς.
Μακάριος ο δια τον Θεόν υπομένων εν τη ησυχία και εσθίων μόνος τον άρτον αυτού, ότι διαπαντός μετά του Θεού διαλέγεται.
Αυτώ η δόξα και το κράτος νυν και αεί και εις τους αιώνας.
Αμήν

ΛΟΓΟΣ ΜΔ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, ΕΝ Ωι ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ[Επεξεργασία]

Αι αισθήσεις αι σώφρονες και συνηγμέναι ειρήνην γεννώσι τη ψυχή και ουκ εώσιν αυτήν πείραν λαβείν των πραγμάτων, όταν δε αίσθησιν των πραγμάτων ουλάβη, τότε γενήσεται νίκη δίχα αγώνος.
Ει μέντοι αμελήσει οάνθρωπος και τάς προσβολάς εισελθείν εν αυτώ παραχωρήσει,τότε αναγκάζεται πολεμήσαι, ταράττεται δε η πρώτη καθαρότης, ητις εστίν απλουστάτη και ομαλή.
Οι πλείστοι γαρ των αν­θρώπων ή και όλος ο κόσμος δια την αμέλειαν ταύτην εξέρχον­ται εκ της φυσικής και καθαράς καταστάσεως.
Δια τούτο οι εν κόσμω και τοις κοσμικοίς συμφυρόμενοι ου δύνανται καθαρθήναι την διάνοιαν, δια την πολλήν της κακίας επίδοσιν.
Ολίγοι δε εισίν οι δυνάμενοι υποστρέψαι εις την πρώτην καθαρότητα της διανοίας.
Δια τούτο χρη ασφαλώς τηρείν έκαστον άνθρωπον τάς αισθήσεις αυτού και την διάνοιαν εκ των προσβολών αεί.
Νήψεως γαρ χρεία πολλής και φυλακής και τηρήσεως.
Η πολλή απλότης πέφυκεν ευπρεπής.
Φόβου χρεία τη ανθρωπίνη φύσει ίνα τους όρους της υπακοής της προς τον Θεόν φυλάξη ,η δε αγάπη η προς τον Θεόν κινεί προς πόθον της εργασίας των αρετών και δι' αυτής αρπάζεται προς αγαθοεργίαν.
Η πνευματική γνώσις δευτέρα εστί τη φύσει της εργασίας των αρετών, προηγείται δε αμφοτέρων ο φόβος και η αγάπη, και πάλιν προηγείται της αγάπης ο φόβος.
Πάς τις αναιδώς λέ­γων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τάς τελευταίας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απώλειας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν.
Αύτη γαρ εστίν η οδός του Κυρίου, ότι αύται υπ εκείνων γεννώνται.
Μη αλλάξης την αγάπην του αδελφού σου αγάπη τινός των πραγμάτων.
Διότι τον των πάντων τιμιώτερον λεληθότως ένδοθεν κέκτηται.
Κατάλειψον τα μικρά, ίνα ευρης τα τί­μια.
Γενού τεθνεώς εν τη ζωή σου, και ζήση μετά θάνατον.
Δίδου σευατόν θανείν εν τοις αγωνίσμασι, και μη ζήν εν αμελεία.
Ου μόνον γαρ οι δια την εις Χριστόν πίστιν δεξάμενοι τον θά­νατον μάρτυρες είσιν, αλλά και οι δια την των εντολών αυτού τήρησιν αποθνήσκοντες.
Μη γίνου άφρων εν τοις σοίς αιτήμασιν, ίνα μη τον Θεόν καθυβρίσης τη σμικρότητι της σης γνώσεως.
Γενού σοφός εν ταίς σαίς προσευχαίς, ίνα των ένδοξων καταξιωθής.
Ζήτησον τα τίμια παρά του μη φθονούντος, ίνα και την τιμήν παρ' αυτού δέξη, δια το σοφόν σου θέλημα.
Σοφίαν ητήσατο ο Σολομών, και συν αυτή βασιλείαν γης εδέξατο, καθότι σοφώς ητήσατο, λέγω δη παρά του μεγάλου βασιλέως.
Έλισσαιέ διπλήν ητήσατο την χάριν του Πνεύματος, την ούσαν τω διδασκάλω αυτού, και ουδαμώς της αιτήσεως απέτυχεν ο γαρ παρά βασιλέως ζητών τα ευτελή, τούτου την τιμήν εξευτελίζει.
Ό Ισραήλ ητήσατο τα ευτελή, και την οργήν του Θεού εδέξατο.
Άφηκε γαρ του θαυμάσαι εν τοις έργοις του Θεού τα φοβερά θαυμάσια αυτού, και εξήτησε τάς επιθυμίας της γαστρός αυτού.
Έτι δε ούσης της βρώσεως εν τω στόματι αυτών, και η οργη του Θεού ανέβη έπ' αυτούς.
Πρόσφερε τω Θεώ κατά την δόξαν αυτού τάς αιτήσεις σου, ίνα σου μεγαλυνθή προς αυτόν η αξία και επιχαρή σοι.
Ώσπερ γαρ εάν τις αιτήσηται παρά του βασιλέως μέτρον κό­πρου, ου μόνον αυτός ατιμάζεται χάριν της ευτέλειας της αιτήσεως αυτού, καθότι πολλήν αγνωμοσύνην επεδείξατο, αλλ9 ότι και ύβριν τω βασιλεί χάριν της αιτήσεως αυτού επέθηκεν, ούτω και ο τα γήινα ζητών εν ταίς προσευχαίς αυτού παρά Θεού.
Ιδού γαρ άγγελος και Αρχάγγελοι, οίτινες είσι του βα­σιλέως μεγιστάνες, εις σε ατενίζουσιν εν τω καιρώ της προσευχής σου, οποίαν αίτησιν αυτη παρά τω Δεσπότη αυτών, και εκ­πλήττονται και αγάλλονται, όταν ίδωσι τον γεώδη καταλείψαντα την εαυτού σάρκα και τα ουράνια αιτούντα, ώσπερ δη ανιώνται αύθις προς τον εάσαντα τα ουράνια και αιτούντα την εαυτού κόπρον.
Μη αιτήσης παρά Θεού πράγμα, όπερ αυτός άνευ αιτήσεως ημίν διδόναι προνοείται, και ου μόνον τοις ιδίοις και προσφιλέσιν, αλλά και τοις ούσι ξένοις της αυτού γνώσεως.
Μη γίνεσθε γαρ, φησίν, ως τα έθνη, βαττολογούντες εν ταίς προσευχαίς.
Ταύτα γαρ τα σωματικά τα έθνη επιζητούσιν, έφη ό Κύ­ριος, «υμείς δε μη μεριμνήσητε, τι φάγητε ή τι πίητε ή τι ενδύσησθε ο γαρ Πατήρ υμών οίδεν, ότι χρείαν έχετε τούτων».
Ό υιός ουκέτι αιτεί παρά του πατρός αυτού άρτον, αλλά ζητεί τα μέγιστα και τα υψηλά της οικίας του πατρός αυτού.
Δια γαρ την ασθένειαν της διανοίας των ανθρώπων ενετείλατο ο Κύριος αιτείσθαι τον καθημερινόν άρτον.
Όρα γαρ τι εντέταλται τοις τελείοις την γνώσιν και υγιεινοίς την ψυχήν.
«Μη μεριμνήσητε», γαρ φησί, «περί βρώματος ή ενδύματος».
Ει γαρ των αλόγων ζώων και των πετεινών και αυτών δη των αψύχων επιμελείται, ου πολλώ μάλλον ημών; Αλλά «ζητήσατε μάλλον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».
Εαν δεηθής του Θεού περί πράγματος και μακροθυμήση σου μη ταχέως επακούσαι σου, μη λυπού.
Ου γαρ ει συ του Θεού σοφώτερος.
Τούτο δε συμβαίνει σοι, ή δια το ανάξιον σε όντα τυχείν της αιτήσεως ή δια το μη είναι τάς οδούς της καρδίας σου εφάμιλλους τοις αίτημασί σου, αλλ' εναντίας, η δια το μήπω εφθακέναι σε το μέτρον του δέξασθαί σε το χάρισμα, όπερ αιτείς Καθότι ου δει ημάς εις μέτρα μεγάλα προ καιρού επιβάλλειν αυτούς, ίνα μη αχρειωθή το χάρισμα του Θεού εν τη ταχύτητι της υποδοχής και απόλλυται.
Έκαστον πράγμα μετά πόνου καρδίας ευρισκόμενον, μετά παραφυλακής και φυλάττεται.
Διά Χριστόν δίψησον, ίνα σε μεθύση της αγάπης αυτού.
Κάμμυσον τους οφθαλμούς σου από των τερπνών του βίου, ίνα καταξιωθής παρά του Θεού του βασιλεύειν εν τη ση καρδία την αυτού ειρήνην.
Εγκρατεύου από των πραγμάτων,ών τα σα όμματα θεωρεί, ίνα της πνευματικής χαράς καταξιωθής.
Εάν μη αρέσωσι τω Θεώ τα έργα σου, μη ζητήσης παρ΄αυτού τα επίδοξα, ίνα μη γένη ως άνθρωπος πειράζων τον Θεόν.
Κατά την διαγωγήν σου δέον είναι και την ευχήν σου.
Αδύνατον γαρ τίνα συνδεδεμένον τοις γηίνοις ζητείν τα επουράνια, αμηχανόν τε τον εν τοις κοσμικοίς ασχολούμενον τα θεία αιτήσασθαι.
Διότι εκάστου ανθρώπου η επιθυμία εκ των έργων αυτού δείκνυται, και εν οίς τισι πράγμασι δείκνυσι την εαυτού σπουδήν, υπέρ αυτών αγωνίζεται εν τη προσευχή.
Ό τα μέγιστα θέλων, ουκ ενασχολείται τοις ευτελεστέροις.
Γενού ελεύθερος, συνδεδεμένος ων τω σώματι, και δείξον σου της υπακοής την ελευθερίαν δια τον Χριστόν.
Γενού δε και νουνεχής εν τη ση πραότητι, ίνα μη κλαπής.
Αγάπησον την ταπείνωσιν εν πάσι τοις έργοις σου, ίνα ρυσθής των ακαταλήπτων παγίδων, αίτινες ευρίσκονται αεί έξωθεν της οδού των ταπεινοφρόνων.
Μη απαναίνου τάς θλίψεις, διότι δι' αυτών εις την επίγνωσιν της αληθείας εισέρχη.
Και μη φοβηθής τους πει­ρασμούς, διότι εν αυτοίς ευρίσκεις τα τίμια.
Πρόσευξαι του μη εισελθείν εις τους ψυχικούς πειρασμούς, προς δε τους σωματικούς ευτρεπίζου εξ όλης της ισχύος σου.
Έκτος γαρ τούτων ου δύνασαι προσπελάσαι τω Θεώ.
Διότι ένδοθεν αυτών απόκειται η θεία ανάπαυσις.
Ό φεύγων τους πειρασμούς, φεύγει την αρετήν πειρασμόν δε λέγω ου των επιθυμιών, αλλά των θλίψεων.
Ερώτησις.
Και πώς ομοφωνήσει το, «εύξασθε μη εισελθείν εις πειρασμόν», και το, «αγωνίσασθε εισελθείν δια της στενης πύλης»; Και πάλιν, «μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα», και «ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν»; Πώς ούν πανταχού προτρέπεται ημάς ο Κύριος προς τους πειρασμούς, ενταύθα δε προσέταξεν «εύξασθε μη εισελθείν εις αυτούς»; Ποία γαρ αρετή γίνεται άνευ θλίψεως και πειρασμού; ή ποίος πειρασμός μείζων του απολέσαι τινά εαυτόν, εις όν εισελθείν ημάς ένεκεν αυτού διεκελεύσατο; «'Όστις», γαρ φησί, «μη άρη τον σταυρόν αυτού και ακολουθή οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος».
Πώς ουν εν πάση τη διδασκα­λία αυτού προστάξας εισελθείν εις τους πειρασμούς, ενταύθα μη εισελθείν προσεύξασθαι ενετείλατο; «Διά πολλών», γαρ φησί, «θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών»,και «εν τω κοσμώ θλίψιν έξετε», και «εν τη τούτων υπομονή κτήσασθε τάς ψυχάς υμών».
Ω της λεπτότητος της οδού των σων διδαγμάτων, Κύριε, ης έξωθεν πάντοτε καθέστηκεν ο μη συνετώς και μετά γνώσεως αναγινώσκων.
Ηνίκα επεθύμησαν οι υιοί του Ζεβεδαίου και η μήτηρ αυτών της μετά σου καθέδρας εις την βασιλείαν, ταύτα είπες αυτοίς «δύνασθε πιείν το ποτήριον των πει­ρασμών, ο εγώ μέλλω πίνειν και το βάπτισμα, ο εγώ βαπτίσομαι βαπτισθήναι;» Και πώς ενταύθα, ω Δέσποτα, επιτρέπεις ημίν εύξασθαι του μη εισελθείν εις πειρασμόν; Περί ποίων πειρασμών κελεύειν ημίν εύξασθαι του μη εισελθείν; Απόκρισις.
Εύξαι, φησί, του μη εισελθείν προς τους εις την πίστιν πειρασμούς.
Εύξαι του μη εισελθείν προς τους εν τη οίησει του νοός σου πειρασμούς μετά του δαίμονος της βλα­σφημίας και της υπερηφανίας.
Εύξαι μη εισελθείν κατά παραχώρησιν Θεού εις πειρασμόν φανερόν του διαβόλου, δια τάς κακάς ενθυμήσεις, ας ενεθυμήθης εν τη διανοία σου, δι' ας και πα­ρεχωρήθης.
Εύξαι, μη αποστήναι από σου τον Άγγελον της σωφροσύνης σου, ίνα μη εμπύρω πολέμω πολεμηθής της αμαρτίας και χωρισθής απ ' αυτού.
Εύξαι, μη εισελθείν εις πειρασμόν ερεθισμού τίνος κατά τίνος ή εις πειρασμόν διψυχίας και δισταγμού, εξ ων η ψυχή εις μέγαν αγώνα εκβιάζεται.
Τους μεν τοι πειρασμούς του σώματος ολοψύχως υποδέξασθαι ευτρεπίζου και εν πάσι τοις μέλεσί σου διάπλευσον εν αυτοίς και τους οφθαλμούς σου δακρύων πλήρωσον, ίνα μη αποστή ο φυλάσσων σε από σου.
Έκτος γαρ πειρασμών η πρόνοια του Θεού ούχ οράται και την προς Θεόν παρρησίαν αδύνατον κτήσασθαι και την σοφίαν του Πνεύματος αδύνατον μαθείν και τον θείον πόθον εν τη ψυχή σου βεβαιωθήναι ανένδεκτον.
Προ γαρ των πειρασμών, ώσπερ τις ξένος ο άνθρωπος εύχεται τω Θεώ, επάν δε εισέλθη εις πειρασμούς δια την αγάπην αυτού και μη δέξηται αλλοίωσιν, τηνικαύτα, καθάπερ τις υπόχρεων έχων τον Θεόν και ως γνήσιος φίλος λογίζεται παρά τω Θεώ.
Διότι ένεκεν του θελήματος αυτού επολέμησε τον εχθρόν αυτού και ενίκησεν αυτόν.
Τούτο εστί το, «εύξασθε μη εισελθείν εις πειρασμόν».
Και πάλιν εύξαι, του μη εισελθείν εις τον πειρασμόν τον φοβερόν του διαβόλου, δια την αλαζονείαν σου, αλλά δια το αγαπάν σε τον Θεόν, ίνα η δύναμις αυτού συνεργήση σοι και εν σοι νικήση τους εχθρούς αυτού.
Εύξαι, του μη εισελθείν εις τους πειρασμούς τούτους, δια την κακίαν των λογισμών σου και των πράξεων, αλλ ίνα δοκιμασθή σου η προς το Θεόν αγάπη και δοξασθή η δύναμις αυτού εν τη υπομονή σου.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΜΕ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΔΙ ΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΩΣΥΝΗΣ ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΥΓΚΑΤΕΒΗ.
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ
[Επεξεργασία]

Καί πάλιν ο Κύριος ημών κατά τον τρόπον του ελέους αυτού πρόνοιαν ποιησάμενος και κατά το μέτρον της χάριτος αυτού, εάν συνετώς πρόσχης, και περί των σωματικών πειρασμών προσέταξε προσεύξασθαι.
Ιδών γαρ την φύσιν ημών ασθενή ούσαν, δια το γεώδες και σαθρόν του σώματος, και μη δυναμένην αντιστήναι τοις πειρασμοίς, όταν εν μέσω αυτών γένηται, και δια τούτο εκπίπτουσαν της αλη­θείας, και νώτα προσέχουσαν και νικωμένην υπό των θλίψε­ων, προσέταξε προσεύξασθαι μη εμπεσείν εξαίφνης εις τους πειρασμούς, ει δυνατόν εστίν άνευ αυτών ευαρεστείν τω Θεώ.
Εάν μέντοι αιφνιδίως ένεκα μεγίστης αρετής εις φοβερούς πειρασμούς εμπέση ο άνθρωπος και μη υπομείνη, ουδέ τελειώσαι την αρετήν εν τω καιρώ εκείνω δύναται.
Ού χρη ημάς πρόσωπον λαμβάνειν, ούτε ημών αυτών ούτε άλλων, ουδέ χάριν φόβου καταλιπείν το ευγενές και τίμιον πράγμα, εν ώ η ζωή της ψυχής ταμιεύεται, και προφάσεις φέρειν και δόγματα της χαυνότητος.
Οίον, «εύξασθαι μη εισελθείν εις πειρασμόν».
Περί των τοιούτων γαρ είρηται, ότι δια της εντολής κρυπτώς άμαρτάνουσιν.
Εάν ουν συμβή ανθρώπω και επέλθη αυτώ πειρασμός και αναγκασθή καταλύσαι μίαν των εντολών μου τούτων,ήγουν καταλείψαι την σωφροσύνην η την μοναχικήν πολιτείαν ή άρνησασθαι την πίστιν ή μη άγωνίσασθαι δια Χριστόν ή καταργήσαι μίαν των εντολών, ούτος, εάν δειλιάση και μη αντιστή γενναίως προς τους πειρασμούς, εκπεσείται της αληθείας.
Λοιπόν πάση δυνάμει περιφρονήσωμεν του σώματος και παραδώμεν τω Θεώ την ψυχήν και εισέλθωμεν εν όνοματι Κυρίου εις τον αγώνα των πειρασμών.
Και ο διασώσας τον Ιωσήφ εν γη Αιγύπτου και αναδείξας αυτόν εικόνα και τύπον της σωφροσύνης, και ο τον Δανιήλ αλώβητον φυλάξας εν τω λάκκω των λεόντων, και τους τρεις νεανίας εν τη καμίνω του πυρός, και τον Ίερεμίαν εκ του λάκκου των βορβόρων και ο ρυσάμενος αυτόν και χαρισάμενος αυτώ έλεος εν μέσω του στρατοπέδου των Χαλδαίων, και εξαγαγών τον Πέτρον εκ του δεσμωτηρίου κεκλεισμένων των θυρών και τον Παύλον διασώσας εκ της συναγωγής των Ιου­δαίων και, απλώς ειπείν, ο πάντοτε εν παντί τόπω και χώρω συνών τοις δούλοις αυτού και δεικνύων αυτού την δύναμιν και νίκην εν αυτοίς και διατηρών αυτούς εν πολλοίς τεραστίοις και εμφανίζων αυτών το σωτήριον αυτού εν πάσαις ταίς θλίψεσιν αυτών, αυτός και ημάς ενισχύσοι και διασώσοι εν μέσω των κυμάτων των περικυκλούντων ημάς.
Αμήν.
Έστω ούν ημίν ζηλος εν ταίς ψυχαίς ημών κατά του διαβόλου, και των αυτού ταξεωτών, οίον είχον οι Μακκαβαίοι και οι άγιοι προφήται, και οι Απόστολοι και μάρτυρες και όσιοι και δίκαιοι, οίτινες συνεστήσαντο τους θείους νόμους και τάς εντολάς του Πνεύματος εν χώραις φοβεραίς και πειρασμοίς χαλεπωτάτοις και απέρριψαν τον κόσμον και το σώμα οπίσω αυ­τών και υπέμειναν εν τη δικαιοσύνη αυτών, μη ηττηθέντες υπό των κινδύνων των κυκλωσάντων συν ταίς ψυχαίς αυτών και τα σώματα, αλλά νικήσαντες ανδρείως.
Ων τα ονόματα γέγραπται εν βίβλω ζωής μέχρι της παρουσίας του Χριστού, και η διδαχή αυτών τετήρηται δια προσταγής Θεού προς ημετέραν διδασκαλίαν και ανάρρωσιν, ως μαρτυρεί ο μακάριος Απόστο­λος, ίνα σοφοί γενώμεθα και μάθωμεν τάς οδούς του Θεού, και υπ' όψιν έχωμεν τα διηγήματα και τους βίους αυτών, ως εμψύχους και ζώσας εικόνας, και λάβωμεν εξ αυτών τύπον και δράμωμεν εν τω δρόμω αυτών και ομοιωθώμεν αυτοίς.
Ως ηδέα τα θεία λόγια τη συνετωτάτη ψυχή, ώσπερ τροφή θάλπουσα το σώμα, επιθυμητά δε τα διηγήματα των δι­καίων εν τοις ωσί των πατέρων, ως διηνεκής αρδεία τω νεωστί πεφυτευμένω φυτώ.
Εχε οΰν, αγαπητέ, κατά νουν την πρόνοιαν του Θεού, ην εξ αρχής και μέχρι του νυν προνοείται, ώσπερ τι καλόν φάρμακον ασθενέσιν όμμασι, και κάτεχε παρά σεαυτώ τούτου την μνήμην εν πάση ώρα, και διαλογίζου και φρόντισον και παιδεύθητι εν αυτοίς, ίνα μάθης λαβείν μνημην εν τη ση ψυχή της μεγαλωσύνης της τιμής του Θεού και εύρης τη ση ψυχή ζωήν αιώνιον εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, τω γενομένω μεσίτη Θεού και ανθρώπων, ως εξ αμφοτέρων ηνωμένω, ου τη δόξη τη περικυκλούση τον θρόνον αυτού της τιμης αι των Αγ­γέλων τάξεις προσπελάσαι ου δύναται, δι' ημάς δε φανέντι εν κοσμώ εν ευτελεί και ταπεινώ προσχήματι καθώς φησίν ο Ησαΐας «είδομεν αυτόν, και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος», Εκείνος ο πάση τη κτιστή φύσει αόρατος και σώμα ενδυσάμενος και τελειώσας την οικονομίαν εις σωτηρίαν και ζωήν πάντων των καθαρισθέντων δι' αυτού εθνών.
Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμην.

ΛΟΓΟΣ ΜΣΤ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΣΗΝ ΕΧΟΥΣΙΝ ΗΔΥΤΗΤΑ ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ, ΟΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΝΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΜΕΝΟΜΕΝΟΙ.
ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑΞΕΙΣ, ΕΝ ΑΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ο ΣΥΝΕΤΟΣ ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ
[Επεξεργασία]

Αι αρεταί αλλήλας διαδέχονται, δια το μη γίνεσθαι την οδόν της αρετής επαχθή και βαρείαν και δια το κατά τάξιν αυτάς κατορθούσθαι και ούτω προυσφιλή έσεσθαι τα δυσχερή τα υπέρ του αγαθού, ως τα αγαθά.
Ουδείς γαρ δύναται κτήσασθαι την ακτημοσύνην εν αληθεία, ει μη πείση εαυτόν και ετοιμάση εαυτόν υπομείναι τους πειρασμούς μετά χαράς.
Και ουδείς δύναται υπομείναι τους πειρασμούς, ει μη ο πιστεύσας, ότι εστί τι υπερέχον την σωματικην ανάπαυσιν, αντί των θλίψεων, ου η μετοχή γενέσθαι παρεσκεύασεν εαυτόν υποδέξασθαι.
Πας ούν ο τη ακτημοσύνη εαυτόν ετοιμάσας, πρώτον μεν η αγάπη των θλίψεων κινείται εν αυτώ, και τότε επέρχεται αυτώ λογισμός του ακτημονείν των του κόσμου τούτου.
Και πάς ο εγγίζων τη θλίψει, πρώτον μεν δια πίστεως στερεούται, και τότε προσεγγίζει ταίς θλίψεσιν.
Όστις στέρηση εαυτόν της ενεργείας των αισθήσεων, οράσεως λέγω και ακοής, διπλήν θλίψιν προυξένησεν εαυτώ και διπλασίως ταλαιπωρήσει και θλιβήσεται.
Μάλλον δε, τι όφελος στερηθήναι των αισθητών πραγμάτων και δια των αισθησεων ενηδύνεσθαι εν αυτοίς; το αυτό γαρ πάσχει εκ των εν αυτοίς παθών, όπερ έπασχε πρώην πρακτικώς διότι η μνήμη της συνηθείας αυτών ουκ αφίσταται της διανοίας αυτού.
Ει γαρ αί φαντασίαι αυτών νοητώς γινόμεναι οδύνην τω ανθρώπω παρέχουσιν άνευ των πραγμάτων αυ­τών, τι εχομεν ειπείν περί της συνυπάρξεως της εγγιζούσης; Λοιπόν καλή η αναχώρησις, λίαν γαρ συνεργεί.
Τους γαρ λογισμούς γενναίως καταπραΰνει και δύναμιν εν τη δια­τριβύ εντίθησι και υπομονήν και μεγάλην διδάσκει τον άνθρωπον των επερχομένων αύτω αναγκαίως θλίψεων.
Μη ζητήσης λαβείν βουλήν παρά τίνος, μη όντος εν τη διαγωγή σου, καν λίαν σοφός υπάρχη.
Ανάθου δε μάλλον τον λογισμόν σου ιδιώτη εν πείρα γεγονότι των πραγμάτων, ηπερ φιλοσοφώ λογίω ομιλούντι εκ της εξετάσεως, άνευ της πείρας των πραγμάτων.
Τι δε εστί πείρα; Η πείρα εστίν, ουχί το εισελθείν τίνα καικατασκοπεύσαι τίνα των πραγμάτων, μήπω λαβόντα την γνώσιν αυτών εις εαυτόν, αλλά το αισθηθήναι της πείρας της ωφελείας αυτών και της ζημίας ενεργώς δια το χρονίσαι εν αυτοίς.
Και γαρ πολλάκις φαίνεται πράγμα ζημίαν έχον, ένδον δε αυτού ευρίσκεται πασά πραγματεία γέμουσα ωφελείας.
Τον αυ­τόν δε τρόπον νοεί και εν τω εναντίω τούτον τουτέστι, πολλά­κις φαίνεται πράγμα ωφέλειαν έχον, έσωθεν δε εστί μεμεστωμένον ζημίας.
Διό και πολλοί των ανθρώπων πάλιν εκ των φαινομένων επικερδών πραγμάτων ζημίαν ευρίσκουσι.
Και ουδέ εκ τούτων η μαρτυρία της γνώσεως αληθινη εστίν.
Εκείνω ούν συμβούλω χρήσαι, τω επισταμένω δοκιμάσαι εν υπομονή τα πράγματα της διακρίσεως.
Διά τούτο ουχί έκαστος εστίν αξιόπιστος του δούναι βουλήν, ει μη όστις πρώτος καλώς την ελευθερίαν αυτού εκυβέρνησε και ου φοβείται κατηγορίας και συκοφαντίας.
Όταν γαρ εύρης ειρήνην εν τη οδώ σου αναλλοίωτον, τότε φοβήθητι.
Διότι μακράν απέχεις εκ της ευθείας τρίβου της πατουμένης υπό των μοχθηρών ποδών των αγίων.
Όσον γαρ διαβαίνεις εν τη οδώ της πόλεως της βασιλείας και τη του Θεού πόλει πλησιάζεις, τούτο έστω σοι το σημείον η ισχύς των πειρασμών απαντά σοι.
Και όσον πλησιάζεις και προκόπτεις, τοσούτον οι πειρασμοί πληθύνονται κατά σου.
Όταν ούν αίσθη εν τη ψυχή σου διαφόρους και ισχυροτέρους πειρασμούς εν τη οδώ σου, γνώθι ότι εν τοις καιροίς εκείνοις όντως εδέξατο η ψυχή σου βαθμόν εν τω κρυπτώ άλλον υψηλόν και προσε­τέθη αύτη χάρις εν τη καταστάσει, εν η ίστατο εν αύτη.

Κατά γαρ το μέτρον της χάριτος, κατά τοσούτον εις την θλίψιν των πειρασμών εισφέρει ο Θεός την ψυχήν.
Ουχί είς τους πειρασμούς τους κοσμικούς, οίτινες γίνονται τισι διά το χαλινώσαι την κακίαν και τα φανερά πράγματα, μηδέ σώματικάς ταραχάς νόει τούτους, αλλά πειρασμούς αρμόζοντας μοναχοίς εν τη ησυχία αυτών, ους περ ύστερον μέλλομεν διαιρείν.
Εάν δε έχη η ψυχή ασθένειαν και ούχ ικανοί προς τους πειρα­σμούς τους μεγάλους και αιτήσαι μη εισελθείν εις αυτούς και εισακούση αυτης ο Θεός, γνώθι σαφώς, ότι καθ όσον ανικανοί προς τους μεγάλους πειρασμούς, κατά τοσούτον και προς τα μεγάλα χαρίσματα.
Ου δίδωσι γαρ ο Θεός χάρισμα μέγα, χωρίς μεγάλου πειρασμού.
Κατά γαρ τους πειρασμούς και τα χαρί­σματα ωρίσθησαν υπό του Θεού, κατά την σοφίαν αυτού, ην ου καταλαμβάνουσι οι δημιουργηθέντες υπ' αυτού.
Λοιπόν εκ των δυσχερών θλίψεων των συμβαινουσών σοι υπό της προνοίας του Θεού, καταλαμβάνεις πόσην εδέξατο η ψυχή σου εκ της με-γαλωσύνης αυτού τιμήν.
Κατά γαρ την λύπην, και η παράκλησις.
Ερώτησις.
Τι ούν λοιπόν; πρώτον ο πειρασμός, και τότε το χάρισμα; ή το χάρισμα πρώτον, και ούτως οπίσω αυτού ο πειρασμός; Απόκρισις.
Ουκ έρχεται ο πειρασμός, ει μη πρώτον δέξεται η ψυχή εν τω κρυπτώ μέγεθος υπέρ το μέτρον αυτής, και το πνεύμα της χάριτος, όπερ εδέξατο πρώτον.
Και μαρτυρεί περί τούτου ο πειρασμός του Κυρίου, ομοίως και οι πειρασμοί των Αποστόλων.
Ου γαρ παρεχωρήθησαν ευσελθείν εις πειρα­σμούς, έως αν εδέξαντο τον Παράκλητον.
Οι γαρ κοινωνούντες τοις αγαθοίς, αρμόζει αυτοίς υπομείναι τους πειρασμούς αυτών ότι μετά του αγαθού η θλίψις αυτών.
Ούτω γαρ ήρεσε τω σοφώ Θεώ εν πάσι ποιείν.
Και ει τούτο ούτω, τουτέστιν η χάρις προ του πειρασμού, άλλ' όμως πάντως προηγήσατο η αίσθησις των πειρασμών της αισθήσεως της χάριτος, δια την δοκιμήν της ελευθερίας.
Ουδέποτε γαρ η χάρις προλαμβάνει εις τίνα, προ του γεύσασθαι των πειρασμών.
Προηγείται μεν ούν η χάρις εν τω νοΐ, εν δε τη αισθήσει βραδύνει.
Λοιπόν πρέπει ημάς εν τοις καιροίς τούτων των πειρασμών έχειν δύο τινά εναντία αλλήλοις και κατά μηδέν ομοιούντα.
Ταύτα δε είσι χαρά και φόβος.
Χαρά μεν, ότι εν τη οδώ τη πατηθείση υπό των αγίων, μάλλον δε υπό του ζωοποιούντος τα πάντα, ευρέθης βαδίζων.
Και τούτο δήλον εκ της διαγνώσεως των πειρασμών.
Τον φόβον δε οφείλομεν έχειν, ότι μήπως εκ της αίτιας της υπερηφανίας πειραζόμεθα εν τού­τοις.
Όμως σοφίζονται υπό της χάριτος οι ταπεινόφρονες του δύνασθαι ταύτα πάντα διακρίναι και γνώναι τις εστίν ο πειρασμός ο εκ του καρπού της υπερηφανίας, και τις ο εκ των ραπι­σμάτων των τυπτομένων εκ της αγάπης διακέκρινται γαρ οι πειρασμοί του εκβιβασμού και της αυξήσεως της πολιτείας εν τω αγαθώ εκ των πειρασμών της παραχωρήσεως της εις παιδείαν δια την υπερηφανίαν της καρδίας.
Οι πειρασμοί των φίλων του Θεού, οίτινές εισιν οι ταπεινόφρονες.
Οι υπό της πνευματικής ράβδου εις προκοπήν και αύξησιν της ψυχής γινόμενοι πειρασμοί, εν οις γυμνάζεται και δοκιμάζεται η ψυχή και αγωνίζεται, είσιν ούτοι η οκνηρία, βάρος του σώματος, η χαύνωσις των μελών, η ακηδία, η σύγχυσις της διανοίας, υπόνοια ασθενείας του σώματος, το κόψαι την ελπίδα προς ώραν, η σκότωσις των λογισμών, η έκλειψις της ανθρωπίνης βοηθείας, η ένδεια της σωματικης χρείας, και τα όμοια τούτων.
Εκ τούτων των πειρασμών κτάται ο άνθρωπος ψυχήν μεμονωμένην και απροστάτευτον και καρδίαν νενεκρωμένην και ταπείνωσιν, και εκ τούτου δοκιμάζεται τις ελθείν εις επιθυμίαν του κτίσαντος.
Και ταύτα προς την δύναμιν ο προνοητής οικονομεί και προς την χρείαν των υποδεχόμενων αυτά.
Τούτοις συγκέκραται η παράκλησις και αί επιφοραί, το φως και το σκότος, οι πόλεμοι και αί αντιληψεις, και συντόμως ειπείν,στένωσις και πλατυσμός.
Και τούτο εστί το σημείον της προκο­πής του ανθρώπου δια της βοηθείας του Θεού.
Οι πειρασμοί των εχθρών τον Θεόν, οίτινες είσιν οι υπερήφανοι.
Οι δε πειρασμοί, οι γινόμενοι εκ της παραχωρήσεως του Θεού κατά των αναισχυντούντων και επαιρομένων εν ταίς διανοίαις αυτών ενώπιον της αγαθότητος του Θεού και αδικούντων την αγαθότητα του Θεού εν τη υπερηφανία αυτών, εισίν ούτοι οι πειρασμοί οι φανεροί των δαιμόνων, οι και υπέρ τον όρον της δυνάμεως υπάρχοντες της ψυχής, η στέρησις των δυνάμεων της σοφίας της ούσης εν αυτοίς, αίσθησις δριμεία της εννοίας της πορνείας της παραχωρούμενης κατ' αυτών εις ταπείνωσιν της επάρσεως αυτών, το θυμούσθαι ταχέως, το θέλειν στησαι το ίδιον θέλημα, το φιλονεικείν εν λόγοις, το επιτιμήσαι, η καταφρόνησις της καρδίας, πλάνη του νου τελεία, βλασφημία κατά του ονόματος του Θεού, έννοιαι μωραί πεπληρωμέναι γέλωτος, μάλλον δε κλαυθμού, το καταφρονείσθαι υπό των ανθρώπων και αφανίζεσθαι την τιμήν αυτών, το γενέσθαι αισχύνη και όνειδος υπό των δαιμόνων εν πολλοίς τρόποις κρυπτώς και φανερώς, επιθυμία του μιγήναι και συναστραφήναι τω κόσμω, το λαλείν και ληρείν αφρόνως πάντοτε, το ευρείν εαυτώ καινισμόν αεί συν ψευδοπροφητεία, το επαγγέλλεσθαι πολλά υπέρ την δύναμιν αυτού.
Και ταύτα μεν τα ψυχικά.
Εν δε τοις σωματικοίς, συμβαίνουσιν αύτω συμβάσεις οδυνηραί, διαμένουσαι αεί συμπεπλεγμέναι και δύσλυτοι, απαντήσεις κακώς αεί και αθέων ανθρώπων, το εμπεσείν εις χείρας θλιβόντων ανθρώπων, το κινείσθαι την καρδίαν αυτού αεί αναιτίως υπό του θείου φόβου εξαίφνης, το πολλάκις πάσχειν αυτούς πτώματα μεγάλα εκ πετρών και από υψηλών τό­πων και των ομοίων τούτοις των γινομένων εις συντριβήν του σώματος.
Και τέλος ένδεια των αντιλαμβανόμενων την καρ­δίαν υπό της θεϊκής δυνάμεως και της ελπίδος της πίστεως αυτών, και συντόμως ειπείν, όσα αδύνατα και υπέρ δύναμιν επάγονται αυτοίς συν τοις εαυτών.
Ταύτα γαρ πάντα όσα ετάξαμεν και ηριθμήσαμεν είσιν εκ των τρόπων των πειρασμών της υπερηφανίας.
Φαίνεται δε η αρχη τούτων εν τω άνθρώπω, όταν τις άρξηται έχειν σοφόν εαυτόν εν οφθαλμοίς αυτού, και ούτος μετακινείται εν πάσι τοις κακοίς τούτοις κατά το μέτρον της υποδοχής των τοιούτων λογισμών της υπερηφανίας.
Λοιπόν εκ των ειδών των πειρασμών σου καταλάμβανε τάς οδούς της λεπτότητος της διανοίας σου.
Εάν δε ίδης τινάς τούτων των πει­ρασμών μεμιγμένους μετά των προ τούτων των είρημένων πει­ρασμών, γνώθι ότι καθ' όσον έχεις εκ τούτων, κατά τοσούτον η υπερηφανία εν σοι ενέσκηψεν.
Περί υπομονής Άκουσον δε πάλιν και τρόπον άλλον.
Πάσαι αι περιστάσεις και αι θλίψεις αι μη μετέχουσαι υπομονής, διπλή εστίν η βάσανος αυτών.
Υπομονή γαρ ανθρώπου αποβάλλει τάς συμ­φοράς αυτού.
Μικροψυχία δε μήτηρ εστί της κολάσεως.
Ύπομονή εστί μήτηρ της παρακλήσεως και δύναμίς τις, ήτις εκ της ευρυχωρίας της καρδίας αποτίκτεσθαι πέφυκεν, ην τίνα δύναμιν δυσχερές τον άνθρωπον ευρείν εν ταίς θλίψεσιν αυτού, εκτός του θείου χαρίσματος, του εκ της καταδιώξεως της ευχής και της εκχύσεως των δακρύων ευρισκομένου.
Περί μικροψυχίας Όταν βουληθή ο Θεός έπι πλείον θλίψαι άνθρωπον, παραχωρεί αυτόν εισελθείν εις τάς χείρας της μικροψυχίας.
Και αύτη τίκτει εν αυτώ κραταιάν δύναμιν της ακηδίας, εν η γεύεται του ψυχικού πνιγμού, όπερ εστί γεύσις της γεέννης.
Και εκ τούτου επάγεται το πνεύμα της εκστάσεως, εξ ου πηγάζουσιν οι μύριοι πειρασμοί η σύγχυσις, ο θυμός, η βλασφημία, η μεμψιμοιρία, οι διεστραμμένοι λογισμοί, η από χώρας εις χώραν μετάστασις, και τα όμοια τούτοις.
Εάν δε είπης, η αίτια τούτων τις εστί; λέγω σοι, ότι η ση αμέλεια.
Ου γαρ εμερίμνησας εκζητήσαι την ιατρείαν αυτών.
Η ιατρεία γαρ τούτων πάν­των μία εστίν, εν η εν τη χειρί αυτής ευρίσκει τις παράκλησιν εν τη ψυχή αυτού ευθέως.
Και τις εστίν αύτη; η ταπεινοφροσύ­νη της καρδίας, και εκτός ταύτης καταλύσαι τον φραγμόν των κακιών τούτων ου δύναται τις, αλλά μάλλον ευρίσκει αυτάς υπερισχύουσας κατ'αυτού.
Μη θυμωθης κατ' εμού, ότι λέγω σοι την αλήθειαν.
Ουκ εζήτησας ταύτην εν όλη σου τη ψυχή ποτέ.
Εάν δε θέλης, γενού εν τη χώρα αυτής και όψει πώς δώσει σοι την λύσιν της κακίας σου.
Προς γαρ το μέτρον της ταπεινοφροσύνης δίδοταί σοι και υπομονή εν ταίς συμφοραίς σου, και κατά την υπομονήν σου ελαφρύνεται το βάρος των θλίψεων σου και της παρακλήσεως τεύξη.
Κατά δε την παράκλησιν σου, μεγαλύνεται η προς Θεόν αγάπη σου, και κατά την αγάπην σου, μεγαλύνεται η χαρά σου εν τω Πνεύματι τω αγίω.
Των δε εν αληθεία υιών όντων ο οικτίρμων, ότε ευδοκήσει έκβασιν ποιήσασθαι των πειρασμών αυτών, ουχί λήψει λαμβάνει τους πειρασμούς εξ αυτών, άλλ' υπομονήν παρέ­χει αυτοίς εν τοις πειρασμοίς αυτών, και ταύτα πάντα τα αγαθά εν τη χειρί της υπομονής αυτών δέχονται προς τελειότητα των ψυχών αυτών.
Αξιώσαι δε ημάς Χριστός ό Θεός εν τη χάριτι αυτού υπομένειν τα κακά δια την αγάπην αυτού εν ευχαριστία της καρδίας.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΜΖ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΝ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΙΛΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ[Επεξεργασία]

Είπε τις των αγίων, ότι γίνεται το σώμα φίλος της αμαρτίας φοβούμενον τους πειρασμούς, ίνα μη στενωθή και αποθάνη εκ της ζωής αυτού.
Δια τούτο καταναγκάζει αυτό το Πνεύμα το άγιον αποθανείν.
Γινώσκει γαρ ότι, εάν μη αποθάνη, ου νικά την αμαρτίαν.
Ει τις θέλει ίνα κατοίκηση εν αυτώ ο Κύριος, το σώμα αυτού βιάζεται και λειτουργεί τω Κυρίω και δουλεύει εν ταίς εντολαίς του Πνεύματος ταίς γεγραμμέναις εν τω Αποστόλω και φυλάττει την ψυχήν αυτού από των έργων της σαρκός, ων έγραψεν ο Απόστολος.
Σώμα δε συμμεμιγμένον τη αμαρτία αναπαύεται εν τοις έργοις της σαρκός, και το Πνεύμα του Θεού ουκ αναπαύεται εν τοις καρποίς αυτού.
Ότε γαρ ασθενεί το σώμα εν νηστεία και ταπεινώσει, η ψυχή ενδυναμούται εν τη προσευχή.
Έθος έχει το σώμα όταν στενωθή πολλαχώς εν θλίψεσι της ησυχίας και υστερηθή και δεηθή, ώστε εγγίζειν του αποθανείν εκ της ζωής αυτού, τότε παρακαλεί σε, λέγον Αφες με ολίγον, ίνα συμμέτρως πολιτεύσωμαι, άρτι ορθοποδώ, διότι επειράθην των τοιούτων κακών.
Και όταν αναπαύσης αυτό εκ των θλίψεων και παράσχης αυτώ μικράν άνεσιν, διότι συνεπάθησας αυτώ, και καν προς μικρόν μικρόν αναπαύσηται, τότε ψιθυρίζει σοι κολακευτικώς μικρόν, έως αν ποίηση σε εξελθείν εκ της ερήμου πάνυ γαρ εισί τα κολακεύματα αυτού ισχυρά.
Και λέγει σοι Δυνάμεθα καλώς πολιτεύσασθαι και πλησίον του κόσμου.
Πολλά γαρ επειράθημεν.
Δυνάμεθα ούν, εν οίς έσμεν, εκείσε πολιτεύεσθαι.
Δοκίμασαν με μόνον και, εάν ου γίνωμαι ως θέλεις, δυνάμεθα υποστρέψαι.
Ιδού η έρημος ου φεύγει εξ ημών.
Μη ούν πισεύσης αυτώ, καν σφόδρα παρακάλεση και υποσχέσεις πολλάς ποίηση.
Διότι ου ποιεί α είπε.
Μετά το δούναι σε αυτώ την αίτησιν αυτού, ρίπτει σε εις μεγάλα πτώμα­τα, εξ ων ου δύνη αναστήναι και εξελθείν έξ αυτών.
Όταν ακηδιάση εκ των πειρασμών και χορτασθή εξ αυτών, είπε αυτώ' συ πάλιν την ακαθαρσίαν και την αισχράν ζωήν επιθυμείς.
Και εάν είπη σοι, Αμαρτία μεγάλη εστί το φονεύσαι εαυτόν, ειπέ συ αυτώ' φονεύω εαυτόν, διότι ου δύναμαι ακαθάρτως ζήσαι αποθάνω ώδε, ίνα μη πάλιν θεάσωμαι τον θάνατον τον αληθινόν της ψυχής μου, τον εκ του Θεού.
Συμφέρει μοι ίνα αποθάνω ώδε υπέρ της αγνείας και μη κακήν ζωήν ζήσω εν τω κόσμω.
Τον θάνατον τούτον προαιρέσει εξελεξάμην υπέρ των αμαρτιών μου.
Αποκτενώ εαυτόν, διότι ημάρτηκα τω Κυρίω και μηκέτι αυτόν παροργίσω.
Τι θέλω ζωήν απέχουσαν από του Θεού; Τάς κακώσεις ταύτας υπομέ­νω, ίνα μη αλλοτριωθώ εκ της επουρανίου ελπίδος.
Ποίαν ωφέλειαν έχει ο Θεός εκ της εμής ζωής της εν τω βίω, εάν εν αυτώ ζήσω κακώς και παροργίσω αυτόν;


ΛΟΓΟΣ ΜΗ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑ ΠΟΙΑΣ ΑΙΤΙΑΣ ΑΦΙΗΣΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΑΥΤΟΝ[Επεξεργασία]

Εκ της αγάπης, ην έδειξαν οι άγιοι προς τον Θεόν, υπέρ ων υπέρ του ονόματος αυτού πάσχουσιν, ότε στενοχω­ρεί αυτούς και ουκ αφίσταται των υπ' αυτόν αγαπωμένων, κτάται η καρδία αυτών παρρησίαν, του ιδείν προς αυτόν απερικαλύπτως και εν πεποιθήσει αιτήσασθαι αυτόν.
Μεγάλη εστίν η δύναμις της ευχής της μετά παρρησίας.
Διά τούτο αφίησιν ο Θεός τους αγίους αυτού πειρασθήναι εν πάση λύπη και λαβείν πάλιν την πείραν και την δοκιμήν της αντιλήψεως αυτού, και όσην πρόνοιαν έχει περί αυτών, Οτι κτώνται εκ των πειρασμών σοφίαν, ίνα μη, γενόμενοι ιδιώται, στερηθώσι της των δύο γυμνασίας μερών, ίνα κτήσωνται εκ της δοκιμής την γνώσιν των απάντων, μήπως καταγελασθώσιν υπό των δαιμόνων.
Ότι, ει εν τοις αγαθοίς εγύμναζεν αυτούς, ήσαν της γυμνασίας της ετέρας λειπόμενοι και εγένοντο αν εν τοις πολέμοις τυφλοί.
Και εάν είπωμεν, ότι αυτός γυμνάζει αυτούς χωρίς της αυτών επιγνώσεως, λοιπόν λέγομεν, ότι θέλει αυτούς γενέ­σθαι κατά τους βόας και τάς όνους και τους μη έχοντας ελευθερίαν εν τινι.
Και ότι ου γίνεται γεύσις εν τω αγαθώ τω ανθρώπω, είπερ μη πειρασθείη πρώτον εν τη των κακών δο­κιμή, ίνα, όταν απαντήση εν αυτοίς τα αγαθά, εν γνώσει και ελευθερία χρήσηται αυτοίς ως ιδίοις.
Πόσον η γνώσις η εκ της των έργων πείρας και εκ της γυμνασίας προληφθείσα ηδεία πέφυκε και πόσην δύναμιν παρέχει τω εκ πολλης πείρας αυτού εν εαυτώ ευρόντι αυτήν, τούτοις γινώσκεται τοις πεπεισμένοις και ειδόσι την συνεργίαν αυτής, ως δε και την ασθένειαν της φύσε­ως και την αντίληψιν της θεϊκής δυνάμεως.
Τότε γαρ γινώσκουσιν, ότε πρώτον κωλύσας την εαυτού δύναμιν εξ αυτών αισθηθήναι ποιήσει τάς ασθενείας της φύσεως και της δυσχερείας των πειρασμών και της πονηρίας του εχθρού και προς ποιον παλαιστήν έχουσι και ποίαν ενδεδυμένοι φύσιν είσι και πώς εισί πεφυλαγμένοι εν τη δυνάμει τη θεϊκή και πόσον έδραμον και πόσον υψώθησαν εν αυτή και ότι ότε μακρυνθείη η θεϊκή δύναμις εξ αυτών, πώς ασθενούσι κατέναντι πάθους παντός, ίνα και εκ τούτων πάντων ταπείνωσιν κτήσωνται και τω Θεώ προσπελάσωσι και την αντίληψιν αυτού προσδοκήσωσι και εις την προσευχήν υπομένωσι.
Και ταύτα πάντα πόθεν έλαβον, ει μη ότε πείραν εκτήσαντο των πολλών κακών, εν οίς παραχωρήσει Θεού ενέπεσον, καθώς φησίν ο Απόστολος, «ίνα μη τη υπερβολή των αποκαλύψεων υπεραίρωμαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος Σατάν»; Άλλα και πίστιν βεβαίαν κτάται τις εκ των πειρασμών εν τη πείρα της αντιλήψεως της θεϊκής, ην έσχε πολλάκις.
Εντεύθεν άφοβος γίνεται και θάρσος κτάται εν τοις πειρασμοίς και εκ της γυμνασίας ην εκτήσατο.
Παντί ανθρώπω ωφελεί ο πειρασμός.
Εάν γαρ τον Παύλον ωφελεί ο πειρασμός, πάν στόμα φραγήσεται και υπό­δικος γενήσεται ο κόσμος τω Θεώ.
Οι αγωνισταί πειράζονται ίνα προσθήσωσι τω πλούτω αυτών οι χαύνοι, ίνα εκ των βλαπτόντων φυλάξονται εαυτούς και οι υπνώττοντες, ίνα εις εξυπνισμόν ευτρεπισθώσι και οι μακράν όντες, ίνα προσεγγίσωσι τω Θεώ · οι δε οικείοι, ίνα εν παρρησία είσοικισθώσι.
Πας υιός άγύμναστος ου δέχεται τον πλοΰτον του οίκου του πατρός αυτού, εις το βοηθείσθαι υπ' αυτού.
Δια τούτο λοιπόν, πρώτον πειράζει ο Θεός και βασανίζει, είτα δεικνύει το χάρισμα.
Δόξα τω Δεσπότη, τω εν φαρμάκοις στρυφνοίς την τρυφήν της υγείας ημίν προσάγοντι.
Ουκ εστίν ός τις εν καιρώ της γυμνασίας μη άχθεται, και ουκ εστί τις, ώ ου πικρός ο καιρός, εν ω τον ιόν ποτίζε­ται των πειρασμών, καταφαίνεται.
Χωρίς τούτων ου δυνατόν κράσιν προσκτήσασθαι ισχυράν.
Και το υπομείναι δε, ουχ ημών εστί.
Πόθεν γαρ έχει το κεράμιον το από πηλού υπομείναι την ρύσιν του ύδατος, ει μη το πυρ το θεϊκόν αυτό στερεώ­σειεν; Εάν υποταγώμεν αιτούμενοι εν ταπεινώσει μετά εφέσε­ως αδιαλείπτου εν καρτερία, πάντα λαμβάνομεν.
Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΜΘ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΛΗΘΟΥΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΝΩΣΚΕΙΝ, ΟΤΙ ΟΥΧΙ ΜΟΝΟΝ ΤΙΝΕΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΑΓΥΜΝΑΣΤΟΙ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΞΙΩΘΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΑΠΑΘΕΙΑΣ ΧΡΟΝΙΚΩΣ ΚΑΙ ΦΘΑΣΑΝΤΕΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΣΙΟΝ ΓΕΝΟΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΟΣ ΜΕΡΙΚΩΣ, ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΩΣΕΩΣ ΣΥΝΕΖΕΥΓΜΕΝΗΣ, ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΙΣ ΕΝ ΕΛΕΕΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΙΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑΣ[Επεξεργασία]

Κατά μίαν και μίαν ποσάκις παραβαίνουσί τίνες και εν τη μετανοία ιατρεύουσι τάς ψυχάς εαυτών και η χάρις υποδέχεται αυτούς.
Εν πάση γαρ τη φύσει τη λογική η τροπή αδιορίστως διέρχεται και αλλοιώσεις διέρχονται κατά παντός ανθρώπου εν πάσαις ταίς ώραις αυτόν, εξ ων πολλών ευρίσκει ο διακριτικός συνιέναι τούτο.
Άλλ' αι δοκιμασίαι αι μετ' αυτού καθ' έκάστην ημέραν μάλιστα δύνανται σοφίσαι αυ­τόν ταύτα, εάν νήφη, ίνα και παρατηρήσηται εαυτόν εν τω νω και μάθη πόσην αλλοίωσιν πραότητος και επιεικείας υποδέχεται η διάνοια καθ' έκάστην ημέραν και πώς εκ της ειρήνης αυτής εξαίφνης εις θόλωσιν στρέφεται, όταν αιτία τις εκ τόπου μη η αυτώ και πώς εν κινδύνω μεγάλω και αρρήτω γίνεται.
Καί τούτο εστίν όπερ ο άγιος Μακάριος έγραψε φανερώς.
Εν πολλή προνοία και σπουδή, εις μνήμην των αδελφών και διδασκαλίαν, του μη εκκλίναι εν τω καιρώ της αλλοιώσε­ως των εναντιώσεων εις την απόγνωσιν.
Ότι τοις εν τη τάξει της καθαρότητος ισταμένοις αεί συμβαίνει αυτοίς πτώματα, κα­θώς συμβαίνει τω αέρι ψύχος, και χωρίς του είναι αυτούς εν αμελεία η εν λύσει, ου μην δε αλλά και ηνίκα κατά τάξιν αυτών πορεύονται συμβαίνειν αυτοίς πτώματα εναντιούμενα τω σκοπώ του εαυτών θελήματος.
Αλλά και ο μακάριος Μάρκος μαρτυρεί περί τούτου, ως εκ πείρας ακριβούς υπάρχων και τίθησιν αυτό εν τοις εαυτού γράμμασιν εις σύστασιν περισσήν, ίνα μη νομίση άνθρωπος, ότι ως έτυχε, και ουχί εν πείρα αλη­θινή έθηκεν αυτό ο άγιος Μακάριος εν τη εαυτού επιστολή, και ίνα εκ παντός εκ των δύο μαρτύρων των τοιούτων γένηται η διάνοια δεχόμενη αδιστάκτως την παράκλησιν αυτής εν τω καιρώ της χρείας.
Τι ούν εστίν άρτι; «Αλλοιώσεις, φησί, γίνονται εις εκαστον κατά τον αέρα».
Σύνες εκείνο το «εις εκαστον» - ότι και η φύσις μία εστίν, ίνα μη νομίσης, ότι περί των υποδεεστέρων και ελαχίστων μόνον είπε, και οι τέλειοι ελεύθεροι της αλλοιώσεως και εν μια τάξει ακλινώς ίτανται ούτοι χωρίς εμπαθών λογισμών, καθώς και οι Ευχίται λέγουσι.
Δια τούτο έθηκε το, «προς έκαστον».
Πως ούν τούτο, ώ Μακάριε; 'Όπως συ λέγεις το ψύχος και μετά μικρόν καύσων και ίσως χάλαζα και ευδία, και εν τη γυμνασία ημών ούτω γίνεται πόλεμος και αντίληψις της χάριτος.
Και εν καιρώ γίνεται η ψυχή εν χειμώνι και επανίστανται έπ' αυτήν κύματα σκληρά.
Και πάλιν αλλοίωσις, έπισκεπτομένης της χάριτος και πληρούσης την καρδίαν αυτού χα­ράς τε και ειρήνης της από του Θεού, και λογισμών σωφρόνων και ειρηνικών.
Τούτους τους λογισμούς της σωφροσύνης εκφαίνει ώδε, αινιττόμενος τους προς τούτων κτηνώδεις οντάς και ακαθάρτους, και παραινεί λέγων Εάν ούν μετά τούτους τους λογι­σμούς τους σώφρονας και επιεικείς ακολουθή επιφορά, μη λυπηθώμεν και απογνώμεν και εν τη ώρα της αναπαύσεως της χάριτος μη καυχησώμεθα πάλιν, άλλ' εν τω καιρώ της χαράς εκδεξώμεθα την θλίψιν.
Το δε μη λυπείσθαι ημάς, αν ακολουθήση συμπτώματα, παραινεί, ουχί το μη κτάσθαι κατ' εναντίον ημών, αλλά το μετά χαράς εμφαίνων ως φυσικά ταύτα και ημέτερα την διάνοιαν δέχεσθαι.
Και μη στώμεν εν απογνώσει, ως τις προσδοκήσας τι υπέρ τον αγώνα και ανάπαυσιν τελείαν και αναλλοίωτον και πάλιν μη δεχόμενος αγώνας και λύπας μηδέ γενέσθαι εν αυτώ κίνησιν τίνος των εναντίων τούτων, των μη προσηκόντων Κυρίω τω Θεώ ημών ταύτη εν τώδε τω κόσμω.
Καί τούτο ποιεί, ίνα μη γενώμεθα αργοί εκ των έργων τελείως και εν ταύτη τη διανοία χαυνωθώμεν εν τη απο­γνώσει και ακίνητοι εκ του δρόμου ημών μείνωμεν.
Και φησίν: «Γνώθι, ότι πάντες οι άγιοι εν τούτω τω έργω εγένοντο.
Όσον εσμέν εν τω κόσμω τούτω, και η παράκλησις η περισσή μετά τούτων γίνεται ημίν εν τω κρυπτώ.
Διότι εν πάση ημέρα και εν πάση ώρα εκζητείται παρ' ημών η δοκιμή της προς Θεόν αγάπης ημών εν πάλη και αγώνι προς τους πειρασμούς.
Και τούτο εστί το μη λυπείσθαι ημάς, το μη ακηδιάν εν τω αγώνι, και ούτω κατευθύνεται η οδός ημών.
Ό δε θέλων εκ τούτων τραπήναι ή κλίναι, ούτος των λύκων μέρος εστίν».
Ω θαύμα εκ τούτου του αγίου.
Πώς εν λόγω μικρώ εβεβαίωσε την χρήσιν ταύτην και απέδειξεν αυτήν πεπληρωμένην συνέσεως, και εξέβαλε τον δισταγμόν τελείως εκ της διανοίας του αναγινώσκοντος εκείνος δε, φησίν, ο εκκλίνων εκ τούτων, και μέρος των λύκων ων, εν ούχ οδώ θέλει πορεύεσθαι.
Και τούτο έθηκεν εν τη διανοία αυτού κτήσασθαι και εν τρίβω ιδική τη μη πατηθείση υπό των πατέρων πορεύεσθαι βούλεται, Το δε «εν τη ώρα της χαράς εκδέχεσθαι θλίψεις», τούτο εκδιδάσκει.
Όταν εκ της ενεργείας της χάριτος εξαίφνης γενώνται εν ημίν λογισμοί μεγάλοι και εκπλήξεις της θεωρίας της διανοίας της υψηλοτέρας της φύσεως, καθώς είπεν ο άγιος Μάρκος.
Όταν οι άγιοι Άγγελοι πλησιάσωσιν ημίν, πληρούσιν ημάς θεωρίας πνευματικής, και ταύτα πάντα τα εναντία αναχωρούσι, και γίνεται ειρήνη και γαλήνη άρρητος εν τω καιρώ, εν ώ τις διάγει εν τοις τοιούτοις ότε επισκιάσειεν η χά­ρις και οι άγιοι Άγγελοι σοι πλησιάσουσι περιτειχίζοντες και παρά τούτο από του πλησιασμού σου πάντες οι πειράζοντες αποστήσονται, μη επαρθής και νομίσης εν τη ψυχή σου, ότι τον λιμένα τον αχείμαστον έφθασας, και εις τον αέρα τον αναλλοίωτον και τελείως υπερήρθης εκ τούτου του κόλπου εξ εναντίας των εμπνεύσεων των εν αύτω, και ουκ εστί πάλιν εχθρός ουδέ απάντησις κακή.
Διότι πολλοί ταύτα ενεθυμήθησαν, και έπεσον είς κινδύνους, καθάπερ είπεν ο μακάριος Νείλος ή πάλιν ως υπάρχων υπέρ τους πολλούς μέγας και ως δε καθήκει είναι εν τούτοις και άλλους ουδαμού δια το υστέρημα της πολιτείας αυ­τών, ή ότι ούχ ικανοί, φησίν, η γνώσις αυτών, και δια τούτο των τοιούτων στερούνται, εγώ δε εν τω καθήκοντι και ως έφθασα την τελειότητα της αγιότητος και τον βαθμόν τον πνευ­ματικόν και εις την χαράν την αναλλοίωτον.
Αλλά μάλλον λάβε καθ εαυτόν τους ακάθαρτους λογισμούς και τα απρεπή είδωλα τα εν τω καιρώ του χειμώνος εμπηχθέντα τη διανοία σου και τη ώρα της ταραχής και τηςαταξίας των λογισμών, των προ μικρού επαναστάντων επί σεεν τη αορασία της σκοτώσεως, πώς τε εν τάχει έκλινας προςτα πάθη και συνωμίλησας αυτοίς εν τη σκοτώσει της διανοίαςκαι ουκ ηδέσθης, ουδ' εθαμβήθης εκ της θεϊκής οράσεως καιεκ των χαρισμάτων και δωρημάτων, ων εδέξω.
Και γνώθι, ότι ταύτα πάντα δια το ταπεινωθήναι ημάς η πρόνοια του Θεού ήγαγεν εφ' ημάς, ήτις προνοεί και οικονομεί εκάστω ημών ως ωφελεί αυτόν.
Εάν γαρ επαρθής εν τοις χαρίσμασιν αυτής, εξαφίησί σε και τελείως πίπτεις εν πράγμασιν, εν οίς δια των λογι­σμών μόνον πειράζη.
Λοιπόν γνώθι, ότι τούτο το ίστασθαι, ουχί σον, ουδέ γε της αρετής σου εστίν, αλλ' η χάρις αύτη εστίν η βασίζουσά σε επί τάς παλάμας της χειρός αυτής, όπως μη πτοηθής.
Ταύτα, φησίν, έμβαλε εν εαυτώ εν τω καιρώ της χαράς, ότε επαρθή ο λογισμός, είπεν ο πατήρ ημών ο άγιος, και κλαύσον και δάκρυον και παράπιπτε επί τη μνήμη των παραπτωμάτων σου των εν τω καιρώ της παραχωρήσεως σου, όπως ρυσθής εν τούτω και κτήση εξ αυτού την ταπείνωσιν.
Όμως μη απογνώς, άλλ' εν τοις λογισμοίς της ταπεινώσεως ιλασμώ συγχώρησόν σου τα αμαρτήματα.
Η ταπείνωσις και χωρίς έργων πολλά συγχωρεί πλημμελήματα, ταύτα δε χωρίς αυτής εξ εναντίας ανωφελή εισίν αλλά και κακά πολλά κατασκευάζουσιν ημίν.
Λοιπόν εν ταπει­νώσει, καθώς είπον, τάς ανομίας σου συγχώρησον.
Καθάπερ άλας πάση τροφή, ούτως η ταπείνωσις πάση αρετή και ισχύν πολλών αμαρτημάτων αύτη δύναται συντρίψαι.
Υπέρ ταύτης λοιπόν χρεία του λυπείσθαι αδιαλείπτως κατά διάνοιαν, εν ταπεινότητι και εν τη λύπη της διακρίσεως.
Και ταύτην εάν κτησώμεθα, υιούς ημάς ποιεί του Θεού και χωρίς έργων αγαθών παριστά ημάς τω Θεώ.
Διότι χωρίς ταύτης πάντα τα έργα ημών μάταια είσι και πάσαι αι αρεταί και πάσαι αί εργασίαι.
Λοιπόν την αλλοίωσιν της διανοίας θέλει ο Θεός, και εν διανοία βελτιούμεθα και εν διανοία αχρειούμεθα.
Αυταρκεί αύτη μόνη αβοηθήτως ίστασθαι ενώπιον του Θεού και λαλείν υπέρ ημών.
Ευχαρίστησον και εξομολόγησον τω Θεώ ασιγήτως, όπως οίαν φύσιν ασθενή και ευχερή εις το εκκλίναι κε­κτημένος υπάρχης, δια της συνεργείας της χάριτος, που υψούσαι κατά καιρόν και καιρόν και ποίων χαρισμάτων αξιούσαι και ποίω τινι γίνη συ υπεράνωθεν της φύσεως, όταν δε παραχωρηθής έως που κατέρχη και κτάσαι νουν κτηνώδη.
Καί μνήσθητι της ταλαιπωρίας της φύσεως σου και της ταχύτητος της αλλοιώσεως της επακολουθούσης σοι, κα­θώς τις των αγίων γερόντων είπεν Όταν, φησίν, έλθη σοι ο λογισμός της υπερηφανίας, λέγων σοι μνημόνευσον των αρετών σου ειπέ: Γέρων, βλέπε την πορνείαν σου'.
Ταύτην την πορνείαν είπεν, εν η εν τω καιρώ της παραχωρή­σεως εν τοις λογισμοίς επειράθης, όπερ εις έκαστον οικονομεί η χάρις, η εν πολεμώ η εν αντιλήψει, κατά το ημίν ωφέλιμον.
Είδες τον γέροντα τούτον τον θαυμαστόν, πώς ευκόλως είπε τούτο το πράγμα; Όταν, φησίν, έλθη σοι ο λογισμός της υπερηφανίας υπέρ του ύψους της πολιτείας σου, είπε, « Γέ­ρων, βλέπε την πορνείαν σου».
Τούτο γαρ φανερόν εστίν, ότι προς μέγαν άνθρωπον είπε τούτο ο γέρων.
Ότι ουδέ δυνατόν υπό τοιούτου λογισμού οχληθήναι, ει μη οίτινες εν τη ανωτέρα τάξει και τη πολιτεία τη επαίνου αξία ίστανται και ότι τούτο το πάθος μετά την αρετήν την πραχθείσαν επανίσταται τη ψυχή του γυμνώσαι αυτήν της εργασίας αυτής.
Και εκ μιας επιστολής του αυτού αγίου Μακαρίου, εάν θέλης δύνη μαθείν, εν ποιώ βαθμώ ίστανται και τίνα είσι τα παραχωρούμενα κατ αυτών, του πειρασθήναι εν αυτοίς τους αγίους.
Έστι δε η επιστολή εκείνη, αύτη.
Ό αββάς Μακάριος γράφει πάσι τοις τέκνοις αυτού τοις αγαπητοίς, ένθα εκδιδάσκει φανερώς, πώς οικονομούνται εκ του Θεού εν πολέμοις και εν αντιλήψει της χάριτος ότι εν τούτοις ήρεσε τη σοφία του Θεού γυμνάζεσθαι τους αγίους εν τω αιώνι κατέναντι της αμαρτίας, εν όσω εισίν εν τη ζωή ταύτη υπέρ της αρετής, όπως εν παντί καιρώ υψωθή η θεωρία αυτών προς αυτόν και εν τη προς αυτόν διηνεκεί θεωρία αυξήση εν αυτοίς η αγάπη αυτού η αγία όταν αδιαλείπτως εκ της επείξεως των παθών και του φόβου του εκκλίναι προς αυτόν δράμωσι και βεβαιωθώσιν εν τη πίστει και τη ελπίδι και τη αγάπη αυτού.
Ταύτα αρτίως ου τοις διαμένουσι μετά των ανθρώπων και μεταβαίνουσιν εν παντί τόπω και αεί εν πράγμασι και λογισμοίς τοις ούσιν αισχροίς τε και ακαθάρτοις αληθώς ερρέθησαν, ουδέ τοις έξωθεν της ησυχίας την δικαιοσύνην διερχομένοις εν έργοις και εν ταίς αισθήσεσιν αυτών θηρευομένοις καθ' ώραν, και εν παντί καιρώ εν τω κινδύνω της πτώσεως (συνι­στά αυτούς η ανάγκη η απαντώσα αυτοίς πόρρω του θελήμα­τος) εν ακουσίοις συμπτώμασι, τοις μη μόνον τους λογισμούς αυτών, αλλ' ουδέ τάς αισθήσεις εαυτών δυναμένοις φυλάξαι τελείως· αλλά τοις ισχύουσι τηρήσαι τα σώματα και τον λογισμόν εαυτών και απέχουσι παντελώς της ταραχής και της συντυχίας των ανθρώπων, και εν τη αποταγή των απάντων και των ψυ­χών αυτών ευκαιρήσασι φυλάξαι τον νουν αυτών εν τη προσευχή, και αλλοιώσεις των οικονομιών των εκ της χάριτος υποδεχομένοις εντός της πολιτείας της ησυχίας και υποκάτωθεν του βραχίονος της γνώσεως του Κυρίου διάγουσι και σοφιζομένοις υπό του Πνεύματος κρυπτώς εις την ησυχίαν εν τη αποχή των πραγμάτων και της θεωρίας της από τίνων, και κτησαμένοις νέκρωσιν διανοίας από του κόσμου.
Ότι εκ τούτων τα πάθη ουκ αποθνήσκουσιν, η δε διάνοια αποθνήσκει αυτοίς εν τη αποχή των πραγμάτων και τη συνεργία της χάριτος.
Αύτη η χάρις φυλάξαι και ημάς εις τούτον τον όρον.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Ν':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ[Επεξεργασία]

Διάνοια δε συνηγμένη του κεφαλαίου τούτου εστί το γινώσκειν ημάς εν πάση ώρα, ότι εν ταύταις ταίς εικοσιτέσσαρσιν ώραις της νυκτός και της ημέρας της μετα­νοίας χρήζομεν.
Νόησις δε του ονόματος της μετανοίας, καθώς εκ του αληθινού τρόπου των πραγμάτων εγνώκαμεν, τούτο έστι δέησις εκτενής εν πάση ώρα εν ευχή πεπληρωμένη κατανύξεως προσεγγίζουσα τω Θεώ υπέρ αφέσεως των παρελθόν­των, και λύπη υπέρ της των μελλόντων φυλακης.
Διά τούτο και ο Κύριος ημών εν τη προσευχή την ασθένειαν ημών ενηδραίωσε, λέγων «εξυπνίσθητε», φησί, «και γρηγορήσατε, και εύξασθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν».
Και «εύξασθε και μη οκνήσητε», και «έσεσθε γρηγορούντες εν παντί καιρώ και ευχόμενοι».
«Αιτείτε», φησί, «και λήψεσθε.
Ζητήσατε, και ευρήσετε.
Κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν.
Πάς γαρ ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και τω κρούοντι ανοιγήσεται».
Μάλιστα δε τον εαυτού λόγον εβεβαίωσε και επί πλέον σπουδάσαι ημάς παρεσκεύασεν εν τη παραβολή του φίλου, του απελθόντος προς τον εαυτού φίλον το μεσονύκτιον και αιτησαμένου αυτώ άρτον, λέγων «Αμήν λέγω υμίν, ότι εάν μη δια την φιλίαν αυτού δω αυτώ, αλλά γε δια την αναίδειαν αυτού εγερθείς δώσει αυτώ πάντα όσα αν αιτήσηται αυτώ».
Και υμείς εύξασθε και μη αμελήσητε.
Ω του θάρσους του αρρήτου.
Ό δοτήρ διεγείρει ημάς αιτήσασθαι παρ' αυτού, ίνα δω ημίν τα θεια αυτού χαρίσμα­τα.
Και εάν αυτός πάντα όσα ευεργετούσιν ημάς οικονομή ημίν, ως οίδεν αυτός, όμως εις το θαρρείν και πεποιθέναι μεγάλως πεπληρωμέναι εισίν αι φωναί αυτού αύται.
Και διότι έγνω ο Κύριος, ως ουκ απήρε την έκκλισιν προ του θανάτου και ότι όσον αύτη η αλλοίωσις πλησίον εστίν, ήγουν από της αρετής επί την κακίαν και ότι ο άνθρωπος και η φύσις αυτού δεκτική εστί των εναντίων, επί την διηνεκή δέησιν σπουδάσαι και αγωνίσασθαι ημάς προτρέψατο.
Ότι, ει ην η χώρα της πεποιθήσεως εν τω κόσμω τούτω, ηνίκα έφθασεν αυτήν ο άνθρωπος, έκτοτε υψούτο η φύσις αυτού εκ της χρείας και η εργασία αυτού εκ του φόβου, και υπέρ της ευχής ου προετρέπετο ημάς αγωνίζεσθαι, εν τη προνοία εαυτού τούτο ποιούμενος.
Διότι ουδέ εν τω μέλλοντι αιώνι προσευχάς προσφέρουσι τω Θεώ εν αιτήσεσι τίνων.
Διότι εν εκείνη τη πατρίδι της ελευθερίας η φύσις ημών ου δέχεται αλλοίωσιν, ούδ' εκκλινισμόν κάτωθεν του φό­βου της εναντιώσεως, και ότι τελεία εστίν εν πάσι.
Διά τούτο ου περί της ευχής μόνον και φυλακής, αλλά και δια την λεπτότητα και ακαταληψίαν των αεί απαντώντων ημίν, των μη καταλαμβανόμενων υπό της γνώσεως του νοός ημών εν τούτοις ων πολλάκις και ακουσίως εντός αυτών ευρισκόμεθα εν παντί καιρώ.
Καν γαρ και το φρόνημα ημών μεγάλως βέβαιον και ευδοκούν εν τω αγαθώ, αλλά ποσάκις προς τον όρον των πειρασμών αφήκε, και έρριψεν ημάς η πρό­νοια αυτού, καθώς είπεν ο μακάριος Παύλος, «ίνα μη υπεραίρωμαι τη υπερβολή των αποκαλύψεων, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος Σατάν, ίνα με κολαφίζη.
Και όπερ τούτου τρις τον Κύριον παρεκάλεσα, ίνα αποστή απ' εμού.
Και είρηκέ μοι, αρκείσοι η χάρις μου.
Η γαρ δύναμίς μου εν ασθένεια τελείουται ».

Λοιπόν Κύριε, ει τούτο εστί το θέλημα σου και τούτων πάντων δέεται η νηπιότης ημών παιδαγωγηθήναι και εξυπνισθήναι υπό σου, και οπόταν η ο άνθρωπος μεμεθυσμένος εν τω πόθω σου, ώσπερ εγώ, και έλκεται οπίσω των αγαθών,ως μη καθοράν τον κόσμον παντελώς δια τον μεθυσμόν, όν έχει εις σε, και υπέρ τούτου και έως τούτου φθάσαι με πεποίηκας εις αποκαλύψεις και θεωρίας τάς μη εξουσιαζομένας γλώσση σάρκινη ερμηνευθήναι και ιδείν και ακούσαι φωνής της λειτουργίας των πνευματικών και της θεωρίας σον της πεπληρωμένης αγιότητος αξιωθήναι, και ακμήν συν τούτοις πάσι ούχ ικανός ειμί φυλάξαι εμαυτόν εγώ, ο υπάρχων άνθρωπος τέλειος εν Χριστώ, δια το είναι τι έτι, και δια την λεπτότητα αυτού μη δυνάμενον υπό της δυνάμεως μου καταληφθήναι εμοί τω κεκτημένω τον νουν του Χριστού Λοιπόν Κύριε, δια τούτο χαίρω εν ασθενείαις, εν θλίψεσιν, εν φυλακαίς,εν δεσμοίς, εν ανάγκαις, είτ' εκ της φύσεως, είτ' εκ των υιών της φύσεως, είτ' εκ των εχθρών αυτής, νυν χαίρων υπομένω τάς ασθενείας μου, τούτο δε εστίν εν τοις πειρασμοίς μου, ίνα επισκηνώση επ' εμέ η δύναμις του Θεού.
Εάν μετά τούτων απάντων της ράβδου των πειρασμών εγώ δέωμαι, ίνα επαυξήση εν αυτή επ' εμέ η επισκηνωσίς σου και φυλαχθώ εν τω πλησιασμώ σου, εγώ γινώσκω, ότι ουκ έτι σοι αγαπητός πλέον εμού.
Και εκ τούτου υπέρ πολλούς εμεγάλυνάς με.
Και ώσπερ εμοί έδωκες γνώναι τάς δυνάμεις σου και θαυμαστάς και ενδόξους, τινι των Αποστόλων των εταίρων μου ουκ έδωκας, και εκάλεσας με σκεύος εκλογής, ως πιστόν φυλάξαι την τάξιν της αγάπης σου δια ταύτα πάντα, και μάλιστα ως προκύπτον και πορευόμενον εις το έμπροσθεν το έργον του κηρύγματος, ει όταν λελυμένος γένωμαι εκ του δεσμού των πειρασμών, εγώ γινώσκω, ότι παρείχες μοι ελευθερίαν, ει ωφελούμην, άλλ' ουκ ηυδόκησας είναι με χωρίς θλίψεως ουδέ μερίμνης εν τω κόσμω τούτω, ηνίκα ουκ έμελλε σοι πλέον μάλιστα πληθύνεσθαι το έργον του κηρύγματος του Ευαγγελίου σου εν τω κόσμω, όσον εγώ ωφεληθώ εν τοις πειρασμοίς μου και όταν η ψυχή μου υγιής φυλαχθή παρά σοι.
Λοιπόν, ω διακριτικέ, εάν τούτο όλον, μεγάλη η δωρεά των πειρασμών ότι, όσον επί πλέον υπεραρθή ο άνθρω­πος και εισέλθη εις το πνευματικόν, κατά την ομοίωσιν του Παύλου, άκμην χρήζει φόβου και παραφυλακής, και ωφέλειαν τρυγά εκ της απαντήσεως των πειρασμών.
Τις εστίν ούτος ο φθάσας εις την χωράν της πεποιθήσεως την πεπληρωμένην σκυλευτών και εδέξατο το μη εκκλίνειν, όπερ τοις αγίοις Αγγέλοις ουκ εδόθη, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι, και τούτο εδέ­ξατο, όπερ εστί πάντων των πνευματικών εναντίον και των σωματικών, και αναλλοίωτος είναι εθέλει όλως και μη προσεγγίσαι αυτώ πειρασμόν τον εν τοις λογισμοίς; Η τάξις δε τούτου του κόσμου αύτη εστίν η διάνοια, η ως εν πάσαις ταίς γραφαίς λεγομένη, εάν καθ' ημέραν χιλίας καθόδους δεχώμεθα πληγών, ίνα μη μικροψυχήσωμεν και απολειφθώμεν του δρόμου του εν τω σταδίω.
Δυνατόν γαρ εστίν εν μιά προφάσει μικρά αρπάσαι την νίκην και δέξασθαι τον στέφανον ημών.
Ούτος ο κόσμος δρόμος εστί του αγώνος και στάδιον των δρόμων, και ούτος ο καιρός της πάλης εστί, και εν τη χώρα, της πάλης και εν τω καιρώ του αγώνος νόμος ου κείται.
Τούτο δε εστίν, ότι όρον ου τίθησιν ο βασιλεύς επί τους στρατιώτας αυτού, έως αν πληρωθή ο αγών και συνταχθή έκαστος άνθρωπος προς την θύραν του βασιλέως των βασιλευόντων και δοκιμασθή εκείσε ο υπομείνας εν τω αγώνι, και ου κατεδέξατο ηττηθήναι και όστις έστρεψε τον νώτον εαυτού.
Ποσάκις γαρ γίνεται άνθρωπος μη χρησιμεύων τινι και αδιαλείπτως εκ της αγυμνασίας αυτού έστηκε κεκρατημένος και ερριμμένος, και εν παντί καιρώ εν αδυναμία υπάρχων, εστίν ότε αρπάζει το φλάμουλον εκ της χειρός των υιών του στρατού των γιγάντων και εξάγεται το όνομα αυτού, και επαινείται πολύ πλέον υπέρ τους αγωνιζόμενους και γνωριζομένους εν νίκαις, και υποδέχεται στέφανον και δωρήματα τίμια υπέρ απαντάς τους εταίρους αυτού.
Δια τούτο μη στήτω τις άνθρωπος εν απογνώσει μόνον εις την ευχήν μη αμελήσωμεν, και αιτήσασθαι παρά Κυρίου αντίληψιν μη οκνήσωμεν.
Καί τούτο θώμεν εν τω φρονήματι ημών, ότι όσον έσμεν εν τω κόσμω τούτω και εν τη σαρκί καταλελειμμένοι, εάν έως της αψίδος των ουρανών υψωθώμεν, χωρίς έργων και μόχθου γενέσθαι ημάς εν αμεριμνία τε είναι ου δυνάμεθα.
Τούτο εστί το τελείωμα' συγχώρησον μοι.
Το πλέον δε τούτου με­λέτη εστί, τουτέστι χωρίς διανοίας.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα και κράτος και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΝΑ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΛΟΓΟΙ ΝΑ'.
ΝΒ'.
ΝΓ.
ΝΔ'ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΝ ΤΗι ΣΤΕΝΗι ΟΔΩι ΤΗι ΥΠΕΡΕΧΟΥΣΗι ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΥΣ
[Επεξεργασία]

Έχει έθος παλαιόν ο διάβολος, ο αντίπαλος ημών τοις εν τω αγώνι τούτω κατιούσι μηχανικώς, διαιρείν τάς πάλας αυτού κατ' αυτών εκ του σχήματος των όπλων αυτού και προς τον σκοπόν των προσώπων αλλάσσει τον τρόπον του αγώνος αυτού.
λογοσ να Και προς μεν τους όντας ραθύμους τη προαιρέσει και εν τοις λογισμοίς ασθενείς, θεωρεί αυτούς και εξ αρχης πολεμεί αυτούς σφοδρώς, ώστε εγείρειν κατ' αυτών πειρασμούς στερεούς και ισχυρούς, όπως γεύσασθαι αυτούς ποιήση των τρόπων της πονηρίας αυτού εκ της αρχής της οδού, ίνα εκ του πρώτου αγώνος κατάσχη αυτούς δειλία και φανή αυτοίς η οδός αυτών τραχεία και δύσβατος, και είπωσιν ούτως Εάν η αρχή αυτής ούτω δυσχερής και σκληρά, έως του τέλους αυτής τις δύναται απαντήσαι τοις αγώσι τοις πολλοίς, τοις εν μέσω αυτής τεταγμένοις; Και έκτοτε ου δύνανται πάλιν στήναι ή ελθείν εις το έμπρο­σθεν, αλλ' ουδέ προς άλλο τι ιδείν εκ της επείξεως της φροντί­δας της περί τούτου.
Και προς ολίγον σφίγγει τον πόλεμον αυτού ο διάβολος προς αυτούς, ίνα ούτω φύγωσι.
Μάλλον δε ο Θεός αυτός εστίν ο παραχωρών αυτώ ισχύειν κατ' αυτών και εν μηδενί αυτοίς βοηθών.
Διότι εν δισταγμώ και ψυχρότητι εις τον αγώνα του Κυρίου εισήλθον.
Λέγει γαρ, «επικατάρατος πάς ο ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς, και κωλύει την χείρα εκ του αίματος» · και πάλιν, «εγγύς Κύριος τοις φοβουμένοις αυτόν».
Άνευ γαρ φόβου και ψυχρότητος απαντήσαι τω διαβόλω επιτρέπει ο Θεός, λέγων «άρξαι τοίνυν του απολέσαι αυτόν και όρμησον κατ' αυτού προς πόλεμον, και συμπλάκηθι αυτώ ανδρείως.
Και άρξομαι επιθείναι τον φόβον σου επί πάντας τους εχθρούς σου τους υποκάτω του ουρανού, λέγει Κύριος».
Εάν γαρ μη αποθάνης θάνατον αισθητόν εκουσίως υπέρ της αγαθότητος του , ακουσίως μέλλεις αποθανείν εκ του Θεού νοητώς.
Όπερ ούν εστί μέρος σου, μη δυσχεράνης δέξαθαι υπέρ αύτου εκουσίως πρόσκαιρα παθήματα και εισελθείν εις την δόξαν του Θεού.
Εάν γαρ εν τω αγώνι του Κυρίου αποθάνης σωματικώς, αυτός σε ο Κύριος στέφανοι και τοις λειψάνοις σου τοις τιμίοις παρέχει ο Θεός την τιμήν των μαρτύρων.
Διά τούτο, ως προείπον, ότι οι εν προοιμίοις αυτών αμελείς και χαύνοι και μη βιασθέντες προς θάνατον δούναι εαυτούς, εντεύθεν εν πάσι τοις πολέμοις ευρίσκονται ελάχιστοι και ουκ ανδρείοι' μάλλον δε ο Θεός παραχωρεί αυτούς διωχθήναι και πολεμηθήναι διότι ουκ εν αληθεία εξεζήτησαν αυτόν, αλλ' ως πειράζοντες και χλευάζοντες εδοκίμασαν τελειώσαι το έργον του Θεού.
Δια τούτο και αυτός ο διάβολος εξ αρχής εγνώρισεν αυτούς και εδοκίμασε τους λογισμούς αυτών, οποίοι εισί, τουτέστι δειλοί και φίλαυτοι, και μάλλον φειδόμενοι του σώματος αυτών.
Δια τούτο ως εν καταιγίδι καταδιώκει αυτούς, διότι δύναμιν νοητήν, ήνπερ έχει έθος θεωρείν εν τοις αγίοις, ου θεωρεί εν αυτοίς.
Προς την προαίρεσιν γαρ του ανθρώπου την προς τον Θεόν και την πρόθεσιν την προς τον σκοπόν τον δι' αυτόν, ούτω συνεργεί αυτώ ο Θεός και βοηθεί και δεικνύει αυτώ την πρόνοιαν αυτού.
Ου δύναται γαρ ο διάβολος προσεγγίσαι τω ανθρώπω ή προσενέγκαι αυτώ πειρασμούς, ει μη αμελήση ή και παραχωρήση αυτόν ο Θεός, ή εάν χαυνώση αυ­τόν εις αισχρούς λογισμούς από οιήσεως και επάρσεως, ή από λογισμού δισταγμού και διψυχίας.
Τους τοιούτους ο διάβολος εξαιτείται του περάσαι.
Τους δε αρχαρίους και απλούς και απείρους ουκ εξαιτείται παρά του Θεού, ώσπερ τους αγίους και μεγάλους, του πειράσαι αυτούς.
Διότι γινώσκει, ότι ου παραχωρεί αυτούς ο Θεός πεσείν εις τάς χείρας αυτού.
Οίδε γαρ ό Θεός, ότι ούχ ικανούσι προς τους πειρασμούς του διαβόλου, ει μη σχώσι μίαν αιτίαν εκ των αιτίων, ων προείπον.
Και τότε η δύναμις της προ­νοίας του Θεού μακρύνεται εξ αυτών.
Ούτος εστίν ο εις τρόπος των πολέμων του διαβόλου.


ΛΟΓΟΣ ΝΒ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΡΟΠΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΨΥΧΡΟΥΣ[Επεξεργασία]

Ους δε ανδρείους και δυνατούς θεωρεί ό διάβολος, και τον θάνατον εις ουδέν λογιζομένους και εν μεγάλω ζήλω εξελθόντας και εις πάντα πειρασμόν και θάνατον εκδεδωκότας εαυτούς και καταφρονούντας της ζωής του κόσμου και του σώματος και πάντων των πειρασμών, τούτοις ουκ απαντά παραυτίκα ο διάβολος, ουδέ δεικνύει εαυτόν τού­τοις ως επί πολύ, αλλά συστέλλει εαυτόν και τόπον δίδωσιν αυτοίς και ουκ απαντά αυτοίς προς την πρώτην ορμήν αυτών, ουδέ παρατάσσεται προς αυτούς εις πόλεμον.
Γινώσκει γαρ, ότι πάσα αρχή θερμότερα υπάρχει του πολέμου και οίδεν ότι πολύν ζήλον έχει ο αγωνιστής, και ούχ ως έτυχε νικώνται οι ζηλωταί των πολεμιστών.
Καί ούχ ως δειλιών ο διάβολος ποιεί τούτο, αλλ' εκ της περικειμένης αυτοίς θείας δυνάμεως της φοβεριζούσης αυτόν εκφοβείται.
Όσον ούν θεωρεί αυτούς ούτως, ου τολμά προσψαύσαι αυτοίς, έως ότου ίδη αυτούς ψυχρανθέντας εκ του ζήλου αυτών και απορρίψαντας τα όπλα, άπερ εαυτοίς ητοίμασαν εν ταίς εαυτών διανοίαις εν τη αλλοιώσει των θείων λό­γων και των μνημών των συνεργουσών και βοηθουσών αυτοίς.
Και προσέχει εις τον καιρόν της ραθυμίας αυτών, και όταν στραφώσι μικρόν εκ των προτέρων λογισμών αυτών και αυτοί αφ' εαυτών άρξονται εφευρίσκειν εφευρέσεις της ήττης αυτών εκ των κολακευμάτων του φρονήματος αυτών, των βρυόντων εν αυτοίς και άφ' εαυτών αυτοί ορύσσουσι βόθρον απώλειας ταίς ψυχαίς αυτών εκ του μετεωρισμού των λογισμών, του εκ της οκνηρίας γινομένου, αφ' ων η ψυχρότης έβασίλευσεν εν αυτοίς ήτοι εν ταίς διανοίαις και ταίς καρδίαις αυτών.
Καί ταύτα μεν ο διάβολος ούχ εκουσίως ποιεί, ηνίκα εμποδίζεται του πολεμείν αυτούς, η ως φειδόμενος αυτών, ουδέ αίσχυνόμενος παρ' αυτών, είς ουδέν γαρ έχει αυτούς.
Αλλά λογίζομαι, ότι δύναμίς τις περικυκλοί τους εν θερμότητι ζήλου διακειμένους προς τον Θεόν, και τους νηπιωδώς εξερχό­μενους και αλογίστως αποτασσομένους, ελπίζοντας δε είς τον Θεόν και πιστεύοντας και αγνοούντας προς τίνα την πάλην έχουσι.
Δια τούτο διώκει ο Θεός την δεινότητα της πονηρίας αυτού εξ αυτών, του μη εγγίσαι αυτοίς.
Χαλινούται γαρ ο εχθρός θεωρών τον φύλακα, τον αεί αυτούς φυλάττοντα.
Εάν γαρ τάς αίτιας της βοηθείας εξ αυτών μη απορρίψωσιν, αιτινές είσι δεήσεις και κόποι και ταπεινοφροσύνη, ο αντιλήπτωρ και βοηθός ουκ αναχωρεί εξ αυτών ποτέ.
Βλέπε και γράψον ταύτα είς την καρδίαν σου, ότι η φιληδονία και το αγαπάν την ανάπαυσιν αίτια εστί της παραχωρήσεως.
Εάν δε τις εκ τούτων υπομείνη ισχυρώς εγκρατευόμενος, εκ της συνεργίας του Θεού ουδέποτε απολιμπάνεται, και ο εχθρός ου συγχωρείται προσβαλείν αυτώ.
Και εάν άπαξ συγχωρηθή προσβαλείν αυτώ προς παιδείαν, αλλ ακολουθεί αυτώ και συνέχει αυτόν η αγία δύναμις, και ου φοβείται τους πειρασμούς των δαιμόνων, διότι ο λογισμός αυτού θαρρεί και καταφρονεί αυτών δι' αυτήν.
Αύτη γαρ η θεία δύναμις εκδιδάσκει τους ανθρώπους ώσπερ τις εκδιδάσκει τινά νεώτερον μικρόν το πλεύσαι και όταν άρξηται ποντίζεσθαι αναφέρει αυτόν διότι επάνωθεν των χειρών του διδάσκοντος αυτόν πλέει ο νεώτερος.
Και όταν άρξηται ολιγωρείν, ίνα μη βυθισθή αυτός ο βαστάζων αυτόν εν ταίς χερσίν αυτού επιφωνεί αυτώ παραθαρύνων, Μη φοβού, εγώ βαστάζω σε.
Και ώσπερ μήτηρ διδάσκει τον υιόν αυτής τον μικρόν το περιπατείν και μακρύνει εαυτήν εξ αυτού και προσκαλείται αυτόν, όταν δε αυτός ερχόμενος προς την μητέρα αυτού άρξηται τρέμειν και δια την απαλότητα και τρυφερότητα των ποδών και μελών πίπτειν, τρέχει η μήτηρ αυτού και βα­στάζει αυτόν εν ταίς αγκάλαις αυτής, ούτω και η χάρις του Θεού βαστάζει και διδάσκει τους ανθρώπους, τους καθαρώς και μετά απλότητος εκδεδωκότας εαυτούς εις χείρας του πλάστου αυτών, και τους εξ όλης καρδίας τω κόσμω αποταξαμένους και οπίσω αυτού πορευομένους.
Συ δε, ω άνθρωπε, εξερχόμενος οπίσω του Θεού, εν παντί καιρώ του αγώνος σου αεί της αρχής μνημόνευε και του πρώτου ζήλου της αρχής της οδού και των θερμών λογισμών, μεθ' ων εξήλθες εν προοιμίοις έχων εκ του οίκου σου, και ήνεγκας σεαυτόν εις την παράταξιν του πολέμου.
Ούτω δοκί­μασαν σεαυτόν καθ εκάστην ημέραν όπως μη ψυχρανθή η θερμότης της ψυχής σου εκ του ζήλου του εξαφθέντος εν σοι εξ αρχής, μήπως ζημιωθής τίνος των όπλων, ων ης ενδεδυμένος εν αρχή του αγώνος σου.
Και ύψωσον αεί την φωνήν σου εντός της παρεμβολής και τα τέκνα των δεξιών, ήγουν τους οικείους λογισμούς θάρσυνον και ανδρείωσον και δείξον τοις άλλοις, ήτοι τω μέρει του εναντίου, ότι νηφάλιος ει.
Και εάν ούν εν προοιμίοις οράς ορμήν φοβερίζουσάν τε του πειράζοντας, μη χαυνωθής.
Ίσως αύτη συμφέρει σοι.
Ου γαρ παραχωρεί δωρεάν ο σώζων σε τίνα προσεγγίσαι σοι, ει μη οικονομίαν τινά προξένων προς το συμφέρον σοι.
Αλλά μη δείξης ραθυμίαν εξ αρχής, ίνα μη, δείξας ώδε ραθυμίαν, εις τούμπροσθεν βαίνων καταπέσης και μηκέτι ευρήσης αντιστήναι ταίς επερχομέναις σοι λύπαις λέγω δη εκ του λιμού και της ασθενείας και εκ των φοβερών φαντασιών και των λοιπών.
Μη στρέψης τον τρόπον του αγωνοθέτου σου, ότι βοηθειαν κατά του εναντίου προξενεί σοι, όπως μη εύρη σε ο εχθρός σου ως προσδοκά.
Αλλά παρακάλεσον τον Θεόν αδιαλείπτως, και κλαύσον ενώπιον της χάριτος αυτού και πένθησον και μόχθησον, έως αν εξαποστείλη σοι βοηθόν.
Εάν γαρ άπαξ ίδης τον σώζοντα σε πλησίον σου, ουκ έτι ηττηθήση εκ του εχθρού σου του εναντιουμένου σοι.
Ούτοι οι δύο τρόποι της πάλης του διαβόλου έως ώδε.


ΛΟΓΟΣ ΝΓ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΥΝΑΤΟΥΣ[Επεξεργασία]

Όταν ούν μετά ταύτα πάντα επαναστή ο διάβολος τινι και ου δύναται προς αυτόν εν αγώνι, μάλλον δε προς τον ενισχύοντα αυτόν και βοηθούντα αυτώ, δι' όν ο άν­θρωπος κατεπαίρεται αυτού και λαμβάνει παρ' αυτού δύναμιν και υπομονήν, ώστε το παχυμερές σώμα και υλικόν νικήσαι τον ασώματον και νοερόν, ηνίκα ούν ίδη ο εχθρός πασαν ταύτην την δύναμιν, ήνπερ εδέξατο ο άνθρωπος εκ του Θεού, και τάς έξω αισθήσεις αυτού εκ των ορωμένων πραγμάτων και των φωνών των ακουομένων μη ηττωμένας και τους λογισμούς αυτού υπό των κολακευμάτων και θωπευμάτων αυτού μη χαυνουμένους, τότε λοιπόν επιθυμεί ο δόλιος ζητήσαι τρό­πον τινά του αποστήσαι τον βοηθούντα τον άνθρωπον, τον άγγελον εκείνον άπ' αυτού.
Μάλλον δε επιθυμεί ο δόλιος τυφλώσαι τον νουν του ανθρώπου και βοηθούμενου, και εύρεθηναι αυτόν αβοήθητον, και κινήσαι εν αυτώ λογισμούς υπερηφανίας, ίνα δοκή, ότι υπό της εαυτού δυνάμεως όλη η ισχύς αύτη και αυτός εαυτώ τον πλούτον τούτον εκτήσατο και τη δυνάμει αυ­τού εφύλαξεν εαυτόν εκ του εναντίου και φονευτού.
Και ποτέ μεν λογίζεται, ότι εκ συμβεβηκότος ενίκησε τον εχθρόν, ποτέ δε, ότι δια την αδυναμίαν του εχθρού, και σιωπώ περί των άλλων τρόπων και των λογισμών της βλα­σφημίας, εξ ων εμπίπτει εις φόβον η ψυχή εκ της μνημης αυτών και μόνον ποτέ δε εν σχήματι των αποκαλύψεων των εκ του Θεού την πλάνην αυτού εις το μέσον φέρει και εν τοις ενυπνίοις αυτού δεικνύει αυτώ πράγματα.
Και πάλιν εν εγρηγόρσει μορφούται εις άγγελον φωτός και πάντα ποιεί, ίνα δυνηθή πείσαι τον άνθρωπον κατά μικρόν και μικρόν συμφρονήσαι αυτώ,ίνα παραδοθή εις χείρας αυτού.
Εαν δε κρατήση τους λογισμούς αυτού εν ασφαλεία ο φρόνιμος άνθρωπος, μάλλον δε κράτηση την μνήμην του συνεργούντος αυτώ και ατενίση εις τον ουρανόν το όμμα της καρδίας αυτού, ίνα μη βλέπη τους ψιθυρίζοντας ταύτα εν αυτώ, πάλιν ο εχθρός επιτηδεύεται μηχανήσασθαι άλλους τρόπους.


ΛΟΓΟΣ ΝΔ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΟΚΙΜΟΥΣ[Επεξεργασία]

Λοιπόν τούτο μόνον υπελείφθη αυτώ διότι συγγένειαν έχει η φύσις προς αυτό και δια τούτο εξαιρέτως εκδέχεται ποιήσασθαι τον αφανιμόν του ανθρώπου εν αυτώ.
Ποίον δε εστί το μηχάνημα; Τούτο εστίν το προβάλλειν τω ανθρώπω εν ταίς φυσικαίς χρείαις αυτού.
Πολλάκις γαρ τυφλούται ο νους του αθλητού εκ της οράσεως και του πλησιασμού των αισθητών πραγμάτων, και ευχερώς εν τω αγώνι ηττάται, όταν πλησίον αυτών γένηται, πολύ δε μάλλον, όταν ευρεθώσι κατέναντι των οφθαλμών αυτού.
Εν γνώσει γαρ και πείρα χρήται τη μεθόδω ταύτη ο διάβολος ο δεινός ήγουν εκ της πείρας της μετά των πολλών αγωνιστών και ισχυρών και δυνατών, των εν τούτοις εκπεσόντων, και τούτο σοφιστικώς ποιών.
Καν γαρ μη δυνηθή πρακτικώς ποιήσαι τον άνθρωπον ενεργήσαι, δια την ασφάλειαν της ησυχίας αυτού και δια την άποχην της κατοικήσεως αυτού εκ των αφορμών και αιτιών, όμως αγωνίζεται φαντάσαι τον νουν αυτών, γαργαλίζων αυτούς, κινήσεις κινών εν αυτοίς του διαλογίζεσθαι αυτούς εν τοις αισχροίς λογισμοίς και συγκατατίθεσθαι και γενέσθαι υπευθύνους, ώστε αποστήναι απ' αυτών τον βοηθόν αυτών.
Επίσταται γαρ, ότι η νίκη του ανθρώπου και η ήττα αυτού και ο θησαυρός αυτού και η αντίληψις αυτού και πάντα τα του ασκητού εν τω λογισμώ αυτού συνίστανται και εν μικρώ νεύματι γίνεται, ίνα μόνον ο λογισμός εκ του τόπου κινηθή και προαιρέσει δείξει ροπή νεύματος την συγκατάθεση και εξ εκείνου του ύψους εις την γην κατέλθη, ως συνέβη πολλοίς των αγίων εν φαντασίαις κάλλους γυναικών.
Πολλάκις δε και τους πλησιάζοντας κόσμω, ως από μιλίου ή δύο ή και δια­στήματος ημέρας, αυτάς τάς γυναίκας εν αληθεία ετροπεύσατο αγαγείν προς αυτούς.
Τους δε απέχοντας εκ του κόσμου επεί ου δύναται παγιδεύσαι, εν φαντασίαις δεικνύει αυτοίς το κάλλος των γυναικών, ποτέ μεν εν καλλώπισμώ ιματίων και θεωρία ασελγείας, ποτέ δε εν σχήματι γυμνής γυναικός δεικνύων αυτοίς απρεπώς.
Δια γαρ τούτων και των τοιούτων, τους μεν ενίκησεν εις αυτό το πράγμα, οι δε εν φαντασίαις ενεπαίχθησαν δια την ραθυμίαν των λογισμών αυτών, ώστε εις απογνώσεως βυθόν ελθείν αυτούς, και προς τον κόσμον εξέκλιναν και της επουρανίου ελπίδος εξέπεσον αι ψυχαί αυτών.
Άλλοι δε ισχυρότεροι αυτών και υπό της χάριτος πεφωτισμένοι, ενίκησαν αυτόν και τάς φαντασίας αυτού και επάτησαν τάς του σώματος ηδονάς και ευρέθησαν δόκιμοι εν τη αγάπη του Θεού.
Και πολλάκις φαντασίας χρυσίου και τιμίων πραγμάτων και θησαυρούς χρυσούς εφάντασεν αυτούς, και εστίν ότε εν αληθεία υπέδειξεν αυτοίς ταύτα, ίνα δια των τοιού­των διαφόρων φαντασιών, ίσως δυνηθή εμποδίσαι τινά εξ αυτών εκ του δρόμου αυτού και υποσκελίσαι αυτόν δια μιας των παγίδων και των δικτύων αυτού.
Αλλά Κύριε, Κύριε, μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμούς τοιούτους, ο γινώσκων την ασθένειαν ημών, εξ ων μόλις δυνατοί και δόκιμοι εξέρχονται εκ της τοιαύτης πλάνης νική­σαντες Και ταύτα όλα παραχωρείται ο πειράζων διάβολος πολεμήσαι προς τους αγίους εν πειρασμοίς, ίνα δοκιμασθή η αγάπη του Θεού η εν αυτοίς εν τοις τοιούτοις πειρασμοίς, εάν δια την αποχήν των τοιούτων πραγμάτων και αναχώρησιν και στέρησιν και απορίαν αυτών φιλόθεοι υπάρχωσι και εμμένωσιν εν τη αγάπη του Θεού και εξ αληθείας τον Θεόν αγαπώσι, και καν πλησιάσωσι τοις πράγμασι τούτοις, αγωνίζονται καταφρονήσαι και εξουθενήσαι αυτά δια την αγάπην του Θεού.
Κολακευόμενοι ύπ' αυτών, ούχ ηττώνται υπ' αυτών, και ούτω πειράζονται, ουχί δια τούτο μόνον ίνα γνωσθώσι τω Θεώ, αλλά και αυτώ τω διαβόλω.
Ότι επιποθεί πολλά πειράσαι και δοκιμάσαι πάντας, ει ενεδέχετο και εξαιτήσασθαι αυτούς παρά του Θεού του πειράσαι αυτούς, ώσπερ τον δίκαιον Ιώβ εξητήσατο.
Και ηνίκα μικρά παραχώρησις του Θεού γένηται, προσεγ­γίζει πειράζων ο διάβολος σφοδρώς, κατά την αναλογίαν της ποσότητος της δυνάμεως των πειραζομένων υπ' αυτού, και ου προσβάλλει ο άνομος διάβολος κατά την επιθυμίαν αυτού.
Και εκ τούτου δοκιμάζονται οι αληθινοί και βέβαιοι εν τη του Θεού αγάπη, ει όλων τούτων καταφρονούσι και ως ουδέν λογί­ζονται ταύτα κατέναντι των οφθαλμών αυτών προς σύγκρισιν της αγάπης του Θεού.
Και ταπεινούντες εαυτούς αεί και τω εις πάντα συνεργούντι αυτοίς και αιτίω της νίκης αυτών αποδίδον­τες την δόξαν και εις τάς χείρας αυτού παραδίδοντες εαυτούς εν τω αγώνι, λέγοντες τω Θεώ, ότι, Σύ ει ο δυνατός, Κύριε, και σος εστίν ο αγών, πολέμησον και νίκησον εν αυτώ, Κύριε, υπέρ ημών, τότε δοκιμάζονται ως χρυσός εν χωνευτηρίω ούτοι.
Οίτίνες δε είσι κίβδηλοι, εν τοις τοιούτοις πειρασμοίς δοκιμάζονται και γνωρίζονται και πίπτουσιν εκ του Θεού ως σκύβαλα, δεδωκότες χωράν τω εχθρώ αυτών και εξέρχονται υπεύθυνοι δια την ραθυμίαν της διανοίας αυτών η δια την υπερηφανίαν αυτών ότι ουκ ηξιώθησαν δέξασθαι την δύναμιν, ήνπερ είχον οι άγιοι ενεργούσαν εν αυτοίς, διότι ούχ ηττάται η δύναμις η συνεργούσα ημίν.
Εστί γαρ και παντοδύναμος ο Κύ­ριος και ισχυρότερος πάντων και εν παντί καιρώ νικητής εν τω σώματι τω θνητώ, όταν συγκατέλθη αυτοίς εν τω πολεμώ.
Εάν δε και νικηθώσι, δήλον ότι εκτός αυτού νικώνται.
Ούτοι είσιν οι γυμνούντες εαυτούς τη προαιρέσει αυτών εξ αυτού δια την αγνωμοσύνην αυτών, ότι ουκ ηξιώθησαν της δυνάμεως της αντιλαμβανόμενης των νικητών, αλλά και αυτής της δυνάμεως αυτών της συνήθως και ιδίας, ης είχον εν τοις καιροίς των πολέμων αυτών των σφοδρών, αισθάνονται εαυτούς κενούς είναι εξ αυτής.
Πώς δε αισθάνονται; θεωρούσι την πτώσιν αυτών ηδείαν και γλυκείαν εν οφθαλμοίς αυτών και ότι δύσκολον εστίν υπομείναι αυτούς την δυσχέρειαν του αγώ­νος του εχθρού αυτών, ην ενίκων έκπαλαι καθαρώς μετά ζηλου εκ της ορμής της κινήσεως της φύσεως, ης είχον εν τω καιρώ εκείνω μετά θερμότητος και οξύτητος.
Και ταύτα εν τη ψυχή αυτών νυν ούχ ευρίσκουσι.
Και οι μεν εν ταίς αρχαίς αυτών ράθυμοι και χαύνοι υπάρχοντες, ου μόνον εκ των αγώνων τούτων και των τοιού­των, αλλά και από ήχου φύλλου δένδρου δειλιώσι και ταράσ­σονται και από μικράς ανάγκης της από της χρείας του λιμού και από μικράς ασθενείας νικώνται και απαρνούνται και εις τα οπίσω στρέφονται.
Οι δε αληθινοί και δόκιμοι ουδέ εκ του χόρ­του και του λάχανου χορτάζονται, ουδέ διαιτώμενοι ρίζαις βο­τάνων ξηρών προ της νενομισμένης ώρας της τροφής καταδέ­χονται τίνος γεύσασθαι, αλλά και χαμευνούσιν εν ατονία όντες του σώματος και αμβλυωπούσιν οι οφθαλμοί αυτών εκ της άγαν κενώσεως του σώματος καν δε εκ της ανάγκης εγγίση εξελθείν εκ του σώματος, ουδέ ούτω χείρα δίδουσιν ηττηθήναι και πεσείν εκ της ερρωμένης προαιρέσεως.
Ποθούσι γαρ και εφίενται του βιάσασθαι εαυτούς δια την αγάπην του Θεού και κοπιών υπέρ της αρετής αιρούνται ή την πρόσκαιρον ζωήν έχειν και πάσαν ανάπαυσιν την εν αυτή.
Και όταν επέλθωσιν αυτοίς οι πειρασμοί, μάλλον ευφραίνονται και έτι εν αυτοίς τέλειοι γί­νονται.
Αλλ' ουδέ εκ των μοχθηρών κόπων των γινομένων αυτοίς διστάζουσιν εν τη αγάπη του Χριστού, άλλ' έως αν εκλείψωσιν εκ της ζωής, προθυμούνται δέξασθαι γενναίως τάς επη­ρείας και ουκ αναχωρούσιν, ότι εν αυτοίς τέλειοι γίνονται.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΝΕ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ[Επεξεργασία]

Ω τί γλυκείαι εισίν αι αφορμαί των παθών! Τα μεν γαρ πάθη ενίοτε δύναται τις κόψαι και εν τω μακρυσμώ αυτών γαληνιά και ευφραίνεται εν τω παύεσθαι αυτά, τάς μέντοι αιτίας λιπείν ου δύναται.
Δια τούτο μη θέλοντες πειραζόμεθα.
Και εν μεν τοις πάθεσι λυπούμεθα, τάς δε αφορμάς εμμένειν εν ημίν αγαπώμεν τάς αμαρτίας ουκ εφιέμεθα, τάς δε επιφερούσας ημίν αυτάς αιτίας μεθ' ηδονής δεχόμεθα.
Τούτου ένεκεν παραίτιοι γίνονται τη ενεργεία αί δεύτεραι των πρώτων.
Ο τάς αφορμάς των παθών αγαπών υποχείριος εστίν άκων και μη βουλόμενος, και δεδούλωται τοις πάθεσιν.
Ο μι­σών τάς ιδίας αμαρτίας παύσεται άπ' αυτών, και ο ομολογών αυτάς, τεύξεται της αφέσεως.
Αδύνατον δε τινι την έξιν της αμαρτίας καταλιπείν, πριν έχθραν κτήσηται μετ αυτής και αφέ­σεως τυχείν προ της των πλημμελημάτων εξομολογήσεως.
Η μεν γαρ ταπεινώσεως εστίν αληθούς αιτία, η δε κατανύξεως, από αισχύνης ακολουθούσης τη καρδία.
Εάν μη μισήσωμεν τα μέμψεως άξια, ου δυνάμεθα αισθάνεσθαι της δυσωδίας της ενεργείας αυτών, ουδέ του βρώμου αυτών εν όσω φέρομεν ταύτα εν ταίς ιδίαις ψυχαίς.
Έως ην απορρίψης το άτοπον εκ σου, ου γνώση ποία αισχύνη περιπεπλεγμένος εί, ουδέ την εξ αυτής ερυθρίασιν.
Όταν δε εν άλλοις κατίδης το σον φορτίον, τότε μαθήση την επικειμένην σοι αισχύνην.
Απόστα του κόσμου και τηνικαύτα γνώση το δυσώδες αυτού.
Εάν γαρ μη αποστής, ου μη μάθης πώς, αλλά μάλλον και ως όσμην καλήν περιβάλεις την δυσωδίαν αυτού και την γύμνωσιν της σης αισχύνης ως καταπέταμα δόξης λογίση.
Μακάριος μακρυνθείς από του κόσμου και του σκότους αυτού και μόνω προσεσχηκώς εαυτώ.
Ου γαρ δύναται η διόρασις ούτε η διάκρισις ενεργήσαι ή υπουργήσαι τω εν μέσω των ματαίων ανατρεφομένω.
Πώς γαρ η θολουμένη τούτου διάκρισις διακρίναι δυνηθείη το δέον; Μακάριος ο καταλείψας την κάρωσιν της μέθης αυτού και το ακόρεστον της κραιπάλης αυτού εν άλλοις κατιδών οποίον εστί.
Τότε γαρ γνώσετε την ιδίαν αίσχύνην.
Εν όσω δε τις την κραιπάλην της μέθης των αμαρτιών αυτού εν εαυτώ φέρει, ως ευπρεπή φαίνονται πάντα αυτώ τα υπ ' αυτού πραττόμενα.
Όταν γαρ η φύσις έξω γένηται της ιδίας τάξεως, εξίσου εστίν, είτε οίνω είτε επιθυμίαις μεμεθυσμένη η.
Διότι αμφότερα του καθηκοντος εκβάλλουσι και μίαν έκκαυσιν αμφότερα κινούσι εν τω σώματι, εν ω φέρονται.
Οι μεν γαρ τρόποι διάφοροι, το δε συγκέρασμα εν.
Και η μετάθεσις μεν μία, αι δε διαφοραί των αιτιών άνισοι τυγχάνουσι, διακρίνονται δε και κατά την υποδοχήν έκαστου.
Πάση ανέσει έπεται ταλαιπωρία και πάση δια Θεόν ταλαιπωρία, άνεσις ακολουθεί.
Ει πάντα τα εν τω κόσμωτούτω φθορά υπόκειται, και η φθορά δια των εναντίων γίνεται,ή ενθάδε ή εν τω μέλλοντι αιώνι ή εν τω καιρώ της εξόδου.
Και μάλιστα τη εξ ακολασίας ηδονή ή τη κακοπαθεία τή εναντιουμένη τη ηδονή ταύτη, τη γινομένη δια αγιασμού και τούτο υπό φιλανθρωπίας οικονομεί ο Θεός ή εν αυτή τη οδώ ή εν τω τέλει αυτής γεύσαθαι της κολάσεως και της χαράς δια το πλούσιον αυτού έλεος ταύτην ως τίνα αμοιβήν, την δε ως αρραβώνα.
Διότι ου κωλύει το κέρδος του αγαθού μέχρι της εσχάτης ώρας.
Το μέντοι κακόν και κωλύει, δια το κακωθήναι τον άξιον κολάσεως, ως γέγραπται ο παιδευόμενος ενταύθα δια την ιδίαν αισχύνην, εκ της ιδίας γεέννης εσθίει.
Παραφυλάττου εκ του ιδίου αυτεξουσίου του προηγουμένουτης πονηράς δουλείας.
Παραφυλάττου εκ της παρακλήσεως της προηγουμένης του πολέμου.
Παραφυλάττου εκ τηςγνώσεως της προηγουμένης της των πειρασμών απαντήσεως,ως επί το πλείστον δε εκ της εφέσεως της προ της τελειώσεως της μετανοίας.
Ει γαρ πάντες αμαρτωλοί εσμέν και ουδείς υπέρτερος των πειρασμών, ουδεμία άρα των αρετών υψηλότε­ρα της μετανοίας, ότι ουδέ τελειωθήναι δύναται το έργον αυτής πώποτε' προήκει γαρ αύτη πάσιν, αμαρτωλοίς και δικαίοις πάντοτε, τοις βουλομένοις σωτηρίας τυχείν, και ουδείς εστίν όρος τελειώσεως, ότι η τελειότης και των τελείων όντως ατέλεστος.
Δια τοι τούτο η μετάνοια ούτε καιροίς ούτε πράξει περιορίζεται έως θανάτου.
Μνημόνευε ότι πάση ηδονή επομένη εστίν η αηδία και πικρότης ως δευτερεύουσα.
Παραφυλάττου από της χαράς της μη έχούσης συνεζευγμένην την αιτίαν της αλλοιώσεως.
Πάν γαρ ό κεκρυμμένηνάνωθεν την οικονομίαν έχει, ου δύναται καταλαβείν ούτεγνώναι τον όρον και την αίτίαν της αλλοιώσεως αυτού.
Άπ'εκείνων φόβου, ων υπολαμβάνεις ορθότητα έχειν.
Διότι έξωθεντης οδού λέγεται τούτων οδεύειν.
Εκείνος ο εν σοφία ειδώςδιοικήσαι την ολκάδα του κόσμου, αλλοίωσιν συνέμιξε πάσιτοις αυτού, και το έξωθεν τούτου σκίασμα εστίν.
Έπεται τη ανέσει των μελών η των λογισμών έκστασις καιφύρσις, και τη αμέτρω εργασία, ακηδία, και τη ακηδίαέκστασις.
Διαφέρει δε έκστασις εκστάσεως.
Τη μεν γαρ πρώτητη εκ της ανέσεως εκστάσει έπεται ο πόλεμος της πορνείας, τηδε δευτέρα τη εκ της ακηδίας η του ιδίου ησυχαστηρίου κατάληψις και από τόπου εις τόπον μετακίνησις.
Τη δε εμμέτρω και επιπόνως διαμενούση εργασία τιμή ουκ εστί.
Τούτων δε η μείωσις μεν πληθύνει την ηδονήν, η αμετρία δε την έκστασιν.
Υπόμεινον την αφροσύνην της φύσεως σου, την εν σοι νικώσαν σε, αδελφέ, διότι ηυτρέπισε γενέσθαι εν εκείνη τη σοφία τη αΐδιον εχούση της αρχής τον στέφανον.
Μη δειλιάσης εκ της ταραχης του αδαμιαίου σώματος, του εύτρεπισθέντος γενέσθαι εν τη τροφη εκείνη, ης η γνώσις ενθάδε έξωθεν του νοός των σαρκικών τυγχάνει.
Ηνίκα αν επιστή η ουράνιος εικών,ήτις εστίν ο βασιλεύς της ειρήνης, μη ταραχθής εξ εναντίας της αλλοιώσεως της ταραχης της φύσεως.
Διότι πρόσκαιρος εστίν η εν τούτω κακοπάθεια τω μεθ' ηδονης υποδεχομένω αυτήν.
Εοίκασι γαρ κυναρίοις τα πάθη, τοις ειωθόσι σχολάζειν τοις μακελλαρίοις, άτινα μόνη φωνή αποδιδράσκουσιν, αμελούμενα δε ως λέοντες παμμεγέθεις επέρχονται.
Εξουδένωσον την μικράν επιθυμίαν, ίνα μη ενθυμηθής την σφοδρότητα της πυρώσεως αυτής.
Διότι η υπέρ των μικρών πραγμάτων υπομονή των μεγάλων πραγμάτων τον κίνδυνον αποσοβεί.
Αδύνατον γαρ κατακρατήσαι των μεγάλων πραγμάτων, εάν μη νικήσης τα ευτελέστερα.
Μνημόνευε της τάξεως, εν η μέλλεις γενέσθαι, ώ αδελφέ, ης ουκ εστίν η ζωή, ως η δια των χυμών έρπουσα και κινουμένη, δι' ης συντρίβεται η θνητότης.
Και ουκ εστίν εν αυτή πύρωσις της συγκράσεως, ητις σύγκρασις τη κολακεία, της ηδονης κόπον παρέχει τη νηπιώδει φύσει Υπόμεινον τον μόχθον του αγώνος, εις όν προς δοκιμασίαν εισήχθης, ίνα λάβης παρά Θεού στέφανον, και αναπαύση, διαπεράσας εκ τούδε του κόσμου.
Μνημόνευε και της ανέσεως εκείνης, ητις ουκ έχει πέρας, και της ζωής της ακολακεύτου και της τάξεως της τελείας και της αμετακινήτου οικονομίας και της αιχμαλωσίας της καταναγκαζούσης αγαπήσαι τον Θεόν, της κυριευούσης της φύσεως.
Ης αξιωθείημεν χάριτι Χριστού, ω η δόξα συν τω ανάρχω Πατρί και τω παναγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΝΣΤ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΤΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΣ ΣΥΝΕΧΩΡΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΔΕΚΤΙΚΗΝ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΕΝ Ωι ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ[Επεξεργασία]

Το εν τινι συμπτώματι της αμαρτίας ολισθαίνειν δηλωτιν εστί της φυσικής ασθενείας.
Διότι συμφερόντως συνεχώρησεν ο Θεός την ψυχήν δεκτικήν αυτήν είναι των παθών ου γαρ συνείδεν ανωτέραν τούτων αυτήν καθιστάναι προ της δευτέρας παλιγγενεσίας.
Το δεκτικήν είναι των πα­θών ωφέλιμον προς την της συνειδησεως κατακέντησιν.
Το μέντοι διαμείναι εν τούτοις αναιδές και αναίσχυντον.
Τρεις τρό­ποι εισί, δι'ών πάσα ψυχή λογική τω Θεώ προσεγγίσαι δύναται ή δια θερμότητος πίστεως ή δια φόβου ή δια παιδείας Κυρίου.
Ουδείς δε δύναται προσεγγίσαι τη του Θεού αγάπη, ει μη προηγήσηται εις των τριών τρόπων τούτων.
Ώσπερ από της γαστριμαργίας τίκτεται η ταραχη των λογισμών, ούτω και από πολυλογίας και αταξίας των συντυχιών η άγνοια και η του νου έκστασις.
Η των βιωτικών πρα­γμάτων μέριμνα ταράσσει την ψυχήν, και το υπό τούτων συμφύρεσθαι τον νουν συμφύρει και της γαλήνης εκβάλλει.
Πρέπει τω παραδεδωκότι εαυτόν μοναχώ τη επουρανίω γεωργία, αεί και δια παντός πάσης βιωτικης φροντίδος εκτός είναι, ίνα, εν εαυτώ γενόμενος, μηδέν όλως εν εαυτώ εύρη του παρόντος αιώνος.
Εκ γαρ των τοιούτων αργός γενόμενος, απερισπάστως δύναται μελετάν εν τω νόμω του Κυρίου ημέρας και νυκτός.
Οι σωματικοί κόποι άνευ της του νου καθαρότητος, ως άτεκνος μήτρα και μαστοί κατάξηροι τη γαρ του Θεού γνώσει προσεγγίσαι ου δύνανται.
Και το μεν σώμα κατάκοπον ποιούσιν, εκριζούν δε τα πάθη εκ του νοός ου φροντίζουσί δια τούτο θεριούσι ουδέν.
Ώσπερ ο σπείρων επ' ακάνθαις ουδέν δύναται θερίσαι, ούτως ο τη μνησικακία εαυτόν αφανίζων και τη φιλοκτημοσύνη ουδέν δύναται ανύσαι, αλλά στένει επί της κοίτης αυτού εκ της πολλης αγρυπνίας και αποχής των πραγμάτων.
Και μαρτυρεί η Γραφή η λέγουσα' «ως λαός εργαζόμενος δικαιοσύνην, και ως μηδεμιάς των εντολών Κυρίου αμελήσας, ζητούσι την παρ' εμού δικαιοσύνην και αλήθειαν, και βούλονται προσ­εγγίσαι μοι τω Θεώ, λέγοντες ίνα τι ενηστεύσαμεν, και ουκ είδες; και εαυτούς εταπεινώσαμεν, και ουκ έγνω; εν γαρ ταίς ημέραις των νηστειών υμών ποιείτε τα θεληματα υμών, λέγω δη, τάς πονηράς ενθυμήσεις υμών».
Και ως ειδώλοις ολοκαρπώσεις προσφέρετε αυτάς, και τους χαλεπούς διαλογισμούς, ουςως Θεόν ελογίσασθε εν αυτοίς, το υμέτερον αυτοίς θυσιάζοντεςσώμα, το πάντων θυμιαμάτων τιμιώτερον, όπερ εμοί αφιερώσαι έχρην υμάς δια της υμών αγαθοεργίας και καθαράς συνει­δήσεως.
Εύθετος γη εστίν η ευφραίνουσα τον εαυτής γεωργόν τη μέχρις εκατόν καρποφορία ψυχή η στιλβωθείσα τη του Θεού μνήμη και τη ακοιμήτω αγρυπνία νυκτός και ημέρας.
Εκεί οικοδομεί ο Κύριος επί την ασφάλειαν αυτής νεφέλην σκέπουσαν αυτήν εν ημέρα και φωτί πυρός διαυγάσας την νύ­κτα.
Έσωθεν του γνόφου αυτής φως λάμψει.
Ώσπερ νέφος καλύπτει το φως της σελήνης, ούτως οι ατμοί της γαστρός διώκουσι την σοφίαν του Θεού εκ της ψυχής.
Και καθάπερ πυρός φλόξ εν ξηροίς ξύλοις, ούτω και το σώμα γαστρός εμπιπλαμένης.
Και καθάπερ ύλη παρά ύλης αύξει την φλόγα του πυρός, ούτως η ποικιλία των βρωμάτων την του σώματος κίνησιν.
Εν σώματι φιληδόνω η γνώσις του Θεού ουκ οικεί, και ο αγαπών το ίδιον σώμα της του Θεού χάριτος ουκ επιτεύξεται.
Ώσπέρ από ωδίνων τίκτεται καρπός ευφραίνων την τετοκυίαν, ούτως εκ του κόπου του λαιμού τίκτεται εν τη ψυχή καρπός, η γνώσις των μυστηρίων του Θεού, τοις δε οκνηροίς και φιληδόνοις αισχύνης καρπός.
Ώσπερ πατήρ κήδεται τέκνου, ούτω και ο Χριστός κήδεται σώματος κακοπαθούντος δι αυτόν, και πλησίον εστί του στόματος αυτού διαπαντός.
Της εν σοφία εργασίας ατίμητον το κτήμα.
Ξένος εστίν ο κατά διάνοιαν έξω γενόμενος πάντων των βιωτικών.
Πενθικός εστίν ο εν πείνη και δίψη διάγων πάσας τάς ημέρας της ζωής αυτού, δια την ελπίδα των μελλόν­των αγαθών.
Μοναχός εστίν ο έξωθεν του κόσμου καθήμενος και αεί δεόμενος του Θεού τυχείν των μελλόντων αγαθών.
Πλούτος μοναχού εστίν η παράκλησις η γενομένη εκ του πένθους και η χαρά η εκ πίστεως η εν τοις ταμείοις της διανοίαςλάμπουσα.
Ελεήμων εστίν ο μη διακρίνων κατά διάνοιαν τίνααπό τίνος, αλλά πάντας ελεών.
Παρθένος εστίν, ούχ ο το σώμα αυτού φυλάξας από της συνουσίας αμόλυντον, αλλ' ό αιδούμενος εαυτού, όταν κατ' ιδίαν γένηται.
Ει αγαπάς την σωφροσύνην, δίωξον τους αισχρούς λογισμούς εν τε τη μελέτη της αναγνώσεως και τη εκτεταμένη προσευχή, και τότε προς τάς αίτιας της φύσεως καθοπλισθήση.
Χωρίς δε τούτων αγνείαν ιδείν εν τη ψυχή αδύνα­τον.
Ει θέλεις κτήσασθαι την ελεημοσύνην, πρώτον έθιζε σαυτόν καταφρονείν πάντων, ίνα μη τω βάρει τούτων ο νους ελκυσθή και των ιδίων όρων εκτός γένηται.
Της γαρ ελεημο­σύνης η ακρίβεια εν τη του αδικείσθαι αιρουμένου υπομονή δείκνυται.
Της ταπεινώσεως η τελειότης εστί το φέρειν μετά χα­ράς τάς ψευδείς κατηγορίας.
Ει εν αληθεια ελεήμων ει, όταν αφαιρεθής τα σα αδίκως, μη θλιβής έσωθεν, μηδέ την ζημίαν τοις έξω διηγού.
Καταποθήτω δε μάλλον η ζημία των ηδικηκότων σε τη ση ελεημοσύνη, ώσπερ η αυστηρία του οίνου τη του ύδατος πληθυνότητι.
Και επίδειξαι το πλήθος της ελεημο­σύνης σου εν οίς αγαθοίς αμείβη τους αδικήσαντάς σε.
Καθώς και ο μακάριος Ελισσαίος εποίησε τοις εχθροίς αυτού, αιχμαλωτίσαι αυτόν βουλομένοις ότε γαρ προσηύξατο και απετύφλωσεν αυτούς τη αχλύι, επεδείξατο την εν αυτώ ούσαν δύναμιν, ότε δε βρώσιν και πόσιν δεδωκώς αυτοίς είασεν απέρχεσθαι, την εν αυτώ ελημοσύνην επεδείξατο.
Ο ταπεινόφρων εν αληθεία, αδικούμενος ου ταράσσεται, ουδέ απολογίαν ποιεί υπέρ του πράγματος, ου ηδικήθη, αλλά δέχεται τάς συκοφαντίας ως αλήθειαν και ου μέριμνα πείσαι τους ανθρώπους, ότι εσυκοφαντήθη, αλλά συγχώρησιν αιτείται.
Τινές γαρ το όνομα της ακολασίας εαυτοίς επεσπάσαντο εκουσίως, μη όντες ούτως, έτεροι δε το της μοιχείας, πόρρω τούτου όντες, υπέμενον, και επικαρπίαν αμαρτίας, ην ουκ ειργάσαντο, δια των δακρύων εαυτούς επεφόρτιζον, συγχώρησιν ανομίας, ην ουκ ειργάσαντο, μετά κλαυθμού παρά των ηδικηκότων εξητούντο, πάση καθαρότητι και αγνεία όντες εστεφανωμένοι την ψυχήν.
Άλλοι δε, ίνα μη δοξασθώσιν εν τη εναρέτω αυτών καταστάσει, τη ούση εν αυτοίς κεκρυμμένη, εν σχήματι παραπλήγων εαυτούς εδείκνυον, τω θείω αλάτι ηρτυμένοι όντες και τη γαλήνη πάγιοι, ώστε εκ της άκρας αυτών τελειότητος τους αγίους Αγγέλους έχειν κήρυκας των ιδίων αν­δραγαθημάτων.
Σύ μεν ταπείνωσιν νομίζεις έχειν, άλλοι δε εαυτών κατηγόρουν συ δε ουδέ υπό άλλων κατηγορούμενος φέρεις,και ταπεινόφρονα εαυτόν ψηφίζεις.
Ει ταπεινόφρων ει, δόκιμασον σεαυτόν εν τούτοις, εάν ου ταράσση αδικούμενος.
Πολλάς μονάς ο Σωτήρ του Πατρός καλεί τα μέτρα της διανοίας των εν τη χώρα εκείνη αυλιζομένων, λέγω δη τάς διακρίσεις και διαφοράς των πνευματικών χαρισμάτων, εν οίς κατά διάνοιαν εντρυφώσιν.
Ου γαρ διαφορά τόπων, αλλά τάξει χαρισμάτων, πολλάς μονάς είρηκε.
Καθάπερ έκαστος του αισθητού ηλίου κατά την καθαρότητα της οπτικής δυνάμεως τε και αντιλήψεως κατατρυφά.
Και καθάπερ ενός λύχνου εν ενί οίκω διαυγάζοντος, διάφορος η αυγή γίνεται, του φωτός μη μεριζομένου εις πολλάς λαμπηδόνας, ούτως εν τω μέλλοντι αιώνι οι δίκαιοι πάντες αυλίζονται εν μια χώρα αδιαιρέτως.
Έκαστος δε κατά το εαυτού μέτρον εξ ενός νοητού ηλίου διαυγάζεται και την ευφροσύνην, ως εξ ενός αέρος και τόπου και καθέ­δρας και θεωρίας και σχηματος.
Και ου θεωρεί τις τα μέτρα του εταίρου αυτού, ούτε του υπερέχοντος, ούτε του υποδεεστέρου, ίνα μη, ορών την υπερβάλλουσαν χάριν του εταίρου αυτού και το εαυτού υστέρη­μα, γένηται αυτώ ταύτα λύπης και αδημονίας αίτια.
Μη γένοιτο τούτο είναι, όπου ουκ έστι λύπη, ουδέ στεναγμός, αλλ' έκαστος κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν, κατά το μέτρον αυτού, έσω εν αυτού ευφραίνεται.
Μία δε η θεωρία η έξωθεν των πάντων εστί, και μία η χαρά, και χωρίς των δύο τούτων τάξεων ουκ εστίν άλλη μεσιτεύουσα τάξις.
Λέγω δη μίαν μεν την άνω, ετέραν δε την κάτω, μέση δε τούτων η ποικιλία της διαφοράς των αμοιβών.
Ει δε αληθές τούτο, καθώς και αληθές εστί, τι αφρονέστερον ή ανοητότερον των λεγόντων ότι άρκετόν μοι της γεέννης διαφυγείν, του δε εις την βασιλείαν εισελθείν ου μέλει μοι; Το γαρ διαφυγείν της γεέννης, αυτό τούτο εστί το εισελθείν εις την βασιλείαν, ώσπερ και το ταύτης εκπίπτειν εις την γέενναν εισελθείν εστίν.
Ου γαρ εδίδαξεν ημάς η Γραφή τρεις χώρας, αλλά τι; «Όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και στήση τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων».
Ουδέ γαρ τρία τάγματα είπεν, αλλά δύο, εν εκ δεξιών και εν εξ ευωνύμων.
Και διεχώρισε τα όρια των διαφο­ρών των κατασκηνωμάτων αυτών, ειπών ότι, «απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αίώνιον», δηλονότι οι αμαρτωλοί «οι δε δί­καιοι εις ζωήν αιώνιον εκλάμψουσιν ως ο ήλιος».
Και πάλιν «ήξουσιν από ανατολών και δυσμών, και ανακληθήσονται εν τοις κόλποις Αβραάμ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον, όπου ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων».
Όπερ εστί παντός πυρός φοβερώτατον.
Άρα ούν ου συνήκας έκ τούτων, ότι η εναντία της άνω τάξεως στάσις, αύτη εστίν η γέεννα η βασανίζουσα; Καλόν ούν εστί το διδάξαι τους ανθρώπους το αγαθόν του Θεού και επισπάσασθαι αυτούς εν τη διαμονή της προνοίας του Θεού και εκ της πλάνης εις την επίγνωσιν της αληθείας μετενεγκείν.
Ού­τος γαρ ην ο του Χριστού και των Αποστόλων τρόπος, και εστίν υψηλός πάνυ.
Εάν δε ο άνθρωπος αισθάνηται εαυτού εκ της διαγωγης ταύτης και της συνεχούς κοινωνίας, ότι ασθενεί η συνείδησις αυτού εν τη θεωρία και ταράσσεται η γαληνη αυτού και η γνώσις σκοτίζεται, διότι άκμην η διάνοια αυτού δέεται φυλακής και της των αισθήσεων υποταγής και εν τω θέλειν άλλους θεραπεύειν την ιδίαν υγείαν αυτού απόλλυσι και εξέρχε­ται εκ της ιδίας ελευθερίας του ιδίου βουλήματος εις την ταραχήν του νοός, ο τοιούτος μνημονεύτω του αποστολικού ρητού παραινούντος και λέγοντος, «των τελειότερων είναι την στερεάν τροφην», και εις τουπίσω στραφήτω, ίνα μη ακούση παρ' αυτού, ως εν υποδείγματι, «ιατρέ, θεράπευον σεαυτόν» και εαυ­τόν κατακρινέτω, και την ιδίαν ευεξίαν φυλαξάτω και αντί των αισθητών αυτού λόγων η αγαθή αυτού πολιτεία διακονείτω, και αντί των φωνών του στόματος αυτού η πράξις αυτού διδασκέτω.
Και ηνίκα αν εν υγεία την ψυχήν αυτού γνώ, τότε και άλλους ωφελείτω, και εν τη υγεία αυτού θεραπευέτω.
Όταν γαρ ευρεθή μακράν των ανθρώπων, μάλλον δύναται αυτούς ευεργετήσαι εν τω ζήλω των αγαθών έργων ήπερ εν λόγοις, άρρωστος υπάρχων και αυτός και χρήζων της ιατρείας πλείον αυτών.
«Τυ­φλός γαρ τυφλόν εάν οδηγή, είς βόθυνον εμπεσούνται».
Των υγιαινόντων γαρ εστίν η στερεά τροφη, των τα αισθητήρια γεγυμνασμένα εχόντων και δυναμένων δέξασθαι πάσαν τροφήν λέγω δη, τάς προβολάς πασών των αισθήσεων,και μη βλαβήναι την καρδίαν εκ πάντων των συναντημάτων, δια την γυμνασίαν της τελειώσεως.
Όταν θελήση ο διάβολος των τοιούτων μολύναι τον νουν εν τη της πορνείας μνήμη, πρώτον τη φιλία της κενοδοξίας δοκιμάζει την υπομονήν αυτών, και η προκάταρξις του λογι­σμού τούτου ου δοκεί πάθος είναι ούτω ποιείν είωθε τοις τον νουν παραφυλαττομένοις, οίς ου δυνατόν τάχιστα εγκαταβαλείν άτοπον ενθύμησιν.
Ηνίκα δ' αν εκβάλη αυτόν εκ του οχυρώματος αυτού και άρξηται τω προτέρω συνδιαλέγεσθαι λογισμώ και μακρύνειν αυτόν εκείθεν, τηνικαύτα προσυπαντά αυτώ εν τη ύλη της πορνείας και διαστρέφει τον νουν εις τα της ακολασίας πράγματα.
Και πρώτον ταράσσεται εν τη αιφνιδίω αυτών προβολή,δια την προϋπάρξασαν σωφροσύνην των λογισμών, την προϋπαντήσασαν τοις πράγμασιν, ων τίνων της θεωρίας ο κυ­βερνήτης νους ην απεσχοινισμένος.
Και γαρ καν παντελώς μη μολυνθή, αλλ' ούν της προτέρας αξίας αυτόν κατέβαλεν.
Εάν δε στραφή εις τα οπίσω και προκαταβάλη την προτέραν των λογισμών προσβολήν, ήτις εστίν αιτία της των δευτέρων επα­γωγής, τότε δύναται ευκόλως συν Θεώ κατακρατήσαι του πά­θους.
Κρείσσον εν τη μνήμη των αρετών υποκλέπτειν τα πάθη, η τη αντιστάσει.
Διότι τα πάθη, όταν εκ της οικείας χώρας εξέλθη και κινηθή προς πόλεμον, τότε σχήματα και είδωλα εν­τυποί εν τω νοΐ.
Επικράτειαν γαρ πολλήν κέκτηται ο πόλεμος ούτος κατά του νοός σφόδρα, τάς ενθυμήσεις εκταράσσων και θορυβών.
Κατά μέντοι τον πρότερον όρον, όν έφαμεν, ουδέ ίχνος παθών εμφαίνεται εν τω νοΐ μετά την τούτων αποδίωξιν.
Ο σωματικός κόπος και η μελέτη των θείων Γραφών φυλάσσει την καθαρότητα, τον δε κόπον βεβαιοί η ελπίς και ο φόβος, την δε ελπίδα και τον φόβον συνιστά εν τη διανοία ο μακρυσμός των ανθρώπων και η αδιάλειπτος προσευχή.
Έως ού δέξηται άνθρωπος τον Παράκλητον, δέεται των θείων Γρα­φών, ίνα η μνήμη των αγαθών εντυπωθή εν τη διανοία αυτού και εκ της αδιαλείπτου αναγνώσεως ανακαινισθή εν αυτώ η προς το αγαθόν κίνησις και φυλάξη την ψυχήν αυτού εκ της λεπτότητος των οδών της αμαρτίας.
Διότι ούπω εκτήσατο την δύναμιν του Πνεύματος, την μακρύνουσαν την πλάνην, την αιχμαλωτίζουσαν τάς ψυχωφελείς μνήμας και προσεγγίζουσαν τη εν τω σκορπισμώ του νου ψυχρότητι.
Όταν γαρ η δύναμις του Πνεύματος επιβή επί την ψυχική δύναμιν την ενεργούσαν εν αυτώ, τότε, αντί του νόμου των Γραφών, ριζούνται αι εντολαί του Πνεύματος εν τη καρδία, και τότε κρυπτώς εκ του Πνεύματος μανθάνει, και ου δέεται της βοηθείας της εκ της αισθητής ύλης.
Εν όσω γαρ η καρδία της ύλης μανθάνει, ακολούθως έπεται τη μαθήσει η πλάνη και η λήθη, όταν δε η διδασκαλία υπό του Πνεύματος η, τότε η μνήμη αβλαβής φυλάττεται.
Εισί λογισμοί αγαθοί και εστί θελήματα αγαθά εισί δε λογισμοί πονηροί και καρδία πονηρά.
Η πρώτη τάξις κίνησις εστί διαβαίνουσα εν τω νοί, ως ο εν τη θαλάσση διεγειρόμενος άνεμος και μετεωρίζων τα κύματα, η δε δευτέρα τάξις εστίν η κρηπίς και το θεμέλιον, και κατά τον της κρηπίδος όρον γίνεται η αμοιβή των αγαθών και των φαύλων, και ουκατά την των λογισμών κίνησιν.
Η ψυχή εκ της κινήσεως τωντρεπτών λογισμών ου γαληνιά.
Εάν δε εκάστω τούτων αμοιβήν δώς, κρηπίδα κάτω εν τη καρδία μη έχουσαν, πλησίον ειλοιπόν συ του μυριάκις καθ' ημέραν αλλοιώσαι τα τε αγαθάσου τα τε εναντία.
Όρνις άπτερος εστί νους νεωστί εξεληλυθώς εκ της συμπλοκής αγωνιζόμενος υψωθήναι εκ των γηινων πραγμάτων και μη δυνάμενος, άλλ' άκμην επί πρόσωπον της γης έρπων, πετασθήναι έτι μη εξισχύων πλην συνάγων τάς ενθυμήσεις αυτού εν τη αναγνώσει και εν τη εργασία και τω φόβω και τη φροντίδι της ποικιλίας των αρετών, παρεκτός γαρ τούτων γνώναί τι ου δύναται.
Και ταύτα μεν, προς βραχύν καιρόν φυλάττουσιν αμόλυντον τον νουν, ύστερον δε επέρχονται αί μνήμαι, και εκταράττουσι και μολύνουσι την καρδίαν.
Ούπω γαρ ήσθετο του ησύχου της ελευθερίας, προς όν δια της άμνηστιας των πραγμάτων μετά μικρόν χρόνον συνάγει τον νουν.
Διότι ακμήν σωματικάς τάς πτέρυγας κέκτηται, λέγω δη τάς αρετάς, αίτινες φανερώς εκτελούνται.
Τάς μέντοι αρετάς της θεωρίας ούπω εθεάσατο, ουδέ της τούτων αισθήσεως ηξιώθη αίτινες εισί πτέρυγες του νοός, δι' ων προσεγγίζει τις τοις επουρανίοις και απέχεται των γηίνων.
Εν όσω τοις αισθητοίς πράγμασιν υπηρετεί τις τω Κυρίω, οι τύποι τούτων των πραγμάτων εγχαράττονται εν τοις διαλογισμοίς αυτού, και εν σωματικοίς σχήμασι διαλογίζεται τα θεία.
Ηνίκα δ' αν αίσθησιν λάβη των όντων έσωθεν των πραγμάτων, τηνικαύτα κατά το μέτρον της αισθήσεως αυτού έσται ο νους υψηλότερος των σχημάτων των πραγμάτων κατά και­ρόν και καιρόν.
Οφθαλμοί Κυρίου επί τους ταπεινούς τη καρδία, και ώτα αυτού εις δέησιν αυτών».
Προσευχή ταπεινόφρονος, ως εκ στόματος προς ώτα.
Εν τω καιρώ της ησυχίας σου βόησον εν έργοις αγαθοίς της ταπεινώσεως' Κύριε ο Θεός μου, συ φωτιείς το σκότος μου.
Όταν η ψυχή σου εγγίση εξελθείν εκ του σκότους, τούτο το σημείον έστω σοι καίεται η καρδία σου και διαθερμαίνεται ως το πυρ νυκτός και ημέρας, ώστε όλον τον κόσμον ηγείσθαί σε σκύβαλα και σποδόν, και ουδέ της τροφης ορέγεθαι εκ της γλυκύτητος των λογισμών των καινών και διαπύρων, των κινουμένων αεί εν τη ψυχή σου.
Και εξαίφνης δίδοταί σοι πηγή δακρύων, ως χείμαρρος ρέων χωρίς βίας, μεμιγμένος εν πάσι τοις έργοις σου, εν τε τη αναγνώσει σου, φημί, και ευχή σου, εν τε τη μελέτη σου και βρώσει σου και πόσει σου, και εν παντί έργω σου τα δάκρυα σου κεκερασμένα εν αυτώ ευρίσκεται.
Και όταν ίδης ταύτα εν τη ψυχή σου, ευθαρσής γενού, ότι την θάλασσαν διεπέρασας, και ούτω πρόσθες εν τοις έργοις σου και καλώς κράτησον την φυλακήν, όπως αν η χάρις ημέραν καθ' ημέραν πληθυνθή εν σοι.
Έως δε τούτοις ουκ απαντήσης, ακμήν ουκ ετελείωσας την οδόν σου, του φθάσαι εις το όρος του Θεού.
Ει δε και μετά το ευρείν σε και λαβείν την χάριν των δακρύων παύσονται, και η θέρμη σου ψυχρανθή άνευ αλλοιώσεως ετέρου πράγματος, ήγουν σωματικής ασθε­νείας, ουαί σοι τι απώλεσας! Η γαρ εις οίησιν ήλθες η εις αμέλειαν ή και εις χαυνότητα.
Τι δε επακολουθεί τοις δάκρυσι μετά το λαβείν αυτά και τι μετά ταύτα απαντήσει αυτώ, ύστε­ρον εν άλλω τόπω μέλλομεν γράψαι, εν τοις περί προνοίας κεφαλαίοις, ως υπό των πατέρων και των γραφών εφωτίσθημεν, των πιστευθέντων τα τοιαύτα μυστήρια.
Εάν έργα μη έχης, μη λαλήσης περί αρετών.
Τίμιαι εναντίον Κυρίου αι θλίψεις αι υπέρ αυτού και δι' αυτόν, υπέρ πάσαν εύχην και θυσίαν.
Και οσμή ιδρώτος αυτών υπέρ πάντα τα αρώματα.
Εκάστην αρετήν χωρίς κόπου σωματικού γινομένην, ως έκτρωμα άψυχον ηγού.
Προσφορά δικαίων, δάκρυα οφθαλμών αυτών.
Και θυσία αυτών δεκτή, οι εν αγρυπνίαις στεναγμοί αυτών.
Κεκράξονται προς Κύριον οι δίκαιοι τω βάρει του σώματος στενούμενοι, και εν οδύνη τάς ικεσίας εκπέμψουσι προς Θεόν, και επί τη κραυγή της φωνής αυτών τα άγια τάγματα προς βοήθειαν αυτών παραγίνεται του θαρσοποιήσαι αυτούς τη ελπίδι και παραμυθήσασθαι.
Κοινωνοί γαρ είσιν οι άγιοι Άγγελοι των παθών και των θλίψεων των αγίων τη προς αυτούς εγγύτητι.
Η καλή εργασία και ταπεινοφροσύνη Θεόν ποιεί τον άνθρωπον επί της γης, η δε πίστις και η ελεημοσύνη προς την καθαρότητα ταχέως προσπελάσαι ποιεί.
Την θέρμην και την σνντριβήν της καρδίας εν μιά ψυχή γενέσθαι αδύνατον, ως ουδέ τοις εν μέθη των λογισμών η επικράτεια.
Όταν γαρ δοθή τη ψυχή αυτη η θέρμη, επαίρεται η συντριβή του πένθους.
Ό μεν οίνος εις ιλαρότητα, η δε θέρμη προς ευφροσύνην της ψυχής δεδώρηται.
Εκείνος το σώμα θερμαίνει, ο δε του Θεού λό­γος την διάνοιαν.
Οι τη θέρμη πυρπολούμενοι τη μελέτη της ελπίδος αρπάζονται και απαρτίζουσι την διάνοιαν προς τον αιώνα τον μέλλοντα.
Καθάπερ γαρ οι μεθυσκόμενοι οίνω είδωλα τίνα φαντάζονται ενηλλαγμένα, ούτω και οι εν τη ελπίδι μεθυσκόμενοι και θερμαινόμενοι ούτε θλίψιν επίστανται ούτε τι κοσμικόν.
Ταύτα συμβαίνει τοις απλουστέροις τη καρδία και θερμοτέροις τη ελπίδι, και άλλα τοιαύτα, μετά την επίμονον εργασίαν και καθαρότητα, άτινα ητοίμασται τοις εν τη τρίβω των αρετών πορευομένοις.
Ταύτα γίνονται εν τη αρχή της οδού δια της πί­στεως της ψυχής.
Πάντα γαρ όσα θέλει ο Κύριος ποιεί.
Μακάριοι περιζωσάμενοι τάς οσφύας αυτών προς την θλίψεων θάλασσαν εν απλότητι και ανεξετάστω τρόπω, χάριν της προς Θεόν αγάπης, και μη δόντες νώτα.
Ούτοι ταχέως προς λιμένα της βασιλείας διασώζονται, και αναπαύονται εν σκηνώμασι των καλώς κοπιασάντων και ψυχαγωγούνται εκ της ταλαιπωρίας αυτών και αγάλλονται εν τη ευφροσύνη της ελπίδος αυτών.
Οι επ' ελπίδι τρέχοντες προς το σκολιόν της οδού ουκ επιστρέφουσιν, ουδέ επιμένουσι διερευνάν περί τού­του, αλλ' όταν διαπερώσι την θάλασσαν, τότε το σκολιόν καθορώντες, τω Θεώ την ευχαριστίαν προσφέρουσι πώς ερρύσατο αυτούς εκ των στενωπών και κρημνών και της τοιαύτης τραχύτητος, αυτών μη ειδότων.
Οι δε πολλούς διαλογισμούς δια­νοούμενοι και θέλοντες σφόδρα είναι σοφοί και παραδίδοντες εαυτούς ταίς αναστροφαίς και των λογισμών τη δειλία και προευτρεπιζόμενοι και προβλέπειν βουλόμενοι τάς βλαπτικάς αι­τίας, οι πλείστοι τούτων επί θύραις των εαυτών οίκων διαπαντός καθήμενοι ευρίσκονται.
Οκνηρός εις οδόν αποσταλείς, ερεί «Λέων κατά την οδόν και φονίσκοι κατά της πλατείας».
Και ως οι ειπόντες' «οίους γιγάντων εωράκαμεν εκεί, και ήμεν ενώπιον αυτών,ωσεί ακρίδες».
Ούτοι εισίν οι εν τω καιρώ της τελευτής αυτών ευρισκόμενοι εν τη οδώ, οι αεί θέλοντες είναι σοφοί, βαλείν δε αρχήν παντελώς μη βουλόμενοι.
Ό δε ιδιώτης νηχόμενος διαπερά εν τη πρώτη θέρμη, φροντίδα του σώματος παντελώς μη ποιούμενος, μηδέ διαλογιζόμενος εν εαυτώ, ει άρα ανύει τι εκ της αυτού πραγματείας ή ου.
Μη σοι γένηται το πολύ της σοφίας ολίσθημα τη ψυχή και παγίς προ προσώπου σου, αλλ επί τω Θεώ πεποιθώς, εν ανδρεία βάλε αρχήν της αίματος πεπληρωμένης οδού, ίνα μη ευρέθης αεί επίδεης και γυμνός της του Θεού γνώσεως.
«Ό γαρ δεδιώς ή περιμένων τους ανέμους, ου σπερεί».
Κρείσσον θάνατος υπέρ του Θεού, ή ζωή μετ' αισχύνης και οκνηρίας.
Όταν θέλης βαλείν αρχήν εις έργον του Θεού, πρώτον διαθήκην ποίησον, ως μη έχων έτι ζωήν εν τωδε τω βίω και ώσπερ τις προευτρεπισθείς εις θάνατον, και απελπίσας της παρούσης ζωής, ως φθάσας της σης προθεσμίας τον καιρόν.
Και τούτο έχε εν αληθεία εν τη ση διανοία, εις το μη εμποδισθήναι σε τη ελπίδι της παρούσης ζωής εις το αγωνίσασθαι και νικήσαι.
Η γαρ ελπίς της ζωής ταύτης χαυνοί την διάνοιαν.
Δια τούτο μη σοφίζον περισσά παντελώς, αλλά δός τόπον τη πίστει εν τη διανοία σου και μνημόνευε των ημερών των πολλών των οπί­σω και ανεκδιηγήτων αιώνων των μετά θάνατον και κρίσιν, και ου μη εισέλθη ποτέ χαυνότης επί σε, κατά τον λέγοντα σοφόν, ότι «χίλια έτη του νυν αιώνος, ουκ είσιν ως ημέρα μία εν τω αιώνι των δικαίων».
Εν ανδρεία άρξαι παντός έργου αγαθού και μη εν διψυχία προσέλθης αυτοίς και μη διστάσης εν τη καρδία σου εις την ελπίδα του Θεού, ίνα μη ο κόπος σου γένηται ανόνητος και επιβαρής η εργασία της γεωργίας σου, αλλά πίστευε εν τη καρδία σου, ότι ελεήμων ο Κύριος και τοις εκζητούσιν αυτόν δίδωσι την χάριν ως μισθαποδότης, ου κατά την ημετέραν εργασίαν, αλλά κατά την προθυμίαν των ημετέρων ψυχών και την πίστιν.
Φησί γαρ, «ως επίστευσας, γενηθήτω σοι.
Αι δε εργασίαι των κατά Θεόν πολιτευόμενων είσιν αύται.
Ό μεν ραπίζει την κορυφην αυτού όλην την ημέραν και αντί των συνάξεων των ωρών, ούτω διατελεί.
Και άλλος τη γονυκλισία προσκαρτερών και διαμένων συνάπτει τον αριθμόν των ευχών αυτού.
Άλλος τω πλήθει των δακρύων αυτού αναπληροί τον τόπον των συνάξεων αυτού και αρκείται εν αυτοίς.
Άλλος σπουδάζει εν τη μελέτη της εννοίας και συνάπτει τον κανόνα τον ορισθέντα αυτώ.
Άλλος βασανίζει την ψυχήν αυτού εν τη πείνη, ώστε μη δύνασθαι αυτόν τελειώσαι τας συνάξεις αυτού.
Και άλλος τη διαπύρω μελέτη των ψαλμών διαμένων, αυτήν ποιείται την σύναξιν αδιάλειπτον.
Άλλος σχολάζει εις ανάγνωσιν και θερμαίνεται η καρδία αυτού.
Άλλος αιχμαλωτί­ζεται κατανοών τα θεία νοήματα των θείων Γραφών.
Άλλος εκπληττόμενος εκ των θαυμάτων των στίχων, κωλύεται υπό της συνήθους μελέτης και σιωπής κρατούμενος.
Και άλλος γευσάμενος τούτων απάντων και κορεσθείς, εστράφη εις τα οπί­σω, και έμεινεν άπρακτος.
Και άλλος μικρόν τι εξ αυτών εγεύσατο μόνον, και τυφωθείς, επλανήθη.
Και άλλος υπό της πολ­λής νόσου και αδυναμίας αυτού εκωλύθη φυλάξαι τον κανόνα αυτού.
Και άλλος υπό εθισμού τίνος ή επιθυμίας κρατούμενος, ή φιλαρχίας ή κενοδοξίας ή πλεονεξίας ή του συνάξαι ύλην.
Και άλλος προσέκοψε και ανέστη και ουκ έστρεψε τον νώτον αυ­τού, έως ου έλαβε τον μαργαρίτην τον πολύτιμον.
Συ ούν μετά χαράς και προθυμίας αεί βάλε αρχήν εις το έργον του Θεού.
Και εάν καθαρός η εκ των παθών και του δισταγμού της καρδίας, ο Θεός αυτός αναβιβάσει σε εις την κορυφήν και βοηθεί σοι και σοφίζει σε κατά το θέλημα αυτού, και εν θαύματι λαμβάνεις την τελειότητα.
Αυτώ η δόξα και το κράτος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΝΖ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΨΥΧΗ ΓΙΝΟΜΕΝΗΣ ΕΝ ΠΑΝΤΙ ΚΑΙΡΩ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΒΙΒΑΣΜΟΥ ΕΝ ΤΟΙΣ ΔΕΞΙΟΙΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙΣ ΓΕΝΟΜΕΝΟΥ[Επεξεργασία]

Ίδωμεν, ώ αγαπητοί, εν τη ψυχή ημών τη ώρα της ευχής, εάν έχωμεν θεωρίαν εν τοις στίχοις της μελέτηςκαι της εύχης αύτη γαρ γίνεται από της αληθινής ησυ­χίας.
Και εν τω καιρώ, εν ώ γινόμεθα εν τη σκοτώσει, μη ταραχθώμεν, και μάλιστα εάν μη εξ ημών η αιτία ταύτης η.
Τη προνοία δε του Θεού λογίζου ταύτην, δια τάς αιτίας, ας οίδεν αυτός μόνος ο Θεός.
Και γαρ εν καιρώ τινι πνίγεται η ψυχή ημών, και γίνεται ως εν κύμασι και εάν αναγνώ τις εις Γραφήν και εάν λειτουργήση και εν παντί πράγματι, ω προσέγγιση, σκότωσιν επί σκοτώσει λαμβάνει.
Και εξέρχεται ο τοιούτος και πολλάκις ουδέ προσεγγίσαι άφίεται, και ου πιστεύει παντελώς ούτος, ότι δέχεται άλλοίωσιν, και γίνεται εν ειρήνη.
Αύτη η ώρα πεπλήρωται απογνώσεως και φόβου, και ελπίς του Θεούκαι η παράκλησις της πίστεως αυτού τελείως εκβάλλεται εκ της ψυχής, και όλη εξ όλου πληρούται δισταγμού και φόβου.
Οι πειρασθέντες εν τω κύματι τούτω της ώρας ταύτης, εκ της πείρας γινώσκουσι την αλλοίωσιν την ακολουθούσαν εν τω τέλει αυτής.
Ουκ εά δε ο Θεός την ψυχήν εν τούτοις ημέραν τελείαν, επί είχεν απολέσθαι της ελπίδος των Χριστιανών, αλλά ταχέως έκβασιν ποιεί αύτη.
Εάν δε επί πλείον επιμένη η όχλησις της σκοτώσεως ταύτης, αλλοίωσιν ζωής εκ του μέσου αυτής εκδέχου εν τάχει.
Σοι δε εγώ, ώ άνθρωπε, υποτίθεμαι και συμβουλεύω σοι εάν ουκ έχης ισχύν κρατήσαι εαυτόν και πεσείν επί πρό­σωπον σου εν τη ευχή, έλιξον την κεφαλήν σου εν τω παλλίω σου και κοιμώ, έως αν παρέλθη η ώρα αύτη της σκοτώσεως από σου, εκ δε του σκηνώματος σου μη εξέλθης.
Τούτον τον πειρασμόν πειράζονται μάλιστα οι εν τη πολιτεία της διανοίας επιθυμούντες διάγειν και την παράκλησιν της πίστεως επιζητούντες εν τη πορεία αυτών.
Δια τούτο και πλέον των απάντων οδύνην και κόπον αυτοίς ποιεί η ώρα αύτη εν τω δισταγμώ της διανοίας.
Ακολουθεί δε αύτη ισχυρώς η βλασφημία.
Και ποτέ μεν δισταγμός περί της αναστάσεως συμβαίνει αυτώ και άλλα, άπερ ου δει ημάς εξειπείν.
Τούτων πάντων πολλάκις εν πείρα γεγόναμεν και προς παράκλησιν των πολλών εγράψαμεν τον αγώνα τούτον.
Οι εν τοις σωματικοίς έργοις διάγοντες έξωθεν τούτων είσι παντελώς.
Άλλ' η ακηδία έρχεται αυτοίς, η πάσιν έκδη­λος υπάρχουσα, και κεχωρισμένη εστί τοις τρόποις εκ τούτων και των τοιούτων.
Η υγεία τούτου και η ιατρεία εκ της ησυχίας βρύει.
Τούτο δε εστίν η παράκλησις αυτού.
Εν τη συντυχία δε ουδέποτε δέχεται το φως της παρακλησεως και εν ομιλίαις ανθρώπων ου θεραπεύεται, αλλά προς καιρόν αναπαύεται και μετά ταύτα επανίσταται αυτώ ισχυρότερον.
Και δέεται αναγκαίως ανθρώπου πεφωτισμένου, του έχοντος πείραν εν τούτοις, φωτισθήναι παρ' αυτού και εκδυναμωθήναι εν παντί καιρώ της χρείας, ουχί πάντοτε.
Μακάριος ο υπομένων εν τούτοις έσωθεν της θύρας.
Εις μόνην γαρ μεγάλην και δύναμιν φθάσει μετά ταύτα, κα­θώς λέγουσιν οι Πατέρες.
Όμως ουκ εν ώρα, ουδέ ευθέως παρέρχεται ο αγών ούτος.
Ουδέ η χάρις προσάπαξ έρχεται τελείως και οικεί εν τη ψυχή, αλλά κατά μικρόν και μικρόν, και εκ ταύτης εκείνη.
Εν καιρώ πειρασμός και εν καιρώ παράκλησις, και εν τούτοις επιμένει έως της εξόδου.
Αλλοτριωθήναι γαρ τελείως εκ τούτου μη προσδοκήσωμεν ώδε, ουδέ παρακληθήναι τελείως.
Ούτω γαρ ευδόκησεν ο Θεός την ζωήν ημών διοικείσθαι ενταύθα, και εν τούτοις είναι τους πορευομένους έν τη οδώ.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΝΗ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΤΟΥ ΖΗΛΟΥ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ ΤΟΥ ΩΣ ΕΝ ΠΡΟΣΩΠΩ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
ΠΕΡΙ ΤΕ ΤΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΡΑΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΟΠΩΝ
[Επεξεργασία]

Άνθρωπος ζηλωτής ουδέποτε φθάνει την ειρήνην της διανοίας, ο δε αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς.
Εάν γαρ λέγηται η ειρήνη της διανοίας υγεία τελεία, ο δε ζήλος ενάντιος της ειρήνης, λοιπόν νόσον μεγάλην νοσεί ο έχων ζήλον πονηρόν.
Ω άνθρωπε, ο εξ εναντίας των αλλοτρίων νοσημάτων δοκών εκφέρειν τον ζήλον σου, την υγείαν της ψυχής σου εδίωξας.
Προς υγείαν ούν της ψυχής σου φιλοπόνησον.
Εάν δε τους ασθενείς επιθυμείς θεραπεύσαι, γνώθι ότι οι άρρωστοι επιμελείας χρήζουσι μάλλον ή του επιτιμίου.
Πάλιν επειδάν άλλοις συ ου βοηθής, σεαυτόν εις μεγάλην νόσον εμβάλλεις οδυνηρώς.
Ουκ εκ των ειδών της σοφίας ψηφίζεται ο ζήλος εν ανθρώποις, άλλ' εκ των νοσημάτων της ψυχής, όπερ εστί στένωσις φρονήματος και πολλή άγνοια.
Αρχή σοφίας Θεού επιείκεια και πραότης, ήτις εκ μεγάλης ψυχής γίνεται και βαστάζει τάς ασθενείας των ανθρώ­πων.
«Ημείς», γαρ φησίν, «οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζετε», και τον πταίοντα «διορθώσασθε εν πνεύματι πραότητος».
Εκ των καρπών του Πνεύματος του αγίου αριθμεί ο Απόστολος την ειρήνην και την υπομονήν.
Καρδία πεπληρωμένη λύπης υπέρ της ασθενείας και αδυναμίας της υπέρ των σωματικών πράξεων των φανερών αναπληροί τον τόπον πάντων των σωματικών έργων.
Αι πρά­ξεις του σώματος εκτός της λύπης της διανοίας, ώσπερ σώμα άψυχον εστίν.
Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού απολελυμένος, ώσπερ άρρωστος εστίν, ο πονών σωματικώς και το στόμα αυτού λελυμένον έχων εις πάν βρώμα βλάπτον αυτόν.
Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού λελυμένος, ως άνθρωπος εστίν έχων μονογενη υίόν και θύων αυτόν ταίς χερσίν αυτού κατά μικρόν και μικρόν.
Η λύπη της διανοίας δόσις τίμια παρά τω Θεώ, και ο βαστάζων αυτήν κα­θώς πρέπει, ώσπερ άνθρωπος εστί βαστάζων εν τοις μέλεσιν αυτού αγιότητα.
Άνθρωπος ο απολύσας την γλώσσαν αυτού κατά των ανθρώπων, εν αγαθοίς η κακοίς πράγμασιν, ουκ εστίν άξιος της χάριτος ταύτης.
Μετάνοια μετά συντυχιών πί­θος τετριμμένος.
Φιλοτιμία μετά κολαφισμών μάχαιρα βεβαμμένη εν μέλιτι.
Σωφροσύνη και ομιλία μετά γυναικός ως λέαινα μετά προβάτου εν οίκω ενί.
Έργα μετά ανελεημοσύνης ενώπιον του Θεού, ως άνθρωπος θύων υιόν ενώπιον του πατρός αυτού.
Ό τη ψυχή ασθενών, και διορθούμενος τους εταίρους αυτού, ώσπερ άνθρωπος εστί τυφλός τοις οφθαλμοίς και δεικνύων άλλοις την οδόν.
Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία εν μιά ψυχή, ως άνθρωπος προσκυνών τω Θεώ και τοις ειδώλοις εν ενί οίκω.
Η ελεημοσύνη εναντία εστί τη δικαιοκρισία.
Η δικαιοκρισία εστίν ισότης του μέτρου του ίσου εκάστω γαρ ως εστίν άξιον δίδωσι, και ουκ εκκλίνει εις εν μέρος ή προσωποληπτεί εν ανταποδώ­σει.
Η ελεημοσύνη δε λύπη εστί κινούμενη εκ της χάριτος και τοις πάσιν εκκλίνει συμπαθώς, και τον άξιον της κακώσεως ουκ ανταποδίδοι και τον άξιον του αγαθού υπερεμπιπλά αυτόν.
Και εάν αύτη εκ του μέρους της δικαιοσύνης εστί, λοιπόν εκείνη εκ του μέρους της κακίας.
Ώσπερ χόρτος και πυρ ούχ υπομένουσιν εν ενί οίκω, ούτως ουδέ η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη εν μια ψυχή.
Ώσπερ ου συσταθμίζεται κόκκος ψάμμου προς βάρος πολύ χρυσίου, ούτως η χρεία της δικαιοκρισίας του Θεού ου συσταθμίζεται προς ομοίωσιν της ελεημοσύνης αυτού.
Ώσπερ δράξ ψάμμου πίπτουσα εις μεγάλην θάλασσαν, ούτω τα πταίσματα πάσης σαρκός προς ομοίωσιν της προνοίας και του ελέους του Θεού.
Και ώσπερ ου φράττεται πηγή πηγάζουσα πλουσίως εις δράκα χοός, ούτως ου νικάται η ελεημοσύνη του δημιουργού υπό της κακίας των κτισμάτων.
Ώσπερ τις σπείρων εν τη θαλάσση και προσδοκών θερίσαι, ούτως ο μνησικακών και προσευχόμενος.
Ώσπερ ου δυνατόν την λαμπηδόνα του πυρός αποκλείσαι του μη ανελθείν άνω, ού­τως ουκ εμποδίζονται αί ευχαί των ελεημόνων του ανελθείν εις ουρανόν.
Ώσπερ η ρύσις του ύδατος εις τον κατωφερή τόπον, ούτως η δύναμις του θυμού όταν εύρη τόπον εν τη διανοία ημών.
Ό κτησάμενος την ταπείνωσιν εν τη εαυτού καρδία, ού­τος νεκρός τω κόσμω γέγονε.
Και ο νεκρωθείς τω κόσμω, ενεκρώθη τοις πάθεσιν, ο δε νεκρωθείς τη καρδία εκ των ιδίων αυτού, ο διάβολος.
Ό ευρών τον φθόνον, εύρε μετ' αυτού τον διάβολον.
Έστι ταπείνωσις εκ του φόβου του Θεού, και εστί ταπείνωσις εκ της αγάπης του Θεού.
Και εστίν ο δια τον φόβον του Θεού ταπεινούμενος, και εστίν ο δια την χαράν ταπεινούμενος.
Και εκείνω μεν τω δια τον φόβον του Θεού ταπεινουμένω ακολουθεί επιείκεια των μελών μετά ευτάκτων αιθήσεων και καρδία συντετριμμένη εν παντί καιρώ · τούτω δε τω δια την χαράν ταπεινουμένω ακολουθεί απλότης πολλή και καρδία αυξάνουσα και ακράτητος.
Η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ, δια τούτο ου γινώσκει δού­ναι σχημα εις εύταξίαν των μελών αυτής.
Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής.
Μακάριος ο ευρών σε τον λιμένα πάσης χαράς.
Αγαπητόν εστίν υπό του Θεού το άθροισμα των ταπεινών ως το άθροισμα των Σεραφίμ.
Τίμιον εστί παρά τω Θεώ σώμα σώφρον πλείον θυσίας καθαράς.
Τα δύο γαρ, ήγουν η ταπείνωσις και η σωφροσύνη, ενέχυρον εκ της Τριάδος ετοιμάζουσιν εν τη ψυχή.
Προς τους φίλους σου εν ευλαβεία πορεύθητι, και όταν ποίησης τούτο, και σαυτόν και αυτούς ωφελήσεις.
Ότι πολλάκις προφάσει της αγάπης αποβάλλει η ψυχή τον χαλινόν της παραφυλακής.
Εκ των συντυχιών παραφύλαξαι, ότι ουκ εν παντί καιρώ ωφελούσιν.
Εν συναθροίσματι τίμα την σιωπήν ζημίαν γαρ πολλήν κωλύει αύτη.
Την κοιλίαν τήρει, ούχ ως την όρασιν πόλεμος γαρ οικείος αδιστάκτως κουφότερος του εξωτέρου.
Μη πιστεύσης, ώ αδελφέ, ότι κωλύονται οι εσωτικοί λογισμοί, εκτός του καλώς και ευτάκτως το σώμα καταστήσαι.
Φοβήθητι τάς συνηθείας πλείω των εχθρών.
Ό τρέφων παρ εαυτώ συνήθειαν, ως άνθρωπος εστί τρέφων πυρ.
Το γαρ μέτρον της δυνάμεως των δύο εν ύλη συνίσταται.
Η συνήθεια εάν ζητήση άπαξ και κωλυθή το αίτημα αυτής, άλλοτε ευρίσκεις αυτήν ασθενή.
Και εάν ποίησης το θέλημα αυτής προσάπαξ, το δεύτερον πλείον ευρήσεις αυτήν ισχυροτέραν κατά σου.
Περι παντός πράγματος αύτη η μνήμη εμμεινάτω εν σοί.
κρείττων γαρ εστίν η βοήθεια εκ της παραφυλακής υπέρ της βοήθειαν την εξ έργων.
Του αγαπώντος τον γέλωτα και αγαπώντος θεατρίσαι τους ανθρώπους, φίλος μη γίνου- οδηγεί γαρ σε εις συνήθειαν χαυνώσεως.
Μετά του λελυμένου εν τη πολιτεία αυτού μη ιλαρύνης το πρόσωπον σου, φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν.
Και εάν βουλευθή αναστήναι, δός αυτώ χείρα και έως θανάτου μερίμνησον ευρείν αυτόν.
Εάν δε ασθενής ακμήν, μισεί και την ιατρείαν.
«Την γαρ αρχήν της ράβδου σου δός αυτώ», φησί, και τα εξης.
Ενώπιον υψηλόφρονος και νοσούντος φθόνον μετά παρατηρήσεως λαλεί.
Ως γαρ συ λαλείς, αυτός ποιεί εν καρδία αυτού εξήγησιν των λόγων σου καθώς αγαπά και εκ των άγα·θών των εν σοι λαμβάνει ύλην εις το ποιήσαι άλλους προσκόψαι, και αλλάσονται οι λόγοι σου εν τη διανοία αυτόν προς την ύλην της αρρωστίας αυτού.
Επί του προηγουμένου καταλαλήσαι τον αδελφόν αυτού έμπροσθεν σου, στύγνασον το πρόσωπον σου.
Και ότε τούτο ποιήσεις, ευρίσκη τω Θεώ και αυτώ παραφυλαττόμενος.
Εάν δώς τι τω χρήζοντι, προλαβέτω την δόσιν σου η ιλαρότης του προώπου σου, και λόγοις αγαθοίς παρακαλεί την θλίψιν αυτού.
Και όταν ποίησης τούτο, νικά την δόσιν σου η ιλαρότης εν τη διανοία αυτού πλέον της χρείας του σώματος.
Εν ημέρα, όταν ανοίξης το στόμα σου και λαλήσης τι κατά τί­νος, λογίζου σαυτόν τω Θεώ νεκρόν και μάταιον εν πάσι τοις έργοις σου, καν δοκή ότι εν ευθύτητι και προς οίκοδομην ηρεθισέ σε ο λογισμός σου λαλήσαι.
Τις γαρ ανάγκη καταλύσαι τίνα την ιδίαν οικοδομήν και διορθώσασθαι την του εταίρου αυτού; Εν ημέρα, εν η λύπην έχεις περί τίνος εις τίνα τρόπον ασθενούντος υπέρ των αγαθών ή πονηρών, σωματικώς ή εννοία, μάρτυρα λογίζου σεαυτόν εν εκείνη τη ημέρα και ως παθών υπέρ του Χριστού διάκεισο, και αξιωθείς ομολογίας.
Μνήσθητι γαρ, ότι ο Χριστός υπέρ των αμαρτωλών απέθανεν, ουχί υπέρ των δικαίων.
Βλέπε πόσον εστί το πράγμα τούτο μέγα, το λυπείσθαι υπέρ των πονηρών και ευεργετείν τους αμαρ­τωλούς υπέρ τους δικαίους.
Ο Απόστολος, ως θαύματος άξιον, μνημονεύει τούτου.
Εάν δυνηθής δικαιωθήναι εν σεαυτώ κατά ψυχήν σου, μη μεριμνήσης καταδιώξαι άλλην δικαιοσύνην.
Εν πάσι τοις έργοις σου προηγησάσθω εν σοι η σωφροσύνη του σώμα­τος και η καθαρότης της συνειδήσεως.
Εκτός γαρ τούτων, μάταιον εστί παρά τω Θεώ πάν πράγμα.
Έκαστον έργον, ό εάν ποιής χωρίς διαλογισμού και εξετάσεως, γνώθι ότι μάταιον εστί, καν πρεπώδες η.
Διότι ο Θεός προς την διάκρισιν λογίζε­ται την δικαιοσυνην και ουχί προς την ενέργειαν την αδιάκριτον Λύχνος εν ηλίω δίκαιος ου σοφός.
Σπόρος επί πέτρας ευχη μνησίκακου.
Δένδρον άκαρπον, ασκητής ανελεήμων.
Βέλος ιώδες, έλεγχος από φθόνου.
Παγίς κεκρυμμένη, έπαινος δολίου.
Σύμβουλος μωρός, σκοπός τυφλός.
Καρδίας κλάσις, κάθισμα μετά ασυνέτων.
Πηγή γλυκεία, ομιλία συνετών.
Σύμβουλος σοφός, τείχος ελπίδος.
Φίλος μωρός και ασύνετος, ταμείον εστί ζημίας.
Κρείσσον εστί πενθούσαις οίκουντα ιδείν ή σοφόν ακολουθούντα μωρώ.
Κρείσσον εστίν οικήσαι μετά θηρίων, ή οικήσαι μετά των κακώς.
Κάθου μετά γυπών ή μετά πλεονέκτου και απλήστου.
Γίνου εταίρος τω φονευτή ή τω φιλονείκω.
Μετά χοίρου η μετά γαστριμάργου συλλαλεί' κρείσσον γαρ δεξαμενή χοίρων ή στόμα φάγων.
Κάθου μεταξύ των λωβών ή μεταξύ των υπερηφάνων.
Καταδιώχθητι συ, και μη καταδίωξης.
Σταυρώθητι και μη σταυρώσης.
Αδικήθητι, και μη αδικήσης.
Συκοφαντήθητι, και μη συκοφαντήσης.
Γίνου επιεικής, και μη ζηλωτής εν κακώ.
Η δικαιολογία ουκ εστί της πολιτείας των Χριστιανών και ουκ εστί σεσημειωμένη εν τη διδαχή του Χριστού.
Ευφραίνου μετά των ευφραινομένων, και κλαίε μετά των κλαιόν­των.
Τούτο γαρ εστί το σημείον της καθαρότητος.
Μετά των αρρώστων αρρώστησον, μετά των αμαρτωλών πένθησον, μετά των μετανοούντων χάρηθι.
Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις, και μόνος γενού εν τη διανοία σου.
Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματι σου μακράν γενού εκ πάντων.
Μη ελέγχε τίνα, μηδέ ονείδιζε, μηδέ τους λίαν κακούς εν τη πολιτεία αυτών.
Άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα και σκέπασον αυτόν, και εάν μη δύνη επιθείναι εφ' εαυτόν τα πταίσμα­τα και δέξασθαι την παιδείαν και την αισχύνην άντ' αυτού, καν υπόμεινον, και αυτόν μη καταισχύνης.
Γίνωσκε, ω αδελφέ, ότι δια τούτο χρη ημάς είναι εσωθεν Α της θύρας του κελλίου, ίνα μη γινώσκωμεν τα πράγματα των ανθρώπων τα κακά, και τότε θεωρούμεν πάντας αγίους και καλούς εν τη αγνεία της διανοίας ημών.
Εάν δε γενώμεθα ελέγχοντες και παιδεύοντες, και κρίνοντες και εξετάζοντες, και εκδικούντες και μεμψίμοιροι, τι λοιπόν διαφέρει το κάθισμα ημών του καθίσματος των πόλεων; Και τι εστί χείρον του κα­θίσματος της ερημου, εάν μη ταύτα εάσωμεν; Εάν ούχ ησυχάζης τη καρδία, ησύχασον καν τη γλώσση.
Και εάν ου δύνη ευτάκτους τους λογισμούς σου διαθείναι, καν τάς αισθήσεις σου ευτάκτους ποίησον.
Και εάν ουκ η μόνος εν τη διανοία σου, καν μόνος γενού τω σώματι σου.
Και εάν ου δύνη εργάσασθαι τω σώματι σου, λυπήθητι καν κατά διάνοιαν.
Και εάν ου δύνη ιστάμενος αγρυπνησαι, αγρύπνησον καθεζόμενος επί της κλίνης σου, ή και κείμενος.
Και εάν ου δύνη διπλάς νηστεύσαι, καν νήστευσον έως εσπέρας.
Και εάν ου δύνη έως εσπέρας, καν φύλαξον του μη χορτασθήναι.
Ει ουκ ει άγιος εν τη καρδία σου, καν γενού αγνός τω σώματι σου.
Εάν ου πενθής εν τη καρδία σου, καν ένδυσαι πένθος εν τω προσώπω σου.
Εάν ου δύνη ελεήσαι, λάλει ως αμαρτωλός.
Ουκ ει ειρη­νοποιός, μη γίνου φιλοτάραχος.
Ου δύνη σπουδαίος γενέσθαι, γίνου καν εν τω φρονηματί σου ως άοκνος.
Ουκ ει νικητης, μη υψηλοφρονήσης κατά των υπευθύνων.
Ουκ ισχύεις φράξαι το στόμα του καταλαλούντος κατά του εταίρου αυτού, φύλαξαι καν σαυτόν μη κοινωνήσαι αυτώ.
Γνώθι, ότι εάν εξέλθη εκ σου πυρ και κατακαύση άλλους, τάς ψυχάς τάς καιομένας εν τω πυρί σου ο Θεός εκ των χειρών σου εκζητήσει.
Και εάν συ ου βάλης το πυρ, αλλά συνευδοκείς τω ρίπτοντι και εν τούτω αρέσκη, κοινωνός ει αυτού εν τη κρίσει.
Εάν αγαπάς την πραότητα, γενού εν ειρήνη, και εάν αξιωθής της ειρήνης, χαρήση εν παντί καιρώ.
Ζήτησον την σύνεσιν, και μη χρυσόν.
Ένδυσαι την ταπείνωσιν, και μη την βύσσον.
Κτήσαι την ειρήνην, και μη την βασιλείαν.
Ούκ εστίν ο συνιών, μη έχων ταπείνωσιν, και ο μη έχων ταπείνωσιν, ου μη συνή.
Ουκ εστί ταπεινόφρων ο μη ει­ρηνικός, και ο μη ων ειρηνικός, ουδέ ταπεινόφρων.
Και ουκ έστιν, ει μη χαίρων ειρηνικός.
Εν πάσαις ταίς οδοίς, εν αις πορεύονται οι άνθρωποι εν τω κόσμω, ούχ ευρίσκουσιν εν αυταίς την ειρήνην, έως αν πλησιάσωσι τη ελπίδι του Θεού.
Ουκ ειρη­νεύει η καρδία εκ του κόπου και των προσκομμάτων, έως αν φθάση ταύτην η ελπίς και ειρηνεύσει την καρδίαν και εκχεεί την χαράν εν αυτή.
Και αύτη εστίν, ην είπε το προσκυνητόν στόμα και πεπληρωμένον αγιότητος' «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς».
Έγγισον, φησίν, εις το ελπίσαι εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου.
Η ελπίς του Θεού υψοί την καρδίαν, ο δε φόβος της γεέννης συντρίβει αυτήν.
Το φως της διανοίας γεννά την πίστιν, και η πίστις γεννά την παράκλησιν της ελπίδος, η δε ελπίς κρατύνει την καρδίαν.
Η πίστις εστίν η αποκάλυψις της συνέσεως, Και όταν σκοτισθή η διάνοια, κρύπτεται η πίστις και κατακυ­ριεύει ημών ο φόβος και κόπτει την ελπίδα ημών.
Η πίστις η εκ της μαθήσεως ουκ ελευθεροί τον άνθρωπον εκ της υπερηφανίας και του δισταγμού, άλλ' η εν τη συνέσει ορωμένη και ανατέλλουσα, και καλείται επίγνωσις και φανέρωσις της αληθείας.
Έως αν συνή ο νους τον Θεόν ως Θεόν εν φανερώσει της συνέσεως, ουκ εγγίζει ο φόβος τη καρδία.
Όταν παραχωρηθώμεν εν τη σκοτώσει και απολέσωμεν ταύτην την σύνεσιν, έως άν ταπεινωθώμεν, συμβαίνει ημίν ο φόβος, έως προσπέλαση ημάς τη ταπεινώσει και τη μετάνοια.
Ο υιός του Θεού σταυρόν υπέμεινεν.
Οι ούν αμαρτωλοί θαρσώμεν εν τη μετανοία.
Ει γαρ το σχήμα της μετανοίας μετέβαλε την οργήν εκ του βασιλέως Αχαάβ, ουκ αχρειοί νυν ημάς η αλήθεια της μετανοίας ημών.
Και ει εξ εκείνου του μη αληθεύοντος το σχήμα της ταπεινώσεως απέστρεψε την οργήν εξ αυτού, πόσω μάλλον εξ ημών των εν αληθεία λυπουμένων υπέρ των πταισμάτων ημών; Ικανή η λύπη της διανοίας αντί πάσης εργασίας σωματικής.
Ο άγιος Γρηγόριος λέγει «ναός της χάριτος εστίν ο συγκεκραμένος εν τω Θεώ και διαμένων εν φροντίδι της κρί­σεως αυτού».
Τι δε εστίν η μέριμνα της κρίσεως αυτού, ει μη το εκζητήσαι αεί την ανάπαυσιν αυτού και λυπείσθαι διηνεκώς, και φροντίζειν υπέρ του μη δύνασθαι φθάσαι την τελείωσιν δια την ασθένειαν της φύσεως ημών; Και η διηνεκής υπέρ τούτου λύπη εστί το βαστάζειν εν τη ψυχή αυτού την διηνεκή μνήμην του Θεού, καθώς είπεν ο μακάριος Βασίλειος.
Εύχη αμετεώριστός εστίν η εμποιούσα εν τη ψυχή έννοιαν Θεού εναργή.
Και τούτο εστί του Θεού ενοίκησις, το δια της μνήμης ενιδρυμένον έχειν εν εαυτώ τον Θεόν.
Ούτω γινόμεθα ναός Θεού.
Τούτο δε εστί φροντίς και συντετριμένη καρδία εν τη ετοιμασία της αναπαύσεως αυτού.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΝΘ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΤΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΩΝ ΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΥΧΗ ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΩΝ[Επεξεργασία]

Τό μεν προκρίνειν το αγαθόν θέλημα, του επιθυμούντος εστίν αυτό, το δε τελειώσαι την του αγαθού θελήματος εκλογήν, του Θεού, και δέεται τις της παρ' αυτού αντι­λήψεως.
Δια τούτο εν τη επιθυμία τη γενομένη εν ημίν ευχάς συνεχείς επακολουθείν ποιήσωμεν, ου μόνον δεόμενοι της αντιλήψεως αλλά και ίνα ποιήση εν αυτή διαφοράν, ει εστί προς αρέσκειαν του θελήματος αυτού ή ου.
Ου γαρ πάσα επιθυμία καλή εκ του Θεού εμπίπτει εις την καρδίαν, αλλ' εκείνη η ωφε­λούσα.
Έστι γαρ ότε επιθυμεί ο άνθρωπος αγαθόν, και ου βοηθεί αυτώ ο Θεός.
Πίπτει γαρ και εκ του διαβόλου όμοια τις επιθυμία ταύτης, και αύτη νομίζεται εις βοήθειαν.
Και πολλά­κις ουκ εστί του μέτρου αυτού' αυτός δε ο διάβολος την βλάβην αυτού μηχανάται και αναγκάζει τον άνθρωπον ζητήσαι αυτήν, μήπω ακμήν φθάσαντα την πολιτείαν αυτής ή αλλοτρία του σχήματος αυτού εστίν ή πάλιν ουκ εστί καιρός, εν ω δυνατόν ταύτην πληρώσαι ή κινησαι ή ουκ εστίν ικανός τω πράγματι ή τη γνώσει ή τω σώματι ή καιρός ου παρέχει ημίν χείρα, και παντί τρόπω, ως εν προσώπω εκείνου του αγαθού, ή ταράσσει αυτόν ή βλάπτει εν τω σώματι αυτού ή κρύπτει παγίδα εν τη διανοία αυτού.
Όμως, καθώς είπον, συνεχείς προσευχάς ποιήσωμεν σπουδή εν τη επιθυμία τη αγαθή τη γινομένη εν ημίν, και είπωμεν έκαστος ημών.
Γενηθήτω το θέλημα σου, έως ου τελειώσω το έργον το αγαθόν, όπερ ποιήσαι επεθύμησα, εάν περ αρέσκη τω θεληματί σου.
Το θελήσαι γαρ εν αυτώ ευχερές μοί εστί, το ποιήσαι δε αυτό, εκτός χαρίσματος εκ σου γινομένου, ου δύναμαι, και εάν τα δύο εκ σου ώσι, το τε θέλειν και το ενεργείν.
Ου γαρ χωρίς της χάριτος σου ταυτήν την επιθυμίαν την κινηθείσαν εν εμοί δέξασθαι επείσθην ή επτοήθην εξ αυτής.
Τούτο γαρ το έθος τω επιθυμούντι το αγαθόν εν τη διακρίσει του νου εργάζεσθαι δια προσευχής προς βοήθειαν της εργασίας αυτής και σοφίαν την διαιρούσαν την αληθειαν εκ του νόθου.
Εν προσευχαίς γαρ πολλαίς και εργασία και φυλακή και πόθω απαύστω το αγαθόν διακρίνεται, εν συνεχέσι τε δάκρυσι και εν ταπεινώσει και ουρανίω αντιλήψει, μάλιστα ότε έχει εναντίους λογισμούς της υπερηφανείας.
Ούτε γαρ κωλύουσι την βοήθειαν του Θεού εξ ημών, καταργούμεν δε τούτους δια προσευχής.


ΛΟΓΟΣ Ξ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΠΟΝΗΡΩΝ ΑΚΟΥΣΙΩΝ ΤΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟ ΑΥΤΩΝ ΓΕΝΟΜΕΝΩΝ[Επεξεργασία]

Εισί τινες, οι ερείδοντες το σώμα και επιθυμούντες αναπαύσαι αυτό δια το έργον του Θεού μικρόν, έως αν ενδυναμωθώσι και πάλιν στρέφονται εις το έργον αυ­τών.
Εν ταίς ολίγαις ούν ημέραις της αναπαύσεως ημών μη λύσωμεν τελείως την φυλακήν ημών και δώμεν όλην την ψυχήν ημών εις λύσιν, ως άνθρωποι μη βουλόμενοι στραφήναι πάλιν εις το έργον αυτών.
Οι τίνες εν καιρώ ειρήνης τοις βέλεσι του εχθρού τύπτονται, ούτοι εισίν οι εκ της παρρησίας του θε­λήματος ύστερον θησαυριζοντες ταίς ψυχαίς αυτών και ένδυμα ρυπαρόν εν τη χώρα τη αγία, ήγουν εν τη ευχή, θεωρούσιν ότι ενδεδυμένοι εισί.
Τούτο δε εστίν, όπερ εν τη ώρα της εννοίας του Θεού και της ευχής εν τη ψυχή αυτών κινείται.
Ταύτα είσιν, άπερ εκτησάμεθα εν τω καιρώ της αμελείας ημών και αυτά καταισχύνουσιν ημάς εν τω καιρώ της προσευχής ημών.
Βοηθεί τω ανθρώπω η νηψις πλείον του έργου και βλάπτει αυτόν η λύσις πλέον της αναπαύσεως.
Εκ της ανα­παύσεως γαρ πόλεμοι οικείοι γίνονται και ενοχλούσι τω ανθρώπω, αλλ' εξουσίαν έχει λύσαι αυτούς.
Όταν γαρ αφή άνθρωπος την ανάπαυσιν και στραφή εις τον τόπον του έργου, αί­ρονται εξ αυτού και φεύγουσιν.
Ούχ ούτω το εκ της λύσεως τικτόμενον, ως εκ της χαυνώσεως και της αναπαύσεως.
Όσον γαρ ακμήν εστίν εν τη χώρα της ελευθερίας αυτού εν τη αναπαύ­σει, δύναται πάλιν στραφήναι και κυβερνήσαι εαυτόν εν τη καταστάσει του κανόνος αυτού.
Διότι ακμήν εν τη χώρα της ελευ­θερίας αυτού, εν δε τη λύσει εξέρχεται εκ της χώρας της ελευ­θερίας αυτού.
Ει γαρ μη ο άνθρωπος τελείως απέρριψεν εξ αυ­τού την φυλακήν, ουκ αν εν τω μέσω της βίας ακουσίως ηναγκάσθη πεισθήναι τοις μη αναπαύουσιν αυτόν.
Ει τον όρον της ελευθερίας εξ εαυτού παντελώς μη αφήκεν, ουκ αν συνέβη αυτώ συναντήματα, τα δεσμούντα αυτόν εξ ανάγκης, οίσπερ αντιστήναι ούκ ηδυνήθη.
Μη αφής την ελευθερίαν τινός των αισθήσεων σου, ώ άνθρωπε, μήπως πάλιν επανελθείν έπ' αυτήν ου δυνήση.
Ημεν ανάπαυσις τους νέους μόνον βλάπτει, η λύσις δε και τουςτελείους και τους γέροντας* οι μεν εκ της αναπαύσεως, εις τουςπονηρούς λογισμούς ερχόμενοι, δύνανται πάλιν στραφήναι εν τηφυλακή και στήναι εν τη υψηλή αυτών πολιτεία, οι δε εν τη ελπίδι του έργου αμελήσαντες εις την φυλακήν, εκ της υψηλήςπολιτείας προς λύσιν της ζωής ηχμαλωτίσθησαν.
Έστιν ο εν τη χώρα των εχθρών τυφθείς και εν καιρώ της ειρήνης αποθνήσκων, και εστίν ο εν προφάσει εμπορίας της ζωής εξερχόμενος και σκόλοπα τη ψυχή αυτού λαμβάνων.
Μη όταν ολισθήσωμεν εν τινι, τότε λυπηθώμεν, άλλ' όταν εμμείνωμεν εν αυτώ.
Το γαρ ολίσθημα συμβαίνει πολλάκις και τοις τελείοις, το δε εμμείναι εν αυτώ νέκρωσις εστί τελεία.
Η λύπη δε, ην λυπούμεθα υπέρ των ίδιων ολισθημάτων, εις τό­πον εργασίας καθαράς λογίζεται ημίν εκ της χάριτος.
Ο εν ελπίδι μετανοίας ολισθαίνων εκ δευτέρου, ούτος μετά πανουργίας πορεύεται μετά του Θεού.
Τούτω αγνώστως επιπίπτει ο θάνα­τος και ου φθάνει τον καιρόν της ελπίδος αυτού τα έργα της αρετής πληρώσαι.
Έκαστος λελυμένος τάς αισθησεις, εστί και τη καρδία λελυμένος.
Η εργασία της καρδίας δεσμός εστί των εξωτέρων μελών, και εάν εν διακρίσει ποιή τις ταύτην, κατά τάς τους προ ημών πατέρας, έκδηλος εστίν εκ των αλλοτρίων των φαινομέ­νων εν αυτώ, ότι ουκ εστί δεδεμένος εν τω κέρδει τω σωματικώ, ουδέ αγαπά την γαστριμαργίαν, και ο θυμός απέχει εξ αυτού παντελώς.
Όπου γαρ τα τρία ταύτα, το κέρδος το σωματικόν, κάν σμικρόν η ή μέγα, και η οξυχολία και η ήττα της γαστριμαργίας, καν φαίνηταί τις όμοιος των παλαιών αγίων, γνώθι ότι εκ της ανυπομονησίας των έσω εστίν η λύσις των έξω αυτού, και ουχί από διαφοράς καταφρονήσεως της ψυχής αυτού.
Ει δε μη, πώς κατεφρόνησε των σωματικών και την πραότητα ουκ εκτήσατο; Τη με διακρίσεως καταφρονήσει ακολουθεί το μη δεσμείσθαι εν τινι, και η καταφρόνησις της αναπαύσεως και του πόθου των ανθρώπων.
Και εάν εν ετοιμασία δέχηται τις ζημίας δια τον Θεόν χαίρων, καθαρός εστίν έσωθεν.
Και εάν μη καταφρονήση τινός, δια τάς πηρώσεις τάς εν αυτώ, εν αληθεία ελεύθερος εστί, και εάν μη προσίεται προς τον τιμώντα αυτόν ή και αηδιάζεται προς τον ατιμάζοντα, ούτος νενέκρωται τω κόσμω εν τη ζωή ταύτη.
Η φυλακή της διακρίσεως κρειττοτέρα εστίν υπέρ πάσαν πολιτείαν, την ενεργουμένην εν παντί τρόπω και παντί μέτρω των ανθρώπων.
Μη μισήσης τον αμαρτωλόν.
Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι.
Και εάν δια τον Θεόν κινήσαι κατ' αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού.
Και διατί μισείς αυτόν; Τάς αμαρτίας αυτού μίσησον και εύξαι υπέρ αυτού, ίνα ομοιωθής τω Χριστώ όστις ουκ ηγανάκτει κατά των αμαρτωλών, αλλ υπερηύχετο.
Ούχ οράς πώς έκλαυσεν υπέρ της Ιερουσαλήμ; Εν πολλοίς καταγελώμεθα και ημείς υπό του διαβόλου.
Και διατί τον καταγελασθέντα καθ' ημάς εκ του καταγελώντος ημών διαβόλου μισούμεν; Και διατί μισείς τον αμαρτωλόν, ώ άνθρωπε; Άρα, ότι ουκ εστί δίκαιος κατά σε; Και που εστίν η δικαιοσύνη σου, ότι ουκ έχεις αγάπην; Διατί ουκ έκλαυσας επ' αυτώ, αλλά συ καταδιώκεις αυτόν; Εν αγνοία γαρ κινούνται τίνες οργιζόμενοι, οι δοκούντες είναι διακριτικοί, εις τα έργα των αμαρτωλών.
Γίνου κήρυξ της αγαθότητος του Θεού, ότι ανάξιόν σε όντα κυβερνή, και ότι χρεωστείς χρέος πολύ και η εκδίκησις αυτού ου φανερούται εν σοι, και αντί των μικρών έργων, ων ποιείς, αντιπαρέχει σοι τα μεγάλα.
Μη καλέσης τον Θεόν δίκαιον, ότι η δικαιοσύνη αυτού ου γνωρίζεται εν τοις πράγμασι σου.
Και εάν ο Δαβίδ καλή αυτόν δίκαιον και ευθύν, αλλά ο υιός αυτού εφανέρωσεν ημίν ότι μάλλον αγαθός εστί και χρηστός.
«Αγαθός εστί», φησί, «τοις πονηροίς και ασεβέσι».
Και πώς ονομάζεις τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήσης τω κεφαλαίω, τω περί του μισθού των εργατών; «εταίρε, ουκ αδικώ σε, θέλω δούναι τούτω τω εσχάτω, ως και σοι.
Ή ο οφθαλμός σου πονηρός εστίν, ότι εγώ αγαθός ειμί;».
Πως πάλιν καλεί άνθρωπος τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήση τω κεφαλαίω του ασώτου υιού, ός εσκόρπισε τον πλούτον εν ασωτεία, ότε εν τη κατανύξει μόνη, εν η έδειξε, πώς έδραμε και έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και εξουσίαν έδωκεν αυτώ επί πάντα τον πλούτον αυτού; Ουδείς γαρ άλλος είπε περί αυτού ταύτα, ίνα διστάσωμεν εις αυτόν, αλλ ' αυτός ο Υιός αυτού, αυτός εμαρτύρησε περί αυτού ταύτα.
Που εστίν η δικαιοσύνη του Θεού, ότι ημεν αμαρτωλοί και ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών; Ει δε ώδε εστίν ελεημων, πιστεύσωμεν, ότι αλλοίωσιν ου δέχεται.
Μη γένοιτο ημάς λογίσασθαι ποτέ τούτο το ανόμημα, ίνα ποτέ είπωμεν τον Θεόν ανελεήμονα' ότι ουκ αλλοιούται το ίδιον του Θεού, ώσπερ οι νεκροί, και ου κτάται τι όπερ ουκ έχει, ή όπερ έχει υστερεί ή προσθήκην λαμβάνει, καθάπερ τα κτίσματα.
Άλλ' όπερ έχει ο Θεός εξ αρχής, έξει αεί έως ατε­λευτήτου τέλους, και έχει, καθάπερ ο μακάριος Κύριλλος είπεν εν τη ερμηνεία της γενέσεως.
Φοβού, φησί, εκ της αγάπης αύτον, και μη εκ του ονόματος του σκληρού του τεθέντος επ' αυ­τόν.
Αγάπησον αυτόν, ως χρεωστείς αγαπήσαι αυτόν, και μη δια τα μέλλοντα δίδοσθαι υπ' αυτού, αλλ' όπερ ων ελάβομεν.
Και δια τον κόσμον τούτον μόνον, ον εποίησε δι' ημάς, τις γαρ εστίν ο δυνάμενος ανταμείψασθαι αυτόν; Που εστί η ανταπόδοσις αυτού εν τοις έργοις ημών; Τις έπεισεν αυτόν εξ αρχής παραγαγείν ημάς εις την κτίσιν; Και τις εστίν ο παρακαλών αυτόν υπέρ ημών, όταν γινώμεθα αμνήμονες; Ότε δε ουκ ήμεν ποτέ, τις εστίν ο εξυπνίσας το σώμα ημών εκείνο προς την ζωήν; Και πάλιν πόθεν πίπτει η έννοια της γνώσεως εις τον χουν; Ω της θαυμαστής ελεημοσύνης του Θεού.
Η έκπληξις της χάριτος του Θεού και κτίστου ημών.
Ω δύναμις η ικανούσα εις πάντα.
Ω της χρηστότητος της αμέτρου, ης την φύσιν ημών των αμαρτωλών πάλιν εισάγει προς ανάπλασιν αυτών.
Τις ικανοί προς την δόξαν αυτού; Τον παραβάντα αυτόν και βλασφημήσαντα εγείρει, τον χουν τον αλόγιστον καινίζει, και συνετόν και λογικόν ποιεί, και τον διεσκορπισμένον νουν και αναίσθητον και τάς διεσκορπισμένας αισθήσεις, φύσιν λογικήν και αξίαν εννοίας εμποιεί.
Ουχ ικανοί γαρ ο αμαρτωλός εννοήσαι την χάριν της αναστάσεως αυτού.
Που εστίν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς; Και που εστίν η κόλασις, η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγά­πης αυτού; Και τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσε­ως αυτού, όταν εγείρη ημάς εκ του άδου και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν, και τον εις άδην πεσόντα εγείρη εν δόξη; Ω διακριτικοί, δεύτε και θαυμάσατε.
Τις έχων σοφήν διάνοιαν και θαυμαστήν θαυμάσει κατ αξίαν την χάριν του δημιουργού ημών; Η ανταπόδοσις των αμαρτωλών εστί, και αντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδωσιν αυτοίς και αντί των σωμάτων των καταπατησάντων τον νόμον αυτού, αφθαρσίας δόξαν τελείαν ενδύει αυτούς.
Αύτη η χάρις εστίν η μειζοτέρα, η μετά το αμαρτήσαι ημάς αναστήσασα, υπέρ έκείνην, ότε ουκ ήμεν, και παρήγαγεν ημάς εις κτίσιν.
Δόξα Κύριε, τη χάριτί σου τη αμέτρω.
Ιδού, Κύριε, τα κύ­ματα της χάριτος σου σιωπήσαι με εποίησαν, και ουκ απελείφθη εν εμοί έννοια εξ εναντίας των ευχαριστιών σου.
Ποίοις στόμασιν εξομολογησόμεθά σοι, βασιλεύ αγαθέ, ο αγαπών την ζωήν ημών; Δόξα σοι επί τοις δυσί κόσμοις, ους εδημιούργησας προς αύξησιν και τρυφήν ημών, άγων ημάς εκ πάν­των, ων εδημιούργησας, προς γνώσιν της δόξης σου, από του νυν και έως του αιώνος.
Αμήν.
Ετικέτες Λόγος (60) Ξ΄


ΛΟΓΟΣ ΞΑ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΘΕΝ ΦΥΛΑΤΤΕΤΑΙ Η ΝΗΨΙΣ Η ΚΡΥΠΤΗ Η ΕΣΩ ΕΝ ΤΗ ΨΥΧΗ ΓΙΝΟΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΟΘΕΝ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΒΕΝΝΥΕΙ ΤΗΝ ΘΕΡΜΗΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΝΕΚΡΟΙ ΤΗΝ ΕΙΣ ΘΕΟΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΩΝ[Επεξεργασία]

Ούκ έστι δυνατόν τοις έχουσι τάς καλάς επιθυμίας υπό της ενναντιώσεως κωλυθήναι δράσαι ταύτας, εάν μη εύρη ο πονηρός χώραν καλής προφάσεως εν τοις ποθούσι το καλόν.
Έστι δε το πράγμα παρά τούτο.
Πάση εννοία επιθυμίας αγαθής εν τη αρχή της κινήσεως αυτής ακολουθεί ζήλος τις, όμοιος τοις του πυρός άνθραξιν εν τη εαυτού θερμότητι, και ούτος είωθε περιτειχίζειν ταύτην την έννοιαν και αποδιώκειν από των έγγιστα αυτής πάσαν εναντίωσιν και εμποδισμόν και κώλυμα γινόμενον αυτή.
Ισχύν γαρ πολλήν και δύναμιν άρρητον κτάται ούτος ο ζήλος του περιτειχίζειν την ψυχήν πάσαν ώραν εκ της χαυνώσεως ή του μη πτοείσθαι τάς ορμάς των περιστάσεων απασών.
Και αύτη μεν η έννοια η πρώτη, η δύναμις εστί της αγίας επιθυμίας, η εν τη φύσει της ψυχής φυσικώς πεφυτευμένη.
Ούτος δε ο ζήλος εστίν η έννοια η κινούμενη εκ της θυμικής δυνάμεως, της ούσης εν αυτή, η εκ Θεού τεθείσα ημίν συμφερόντως, του τηρήσαι τον όρον της φύσεως, του εκπέμψαι την έννοιαν της ελευθερίας αυτής, εις πλήρωσιν της φυ­σικής επιθυμίας, της εν τη ψυχή ούσης, ήτις εστίν η αρετή, ης χωρίς αγαθόν ουκ εργάζεται.
Και καλείται ζήλος, ότι αυτός εστίν ο κινών και ζηλών και εξάπτων και ενισχύων τον άνθρωπον κατά καιρόν και καιρόν καταφρονείν της σαρκός εν ταίς θλίψεσι και τοις πειρασμοίς τοις φοβεροίς τοις απαντώσιν αυτώ και του παραδιδόναι εις θάνατον αεί την εαυτού ψυχήν, και απαντάν τη αποστατική δυνάμει υπέρ της τελειώσεως εκεί­νου του πράγματος, ου η ψυχή πόθον έσχε σφοδρόν.
Άνθρωπος γαρ τις ενδεδυμένος τον Χριστόν, κύνα τον ζήλον τούτον εκάλεσεν εν τοις λόγοις αυτού και φύλακα του νόμου του Θεού, όπερ εστίν η αρετή' η γαρ αρετή νόμος Θεού καλείται.
Στερεούται δε η δύναμις αύτη του ζηλου και εξυπνίζεται και εξάπτεται εις φυλακήν του οίκου κατά δύο τρό­πους, και ασθενεί πάλιν και νυστάζει και ραθυμεί κατά δύο τρόπους.
Ήγουν, ο εξυπνισμός και η έξαψις γίνεται, όταν τω ανθρώπω εννοηθή φόβος τις, καταπτοών αυτόν υπέρ του αγα­θού, ου εκτήσατο, ή ό μέλλει κτήσασθαι, μήπως κλαπείη, ήτοι αφανισθείη εκ τίνος των συμβαινόντων και ακολουθούντων αυτώ.
Και τούτο εκ της θείας προνοίας κινείται* λέγω δη ο φό­βος εν πάσι τοις εργαζομένοις την αρετήν εξ αληθείας εις εξυπνισμόν και ζήλον διαμένοντα εν τη ψυχή, ίνα μη νυστάξη.
Όταν δε ο φόβος ούτος κινηθή εν τη φύσει, ο ζήλος ο ρηθείς ύφ' ημών κύων, νυκτός και ημέρας ώσπερ κλίβα­νος καιόμενος θερμαίνεται και εξυπνίζει την φύσιν, και καθ' ομοιότητα των Χερουβίμ εξυπνίζεται και προσέχει τοις περικύκλω αυτού κατά πάσαν ώραν.
Και ως λέγει ο άνθρωπος, εάν όρνεον διέρχεται, κύκλω αυτού κινείται και υλακτεί εν ορμή οξυτάτη και αρρήτω.
Και αυτός ο φόβος όταν γίνηται, διότι εδίστασεν εις την πρόνοιαν του Θεού εν τη πίστει αυτού και επελάθετο πώς επιμελείται ο Θεός και προνοείται των αγωνιζομένων υπέρ της αρετής, του επισκέπτεσθαι αυτούς καθ' ώραν, ως και το Πνεύμα το άγιον, δια στόματος του Προφήτου λέγει, «οφθαλμοί Κυρίου επί δικαίους», και τα έξης.
Και πάλιν, «κραταίωμα Κύ­ριος των φοβούμενων αυτόν».
Και αυτός ως εκ προσώπου αυτού είπε τοις φοβουμένοις αυτόν «ου προσελεύσεται προς σε κακά, και μάστιξ ουκ εγγιεί τω σκηνώματί σου».
Όταν δε υπέρ της ψυχής γένηται ο φόβος, δια τα συμβαίνοντα τη αρετή και ακολουθούντα, ίνα μη κλαπή η βλάβη εκ τίνος των αίτιων, ούτος ο λογισμός θεϊκός εστί, και μέριμν αγαθή και εκ της προνοίας του Θεού εστίν η λύπη αύτη και η βάσανος.
Και πάλιν ο δεύτερος τρόπος, ήγουν η ισχύς και η έξαψις του κυνός εστίν, όταν επί πλείον αυξηθή η επιθυμία της αρετής εν τη ψυχή.
Καθ' όσον γαρ η επιθυμία εν τη ψυχή αυξά­νεται, κατά τοσούτον και ούτος ο κύων εξάπτεται, ός εστίν ο φυσικός ζήλος υπέρ της αρετής.
Η δε πρώτη πρόφασις της ψυχρότητος αυτού εστίν, όταν αύτη η επιθυμία λήξη και ελαττωθή εν τη ψυχή η δευτέ­ρα δε εστίν, όταν πεποιθήσεως και θάρσους λογισμός τις είσέλη εν τη ψυχή και καταμείνη εν αυτή και ελπίση ο άνθρωπος και ενθυμηθή και δοκήση ότι ουκ εστίν αυτώ φόβος εκ τί­νος δυνάμεως βλάψαι αυτόν.
Και εκ τούτου λύει εξ αυτού τα όπλα του ζήλου και γίνεται ώσπερ οίκος αφύλακτος.
Και υπνοί ο κύων και αφίησι την φυλακήν επί πολύ.
Εκ τούτου του λογισμού κλέπτονται οι πλείστοι των νοητών οίκων.
Και τούτο γίνεται, όταν αμαυρωθή το καθαρόν της ελλάμψεως εκείνης της γνώσεως της αγίας, της εν τη ψυχή.
Και πόθεν αμαυρούται τόδε, ει μη λογισμός τις λεπτότατος της υπερηφανίας υπεισήλθε τη ψυχή και ενεφώλευσεν εκεί, ή εξηκολούθησεν ο άνθρωπος επί πλέον τη μερίμνη των παρερχομένων, ή τη απαντήσει τη συνέχει του κόσμου τη απατώση αυτόν, ή εκ της γαστρός της κυρίας πάντων των κακών.
Πάντοτε γαρ, όταν έλθη ο αγωνιστής προς την απάντησιν του κόσμου, ευθύς η ψυχή αυτού ατονεί.
Ωσαυτώς δε, και όταν εις την απάντησιν των πολλών, των μόνων εξ ανάγ­κης εκ της κενοδοξίας συντριβόντων την ψυχήν αυτού.
Και ει δει συντόμως ειπείν, όμοιος εστίν ο νους του δραπετεύοντας, ηνίκα απαντήσει τω κόσμω, τω κυβερνήτη τω εν γαλήνη διαπορευομένω εν τη θαλάσση και εξαίφνης εμπεσόντι εν μέσω των πετρών και ναυαγούντι.
Τω δε Θεώ ημών δόξα, κράτος, τιμή και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΞΒ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΡΟΠΩΝ ΛΟΓΟΙ ΞΒ'.
ΞΓ.
ΞΔ'.
ΞΕ'.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΡΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΩΝ.
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ, ΤΟΥ ΕΓΚΕΚΡΥΜΜΕΝΟΥ ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΝ ΔΙΑΦΕΡΕΙ Η ΓΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΕΝ ΤΟΙΣ ΤΡΟΠΟΙΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
[Επεξεργασία]

Η ψυχή η εν ταίς τρίβοις της πολιτείας και εν τη οδώ της πίστεως διαπορευομένη και ταύτην πολλάκις κατορθώσασα, εάν στραφή πάλιν εις τους τρόπους της γνώσεως, ευθέως χωλαίνει εκ της πίστεως και στερείται εξ αυτής η νοερά δύναμις αυτής, η εκ των εναλλαγμάτων των αντιλήψεων φανερουμένη εν τη καθαρά ψυχή και ανεξετάστως εν αυτή ανα­στρεφόμενη εν απλότητι εν πασι τοις εαυτής.
Ψυχή γαρ η άπαξ παραθεμένη εαυτήν τω Θεώ εν πίστει και εν πολλή πείρα δεξαμενή την γεύσιν της συνεργίας αυτού, πάλιν εαυτής ου φροντίζει, αλλά τη εκπλήξει και τη σιωπή φιμούται, και στραφήναι πάλιν εις τους τρόπους της γνώσεως αυτής και αναστρέφεσθαι εν αυτοίς ουκ έχει έξουσίαν, μήπως εν τη εναντιώσει αυτών στερηθή της προνοίας του Θεού, της κρυπτώς επισκεπτόμενης αυτήν απαύστως και επιμελουμένης αυτής και αδιαλείπτως εξακολουθούσης αυτή εν παντί τρόπω.
Διότι εμωράνθη, υπονοήσασα εαυτήν ικανήν ούσαν προνοήσασθαι εαυτής εν τη δυνάμει της γνώσεως αυτής.
Εν οίς γαρ το φως της πίστεως ανατέλλει, ουκ εστί πάλιν αναισχυντούσιν υπέρ εαυτών εύξασθαι, ουδέ εξαιτήσασθαι παρά του Θεού, δός ημίν τόδε ή λάβε εξ ημών τόδε, ουδέ φροντίζουσιν εαυτών κατά πάντα τρόπον.
Διότι εν τοις νοεροίς οφθαλμοίς της πίστεως εν πάση ώρα θεωρούσι την πρόνοιαν την πατρικήν, επισκιάζουσαν αυτοίς εξ εκείνου του Πατρός του αληθι­νού, του υπερέχοντος εν τη εαυτού πολλή αγάπη τη αμέτρω πάσαν πατρικήν αγάπησιν, του δυναμένου και ισχύοντος παρά πάντας συνεργήσαι ημίν υπερεκπερισσού, υπέρ ό αιτούμεθα και ενθυμούμεθα και νοούμεν.
Η γνώσις εναντία τη πίστει εστίν, η δε πίστις, λύσις εν πάσι τοις εαυτοίς των νόμων της γνώσεως, ουχί της πνευματικής δε λέγομεν.
Ούτος γαρ εστίν ο ορισμός της γνώσε­ως, ότι έκτος εξετάσεως και ερεύνης ποιήσαί τι πράγμα ουκ εξουσιάζει, αλλ ' εξετάζει ει δυνατόν γενέσθαι όπερ ενθυμείται και θέλει.
Η δε πίστις τι; 'Ότε τις προσεγγίσει εν αυτή ουκ ορ­θώς, εν αυτώ παραμείναι ου πείθεται.
Η γνώσις χωρίς εξετάσεως και τρόπων αναστροφής ουδέ Χ"1 γνωσθήναι δύναται, και τούτο εστί το σημεΐον του δι­σταγμού περί της αληθείας.
Η πίστις δε φρόνημα έν καθαρόν και απλούν επιζητεί το απέχον από πάσης πανουργίας και του ζητήσαι τρόπους.
Βλέπε πώς εναντιούνται αλλήλαις ο οίκος της πίστεως έννοια νηπιώδης εστί και καρδία απλή «εν απλότητι», γαρ φησι, «καρδίας αυτών εδόξαζον τον Θεόν», και «εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε είς την βασιλείαν των ουρανών».
Η γνώσις δε τοις δυσί τούτοις επίβουλος εστί και εναντία.
Η γνώσις όρος της φύσεως εστί, φυλάττουσα αυτήν εν πάσαις ταίς τρίβοις αυτής, η δε πίστις υπέρ την φύσιν ενερ­γεί την εαυτής οδοιπορίαν.
Η γνώσις πάν πράγμα καταλύον την φύσιν ου πειράται προς εαυτήν εάσαι, αλλά μακρύνεται έξ αυτού, η δε πίστις ευχερώς επιτρέπει και λέγει «επί ασπίδα», φησί, «και βασιλίσκον επιβήση, και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα».
Τη γνώσει φόβος εξακολουθεί, τη δε πίστει ελπίς* όσον γαρ τις εν τοις της γνώσεως τρόποις διαπορεύεται, τοσούτον υπό του φόβου δεσμεύεται και της ελευθερίας τούτου αξιωθήναι ου δύναται.
Ό δε τη πίστει εξακολουθών, ευθέως ελεύθερος και αυτεξούσιος και ως υιός του Θεού εν πάσι τοις πράγμασιν εν ελευθερία χρήται εξουσιαστικώς.
Άνθρωπος ευρών τάς κλείς της πίστεως ως ο Θεός χρήται ταίς φύσεσι πάσαις της κτίσεως.
Τη πίστει γαρ εστίν η εξουσία κτίσιν δημιουργήσαι καινήν κατά την του Θεού ομοιότητα, «ηθέλησας», φησί, «και τα πάντα παρέστη ενώπιον σου», και πολλά­κις εξ ουκ όντων τα πάντα δύναται ποιήσαι, η δε γνώσις χωρίς ύλης ποιήσαι τι ου δύναται.
Η γνώσις το μη δοθέν τη φύσει ουκ αναισχυντεί διαπράξασθαι.
Και πώς; Διότι ή ρυτή φύσις του ύδατος ου δέχεται έπι νώτων αυτής τα ίχνη του σώματος, και ο προσεγγίζων τω πυρί εαυτόν κατακαίει, και εάν απαναιδεύηται κατά τούτων, κίνδυνος αυτώ επακολουθεί.
Εκ τούτων η γνώσις εν φυλακή παραφυλάττεται και διαβήναι τον όρον τούτων παντελώς ου πείθεται, η δε πίστις εν εξουσία διαβαίνει ταύτα και λέγει ότι, «εάν διαβαίνης δια πυ­ρός ου κατακαύσει σε, και ποταμοί ου κατακλύσουσί σε».
Και ταύτα πολλάκις η πίστις ενώπιον ενήργησε πάσης της κτίσεως.
Και ει εδόθη τη γνώσει τόπος εκείσε, πειρασθήναι εν τούτοις, παντελώς ουκ είχε πεισθήναι.
Δια πίστεως γαρ πολλοί εις την φλόγα εισήλθον και την δύναμιν την καυστικήν του πυρός εχαλίνωσαν και αβλαβώς εν μέσω αυτής διέβαινον και επί νώτων της θαλάσσης ως επί ξηράς εβάδισαν.
Και ταύτα πάντα υπέρ την φύσιν είσι και εναντία τοις τρόποις της γνώσεως και απέ­δειξαν αυτήν ματαίαν εν πάσι τοις τρόποις αυτής και τοις νόμοις αυτής.
Είδες την γνώσιν πώς φυλάττει τους όρους της φύσεως; είδες την πίστιν πώς υπεράνω της φύσεως διαβαίνει και ποιεί την τρίβον της οδοιπορίας; Πεντακισχιλίους χρόνους, ή μικρόν έλαττον ή υπέρ τούτο, οι τρόποι της γνώσεως τον κόσμον εκυβέρνων και παντελώς άραι την κεφαλήν αυτού ο άν­θρωπος εκ της γης και αισθέσθαι της ισχύος του κτίστου αυτού ουκ ηδυνήθη, Εως ου η πίστις ημών επανέτειλε και ηλευθέρωσεν ημάς εκ του σκότους της γηίνης εργασίας και εκ της υποτα­γής της μετά τον μετεωρισμόν τον δωρεάν γινόμενον.
Και νυν δε πάλιν ότε εύρομεν την θάλασσαν την ατάραχον και τον θησαυρόν τον ανέκλειπτον, προς πηγάς ταπεινάς επιποθούμεν εκκλίναι.
Ουκ εστί γνώσις μη εν ενδεία ούσα, καν μεγάλως πλουτήση, τους δε της πίστεως θησαυρούς ο ουρανός και η γη ου χωρούσιν.
Ουχ υστερείται ποτέ τίνος ο τη ελπίδι της πίστεως τη καρδία ερηρεισμένος και ότε ουδέν έχει, τη πίστει πάντα κα­τέχει, ως γέγραπται, ότι «όσα αιτείσθε εν προσευχή και πίστει, λήψεσθε» και πάλιν, «ο Κύριος εγγύς, μηδέν μεριμνάτε».
Η γνώσις αει τρόπους ζητεί προς φυλακήν των κτώμενων αυτήν, η δε πίστις φησίν, «εάν μη Κύριος οικοδόμηση οί­κον και φύλαξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων, και διακενής εκοπίασεν ο οικοδομών».
Ουδέποτε ο εν πίστει προσευχόμενος εν τρόποις χρήται και αναστρέφεται.
Η γνώσις γαρ εν παντί τόπω τον φόβον επαινεί, καθώς είπεν ό σοφός «ο φο­βούμενος», φάσκων, «τη καρδία, μακάριος».
Τι δε η πίστις; «Έφοβήθη», φησί, «και ήρξατο καταποντίζεσθαι»' και πάλιν, «ουκ ελάβετε», φησί, «πνεύμα δουλείας εις φόβον, άλλα πνεύμα υιοθεσίας, εις ελευθερίαν πίστεως και ελπίδος του Θεού»' και πάλιν, «μη φείση εξ αυτών», μηδέ φυγής από προσώπου αυτών.
Πάντοτε ακολουθεί τω φόβω ο δισταγμός και ο δισταγμός τη εξετάσει, και η εξέτασις τοις τρόποις και οι τρόποι τη γνώσει και εν τη εξερευνήσει και εξετάσει αεί ο φόβος και ο δι­σταγμός γνωρίζεται.
Διότι ουκ εν παντί καιρώ εις πάντα κατορθοί η γνώσις, καθώς εν πρώτοις απεδείξαμεν.
Πολλάκις γαρ συναντώσιν τη ψυχή συμβάσεις και επιφοραί δυσχερείς και προφάσεις πολλοί πλήρεις κινδύνων, άπερ παντελώς η γνώσις και οι τρόποι της σοφίας βοηθήσαί τι εκείσε ου δύνανται.
Παλιν δε τοις δυσχερέσι τοις μη καταβαλλομένοις πάση δυνάμει και τω όρω της ανθρωπίνης γνώσεως, η πίστις ουδέποτε νικάται υπό τίνος αυτών.
Τι γαρ εξαρκεί η γνώσις η ανθρωπίνη βοηθήσαι εν τοις φανεροίς πολέμοις, ή προς τάς φύσεις τάς αό­ρατους και προς τάς ενσωμάτους δυνάμεις συν άλλοις πολλοίς; Είδες την ασθένειαν της δυνάμεως της γνώσεως και την ισχύν της δυνάμεως της πίστεως; Η γνώσις πάσι τοις ξένοις της φύσεως κωλύει τους μαθητάς αυτής προσπελάσαι.
Όρα δε την δύναμιν ενταύθα της πίστεως και τι επιτρέπει τοις αυτή μαθητευομένοις.
«Εν τω ονόματι μου», φησί, «δαιμόνια εκβαλείτε, όφεις αρείτε και, εάν τον ιόν πίητε, ου βλαβήσεσθε».
Η γνώσις πάσι τοις εν τη οδώ εαυτής πορευομένοις επιτρέπει κατά τους νόμους αυτής προ της αρχής εν πάσι το τέ­λος εξετάσαι και ούτως άρξασθαι, μήπως δυσευρέτου του τέ­λους του πράγματος τω όρω της ανθρωπίνης δυνάμεως ευρεθέντος τον κόπον μάτην κοπιάσωσι, και αδύνατον και δυσχερές του γενέσθαι ευρέθη το πράγμα.
Η δε πίστις τι λέγει; «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι».
Αδυνατεί γαρ ουδέν τω Θεώ.
Ο πλούτος άρρητος και θάλασσα πλούτου εν κύμασιν αυτής και εν τοις εαυτής θησαυροίς τοις θαυμαστοίς τοις υπερεκχυνομένοις εκ της δυνάμεως της πίστεως.
Πόσου θάρσους έμπλεως και πόσης ηδονής και ελπίδος πλήρης η οδοιπορία η μετ' αυτής, και τα φορτία αυτής πόσον ελαφρά εισί και η εργασία αυτής πόσην ηδύτητα έχει! Ερώτησις.
Ο αξιωθείς γεύσασθαι της ηδύτητος της πίστεως και πάλιν στραφείς προς την γνώσιν της ψυχής, εν τίνι διαφέρει το πράγμα αυτού; Απόκρισις.
Τω ευρόντι μαργαρίτην πολύτιμον και αλλάξαντι αυτόν είς οβολόν χαλκού, τω εάσαντι ελευθερίαν αυτεξούσιον και στραφέντι εις τους τρόπους της πτώχειας, πεπληρωμένους φόβου και δουλείας.
Ουχί ψεκτή εστίν η γνώσις, αλλ' η πίστις υψηλοτέρα αυτής εστί.
Και εάν ψέξωμεν, ουχί την γνώσιν ψέγομεν, μη γέ­νοιτο, αλλ ' ή το διακρίναι τους τρόπους τους παρηλλαγμένους, εν οις πορεύεται εξ εναντίας φύσεως, και πώς τοις τάγμασι των δαιμόνων συγγενειάζει, άπερ μετά ταύτα μέλλομεν διακρίναι φανερώς και πόσοι βαθμοί εισιν, εν αυτοίς η γνώσις, και τις η διαφορά η γινομένη εν εκάστω αυτών, και εν ποίοις νοήμασιν εξυπνίζεται εν εκάστω τρόπω, ότε μείνη εν αυτοίς, και εν τίνι τούτων των τρόπων (όταν πορευθή εν αυτοίς) εναντιούνται τη πίστει και εξέρχεται έξωθεν της φύσεως, και ποία εστίν η δια­φορά η εν αύτη, και εν ποία τάξει (όταν στρέψη τον σκοπόν αυ­τής τον πρώτον) άρχεται εις την φύσιν αυτής και καθιστή τον βαθμόν έμπροσθεν της πίστεως εν αγαθή πολιτεία, και έως πότε ποιεί φθάσαι την διαφοράν της τάξεως αυτής, και πώς διαπερά από τούτων εις τα υψηλότερα αυτών, και ποίοι εισίν οι τρόποι της τάξεως εκείνης της άλλης, ήγουν της πρώτης, και πότε συνάπτεται η γνώσις τη πίστει και γίνεται μετ' αυτής μία καί ενδύεται εξ αυτής νοήματα πύρινα και εξάπτεται εν τω πνεύματι και κτάται πτέρυγας απαθείας και υψούται εκ της διακονίας των γήινων εν τη χώρα του δημιουργού εαυτής, συν άλλοις τρόποις.
Όμως τέως αρμόζει ημάς ειδέναι, ότι η πίστις και η εργασία αυτής υψηλοτέρα εστί της γνώσεως.
Και αύτη η γνώσις εν τη πίστει τελειούται και κτάται δύναμιν ανελθείν άνω και αισθέσθαι εκείνου του υψηλοτέρου πάσης αισθήσεως, και ιδείν την αυγήν εκείνην την ακατάληπτον τω νω και τη γνώσει των κτισμάτων.
Η γνώσις δε βαθμίς εστί, δι' ης ανέρ­χεται τις εις το ύψος της πίστεως, και όταν φθάση εγγύς αυτής, ουκ έτι πάλιν χρήζει αυτής* «νυν γαρ», φησίν, «και εκ μέρους νοούμεν, όταν δε έλθη το τέλειον, το εκ μέρους καταργείται».
Η πίστις λοιπόν άρτι ως εν οφθαλμοίς δεικνύει ημίν την αλήθειαν της τελειότητος και εν τη πίστει ημών μανθάνομεν εκείνα τα ακατάληπτα, και ουκ εν τη εξετάσει και τη δυνάμει της γνώσεως.
Ταύτα τα έργα της δικαιοσύνης νηστεία, ελεημοσύνη, αγρυπνία, αγιασμός και τα λοιπά τα δια του σώματος ενεργούμενα* αγάπη προς τον πλησίον, ταπεινοφροσύνη καρ­δίας, συγχώρησις των επταισμένων, ενθύμησις των αγαθών, εξέτασις των μυστηρίων των όντων εν ταίς αγίαις γραφαίς κε­καλυμμένων, αδολεσχία της διανοίας εν τοις έργοις τοις κρείττοσι, του φυλάξαι τους όρους των παθών της ψυχής, και αί λοιπαί αρεταί, αί εν τη ψυχή εκτελούμεναι.
Ταύτα πάντα χρήζουσι της γνώσεως.
Αύτη γαρ φυλάττει αυτά και διδάσκει την τάξιν αυτών.
Και ταύτα πάντα ακμήν βαθμοί είσιν, εν οίς η ψυχή ανέρχεται εις το ύψος το ανώτερον της πίστεως, και αρεταί κα­λούνται.
Η δε πολιτεία της πίστεως υπέρ την άρετήν εστίν και η εργασία αυτής ουκ έργα εστίν, αλλά ανάπαυσις τελεία και παράκλησις και εν καρδία και εν ταίς έννοίαις της ψυχής τελειούται.
Και πάντες οι τρόποι οι θαυμαστοί της πνευματικής πολιτείας, ων η εργασία αίσθησις εν τη ζωή τη πνευματική και τρυφή και απόλαυσις ψυχής και πόθος και χαρά εν Θεώ, και τα λοιπά, όσα δίδονται εν εκείνη τη πολιτεία τη ψυχή τη άξια της χάριτος της εκείθεν μακαριότητος, και όσα ως εν νεύματι εν ταίς θείαις Γραφαίς εν τη πίστει τελειούνται εντεύθεν εκ του Θεού του πλουσίου εν τοις εαυτού χαρίσμασιν Απορία.
Ει δε λέγει τις, ει πάντα τα αγαθά ταύτα και τα έργα της αρετής τα προλεχθέντα και η αποχή των κακών και η διάκρισις των λεπτών λογισμών των εν τη ψυχή αναφυο­μένων και η μετά λογισμών πάλη και ο αγών ο προς τα πάθη τα ερεθίζοντα, και τα λοιπά, ων εκτός ουδέ αύτη η πίστις δύνα­ται δείξαί σοι την δύναμιν αυτής εν τη εργασία της ψυχής, ει ταύτα πάντα η γνώσις τελειοί, πώς νομίζεται η γνώσις τη πίστει εναντία; Λύσις του δισταγμού.
Και λέγομεν, ως τρεις τρόποι είσι νοητοί, εν οίς η γνώσις ανέρχεται και κατέρχεται, και ως αλλοίωσις τοις τρόποις, εν οίς πορεύεται, ούτω και ταύτη αλλοίωσις εγγίνεται, και παρά τούτο βλάπτει και βοηθεί.
Τρεις δε τρόποι είσί' σώμα, ψυχή και πνεύμα.
Και ει μία εστίν η γνώσις εν τη φύσει αυτής, αλλά προς τάς χώρας ταύτας των νοητών και των αισθητών και λεπτύνεται και επαλλάττει τους τρόπους αυτής και της εργασίας των νοημάτων αυτής.
Άκουσον δε λοιπόν και την τάξιν της εργασίας αυτής και τάς αιτίας, δι' ας βλάπτει και βοηθεί.
Η γνώσις δόσις παρά Θεού εστί τη φύσει των λογικών, ήτις εκ της αρχής εδό­θη της αυτών διαπλάσεως, και εστίν απλή και ου μερίζεται τη εαυτής φύσει, ώσπερ ουδέ του ηλίου το φως, και κατά την εργασίαν αυτής κτάται αλλοιώσεις και μερισμούς


ΛΟΓΟΣ ΞΓ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ[Επεξεργασία]

Ότε τη επιθυμία τη σαρκική η γνώσις ακολουθεί, τούτους τους τρόπους συνάγει τον πλούτον, την κενοδοξίαν, την κόσμησιν, την ανάπαυσιν την του σώματος, σπουδήν σοφίας της λογικής, της αρμοζούσης εις την διοίκησιν του κόσμου τούτου και βρυούσης τας ανανεώσεις των ευρέσεων και των τεχνών και των μαθήσεων και τα λοιπά τα στεφανούντα το σώμα εν τω κοσμώ τούτω τω ορατώ.
Εκ των ειδών τούτων γίνεται εναντία τη πίστει, ήπερ ειρήκαμέν τε και διετάξαμεν, ήτις γνώσις ψιλή ονομάζεται, καθότι γυμνή εστί πάσης θείας μερίμνης και αδυναμίαν άλογον εισφέρει κατά της διανοίας, δια το κεκρατήσθαι υπό του σώματος, και τελείως η μέριμνα αυτής εν τω κοσμώ τούτω εστί.
Τούτο το μέτρον της γνώσεως, ότι εστί παντελώς δύναμις νοητή και κυβερνήτης κρυπτός του ανθρώπου και επιμέλεια θεία, η επισκεπτομένη αυτόν και επιμελουμένη τελείως και τη πρόνοια του Θεού τας διοικήσεις ου λογίζεται,αλλ' έκαστον αγαθόν το όν εν τω ανθρώπω και η εκ των βλαπτόντων αυτόν αυτού σωτηρία και η εκ των δυσχερών φυσική αυτού προσοχή και η εκ των πολλών εναντιωμάτων των ακολουθούντων τη φύσει ημών κρυπτώς και φανερώς φυσική εν τη εαυτού σπουδή και εν τοις εαυτού τρόποις είναι δοκεί.
Τούτο το μέτρον της γνώσεως της αδολεσχούσης τη εαυτής πρόνοια τα πάντα είναι οίεται, κατά τους λέγοντας, ως ουκ εστί κυβέρνησις τούτων των ορωμένων.
Όμως εκτός της διηνεκούς μερίμνης και του φοβείσθαι υπέρ του σώματος τυγχάνειν ου δύναται.
Δια τούτο κατέχει αυτόν η μικροψυχία και η λύπη και η απόγνωσις και ο των δαιμόνων φόβος και η εκ των ανθρώπων δειλία και η των ληστών φήμη και ακοαί των θανάτων και η των νοσημάτων φροντίς και η μέριμνα της ενδείας και της λείψεως της χρείας και ο φόβος του θανάτου και ο φόβος των παθών και των πονηρών θηρίων, και τα λοιπα τα τούτοις όμοια, τα κατά την θάλασσαν την υπό των κυμά­των ταραττομένην εν πάση ώρα της νυκτός και της ημέρας και βρύουσαν κατ’ αυτών.
Διότι ουκ οίδε ρίψαι την μέριμναν αυτής επί τον Θεόν εν τη πεποιθήσει της εις αυτόν πίστεως.
Δια τούτο εν μηχανήμασι και εν πανουργίαις εν άπασι τοις εαυτής ανα­στρέφεται.
Όταν δε αργήσωσιν οι τρόποι των μηχανημάτων αυτής εν μιά προφάσει τινι και μη θεώρηση την μυστικήν πρόνοιαν, μάχεται μετά των ανθρώπων των εμποδιζόντων αυτήν και εναντιουμένων αυτή.
Εν αυτή τη γνώσει πεφυτευμένον εστί το ξύλον της γνώσεως των καλών και πονηρών, το εκριζούν την αγάπην, και αύτη εξετάζει τα βραχέα εγκλήματα των άλλων ανθρώπων και τάς αίτιας και τάς ασθενείας αυτών, και παρασκευάζει τον άνθρωπον είς το δογματίζειν και αντιλέγειν τοις λόγοις και δολιεύεσθαι εν μηχανήμασι και πανουργίαις πονηραίς και εν τοις λοιποίς τρόποις τοις καθυβρίζουσι τον άνθρωπον.
Αύτη εγγίνεται και ταύτη εστί φυσίωσις και υπερηφανία* ότι εαυτή ανατίθησι πάν πράγμα καλόν και ουκ επί τον Θεόν αναφέρει.
Η πίστις δε τη χάριτι λογίζεται τα έργα αυτής.
Δια τούτο και επαρθήναι ου δύναται, καθώς γέγραπται «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ» · και πάλιν, «ουκ εγώ δε, άλλ' η χάρις του Θεού η συν εμοί».
Και όπερ είπεν ο μακάριος Απόστολος, ότι «η γνώσις φυσιοί», περί της γνώσεως ταύτης είρηκε, της μη συγκεκραμένης τη πίστει και τη ελπίδι τη είς Θεόν, και ουχί περί της γνώσεως της αληθείας είπε.
Μη γένοιτο.
Η γνώσις της αληθείας εν ταπεινώσει τελειοί την ψυχήν των κτώμενων αυτήν, ως τον Μωυσέα και τον Δαβίδ και τον Ησαίαν και τον Πέτρον και τον Παύλον και τους λοι­πούς αγίους τους αξιωθέντας αυτής της γνώσεως της τελείας, κατά το μέτρον της ανθρωπίνης φύσεως.
Και εκ των παρηλλαγμένων θεωριών και των αποκαλύψεων των θείων και εκ της θεωρίας της υψηλής των πνευματικών και εκ των αρρή­των μυστηρίων καταπίνεται η γνώσις αυτών πάντοτε εκ των ομοίων τούτων, και σποδόν και χουν αριθμείται η ψυχή αυτών εν τοις εαυτών οφθαλμοίς Η δε ετέρα γνώσις πρεπόντως φυσιούται ότι εν τη σκοτία πορεύεται και εκ της ομοιότητας των επί γης δοκιμάζεται τα όντα αυτή, και ου γινώσκει ότι εστί τι κρείττον αυτής.
Και πάντες δε υπό της επάρσεως αρπάζονται, δια το είναι αυτούς εν τη γη και εν τη σαρκί την αυτών πολιτείαν ζυγοστατείν και εις τα έργα αυτών επερείδεσθαι, αλλά μη εις τα ακατάληπτα διαλογίζεσθαι εν τω νοΐ αυτών.
'Έως αν εν τούτοις τοις κύμασιν ώσιν εμπλέοντες, τούτο πάσχουσιν.
Οι δε άγιοι την αρετήν την ένδοξον της θεότητος εκτελούσι.
Και η εργασία αυτών άνω εστί και ουκ εκκλίνει το φρό­νημα αυτών μεριμνήσαι περί των ευρέσεων και των ματαίων.
Οι γαρ εν τω φωτί πορευόμενοι ου δύνανται πλανηθήναι.
Δια τούτο πάντες οι πλανηθέντες εκ του φωτός της επιγνώσεως του Υιού του Θεού και εκκλίναντες από της αληθείας, εν ταύταις ταίς τρίβοις διαπορεύονται.
Αύτη η τάξις της γνώσεως η πρώτη, εν η τις τη επιθυμία της σαρκός κατακολουθεί.
Ταύτην ψέγομεν και εναντίον ου μόνον τη πίστει, αλλά και πάση αρετής εργασία, αποφαινόμεθα.


ΛΟΓΟΣ ΞΔ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ[Επεξεργασία]

Ότε δε καταλείψας τις την τάξιν την πρώτην και εν τοις διαλογισμοίς και ταίς επιθυμίαις στραφή της ψυχής, ταύτα τα προγεγραμμένα καλά εργάζεται εν τοις νοήμασι, της ψυχής μετά των αισθήσεων των εν τω σώματι εν τω φωτί της φύσεως αυτής.
Ταύτα δέ είσι νηστεία, ευχή, ελεημοσύνη, ανάγνωσις των θείων Γραφών, οι τρόποι της αρετής, πάλη προς τα πάθη, και τα λοιπά.
Πάντα γαρ τα πράγματα τα αγαθά και τάς διαφοράς τάς καλάς τάς εν τη ψυχή θεωρουμένας και τους τρό­πους τους θαμαυστούς, τους εν τη αυλή του Χριστού διακονουμένους, εν τη δευτέρα ταύτη τάξει της γνώσεως τελειοί το Πνεύ­μα το άγιον εν τη εργασία της δυνάμεως αυτής.
Και αύτη ευθύνει τη καρδία τρίβους, προς την πίστιν ημάς οδηγούσας και εν αυτή συνάγομεν εφόδια τω αιώνι τω αληθινώ.
Ακμήν δε και έως τούτων σωματική εστίν η γνώσις και σύνθετος, και εν αύτη οδός εστίν η οδηγούσα ημάς και παραπέμπουσα τη πίστει.
Άλλ' εστί και τάξις υψηλότερα αυτής και, εάν τις προκόψη, ευρίσκει αναβιβασθήναι εν αυτή εν τη βοηθεία του Χριστού.
Ότε θήσει το θεμέλιον της εργασίας αυ­τής εν τη ησυχία τη εκ των ανθρώπων και εν τη αναγνώσει των Γραφών και τη ευχή και τοις λοιποίς αγαθοίς, εν οίς τελειούται τα της δευτέρας γνώσεως, και εν αυτή ενεργείται πάν­τα τα καλά, ήτις καλείται γνώσις των πραγμάτων, διότι εν τοις αισθητοίς πράγμασι δια των σωματικών αισθήσεων τελειοί το εαυτής έργον εν τη τάξει τη εξωτέρα.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΞΕ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΤΡΙΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΗΤΙΣ ΕΣΤΙ ΤΑΞΙΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ[Επεξεργασία]

Πως ούν λεπτύνεται τις και κτάται το πνευματικόν και ομοιούται τη πολιτεία των αοράτων δυνάμεων, των λει­τουργουσών μη τη αισθητή ενεργεία των έργων, αλλά τη τελειουμένη εν τη της διανοίας φροντίδι, άκουσον όταν η γνώσις υψωθή εκ των γηίνων και εκ της μερίμνης της εργασίας αυτών, και άρξηται απόπειραν ποιείσθαι των διαλογισμών εαυ­τής εν τοις κεκαλυμμένοις έσωθεν των οφθαλμών και τρόπω τινι καταφρονήση των πραγμάτων, εξ ων η σκολιότης των πα­θών γίνεται, και απλώση εαυτήν άνω και ακολουθήση τη πίστει εν τη μερίμνη του μέλλοντος αιώνος και εν ταίς επιθυμίαις ταίς επαγγελθείσαις ημίν και εν τη εξετάσει των κρυπτών μυ­στηρίων, τότε αύτη η πίστις καταπίνει ταύτην την γνώσιν και στρέφεται και τίκτει αυτήν εξ αρχής, ως γενέσθαι αυτήν όλην έξ όλου πνεύμα.
Τότε δύναται πετασθήναι εν ταίς χώραις των ασωμάτων πτέρυξι και άψασθαι του βάθους της θαλάσσης της αναφούς, διανοούσα τάς θείας και θαυμαστάς κυβερνήσεις, τάς εν ταίς φύσεσι των νοητών και αισθητών, και εξετάσαι τα μυστήρια τα πνευματικά, τα εν διανοία απλή και λεπτή καταλαμβανό­μενα.
Τότε αι αισθήσεις αι έσω εξυπνίζονται εις εργασίαν του πνεύματος, κατά την τάξιν την γινομένην εν εκείνη τη διαγωγή της αθανασίας και της αφθαρσίας, διότι την ανάστασιν την νοητήν, ως εν μυστηρίω, εκ των ώδε εδέξατο, προς μαρτυρίαν αληθινήν της ανακαινίσεως των πάντων Ούτοι εισίν οι τρεις τρόποι της γνώσεως, εν οίς συνάπτεται πάς ο δρόμος του ανθρώπου εν τω σώματι, και εν τη ψυχή, και τω πνεύματι.
Όθεν και τις άρχεται διακρίνειν μέσον του κακού και του αγαθού, και έως του εξελθείν αυτόν εκ του κόσμου τούτου, εν τοις τρισι μέτροις τούτοις η γνώσις τής ψυχής αυτού εισέρχεται και το πλήρωμα πάσης αδικίας και ασε­βείας και το της δικαιοσύνης και του άψασθαί τε του βάθους πάντων των μυστηρίων του πνεύματος* μία γνώσις εργάζεται εν τοις ρηθείσι τρισι μέτροις και εν αυτή εστί πάσα κίνησις νοός, ότε ανέρχεται ή κατέρχεται εν τοις αγαθοίς ή κακοίς ή μέσοις.
Ταύτα δε τα μέτρα καλούσιν οι πατέρες φύσιν, παρά φύσιν, και υπέρ φύσιν, και ταύτα είσι τα τρία πλάγια, εν οίς ανά­γεται και κατάγεται η μνήμη της ψυχής της λογικής, καθώς ερρέθη.
Ότι, όταν εν τη φύσει εργάζηται τις την δικαιοσύνην ή υπεράνωθεν της φύσεως αρπάζεται εν τη μνήμη αυτής, εν τη θεωρία του Θεού έσωθεν της φύσεως ή εξέρχεται βοσκήσαι χοίρους, ως ο απολέσας τον πλούτον της διακρίσεως αυτού, ός ειργάζετο μετά του πλήθους των δαιμόνων.

ΑΝΑΚΑΙΦΑΛΕΩΣΙΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ

Η τάξις η πρώτη της γνώσεως ψυχραίνει την ψυχήν εκ των έργων του δρόμου οπίσω του Θεού.
Η δευτέρα θερ­μαίνει αυτήν εις τον δρόμον τον ταχύν τοις εν τω βαθμώ της πίστεως.
Η τρίτη δε η της εργασίας ανάπαυσις, όπερ εστί τύπος του μέλλοντος, εν τη αδολεσχία μόνη της διανοίας τρυφώσα εν τοις μυστηρίοις των μελλόντων.
Αλλά τω μηδέπω ύψωθήναι την φύσιν τελείως εκ της τάξεως της νεκρώσεως και του βάρους της σαρκός και τελειωθήναι εν εκείνη τη πνευματική τη υψηλοτέρα της άλλης της εκκλινούσης, αδυνατεί και προς την τελείωσιν την μη έχουσαν λείψιν λειτουργήσαι και εν τω κόσμω της νεκρώσεως είναι, και αφείναι την της σαρκός φύσιν τε­λείως, έως αν ακμήν εν αυτή αναστρέφηται.
Εν μεταβολή γίνεται εν τούτω και εν εκείνω.
Και άπαξ ως πτωχός και πένης η ψυχή αυτού λειτουργεί εν τη δευτέρα τάξει τη μέση, εν τη αρετή τη εν τη φύσει τεθείση ενεργηθήναι δια της του σώματος φύσεως.
Και εν καιρώ, κατά τους λαβόντας το πνεύμα της υιοθεσίας εν μυστηρίω της ελευθερίας, απο­λαύει της χάριτος του Πνεύματος, κατά την άξίαν του δόντος αυτήν.
Και πάλιν υποστρέφει εις ταπείνωσιν των έργων αυτής, ταύτα δε είσι τα δια του σώματος.
Και αύτη διαφυλάττει αυτά, μήπως αιχμαλώτιση αυτήν ο εχθρός εν τοις δελεάσμασι τοις ευρισκομένοις εν τω αίώνι τούτω τω πονηρώ και εν τοις διαλογισμοίς τοις τεταραγμένοις και εκκλινομένοις.
Διότι, όσον εστίν ο άνθρωπος κάτωθεν του καλύμματος της θύρας της σαρκός εγκεκλεισμένος, ουκ έχει πεποίθησιν.
Διότι ουκ εστί τε­λεία ελευθερία εν τω αιώνι τω ατελεί.
Πάσα γαρ εργασία της γνώσεως, εις εργασίαν και διατριβήν εστίν, η δε εργασία της πίστεως, ουκ εν τοις έργοις ενεργείται, άλλ' εν ταίς εννοίαις ταίς πνευματικαίς, εν εργασία γυμνή της ψυχής πληρούται και υπεράνωθεν εστί των αισθήσεων.
Η γαρ πίστις λεπτότερα της γνώσεως, καθώς η γνώσιςτων πραγμάτων των αισθητών.
Πάντες γαρ οι άγιοι την πολιτείαν ταύτην καταξιωθέντες ευρείν, όπερ εστίν έκπληξις εις Θεόν, εν τη δυνάμει της πίστεως διάγουσιν εν τη τροφή της πο­λιτείας εκείνης της υπέρ φύσιν.
Πίστιν δε λέγομεν, ουκ εν ή πιστεύει τις εν τη διαφορά των προσκυνητών υποστάσεων τε και θείων και εν τη οικονομία τη θαυμαστή τη εν τη ανθρωπότητι εν τη προσλήψει της φύσεως ημών, ει και αυτή υψηλή εστί λίαν, αλλά την πίστιν την εκ του φωτός της χάριτος ανατέλλουσαν εν τη ψυχή, εν τη μαρτυρία της διανοίας στηρίζουσαν την καρδίαν αδίστακτον εί­ναι εν τη πληροφορία της ελπίδος τη απεχούση από πάσης οιήσεως και ουκ εν τη επιδόσει της ακοής των ώτων εαυτήν δει­κνύει, αλλ’ εν τοις πνευματικοίς οφθαλμοίς τα μυστήρια τα κεκρυμμένα εν τη ψυχή, και τον κρυπτόν και θείον πλούτον, τον κεκρυμμένον εκ των οφθαλμών των υιών της σαρκός και αποκαλυπτόμενον εν τω Πνεύματι τοις εν τη τραπέζη του Χριστού διαιτωμένοις εν τη αδολεσχία των νόμων αυτού, καθώς είπεν «εάν τηρήσητε τάς εντολάς μου, αποστελώ υμίν τον Παράκλητον, το Πνεύμα της αληθείας, όπερ ο κόσμος ου δύναται δέξασθαι», κακείνος διδάσκει υμάς πασάν την αλήθειαν.
Ούτος δεικνύει τω ανθρώπω την δύναμιν την αγίαν, την ενοικούσαν εν αυτώ εν παντί καιρώ, την σκέπην, την ισχύν την νοητήν την σκεπάζουσαν τον άνθρωπον πάντοτε και αποδιώκουσαν άπ' αυτού πάσαν βλάβην, του μη προσεγγίσαι τη ψυχή αυτού ή τω σώματι.
Ης τίνος ο νους ο φωτεινός και νοητός αοράτως τοις οφθαλμοίς αισθάνεται της πίστεως, ήτις τοις αγίοις τη πείρα αυτής πλέον γινώσκεται.
Εκείνη δε η δύναμις αυτός εστίν ο Παράκλητος, εν τη ισχύι της πίστεως κατακαίων τα μέρη της ψυχής, ως εν πυρί.
Και ορμά και καταφρονεί παντός κινδύνου τη ελπίδι του Θεού, και εν τοις πτεροίς της πίστεως υψούται εκ της ορατής κτίσεως και ως μεθύουσα γίνεται αεί εν τη εκπλήξει της μερίμνης της κατά Θεόν, και εν τη θεωρία τη ασυνθέτω και εν τη κατανοή­σει τη αοράτω της θείας φύσεως εθίζουσα την διάνοιαν προσέχειν τη αδολεσχία των κρυφίων αυτής.
Έως γαρ αν έλθη εκεί­νο, όπερ εστίν η τελείωσις των μυστηρίων, και αξιωθώμεν φα­νερώς της αποκαλύψεως αυτών, η πίστις λειτουργεί μεταξύ του Θεού και των άγιων μυστήρια άρρητα.
Ων αξιωθείημεν, δια της χάριτος αυτού του Χριστού, εν­ταύθα μεν ως αρραβώνος, εκεί δε εν υποστάσει της αληθείας, εν τη βασιλεία των ουρανών μετά των αγαπώντων αυτόν.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΞΣΤ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ[Επεξεργασία]

Η γνώσις αναστρεφομένη εν τοις ορατοίς, η εν ταίς αισθήσεσι δεχόμενη την διδαχήν αυτών, φυσική ονομάζεται, η δε εν τη δυνάμει των νοητών και έσωθεν εαυτής εν ταίς φύσεσι των ασωμάτων, πνευματική ονομάζεται, διότι την αίσθησιν εν τω πνεύματι δέχεται και ουκ εν ταίς αισθήσεσι.
Και ταύταις ταίς δυσί γνώσεσιν έξωθεν γίνονται τη ψυχή είς κατανόησιν αυτών.
Η δε εν τη θεία γενομένη υπέρ την φυσιν ονομάζεται και άγνωστος μάλλον και ανωτέρα της γνώσεως.
Ταυτής δε θεωρίαν ουκ εν ύλη τη έξωθεν αυτής κατά τάς πρώτας δέχεται η ψυχή, αλλ' αύλως εαυτής έσωθεν εν δωρεά ευθέως και ανελπίστως φανερούται, και αποκαλύπτεται εκ των ένδον, διότι «η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστί»' και ουκ εστίν εν τόπω ελπιζομένη, «ουδέ εν παρατηρήσει έρχεται», κατά τον λόγον του Χριστού, αλλ' έσωθεν της ει­κόνος της διανοίας της κρυπτής αποκαλύπτεται αναιτίως, χωρίς της υπέρ αυτής μελέτης.
Διότι ουχ ευρίσκει εν αυτή ύλην η διάνοια.
Ερμηνείαι αυτών.
Η πρώτη γνώσις εκ της διηνεκούς μελέτης και εκ της σπουδής της μαθήσεως εγγίνεται, η δευτέ­ρα δε εκ της αγαθής πολιτείας και της πίστεως της διανοίας η τρίτη δε τη πίστει και μόνη κεκλήρωται, διότι εν αυτή καταργείται η γνώσις και τα έργα περαίωσιν λαμβάνει και αί αισθή­σεις γίνονται περισσοί εις χρείαν.
Όσον ουν εκ τούτου του όρου η γνώσις κατέρχεται, τιμάται, και καθ' όσον κατέρχεται, πλέον τιμάται μάλλον.
Και όταν φθάση την γήν και τα γήϊνα, ή γνώσις εστίν ή δεσπόζουσα των πάντων και έκτος αυτής έκαστον πράγμα χωλόν εστί και αργόν.
Ότε δε υψώσει η ψυχή την θεωρίαν αυτής άνω και απλώσει τάς εννοίας αυτής εν τοις επουρανίοις και επιθυμήσει τα μη τοις του σώματος οφθαλμοίς δρώμενα και ων ουκ εν εξουσία η σαρξ, τότε εν τη πίστει συνί­στανται πάντα.
Ήν και δωρήσαιτο ημίν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο ων ευλογητός εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΞΖ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΗΣ ΖΗΤΟΥΣΗΣ ΤΗΝ ΒΑΘΕΙΑΝ ΘΕΩΡΙΑΝ ΤΟΥ ΒΥΘΙΣΘΗΝΑΙ ΕΝ ΑΥΤΗ ΑΠΟ ΤΩΝ ΣΑΡΚΙΚΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ[Επεξεργασία]

Παν πράγμα υψηλότερον άλλον, εγκέκρυπται εξ εκείνου, ου εστίν ανώτερον.
Και τούτο, ουχί παραπέτασμα τι άλ­λου σώματος, κέκτηται εν τη φύσει, τουτέστιν εις το δύνασθαι αποκαλύψαι την κρυφιότητα αυτου.
Πάσα ουσία νοητή τάς διαφοράς των ίδιων πραγμάτων ουκ έξωθεν αυτής κέκτη­ται, άλλ' ένδοθεν των κινήσεων αυτής περιωρισμένας έχει* τουτέστιν εις το τηλαυγέστερον δύνασθαι αμέσως υπεισδύναι προς υποδοχήν του πρώτου φωτός, ή κατά ετέραν τάξιν, ήτις ου κέκτηται δηλονότι διαφοράν εν τόπω, αλλά κατά την της υποδοχής τε και υπεροχής καθαρότητα, η κατά το μέτρον των νοών προς δύναμιν της υποδοχής των άνω διανύξεων και δυ­νάμεων.
Νοητή πάσα ουσία εξ εκείνων κέκρυπται των υποκάτω αυτής, ουχί δε τη φύσει απ' αλλήλων, αλλά ταίς των αρετών κινήσεσι.
Και τουτο λέγω, εκ των περί των αγίων Δυνάμε­ων και των ψυχικών Ταγμάτων και των δαιμόνων.
Τα πρώτα από των μέσων και ταύτα από των τρίτων τη τε φύσει και τω τόπω και ταίς κινήσεσιν, έκαστον των ταγμάτων άφ' εαυτού και προς αυτό τη γνώσει απ' αλλήλων κεκρυμμένα είσιν, είτε ορώνται είτε μη από δε των κάτω, τη φύσει.
Διότι η δράσις των ασωμάτων ουκ εστίν έξωθεν αυτών, ως των σωματικών, αλλά το οράν αυτούς αλλήλους έσωθεν των κινήσεων αυτών λέγεται είναι ταίς τε αρεταίς και τω μέτρω των κινήσεων.
Του­του ένεκεν εάν ισομοιρία τετιμημένοι ώσι, καν απώσιν απ' αλ­λήλων, ορώσιν αλλήλους, ουχί φαντασία, αλλά αψευδεί οράσει και φύσει αληθινή, πλην της αιτίας των πάντων, ήτις υπέρκειται ταύτης της διαφοράς, αύτη μόνη η προσκυνητή.
Οι μέντοι δαίμονες, ει και λίαν εισίν εναγείς, ουκ είσιν απ' αλλήλων κεκρυμμένοι εν ταίς εαυτών τάξεσι, τάς δε δυο τάξεις, τάς ουσας υπεράνω αυτών, ουχ ορώσι.
Διότι η πνευμα­τική δράσις το φως εστί της κινήσεως, και αυτό τουτο εστίν αυτοίς έσοπτρον τε και όμμα.
Όταν δε σκοτισθώσιν αι κινήσεις, ουχ ορώσι τάς υπερκειμένας τάξεις.
Αλλήλους μεν γαρ, καθότι παχυτεροι εισί των πνευματικών ταγμάτων, κατά την ιδίαν τάξιν ορώσι.
Και τα των μεν δαιμόνων ουτως έχει.
Αι ψυχαί δε, εν όσω μεμολυσμέναι και σκοτειναί είσιν, οράν ου δύνανται, ουτε αλλήλαις ούτε εαυτάς.
Εάν γαρ καθαρθείσαι προς την αρχαίαν πλάσιν επανέλθωσι, τηλαυγώς ορώσι τας τρεις τάξεις ταυτας, φημί την τε υποκάτω αυτών, και την επάνω, και αύται αλλήλαις.
Ουχ ότι αλλοιούνται σχήματι σωματικώ και τότε καθορώσιν, είτε αγγέλους είτε δαί­μονας είτε αλλήλας, αλλ' αύτη τη φύσει εισορώσι και πνευματική τάξει.
Εάν δε είπης αδύνατον εστί τουτο, το οραθήναι δαίμονα ή άγγελον, εάν μη αλλοιωθώσι και σχηματισθώσι, λοιπόν ουχί η ψυχή ορά, αλλά το σώμα και ούτως εάν η, τις χρεία της καθάρσεως; ιδού γαρ και τοις μη καθαροίς εν καιρώ φαίνονται οι δαίμονες, ωσαύτως και οι άγγελοι, αλλ όμως τοις σωματικοίς οφθαλμοίς βλέπουσιν, όταν βλέπωσιν, ένθα ουκ εστί χρεία της καθάρσεως.
Όμως ουχ ουτως εστίν η ψυχή η καθαρθείσα, αλλά πνευματικώς βλέπει εν τω οφθαλμώ της φυσεως, τουτέ­στιν εν τω διορατικώ, ήτοι διανοητικώ.
Και ότι αι ψυχαί αλλήλας ορώσι και εν σώματι ούσαι, μη θαυμάσης.
Εγώ γαρ απόδειξίν σοι εναργή αποδείκνυμι δια την του μαρτυρούντος αλήθειαν, λέγω δη του μακαρίου Αθανασίου του μεγάλου, ειπόντος εν τω περί του μεγάλου Αντωνίου συγγράμματι, ότι, φησί, ποτέ ιστάμενος ο μέγας Αντώνιος εν προσευχή, είδε ψυχήν τίνος υψουμένην μετά πολλής τι­μής, και τον καταξιωθέντα τυχείν της τοιαύτης δόξης εμακάρισεν.
Ην δε ουτος ο μακάριος Αμμούν από της Νιτρίας.
Απείχε δε το όρος εκείνο, εν ω διέτριβεν ο άγιος Αντώνιος, από Νιτρίας διάστημα δεκατριών ημερών.
Δέδεικται λοιπόν εκ τούτου του υποδείγματος επί των τριών τάξεων των προειρημένων ότι κάν αφιστώνται απ’ αλλήλων, ορώσι αλλήλας αι πνευματικαί φύσεις, και ότι ου κωλύουσι τα διαστήματα και αι των σωμάτων αισθήσεις του καθοράν αλλήλας.
Ομοίως και αι ψυχαί, όταν καθαρθώσιν, ου σωματικώς βλέπουσιν, αλλά πνευματικώς- διότι η σωματική θέα φανερά εστί και τα έμπροσθεν ορά, τα μέντοι μακράν όντα, άλλης δείται οράσεως.
Αι ανωτάτω τάξεις πολλαί εισί κατά την ύπαρξιν αναριθμήτως, και κατά διαφοράν και τάξιν ονομάζονται.
Δια τι γαρ εκλήθησαν Αρχαί και Εξουσίαι και Δυνάμεις και Κυριότη­τες; Ίσως ως τετιμημέναι.
Και μην ολιγώτεραι εισί των υποτεταγμένων αυταίς, ως έφησεν ο άγιος Διονύσιος, ο Αθηνών επίσκοπος.
Τη εξουσία και τη γνώσει μέγιστοι εισί και μερικώτατοι προς το μέγεθος των οικείων ταγμάτων.
Επεί επεκτείνονται από τάξεως εις τάξιν, έως αν καταντήσωσι εις την ενότητα του μεγάλου και δυνατού παρά πάντας, του κεφαλής υπάρχοντος και θεμελίου πάσης της κτίσεως.
Κεφαλήν δε λέγω ουχί τον κτίστην, αλλά τον προηγούμενον των θαυμάτων των έργων του Θεού.
Πολύ γαρ υπο­δεέστεροι εισί της προνοίας της σοφίας του Θεού, του πλάστου αυτών τε και ημών.
Και τοσούτον εισίν υποδεέστεροι όσον οι τούτοις υποκείμενοι τούτων υποδεέστεροι.
Υποδεεστέρους δε λέγω τη τε υψηλότητι και ταπεινότητα ουκ εν τω τόπω, αλλά τη δυνάμει και τη γνώσει, κατά το μέτρον ο κέκτηνται, ακολου­θούσης της μείζονος και της ελάττονος γνώσεως.
Πάσας γαρ ταύτας τας νοεράς ουσίας η θεία Γραφή εννέα προσηγορίαις πνευματικαίς ωνόμασε, και ταύτας μεν εις τρεις αφώρισε.
Πρώτην μεν εις τους θρόνους τους μεγάλους και υψηλούς και αγιωτάτους και τα πολυόμματα Χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ* δευτέραν δε τη τάξει εις τας Κυριότη­τας και τας Δυνάμεις και τας Εξουσίας- και τρίτην εις τας Αρ­χάς και Αρχαγγέλους και Αγγέλους.
Διερμηνεύοντα δε ταύτα τα τάγματα εκ της εβραΐδος, τα μεν Σεραφίμ θερμαντικά και καυ­στικά, τα δε Χερουβίμ τα πολλά τη γνώσει και τη σοφία, θρόνοι υποδοχή Θεού και ανάπαυσις.
Ωνομάσθησαν δε τούτοις τοις ονόμασι ταύτα τα τάγματα εκ των ενεργειών αυτών.
Οι θρόνοι, οι τίμιοι λέγονται αι Κυριότητες, οι έχοντες εξουσίαν κατά πάσης βασιλείας- Αρχαί, οι τον αιθέρα διοικούντες Εξουσίαι, οι εξουσιάζοντες των εθνών και εκάστου ανθρώπου' Δυνάμεις, οι ισχυροί εν δυνάμει και φοβεροί εν τη θεωρία αυτών Σεραφίμ, οι αγιάζοντες Χε­ρουβίμ, οι βαστάζοντες Αρχάγγελοι, οι γρηγόριοι φύλακες Άγγελοι, οι αποστελλόμενοι.
Εν τη πρώτη ημέρα εκτίσθησαν αι εννέα νοεροί φύσεις εν σιωπή, και μία εν φωνή, όπερ εστί το φως εν δε τη δευτέρα ημέρα το στερέωμα, και εν τη τρίτη ημέρα την συναγωγήν των υδάτων εποίησεν ο Θεός και την βλάστησιν των βοτάνων και τη τετάρτη, τον μερισμόν του φωτός και τη πέμπτη, τα πετεινά και ερπετά και τους ιχθύας και τη έκτη, τα ζώα και τον άνθρωπον.
Η θέσις του κόσμου όλου, το μήκος και το πλάτος.
Η αρχή, η ανατολή,το τέλος, η δύσις τα δεξιά, ο βορράς, τα αρι­στερά, ο νότος.
Και ως κλίνην την γήν όλην έθηκε, και τον ανώτερον ουρανόν ως δέρριν και καμάραν και κύβον τον δε δεύτερον ουρανόν, ως τροχόν κεκολλημένον τω πρώτω και τα άκρα του ουρανού και της γης κεκολλημένα τον δε ωκεανόν, ως ζώνην περικυκλούντα τον ουρανόν και την γήν, και έσωθεν αυτού υψηλά όρη φθάνοντα έως του ουρανού' και τον ήλιον οπίσω των ορέων, διελθείν όλην την νύκτα' και την θάλασσαν την μεγάλην έσωθεν των ορέων τούτων, ήτις κρατεί ως το ήμισυ και τέταρτον της ξηράς γης.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα.


ΛΟΓΟΣ ΞΗ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΦΥΛΑΚΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΛΕΠΤΟΤΕΡΑΣ[Επεξεργασία]

Ει κατά μόνας υπάρχεις εν τω κελλίω σου και ουκ εκτήσω ακμήν δύναμιν αληθινής θεωρίας, μελέτησον αεί εν τη μελέτη των τροπαρίων και των καθισμάτων και εν τη μνήμη του θανάτου και εν τη ελπίδι των μελλόντων.
Ταύτα γαρ συνάγουσι τον νουν και ουκ αφιάσιν αυτόν ρέμβεσθαι, έως αν έλθη η αληθινή θεωρία, ότι η δύναμις του πνεύματος δυνατωτέρα εστί των παθών.
Μελέτησον δε και εις την ελπίδα των μελλόντων μετά της μνήμης του Θεού και κατανόησον καλώς τον νουν των τροπαρίων και παραφυλάττου εκ των πραγμάτων των έξωθεν των κινούντων σε εις επιθυμίας.
Και τα μικρά τα γινόμενα υπό σου εν τω κελλίω σου φύλαξον και αυτά μετά τούτων και ερεύνησον αεί τους λογι­σμούς σου και εύξαι, ίνα κτήση εν πάση αναστροφή σου οφθαλ­μούς.
Εντεύθεν άρχεται βρύειν σοι η χαρά και τότε ευρίσκεις τάς θλίψεις γλυκυτέρας του μέλιτος.
Ουδείς δύναται τα πάθη νικήσαι, ει μη δι' αρετών αισθη­τών θεωρουμένων.
Τον δε μετεωρισμόν του νοός ουδείς δυναται νικήσαι, εί μη εν τη αδολεσχία της γνώσεως της πνευματικής.
Ο νους ημών κούφος εστί και, εάν μη δεσμευθή εν τινι διαλογισμώ , ου παύσεται εκ του μετεωρισμού.
Και χωρίς τελειώσεως των προειρημένων αρετών ου δυνατόν κτήσασθαι την φυλακήν ταυτην.
Εαν γαρ μη νικήση τις τους εχθρούς, ου δύναται εν ειρήνη είναι, και εάν η ειρήνη ου βασιλεύη, πώς δυναται ευρείν τα εντός της ειρήνης αποκείμενα; Τα πάθη γαρ διάφραγμα εισί των κρυπτών αρετών της ψυχής και, ει μη ταύτα πρώτον δια των φανερών καταπέσωσιν, ουχ ορώνται τα έσωθεν τούτων.
Ουδέ γαρ δύναται τις, έξω του τείχους ων, μετά του ένδον συναναστρέφεσθαι.
Και ουδείς θεωρεί τον ήλιον εν τω γνόφω ουδέ την αρετήν της φυσεως της ψυχής μετά της διαμενούσης έτι ταραχής των παθών.
Εύξαι τω Θεώ δούναι σοι αισθηθήναι της εφέσεως του Πνεύματος και της επιποθήσεως αυτού.
Όταν γαρ έλθη σοι αύτη η αίσθησις και η επιπόθησις του Πνεύματος, τότε μέλλεις αποστήναι του κόσμου^ και ο κόσμος αφίσταται από σου.
Τούτου δε, χωρίς ησυχίας και ασκήσεως και ομιλίας της αφωρισμένης αναγνώσεως εις ταύτα, αδύνατον τίνα αισθανθήναι και, χωρίς τούτων, μη ζήτει εκείνα.
Εάν γαρ ζήτησης, στρέφονται μετά μικρόν και γίνονται σωματικά.
Ο νοών νοείτω.
Εν ιδρώτι ευδόκησεν ο σοφός Κυριος φαγείν τον άρτον τούτον.
Ουχί από κακίας δε τουτο εποίησεν, αλλ' ίνα μη γένηται ημίν απεψία και αποθάνωμεν.
Εκάστη γαρ αρετή μήτηρ εστί της δευτέρας.
Εάν ουν αφής την μητέρα την γεννώσαν τάς αρετάς και απέλθης ζητήσαι τάς θυγατέρας, προ του κτήσασθαι την μητέρα αυτών, έχιδναι ευρίσκονται αι αρεταί εκείναι τη ψυχή.
Εάν μη ρίψης αυτάς από σαυτού, ταχέως μέλ­λεις αποθανείν.


ΛΟΓΟΣ ΞΘ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΕΣΤΙ ΧΡΕΙΑ ΕΚΑΣΤΟΥ ΤΟΥΤΩΝ[Επεξεργασία]

Αίσθησις πνευματική εστίν η ποιωθείσα δέξασθαι την δύναμιν τηνθεωρητικήν, ως η κόρη των σωματικών οφθαλμών, των εχόντων εν αυτοίς το φως το αισθητόν.
Θεωρία νοητή εστί γνώσις φυσική, η ενωθείσα τη καταστάσει της φύσεως, ήτις καλείται φυσικόν φως.
Δύναμις αγία εστί χάρισμα του διακριτικού, του τεθέντος μεταξύ του φωτός και της θεωρίας.
Φύσεις εισί τίνα όντα μετά των διακριτικών των εκ του φωτός εις θεωρίαν.
Πάθη είσι καθάπερ ουσία τις σκληρά, άπερ μεσιτεύουσι μεταξύ του φωτός και της θεωρίας και κωλύουσιν εξ αυ­τής την διάκρισιν της διαφοράς των πραγμάτων.
Καθαρότης εστί το τηλαυγές του νοητού αέρος, ούτινος τω κόλπω πτερούται η φύσις η εν ημίν.
Εαν μη ο νους υγιής η εν τη φύσει, ουκ ενεργεί αυτω η γνώσις ώσπερ η σωματική αίσθησις, όταν εξ αιτιών βλαβή, αποστερείται της οράσεως.
Εαν δε ο νους η υγιής, η γνώσις δε ουχ υπάρχη, ουκ ενεργεί ό νους εκτός αυτής την διαφοράν των πνευματικών ώσπερ ο οφθαλμός ο υγιής μεν εν άπασι τοις εαυτού, αμβλυωπών δε προς την δράσιν πολλάκις της αισθήσεως.
Και εάν ταύτα πεφυλαγμένα εν τοις ιδίοις αυτών, χάρις δε μη ή πλησίον αυτών, ανενέργητα μένουσι πάντα εκ της διακονίας των διακρίσεων, καθώς εν ταίς ώραις της νυκτός, δια γαρ το μη είναι ήλιον, μένουσιν ανεπίσκεπτοι, και ότε πάντα ερρωμένα εισί και τετελειωμένα εν τοις εαυτών, λέγομεν ο οφθαλμός και η δράσις, και άτινα πράγματα ου διεκρίθησαν ή διακρίνονται.
Και τουτο εστί το ειρημένον, «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως».
Εάν δε η χάρις του νοητού ηλίου πλησίον γένηται και εις όρεξιν κινή και ερεθίζη και εμποιή νήφειν, καθαρότης δε μη η εν αυτή, ώσπερ αήρ κενός, όστις ου διαυγής εκ της παχύτητος των νεφών και των υλών των σκοτεινών, των ευχερώς εκτεινομένων προς το φως του ηλίου, εν ω ευφραινόμεθα εν ηδονή ταυτης της θεωρίας.
Της θεωρίας χωλαινούσης εκ της διακρίσεως, η φύσις ήργησεν εκ της πράξεως, η ψυχή εκωλύθη αισθέσθαι της ηδονής του ηλίου του δευτέρου του ανατέλλοντος επί τα πάντα, δια τα επιτεθέντα σωματικά, εν οις σκέπονται αί ελλάμψεις της αληθείας, ίνα μη έλθωσιν εφ' ημάς.
Λοιπόν εξ ανάγκης ζητούν­ται ταύτα πάντα τα ρηθέντα, και δια το δυσκόλως ευρείν ταύτα όλα εν ενί ανθρώπω χωρίς λείψεως και αιτίας, και δια το μη δύνασθαι τους πολλούς προς τελειότητα τίνος της πνευματικής γνώσεως φθάσαι.
Η στέρησις μεν εστίν ουτως εκ της ανικανότητος της διανοίας και εκ της συγχύσεως του θελήματος και εκ της θέσεως της μη καθηκούσης τω σκοπώ και εκ της ελλείψε­ως της καθαρότητας και εκ του μη ευρείν διδάσκαλον και οδηγόν, εκ της αποχής της χάριτος («ανδρί μικρολόγω», φησίν, «ου καλός ο πλούτος, ουδέ εξουσιάσαι των μεγάλων») εκ του κωλύματος των καιρών και των τόπων και των τρόπων.
ΕΚΛΟΓΗ ΣΥΝΤΟΜΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Αλήθεια εστίν αίσθησις κατά Θεόν, η εν τη αισθήσει των αισθήσεων του νου του πνευματικού ης περ τινός εν εαυτώ γεύεται.
Αγάπη εστί καρπός της ευχής, η εκ της θεωρίας αυτής οδηγούσα τον νουν ακορέστως εις τον εαυτής πόθον, όταν υπομείνη εν αυτή χωρίς ακηδίας και εν τω νώ εν σιγηροίς ενθυμήμασι της διανοίας εύχεται μόνον εμπύρως και μετά θερ μότητος.
Ευχή εστί νέκρωσις των εννοιών του θελήματος της ζωής της σαρκός ίσος γαρ εστίν ο ακριβώς ευχόμενος τω νεκρουμένω εκ του κόσμου.
Και τούτο εστί το αρνήσασθαι τινά εαυτόν, το καρτερήσαι διαμένειν εν προσευχή.
Λοιπόν η αγάπη του Θεού εν τη αρνήσει της ψυχής ευρίσκεται.
Καθάπερ εκ του σπέρματος του ιδρώτος της νηστείας ο στάχυς της σωφροσύνης βλαστάνει, ούτως εκ του κόρου η ακολασία και εκ της πληρώσεως η ακαθαρσία, επί γαστρί δε πεινώση και τεταπεινωμένη ουδέποτε παρακυψουσιν αισχρότητος λογισμοί.
Πάσα βρώσις βιβρωκομένη πρόσθεσις των εν ημίν χυμών γίνεται και ισχυς φυσική γίνεται εν ημίν, και όταν πλησθώσι τα μέλη τα οργανικά εκ της τάσεως όλου του σώματος της γινομένης εν αυτοίς, ηνίκα συμβή ιδείν τι σωματικόν, ή εάν κινηθή εν τη καρδία άκουσιόν τι, μετά του λογισμου εξαίφνης ύλη ηδονής κινείται εξ εκείνου και διαπέμπεται εν όλω τω σώματι.
Και εί εστίν ισχυρά η διάνοια του σώφρονος και αγνού εν τοις εαυτού λογισμοίς, εκ της αισθήσεως εκείνης της εν τοις μέλεσιν, ευθέως ταράσσεται η διάκρισις αυτού και ως από υψηλού τίνος τόπου κατέρχεται εκ του εαυτού τόπου, εν ώ ίσταται.
Και η οσιότης των λογισμών αυτού κυλίεται και η σωφροσυνη η λαμπρά ρυπούται εν τη εκταράξει των παθών των εισελθόντων είς την καρδίαν εν τη εκπυρώσει των μελών.
Και τότε το ήμισυ της δυνάμεως αυτού εξασθενεί, ώστε ειπείν και του πρώτου σκοπού της ελπίδος εαυτού επιλαθέσθαι και προ του εισελθείν είς τον αγώνα ευρίσκεται χωρίς αγώνος υπεύθυνος, και χωρίς καμάτου των εαυτού εχθρών υπεύθυνος γίνεται υποκάτωθεν του θελήματος του ατόνου της σαρκός.
Ταυτά πάντα αναγκάζει η προαίρεσις η μεγάλη του κόρου του αδιάλειπτου το θέλημα του αγαθού ανθρώπου, και εάν διάγη καλώς εν τω λιμένι της σωφροσύνης, αλλά εκκλίνει παραδοθήναι είς όπερ ουδέποτε εβουλήθη ανελθείν εν τη καρδία εαυτού.
Και όταν κοιμηθή μόνος, η συναγωγή των λογι­σμών των περιεχόντων τάς ματαίας φαντασίας τε και αισχράς περικυκλούσιν αυτόν και ποιούσι την στρωμνήν αυτού εκείνην την καθαράν πανδοχείον πορνείας και θέατρον των θεωριών, όταν κοινωνή τη μετ' αυτών ομιλία εν τω μεθυσμώ των λογισμών και μολύνη τα εαυτού μέλη τα όσια εκτός πλησιασμού γυναικός.
Ποία θάλασσα ταράσσεται ούτω και βράζει εκ του χειμώνος, ώσπερ ταράσσεται ο νους ο καταστάς εν τη ισχύι των κυμάτων των εξυπνιζομένων επ' αυτώ εν τη θαλάσση της σαρκός αυτού εκ της πλησμονής της γαστρός; Ω σωφροσύνη, πόσον λαμπρύνεται το κάλλος σου εν τη χαμευνία και εν τω πόνω της πείνης της αφαιρούσης εκ σου του ύπνου, εκ της κακοπαθείας της σαρκός, της γενομένης ώσπερ λάκκος βαθύς μεταξύ των πλευρών και των εντέρων, δια την αποχήν των βρωμάτων.
Παν βρώμα και πάσα ανάπαυσις λαμβανόμενα έσωθεν ημών, ομοιώματα αισχρά και είδωλα αηδή πλάττουσι και γεννώνται εξ αυτών και εξέρχονται και καθορώνται εν τω τόπω τω κρυπτώ της διανοίας ημών και γαργαλίζουσιν ημάς συγκοινωνήσαι κρυπτώς εν πράγμασιν αισχροίς.
Κένωμα δε γαστρός, χωράν έρημον ποιεί το φρόνημα ημών, το εκ των λογισμών ηρεμούν και ησυχάζον εκ πάντων των ταραχωδών λογισμών.
Εκείνη η εκ του κόρου εμπεπληγμένη, χώρα εστί των θεωριών και τετράπυλον των φαντα­σμάτων των ατόπων ποιεί αυτήν, καν και εν ερήμω ώμεν μόνοι.
«Κόρος» γαρ, φησί, «των πολλών επιθυμεί».
Όταν αξιωθής της χάριτος της θεϊκής και της απαθείας της ψυχής, σύνες ότι ουκ εξ εκείνου του μη διαλθείν δια σου τους αηδείς λογισμούς ή την κίνησιν των λογισμών των εν τω σώματι γινομένων (εκτός γαρ αυτών αδύνατον τίνα είναι), ουδέ εξ εκείνων των ευχερών υπό σου νικωμένων, ότε παντελώς η διάνοια ου μολύνεται, ουδέ ταράσσεται, καν και λίαν υψηλή ή αυτή, αλλ' εξ εκείνων των της ενεργείας της κρείττονος της δια­νοίας ουκ αφίεται ο νους πολεμήσαι μετ' αυτών και απολέσαι αυτούς, αλλ' όταν παρακύψη λογισμός, αρπαγή αρπάζεται εκ των έγγιστα αυτών εν βία τινι τη έξωθεν του θελήματος ούση, τη από συνηθείας και της χάριτος κατασχούση ζύμην εντός της καρδίας, ήπερ εστίν οίκος της διανοίας.
Άλλος εστίν ο νους του αγωνιστού, και άλλη η τάξις της ιερωσύνης.
Διάνοια, ήτις εν ελέει τω ουρανίω ενεκρώθη τω κόσμω, ψιλούς λογισμούς μόνον περί τίνων έχει, χωρίς πά­λης και αγώνος.
Η τελειότης η μετά σαρκός και αίματος συνεζευγμένη, βασιλείαν βασιλεύει των εκ της σαρκός και αίματος βρυόντων, και ουχί καταργήσει καταργεί αυτούς και τους ιδίους της φυσεως, έως αν ακμήν εν τη ζωή τη εκ των στοιχείων σφύζη το νόημα της ζωώσεως του ανθρώπου και εκ των τεττάρων χυμών ο θεμέλιος του νου αυτού λαμβάνει αλλοίωσιν εν πάση κινήσει και ροπή.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ Ο':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ ΕΡΕΘΙΖΟΝΤΩΝ ΟΤΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΡΡΕΘΗΣΑΝ, ΙΝΑ ΜΗ ΑΠΟΛΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΘΕΟΥ ΖΩΝΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΥ ΔΕΙ ΠΡΟΣ ΑΦΟΡΜΗΝ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΑΝΕΙΝ ΕΚΛΑΜΒΑΝΕΙΝ ΑΥΤΟΥΣ[Επεξεργασία]

Την ανδρείαν, ην οι πατέρες εν ταίς θείαις Γραφαίς αυτών τεθείκασι και την δυναμιν την εν ταίς των αποστό­λων και προφητών γραφαίς περί της μετανοίας, ου χρή ημάς εκλαμβάνειν προς βοήθειαν του αμαρτάνειν και καταλύειν τα όρια του Κυρίου τα αδιάβατα, άτινα από αρχαίων ήμερων δια στόματος πάντων των αγίων εν πάσαις ταίς γραφαίς και νομοθεσιαις προς αναίρεσιν της αμαρτίας ωρίσθησαν εν δυνάμει Θεού.
Ινα γαρ ελπίδα μετανοίας σχώμεν, εμηχανήσαντο υποκλέπτειν εκ της αισθήσεως τον φόβον της απογνώσεως, όπως προς μετάνοιαν τρέχη φθάσαι πας άνθρωπος, και μη αδεώς αμαρτάνη.
Ιδού γαρ παντί τρόπω απεφήνατο ο Θεός τον φόβον εν πάσαις ταίς γραφαίς και έδειξε παρ ' αυτώ μισητήν την αμαρτίαν.
Ποίω γαρ τρόπω απεπνίγη η κατά τάς ημέρας του Νώε γενεά εν τω κατακλυσμώ; ουχί χάριν της λαγνείας, ηνίκα εξεμάνησαν κατά του κάλλους των θυγατέρων του Κάιν; Ουκ ην κατά τον καιρόν εκείνον φιλαργυρία, ουδέ πόλεμοι.
Διατί δε αί πόλεις Σοδόμων πυρίκαυστοι γεγόνασιν; ουχ ότι δεδώκασιν εαυτών τα μέλη τη επιθυμία και τη ακαθαρσία, ώστε επικρατήσαι πάντων αυτών κατά το εαυτοίς θέλημα εις πάσας τάς εναγείς και ατόπους πράξεις; Ουχί δια πορνείαν ενός ανθρώπου πεπτώκασιν εις θάνατον εν μιά ροπή είκοσι και πέντε χιλιάδες των υιών Ισραήλ του πρωτοτόκου του Θεού; Τίνος δε χάριν εκβέβληται του Θεού Σαμψών ο γίγας, ο εκ μήτρας αφορισθείς τω Θεώ και αγιασθείς, και προ γενέσεως δι' αγγέλου ευαγγελισθείς κατά Ιωάννην τον του Ζαχαρίου, ο μεγάλης δυνάμεως καταξιωθείς και μεγάλων τεραστίων; Ουχ ότι εμίανε τα μέλη αυτού τα άγια τη συνουσία της πόρνης; Τούτου χάριν ουκ εμακρύνθη απ’αυτού ο Θεός και παρέδωκεν αυτόν τοις εχθροίς αυτού; Δαβίδ δε ο κατά την καρδίαν του Θεού, ο δια τάς αρετάς αυτού εκ σπέρματος αυτού αξιωθείς προσαγαγείν την επαγγελίαν των πατέρων και εξ αυτού εκλάμψαι τον Χριστόν εις σωτηρίαν πάσης της οικουμένης, ουχί δια μοιχείαν μιας γυναι­κός ετιμωρήθη, ηνίκα τοις οφθαλμοίς εθεάσατο το κάλλος αυ­τής και το βέλος εις την ψυχήν αυτού εδέξατο; Τούτου γαρ ένε­κεν επήγειρεν αυτώ ο Θεός εκ του οίκου αυτού πόλεμον και ο εκ της όσφυος αυτού εδίωξεν αυτόν και ταύτα μετά πολλών δακρύων αυτού μετανοήσαντος, ώστε την στρωμνήν αυτού βρέχειν τοις δάκρυσι, και του Θεού ειρηκότος αυτώ δια του προφήτου, «ο Κυριος αφείλε σου το αμάρτημα».
Βούλομαι μνημονεύσαι και τινων προ τούτου.
Τίνος χάριν επήλθεν η οργή και ο θάνατος τω οίκω του ιερέως Ηλί του δικαίου γέροντος, του τεσσαράκοντα έτη εν τη ιερωσύνη διαπρέψαντος; Ουχί δια την ανομίαν των τέκνων αυτού Οφνί και Φινεές; Ουδέ γαρ αυτός επλημμέλησεν, ουδέ εκείνοι τη τούτου γνώμη, άλλ' ότι ουκ είχε ζήλον απαιτήσαι την εκδίκησιν Κυρίου άπ' αυτών και μάλλον τούτους ηγάπα ή τα προστάγμα­τα του Κυρίου.
Ίνα ουν μη υπολάβη τις, ότι εις μόνους τους πάσας τάς ημέρας της ζωής αυτών εν ανομίαις ζήσαντας ενδείκνυσι την οργήν αυτού, χάριν του ατόπου τούτου αμαρτήματος, ιδού εν τοις γνησίοις αυτού ενδείκνυσι τον ζήλον αυτού, εν τε ιερεύσι και κριταίς και άρχουσι και ανθρώποις ηγιασμένοις αυτώ, οίς τάς θαυματουργίας ενεπίστευσεν.
Αποδέδεικται, ότι ουδαμώς, όταν φανώσι τάς θεσμοθεσίας αυτού παραβάντες, παρορά, ως γέγραπται εν τω Ιεζεκι­ήλ, «είπε τω άνθρώπω, ω εντέταλται πορθήσαι την Ιερουσα­λήμ τη αόρατω ρομφαία, άπ' έμπροσθεν του θυσιαστηρίου μου άρξαι, και μη ελεήσης γέροντα μήτε νεώτερον», ίνα ενδείξηται, ότι γνήσιοι και προσφιλείς αυτώ εισίν οι εν φόβω και ευλαβεία πορευόμενοι έμπροσθεν αυτού και ποιούντες το θέλημα αυτού, και άγιοι του Θεού εισίν η ενάρετος πράξις και η καθαρά συνείδησις.
Τους μέντοι εκφαυλίζοντας τάς οδούς Κυρίου, και αυτός εκφαυλίζει αυτούς και απορρίπτει από προσώπου αυτού και την χάριν αυτού αίρει άπ' αυτών.
Διατί γαρ ή άπόφασις η κατά του Βαλτάσαρ εξήλθεν εξαίφνης και ως εν τύπω χειρός τούτον επάταξεν; Ουχ ότι κατετόλμησε των αψαύστων αναθημάτων, ων εφήρπασεν από Ιερουσαλήμ και εις αυτά έπιεν αυτός και αι παλακίδες αυτού; Ουτω και οι αφιερώσαντες τα εαυτών μέλη τω Θεώ, και πάλιν τολμώντες τούτοις εις τάς κοσμικάς πρά­ξεις κεχρήσθαι, αοράτω πληγή απόλλυνται.
Ουκούν μη, τη προσδοκία της μετανοίας και εν τη ευτολμία τη δεδομένη ημίν παρά των θείων Γραφών, καταφρονήσωμεν των του Θεού λογίων και απειλών και παροργίσωμεν αυτόν τη ατοπία των πράξεων ημών και χράνωμεν τα μέλη ημών άπερ καθάπαξ αφιερώσαμεν δουλεύειν τω Θεώ.
Ιδού γαρ ηγιάσθημεν αυτώ και ημείς, ως Ηλίας και Ελισσαίος και οι υιοί των προφητών και οι λοιποί των αγίων και παρθένων, οίτινες τάς μεγάλας θαυματουργίας επετέλουν και πρόσωπον προς πρόσωπον ελάλουν τω Θεώ, και όσοι μετ' εκείνους, ως Ιωάννης ο παρθένος και ο άγιος Πέτρος και ο λοιπός κατάλο­γος των της Καινής ευαγγελιστών και κηρύκων, οίτινες αφιέρωσαν εαυτούς τω Κυρίω και εδέξαντο παρ' αυτού τα μυστή­ρια, οι μεν εκ στόματος αυτού, οι δε δι' αποκαλύψεων, και εγένοντο μεσίται Θεού και ανθρώπων και κήρυκες της βασιλείας τη οικουμένη.

ΛΟΓΟΣ ΟΑ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΕΚΕΙΝΩΝ ΔΙ ΩΝ ΚΤΗΣΑΣΘΑΙ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΙΝ ΤΩΝ ΚΡΥΠΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΩ[Επεξεργασία]

Όσον τις εστίν εν τη ακτημοσύνη, η εκδημία της ζωής ανέρχεται εν τη αυτού διανοία αεί και εν τη ζωή τη μετά την ανάστασιν ποιεί την εαυτού μελέτην πάντοτε και την ετοιμασίαν άπασαν εκείσε μηχανάται εν παντί καιρώ και υπομονήν κτάται κατά πάσης τιμής και σωματικής αναπαύσε­ως εν τω λογισμώ αυτού σπειρομένης και λογισμός υπέρ της καταφρονήσεως του κόσμου εν τη διανοία αυτού σφύζει καθ ώραν.
Και θαρρεί εν τη διανοία αυτού και κτάται κραταιάν καρδίαν εν παντί καιρώ κατά παντός κινδύνου και φόβου εργαζομένου θάνατον άλλ' ουδέ εκ του θανάτου φοβείται.
Διότι εν πάση ώρα αυτώ προσέχει, ως πλησιάζοντι και αυτόν προσδοκά, και η μέριμνα αυτού ερριμμένη εστίν έπι τον Θεόν εν πάση πεποιθήσει αδιστάκτω.
Και εάν απαντήσωσιν αυτώ θλί­ψεις, γίνεται ώσπερ τις πεπεισμένος και γινώσκων ακριβώς, ότι στέφανον προξενούσιν αυτώ, και εν πάση χαρά υπομένει αυτάς και εν αγαλλιάσει και ευφροσύνη υποδέχεται αυτάς.
Διότι γινώσκει, ότι ο Θεός αυτός εστίν ο οικονομήσας αυτάς αυτώ, δια τα κέρδη των αιτιών των αγνώστων εν οικονομία μη φανερουμένη.
Εάν δε συμβή αυτώ εξ αίτιας τινός τι των παρερχομένων κτήσασθαι εν τη εργασία και μηχανή εκείνου του σοφού των κακών πάντων, αυτή τη ώρα ο πόθος του σώματος άρχε­ται κινείσθαι εν τη ψυχή αυτού, και ζωήν μακράν εννοεί και λογισμοί της αναπαύσεως της σαρκός αναβαίνουσι και εξανθούσιν εν αυτώ κατά πάσαν ώραν και κατακρατεί τα του σώματος και ζητεί εν εαυτώ ει δυνατόν κατά πάντα τρόπον τροπώσασθαι τα συνιστώντα αυτώ την ανάπαυσιν αυτού και εξέρχεται εκ της ελευθερίας εκείνης της ανυποτάκτου τινός των λογισμών των του φόβου.
Και εντεύθεν εν πάσι τούτοις τάς εν­νοίας τας ποιούσας την πτόησιν και τάς αιτίας του φόβου εννοεί και διαλογίζεται, διότι ελήφθη εξ αυτού το θάρσος εκείνο της καρδίας, όπερ εκτήσατο ότε ην υψηλότερος του κόσμου εν τη ακτημοσύνη αυτού, ο επλούτισεν εν τη εαυτού ψυχή, δια το κληρονόμον είναι του κόσμου κατά το μέτρον, ων εκτήσατο, και τον φόβον δέχεται κατά τον νόμον και την οικονομίαν την ορισθείσαν εκ Θεού.
Οποίω μέρει ετοιμαζομένων των μελών ημών είς την ενέργειαν αυτού, δούλοι γινόμεθα και πειθήνιοι εν τω δουλεύειν παντί φόβω κατά τον λόγον του Αποστόλου.
Πρό πάντων των παθών η φιλαυτία, προ δε πασών των αρετών η της αναπαύσεως καταφρόνησις.
Ο παραβάλ­λων το σώμα αυτού εν αναπαύσεσιν, εν χώρα ειρήνης θλίβει αυτό.
Ο τρυφήσας εν νεότητι αυτού, δούλος εν τω γήρα αυτού γίνεται και είς τα τελευταία αυτού στενάζει.
Καθάπερ ου δύνα­ται ο την κεφαλήν έχων είς το ύδωρ αναπνεύσαι τον αέρα τον λεπτόν τον επιχεόμενον εν τω κόλπω τω κενώ τούτω, ούτως ου δύναται ο βαπτίζων την διάνοιαν εαυτού εν τη ενταύθα μερίμνη εισδέξασθαι την αναπνοήν της αισθήσεως εκείνου του κόσμου του καινού.
Καθάπερ συγχέει η οσμή του θανάτου την κράσιν του σώματος, ούτως η θεωρία η άτοπος την ειρήνην της διανοίας.
Καθάπερ αδύνατον γενέσθαι την υγείαν και την νόσον εν ενί σώματι και μη φθαρήναι το θάτερον από του ετέρου, ούτως αδύνατον τον πλούτον του αργύρου και την αγάπην εν οίκω γενέσθαι ενί και μη φθαρήναι το εν υπό του ετέρου αυτών.
Καθάπερ η ύαλος ου δύναται εν τω κρούσματι της γειτ­νιάσεως του λίθου σώα διαμείναι, ούτως ουδέ ο άγιος διαμέ­νων και προσμένων και συνομιλών μετά γυναικός διαμείναι εν τη εαυτού καθαρότητι και μη σπιλωθήναι.
Καθάπερ εκτίλλονται τα δένδρα υπό της ραγδαίας των υδάτων και διηνεκούς επιρρεύσεως, ούτω και η του κόσμου αγάπη εκ της καρδίας εν τη επιρρεύσει των πειρασμών επιπιπτόντων τω σώματι.
Ώσπερ καθαίρουσι τα φάρμακα την ακαθαρσίαν των χυμών των πονηρών εκ του σώματος, ούτως η σφοδρότης των θλίψεων καθαιρεί τα πονηρά εκ της καρδίας.
Καθάπερ ου δυνατόν τον νεκρόν αισθέσθαι των πραγμάτων των ζώντων, ούτω του μοναχού του τεθαμμένου εν τη ησυχία ως εν τάφω η ψυχή στερείται του χειμώνος του συνήθους έχοντος υποκαπνίζειν εκ της αισθήσεως των πραγμάτων των εν μέσω ανθρώ­πων αναστρεφόμενων.
Ώσπερ ου δυνατόν αβλαβή διαμείναι τον φειδόμενον του εχθρού αυτού εν τη παρεμβολή του πολέμου, ούτως αδύνατον και τον αγωνιστήν την ψυχήν εαυτού ρύσασθαι εκ της απώλειας του ιδίου φειδόμενον σώματος.
Ώσπερ η νεότης εκ τών φοβερών θεαμάτων εκπλήττεται και δραμούσα επικρατεί τα κράσπεδα των γονέων αυτής, επικαλούμενη αυτούς, ούτως η ψυχή καθ' όσον στενούται και θλίβεται εκ του φόβου των πειρασμών, προστρέχει προσκολληθήναι τω Θεώ, επικαλου­μένη αυτόν εν δεήσει διηνεκεί.
Και όσον οι πειρασμοί διαμένουσιν αλλεπαλλήλως προσπίπτοντες, πληθύνει την δέησιν και όταν εν πλατυσμώ πάλιν γένηται, τφ μετεωρισμώ εαυτήν εκδίδωσιν.
Ώσπερ οί παραδιδόμενοι είς τάς χείρας των κριτών του τιμωρηθήναι υπέρ της κακίας, εάν όταν προσεγγίσωσι ταίς βασάνοις, ταπεινώσωσιν εαυτούς και παραχρήμα εξομολογώνται είς την αδικίαν αυτών, ελαττούται η τιμωρία αυτών και εν μικραίς θλίψεσι λυτρούνται εν τάχει, εάν δε σκληροί προς εξομολόγησιν γένωνται άδικοι τίνες εν αυτοίς προστίθενται αυτοίς βάσανα και εσχάτως ακουσίως εξομολογούνται μετά τα πολλά βάσανα, ηνίκα και αι πλευραί αυτών πληρωθώσι πληγών και ουδέν ωφελούνταν ούτω ημείς όταν υπέρ των πλημμελημάτων ημών, ων ασκόπως εκτησάμεθα, υπό του ελέ­ους παραδιδώμεθα ταις χερσί του δικαιοκρίτου των απάντων και κελευώμεθα κατέναντι της ράβδου των πειρασμών, έως αν ευχερής γένηται ημίν η κόλασις η εκείθεν εάν, ότε προσεγγίσει εν ημίν η ράβδος του κριτού, ταπεινωθώμεν και μνημονεύσωμεν των αδικημάτων και εξομολόγησιν ποιησώμεθα ενώπιον του εκδικητού, εν πειρασμοίς βραχέσι ταχύ ρυσθησόμεθα, εάν δε σκληρυνθώμεν εν ταις θλίψεσιν ημών και μη εξομολογησώμεθα, ως αίτιοι των τοιούτων υπάρχοντες και άξιοι και πλείονα τούτων παθείν, αλλ' επαιτιώμεθα τους ανθρώπους, ποτέ δε και τους δαίμονας, και εν καιρώ την δικαιοσύνην του Θεού, και συνιστώμεν εαυτούς αθώους των τοιούτων έργων και ουκ εννοώμεν, ότι ο Θεός ημάς επί πλέον επίσταται και γινώσκει κάί ότι εν πάση τη γη τα κρίματα αυτού εστί και ότι χωρίς της εντο­λής αυτού ου παιδεύεται άνθρωπος, δια τούτο πάντα τα επερχόμενα ημίν λύπην διηνεκή εμποιεί καί θλίψεις ημών σφοδραί γίνονται και εξ άλλης εις άλλην ως εν σχοινίω παραδιδόμεθα, έως αν γνώμεν εαυτούς και ταπεινωθώμεν και αισθηθώμεν των ανομιών ημών.
Εκτός γαρ του αισθηθήναι ημάς τούτων αδύνατον ελθείν εις κατόρθωσιν.
Και εσχάτως εν πολλαίς καταπονούμενοι θλίψεσιν, ανωφελή ποιούμεν εξομολόγησιν, όποτε μη γενέ­σθαι παράκλησιν πέφυκεν.
Άλλα τούτο το αισθηθήναι τινά των αμαρτημάτων αυτού, εν Θεού εστί γινόμενον χάρισμα και εμπί­πτον εις το φρόνημα, όταν ίδη ο Θεός ημάς, ότι κατεπονήθημεν εν τοις πολυτρόποις πειρασμοίς, ίνα μη απέλθω μεν εν πάσαις ταις συμφοραίς ημών και ταίς θλίψεσι, μηδέν ωφελούμενοι εκ του κόσμου τούτου.
Και ουκ εστίν ότι εκ της των πειρασμών δυσκολίας ου συνίεμεν, αλλ' εκ της αγνωσίας.
Πολλάκις δε τίνες εν τοις τοιούτοις όντες εξέρχονται του κόσμου τούτου υπεύθυνοι και μη εξομολογούμενοι, αλλ' απαρνούμενοι και επαιτιώμενοι, ο δε Θεός ο ελεήμων εξεδέχετο, ει πως ταπεινωθώσιν, ίνα συγχωρήση αυτοίς και ποιήσειεν έκβασιν.
Και ου μόνον των πειρα­σμών αυτών εποίει αν έκβασιν, αλλά και τα παραπτώματα συν­έχω ρησεν, ιλεούμενος τη εξομολογήσει τη μικρά της καρδίας.
Ώσπερ τις άνθρωπος, προσφοράν μεγάλην προσφέρων τω βασιλεί, κτάται όψιν ιλαράν, ούτω του έχοντος δάκρυα εν τη προσευχή αυτού, ο Θεός ο μέγας ο βασιλεύς των αιώνων πάντα τα μέτρα των παραπτωμάτων συγχωρεί και κτάσθαι παρ' αύτω κεχαριτωμένην όψιν ποιεί.
Ώσπερ πρόβατον της μάνδρας εξερχόμενον και εν τω μετεωρισμώ της ποιμάνσεως πορευόμενον, παρά τω φωλεώ των λύκων ίστα εαυτό, ούτως ο μοναχός ο αφορίζων εαυτόν εκ της συναγωγής των εταίρων αυτού εν ονόματι καθίσματος ησυχαστικού, και διαμένει απαν­τών και απερχόμενος και προσεγγίζων ταίς θεωρίαις και τοις θεάτρων θεάμασιν εν ταίς πόλεσι διερχόμενος.
Ώσπερ άνθρωπος επί των ώμων εαυτού μαργαρίτην βαστάζων πολύτιμον και απερχόμενος εν οδώ ληστευομένη και εν φήμαις φημιζομένη κακαίς, εν πάση ώρα εν φόβω εστί, μήπως επιβουλευθή, ούτως ο τον μαργαρίτην της σωφροσύνης βαστάζων και οδεύων εν τω κοσμώ, τη των εχθρών οδώ, έως αν έλθη εν τη μονή του μνήματος (ήτις εστίν η χώρα της πεποιθήσεως) ουκ έχει ελπίδα εξειλήσαι των ληστών και των πορθητών.
Μη τάχα εκείνος ο φέρων τον μαργαρίτην τον πολύτιμον δύναται μη φοβηθήναι; Ούτως ουδέ ουτος γινώσκει εν ποίω τόπω και εκ ποίων και ποία ώρα παρακύπτουσιν επ' αυτώ και γυμνούσιν εξαίφνης αυτόν της ελπίδος αυτού, και έσται εν τη θύρα του οίκου αυτού, όπερ εστίν ο καιρός του γήρως αυτού εκπορθούμενος.
Ωσπερ άνθρωπος πίνων οίνον εν ημέρα πένθους και μεθυσκόμενος άπάσης λυπης των εαυτών πόνων επιλανθάνεται, ουτως ο μεθυσθείς τη αγάπη του Θεού εν τω κόσμω τούτω ός εστίν οίκος κλαυθμού των πόνων και των λυπών εαυτού απασών και γίνεται αναίσθητος εξ όλων των παθών της αμαρτίας, δια την μέθην εαυτού.
Ου τίνος η καρδία τη ελπίδι επιστήρικται του Θεού και η ψυχή ζώον πτερωτόν κούφον εστί, και εν πάση ώρα η διάνοια αυτού εκ της γης υψούται και υπεράνω των ανθρωπίνων ίπταται εν τη αδολεσχία των λογισμών εαυτού και εν τοις αθανάτοις του υψίστου κατατρυφά.
Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΟΒ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙΕΧΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΥΣ ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΑΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ[Επεξεργασία]

Η πίστις η θυρα εστί των μυστηρίων.
Καθάπερ γαρ οι σωματικοί οφθαλμοί τοις αισθητοίς πράγμασιν, ούτω και η πίστις τοις οφθαλμοίς τοις κρυπτοίς.
Εν τοις νοεροίς οφθαλμοίς οφθαλμούς μεν δυο ψυχικούς κεκτήμεθα, καθώς λέγουσιν οι πατέρες, καθάπερ τους δυο οφθαλμούς του σώματος, και ουχ η αυτή χρεία της θεωρίας εν εκάστω.
Εν ενί μεν γαρ οφθαλμώ ορώμεν τα κρυπτά της δόξης του Θεού τα κεκρυμμένα εν ταίς φύσεσιν, ήγουν την δύναμιν αυτού και την σοφίαν και την πρόνοιαν την συναΐδιον την περί ημάς, την καταλαμβανομένην εκ της μεγαλειότητος της κυβερνήσεως αυτού είς ημάς.
Ομοίως δε και τα τάγματα τα ουράνια εν τουτω τω οφθαλμώ θεωρούμεν τα σύνδουλα ημών.
Εν δε τω ετέρω οφθαλμώ θεωρούμεν την δόξαν της φύσεως αυτού της αγίας, ότε ευδοκήσει ο Θεός εισάξαι ημάς είς τα μυστήρια τα πνευματικά και την θάλασσαν της πίστεως ανοίξει εν τη διανοία ημών.
Χάρις μετά χάριν μετά το βάπτισμα η μετάνοια εδόθη τοις ανθρώποις.
Μετάνοια γαρ εστίν αναγέννησις δευτέρα εκ του Θεού.
Και όνπερ εκ της πίστεως αρραβώνα εδεξάμεθα, δια της μετανοίας το χάρισμα αυτού εκδεχόμεθα.
Μετάνοια εστίν η θύρα του ελέους, η ανεωγμένη τοις διώκουσιν αυτήν.
Διά της θύρας ταύτης εισερχόμεθα προς το θείον έλεος, και εκτός ταύ­της της εισόδου ουχ ευρήσομεν έλεος.
Διότι «πάντες ήμαρτον», κατά την θείαν Γραφήν, «δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι».
Η μετάνοια εστίν η χάρις η δευτέρα και τίκτεται εν τη καρδία εκ της πίστεως και του φόβου, ο φόβος δε εστί ράβδος πα­τρική η κυβερνώσα ημάς, έως αν φθάσωμεν εις τον παράδεισον των αγαθών, τον πνευματικόν, και όταν εκεί φθάσωμεν, αφίησιν ημάς και στρέφεται.
Παράδεισος εστίν η αγάπη του Θεού, εν η η τρυφή πάντων των μακαρισμών, όπου ο μακάριος Παύλος ετράφη τροφήν παρά την φύσιν, και αφ' ου εγεύσατο του ξύλου της ζωής εκείσε, έκραξε λέγων «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».
Εκ του ξύλου τούτου εκωλύθη ο Αδάμ δια της συμβουλής του διαβόλου.
Τό ξύλον της ζωής εστίν η αγάπη του Θεού, αφ' ης εξέπεσεν ο Αδάμ και ουκ έτι απήντησεν αυτόν η χαρά, αλλ' εν τη γη των ακανθών εργάζετο και εκοπία.
Οι της αγάπης του Θεού στερηθέντες, άρτον ιδρώτος εσθίουσιν εν τοις έργοις αυτών, καν ευθύτητι πορεύωνται, όν ο πρωτόπλαστος επετράπη φαγείν μετά την έκπτωσιν.
Έως αν εύρωμεν την αγάπην, εν τη γη των ακανθών εστίν η εργασία ημών και εν μέσω των ακαν­θών σπείρομεν και θερίζομεν, καν και ο σπόρος ημών γένηται σπόρος δικαιοσυνης, και εν πάση ώρα κεντούμεθα εξ αυτών, και οπόσον αν δικαιωθώμεν, εν ιδρώτι του προσώπου ημών ζώμεν Και όταν εύρωμεν την αγάπην, άρτον ουράνιον τρεφόμεθα και ενδυναμούμεθα άνευ έργου και κόπου.
Ο ουράνιος άρτος εστίν ο Χριστός, ο κατελθών εκ του ουρανού και ζωήν διδούς τω κόσμω.
Και αύτη εστίν η τροφή των Αγγέλων.
Ο ευρών την αγάπην, τον Χριστόν εσθίει καθ' εκάστην ημέραν και ώραν και αθάνατος γίνεται εκ τούτου.
«Ο τρώ­γων», φησίν, «εκ του άρτου, όν εγώ δώσω αυτώ, θάνατον ουκ όψεται εις τον αιώνα».
Μακάριος εστίν ο εσθίων εκ του άρτου της αγάπης, ός εστίν Ιησούς.
Ότι δε ο εσθίων εκ της αγάπης τον Χριστόν εσθίει τον επί πάντων Θεόν, μαρτυρεί Ιωάννης λέ­γων, «ο Θεός αγάπη εστί».
Λοιπόν ζωήν εκ του Θεού καρπούται ο εν τη αγάπη ζών, και εν τω κόσμω τούτω του αέρος εκείνου της αναστά­σεως οσφραίνεται εκ των ώδε.
Εν τούτω τω αέρι τρυφώσιν οι δίκαιοι εν τη αναστάσει.
Η αγάπη εστίν η βασιλεία, ην επηγγείλατο ο Κύριος μυστικώς τοις Αποστόλοις φαγείν εν τη βασι­λεία αυτού.
Το γαρ εσθίετε και πίνετε εν τη τραπέζη της βασι­λείας μου τι εστίν, ει μη αγάπη; Ικανή γαρ θρέψαι τον άνθρωπον η αγάπη αντί βρώσεως και πόσεως.
Ούτος εστίν ο οίνος, ο ευφραίνων καρδίαν ανθρώπου.
Μακάριος ο πιών εκ του οίνου τούτου.
Εκ τούτου έπιον οι ακόλαστοι και ηδέσθησαν, και οι αμαρτωλοί και επελάθοντο τάς οδους των προσκομμάτων, και οι μέθυσοι και εγένοντο νηστευταί, και οι πλούσιοι και επεθύμησαν την πτωχείαν, και οι πένητες και επλούτησαν τη ελπίδι, και οι άρρωστοι και εγένοντο δυνατοί, και οι ιδιώται και εσοφίσθησαν.
Ώσπερ ου δυνατόν εστί περάσαι την θάλασσαν την μεγάλην χωρίς πλοίου και καράβου, ούτως ου δύναται τις περάσαι χωρίς φόβου προς την αγάπην.
Την θάλασσαν την οζομένην, την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας παρελθείν δυνάμεθα της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου.
Εάν δε οι κωπηλάται ούτοι του φόβου ου κυβερνώσι το πλοίον τούτο της μετανοίας, δι' ης διερχόμεθα την θάλασσαν του κόσμου τούτου προς τον Θεόν, καταποντιζόμεθα εν τη οζομένη θαλάσση.
Η μετάνοια εστί το πλοίον, ο φόβος δε ο κυβερνήτης αυτού, η αγάπη ο λιμήν ο θεϊ­κός.
Καθίζει ουν ημάς ο φόβος εν τω πλοίω της μετανοίας και διαβιβάζει ημάς την θάλασσαν του βίου την οζομένην και προς τον λιμένα τον θείον, ός εστίν η αγάπη, οδηγεί ημάς εις όν πειρώσι πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι εν τη μετανοία.
Και ότε φθάσομεν την αγάπην, εφθάσαμεν εις τον Θεόν, και η οδός ημών ετελειώθη, και διέβημεν προς την νήσον, την εκείθεν του κόσμου ούσαν, όπου ο Πατήρ και ο Υιός και το άγιον Πνεύμα.
Αυτώ η δόξα και το κράτος, και ημάς αξίους ποιήσοι της δόξης αυτού και της αγάπης της δια του φόβου αυτού.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΟΓ' :[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙΕΧΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑΣ ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΑΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΑΣ ΕΝ ΤΗ ΑΓΑΠΗ ΕΛΑΛΗΣΕ ΤΟΙΣ ΕΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΙ ΑΚΟΥΟΥΣΙΝ ΑΥΤΟΥ[Επεξεργασία]

Ουκ έστιν έννοια αγαθή, μη ούσα εκ της χάριτος της θείας, εμπίπτουσα εν τη καρδία, και ουκ εστί λογισμός πονηρός προσεγγίζων τη ψυχή, ει μη προς πειρασμόν και πείραν.
Άνθρωπος φθάσας γνώναι το μέτρον της ασθενείας αυτού, ούτος έφθασε το τέλειον της ταπεινώσεως.
106 Ο οδηγών τα χαρίσματα του Θεού προς τον άνθρωπον, καρδία εστί κινουμένη προς ευχαριστίαν αδιάλειπτον.
Ο οδηγών τον πειρασμόν προς την ψυχήν, η έννοια εστί του γογγυσμού, η κινουμένη αεί εν τη καρδία.
Πάσας τάς ασθενείας των ανθρώπων βαστάζει ο Θεός, άνθρωπον δε αεί γογγύζοντα ουχ υπομένει, εάν μη παίδευση αυτόν.
Ψυχή η απέχουσα εκ πάσης ελλάμψεως της γνώσεως, εν ταίς τοιαύταις εννοίαις ευρίσκεται Στόμα διαπαντός ευχαριστούν, ευλογίαν δέχεται παρά του Θεού, και καρδία διαμένουσα εν ευχαριστία, εμπίπτει εν αυτή η χάρις.
Πρό της χάριτος τρέχει η ταπείνωσις και προ της παιδείας τρέχει η οίησις.
Ο εν τη γνώσει υπερηφανευόμενος παραχωρείται πεσείν εις βλασφημίαν, και ο εν τη αρετή της πράξεως επαιρόμενος, εν τη πορνεία παραχωρείται πεσείν, και ο εν τη σοφία αυτού επαιρόμενος, εν ταίς σκοτειναίς παγίσι της αγνοίας εμπεσείν παραχωρείται.
Άνθρωπος απέχων εκ πάσης μνήμης του Θεού, ούτος εστίν ο βαστάζων εν τη καρδία αυτού κατά του πλησίον μέριμναν εν τη μνήμη τη πονηρά.
Ο τιμών πάντα άνθρωπον εν τη μνήμη του Θεού, ούτος ευρίσκει βοήθειαν παρά παντός ανθρώπου εν τω νεύματι του Θεού, εν τω κρυπτώ.
Ο απολογούμενος υπέρ του αδικουμένου, ευρίσκει τον Θεόν υπέρμαχον αυτού Ο παρέχων τον βραχίονα εαυτού εις βοήθειαν του πλησίον αυτού, λαμβάνει τον βραχίονα του Θεού εις βοήθειαν εαυτού.
Ο κατηγορών τον αδελφόν αυτού εν τη κακίφ αυτού, ευρίσκει τον Θεόν κατήγορον εαυτού.
Ο διορθούμενος τον αδελφόν αυτού εν τω ταμείω αυτού, την ιδίαν κακίαν ιάται, και ο κατηγορών τίνα εν συναθροίσματι, ενισχύει τα ίδια τραύματα.
Ο θεραπεύων τον αδελφόν αυτού κρυπτώς, την ισχύν της αγάπης αυτού έκδηλον ποιεί και ο καταισχύνων αυτόν εν οφθαλμοίς των εταίρων αυτού, την ισχύν του εν αυτώ φθόνου αποδεικνύει.
Φίλος εν κρυπτω ελέγχων, ιατρός σοφός εστίν, ό δε εν οφθαλμοίς πολλών ιατρεύων, ονειδίζων εστίν εν αληθεία.
Σημείον της συμπαθείας εστί συγχώρησις παντός οφλήματος, και σημείον του πονηρού φρονήματος αντιλογία προς τον πταίσαντα.
Ο προς υγείαν προσφέρων την παιδείαν, εν τη αγάπη παιδεύει, ο δε εκζητών εκδίκησιν, κενός εστίν εκ της αγά­πης.
Ο Θεός παιδεύει εν τη αγάπη ουκ αμυνόμενος, μη γένοιτο, άλλ' ίνα ιαθή η εικών αυτού ζητεί και ου φυλάττει την οργήν εις καιρόν.
Ούτος ο τρόπος της αγάπης εκ της ευθύτητας εστί και εμπαθώς εις άμυναν ουκ εκκλίνει.
Δίκαιος σοφός, τω Θεώ εστίν όμοιος* ου γαρ παιδεύει παντελώς άνθρωπον, αμυνόμενος αυτόν εις την κακίαν αυτού, αλλ' η ίνα διορθωθή ο άνθρωπος ή άλλοι φοβηθώσιν η δε μη ομοιούσα ταύτη ουκ εστί παιδεία.
Ο δι' ανταπόδοσιν ποιών το αγαθόν, ταχέως τρέπεται, ο δε τη δυνάμει της γνώσεως εαυτού θαυμάζων εν τη θεωρία την γνώσιν την ούσαν εν τω Θεώ, ούτος, ει και κατακόπτεται σαρκί, ουδέ εν τη διανοία εαυτού επαίρεται, ουδέ εκ της αρετής εκκλίνει ποτέ.
0 φωτίζων την διάνοιαν εαυτού προς την επάξιον του Θεού αμοιβήν, ούτος προς το βάθος της ταπεινοφροσυνης κατήντησε ψυχή τε και σώματι.
Πρό του γαρ εγγίσαι τις τη γνώσει, ανέρχεται και κατέρχεται εν τη πολιτεία αυτού, ότε δε προσεγγίσει τη γνώσει,όλος επάρσει επαίρεται, και όσον υψωθή, ου τελειούται η ανάβασις της γνώσεως αυτού, έως αν έλθη εκείνος ο αιών της δόξης και λάβη τον πλούτον αυτού πάμπαν.
Όσον γαρ τελειούται άνθρωπος προς τον Θεόν, τοσούτον οπίσω αυτού πορεύεται, εν δε τω αληθινώ αιώνι, το πρόσωπον εαυτού δεικνύει αυτώ, ουχ ό,τι εστι.
Όσον γαρ οι δίκαιοι εισέλθωσιν εν τη θεωρία αυτού, την εικόνα ως εν εσόπτρω θεωρούσιν, εκείσε δε την φανέρωσιν της αληθείας θεωρούσιν.
Τό πυρ το εν ξηροίς ξυλοις αναφθέν δυσχερώς σβεσθήσεται, και η θέρμη του Θεού η γινομένη και εμπίπτουσα εν τη καρδία του αποταξαμένου τω κόσμω, η πυρπόλησις αυτής ου σβεσθήσεται και εστί του πυρός δριμυτέρα.
Ο οίνος, όταν η δύναμις αυτού εισέλθη εις τα μέλη, επιλανθάνεται ο νους την ακρίβειαν των πάντων, και η μνήμη του Θεού, ότε κρατήσει νομήν εις την ψυχήν, απόλλυσι πάσαν μνήμης οράσεως εκ της καρδίας.
Διάνοια ευρούσα την σοφίαν του πνεύματος, ως άνθρωπος ευρίσκων πλοίον εν τη θαλάσση, και όταν καθήση εν αυτώ, διαβιβάζει εαυτόν εκ της θαλάσσης του κόσμου τούτου και φθάσαι ποιεί την νήσον του μέλλοντος αιώνος.
Ουτως εστίν η αίσθησις του μέλλοντος αιώνος εν τω κόσμω τούτω, ως νήσος μικρά εν τη θαλασσή, και ο προσεγγίζων αυτή ουκέτι κοπιά εν τοις κύμασι της φαντασίας του αιώνος τούτου.
Ο έμπορος, όταν τελειωθή ο κλήρος αυτού, σπουδάζει απελθείν εις τον οίκον αυτού' και ο μοναχός, όσον ακμήν υπολείπεται ο καιρός της πράξεως αυτού, λυπείται χωρισθήναι εκ του σώματος τούτου, και όταν αισθηθή εν τη ψυχή αυτού, ότι εξηγόρασε τον καιρόν και έλαβε τον αρραβώνα αυτού, επι­θυμεί τον μέλλοντα αιώνα.
Ο έμπορος όσον εστίν εν τη θαλάσση, ο φόβος εν τοίς μέλεσιν αυτού εστί, μήπως επαναστώσιν αυτώ τα κύματα και βυθισθή η ελπίς της εργασίας αυτού' και ο μοναχός όσον εστίν εν τω κόσμω, ο φόβος κατακρατεί της πολιτείας αυτού, μήπως εξυπνισθή κατ' αυτού ο χειμών και απολεσθή το έργον αυτού το εκ της νεότητος αυτού έως γήρως αυτού.
Ο έμπορος την χέρσον θεωρεί, και ο μοναχός την ώραν του θανάτου.
Ο ναύτης τους αστέρας βλέπει, όταν διαβαίνη εν μέσω της θαλάσσης, και προς τους αστέρας κατευθύνει το πλοίον αυτού, έως αν φθάση τον λιμένα- και ο μοναχός εις την ευχήν βλέπει, διότι διορθοί αυτόν και κατευθύνει αυτού την πορείαν προς οποίον λιμένα ευθύνει η πολιτεία αυτού εν τη ευχή τη καθ' ώραν.
Ο ναύτης ορά την νήσον, εν η δήσει το πλοίον αυτού, και εκείθεν εφοδιάζεται και ευθύνεται πάλιν εις άλλην νήσον.
Ουτως εστίν η πορεία του μονάχου όσον εστίν εν τη ζωή ταύτη' από νήσου εις νήσον διαβαίνει, ήτοι από γνώσεως εις γνώσιν, και εν τη αλλαγή των νήσων, ήτοι των γνώσεων, προκύπτει, έως αν ανέλθη εκ της θαλάσσης και προς την πόλιν την αληθινήν εκείνην καταφθάση η πορεία αυτού, εν η οι οικούντες εν αυτή ουκ εμπορεύονται πάλιν, αλλ' έκαστος εν τω πλούτω αυτού επαναπαύεται.
Μακάριος όστις η εμπορία αυτού ου συνεχύθη εν τω κόσμω τούτω τω ματαίω, έσωθεν της μεγάλης θαλάσ­σης ταύτης.
Μακάριος όστις το πλοίον αυτού ουκ εκλάσθη, και φθάσει εν χαρά προς τον λιμένα.
Ο νηχόμενος, γυμνός καταδύνει εν τη θαλάσση, έως αν εύρη τον μαργαρίτην και ο σοφός μοναχός γυμνός διαπορεύεται εν τω βίω, έως αν εύρη εν εαυτώ τον μαργαρίτην Ιησούν Χριστόν, και όταν εύρη αυτόν, ουκ έτι κτάται συν αυτώ τι των όντων.
Ο μαργαρίτης εν τοις ταμείοις φυλάττεται και η τρυφή του μοναχού έσωθεν της ησυχίας συντηρείται.
Η παρθένος εν ταίς συναγωγαίς και εν τοις πλήθεσι των λαών καταβλάπτεται και η διάνοια του μοναχού εν ταίς των πολλών συντυχίαις.
Το όρνεον εκ παντός τόπου προς την καλλιάν αυτού τρέχει του ποιήσαι τέκνα* και ο μοναχός ο έχων διάκρισιν ταχύνει εις το σκήνωμα εαυτού, του ποιήσαι εν αυτώ καρπόν ζωής.
Ο όφις όταν θλασθή όλν το σώμα αυτού, την κεφαλήν αυτού τηρεί.
και ο σοφός μοναχός παραφυλάττεται εν παντί καιρώ την πίστιν αυτού, ήτις εστί αρχή της ζωής αυτού.
Νεφέλη καλύπτει ήλιον, και λόγοι πολλοί την ψυχήν την αρξαμένην φωτίζεσθαι εν τη θεωρία της ευχής καλύπτουσι.
Τό όρνεον το καλούμενον Ερωδιός, εν εκείνω τω καιρώ ευφραίνεται και αγαλλιάται κατά τον λόγον των σοφών, όταν αφορίση εαυτόν εκ της οικουμένης και πορευθή εις έρημον τόπον και οικήση εν αυτώ* ούτω και η ψυχή του μονάζοντος εν εκείνω τω καιρώ δέχεται την ουράνιον χαράν, όταν μακρυνθη εκ των ανθρώπων και απέλθη και οικήση εις την χώραν της ησυχίας και προσδοκήση τον καιρόν της εξόδου αυτού.
Ερρέθη περί του ορνέου του λεγομένου σειρήνας, ότι έκαστος ακούων του μέλους της φωνής αυτού, ούτως αιχμα­λωτίζεται οπίσω αυτού εν τη οδοιπορία της ερήμου, ως επιλανθάνεσθαι εν τη ηδύτητι του μέλους και αυτής της ζωής και πίπτειν και αποθνήσκειν.
Τούτω απεικάζεται το πράγμα της ψυχής.
Όταν γαρ εμπέση η γλυκύτης η ουράνιος εν αυτή, έκ του μέλους της ηδύτητος των λογίων του Θεού των εμπιπτόν­των εν αισθήσει εν τω νοΐ, ούτως όλη απέρχεται οπίσω αυτής, ως επιλανθάνεσθαι της ζωής ταύτης της σωματικής και στερείσθαι το σώμα των ορέξεων αυτού και υψούσθαι αυτήν προς τον Θεόν έκ της ζωής ταύτης.
Δ ένδρον εάν μη αποβάλη εαυτού τα πρότερον φύλλα πρώτον, ουκ εκφέρει τους νεαρούς κλάδους· και μοναχός, έως αν μη απορρίψειεν από της καρδίας αυτού την μνήμην των προτέρων εαυτού, ουκ εκφέρει νεαρούς καρπούς και κλάδους εν Ιησού Χριστώ.
Ο άνεμος λιπαίνει τους καρπους, και η μέριμνα του Θεού τους καρπούς της ψυχής.
Μύαξ, εν ω ο μαργαρίτης τίκτεται, κτίζεται εν αυτώ είδος τι σπινθήρος έκ της αστραπής και έκ του αέρος δέχεται την ύλην, καθώς εστί λόγος, και έως τότε σάρξ εστί ψιλή· και η καρδία του μονάχου έως αν δέξηται την ύλην την ουράνιον εν συνέσει, το έργον αυτής ψιλόν εστί και ουκ έχει έσωθεν των μυάκων τον καρπόν της παρακλήσεως.
Ο κύων ο λείχων το ρινίον, έκ του αίματος εαυτού πίνει, και ουκ οίδε την βλάβην αυτού έκ της γλυκύτητας του ιδίου αίματος* και ο μοναχός ο κλίνων πιείν κενοδοξίαν, εκ της ζωής αυτού συμπίνει, και ουκ αισθάνεται της βλάβης αυτού έκ της γλυκύτητος της προς ώραν γινομένης.
Η δόξα η κοσμική πέτρα εστίν εν τη θαλάσση σκεπαζομένη υπό των υδάτων, και ου γινώσκεται τω ναύτη, έως αν επιστή εν αυτή το πλοίον κάτωθεν και πληρωθή ύδατος* ούτως η κενοδοξία ποιεί εις τον άνθρωπον, έως αν βυθίση και απολέση αυτόν.
Ερρέθη περί αυτής τοις πατράσιν, ότι εν τη κενοδόξω ψυχή στρέφονται πάλιν τα πάθη τα άπαξ ηττηθέντα και εξελθόντα εξ αυτής.
Νεφέλη μικρά σκεπάζει τον κύκλον του ηλίου, και ο ήλιος μετά την νεφέλην λίαν εστί θερμός- και ακηδία μικρά σκεπάζει την ψυχήν, και η χαρά η μετ'αυτήν μεγάλη εστί.
Τοις λόγοις των μυστηρίων των εν τη θεία Γραφή, χωρίς ευχής και αιτήσεως βοηθείας παρά του Θεού, μη προσέγ­γισης, αλλά λέγε Κυριε, δός μοι λαβείν αίσθησιν της δυνάμε­ως της εν αυταίς'.
Κλείδας των νοημάτων των αληθινών των εν ταίς θείαις Γραφαίς την ευχήν λογίζου είναι.
Όταν θελήσης προσεγγίσαι τω Θεώ τη καρδία σου, πρώτον εν τοις σωματικοίς κόποις δείξον αυτώ τον πόθον σου.
Εκ τούτων εστίν η αρχή της πολιτείας- μεγάλως γαρ προσεγγίζει η καρδία τω Θεώ εν τη ενδεία της χρείας εν τη ασκήσει του ενός είδους της τροφής, και ακολουθεί τοις έργοις.
Και γαρ και ο Κύριος εκ τούτου εποίησε τον θεμέλιον της τελειώσεως.
Λόγισαι δε την αργίαν αρχήν σκοτώσεως της ψυχής, σκότωσιν δε επί σκοτώσει τάς συντυχίας των λόγων.
Αφορ­μή δε του προτέρου, το δευτερον.
Εάν γαρ οι λόγοι της ώφελείας οι αμέτρως γινόμενοι σκότωσιν εμποιούσι, πόσω μάλλον τα μάταια; Ευτελίζεται γαρ ή ψυχή εν τω πλήθει της ομιλίας της πολλής, καν η παρασκευή αυτής εις τον φόβον του Θεού η.
Λοιπόν η σκότωσις της ψυχής εκ της αταξίας της πολιτείας γί­νεται.
Το μέτρον και ο όρος εν τη πολιτεία φωτίζουσι την διάνοιαν και την σύγχυσιν αποδιώκουσι.
Η σύγχυσις της διανοίας ή από της αταξίας σκότωσιν εμποιεί τη ψυχή, και η σκότωσις θόλωσιν.
Η ειρήνη εκ της καλής τάξεως γίνεται και το φως εκ της ειρήνης γεννάται εν τη ψυχή, και εκ της ειρήνης ο καθαρός αήρ εν τη διανοία αυγάζει.
Και προς το μέτρον του πελασμού της καρδίας προς την σοφίαν του πνεύματος εκ της του κόσμου αποξενώσεως, τοσούτον δέχεται την χαράν παρά του Θεού και διάκρισιν της σοφίας του πνεύματος εκ της του κόσμου αισθάνεται εν τη ψυχή εαυτού* ότι εν τη σοφία του πνεύματος η σιωπή κατακρα­τεί εν τη ψυχή, εν δε τη κοσμική σοφία η πηγή του μετεωρισμού.
Και μετά την εύρεσιν της πρώτης σοφίας πληρούσαι ταπεινοφροσύνης πολλής και επιεικείας και ειρήνης της βασιλευούσης πάντων των λογισμών σου.
Εντεύθεν και τα μέλη σου παύσονται και ησυχάσουσιν εκ της ταραχής και του στρηνιασμού.
Μετά δε την εύρεσιν της δευτέρας σοφίας κτάσαι την υπερηφανίαν εν τω φρονήματί σου και λογισμούς παρηλλαγμένους αρρήτους και ταραχήν του νοός και αναίδειαν των αι­σθήσεων και γαυρίασιν.
Μή νομίσης, ότι παρρησιασθήσεται εν προσευχή ενώπιον του Θεού άνθρωπος δεδεμένος εν τοις σωματικοίς.
Ψυχή σκνιπευομένη στερείται της σοφίας, η δε ελεήμων σοφισθήσεται παρά του Πνεύματος.
Ώσπερ έλαιον εις φαύσιν της λαμπάδος, ούτως η ελεημοσύνη τρέφει την γνώσιν εν τη ψυχή.
Η κλεις της καρδίας των θείων χαρισμάτων εν τη αγάπη του πλησίον δίδοται, και κατά το μέτρον της λύσεως της καρδίας εκ του δεσμού του σώματος κατά τοσουτον ανοίγεται έμπροσθεν αυτού η θύρα της γνώσεως.
Διάβασις της ψυχής από κόσμου εις κόσμον η υποδοχή της συνέσεως εστί.
Τι ωραία και επαινετή εστίν η αγάπη του πλησίον, εάν μη η μέρι­μνα αυτής περισπάση ημάς εκ της αγάπης του Θεού; Τι ηδεία εστίν η συντυχία των πνευματικών ημών αδελφών, εάν δυνη­θώ μεν φυλάξαι μετ ' αυτής και την μετά του Θεού; Λοιπόν, καλόν εστί φροντίσαι και περί τούτων, έως αν επιτρέπη το αρμόζον τούτο δε εστί το μη πεσείν, προφάσει τούτου, της κρυπτής εργασίας και πολιτείας και αδιαλείπτου ομιλίας της προς τον Θεόν.
Η γαρ σύγχυσις του δευτέρου, εκ της του πρώτου συστάσεως.
Ουχ ικανοί δε ο νους προς δυο ομιλίας.
Η θεωρία των κοσμικών σύγχυσιν τη αποταξαμένη αυτούς ψυχή ποιεί δια το έργον του Θεού.
Και των μεν πνευματι­κών αδελφών η αδιάλειπτος ομιλία βλάπτει, των δε κοσμικών η θεωρία η εξώτερα και μόνη.
Την πράξιν την σωματικήν ου κωλυει η απάντησις των αισθήσεων, ο δε θέλων εκ της ειρήνης της διανοίας τρυγήσα! την χαράν εν τη εργασία τών κρυπτών και εκ των φωνών, χωρίς θεωρίας, ταράσσεται εις την ανάπαυσιν της καρδίας αυ του.
Η νέκρωσις η εσωτέρα χωρίς της αργίας των αισθήσεων ουχ ίσταται, και η σωματική πολιτεία εξυπνισμόν των αισθήσεων θέλει, η δε ψυχική πολιτεία τον εξυπνισμόν της καρδίας.
Ώσπερ εν τη φύσει κρείττων εστίν η ψυχή του σώματος, ούτω κρείσσόν εστί το έργον της ψυχής του σώματος.
Και ώσπερ εν πρώτοις προηγήσατο η πλάσις του σώματος του εμφυσήματος, ούτω και τα σωματικά έργα προηγείται του έργου της ψυχής.
Μεγάλη δύναμις η μικρά πολιτεία η αεί διαμένουσα, και σταγών απαλή διαμένουσα την πέτραν την σκληράν κοιλαίνει.
Όταν προσεγγίση αναστήναι εν σοι ο πνευματικός άνθρωπος, η νέκρωσις η εκ πάντων εξυπνίζεται εν σοι και θερ­μαίνεται η χαρά εν τη ψυχή σου τη ανομοίω της κτίσεως και συγκλείονται οι λογισμοί σου εντός σου εν τη ηδύτητι τη εν τη καρδία σου.
Καί όταν μέλλη ο κόσμος αναστήναι εν σοι, ο μετεωρισμός της διανοίας πληθύνεται εν σοι και το φρόνημα το μικρόν τε και άστατον.
Κόσμον δε καλώ τα πάθη, άπερ κυίσκει ο με­τεωρισμός, και όταν τεχθώσι και τελειωθώσι, γίνονται αμαρτίαι και αποκτείνουσι τον άνθρωπον.
Ώσπερ ου γεννώνται τέ­κνα χωρίς μητρός, ούτως ου γεννώνται τα πάθη χωρίς του μετεωρισμού της διανοίας, και ουδέ τελείωσις της αμαρτίας χωρίς της ομιλίας των παθών.
Όταν πληθυνθή η υπομονή εν ταίς ψυχαίς ημών, σημείον εστίν, ότι ελάβομεν εν τω κρυπτώ την χάριν της παρακλήσεως.
Η ισχύς της υπομονής ισχυρότερα εστί των εννοιών της χαράς των εμπιπτουσών εν τη καρδία.
Η ζωή εν Θεώ, η κατάπτωσις των αισθήσεων εστίν.
Ότε δε ζήσει η καρδία, καταπίπτουσιν αι αισθήσεις.
Η ανάστασις των αισθήσεων εστίν η νέκρωσις της καρδίας.
Και όταν αύται αναστώσι, σημείον εστί της νεκρώσεως της καρδίας από του Θεού.
Εκ των αρετών των μεταξύ των ανθρώπων πραττομένων ου λαμβάνει η συνείδησις την ευθύτητα.
Αρετή, ην δι' άλλων πράττει τις, ου δύναται καθάραι την ψυχήν, προς γαρ μισθόν έργων λογίζεται ενώπιον του Θεού.
Ην δε εν εαυτώ ποιήσει άνθρωπος, προς τελείαν λογί­ζεται αρετήν και τελειοί τα αμφότερα και προς ανταπόδοσιν λογίζεται και καθαρότητα εμποιεί.
Διά τουτο χωρίσθητι του πρώτου και ακολούθησον τω δευτέρω.
Εκτός γαρ μερίμνης της εν τούτω, το καταλείψαι το άλλο, έκπτωσις φανερά εκ του Θεού.
Το δευτερον δε, και τον τόπον του πρώτου αναπληροί χωρίς ενεργείας αυτού.
Η ανάπαυσις και η αργία, απώλεια ψυχής εστί και πλείω των δαιμόνων δύνανται βλάψαι αύται.
Το σώμα το ασθε­νές, όταν καταναγκάσης εις έργα περισσότερα της δυνάμεως αυτού, σκότωσιν επί σκοτώσει εντίθης τη ση ψυχή και σύγχυσιν αυτή μάλλον επιφέρεις.
Το δε σώμα το ισχυρόν, εάν τη ανα­παύσει και τη αργία εκδός, πάσα κακία τελειούται εν τη ψυχή τη οικούση εν αυτώ, και εάν τις μεγάλως επιθυμή το αγαθόν, αλλά μετά μικρόν και αυτήν την έννοιαν του αγαθού, ην είχεν, αίρει απ' αυτού.
Όταν η ψυχή μεθυσθή εν τη χαρά της ελπίδος αυτής και εν τη ευφροσύνη του Θεού, αναισθητεί το σώμα των θλίψε­ων, καν ασθενές η βαστάζει γαρ διπλούν βάρος και ουκ ατονεί, αλλά συναπολαύει και συνεργεί το σώμα εν τη τρυφή της ψυ­χής, και εάν ή ασθενές, όταν εισέλθη η ψυχή εις εκείνην την χαράν του Πνεύματος.
Εαν φυλάξης την γλώσσαν σου, ώ αδελφέ, δίδοταί σοι παρά Θεού η χάρις της κατανύξεως της καρδίας, του θεάσασθαι εν αυτή την ψυχήν σου, και εν ταύτη εισέρχη εις την χαράν του πνεύματος.
Εάν δε η γλώσσα σου νικήση σε, πίστευσόν μοι εις όπερ λέγω σοι, ότι ουδέποτε δυνήση εξειλήσαι εκ της σκοτώσεως.
Εαν μη έχης καρδίαν καθαράν, έχε καν στόμα καθαρόν, ως ο μακάριος Ιωάννης είπεν.
Όταν θελήσης νουθετήσαι τίνα εις το αγαθόν, πρώτον ανάπαυσον αυτόν σωματικώς, και τίμησον αυτόν εν λόγω αγάπης.
Ουδέν γαρ ούτως αιδείσθαι πείθει τον άνθρωπον και μεταλλαγήναι ποιεί από της κακίας αυτού επί τα βελτίονα, ει μη τα σωματικά αγαθά και η τιμή ήνπερ θεωρεί από σου.
Όσον γαρ εις τον αγώνα τον υπέρ του Θεού εισέλθη τις, τοσούτον παρρησιάζεται η καρδία αυτού εν τη ευχή αυτού.
Και όσον εκ πολλών ελκυσθή ο άνθρωπος, στερείται της βο­ηθείας του Θεού.
Μή λυπού εις τάς πηρώσεις του σώματος διότι ο Θεός αναλαμβάνει αυτάς από σου τελείως.
Μη φοβού θάνα­τον διότι ο Θεός ητοίμασε του ποιήσαί επάνωθεν αυτού.
Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΟΔ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΘΕΩΡΙΑΣ[Επεξεργασία]

Η Κυριακή μυστήριον εστί της γνώσεως της αληθείας, ήτις μετά σαρκός και αίματος ου προσδέχεται, καν υπέρκειται των ενθυμήσεων.
Εν τούτω τω αιώνι ουκ εστίν ογδόη, ουδέ σάββατον αληθώς.
Ο γαρ ειπών «κατέπαυσεν ο Θεός τη ημέρα τη εβδόμη», την κατάπαυσιν του δρόμου ταύτης της ζωής εδήλωσε.
Διότι ο τάφος σώμα εστί και εκ του κόσμου εστίν.
Έξ ημέραι εν τη γεωργία της ζωής δια της φυ­λακής των εντολών τελειούνται, και το έβδομον εν τω τάφω ολοκληρούται, και το όγδοον εν τη εξόδω αυτού.
Ώσπερ τα μυστήρια της Κυριακής εν παραβολή δέχονται ενταύθα οι αξιούμενοι και ουκ αυτήν την ημέραν σωματικώς, ούτω και τα μυστήρια του σαββάτου εν παραβολή δέ­χονται οι αγωνισταί, και ουκ αυτό το σάββατον εν αληθεία όπερ εστί κατάπαυσις από παντός λυπηρού και ανάπαυσις τε­λεία των οχληρών.
Μυστήριον γαρ δέδωκεν ημίν ο Θεός, και ουχί ενέργειαν αληθινήν, πολιτεύεσθαι ενθάδε.
Το σάββατον το αληθινόν και ασύγκριτον το μνήμα εστί, το υπεμφαίνον και σημαίνον την τελείαν κατάπαυσιν από των θλίψεων των παθών και της γεωργίας της εναντιουμένης αυτής.
Πάσα η ανθρωπότης εκεί σαββατίζει, η τε ψυχή και το σώμα.
Εν εξ ημέραις έταξεν ο Θεός την σύστασιν τουδε του κόσμου, και συνεστήσαντο τα στοιχεία, και δέδωκε την σύ­στασιν αυτών αεικινήτω κινήσει προς λειτουργίαν, και ου μη παύσωνται του δρόμου προ της αναλύσεως, και εκ της δυνάμεως τούτων, λέγω δη των αρχεγόνων στοιχείων, συνέστη τα σώματα ημών.
Αλλ' ουδέ αυτοίς δέδωκε κατάπαυσιν της κινή­σεως αυτών, ουδέ τοις ημετέροις σώμασι τοις εξ αυτών γεγενημένοις του καταπεύειν της γεωργίας.
Όρον δε της καταπαύσεως αυτής εν ημίν τέθεικεν, έως αν ακολουθήσωσι τη ιδία συγγενεία τη πρώτη, ήτις εστί κατάλυσις από της ζωής.
Ούτω και τω Αδάμ είπεν «εν ίδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου».
Και μέχρι τίνος; Έως αν στραφής εις την γήν, εξ ης ελήφθης, ήτις ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, άτινα εστί μυστήρια της γεωργίας τούδε του βίου, εν όσω ζή.
Εξ εκείνης γαρ της νυκτός, εν η ίδρυσεν ο Κυριος, μετήλλαξε τον ιδρώτα εξαγαγόντα ακάνθας και τριβόλους, εις το ιδρώσαι εν τη προσευχή ομού και εν τη γεωργία της δικαιο­σύνης Πεντακισχιλίους και πεντακόσιους χρόνους και περαιτέρω κατέλιπε τον Αδάμ μοχθήσαι εν αυτή, διότι μέχρι τότε ουκ ην η των αγίων οδός αποκαλυφθείσα, καθώς έφησεν ο θείος Απόστολος, εν εσχάταις δε ημέραις επεδήμησε και ενετείλατο τω αυτεξουσίω μεταλλάξαι ιδρώτα ιδρώτι, και εκ παντός ουκ επέτρεψε κατάπαυσιν, αλλά μεταλλαγήν, καθότι εφιλανθρωπεύσατο εις ημάς δια το επίμονον της εν τη γη κακοπαθείας ημών.
Εάν ούν καταπαύσωμεν του ιδρώσθαι εν ταύτη, εξ ανάγκης ακάνθας θεριούμεν.
Η γαρ εξ αυτής της προσευχής κατάλειψις γεωργία εστί της σωματώσεως της γης, ήτις ακάνθας κατά φύσιν ανατέλλει.
Επ' αληθείας γαρ τα πάθη άκανθαι εισί και εκ του εν τω σώματι σπόρου είς ημάς ανατέλλουσιν.
Εν όσω την εικόνα του Αδάμ φέρομεν, ανάγκη και τα πάθη αυτού.
Αδύνατον γαρ τη γη αργείν του βλαστάνειν βλάστην κατά την ιδίαν φυσιν.
Έκγονον δε της φυσεως ταύτης εστίν η γη των σωμάτων ημών, ως η μαρτυρία του Θεού' «η γη εξ ης ελήφθης».
Εκείνη ακάνθας ανατελεί, αύτη δε η λογική πάθη.
Εί ο Κύριος εν πάσι τύπος ην ημίν εν τω μυστηρίω εν πάσαις ταίς διαφοραίς της οικονομίας αυτού, και έως ενάτης ώρας της παρασκευής ου κατέπαυσεν από του έργου και του μόχθου (όπερ εστί μυστήριον της δι ' όλης της ζωής ημών γεωργίας), τω δε σαββάτω εν τω τάφω κατέπαυσε, που είσιν οι λέγοντες, ότι εν τω βίω σάββατον, ήγουν κατάπαυσις από των παθών; Περί δε της Κυριακής μέγα το ειπείν.
Το σάββατον ημών εστίν η ημέρα της ταφής εκεί εν αληθεία σαββατίζει η φύσις ημών.
Λοιπόν καθ' ημέραν ανάγκη ημίν επίκειται, εκτίλαι εξ αυτής τάς ακάνθας, έως ου αυτή η γη ίσταται.
Και οία το επίμονον ημών εν τη γεωργία υστερούσιν αι άκανθαι.
Ου γαρ ολοτελώς κεκαθάρισται εκ τούτων.
Και ει τουτο ούτως έχει, ότι εν τη προς καιρόν ραθυμία ή τη μικρα αμελεία πληθύνονται αι άκανθαι και το πρόσωπον αυτής καλύπτει και τον σπόρον σου πνίγει και τον κόπον σου ποιεί ως μη οντά, λοιπόν δέον εστί καθ' ημέραν αυτήν καθαρίζειν.
Η γαρ εκ τούτου κατάπαυσις, πλήθη ακανθών αυξάνει.
Ων καθαρισθείημεν χάριτι του ομοουσίου και μονογενους Υιού του Θεού, ω η δόξα συν τω ανάρχω Πατρί και τω ζωοποιώ Πνεύματι εις τους αιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΟΕ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΛΟΓΟΙ ΟΕ, ΟΣΤ, ΟΖ, ΟΗ, ΟΘ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΓΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΩΝ ΠΑΝΟΣΙΩΝ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ ΑΥΤΩΝ ΔΙΑΓΩΓΗΣ[Επεξεργασία]

Εν μιά των ημερών απήλθον εις κέλλαν τινός αδελφου αγίου και ανέκλινα εμαυτόν είς τόπον τινά, δια την ασθένειαν μου, ίνα επιμέλειαν μου ποιήσηται δια τον Θεόν ου γαρ είχον εκείσε τίνα γνώριμον.
Και έβλεπον τούτον τον αδελφόν νυκτός ανιστάμενον προ του καιρού και συνήθειαν έχοντα προ των αδελφών είς τον κανόνα ευρεθήναι.
Ούτος ικανώς εστιχολόγει και εξαίφνης εν όσφ εν τούτω ην, ηφίει τον κανόνα και έπιπτεν επί πρόσωπον, και εντός εκατόν ή και πε­ραιτέρω έκρουε την κεφαλήν τη γη μετά θερμότητος της εξαφθείσης εν τη καρδία αυτού υπό της χάριτος* και μετά ταύτα ανίστατο και τον σταυρόν του Δεσπότου εφίλει, και πάλιν προσεκύνει και τον αυτόν σταυρόν εφίλει και αύθις έρριπτεν εαυτόν έπι πρόσωπον και εν τη τοιαυτή συνηθεία επολιτεύετο, ώστε με μη δύνασθαι αριθμώ καταλαβείν το πλήθος των γονυκλισιών αυτού.
Τίς γαρ ηδύνατο αριθμήσαι τάς μετανοίας του αδελφου εκείνου, ας καθ' εκάστην νύκτα εποίει; Εικοσάκις γαρ εφίλει τον σταυρόν μετά φόβου και θερμότητος, μετά αγάπης συγκεκερασμένης ευλαβεία, και πάλιν ήρχετο της στίχολογίας' και άπαξ άπαξ από της πολλής εκκαύσεως των λογισμών των εξαπτόντων αυτόν εν τη θερμότητι αυτών, ότε ουκ ηδύνατο φέρειν την έξαψιν της φλογός εκείνης, από της χαράς νικώμενος έκραζεν ου γαρ ίσχυε κατέχειν εαυτόν.
Ώστε με πολλά θαυμάζειν την χάριν του αδελφού εκείνου και τον αγώνα αυτού και την νήψιν, ην είχεν εις το έργον του Θεού.
Έωθεν δε, μετά την πρώτην, ηνίκα εκαθέζετο εις την ανάγνωσιν, όμοιος εγίνετο ανθρώπω αιχμαλωτισθέντι, και καθ' έκαστον κεφάλαιον, ο ανεγίνωσκε, πολλάκις έπιπτεν επί πρόσωπον, και κατά πολυ των στίχων τάς χείρας αυτού εις τον ουρανόν ανύψου και τον Θεόν εδοξολόγει.
Ην δε της ηλικίας αυτού ο χρόνος τεσσαρακοστός, είχε δε και την βρώσιν ολιγοστήν και κατάξηρον πάνυ.
Και δια το πολλάκις βιάζειν το σώμα αυτού υπέρ μέτρον και δύναμιν, εφαίνετο ως σκιά, ώστε με ελεήσαι αυτόν εκ της ασθενείας του προσώπου αυτού, όπερ εκ της ασιτίας της πολλής εξέλιπε και ην μηδέ δυο δακτυλων έχον ποσότητα.
Πολλάκις έλεγον αυτώ, Ελέησον σεαυτόν εν τη διαγωγή σου, ώ αδελφέ, και ταυτήν την αγαθήν πολιτείαν, ην εκτήσω, και μη συμφύρης και εκκόψης σου την αναστροφήν, ήτις ομοία καθέστηκεν αλύσει πνευματική, και δια πόθον προσθήκης μικρού κόπου μη απολειφθής και σταθής του δρόμου σου όλου.
Φάγε συμμέτρως, ίνα μη πάντοτε φάγης και μη εκτείνης σου τον πόδα υπέρ δύναμιν, ίνα μη παντελώς αργήσης.
Υπήρχε δε ελεήμων και πάνυ αιδήμων, μετά ιλαρότητος ελεών, καθαρός την φύσιν, πειθήνιος προς παράκλησιν, σοφός κατά Θεόν, και δια την καθαρότητα αυτού και ιλαρότητα ηγαπάτο παρά πάντων.
Ειργάζετο δε μετά των αδελφών, ότε έχρηζον αυτού, πολλάκις ημέρας τρεις και τεσσάρας, και από εσπέρας εις εσπέραν ήρχετο εις το ίδιον κελλίον.
Ην γαρ έμ­πειρος και εις πάσαν διακονίαν.
Ότε δε εκέκτητο τι, ει και έχρηζεν αυτού, ουκ ηδύνατο ειπείν μη έχειν αυτό.
Και γαρ, ως επί το πλείστον, ότε συνειργάζετο τοις αδελφοίς, ως αιδούμενος τουτο εποίει, και εβίαζεν εαυτόν, μη έχων ηδέως εξελθείν εκ της κέλλης.
Τοιαύτη ην η πολιτεία και η αναστροφή του αδελφού εκεί­νου του όντως θαυμαστού.
Τω δε Θεω ημών είη δόξα εις τουςαιώνας.
Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΟΣΤ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ[Επεξεργασία]

Άλλοτε πάλιν απήλθον προς τίνα παλαιόν γέροντα καλόν και ενάρετον, μεγάλως δε με ούτος ηγάπα.
Και ην ιδιώ­της μεν τω λόγω, πεφωτισμένος δε τη γνώσει και βα­θύς τη καρδία, και τα υπό της χάριτος αυτώ χορηγούμενα ελάλει.
Ουκ εξήρχετο συχνώς εκ του ιδίου κελλίου, αλλ' εις τάς αγίας συνάξεις.
Ην δε προσέχων εαυτώ και ησυχάζων.
Τούτω είπον ποτέ εγώ 'Πάτερ, επήλθε μοι λογισμός απελθείν εν τη Κυριακή εις την στοάν της εκκλησίας, κακεί καθίσαι και φαγείν έωθεν, ίνα πάς ο εισπορευόμενος και εκπορευόμενος θεασάμενός με εξουθενήση.
Προς ταύτα ανταπεκρίθη μοι ο γέρων, ούτω Γέγραπται, ότι «πάς ο ποιών κοσμικοίς σκάνδαλον, ουκ όψεται φως».
Σε γαρ ουδείς επίσταται εν τη χώρα ταύτη, ουδέ σου γινώσκουσι τον βίον, αλλά μέλλου­σι ειπείν, ότι οι μοναχοί από πρωίας εσθίουσι.
Και μάλιστα ότι είσιν ενταύθα αδελφοί αρχάριοι, οίτινες εισίν ασθενείς εν τοις λογισμοίς αυτών και πολλοί εξ αυτών έχοντες εις σε πίστιν και ωφελούμενοι εκ σου, και όταν σε ίδωσι τούτο κατεργασάμενον, βλαβήσονται.
Οι αρχαίοι πατέρες τοιαύτα εποίουν, δια τάς πολλάς θαυματουργίας, ας επετέλουν, και δια την τιμήν, ην είχον, και το μέγα όνομα.
Εποίουν δε ταύτα, ίνα ατιμασθώσι και αποκρύψωσι την δόξαν της πολιτείας αυτών και μακράν ποιήσωσιν απ' αυτών τάς αιτίας της υπερηφανίας.
Σε δε τι το αναγκάζον ποιήσαι τι τοιούτον; Ουκ οίδας, ότι εστίν εκάστη πολιτεία τάξις και καιρός; Σοι δε ουκ εστί τοιαύτη πολιτεία αφωρισμένη ούτε τοιούτον όνομα ως γαρ εις των αδελφών πολιτεύη.
Και ούτε σευατόν ωφελείς και άλλον βλάπτεις.
Και πάλιν αύτη η οικονομία ου πάσιν εστίν ωφέλιμος, μόνοις δε τοις τελείοις και μεγάλοις διότι εν ταύτη πέφυκεν η λύσις των αισθήσεων.
Τοις μεν γαρ μέσοις και τοις αρχαρίοις επιζήμιος εστί, διότι πολλής παραφυλακής δέονται και της των αισθήσεων υποταγής.
Οι δε γέροντες διέβησαν τον καιρόν της παραφυλακής, και εν πάσιν οίς βούλονται κερδαίνουσιν.
Οι γαρ άπειροι έμποροι εν τοις μεγιστοις πράγμασι, μεγάλας εαυτοίς προξενούσι ζημίας, εν δε τοις ευτελεστέροις πράγμασι ταχέως εις το έμπροσθεν επεκτείνονται Και πάλιν, ως έφην, παντί έργω εστί τάξις και πάση διαγωγή καιρός εγνωσμένος.
Πάς δε ο προ καιρού αρχόμε­νος των υπέρ το μέτρον αυτού, την βλάβην εαυτώ διπλασιάζει και ου κερδαίνει.
Ει επιθυμείς τούτου, υπόμεινον την οικονομικώς επερχομένην σοι ακούσιον ατιμίαν μετά χαράς και μη θορυβηθής μήτε μισήσης τον ατιμάζοντά σε.
Ήμην ποτέ εν συντυχία μετά του ευφυούς εκείνου του γευσαμένου του φυτού της ζωής, δια του ψυχικού ιδρώτος από της πρωίας της νεότητος αυτού έως της εσπέρας του γήρως αυτού.
Και μετά το διδάξαι με πολλούς λόγους περί αρετής, είπε μοι ούτω' Πάσα προσευχή, εν η μη μοχθήση το σώμα και θλιβή εν αυτή η καρδία, έκτρωμα λογίζεται.
Χωρίς γαρ ψυχής εστίν εκείνη η προσευχή '.
Και πάλιν μοι έφη Μετά ανθρώπου φιλονεικούντος και τον λόγον αυτού στήσαι θέλοντος και πονηρού την διάνοιαν και αναιδούς εις τάς αισθήσεις αυτού, μήτε δως, μήτε λάβης παντελώς, ίνα μη μακρύνης από σου την καθαρότητα, ην εκτήσω μετά πολλού του κόπου, και εμπλήσης σου την καρδίαν σκότους και ταραχής '.


ΛΟΓΟΣ ΟΖ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΕΤΕΡΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ[Επεξεργασία]

Απήλθον ποτέ είς κελλίον τινός των πατέρων.
Ουκ ήνοιγε δε ούτος ο άγιος τινι συχνώς.
Ως δε είδε με από της θυρίδος, ότι αυτός εγώ είμι, είπε μοι 'Βούλει εισελθείν; Καγώ αντέφην 'Ναί, τίμιε πάτερ.
Μετά δε το εισελθείν με και εύξασθαι και καθίσαι και ομιλίαν πολλήν κινηθήναι, Έσχατον ηρώτησα αυτόν: Τι ποιήσαι έχω, πάτερ, ότι τίνες έρχονται προς με και ού­τε κερδαίνω ούτε ωφελούμαι εκ της συντυχίας αυτών; Αι­δούμαι δε αυτοίς ειπείν, μη ελθείν.
Αλλά και από των συνήθων κανόνων εμποδίζουσι με πολλάκις.
Και δια τούτο θλίβομαι.
Προς ταύτα ανταπεκρίθη μοι ο μακάριος εκείνος γέρων.
Ηνίκα τοιούτοι τίνες προς σε έλθωσιν αγαπώντες την αργίαν, όταν καθίσωσι μικρόν, ποίησον σεαυτόν ότι θέλεις ανίστασθαι εις προσευχήν και είπε τω ευρισκομένω μετά μετα­νοίας.
Αδελφέ, δεύρο προσευξώμεθα, ότι ο καιρός του κανόνος μου ήδη έφθασε και ου δύναμαι διαβήναι αυτόν, διότι βά­ρος μοι εγγίνεται, βουλομένω εις άλλην ώραν τούτον πληρώσαι, και γίνεται μοι αιτία ταραχής, και άνευ αναγκαίου τινός ου δύναμαι εάσαι αυτόν.
Νυνί δε ουκ εστίν επάναγκες καταργήσαι την προσευχήν μου.
Και μη εάσης αυτόν του μη εύξασθαι μετά σου.
Εάν δε είπη, Πρόσευξαι συ καγώ απέρχομαι, ποίησον αυτώ μετάνοιαν και ειπέ' 'Διά την αγάπην καν την μίαν ταυτήν ευχήν ποίησον μετ' εμου, ίνα ωφεληθώ εκ της ευχής σου'.
Και όταν αναστήτε, μάκρυνον σου την ευχήν και υπέρ ο είωθας ποιείν.
Εάν γαρ ούτω ποίησης αυτοίς καθώς προς σε παραγένωνται μαθόντες ότι ουχ ομογνωμονείς αυτοίς ούτε αγαπάς την αργίαν, όπου αν ακούσωσιν ότι εκεί εί, ου μη προσεγγίσωσι.
Βλέπε ουν μη πρόσωπον λαμβάνων ανθρώπου, καταλύσης το έργον του Θεού.
Εάν δε ευρεθή τις των πατέρων ή ξέ­νος κεκοπιακώς, αντί μεγίστης σου ευχής κρίνεται το μετά τοιούτου στήναι.
Και εάν ο ξένος εκ των αγαπώντων τάς ματαιολογίας ή, το κατά δυναμιν ανάπαυσον αυτόν και απόλυσον εν ειρήνη.
Είπε τις των πατέρων θαυμάζω ότι ακήκοα τινας ποιούντας εν ταίς κέλλαις αυτών εργόχειρον και δυναμένους ανελλιπώς ποιήσαι και τον κανόνα αυτών και μη ταράσσεσθαι.
Έφη δε λόγον θαύματος άξιον Εν αληθεία λέγω, ότι, εάν απέλθω προς ύδωρ, ταράσσομαι από της συνήθειας μου και τάξεως αυτής, και εμποδίζομαι της τελειώσεως του διακριτι­κού μου.

ΛΟΓΟΣ ΟΗ΄:[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΣ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΙΝΟΣ[Επεξεργασία]

Ηρωτήθη ποτέ ο αυτός γέρων από τίνος αδελφού Τι ποιήσω, ότι πολλάκις μοι γίνεται τι πράγμα ου χρείαν έχω, ή δια την άσθένειαν ή δι' έργον ή δι' ήντινα ουν αιτίαν, και τούτου χωρίς ου δύναμαι πολιτεύσασθαι εν τη ησυχία, και βλέπων τινά τούτου χρείαν έχο­ντα και νικώμενος υπό του ελέους, δίδωμι τούτο αυτώ.
Πολλάκις δε, και ως αιτηθείς υπό τίνος, τούτο ποιώ.
Και γαρ αναγκάζομαι υπό τε της αγάπης και της εντολής και παρέχω τω αίτουντι το εμοί χρειώδες.
Και μετά ταύτα ποιοί με η τούτου χρεία εμπεσείν είς μέριμναν και ταραχήν λογισμών, είθ' ούτω σκορπίζει μου τον νουν από της εις την ησυχίαν μερίμνης και αναγκάζομαι ίσως εξελθείν εκ της ησυχίας και απελθείν εις ζήτησιν του αυτού πρά­γματος.
Εάν δε και υπομείνω του μη εξελθείν, εν θλίψει πολλή και θορύβω των λογισμών γίνομαι.
Ουκ οίδα ουν τίνα των δυο εκλέξομαι εμαυτώ, την παυουσάν μου και σκορπίζουσαν την ησυχίαν δια την ανάπαυσιν του αδελφού μου, ή παριδείν την αίτησιν και υπομένειν εν τη ησυχία; Πρός ταύτα ανταπεκρίθη μοι ο γέρων, και είπε.
Πάσα ελεημοσύνη, ή αγάπη, ή ευσπλαχνία, ή οτιούν δια τον Θεόν νομιζόμενον είναι, από της ησυχίας κωλύον σε και αίρον σου το όμμα επί τον κόσμον και εμβάλλον σε εις μέριμναν και ταράσσον σε από της μνήμης του Θεού και εκκόπτον τάς ευχάς σου και εισάγον σε εις θόρυβον και ακαταστασίαν λογισμών και παύον σε της μελέτης των θείων αναγνώσεων, ήτις εστίν όπλον ρυόμενον από των μετεωρισμών και λύον την παραφυλακήν σου και ποιούν σε μετά το δεδέσθαι περιπατήσαι και μετά το μονωθήναι συναναστρέφεσθαι και εξυπνίζον επάνω σου τα τεθαμμένα πάθη και διαλύον την εγκράτειαν των αισθήσεων σου και εγείρον την από του κόσμου σου θνήξιν και κατάγον σε από της γεωργίας της αγγελικής, ης το έργον μία φροντίς, και εν τω μέρει των κοσμικών ιστών σε, απόλοιτο εκείνη η δικαιοσύνη.
Τό πλήρωμα γαρ της οφειλής της αγάπης εν τη αναπαύσει των σωματικών, του έργου των κοσμικών εστίν ή και μοναχών, αλλά των ενδεέστερων όντων, ου των εν ησυχία διαγόντων ή και των εχόντων την ήσυχίαν μεμιγμένην τη ομονοία τη μετ' αλλήλων, και εισερχομένων δινηνεκώς και εξερχόμενων.
Και τούτο τοις τοιούτοις καλόν και αξιάγαστον.
Τοις μέντοι εν αληθεία εκλεξαμένοις την από του κόσμου αναχώρησιν σώματι και νοΐ, του στήσαι τάς διανοίας αυ­τών εις την μεμονωμένην ευχήν, εις την θνήξιν των παρερχομένων και της θέας και της μνήμης των πραγμάτων, ου πρέπει τη των σωματικών γεωργία και τη δικαιοσύνη των φανερών πραγμάτων, ίνα δι' αυτών δικαιωθώσι τω Χριστώ, υπηρετείν, αλλά τη νεκρώσει των μελών αυτών των έπι της γης, κατά το Αποστόλου λόγιον, προσφέρειν αυτώ θυσίαν την των λογι­σμών καθαράν τε και άμωμον, απαρχήν της εαυτών γεωργίας, και την θλίψιν των σωμάτων εν τη υπομονή των κίνδυνων δια την μέλλουσαν ελπίδα.
Η γαρ μοναχική πολιτεία τη των Αγγέ­λων εφάμιλλος καθέστηκεν.
Ου πρέπει δε ημίν εάσαι την επουράνιον γεωργίαν και πραγμάτων αντέχεσθαι.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας.
Αμήν


ΛΟΓΟΣ ΟΘ':[Επεξεργασία]

ΠΕΡΙ ΜΕΜΨΕΩΣ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΙΝΟΣ[Επεξεργασία]

Εμέμφθη ποτέ τις αδελφός, ως μη ποιήσας ελεημοσυνην, και μετά παρρησίας και αυθαδείας ανταπεκρίθη τω μεμψαμένω αυτόν, μοναχοίς ουχ υπόκειται ποιείν ελεη­μοσύνην.
Και προς αυτόν αντέφη ο μεμψάμενος* δήλος εστί και φανερός ο μοναχός, ουχ υπόκειται ποιείν ελεημοσύνην.
Εκείνος γαρ εστίν, ός «ανακεκαλυμμένω προσώπω» δύναται ειπείν τω Χριστώ, ως γέγραπται, «ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι», τουτέστιν εκείνος ο μηδέν έχων επί της γης και μη κατεργάζων εαυτόν εν τοις σωματικοίς και μη έχων κατά νουν τι των ορωμένων, μηδέ μεριμνών κτήσασθαί τι, αλλά και εάν τις δω τι αυτώ, λαμβάνων τα προς την χρείαν μόνα, των δε υπέρ ταυτήν λόγον μη ποιούμενος, και εστίν ως το πετεινόν εν τη αναστροφή αυτού.
Τω τοιούτω ουκ επίκειται ποιήσαι ελεημοσύνην.
Πώς γαρ, αφ' ων πραγμάτων ελεύθερο εστί, δύναται δούναι ετέρω; Αλλά μάλλον τω εν τοις βιωτικοίς περισπωμένω και ταίς χερσίν εργαζομένω και παρ' άλλων λαμβάνοντι, εποφείλεται αυτώ δούναι ελεημοσύνην.
Και το αμελήσαι ταύτης εναντίωσίς εστίν ή ασπλαγχνία της του Κυρίου εντολής.
Ει γαρ εν τοις κρυπτοίς ου προσεγγίζει τις τω Θεώ ούτε δουλεύειν αυτώ οίδεν εν πνεύματι και των φανερών ου φροντίζει, άτινα δυνατά αυτώ εστί, ποία ετέρα ελπίς έσται τω τοιούτω, δι' ης κτήσεται εαυτώ την ζωήν; Ο τοιούτος ασύνετος εστίν.
Έτερος γέρων είπεν Εγώ θαυμάζω εκ των ταρασσόντων εαυτούς εν τω έργω της ησυχίας, όπως άλλους αναπαύσωσιν εν τοις σωματικοίς.
Και πάλιν έφη Ου χρή ημάς συμμίξαι τω έργω της ησυχίας μέριμνάν τίνος ετέρου πάν δε έργον τιμάσθω εν τω τόπω αυτού, ίνα μη γένηται η διαγωγή ημών πεφυρμένη.
Ο γαρ πολλών έχων μέριμναν δούλος εστί των πολλών, ο δε πάντα καταλείψας και μεριμνών της καταστάσε­ως της εαυτού ψυχής, ούτος φίλος εστί του Θεού.
Βλέπε ότι οι ποιούντες ελεημοσύνην και πληρούντες την αγάπην των πλησίον εν τοις σωματικοίς, ούτοι πολλοί εισίν εν τω κόσμω, οι δε εργάται της καθολικής και καλής ησυχίας, οι ασχολούμε­νοι εν τω Θεώ, μόλις ευρίσκονται και σπάνιοι είσι.
Τις δε εκ των εν τω κόσμω ποιούντων ελεημοσύνην ή δικαιοσύνην εν τοις σωματικοίς, ηδύνατο εν των χαρισμάτων φθάσαι, ων κα­ταξιούνται παρά Θεού οι εν ησυχία καθήμενοι; Και πάλιν είπεν Εάν ης κοσμικός, εν τη διαγωγή των κοσμικών αγαθών αναστρέφου, ει δε μοναχός ει, εν τοις έργοις εν οίς αριστεύουσιν οι μοναχοί διάπρεψαι.
Ει μέντοι εν εκατέροις βούλει αναστραφήναι, από των δυο μέλλεις εκπεσείν.
Έργα μοναχού είσι ταύτα ελευθερία από των σωματικών, και ο εν προσευχαίς σωματικός κόπος, και η αδιάλειπτος προς Θεόν μνήμη της καρδίας.
Ει ουν δυνατόν σοι χωρίς τούτων αυταρκείσθαι ταίς κοσμικαίς αρεταίς, κρίνον συ.
Ερώτησις.
Ου δύναται άρα μοναχός ο εν τη ησυχία κακοπαθών τάς δυο αναστροφάς κτήσασθαι, λέγω δη μέριμναν του Θεού και φέρειν και φροντίδα ετέραν εν τη καρδία; Απόκρισις.
Εγώ μεν οίμαι, ότι ουδ', όταν αφή πάντα ο εν ησυχία βουλόμενος αναστρέφεσθαι και της εαυτού και μόνης ψυχής φροντίζη, δύναται ανελλιπώς εν τω έργω της ησυχίας πολιτεύσασθαι, καν έξω γένηται της βιωτικής μερίμνης, πόσω μάλλον εάν και άλλου φροντίση; Κατέλιπεν ο Κύριος εαυτώ εν τω κόσμω τους δουλεύοντας αυτώ και επιμελουμένους των τέ­κνων αυτού και εξελέξατο εαυτώ τους έμπροσθεν εαυτού λειτουργούντας.
Ου γαρ εν μόνοις τοις πράγμασι των επιγείων βασιλέων διαφοράς τάξεων εστίν ιδείν, ενδοξότερων όντων των κατά πρόσωπον του βασιλέως ισταμένων άει και τοις μυστηρίοις αυτώ κοινωνούντων, των όντων εν τοις εξωτικοίς πράγμασιν αλλά και εν τοις του επουρανίου βασιλέως εστί ταύτα ιδείν, πόσην παρρησίαν κέκτηνται οι εν τη ομιλία μετ' αυτού μυστηριάζοντες δια της προσευχής πάντοτε και πόσου πλούτου επουρανίου τε και επιγείου καταξιούνται, και πόσην ενδείκνυ­ται την αυτών εξουσίαν κατά πάσης της κτίσεως, υπέρ εκεί­νους τους δια κτισμάτων και βιωτικών πραγμάτων δουλεύον­τας τω Θεώ και εν τη αγαθοεργία αυτών ευαρεστούντας αυτώ, ει και τούτο μέγιστον και καλόν πάνυ.
Δει ουν ημάς ουκ εκ τούτων των εν τοις έργοις του Θεού ελλιπών όντων τύπον λαβείν, αλλ' εκ των αθλητών και αγωνιστών αγίων των καλών πολιτευσαμένων και εκείνων των καταλειψάντων τα βιωτικά και εν γη γεωργησάντων την επουράνιον βασιλείαν εκείνων των καθάπαξ απωσάντων τα γήινα και εκτεινάντων τάς χείρας προς τάς του ουρανού πύλας.
Εν τίνι ευηρέστησαν οι αρχαίοι άγιοι τω Θεώ, οίτινες προωδοποιήσαντο την οδόν ημίν της πολιτείας ταύτης; Ο εν αγίοις Ιωάννης ο Θηβαίος, ο θησαυρός των αρετών, η πηγή της προφητείας, άρα εν τοις σωματικοίς άναπαυων τους αδελφούς έσωθεν του εγκλειστηρίου αυτού ευηρέστησε τω Θεώ, η εν προσευχή και ησυχία; Ότι μεν γαρ και εν εκείνοις πολλοί πάλιν ευηρέστησαν αυτώ, ουκ αντιλέγω' αλλ' ενδεέστερον των δια προσευχής και της των πάντων καταλείψεως.
Η γαρ βοή­θεια των εν ησυχία διαγόντων και ευδοκιμούντων τοις ιδίοις αδελφοίς, φανερά τις εστί, λέγω δη το βοηθήσαι ημίν λόγω εν καιρώ ανάγκης, ή το προσφέρειν υπέρ ημών έντευξεις.
Εκτός γαρ τούτων, μνήμη ή μέριμνα τίνος ένεκεν των βιωτικών, εάν καθεύδη εν καρδία των εν ησυχία καθημέ­νων, ουκ εστί της πνευματικής σοφίας.
Το γαρ «απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ», και τα του πλησίον και τα τω Θεώ τα οντά αυτών εκάστω, ου τοις ησυχάζουσιν είρηται, αλλά τοις έξω πολιτευομένοις.
Τοις γαρ τη αγ­γελική τάξει αναστρεφομένοις λέγω δη τη της ψυχής μερίμνη, εν τοις βιωτικοίς ευαρεστείν αυτώ ουκ εντέταλται, τουτέστι φροντίζειν εργοχείρου ή λαβείν από τίνος και δούναι ετέρω.
Ώστε ου δει τον μοναχόν έχειν μέριμναν τίνος κινούντος και καταβιβάζοντος τον νουν αυτού από της στάσεως αυτού της πρό προσώπου του Θεού.
Εαν δε τις, αντιλέγων, μνημονεύση του θείου Παύλου του Αποστόλου, ως ότι εκείνος ειργάζετο ταίς ιδίαις χερσί και εποίει ελεημοσύνας, ερούμεν αυτώ, ότι ο Παύλος και μόνος ηδύνατο πάντα, άλλον δε Παύλον ουκ οίδαμεν γενόμενον και δυνάμενον προς πάντα κατ' εκείνον.
Δείξον γαρ μοι συ έτερον τοιούτον Παύλον, καγώ σοι πείθομαι.
Λοιπόν τα οικονομικώς γινόμενα μη αγάγης εν τω μέσω των καθολικών πραγμάτων.
Έτερον γαρ εστί το έργον του ευαγγελίου, και ετέρα η πράξις της ησυχίας.
Συ δε, εί βούλει κρατήσαι της ησυχίας, γενού ως τα Χερουβίμ, τα μηδενός φροντίζοντα βιωτικού και μη ήγου τίνα είναι άλλον εν τη γη, πλην σου και του Θεού, ου φροντίζεις, ως εδιδάχθης υπό των πατέρων σου των προ σου γεγονότων.
Εάν γαρ μη σκληρύνη τις την ιδίαν καρδίαν και βεβαίως συνέχη το έλεος αυτού, ίνα γένηται μακράν από της πάντων μερίμνης των κάτω, ήγουν της τε δια τον Θεόν και δια τι βιωτικόν, και εν τη προσευχή και μόνη εν τοις ωρισμένοις αυτώ καιροίς εμμένη, ελευερωθήναι της ταραχής και της μερίμνης και εν ησυχία γενέσθαι ου δύναται.
Όταν ούν έλθη σοι ενθύμησις του φροντίζειν τινός λόγω αρετής, ώστε σκεδάσαι από σου την ούσαν σοι γαλήνην εν τη καρδία, είπε αυτή 'Καλή εστίν η της αγάπης οδός και το δια Θεόν έλεος, αλλά καγώ δια τον Θεόν ου θέλω αυτήν.
Στήθι μοι, πάτερ, έφησε τις μοναχός, ότι δια τον Θεόν τρέχω οπίσω σου.
Κακείνος αντέφη Καγώ δια τον Θεόν φεύγω εκ σου.
Ο αββάς Αρσένιος ούτε προς ωφέλειαν ούτε προς άλλο τι δια τον Θεόν υπήντα τινί.
Άλλος δια τον Θεόν όλην την ημέραν ελάλει και πάντας τους ερχομένους ξενικούς εδέχετο.
Εκείνος δε αντί τούτου εξελέξατο την σιγήν και την ησυχίαν, και δια τούτο μετά του θείου Πνεύματος εν μέσω της θαλάσσης του παρελθόντος βίου ελάλει, και μετά γαλήνης μεγί­στης διέπλει εν τω πλοίω της ησυχίας, ως φανερώς ωράθη τοις αγωνισταίς, τοις εξερευνήσασι παρά του Θεού περί τούτου.
Και γαρ ο της ησυχίας όρος ούτος εστί* σιωπή από πάντων.
Εάν δε εν τη ησυχία ευρέθης πεπληρωμένος ταρα­χής και εν τοις έργοις των χειρών θορυβήσης το σώμα και την ψυχήν εν φροντίδι τινών, ποίαν ησυχίαν τηνικαύτα άγεις, φροντίζων πολλών, ίνα αρέσης τω Θεώ; Κρίνον συ.
Άνευ γαρ της των πάντων καταλείψεως και του μακρυσμού από πάσης φροντίδας, την πολιτείαν της ησυχίας κατορθώσασθαι επονείδιστον ημίν ειπείν εστί.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα.

ΛΟΓΟΣ Π':ΠΕΡΙΕΧΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΟΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΑΤΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΚΑΙ ΠΑΝΥ ΧΡΗΣΙΜΩΤΑΤΟΝ ΤΩ ΚΑΘΗΜΕΝΩ ΕΝ ΤΩ ΚΕΛΛΙΩ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΤΩ ΜΟΝΩ ΠΡΟΣΕΧΕΙΝ ΑΙΡΟΥΜΕΝΩ[Επεξεργασία]

Τις των αδελφών έγραψε ταύτα και ετίθει αυτά έμπρο­σθεν αυτού διηνεκώς, ανεμίμνησκε τε εαυτόν τούτων και έλεγεν Εν αφροσύνη εδαπάνησας την ζωήν σου, ώ κατησχυμένε άνθρωπε και παντός κακού άξιε, αλλά παραφυλάττου καν εν ταυτή τη ημέρα τη καταλειφθείση εκ των ημερών σου των εξεληλυθειών κενώς και απράκτως των αγαθών και πεπλουτηκυιών εν τοις κακοίς. Μη ερωτήσης περί του κόσμου μήτε περί της διαγωγής αυτού μήτε περί των μοναχών ή των πραγμάτων αυτών και όπως εισί, μήτε περί της ποσότητος της εργασίας αυτών, και μη φροντίσης τινός των τοιούτων. Εξήλ­θες εκ του κόσμου εν μυστηρίω και ελογίσθης ως νεκρός εν Χριστώ μηκέτι ζήσης τω κόσμω μήτε τοις εν τω κόσμω, ίνα σου προλάβη η ανάπαυσις και γένη εν Χριστώ ζών ενού έτοιμος και ηυτρεπισμένος προς πάν όνειδος και πάσαν ύβριν και χλευασμόν και μέμψιν εκ πάντων, και δέξαι ταύτα πάντα μετά χαράς ως άξιος αυτών εν αληθεία και υπόμεινον πάντα πόνον και πάσαν θλίψιν και κίνδυνον τον εκ των δαιμόνων, ων το θέλημα έπραξας μετ' ευχαριστίας, και γενναίως φέρε πάσαν ανάγκην, και τα συμβεβηκότα φυσικώς και τάς πικρότητας, και υπόμεινον εν τη εις Θεόν πεποιθήσει και την στέρησιν των αναγκαίων του σώματος, των μετ' ολίγον εις κόπρον εσομένων. Και ταύτα πάντα τη εις Θεόν ελπίδι καταδέξασθαι θέλησον, μη αναμένων την αλλαχόθεν λύτρωσιν ή την παρ' άλλου παράκλησιν, αλλ' επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου και εν πάσι τοις πειρασμοίς σου σεαυτόν κατάκρινον, ως αίτιον όντα τούτων. Μη σκανδαλισθής εν τινι, μηδέ μέμφου τινά των λυπούντων σε. Διότι έφαγες εκ του ορισθέντος φυτού και εκτήσω διάφορα πάθη. Μετά χαράς δέξαι τάς πικρότητας, ίνα σε τινάξωσι μικρόν και ύστερον γλυκανθής. Φευ σοι και τη δόξη σου τη δυσώδει διότι εγκατέλιπες την σευατού ψυχήν, ως ακατάκριτον, πεπληρωμένην ούσαν πάσης αμαρτίας, και άλλους κατέκρινας λόγω και διάνοια. Ικανοί γαρ σοι, ικανοί αύτη η χοιρώδης βρώσις, εν η μέχρι της άρτι τυγχάνεις ενδιαιτώμενος. Τι σοι και τοις ανθρώποις, ώ ρυπαρέ; Ουκ αισχύνη συναναστραφήναι αυτοίς, διότι αλόγως επολιτεύσω; Εάν πρόσχης τούτοις και κατάσχης ταύτα πάντα, ίσως τη συνεργία του Θεού σωθήση. Ει δε μη, απελεύση εις την σκοτεινήν χωράν και εις τάς των δαιμόνων κατασκηνώσεις, ων το θέλημα ειργάσω αναιδεί προσώπω. Ιδού διεμαρτυράμην σοι εν πάσι τούτοις. Εάν κινήση κατά σου ο Θεός δι­καίως εις το αμείψασθαι σε αντί των ύβρεων και μέμψεων, ων ελογίσω και ελάλησας κατ' αυτού χρόνον ολόκληρον, ο κόσμος όλος έχει ασχοληθήναι εις σε. Λοιπόν παύσαι από του νυν και υπόμεινον τας επερχομένας σοι αμοιβάς. Εν πάσι τούτοις υπεμίμνησκεν εαυτόν ο αδελφός πάσας τας ημέρας, ίνα πειρασμού επελθόντος αυτώ ή θλίψεως, δυνηθή υπομείναι μετ' ευχαριστίας και ωφεληθήναι. Γένοιτο δε ημάς μετ' ευχαριστίας υπομείναι τα επερχόμενα και ωφεληθήναι χάριτι του φιλανθρώπου Θεού, ώ η δόξα και το κράτος είς τους αιώνας. Αμήν.


ΛΟΓΟΣ ΠΑ΄: ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΠΑΝΤΟΣ ΔΡΟΜΟΥ[Επεξεργασία]

Τελειότης παντός δρόμου εν τοις τρισί τούτοις εστίν. Εν τη μετανοία, εν τη καθαρότητι, και τη τελειότητι. Τι δε εστίν η μετάνοια; Καταλείψαι τα πρότερα και λυπείσθαι υπέρ αυτών. Και τι εστίν η καθαρότης; Συντόμως καρδία ελεήμων υπέρ πάσης της κτιστής φυσεως. Και τι εστί τελειότης; Βάθος ταπεινώσεως, όπερ εστί κατάλειψις πάντων των ορατών τε και αοράτων (ορατών μεν, πάντων των αισθητών, αοράτων δε, των νοητών), και εκτός μερίμνης της υπέρ αυτών. Ηρωτήθη πάλιν εν άλλω καιρώ, τι εστί μετάνοια; Και εί­πε Καρδία συντετριμμένη και ταπεινωμένη. Και τι εστί ταπείνωσις; Και είπε: Διπλή νέκρωσις εκουσία εκ πάντων. Και τί εστί καρδία ελεήμων; Και είπε Καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτί­σματος, και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ της πολλής καρτερίας σμι­κρύνεται η καρδία αυτού και ου δύναται βαστάξαι ή άκουσαι ή ιδείν βλάβην τινά ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Και δια τούτο και υπέρ των έχθρων της αληθείας και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει, του φυλαχθήναι αυτούς και ιλασθήναι αυτοίς ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών εκ της πολλής αυτού ελεημοσύ­νης της κινουμένης εν τη καρδία αυτού αμέτρως καθ' ομοιότη­τα του Θεού. Και ηρωτήθη πάλιν, τί εστίν ευχή; Και είπεν Ευκαιρία και σχολή της διανοίας εκ πάντων των ενταύθα και καρδία επιστρέψασα τελείως την εαυτής όρασιν εις την επιπόθησιν εκείνης της ελπίδος των μελλόντων. Ο δε αφωρισμένος εκ τούτων σύμμικτον σπόρον σπείρει εν τω εαυτού σπόρω, κατά τον ζευγνύοντα ζεύγος εν βοΐ και όνω ομού. Και πάλιν ηρωτήθη, πώς δύναται τις κτήσασθαι την ταπείνωσιν; Και είπεν Εν τη αδιαλείπτω μνήμη των παρα­πτωμάτων και εν ελπίδι προσεγγιζούση θανάτω και εν εσθήτι ευτελεί και εν παντί καιρώ προκρίνειν τον εσχατον τόπον και εν παντί πράγματι επιτρέχειν τοις έργοις τοις ελαχίστοις καικαθυβρισμένοις και τω μη είναι ανήκοον, και εν τη αδιαλείπτωσιωπή και τω μη αγαπάν συναντήσαι ταίς συνάξεσι, και τω θέλειν εαυτόν αγνώριστον και αψήφιστον, και εν τω μη κατέχειν τινά των πραγμάτων εν ιδιορρυθμία παντελεί, και τω μισείν την ομιλίαν των πολλών προσώπων και τω μη αγαπάν τα κέρ­δη. Και μετά ταύτα, τω υπεραίρειν την εαυτού διάνοιαν εκ πάσης μέμψεως και εγκλήσεως παντός ανθρώπου και της ζηλοτυπίας- και τω μη είναι την χείρα αυτού κατά πάντων και η χειρ των πάντων κατ' αυτού, αλλ' εν τοις εαυτού μόνος μεμονωμένος και τω μη λαβείν μέριμναν τίνος εν τω κόσμω, πλην εαυτού, και το σύντομον, η ξενιτεία και η πτώχεια και η της μονώσεως διαγωγή, ταύτα τίκτουσι την ταπείνωσιν και καθαρίζουσι την καρδίαν. Των δε φθασάντων την τελειότητα τούτο εστί το τεκμήριον. Εάν καθ' ημέραν δεκάκις εις καύσιν παραδοθώσιν υπέρ της αγάπης των ανθρώπων, ου κορέννυνται εκ τούτων. Καθάπερ είπεν ο Μωϋσής τω Θεώ' «ει μεν αφής αυτοίς την αμαρτίαν, άφες ει δε μη, εξάλειψον κάμε εκ της βίβλου, ης έγραψας» και καθώς ο μακάριος Παύλος, «ηυχόμην», λέγων, «ανάθεμα είναι από Χριστού υπέρ των αδελφών μου», και τα εξής. Και πάλιν, «νυν χαίρω εν ταίς θλϊψεσιν υπέρ υμών των εθνών». Και οι λοιποί δε Απόστολοι αντί του πόθου της ζωής των ανθρώπων εδέξαντο θάνατον εν παντοίοις τρόποις. Τέλος δέ τούτων πάντων ομού ο Θεός και Κύριος, δια πόθον της κτίσεως τον εαυτού Υιόν δια σταυρού εις θάνατον παρέδωκεν «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον μονογενή εαυτού Υιόν δούναι εις θάνατον υπέρ αυτού». Ουχ ότι ουκ ηδύνατο εν άλλω τρόπω λυτρώσασθαι ημάς, αλλά την αγάπην εαυτού την υπερβάλλουσαν εν τούτω ευρέθη διδάσκων ημάς. Και εν τω θανάτω του μονογενούς εαυτού Υιού προσήγγισεν ημάς προς εαυτόν. Και ει είχε τιμιώτερον αυτού, έδωκεν αν ημίν, όπως εν αυτώ ευρέθη αυτώ το γένος ημών. Και δια την αγάπην αυτού την πολλήν ουκ ευδόκησε την ελευθερίαν ημών βιάσασθαι, καν δυνατός η ποιήσαι, αλλά τη αγάπη του φρονήμα­τος ημών πλησιάσαι αυτώ. Και αυτός ο Χριστός υπήκουσε τω Πατρί αυτού, δια την αγάπην αυτού την προς ημάς, του δέξασθαι καθ εαυτού την ύβριν και την λύπην εν χαρά, καθώς λέγει η Γραφή «αντί της χαράς ης είχεν, υπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας». Δια τούτο είπεν ο Κύριος εν τη νυκτί η παρεδίδοτο' «τούτο το σώμα μου το υπέρ του κόσμου διδόμενον εις ζωήν, και τούτο αίμα μου το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Και υπέρ ημών φησι πάλιν «εγώ αγιάζω εμαυτόν». Ούτω και πάντες οι άγιοι ταυτήν την τελειότητα φθάνουσιν, όταν τέλειοι γένωνται, και τω Θεώ αφομοιώνται εν τω υπερεκβλύζειν την αγάπην αυτών και την φιλανθρωπίαν εις πάντας. Και τούτο το σημείον ζητούσιν εαυτοίς οι άγιοι αφομοιωθήναι τω Θεώ, εν τω τελειωθήναι τω ποθώ του πλησίον. Ούτω και οι πατέρες ημών οι μονασταί εποίουν, όταν προς εκείνην την τελειότητα και ομοίωσιν, την πλήρη ζωής του Κυ­ρίου Ιησού Χριστού, εν εαυτοίς ελάμβανον πάντοτε. Μακάριος, φασίν, Αντώνιος, ουδέποτε έκρινε καθ εαυ­τόν ποιήσαι τι ωφελούν αυτόν πλέον του πλησίον αυτού, ότι είχε την ελπίδα ταυτήν, ότι το κέρδος του πλησίον αυτού, εστίν αυτώ εργασία αρίστη. Και πάλιν ερρέθη περί του αββά Αγάθωνος, ως έλεγεν ότι Ήθελον ευρείν λωβόν και λαβείν το σώμα αυτού και δούναι αυτώ το εμόν. Είδες αγάπην τελείαν; Και έως πάλιν είς όπερ έξωθεν αυτού ην, ουκ έφερε μη αναπαύσαι τον πλησίον αυτού. Και πάλιν είχε σμιλίον και εισελθών αδελφός προς αυ­τόν και επιθυμήσας αυτού, ουκ αφήκεν αυτόν εξελθείν εκ του κελλίου αυτού χωρίς αυτού. Και τα λοιπά τα γραφέντα περί των τοιούτων. Και τί λέγω ταύτα; Πολλοί εξ αυτών τοις θηρίοις και τω ξίφει και τω πυρί παρέδωκαν τα σώματα εαυτών δια τον πλησίον. Ουδείς δύναται ελθείν εις την τάξιν ταύτης της αγά­πης, ει μη τις αισθηθή κρυπτώς της εαυτού ελπίδος, και ου δύνανται κτήσασθαι την αγάπην των ανθρώπων οι αγαπώντες τούτον τον κόσμον. Όταν τις κτήσηται την αγάπην, αυτόν τον Θεόν ενδύεται μετ' αυτής. Ανάγκη δε τον κτησάμενον τον Θεόν μη πεισθήναι κτήσασθαι μετ' αυτού τι, αλλά και το σώμα εαυτού αποδύσασθαι. Εάν δε τον κόσμον τούτον ενδύσηται και την ζωήν ταυτήν εν τω πόθω αυτού, ου μη ενδύσηται τον Θεόν, έως ουκ αφή αυτά. Αυτός γαρ ταύτα εμαρτύρησεν «ει τις», λέ­γων, «ουκ αφίησι πάντα και μισεί την εαυτού ψυχήν, μαθητής εμοί γενέσθαι ου δύναται». Και ουχί μόνον το αφείναι, αλλά και μισήσαι αυτά. Και ει τις ου δύναται μαθητής αυτού γενέσθαι, πώς οικήσει εν αυτώ;. Ερώτησις. Διατί η ελπίς ούτως ηδεία και η διαγωγή αυτής και τα έργα αυτής ελαφρά και ταχέως τα έργα αυτής τη ψυχή γίνεται; Απόκρισις. Δια το την επιπόθησιν την φυσικήν εξυπνισθήναι εν τη ψυχή και ποτίσαι αυτούς το ποτήριον τούτο και μεθύσαι αυτούς. Και παρά τούτο εκ της ώρας εκείνης ουκ έτι του κόπου αισθάνονται, αλλά αναίσθητοι των θλίψεων γίνονται και εν παντί δρόμω της πορείας αυτών ούτω νομίζουσιν, ως είναι αυτους ποιούντας την πορείαν εν τω αέρι, και ουχί εν τω βαδίσματι τω ανθρωπίνω, εν τω μη οράσθαι υπ' αυτών την σκληρότητα της οδού και μη γενέσθαι κατ' ενώπιον αυτών βουνούς και χειμάρρους, και έσται αυτοίς τα τραχέα εις οδούς λείας, και τα εξής, και δια το εν πάση ώρα προσέχειν τω κόλπω του Πατρός αυτών. Και αύτη η ελπίς ως εν δακτύλω δεικνύει αυτοίς εν πάση ροπή τα μακράν όντα και αόρατα, ωσανεί εν αυτοίς καθορώσι παραβολικώς εν τω οφθαλμώ τω κρυπτώ της πιστέως. Και δια το πυρωθήναι τα μέρη της ψυχής, ως εν πυρί, εν τω ποθώ των μακράν όντων και τα απόντα ως παρόντα αυτοίς λογισθήναι. Εκείσε ουν εκτείνεται πάν διάστημα των λογι­σμών αυτών, και το πότε φθάσωσιν αεί επείγονται. Και ότε προσεγγίζουσι προς εκάστην αρετήν του ενεργήσαι αυτήν, ουχί μερικώς ενεργούσιν αυτήν, αλλά περιεκτικώς όλας εξ όλου εφάπαξ ενεργούσι. Διότι την πορείαν αυτών ουχί εν τη βασιλική οδώ ποιούνται, καθώς πάντες, αλλά τρίβους συντόμους εκλέγονται ούτοι οι γίγαντες εαυτοίς, εν αίς έκδηλοι τίνες πορεύονται συντόμως προς τάς μονάς. Διότι αύτη η ελπίς πυροί αυτούς ως εν πυρί, και ου δύνανται ηρεμήσαι εκ του σφο­δρού δρόμου του διηνεκούς εν τη χαρά αυτών. Και γίνεται αυτοίς καθώς και εν τω μακαρίω Ιερεμία· «είπα γαρ φησίν ου μη μνησθώ αυτού, ουδ' ου μη λαλήσω τω ονόματι αυτού. Και εγένετο εν τη καρδία μου ως πυρ φλογίζον και εισδύνον εν τοις οστέοις μου». Ούτω γίνεται εν ταίς καρδίαις αυτών η μνήμη του Θεού, των εν τη ελπίδι των επαγγελιών αυτού μεθυόντων. Αι τρίβοι αι σύντομοι των αρετών αι περιεκτικαί είσιν αρεταί, δια το μη έχειν αυτάς μακρόν διάστημα εν ταίς τρίβοις ταίς πολλαίς της πολιτείας εξ εκείνης προς ταυτήν, ουδέ τόπον και καιρόν και σκορπισμόν εκδέχονται, αλλ' ευθέως ίστανται και πληρούσιν αυτά. Ερώτησις. Τι εστίν απάθεια η ανθρωπίνη; Απόκρισις. Απάθεια, ουχί το μη αισθηθήναι των παθών εστίν, αλλά το μη δέξασθαι αυτά, εκ των πολλών και ποικίλων αρετών, ων εκτήσαντο, των φανερών και κρυπτών, και ησθένησαν εν αυτοίς τα πάθη και ου δύνανται ευχερώς επαναστήναι κατά της ψυχής. Και η διάνοια ου χρήζει πάντοτε προσέχειν αυτοίς* διότι εν παντί καιρώ πεπληρωμένη εστίν εν τοις νοήμασιν αυτής εκ της μελέτης και της ομιλίας των αρίστων τρόπων, των εν τη συνέσει κινουμένων εν τω νοΐ. Και όταν άρξωνται τα πάθη κινείσθαι, εξαίφνης αρπάζεται η διάνοια εκ της εγγύττητος αυ­τών εν συνέσει τινι παρακυψάση εν τω νοΐ και απολιμπάνονται αυτώ τα πάθη ως αργά. Καθάπερ είπεν ο μακάριος Μάρκος, νους υπό της χάριτος του Θεού τάς πράξεις των αρετών πληρών και τη γνώσει πλησιάσας ολίγον αισθάνεται εκ του μέρους του κακού και ανοήτου της ψυχής. Η γνώσις γαρ αυτού αρπάζεται εις το ύψος και απαλλοτριοί αυτόν από πάντων των εν τω κόσμω. Και δια την εν αυτοίς αγνείαν και την λεπτότητα και ελαφρότητα και οξύτητα του νοός αυτών και δια την άσκησιν πάλιν αυτών, κα­θαρίζεται αυτών ο νους και διαυγής αποδείκνυται, δια το την σάρκα αυτών ξηρανθήναι, και εκ της σχολής της ησυχίας και της πολλής διαμονής της εν αυτή ευκόλως και ταχέως επιτίθε­ται εκάστω και οδηγεί αυτούς η θεωρία η εν αυτοίς προς έκπληξιν την παρ' αυτή. Και εν τούτω πολλοστόν πληθύνονται ταίς θεωρίαις και ουδέποτε υστερεί ύλης συνέσεως η διάνοια αυτών και ουδέ εκτός εκείνων ποτέ, ων του Πνεύματος ο καρπός εμποιεί αυτοίς, διαγίνονται. Και εν τη συνηθεία τη πολυχρονίω εξαλείφονται αι μνήμαι εκ της καρδίας αυτών, αίτινες κινούσι τα πάθη εν τη ψυχή, και η ισχύς της εξουσίας του διαβόλου. Όταν γαρ η ψυχή μη εταιρειάση μετά των παθών εν τη μελέτη εν αυτοίς, δια το είναι αυτήν εξ άλλης φροντίδας κεκρατημένην αδιαλεί­πτως, ου δύναται η ισχύς των ονύχων των παθών κατακρατήσαι των αισθήσεων αυτής των πνευματικών. Ερώτησις. Τίνα είσι τα εξαίρετα της ταπεινώσεως; Απόκρισις. Καθάπερ η οίησις διασκορπισμός εστί της ψυχής εν τη φαντασία αυτής τη μετεωριζούση αυτήν, και ουκ αναχαιτιζούση αυτήν πτερωθήναι εν νεφέλαις των λογισμών αυτής, ώστε κυκλώσαι εν πάση τη κτίσει, ούτω και η ταπείνωσις συνάγει αυτήν εν ησυχία και συνάπτεται εντός εαυτής η ψυχή. Και καθάπερ ψυχή ουκ εστί γνωστή ουδέ τοις σωματικοίς οφθαλμοίς ορατή, ούτως ο ταπεινόφρων ου γινώσκεται μεταξύ των ανθρώπων. Και ώσπερ ψυχή εντός του σώματος κεκρυμμένη εστίν εκ της θεωρίας και της μίξεως της μετά πάν­των ανθρώπων, ούτως ο αληθινός ταπεινόφρων ουχί μόνον ου θέλει βλέπεσθαι και γνωρίζεσθαι υπό των ανθρώπων, δια τον αφορισμόν αυτού και την εκ πάντων απορίαν, αλλά τούτο εστί το θέλημα αυτού ει δυνατόν, και αυτόν άφ' εαυτού βαπτίζειν εαυτόν εντός εαυτού και εισοικίζειν και εισέρχεσθαι εν ησυχία και καταλείψαι τα νοήματα αυτού τα πρώτα μετά των αισθήσε­ων αυτού όλα εξ όλου και γενέσθαι ως τίνα ουκ όντα εν τη κτί­σει και ουκ ελθόντα είς το είναι και μηδέ τη εαυτού ψυχή όντα παντελώς γινωσκόμενον. Και όσον εστίν ο τοιούτος κεκρυμμένος και τεθησαυρισμένος και κεχωρισμένος εκ του κόσμου, όλος προς τον εαυτού Δεσπότην γίνεται. Ο ταπεινόφρων ουκ αναπαύεται ποτέ ιδείν τα συναθροίσματα και την συγχύσιν των όχλων και τον σεισμόν και τάς φωνάς και τον πλατυσμόν και την μέριμναν και την τρυφήν, εξ ης η ακρασία' ουδέ είς τους λόγους και εις τάς συντυχίας και φωνάς και είς τον διασκορπισμόν των αισθήσεων, αλλά πλέον πάντων προκρίνει το αφειδιάσαι εαυτόν εν ησυχία μεμονωμένον και κεχωρισμένον από πάσης κτίσεως, φροντίζοντα εαυτού εν χώρα ησύχω. Και εν πάσιν η σμικρότης και η ακτημοσύνη και η χρεία και η πτωχεία ποθητά εισί προς αυτόν, ήπερ εν πράγμασι πολλοίς και έργοις είναι έπ' αλλήλοις, αλλ' εν παντί καιρώ εν ευκαιρία και αμεριμνία στήναι, χωρίς συγχύσεως των ενταύθα, ίνα μη εξέλθωσιν οι λογισμοί αυτού έξωθεν αυτού. Ότι πεπεισμένος εστίν, ότι, εάν είς τα πολλά πέση, εκτός συγ­χύσεως των λογισμών γενέσθαι ου δύναται ότι τα πολλά πράγματα πολλαί μέριμναι εισί, και συναγωγή εστί λογισμών ποι­κίλων και συνθέτων. Και εξέρχεται εκ του είναι αυτόν υψηλότερον των μεριμνών των γηίνων εν τη ειρήνη των εαυτού λογισμών, χωρίς των μικρών χρειών των εν ανάγκη ουσών, και της δια­νοίας της λαβούσης φροντίδα μονογενή εν τοις λογισμοίς εαυτής τοις αρίστοις. Εάν δε κωλυθήναι αυτόν εκ των λογισμών των αρίστων μη αφώσιν αι χρείαι, έρχεται είς το βλάπτεσθαι και βλάπτειν. Εντεύθεν ανοίγεται θύρα τοις πάθεσι και απέρχε­ται η γαλήνη της διακρίσεως και φεύγει η ταπείνωσις και κλείεται η θύρα της ειρήνης. Δια ταύτα ουν πάντα λοιπόν αδιαλείπτως εαυτόν φυλάττει εκ των πολλών, και εν παντί καιρώ ευρίσκει εαυτόν εν γαλήνη και αναπαύσει και εν ειρήνη και επιεικεία και ευλαβεία. Εν ταπεινόφρονι ποτέ ουκ εστί κατέπειξις και ταχύτης και σύγχυσις, ουδέ νοήματα θερμά και κούφα, άλλ' εν παντί καιρώ εν αναπαύσει εστί καταλύων. Εάν κολληθή ο ουρανός τη γη, ο ταπεινόφρων ου θροείται. Ουχί πας ησύχιος ταπεινόφρων, έκαστος δε ταπεινόφρων, και ησύχιος. Ταπεινόφρων μη ων, συνεσταλμένος ουκ έστι συνεσταλμένους δε, μη όντας ταπεινόφρονας, πολλούς ευρήσεις. Τούτο εστίν όπερ είπεν ο Κυ­ριος, ο πραΰς και ταπεινός* «μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών». Ο ταπεινόφρων εν παντί καιρώ εν αναπαύσει εστίν, ότι ουκ εστί τι κινούν ή θροούν την διάνοιαν αυτού. Και ώσπερ ου δύναται τις πτοήσαι όρος, ούτως ου πτοείται η διάνοια αυτού. Και ει δυνατόν ρηθήναι, και ίσως ουκ άτοπον εστί τούτο ειπείν, ότι ο ταπεινόφρων εκ του κόσμου τούτου ουκ εστίν ότι ούτε εν ταίς λύπαις θροείται και αλλοιούται, ούτε εν ευφροσύναις θαυμάζεται και εξαπλούται, αλλ' όλη η ευφροσύνη αυτού και η αγαλλίασις η αληθινή εν τοις του Δεσπότου αυτού εστίν. Ακολουθεί δε τη ταπεινοφροσύνη η επιείκεια και το συνάξαι εαυτόν, όπερ εστίν η σωφροσύνη των αιθήσεων, φωνή σύμμετρος, σμικρολογία, εαυτού καταφρόνησις, εσθής ευτελής, βάδισμα ου σεσοβημένον, το προσέχειν κάτω, το υπερέχειν εν ελεημοσύνη, ταχύτης δακρύων, μεμονωμένη ψυχή, καρδία συντετριμμένη, ακινησία θυμου, αισθήσεις ασκόρπιστοι, σμικρότης πραγμάτων, σμικρότης εν πάση χρεία, το βαστάξαι, η υπομονή, το μη πτοείσθαι, η ισχυρότης της καρδίας η τικτομένη εκ του μίσους της χρονικής ζωής, η υπομονή των πειρασμών, έννοιαι βαρείαι και ουκ ελαφραί, σβέσις λογισμών, φυ­λακή των μυστηρίων της σωφροσύνης, η αιδώς, η ευλάβεια, και υπέρ πάντα ταύτα, το ησυχάσαι πάντοτε, το την αγνωσίαν αεί προσκαλείσθαι. Τω ταπεινόφρονι ποτέ ουκ ανάγκη απαντά ποιούσα αυτόν ταραχθήναι ή συγχυθήναι. Ο ταπεινόφρων όταν ποτέ μό­νος γένηται, αιδείται εξ αυτού. Εγώ θαυμάζω, ότι εάν η τις ταπεινόφρων εν αληθεία, ου τολμήσει του προεύξασθαι τω Θεώ, οπόταν προσέγγιση τη ευχή, ή του αξιωθήναι αυτής ή αιτήσασθαι τι άλλο, ή γινώσκει τι εύχεται, αλλά μόνον σιωπά εν ταίς πάσαις ταίς εαυτού ευνοίας, προσδοκών μόνον το έλεος. Και ποίον άρα θέλημα εξέλθη περί αυτού εκ προσώπου της μεγαλωσύνης της προκυνητής, ηνίκα το πρόσωπον κλίνει αυτού εις την γην και η θεωρία η έσω της καρδίας αυτού επηρμένη επί την πύλην την αγίαν των αγίων την υψηλήν, ένθα εστίν εκείνος, ούτινος ο γνόφος σκήνωμα, ο αμβλύνων τα όμματα των Σεραφίμ, και η αρετή αυτού κατεπείγει τους λεγεώνας της χοροστασίας αυτών και σιωπήν επιχέων επί πάσι τοις τάγμασιν αυτών; Και έως τούτου μόνου τολμά ειπείν και προσεύξασθαί 'Κατά το θέλημα σου Κύριε, ούτω γενέσθω εν εμοί'. Και ημείς τούτο λέγωμεν εις ημάς. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΠΒ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΤΙ ΑΚΟΠΩΣ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ Η ΨΥΧΗ ΠΡΟΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΙΝ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΥ, ΕΑΝ ΗΣΥΧΑΣΗ ΑΠΟ ΤΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΡΙΜΝΩΝ ΤΩΝ ΒΙΩΤΙΚΩΝ. ΤΟΤΕ ΓΑΡ ΔΥΝΑΤΑΙ ΓΝΩΝΑΙ ΕΑΥΤΗΣ ΚΑΙ ΟΥΣ ΕΧΕΙ ΕΣΩΘΕΝ ΚΕΚΡΥΜΜΕΝΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ[Επεξεργασία]

Όταν μη εισέλθωσιν έξωθεν μέριμναι βιωτικαί επί την ψυχήν, αλλά μείνη επί την φύσιν αυτής, ου χρονίζει κοπιάσαι του εισελθείν και κατανοήσαι την σοφίαν του Θεού' ότι ο χωρισμός αυτής ο εκ του κόσμου και η ησυχία αυτής φυσικώς κινούσιν αυτήν προς κατανόησιν των κτισμάτων του Θεού, και εκ τούτου υψούται προς τον Θεόν και εκπλήττε­ται θαυμάζουσα και παραμένει τω Θεώ. Όταν γαρ μη εισέλθη ύδωρ έξωθεν επί την πηγήν της ψυχής, το ύδωρ το βρύον το φυσικόν εν αυτή νοήματα βλαστάνει εν αυτή των θαυμάσιων του Θεού διαπαντός. Όταν δε ευρεθή η ψυχή εκτός τούτων, ή τίνα αιτίαν εκ τί­νος αλλοτρίας μνήμης έλαβεν ή αι αισθήσεις εκίνησαν κατ' αυτής ταραχήν εκ της απαντήσεως των πραγμάτων. Όταν δε συγκλεισθώσιν αι αισθήσεις τη ησυχία και μη εκπηδήσαι συγχωρηθώσι και παλαιωθώσιν αι μνήμαι τη ταύτης βοηθεία, τότε θέαση τους φυσικους λογισμούς της ψνχής, τι εισι και τι εστίν η φύσις της ψυχής, και ποίους θησαυρούς κεκρυμμένους έχει εν εαυτή. Οι δε θησαυροί είσιν, η κατανόησις των ασωμάτων, η κινουμένη εν εαυτή αφ' εαυτής χωρίς προνοίας και κόπου του υπέρ αυτής. Ουκ επίσταται δε ο άνθρω­πος, ότι τοιούτοι λογισμοί κινούνται εν τη ανθρωπίνη φύσει. Τις γαρ ην αυτού διδάσκαλος, ή πώς αυτό κατέλαβεν, όπερ και νοηθέν αδύνατον άλλοις σαφηνισθήναι, ή τις ην αυτώ οδηγός προς όπερ παρ' άλλου μηδαμώς μεμάθηκε; Τοιαύτη τίς εστίν η φύσις της ψυχής. Ουκούν τα πάθη προσθήκη εστίν εξ αιτίας ψυχικής' επεί φυσικώς α­παθής εστίν η ψυχή. Όταν δε ακούσης εν τη Γραφή πάθη ψυ­χικά και σωματικά, γνώθι, ότι προς τας αιτίας είρηται. Η γαρ ψυχή φυσικώς απαθής εστίν. Οι δε της έξω φιλοσοφίας ου πα­ραδέχονται τούτο, ομοίως δε και οι τούτοις ακόλουθοι. Αλλ' ημείς ούτω πιστεύομεν, ότι ο Θεός τον κατ εικόνα απαθή πεποίηκε' κατ εικόνα δε λέγω, ου κατά το σώμα, αλλά κατά την ψυχήν, ήτις εστίν αόρατος. Πάσα γαρ εικών εκ προϋποκειμένης εικόνος ανιμάται, αδύνατον δε τίνα παραστήσαι εικόνα, μη προθεαθέντος αυτώ ομοιώματος. Ώστε δει πιστεύειν σε, ότι τα πάθη, ως προείπομεν, της ψυχής ουκ είσιν. Ει δε τις ανθίσταται τοις ειρημένοις, ημείς ερωτήσομεν, ο δε αποκρινέσθω. Ερώτησις. Τι εστίν η φύσις της ψυχής; Άρα απαθής τις και φωτός πλήρης, ή εμπαθής τις και σκοτεινή; Απόκρισις. Ει γαρ ην ποτέ η φύσις της ψυχής διαυγής και καθαρά τη του μακαρίου φωτός υποδοχή, ομοίως δε και όταν προς την αρχαίαν ανέλθη τάξιν ούτως ευρίσκεται λοιπον, όταν εμπαθώς κινηθή, έξω της φύσεως αυτής ομολογου­μένως εστίν, ως οι της Εκκλησίας τρόφιμοι διαβεβαιούνται. Ώστε τα πάθη ύστερον τη ψυχή επεισήλθε, και ου δίκαιον ει­πείν της ψυχής είναι τα πάθη, καν εν τούτοις αύτη κινήται. Φανερόν ουν εστίν, ότι τοις έξωθεν κινείται, ουχ ως ιδίοις. Και εις εν τούτοις τοις πάθεσι της ψυχής κινουμένης άνευ του σώματος, κατά τούτο λέγονται φυσικά, λοιπόν η πείνα καιη δίψα και ο ύπνος ψυχικά αν είη' ότι και εν τούτοις πάσχει καισυστενάζει τω σώματι και τη των μελών εκκοπή και τοις πυρετοίς και ταίς νόσοις και τοις παραπλησίοις. Διότι τη κοινωνία συναλγεί τω σώματι η ψυχή, ώσπερ δη και το σώμα αυτή και συγκινείται τη του σώματος ευφροσύνη και δέχεται τάς τούτουθλίψεις. Τω δε Θεώ ημών δόξα και κράτος είς τους αιώνας. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΠΓ': ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ ΝΟΟΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΟΣ ΚΑΤ' ΕΡΩΤΗΣΙΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΙΝ[Επεξεργασία]

Ερώτησις. Τι εστίν η φυσική κατάστασις της ψυχής, και τι εστίν η παρά φύσιν, και τι εστίν η υπέρ φύσιν; Απόκρισις. Η φυσική κατάστασις της ψυχής γνώσις εστί των κτισμάτων του Θεού των αισθητών και των νοητών. Η υπέρ φύσιν εστίν η κίνησις της θεωρίας της υπερουσίου θεότητος. Η παρά φύσιν εστίν η εν τοις εμπαθέσι κίνησις. Καθώς έφη ο θείος και μέγας Βασίλειος, ότι η ψυχή, όταν ευρεθή κατά φύσιν, άνω διάγει, ότε δε έξωθεν της φύσεως αυτής ευρέθη, ευ­ρίσκεται κάτω εις την γήν, όταν δε άνω γένηται, απαθής ευρίσκεται ηνίκα δ' αν κατέλθη η φύσις εκ της οικείας τάξεως, τότε τα πάθη εν αυτή ευρίσκεται. Φανερόν ουν λοιπόν, ότι τα πάθη τα ψυχικά ουκ είσι φύσει ψυχικά. Ει και ούτω κινείται εν τοις πάθεσι του σώματος τοις ψεκτοίς, ώσπερ εν τη πείνη και τη δίψη, αλλ' επειδή ουκ επετέθη αυτή εν τούτοις νόμος, ου τοσούτον μεμπτέα εστί, καθώς εν τοις λοιποίς τοις υποκειμένοις τη μέμψει. Έσθ' ότε συμβαίνει επιτρέπεσθαί τίνα παρά του Θεού πράξαι τι δοκούν άτοπον, και αντί της μέμψεως και των ελέγχων, αγαθαίς αμοιβαίς αμειφθήναι. Καθώς ο προφήτης Ωσηέ, ο πόρνην γεγαμηκώς, και ως Ηλίας ο προφήτης, ο ζήλω Θεού φονεύσας, και ως οι μαχαίραις τους ιδίους γονείς αποκτείναντες τη προστάξει του Μωϋσέως. Πλήν λέγεται φυσικώς είναι τη ψυχή την επιθυμίαν και τον θυμόν, χωρίς της του σώματος φύσεως. Και ταύτα αυτής τα πάθη. Ερώτησις. Πότερον ηνίκα η της ψυχής επιθυμία εξαφθή εν τοις θείοις, κατά φύσιν εστίν ή όταν ευρεθή εν τοις γηίνοις και τοις σωματικοίς; Και διατί ζηλοί της ψυχής η φύσις τω θυμώ; Και πώς λέγεται φυσικός ο θυμός; Άρα εν τω θυμούσθαι δια τίνα σαρκικήν επιθυμίαν ή φθόνον ή κενοδοξίαν; ή εν τοις τοιούτοις ή κατά το εναντίον τούτων; Αποκρινέσθω ο λέ­γων, και ημείς ακολουθήσομεν. Απόκρισις. Πολλά λέγει η θεία Γραφή και τίθησι καταχρηστικώς ονόματα πολλάκις, άτινα του σώματος μεν εστί, κατά της ψυχής δε λέγεται, και πάλιν τα της ψυχής κατά του σώματος, και ου χωρίζει ταύτα. Αλλ' οι συνετοί συνίεισι τούτο. Ώσπερ τα της θεότητος του Κυρίου, άτινα είρηνται κατά του παναγίου αυτού σώματος, πράγματα μη συγκρινόμενα τη ανθρωπίνη φύσει, και πάλιν ταπεινά είρηνται κατά της θεό­τητος αυτού, άτινα εστί κατά της ανθρωπότητας. Και πολλοί μη συνιέντες τον σκοπόν των θείων λόγων ενταύθα ωλίσθησαν ολίσθημα αδιόρθωτον. Ούτω και τα της ψυχής κατά του σώματος. Ει ουν η αρετή υγεία εστί της ψυχής φυσικώς, λοιπόν τα πάθη αρρώστια εστί της ψυχής, επισυμβάντα και επεισελθόντα τη φύσει και εξαγαγόντα της ιδίας υγείας. Φανερόν ουν, ότι η υγεία προϋπάρχει εν τη φύσει του συμβεβηκότος αρρωστήματος. Και ει ταύτα ούτως, ως και αληθή εστί, λοιπόν η αρετή φυσικώς εστίν εν τη ψυχή, τα δε συμβεβηκότα έξωθεν της φύσεως εστί. Ερώτησις. Τα πάθη τα σωματικά φυσικώς λέγεται τω σώματι ή κατά συμβεβηκός; Και τα πάθη της ψυχής τα όντα αυτή δια την προς το σώμα σχέσιν, φυσικώς αυτή λέγον­ται ή καταχρηστικώς; Απόκρισις. Τα μεν του σώματος ου θαρρεί τις λέγειν καταχρηστικώς, τα δε της ψυχής, αφ' ου έγνωσται και υπό πάντων ωμολόγηται ότι φυσικώς πέφυκε τη ψυχή η καθαρότης, θαρρείν δει και λέγειν, ότι φυσικώς αυτή τα πάθη ουδαμώς. Διότι η νόσος, δευτέρα εστί της υγείας. Το δε είναι την μίαν φύσιν αγαθήν και πονηράν, αδύνατον, ώστε εξ ανάγκης η μία προηγείται της ετέρας, εκείνη δε εστίν η φυσική, η προϋπάρξασα της ετέρας. Διότι πάν πράγμα όν συμβεβηκός, ου λέ­γεται είναι εκ της φυσεως, άλλ' έξωθεν επεισελθόν και παντί συμβεβηκότι και επεισερχομένω αλλοίωσις έπεται, ή δε φύσις ουκ αλλοιούται ούτε μετακινείται. παν πάθος προς ωφέλειαν υπάρχον παρά Θεού δεδώρηται, Και τα σωματικά πάθη προς ωφέλειαν και αύξησιν αυτού τέθεινται εν αυτώ, ομοίως και τα ψυχικά. Αλλ' όταν αναγκασθή το σώμα έξω γενέσθαι της ίδιας ευθηνίας, εν τη στερήσει των οικείων και τη ψυχή ακολουθήσαι, τότε εξασθενεί και βλάπτεται. Και όταν η ψυχή τα υπάρχοντα αύτη καταλείψασα, τω σώματι ακολουθήση, τηνικαύτα και αύτη βλάπτεται, κατά τον θείον Απόστολον, λέγοντα, «το πνεύμα επιθυμεί κατά της σαρκός, και η σαρξ κατά του πνεύματος». Ταύτα γαρ αλλήλοις αντίκειται. Ουκούν μηδεις βλασφημείτω τον Θεόν, ότι αυτός τα πάθη και την αμαρτίαν επί την φύσιν ημών τέθεικεν. Αυτός μεν γαρ εν ταίς φύσεσι τέθεικε τα εκάστην αυξάνοντα, αλλ' όταν συναινέση μία τη ετέρα, τότε ουκ εν τοις ιδίοις ευρίσκεται, αλλ' εν τοις εναντίοις. Ει γαρ ήσαν τα πάθη φυσικώς εν τη ψυχή, τίνος χάριν εβλάπτετο υπ' αυτών; Τα γαρ της φύσεως ίδια, την φύσιν ου λυμαίνεται. Ερώτησις. Και τίνος ένεκεν τα σωματικά πάθη τα αυξάνοντα και ενδυναμούντα το σώμα, την ψυχήν βλάπτουσιν, ει ταύτης ουκ είσιν ίδια; Και τίνος χάριν η αρετή το σώμα μεν κολάζει, την δε ψυχήν αυξάνει; Απόκρισις. Ουχ οράς πώς τα έξωθεν της φύσεως όντα βλάπτει ταυτήν; Εκάστη γαρ φύσις προσεγγίσασα τοις ούσιν αυτή, ευφροσύνης πληρούται, θέλεις δε γνώναι, τι εστί το ίδιον εκάστης των φύσεων τούτων; Όρα, ότι τα βοηθούντα εκάστη, ίδια αυτής εστί, τα δε βλάπτοντα, αλλότρια και έξωθεν επεισελθόντα. Επεί ουν έγνωσται, ότι τα πάθη τούτων αλλήλοις αντίκεινται, λοιπόν πάν οτιούν βοηθούν τω σώματι και άνεσιν αυτώ δίδωσιν, όταν δε η ψυχή εν αυτώ συναναστραφή, ου λέγεται φυσικώς είναι αύτη τα γαρ της ψυχής φυσικώς ίδια, θάνατος εστί του σώματος, καταχρηστικώς δε όμως αύτη ανα­τίθεται, και δια την του σώματος ασθένειαν ου δύναται τούτο ελευθερωθήναι, εν όσω τούτο φορεί. Διότι φυσικώς κεκοινώνηκε τοις λυπηροίς αυτού, δια την ένωσιν της κινήσεως αυτής, την μεμιγμένην τη κινήσει του σώματος εν τη ακαταλήπτω σοφία. Αλλ' ει και όντως αλλήλοις κεκοινωνήκασιν, αλλ' όμως κεχώρισται κίνησις από κινήσεως, και θέλημα από θελή­ματος, και πάλιν το σώμα από του πνεύματος. Η δε φύσις ουκ αλλοιούται, αλλ' εκάστη αυτών, ει και λίαν κλίνει είτε προς την αμαρτίαν είτε προς την αρετήν, αλλ' όμως εκάστη αυτών τω ιδίω θελήματι κινείται. Και όταν η ψυχή αρθή από της μερίμνης του σώματος, τότε όλη καθόλου δια του πνεύματος ανθεί τάς εαυτής κινήσεις και εν μέσω του ουρανού νήχεται εν ακαταλήπτοις πράγμασιν ου μεν δε συγχω­ρεί τω σώματι του μνημονεύειν των ιδίων, καν ούτω γένηται. Και εάν πάλιν το σώμα εν ταίς αμαρτίαις ευρέθη, οι διαλογι­σμοί της ψυχής ου παύονται αλλόμενοι εν τη διανοία. Ερώτησις. Τί εστίν η καθαρότης του νου; Απόκρισις. Καθαρός εστί τον νουν, ουχ ο μη γινώσκων το κακόν, επεί κτηνώδης έσται, ούτε ο ων τη φύσει εν τάξει νηπίων, ούτε ο πρόσωπον λαμβάνων. Αλλ' αύτη εστίν η καθαρότης του νου* διαλογισμός εν θείοις γενόμενος μετά την πράξιν των αρετών. Και ου θρασυνόμεθα ειπείν, ότι άνευ της των λο­γισμών πείρας τούτο εκτήσατο τις, επεί ουκ ενδέδυται σώμα. Ημείς γαρ έως του θανάτου μη πολεμηθήναι την φύσιν ή μη βληθήναι, ου θαρρούμεν λέγειν. Πείραν δε των λογισμών λέγω, ου το υποταγήναι τούτοις, αλλά το αρχήν βαλείν, του αγωνίσασθαι εν αυτοίς. Η κίνησις των λογισμών εν τω ανθρώπω υπό τεσσάρων αιτίων γίνεται. Πρώτον μεν εκ του θελήματος της σαρ­κός του φυσικού* δεύτερον δε εκ της φαντασίας των αισθήσεων των του κόσμου πραγμάτων, ώνπερ ακούει και βλέπεί τρίτον, έκ των προλήψεων και εκ της εκκλίσεως της ψυχής, ων έχει κατά νουν τέταρτον, έκ των προσβολών των δαιμόνων των πολεμούντων ημάς εις πάντα τα πάθη, δια των αιτιών ων προείπομεν. Διά τούτο έως θανάτου ου δύναται ο άνθρωπος μη έχειν λογισμούς και πόλεμον, όσον εστίν εν τη ζωή της σαρκός ταύτης. Ει γαρ προ της απαλλαγής του κόσμου και προ θανά­του ενδέχεται καταργηθήναι μίαν των τεσσάρων τούτων αι­τιών, ή και εάν δυνατόν η το σώμα μη ζητείν τα αναγκαία και μη αναγκασθή επιθυμήσαι τίνος των κοσμικών πραγμάτων, κρίνον συ. Ει δε άτοπον εστίν εννοήσαί τι των τοιούτων, επειδή η φύσις επιδεής εστί των τοιούτων, λοιπόν τα πάθη κινούνται εν παντί σώμα φορούντι, θέλοντι και μη βουλομένω. Δια τούτο αναγκαίον παραφυλάττεσθαι πάντα άνθρωπον, ου δι' εν λέγω πάθος, το φανερώς και συνεχώς εν αυτώ κινούμενον, ουδέ δυο, αλλά πλείονα, ως σώμα φορούντα. Οι νικήσαντες τα πάθη δια των αρετών, εί και ενοχλούνται υπό των λογισμών και των προσβολών των τεσσάρων αιτιών, αλλ' ουχ ηττώνται ότι έχουσι δύναμιν και αρπάζεται ο νους αυτών εις μνήμας άγαθας και θείας. Ερώτησις. Τι διαφέρει η καθαρότης του νου της καθαρότητος της καρδίας; Απόκρισις. Άλλη μεν εστίν η καθαρότης του νοός, έτερα δε της καρδίας. Ο μεν γαρ νους μία εστί των της ψυχής αισθήσεων, η δε καρδία εστίν η περιέχουσα και κρατουσα τάς ένδον αιθήσεις, και αύτη εστίν η ρίζα. Και ει η ρίζα αγία, και οι κλά­δοι άγιοι. Ήγουν, εάν καθαρθή η καρδία, δήλον ότι και πάσαι αι αισθήσεις καθαίρονται. Ο μεν γαρ νους εάν επιμέλειαν ποιήσηται της αναγνώσεως των θείων Γραφών ή και μοχθήσει μικρόν εν τε νηστείαις και αγρυπνίαις και ησυχίαις, επιλήσεται μεν της προτέρας διαγωγής και καθαρθήσεται, ηνίκα αν μακρυνθή από της αισχράς αναστροφής, ου μην δε μόνιμον έξει την καθαρότητα. Ώσπερ γαρ ταχέως καθαίρεται, ούτω και τα­χέως μολύνεται. Η δε καρδία δια πολλών θλίψεων και στερήσεων και μακρυσμού της κοινωνίας της μετά των κατά κόσμον κο­σμικών πάντων και της τούτων απονεκρώσεως, καθαίρεται. Καθαρθείσα δε από των μικρών πραγμάτων, ου μολύνεται αυτής η καθαρότης, ουδέ από των μεγάλων πολέμων και φανερών πτοείται, των φοβερών λέγω καθότι εκτήσατο στόμαχον ισχυρόν, δυνάμενον τάχιστα πέψαι πάσαν τροφήν, την ούσαν τοις ασθενέσιν άπεπτον. Ούτω γαρ είρηται τοις ιατροίς ότι εκάστη βρώσις κρεών δύσπεστος μεν εστί, πολλήν δε δύναμιν εμποιεί τοις υγιεινοίς σώμασιν, ηνίκα στόμαχος ισχυρός ταυτήν δέξεται. Ούτως εκάστη καθαρότης ταχέως γινομένη και εν μικρώ χρόνω, και ολίγω κόπω ταχέως και απογίνεται και μο­λύνεται. Η δε καθαρότης η γενομένη δια πολλών θλίψεων και η δια μακρόν χρόνου κτηθείσα, εκ τίνος μετρίας προσβολής εν τινι μορίω των της ψυχής ου φοβείται. Ο Θεός γαρ κρατύνει αυτήν. Αυτώ η δόξα είς τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΠΔ': ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΤ' ΕΡΩΤΗΣΙΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΙΝ[Επεξεργασία]

Ερώτησις. Κατά πόσους τρόπους και διαφοράς δέχεταιτην θέαν της φύσεως των ασωμάτων ή ανθρωπινή φύσις; Απόκρισις. Πάσης φύσεως ασυνθέτου και λεπτής των πνευματικών σωμάτων κατά τρεις διαφοράς υποπίπτει η κατάληψις τη αισθήσει της ανθρωπίνης φύσεως, ή εν παχύτητι υποστάσε­ως, ενουσίως, ή εν λεπτότητι υποστάσεως, ανουσίως, ή εν θεωρία αληθινή, ήτις εστίν η ουσιώδης θεωρία. Και κατά μεν τουπρώτου εξουσίαν έχουσιν αι αισθήσεις, κατά δε του δευτέρου ηψυχή ακρομερώς καθορά, κατά δε του τρίτου η δύναμις της φύσεως της διανοίας. Και πάλιν η θέλησις και η διάνοια καθ εκατέρου αυτών έχουσι την εξουσίαν και ,τά, κατά της θελήσε­ως και της ψυχικής καυχήσεως, κακείνου ώ συντέθειται αύτη. Η θέλησις πρώτον εστίν η αιτία, και ταύτα έκγονα του αυτεξουσίου, εί και εν τω καιρώ της χρείας ησυχίαν άγει τότε αυτεξούσιον και το θέλημα, εν όσω χώραν έχει η ενέργεια κακείσε ίσταται, και καθ' έν δείκνυσι μόνον και εστί χωρίς του υποδε­χόμενου θελήματος και της αληθούς γνώσεως. Διότι αι αισθή­σεις δεκτικοί εισίν όλων των συμβεβηκότων, άνευ του θέληματος. Εν τοις τρισί τρόποις τούτοις λειτουργούσιν αι αγίαι δυνάμεις εν τη προς ημάς κοινωνία, προς διδαχήν ημών και προς σύστασιν της ημετέρας ζωής. Οι μέντοι εναγείς δαίμονες ου δύνανται κινήσαι εν ημίν, ει μη τους δύο τρόπους, ηνίκα πλησιάσωσιν ημίν προς απώλειαν, ουχί προς ωφέλειαν, τω δε τρίτω τρόπω ου δύνανται προσελθείν ημίν, του πλανήσαι ημάς. Διότι οι δαίμονες ουκ έχουσιν όλως δύναμιν κινήσαι εν ημίν τους φυσικούς λογισμούς εν τη διανοία αδύνατον γαρ τοις υιοίς του σκότους προσεγγίσαι τω φωτί. Οι δε άγιοι Άγγελοι κέκτηνται τούτο, και κινήσαι και φωτίσαι. Εκείνοι γαρ ψευδών νοημάτων των σκότους εκγόνων εξουσιασταί και δημιουργοί τυγχάνουσιν. Από μεν γαρ των φωτιστικών φως υποδέχεται από δε των σκοτεινών σκότος. Ερώτησις. Και τις η αίτια, ότι εκείνοις μεν δέδοται, τούτοις δε ουδαμώς; Απόκρισις. Πάς τις εκ τούτων των διδασκάλων την συνεσιν, ην διδάσκει, πρώτον μεν αυτός καθορά εν εαυτώ και μανθάνει και δέχεται και γεύεται, και τότε δύναται υποτίθεσθαι αυτήν τοις διδασκομένοις. Οι πρώτοι διδάσκαλοι την ακρίβειαν των πραγμάτων εκ της οικείας γνώσεως της υγιούς μεταδιδόασιν, εκείνοι οίτινες εξ αρχής δύνανται καταλαβείν εν οξεία καταλήψει νοός οξυτάτου και καθαρωτάτου. Οι δε δαίμονες κέκτηνται ταχύτητα, αλλ ουχί και φως. Άλλο δε εστίν οξύτης, και έτερον φως- η πρώτη χωρίς της δευτέρας εις απώλειαν φέρει τον ταύτην κεκτημένον. Αύτη την αλήθειαν δεικνύει, εκείνο, της αλη­θείας ίνδαλμα. Διότι το φως την αλήθειαν των πραγμάτων δει­κνύει και κατά το μέτρον της διαγωγής πληθύνεται και ελαττούται. Οι άγιοι άγγελοι εκ της οικείας γνώσεως εποχετεύουσιν ημίν περί των κινήσεων των πραγμάτων εκείνης, ης πρώτον γεύονται και καταλαμβάνουσι, και τότε μεταδιδόασιν ημίν. Και πάλιν οι δεύτεροι διδάσκαλοι κατά το μέτρον της γνώσεως αυτών κινούσιν εν ημίν περί της των πραγμάτων κινή­σεως. Εν οίς γαρ ουκ είσι μεμενηκότες, ανάγκη εστίν αυτοίς το κινήσαι εν ημίν ορθούς λογισμούς. Όμως πίστευε, ως ήδη είπον, ότι ουδέ ει ήμεν δυνατοί υποδέξασθαι ημείς, ηδύναντο αυτοί διδάξαι ημάς αληθινήν θεωρίαν, και γε ήσαν εν αυτή εξ αρχής. Και πάλιν περί ενός εκάστου αυτών κατά την οικονομίαν, εν η διοικείται, ερεθίζει τους διδασκόμενους, είτε τούτων είτε των εναντίων. Εγώ δε ούτως έχω εν αληθεία, ότι ο ημέτερος νους χωρίς μεσιτείας αγίων αγγέλων, αφ' εαυτού δύναται κινείσθαι προς το αγαθόν αδιδάκτως την μέντοι των κακών γνώσιν άνευ της των δαιμόνων μεσιτείας ου δέχονται αί αισθήσεις ούτε κινούνται εν αυτοίς, και αφ' εαυτού ου δύναται το κακόν ενεργήσαι. Το γαρ αγαθόν εν τη φύσει πεφυτευμένον εστί, το δε κακόν ουδαμώς. Πάν δε το όν ξένον και έξωθεν επεισερχόμενον, προς την κατάληψιν της γνώσεως αυτού μεσίτου τινός δέεται. Το μέντοι έσωθεν φυόμενον αδιδάκτως έρπει εις την φύσιν, καν ποσώς. Και ει ούτως έχει η φύσις το κινείσθαι προς το αγαθόν αφ' εαυτής, η αύξησις αυτής και το φως ουκ άνευ της των αγγέλων θεωρίας δυνατόν γενέσθαι. Διδάσκαλοι δε ημών είσι, καθώς και αυτοί αλλήλων. Οι κατώτεροι, απ' εκείνων των επικυπτόντων αυτοίς και το φως εχόντων, και ούτως αλλήλοις, έως αν καταντήσωσι προς εκείνην την ενότητα, ήτις κέκτηται διδάσκαλον την αγίαν Τριάδα. Και αύτη πάλιν η πρώτη τάξις θαρρούσα λέγει, ότι ουκ αφ' εαυτής, αλλά δίδασκαλον έχει τον μεσίτην Ιησούν εκείνον, υφ' ου υποδέχεται και τοις υποκάτω επιδίδωσιν. Εγώ μεν ούτω λογίζομαι ότι ο ημέτερος νους ουκ έχει φυσικήν δύναμιν κινηθήναι προς θεωρίαν θείαν. Και μιά υφέσει ίσοι εσμέν ταίς ουρανίαις φύσεσι πάσαις, καθότι εν ημίν και αυταίς η χάρις κινείται. Ξένον δε τη φύσει, τω ανθρωπίνω νοΐ και τω αγγελικώ διότι ου συναριθμείται η επί τη θεότητι θεω­ρία ταίς λοιπαίς θεωρίαις. Πάσι δε τοις λογικοίς τοις τε πρώτοιςκαι μέσοις, ουκ εστί κατά φύσιν, αλλά τη χάριτι κινείται η θεω­ρία εν πάσι τοις ούσιν, εν τε τοις ουρανίοις και επιγείοις, και ουχ η φύσις τούτο κατέλαβεν, ως τα λοιπά των πραγμάτων. Η εν τω νω θεωρία, εν η κινείται η των ουρανίων τάξις, και η οπτασία προ της ενσάρκου επιδημίας του Χριστού ουκ ην αυτοίς κατ εξουσίαν, ώστε εισιέναι προς ταύτα τα μυστήρια, ότε δε εσαρκώθη ο Λόγος, ηνοίχθη αυτοίς θυρα εν τω Ιησού, καθώς φησίν ο Απόστολος. Αλλά και αν αγνισθώμεν,εγώ λογίζομαι, όπερ εστί και αληθές, ότι ημείς οι άνθρωποι προς τάς αποκαλύψεις και διαγνώσεις τας απαγούσας προς την θεωρίαν εκείνην την αΐδιον, ήτις εστίν αληθώς μυστηρίων αποκάλυψις, άνευ της μεσιτείας αυτών προσεγγίσαι τα νοσήματα ημών ου δύνανται. Ου γαρ εστί τω ημετέρω νοΐ τοιαύτη δύναμις, όση ταίς ουσίαις ταίς ανωτάτω, αίτινες αμέσως παρά του αϊδίου τάς αποκαλύψεις και τάς θεωρίας δέχονται. Κακείναι γαρ εν εικόνι και ουχί γυμνώς εξ αυτής, και πάλιν ο ημέτερος νους ομοίως. Διά μεταδόσεως γαρ εκάστη τάξις από της άλλης κατά πάσαν οικονομίαν και διάγνωσιν από της πρώτης εις την δευτέραν, και ούτως έως αν διέλθη το μυστήριον εις όλας τάς τάξεις. Πολλά δε των μυστηρίων εν τη πρώτη τάξει ίστανται και προς τάς άλλας ου διαπερώσιν. Ου γαρ δύνανται χωρίς εκείνης εισδέξασθαι το μέγεθος του μυστηρίου. Και τίνα των μυστηρίων από της πρώτης τάξεως εξερχόμενα, τη δευτέρα και μόνη αποκαλύπτεται, κακεί φυλάττεται σεσιγημένα, αι δε άλλαι τάξεις αυτά ου συνήκαν, και τίνα έως της τρίτης και τετάρτης. Και πάλιν αύξησις και ύφεσις γίνεται εν ταίς αποκαλύψεσι ταίς οφθησομέναις τοις αγίοις αγγέλοις. Και εί εκείναι ούτω, πόσω μάλλον ημείς χωρίς αυτών και άνευ μεσιτείας δυνάμεθα δέξασθαι μυστήρια τοιαύτα; Αλλ' εξ αυτών εστίν, όταν τω νοΐ των αγίων πίπτη η αίσθησις της αποκαλύψεως οποίου μυστηρίου. Και ότε συγχωρηθή υπό Θεού από τάξεως εις τάξιν αποκαλυφθήναι της ανωτάτω και της κατωτέρω και κατά τούτον τον τρόπον, ότε συγχωρηθή τι εκ της θείας επινεύσεως, μέχρι της ανθρωπίνης φύσεως καταντήσει προς τους αξίους εκ παντός. Δι' αυτών γαρ οι άγιοι εισδέχονται το φως της θεωρίας, μέχρι της ενδόξου αϊδιότητος, το αδίδακτον μυστήριον, και οι αυτοί απ' αλλήλων. «Πνεύματα γαρ λειτουργικά είσι, προς τους εν ετοιμασία όντας κληρονόμους γενέσθαι της ζωής αποστελλόμενα». Αλλ' εις τον μέλλοντα αιώνα αύτη η τάξις καταργηθήσεται. Τότε γαρ ουκ άλλος απ' άλλου δέχεται την αποκάλυψιν της δόξης του Θεού προς ευφημίαν και ευφροσύνην της ιδίας ψυ­χής, αλλ' εκάστω αφ' εαυτού δοθήσεται το προς αξίαν παρά του Δεσπότου κατά το μέτρον των αριστευμάτων αυτού, και ουχί εκ του ετέρου λήψεται την δωρεάν, ως ενθάδε. Ου γαρ εστίν εκεί ούτε ο διδάσκων, ούτε ο διδασκόμενος, ούτε ο δεόμενος αναπληρώσαι το ελάττωμα αυτού εκ του ετέρου. Εις γαρ εστίν ο δοτήρ εκεί, αμέσως δωρούμενος τοις δεκτικοίς, και παρ αυτού κομίζονται οι κομιζόμενοι την επουράνιον ευφροσύνην. Εκεί παύσονται αι τάξεις των διδασκόντων και των διδασκομένων, και εν ενί κρέμαται η οξύτης της εφέσεως παντός. Εγώ δε λέγω, ότι εν τη γεέννη κολαζόμενοι, τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον! Τουτέστιν εκείνοι οίτινες ησθήθησαν, ότι εις την αγάπην έπταισαν, μείζονα την κόλασιν έχουσι πάσης φοβουμένης κολάσεως. Η γαρ λύπη η βαλλούσα εν τη καρδία εκ της είς την αγάπην αμαρτίας, οξυτέρα εστί πάσης κολάσεως γι­νομένης. Άτοπον εστί λογίζεσθαι τίνα, ότι οι αμαρτωλοί εν τη γεέννη στερούνται της αγάπης του Θεού. Η αγάπη εκγονόν εστί της γνώσεως της αληθείας, ήτις ομολογουμένως κοινώς πάσι δίδοται. Ενεργεί δε η αγάπη εν τη δυνάμει αυτής κατά διπλούν τρόπον τους μεν αμαρτωλούς κολάζουσα, ως και ενταύθα συμβαίνει προς φίλον από φίλου, τους δε τετηρηκότας τα δέοντα ευφραίνουσα εν αυτή. Και αύτη εστί, κατά γε τον εμόν λόγον, η εν τη γεέννη κόλασις, η μεταμέλεια. Των μέντοι υιών των άνω εν τη τρυφή μεθύσκει τάς ψυχάς. Ερώτησις. Ηρωτήθη τις, πότε γνώσεταί τις, ότι έτυχε της αφέσεως των αυτού αμαρτιών; Απόκρισις. Και ανταπεκρίθη αυτώ Ηνίκα αν αισθηθή εν τη ψυχή αυτού, ότι τελείως αυτάς μεμίσηκεν εκ καρδίας και όταν εν τοις φανεροίς αυτού εναντίως ου ην διοική εαυτόν. Ο τοιούτος πέποιθεν, ότι τετύχηκε της των πταισμάτων συγχωρήσεως παρά Θεού, των εκ της αμαρτίας, ως ήδη μισήσας την αμαρτίαν από της μαρτυρίας της συνειδήσεως, ην εν εαυτώ εκτήσατο, κατά το λόγιον του Αποστόλου το φάσκον «συνείδησις ακατάκριτος, αύτη εαυτής μάρτυς». Γένοιτο δε ημάς τυχείν της αφέσεως των αμαρτιών ημών χάριτι και φιλανθρωπία του ανάρχου Πατρός συν τω μονογενεί Υιώ και αγίω Πνεύματι, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώ­νων. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΠΕ': ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΤ ΕΡΩΤΗΣΙΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΙΝ[Επεξεργασία]

Ερώτησις. Ποίω δεσμώ συνδέδεται η καρδία του ανθρώπου του μη τρέχειν εις τα κακά; Απόκρισις. Εν τω ακολουθήσαι διαπαντός τη σοφία και πλεονεκτήσαι εν τη διδάχη της ζωής. Άλλος γαρ δεσμός ισχυρότερος τη αταξία της διανοίας ουκ εστίν. Ερώτησις. Έως πότε ο όρος του στέρξαι τω κατακολουθούντι τη σοφία, και εν τίνι τελειούται η μάθησις αυ­τής; Απόκρισις. Όντως αδύνατον φθάσαι εν πορεία τον όρον τούτον ότι και οι άγιοι ελλιπείς εισί προς την τελειότητα αυτής. Της γαρ οδοιπορίας της σοφίας ουκ εστί πέρας. Έως δε τούτου υψούται, έως ου αν ενώση τω Θεώ τον ακολουθούντα αυτή. Και τούτο σημείον αυτής, ότι απέραντος εστίν η κατανόησις αυτής ότι η σοφία αυτός εστίν ο Θεός. Ερώτησις. Ποία εστίν η πρώτη τρίβος και αρχή, ήτις ποιεί ημάς πλησιάσαι τη σοφία; Απόκρισις. Το εν πάση δυνάμει καταδιώξω του Θεού την σοφίαν και σπουδάσαι εν τη καταδιώξει αυτού ολοψύχως έως τέλους και αυτήν την ζωήν αυτού, ηνίκα δέη, αποδύσασθαι και ρίψαι αυτήν εξ εαυτού μη αμελήσαι δια την αγάπην του Θεού. Ερώτησις. Τις εστίν ο αξίως ονομαζόμενος συνετός; Απόκρισις. Ο εν αληθεία συνιείς, ότι της ζωής ταύτης όρος εστίν, αυτός εστίν ο δυνάμενος όρον ποιήσαι ταίς πλημμελείαις αυτού. Ποία γαρ γνώσις ή σύνεσις μείζων ταύτης, του σοφίσασθαι τίνα το εξελθείν εκ ταύτης της ζωής εν αφθαρσία, μη έχοντα μέρος μεμιασμένον εκ της γλυκύτητας αυτής; Εάν γαρ άνθρωπος τις λεπτύνων τα νοήματα αυτού, εισελθείν εις τα μυστήρια όλων των φυσεων, και πλούτων εν εφευρέσει και κατανοήσει εν πάση γνώσει, και η ψυχή αυτού ρερυπωμένη τω ρύπω της αμαρτίας, και ουκ εκτήσατο μαρτυρίαν εν ελπίδι ψυχής αυτού, αλλά δοκεί καλώς φθάσαι εις τον λιμένα της πεποιθήσεως, ουκ έχει ο κόσμος αφρονέστερον αυτού. Έως γαρ της ελπίδος του κόσμου τούτου μόνον μετήνεγκεν αυτόν τα έργα αυτού εν τω προς αυτόν αδιαλείπτω δρόμω. Ερώτησις. Ποιος εστίν ο ισχυρότερος εν τη αληθεία; Απόκρισις. Ο ευδοκών εν θλίψεσι προσκαίρως, εν αίς κέκρυπται η ζωή και η δόξα της νίκης αυτού, και ου επεθύμησε τον πλατυσμόν, εν ω κέκρυπται η οσμή της αισχύνης, το εν παντί καιρώ ποτίζοντα τον ευρίσκοντα αυτόν ποτήριον στεναγμού. Ερώτησις. Τι βλάπτει άρα εν τη οδοιπορία τη προς Θεόν, εάν τις εκκλίνη εκ των αγαθών έργων δια τους πειρα­σμούς; Απόκρισις. Ουκ ενδέχεται τίνα πλησιάσαι τω Θεώ χωρίς θλίψεως και ου φυλάττεται η δικαιοσύνη αυτού αναλλοίωτος χωρίς αυτής. Και εάν κόψη τα έργα τα αυξάνοντα αυτήν, κόπτει και τα φυλάσσοντα αυτήν, και ως θησαυρός αφύλακτος ευρί­σκεται και ως αθλητής γυμνωθείς των οπλών αυτού και ώσπερ ναύς ευρίσκεται μη έχουσα τα σκεύη αυτής και ως παράδεισος εκκοπείσης αυτού της πηγής του ύδατος. Ερώτησις. Τις εστίν ο πεφωτισμένος εν τοις νοήμασιν αυτού; Απόκρισις. Όστις έφθασεν ευρείν την πικρότητα την κεκρυμμένην εν τη γλυκύτητι του κόσμου και εκώλυσε το στόμα αυτού, του μη πιείν εκ τούτου, και κλείων τάς θύρας των αισθή­σεων αυτού, ίνα μήποτε εισέλθη εν αυτώ ο πόθος του βίου τούτου και κλέψη εξ αυτού τους κρυπτούς θησαυρούς αυτού. Ερώτησις. Τι εστίν ο κόσμος, και πώς γινώσκομεν αυτόν και τι βλάπτει τους αγαπώντας αυτόν; Απόκριαις. Ο κόσμος πόρνη εστίν, ήτις τη επιθυμία του κάλλους αυτής έλκει τους ορώντας εις τον πόθον αυτής, και ό κρατηθείς μερικώς τω πόθω αυτού και περιπλακείς αυτώ, ου δύναται εξειληθήναι εκ των χειρών αυτού, έως αν αποδύση αυτόν την ζωήν αυτού. Και όταν γυμνώση αυτόν εκ πάντων και εκφέρη αυτόν εκ του οίκου αυτού εν τη ημέρα του θανάτου αυτού, τότε γνωρίζει αυτόν ο άνθρωπος πλάνου όντως και απατεώνα.Όταν δε τις αγωνίσηται εξελθείν εκ του σκότους του κόσμου τούτου, έως αν η κεκρυμμένος εν αυτώ, ου δύναται ιδείν τάς περιπλοκάς αυτού. Και ούτως ο κόσμος ου μόνον τους μαθητάς αυτού και τα τέκνα αυτού και τους δεδεμένους ένδον αυτού κρατεί, αλλά και τους ακτήμονας και ασκητάς και τους κλάσαντας τα δεσμά αυτού και προσάπαξ γενομένους επάνωθεν αυτού ιδού ήρξατο θηρεύειν αυτούς εις τα έργα αυτού εν τισι τρόποις και καταπατεί αυτούς και τίθησιν αυτούς κάτωθεν των ποδών αυτού. Ερώτησις. Τι ποιούμεν τω σώματι, όταν περικυκλώση αυτώ η οδύνη και το βάρος, ότι συγχαυνούνται αυτώ το θέλημα το εκ της επιθυμίας του αγαθού και της πρώτης ισχύος αυτού; Απόκρισις. Τούτο γίνεται πολλάκις επί τισιν ότι το ήμισυ αυ­τών εξήλθεν οπίσω του Κυρίου, και το ήμισυ αυτών έμεινεν εν τω κόσμω και η καρδία αυτών ουκ εκόπη εκ των ενταύθα, αλλά διεμερίσθησαν καθ' εαυτούς. Και ποτέ μεν έμπροσθεν βλέπουσι, ποτέ δε οπίσω και, ως νομίζω εγώ, ότι ο σοφός τους ούτω μεμερισμένους και προσεγγίζοντας τη οδώ του Θεού παραινεί λέγων «μη προσέλθης αυτώ εν δυο καρδίαις», αλλ ως ο σπείρων και ως ο θερίζων πρόσελθε αυτώ. Και ο Κύριος τους αποτασσομένους ου τελείως τω κόσμω, αλλά μεμερισμένους οντάς, και τω λόγω ή μάλλον τω λογισμώ εις τα οπίσω στρεφομένους εκ της προφάσεως του φόβου των θλίψεων, ειδώς, και ότι την επιθυμίαν της σαρκός ακμήν ουκ έρριψαν απ’ αυ­τών, ότε ηθέλησεν απορρίψαι την χαύνωσιν της διανοίας εξ αυ­τών, λόγον αυτοίς ωρισμένον είπεν «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, πρώτον απαρνησάσθω εαυτόν», και τα εξής. Ερώτησις. Και άρα τι εστί το απαρνήσασθαι εαυτόν; Απόκρισις. α.Ίνα, ώσπερ ο ετοιμασθείς εν τω σταυρώ ανελθείν, μόνην την έννοιαν λαμβάνει του θανάτου εν τω λογισμώ αυτού, και ούτως εξέρχεται, ως άνθρωπος μη ενθυμούμενος πάλιν έχειν μέρος ζωής εν τη ζωή ταυτή του παρόντος αιώ­νος, ούτω και ο το ειρημένον πληρώσαι βουλόμενος. Ο γαρ σταυρός, προς πάσαν θλίψιν έτοιμον εστί θέλημα. Και ότε ταύτα πάλιν ηθέλησε διδάξαι διατί ούτως εστίν, είπεν «ο θελών ζήσαι εν τω κόσμω τούτω, απολέσει εαυτόν εκ της ζωής της αληθινής, ο δε απολύων εαυτόν ώδε ένεκεν εμού, ευρήσει εαυτόν εκεί». Τουτέστιν ο διαβαίνων την οδόν του σταυρού και τα διαβήματα αυτού τιθείς εν αυτή. Ει δε τις πάλιν μεριμνά της ζωής ταύτης, απώλεσεν εαυτόν εκ της ελπίδος, δι' ης εξήλθε θλιβήναι ότι η μέριμνα αυτή ουκ εά αυτόν προσεγγίσαι τη δια Θεόν θλίψει, αλλ' εν τη διαμονή αυτού τη προς αυτήν έλκει αυτόν κατά μικρόν και εκφέρει αυτόν εκ μέσου του αγώνος της ζωής της μακάριοτητος, και αυξάνει εν αυτώ ο λογισμός ούτος, έως αν νικήση αυ­τόν. Ο δε απολλύων την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού εν τη διανοία αυτού δια τον πόθον μου, ούτος ανέγκλητος και αβλαβής φυλάττεται είς την αιώνιον ζωήν. Και τούτο εστί το, «ο απολλύων την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». β'. Λοιπόν εντεύθεν εξ εαυτού ετοίμασον την ψυχήν σου είς αφανισμόν τέλειον εκ ταύτης της ζωής. Και εάν απόλλης σεαυτόν εκ της ζωής ταύτης, ερείσοι εν ταύτη τη διανοία «και δώσω σοι», φησί, «ζωήν αιώνιον καθώς επηγγειλάμην σοι». Εάν δε εν τη ζωή ταυτή μείνης, την επαγγελίαν μου εν έργω ενδείξομαί σοι ενταύθα και την βεβαίωσιν των μελλόντων αγαθών, και τότε ευρίσκεις την αιώνιον ζωήν, ότε της ζωής ταύτης καταφρονήσεις. Και όταν εισέλθης εν τη παρασκευή ταυτή εις τον αγώνα, τότε καταφρονείται εν οφθαλμοίς σου πάντα τα νομιζόμενα επί­πονα και θλιβερά. Όταν γαρ ο νους ούτω παρασκευή ταύτη εις τον αγώνα, τότε καταφρονείται εν οφθαλμοίς σου πάντα τα νομι­ζόμενα επίπονα και θλιβερά. Όταν γαρ ο νους ούτω παρασκευασθή, ουκ έχει αγώνα ούτε θλίψιν εν τω καιρώ του κινδύνου του θανάτου. Δια τούτο ακριβώς δεί ειδέναι, ότι, εάν μη μισήση άνθρωπος την ζωήν αυτού εν τω κόσμω δια την επιθυμίαν της μελλούσης και μακαριάς ζωής, ου δύναται το σύνολον υπομείναι τάς καθ' εκάστην ώραν επερχομένας τούτω παντοίας θλί­ψεις και πόνους. Ερώτησις. Ποίω τρόπω κόπτει ο άνθρωπος την πρώτην συνήθειαν αυτού και συνηθίζει εαυτόν εν τη ζωή της ενδείας και της ασκήσεως; Απόκρισις. α'. Ζήσαι το σώμα εκτός της χρείας αυτού ου πείθεται, εφ' όσον περιέρχεται εν ταίς αιτίαις της τρυφής και της χαυνώσεως, και ου δύναται τούτο ο νους κατέχειν από των τοιούτων, έως αν μη ξενωθή το ρηθέν σώμα εκ πάντων των ποιούντων την χαύνωσιν. Διότι, όταν εύρη ιδείν την θεωρίαν της τρο­φής και των πραγμάτων και βλέπη σχεδόν καθ' εκάστην ώραν τα της χαυνώσεως αίτια, εξυπνίζεται εν αυτώ η επιθυμία αυτών διάπυρος, και ούτως ερεθίζει ως διακαίουσα. β'. Δια τοι τούτο και πάνυ καλώς τω ακολουθήσαι οφείλοντι ο λυτρωτής Κύριος ενετείλατο, γυμνωθήναι και εξελθείν εκ του κόσμου. Διότι πρώτον οφείλει ο άνθρωπος ρίψαι τάς αιτίας της χαυνώσεως εξ αυτού, και ούτω προσεγγίσαι τω έργω. Και αυ­τός δε ο Κύριος, ότε ήρξατο πολεμείν μετά του διαβόλου, εν ερήμω ξηροτάτη επολέμησεν αυτόν. Και ο Παύλος δε παραινεί εξελθείν εκ της πόλεως τους αίροντας τον σταυρόν του Χριστού «συνεξέλθωμεν αυτώ», φησίν, «έξωθεν της πόλεως και λάβωμεν τον ονειδισμόν αυτού ότι έξω της πόλεως έπαθεν». Εκ γαρ του αφορίσαι τινά εαυτόν εκ του κόσμου και των αυτού, ταχέως λανθάνει ο άνθρωπος την πρώτην αυτού συνήθειαν και την αναστροφήν, και ου κοπιά χρόνον πολύ εν τούτοις. Το δε πλησιάσαι εαυτόν τω κόσμω και τοις πράγμασιν αυτού, ταχέως χαυνοί την ισχύν της διανοίας αυτού. γ'. Διό δει γινώσκειν, ότι μεγάλως βοηθεί και προς προκοπήν οδηγεί την εν τω αθλητικώ αγώνι τω σωτηρίω. Προσήκει ουν και βοηθεί εν τω αγώνι τούτω το είναι εν ενδεία και υστερήσει την κατάστασιν του κελλίου του μοναχού, και ίνα γένηται το κελλίον αυτού κενόν και αργόν από πάντων των κινούντων εν αυτώ την επιθυμίαν της αναπαύσεως. Όταν γαρ αι αιτίαι της χαυνώσεως απέχωσιν εκ του ανθρώπου, ου κινδυνεύει εν τω διπλώ πολέμω, τω εσωτέρω και εξωτέρω. Και ούτως ακόπως νικά ο άνθρωπος ο μακρόθεν έχων τα προς ηδονήν, παρά τον εκ του σύνεγγυς τα προς επιθυμίαν αυτόν κινούντα έχοντα. Ωδε γαρ ο αγών διπλούς εστίν. δ' Ότε γαρ χρήζει ο άνθρωπος είς σύστασιν του σκηνώματος αυτού, τότε και η χρεία αυτού ευκαταφρόνητος γίνεται και ουδέ εν τω αναγκαίω καιρώ της μικράς αυτού μεταλήψεως θεωρεί αυτήν μετ'επιθυμίας, και εν ολίγω τινι πείθει το σώμα και τούτο ως ευκαταφρόνητον παρ' εαυτώ βλέπει, και ου δια την ηδύτητα του βρώματος προσεγγίζει αυτώ, αλλ' ίνα την φύσιν αντιλάβηται και ενισχύση. Αύται αι προφάσεις ταχέως αναφέρουσί τίνα είς την άσκησιν αθλίπτω και αλύπω λογισμώ. Προσήκει τοίνυν τω σπουδαίω μοναχώ οξεί τω πόδι φεύγειν ανεπιστρόφως πάντα τα πολεμούντα τω μοναχώ και μη συναναμίγνυσθαι τοις πολεμούσιν αυτώ, αλλά και από της ψιλής θεω­ρίας αυτών εγκρατεύεσθαι και μακρυνθήναι από του πλησιασμού αυτών καθ όσον δύναται. Και τούτο λέγω ου μόνον περί της γαστρός, αλλά και περί πάντων των εν τη πείρα και τω πολέμω, εν οίς πειράζεται και δοκιμάζεται του μοναχού η ελευθερία. Όταν γαρ έλθη ο άνθρωπος προς τον Θεόν, διαθήκην μετά του Θεού ποιεί, απέχεσθαι εκ πάντων τούτων. Ταύτα δε εισί, το μη οράν πρόσωπον γυναικός, και το μη ιδείν τα πρόσωπα των ευπρεπών, και το μηδενός επιθυμείν ή τρυφάν, και το μη ιδείν την ευκοσμίαν των ενδυμάτων, και το μη ιδείν πάσαν τάξιν των κοσμικών, μήτε ακούσαι των λόγων αυτών, μήτε τα περί αυτών εξετάσαι. Διότι πολλήν δύναμιν κτώνται τα πάθη εκ του πλησιασμού των τοιούτων απάντων πραγμάτων, οία χαυνούντων τον αγωνιστήν και αλλοιούντων την τε φρόνησιν και την πρόθεσιν αυτού. Και εάν αι θεωρίαι των καλών κινώσι την προαίρεσιν του όντος εν τω ζήλω εκκλίνειν εις την εργασίαν αυτών, δήλον ότι και τα ενάντια τούτων έχουσιν ισχύν αιχμαλωτίσαι την διάνοιαν είς αυτά. Και εάν πλέον τι ου γένηται μόνον τη διάνοια τη ησυχαζούση, άλλ' εις αγώνα πολέμων εμβάλλει αυτόν, και τούτο ζημία μεγάλη εστίν, ίνα εκ της ειρήνης είς θόλωσιν τις εκουσίως εμβάλλη εαυτόν. στ'. Και εάν τις των γερόντων των ασκητών και αγωνιστών ιδών αγένειον, τον όμοιον ταίς γυναιξίν, ελογίσατο τούτο επιβλαβές τω λογισμώ και επιζήμιον εν τω αγώνι αυτού, τις εστίν, ός εν άλλοις αμελήσαι δύναται, οπότε ούτος ο άγιος ου κατεδέξατο εισελθείν και ασπάσασθαι αδελφόν; Διότι ανέκρινεν ο σοφός γέ­ρων, ότι μόνον εάν ενθυμηθώ εν τη νυκτί ταύτη, ότι εστίν ενταύθα τι τοιούτον, τούτο μεγάλη μοι ζημία εστί. Και δια τούτο ουκ εισήλθε και είπεν αυτοίς Εγώ μεν, τέκνα, ου φοβούμαι, αλλ όμως τι θέλω ενέγκαι εμαυτώ πόλεμον μάτην; Η γαρ μνήμη των τοιούτων ταραχήν ανόνητον εν τη διανοία ποιεί. Εις έκαστον γαρ των του σώματος τούτου μελών δέλεαρ πρόκειται, και έχει πόλεμον μέγαν ο άνθρωπος είς αυτά και οφείλει φυλάξασθαι εαυτόν και σμικρύνειν τον πόλεμον αυτού τον εις αυτά εκ του φεύγειν ώσπερ ότε εγγίζουσι, καν βιάζηται ο άνθρωπος εις το αγαθόν, αλλ' όμως κινδυνεύει εξ αυτών θεωρών και επιθυμών αεί. ζ'. Και γαρ φάρμακα πολλά θεωρούμεν εν τη γη κεκαλυμμένα και εν τω θέρει δια τον καύσωνα ουδείς γινώσκει αυτά, όταν δε νοτισθώσιν εκ του ύδατος και οσφρανθώσι της δυνάμεως της ψυχρότητος του αέρος, τότε φαίνεται έκαστον είδος που ην τεθαμμένον εν τη γη. Ούτω και ο άνθρωπος, ότε εστίν εν τη χάριτι της ησυχίας και εν τη θέρμη εις τα πράγματα του κόσμου, τότε βλέπει πώς έκαστον πάθος εγείρεται και κουφίζει την κεφαλήν αυτού, και μάλιστα εάν οσφρανθώσιν οσμής αναπαύσεως. Τούτο δε είπον, ίνα μη θαρρήση τις όσον ζή εν τω σώματι αυτού, έως αν αποθάνη, και ίνα δείξω, ότι το φεύγειν και μακρύνειν τινά εαυτόν από των αιτιών της κακίας, πάνυ βοηθούσιν εις τον ασκητικόν αγώνα. Δια τα πράγματα τα φέροντα ημίν αισχύνην εν τη μνήμη αυτών, δέον ημάς αεί φοβείσθαι αυτά και μη καταπατήσαι την συνείδησιν και καταφρονήσαι αυτής, η'. Λοιπόν εν τη ερήμω χωρήσαι το σώμα τέως πειράσωμεν και ποιήσωμεν κτάσθαι την υπομονήν το δε μείζον πάντων, ίνα σπουδάζη τις, όπου δ' άν και ή, ώστε απέχειν το αίτιον του πολέ­μου καν γαρ θλίβηται τις ίσως, αλλ' άφοβος εστίν, ίνα μη, όταν έλθη χρεία, πέση δια την εγγύτητα αυτής. Ερώτησις. Όστις απέρριψε εξ εαυτού όλον τον περισπασμόν και εισήλθεν εις τον αγώνα, ποία εστίν η αρχή αυτού εν τω πολέμω της αμαρτίας, και πόθεν άρχεται της πάλης; Απόκρισις. α' Τούτο πάσι γνώριμόν εστίν, ότι εκάστω αγώνι της αμαρτίας και της επιθυμίας ο κόπος της αγρυπνίας και της νηστείας εστίν η αρχή, και μάλιστα τω ανταγωνιζομένω προς την εν ημίν ένδον αμαρτίαν. Και το σημείον του μίσους της άμαρτίας και της επιθυμίας αυτής εκ τούτου οράται τοις ανταγωνιζομένοις προς τον αόρατον πόλεμον τούτον εν τη νηστεία άρχονται και μετά ταύτην η αγρυπνία της νυκτός συνεργεί προς την άσκησιν. β'. Ο εν πάση τη ζωή αυτού την ομιλίαν της συζυγίας ταύτης αγαπών, ούτος φίλος της σωφροσυνης γίνεται. Καθώς η ανάπαυσις της γαστρός αρχή πάντων των κακών και η χαυνότης του ύπνου η εξάπτουσα την επιθυμίαν της πορνείας, ούτως η οδός του Θεού η αγία και πάσης αρετής ο θεμέλιος η νηστεία υπάρχει και η αγρυπνία και η εγρήγορσις εν τη λειτουργία του Θεού, εν σταυρώσει του σώματος όλην την ημέραν και την νύ­κτα εξ εναντίας της γλυκύτητος του ύπνου. Η νηστεία υπερασπισμός εστί πάσης αρετής και αρχή του αγώνος και στέφανος των εγκρατών και το κάλλος της παρθενίας και του αγιασμού και η λαμπρότης της σωφροσύνης και η αρχή της οδού του Χριστιανισμού και η μήτηρ της προσευχής και η πηγή της σωφροσύνης και της φρονήσεως και η διδάσκαλος της ησυχίας και η προηγουμένη πάντων των καλών έργων. Καθώς ακολουθεί τοις ερρωμένοις οφθαλμοίς η επιθυμία του φωτός, ούτως ακολουθεί τη νηστεία τη μετά διακρίσεως γινομένη, η επιθυμία της ευχής. γ'. Όταν γαρ άρξηται τις νηστεύειν, εκ τούτων εις την επιθυ­μίαν της ομιλίας του Θεού επιθυμεί ελθείν εν τη διάνοια αυτού.Όυ γαρ καρτερεί το σώμα νηστεύον υπνώσαι εν τη στρωμνή αυτού όλην την νύκτα. Όταν η σφραγίς των νηστειών επιτέθειται τω στόματι του ανθρώπου, ο λογισμός αυτού εν κατανύξει με­λετά και η καρδία αυτού ευχήν βρύει και η στυγνότης επί το πρόσωπον αυτού κείται και οι αισχροί διαλογισμοί πόρρω απέχουσιν απ' αυτού, ιλαρότης ουχ οράται εν οφθαλμοίς αυτού και εχθρός εστίν των επιθυμιών και των ματαίων συντυχιών. Ουδέ­ποτε είδε τις νηστευτήν εν διακρίσει, δουλωθέντα υπό της κακής επιθυμίας. Δόμος μέγας εις παν αγαθόν εστίν η νηστεία η μετά διακρίσεως, και ο αμελών αυτής, πάν αγαθόν διασείει. Διότι αύτη εστίν η εντολή η τεθείσα τη φύσει ημών εξ αρχής εις παραφυλακήν κατά της γεύσεως της τροφής, και εκείθεν εξέπεσεν η αρχή του πλάσματος ημών. Όμως, όθεν γέγονεν ο αφανισμός ο πρώτον, εκείθεν άρχονται οι άθληται εις τον φόβον του Θεού, όταν άρξωνται φυλάττειν τους νόμους αυτού. δ'. Και ο Σωτήρ δέ, ότε ωράθη τω κόσμω εν τω Ιορδάνη, εν­τεύθεν ήρξατο. Μετά γαρ το βάπτισμα εξήνεγκεν αυτόν τοπνεύμα εις την έρημον και ενήστευσε ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα. Ομοίως και πάντες οι εξερχόμενοι ακολουθήσαι οπίσω αυτού επί τούτω τω θεμελίω βάλλουσι την αρχήν του αγώνος αυτών. Όπλον γαρ εστίν ειργασμένον υπό του Θεού, και τις αμελών εις αυτό ου μεμφθήσεται; Και ει ο εκθέμε­νος τον νόμον νηστεύει, τις εκ των τηρούντων τον νόμον ου χρή νηστεύειν; Δια τούτο έως τότε το γένος των ανθρώπων ουκ εγίνωσκε την νίκην, ουδέ ο διάβολος ποτέ επειράθη της ήττης αυτού εκ της φύσεως ημών, αλλ' εν τούτω τω όπλω ητόνησεν εξ αρχής, και ο Κύριος ημών ην ο αρχηγός και πρωτότοκος της νί­κης, του δούναι τον πρώτον στέφανον της νίκης επί της κεφαλής της φύσεως ημών. ε'Και όταν ίδη τούτο το όπλον επί τίνα των ανθρώπων ο διάβολος, ευθέως φοβείται ο αντικείμενος και τυραννός, και ευθύς ενθυμείται και είς μνήμην έρχεται της ήττης αυτού της εν τη ερήμω υπό του Σωτήρος, και η δύναμις αυτού κλάται, και εν τη θεωρία του όπλου του δοθέντος ημίν υπό του αρχιστρατήγου ημών καίεται. Ποίον όπλον δυνατώτερον αυτού και θάρσος παρέχον τη καρδία εν τη πάλη τη κατά των πνευμάτων της πονη­ρίας, ως η γινομένη πείνα υπέρ του Χριστού; Όσον γαρ μοχθεί το σώμα και κακοπαθεί εν τω καιρώ, εν ω περικυκλοί τον άνθρωπον ή φάλαγξ των δαιμόνων, τοσούτον αντιλαμβάνεται η καρδία αυτού υπό της πεποιθήσεως. Και ό ενδυόμενος το της νηστείας όπλον, εν ζήλω πυρπολείται εν παντί καιρώ, στ'. Και ο ζηλωτής γαρ Ηλίας ηνίκα εζήλωσεν υπέρ του νόμου, του Θεού, εις τούτο το έργον της νηστείας διήγεν. Υπομιμνήσκει γαρ τον κτησάμενον αυτήν τα εντάλματα του Πνεύματος, και με­σίτης εστίν η νηστεία του παλαιού νόμου και της. χάριτος της δοθείσης ημίν παρά του Χριστού. Και ο αμελών εις αυτήν, και εις τα υπόλοιπα των αγωνισμάτων χαύνος εστί και αμελής και ασθενής και αρχήν και σημείον κακόν της χαυνώσεως δεικνύει της ψυχής αυτού και δίδωσι τόπον νίκης τω πολεμούντι αυτόν διότι γυμνός και άοπλος εισέρχεται εις τον αγώνα, και έκδηλος εστίν ότι χωρίς νίκης εξέρχεται εξ αυτού, διότι τα μέλη αυτού ουκ εφόρεσεν την θέρμην της πείνης της νηστείας. Τοιαυτή εστίν η νηστεία, και ο διαμένων εν αυτή, ασάλευτος εσται η διάνοια αυτού και προς απάντησιν ετοίμη και αποτροπήν πάντων των δυσχερών παθών. Λέγεται περί πολλών μαρτυρων, ότι εν τη ημέρα, εν η προσεδόκων δέξασθαι τον στέφανον του μαρτυρίου, ει προεγίνωσκον εξ αποκαλύψεως ή φάσεως τίνος των εταίρων αυτών τούτο, τη νυκτί εκείνη ουκ εγεύοντο τίνος, αλλά από εσπέρας έως πρωί ίσταντο αγρυπνούντες εν τη ευχή, δοξάζοντες τον Θεόν εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, και εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει εξεδέχοντο την ώραν εκείνην, ως τίνες ετοιμασθέντες εις τους γάμους, εκδεχόμενοι απαντήσαι τω ξίφει νηστεία αυτών. Και ημείς τοίνυν, οι εις την αόρατον μαρτυρίαν κληθέντες, του δέξασθαι τους στεφάνους του αγιασμού νήψωμεν και μηδέποτε εν μέλει τινι και μέρει του σώματος ημών δοθή τοις εχθροίς ημών σημείον της αρνήσεως. Ερώτησις. Πώς εισί τίνες πολλάκις και πολλοί έχοντες τα έργα ταύτα ίσως, και της γαλήνης και αναπαύσεως των παθών, και της ειρήνης των λογισμών ουκ αισθάνονται; Απόκρισις. Τα πάθη τα κερυμμένα εν τη ψυχή, ώ αδελφέ, ουχί εν τοις σωματικοίς κόποις μόνον διορθούνται, ουδέ τους λογισμούς κωλύουσιν επί των εξυπνιζομένων αεί δια των αισθήσε­ων. Οι γαρ κόποι ουτοι φυλάττουσι τον άνθρωπον εκ των επιθυ­μιών, ίνα μη νικηθή εξ αυτών, και εκ της πλάνης των δαιμόνων, την δε ειρήνην και την γαλήνην ου παρέχουσι τη ψυχή. Τα γαρ έργα και οι κόποι τότε την απάθειαν παρέχουσι τη ψυχή και νεκρούσι τα μέλη τα εν τη γη και δωρούνται την ανάπαυσιν των λογισμών, όταν κοινωνήσωμεν τη ησυχία ηνίκα γαρ αι αισθή­σεις τα έξω παύσωνται της ταραχής και επιμείνωσιν εν τη εργασία της σοφίας καιρόν τίνα. Έως γαρ αν στερηθή ο άνθρωπος της απαντήσεως των ανθρώπων και τα μέλη αυτού εκ της δια­χύσεως των λογισμών, και συναγάγη εαυτόν προς εαυτόν, ου μη δυνηθή γνωρίσαι το πάθος αυτού. Η ησυχία γαρ, καθώς εφη ο άγιος Βασίλειος, αρχή της καθάρσεως της ψυχής εστίν. Ηνίκα γαρ τα έξω μέλη παύσωνται της στάσεως της εξωτέρας και του περισπασμού του εις την έξω χωράν, τότε στρέφεται η διάνοια από των εξωτέρων περισπασμών και του μετεωρισμού και καθ' εαυτήν ηρεμεί και εξυπνίζεται η καρδία εξερευνήσαι τάς εννοίας τάς έσωθεν της ψυχής. Και εάν υπομείνη εν τούτοις καλώς, έρ­χεται κατ' ολίγον ο άνθρωπος οδεύειν εις την καθαρότητα της ψυχής. Ερώτησις. Και ου δύναται άρα εν τη αναστροφή τη έξω της θύρας καθαρθήναι η ψυχή; Απόκρισις. Δένδρου καθ’ ημέραν ποτιζομένου, πότε ξηραίνεται η ρίζα αυτού; και σκεύος δεχόμενον καθ’ ημέραν προσθήκην, πότε μειούται; Και εάν η καθαρότης ουδέν άλλο εστίν, εί μη το λαβείν την αναστροφήν ελευθερίας και εξελθείν της συνήθειας αυτής, πώς και πότε θελήσει καθαρθήναι την ψυχήν αυτού, όστις πρακτικώς εν εαυτώ ή εν άλλοις δια των αισθήσεων ανα­καινίζει την μνήμην της παλαιάς συνήθειας εν εαυτώ, όπερ εστίν η επίγνωσις της κακίας; Πότε δύναται καθαρθήναι την ψυχήν αυτού εκ τούτου, ή πότε σχολάσαι εκ των ανταγωνισμάτων των εξωτέρων, ίνα αν θεάσηται εαυτόν; Εάν γαρ η καρδία καθ' ημέραν ρυπούται, πότε καθαίρεται εκ του ρύπου; Αλλ' ουδέ προς την ενέργειαν την εξωτέραν δύναται αντιστήναι, και πόσω μάλλον καθαρίσαι ου δύναται την καρδίαν, ότι εν μέσω του στρατο­πέδου ίσταται και εδέχεται καθ' ημέραν την συνεχή αγγελίαν του πολέμου ακούσαι και πώς τολμά κηρύξαι ειρήνην τη ψυχή αυτού; Εάν δε εκ τούτου μακρυνθή, τότε δύναται κατά μικρόν τα πρώτα καταπαύσαι τα έσω επεί, έως αν άνωθεν ο ποταμός ου φράττηται, εκ των κάτω τα ύδατα αυτού ου ξηραίνεται. Όταν δε έλθη τις εις την ησυχίαν, τότε δύναται η ψυχή διακρίναι τα πάθη και εξερευνήσαι εν συνέσει την εαυτής σοφίαν. Τότε και ο έσω άνθρωπος εξυπνίζεται εις το έργον του πνεύματος, και ημέρα τη ημέρα αισθάνεται της κρυπτής σοφίας της ανθούσης εν τη ψυχή αυτού. Ερώτησις. Τίνα εισί τα ακριβή τεκμήρια και τα σημεία τα πλησιάζοντα, εξ ων και δι' ων αισθάνεται τις, ότι ήρξατο βλέπειν εν εαυτώ καρπόν κρυπτόν εν τη ψυχή; Απόκρισις. α΄. Όταν αξιωθή τις της χάριτος των δακρυων των πολλών των χωρίς βίας γινομένων. Ως γαρ όρος τις ετέθησαν τα δάκρυα τη διανοία μεταξύ των σωματικών και των πνευμα­τικών, και μεταξύ της εμπαθείας και της καθαρότητας. Έως αν δέξηταί τις το χάρισμα τούτο, ακμήν εν τω εξωτέρω ανθρώπω εστίν η ενέργεια του έργου αυτού και ακμήν ουκ ησθήθη παντελώς της ενεργείας των κρυπτών του πνευματικού ανθρώπου. Όταν γαρ άρξηται τις εάν τα σωματικά του νυν αιώνος και εν­τός του όρου τούτου του όντος έξωθεν της φύσεως οράται διαβαίνων, ευθύς εις την χάριν ταύτην των δακρύων φθάνει και εκ της πρώτης μονής της πολιτείας της κρυπτής άρχονται και τα δάκρυα ταύτα και απάγουσιν αυτόν εις την τελειότητα της αγάπης του Θεού. Και όσον προβαίνει εκείσε, τοσούτον πλουτεί εν αυτοίς, έως αν πίνη αυτά εν τη τροφή αυτού και εν τω πόματι αυτού εκ της πολλής αυτών διαμονής. β'. Και τούτο εστί το σημείον της ακριβείας, ότι εξήλθεν η διάνοια εκ του κόσμου τούτου και ησθήθη του κόσμου εκείνου του πνευματικού. Όσον δε πλησιάζει τω κόσμω τούτω εν τη διανοία αυτού ο άνθρωπος, τοσούτον ελαττούται εκ των δακρύων τούτων, και όταν η διάνοια τελείως στερίσκεται των δακρύων τούτων, και τούτο το σημείον εστίν, ότι εστίν ο άνθρωπος τεθαμμένος εν τοις πάθεσιν. γ' Εισί τινά μεν των δακρύων καίοντα, και είσι δάκρυα πιαίνοντα. Πάντα ουν τα δάκρυα τα εκ της κατανύξεως και της οσίας καρδίας εξερχόμενα δια τάς αμαρτίας, ταύτα ξηραίνουσι το σώμα και καίουσι και πολλάκις και αυτό το ηγεμονικόν της εκ τούτων αισθάνεται βλάβης εν τη εξόδω αυτών. Και πρώτον μεν ταύτη τη τάξει των δακρύων εξ ανάγκης απαντά ο άνθρωπος, και δι' αυτών ανοίγεται αυτώ θύρα εισελθείν εις την τάξιν την δευτέραν, την κρείττονα ταύτης, ήπερ εστί χώρα χαράς, εν η δέ­χεται ο άνθρωπος το έλεος. Ταύτα δε είσι τα δάκρυα τα προχεόμενα εκ της συνέσεως, α ωραϊζουσι και πιαίνουσι το σώμα, και αβιάστως αφ' εαυτών κατέρχονται, και ου μόνον, ως είρηται, πιαίνουσι το σώμα του ανθρώπου, αλλά και η δράσις του ανθρώπου αλλοιούται. «Καρδίας» γαρ, φησίν, «ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει, εν δε λύπαις ούσης σκυθρωπάζει». Ερώτησις. Τις εστίν η ανάστασις της ψυχής, ην φησιν ο Απόστολος, «ει συνηγέρθητε τω Χριστώ»; Απόκρισις. Εν τω ειπείν τον Απόστολον, «ο Θεός ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι, αυτός έλαμψεν εν ταίς καρδίαις ημών», ψυχής ανάστασιν, την της παλαιότητος έξοδον έδειξεν, ότι ταύτην δεί καλείν, τουτέστιν, ίνα γένηται καινός ο άνθρωπος, μηδέν έχων του παλαιού ανθρώπου, καθώς λέγει, «και δώσω αυτοίς καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν». Τότε γαρ εικονίζεται ο Χριστός εν ημίν δια πνεύματος σοφίας και αποκαλύψεως της επιγνώσεως αυτού. Ερώτησις. Τι εστί, κατά συντομία, η δύναμις της πράξεως της ησυχίας; Απόκρισις. Η ησυχία τάς αισθήσεις τάς έξω νεκροί και τάς έσω κινήσεις εγείρει, η δε έξω αναστροφή τα εναντία τούτων πράττει, ήγουν τάς έξω αισθήσεις εγείρει, και τάς έσω κινήσεις νεκροί. Ερώτησις. Τι εστίν η αιτία των οράσεων και των αποκαλύψεων, ότι τίνες ορώσι, τίνες δε κοπιώσιν υπέρ αυτούς και ουκ ενεργεί τοσούτον η όρασις εν αυτοίς; Απόκρισις. α'. Αιτίαι τούτων πολλαί εισί. Και αι μεν αυτών οικονομικαί και του κοινού χάριν, αι δε προς παρηγορίαν των ασθενών και θάρσος και διδαχήν. β'. Και πρώτον μεν, δια το έλεος του Θεού οικονομούνται δια τους ανθρώπους ταύτα πάντα, και προς τους τρεις τρόπους των ανθρώπων τούτων οικονομούνται τα πράγματα των τοιούτων, ως επί το πολύ η προς τους απλουστέρους και υπερβαλλόντως ακάκους, ή προς τινας τελείους και αγίους, ή προς τους έχοντας ζήλον έμπυρον Θεού και απεγνωκότας του κόσμου και αποταξαμένους τελείως και αναχωρήσαντας της μετά των ανθρώπων κατοικίας και οπίσω του Θεού γυμνούς εξελθόντας, μη προσδοκήσαντας βοήθειαν τίνα εκ των ορωμένων και επιπίπτει αυτοίς δειλία εκ του ιδιασμού αυτών ή περικυκλοί αυτούς κίνδυνος θα­νάτου εκ του λιμού ή εκ της αρρωστίας ή από τίνος περιστάσεως και θλίψεως, ώστε αυτούς εγγίζειν τη απογνώσει. Αι παρακλή­σεις ούν αι γινόμεναι προς τους τοιούτους και προς τους υπερέχοντας αυτούς εν κόποις μή γινόμεναι, της συνειδήσεως λέγω. γ'.Η δε δευτέρα αιτία εστίν ακριβώς αύτη όσον τις έχει παράκλησιν ανθρωπίνην ή εκ τίνος των ορωμένων, ου γίνονται τοιαύται παρακλήσεις προς αυτόν, ει μη δι οικονομίαν τινά χάριν του κοινού. Ημίν δε ο λόγος περί αναχωρητών εστί. Και μάρτυς των λεγομένων είς των πατέρων όπερ ταύτης παρακαλέσας και ακούσας, αρκεί σοι η παράκλησις και η ομιλία των ανθρώπων ε'. Και άλλος τις εν τούτω τω τρόπω ότε ην εν τη αναχωρήσει και έζη εν τη αναστροφή της αναχωρήσεως, ην εν πάση ώρατης παρακλήσεως της εκ της χάριτος κατατρυφών, ότε δε προσήγγισε τω κόσμω, εζήτησεν αυτήν κατά το έθος και ουχ εύρεκαι εδεήθη του Θεού δηλώσαι αυτώ την αιτίαν, λέγων Μη τι,Κύριε, δια την επισκοπήν απέστη απ’ εμού η χάρις; Και ερρέθη αυτώ. Ουχί αλλ' ότι ο Θεός πρόνοιαν ποιείται των εν ερήμω διαγόντων και αξιοί αυτούς των τοιούτων παρακλήσε­ων. Ουκ ενδέχεται γαρ είναι τινι των ανθρώπων παράκλησιν ορωμένην και δέχεσθαι και ταυτήν, ειμή τι γε δια τίνα των ειρημένων οικονομίαν κεκρυμμένην και μόνω τω οικονομούντι τατοιαύτα εγνωσμένην. Ερώτησις. Ει ταυτόν εστίν όρασις και αποκάλυψις, ή ου; Απόκρισις. Ουχί, αλλά διάφορα εστίν. Η αποκάλυψις πολλάκις λέγεται κατά των δυο' διότι γαρ το κρυπτόν φανερούται, πάσα όρασις λέγεται αποκάλυψις, η αποκάλυψις δε ου λέγεται όρασις. Η αποκάλυψις γαρ ως επί το πολύ περί των γινωσκομένων και υπό του νου γευομένων και νοουμένων λαμ­βάνεται. Η όρασις δε εκ παντός τρόπου γίνεται ως εν εικόνι και τύποις, ώσπερ πάλαι προς τους αρχαίους εγίνετο, ως εν ύπνω βαθεί ή εν εγρηγόρσει, και ποτέ μεν ακριβώς, ποτέ δε ως εν φάσματι και αμυδρώς πως. Διό και αυτός ο ορών πολλάκις ου γινώσκει, είτε εγρηγορών θεωρεί είτε καθεύδων. Έστι δε και δια φωνής ακούειν αντιλήψεις, ποτέ δε και τύπον τινά οράν, ποτέ δε τρανώτερον πρόσωπον προς πρόσωπον. Και η όρασις και η ομιλία και η ερώτησις και η μετ' αυτής συντυχία δυνάμεις εισίν άγιοι, ορώμεναι τοις αξίοις και τας αποκαλύψεις ποιούσαι. Και εν τοις ερημικωτέροις τόποις και εν τοις διεστηκόσι από των ανθρώπων αι τοιαύται υποθέσεις γίνονται, όπου αναγκαίως δέεται αυτών ο άνθρωπος, δια το μη έχειν αυτόν άλλην αντίληψιν ή παράκλησιν εκ τόπου. Αι δε αποκαλύψεις αι εν τω νοΐ αισθανόμεναι δια καθαρότητας και δεκτικαί είσι και μόνων των τελείων και γνωστικών υπάρχουσιν. Ερώτησις. Ει έφθασε τις εις την καθαρότητα της καρδίας, τί εστί το σημείον αυτής; Και πότε γινώσκει ο άνθρωπος ότι ήλθεν η καρδία αυτού είς καθαρότητα; Απόκρισις. Όταν πάντας ανθρώπους καλούς θεωρή και ου φαίνηταί τις αυτώ ακάθαρτος και βέβηλος, τότε εστίν αληθώς καθαρός τη καρδία. Πώς γαρ πληρούται ο λόγος του Αποστό­λου ο φάσκων το «υπερέχοντας εαυτών ηγείσθαι πάντας επί­σης», εξ ειλικρινούς καρδίας εάν μη φθάση το ειρημένον, ότι «οφθαλμός αγαθός ουκ όψεται πονηρά»; Ερώτησις. Τί εστίν η καθαρότης και έως πότε ο όρος αυτής; Απόκρισις. Η καθαρότης εστίν η λήθη των τρόπων της γνώσεως των παρά φύσιν, των εν τω κόσμω ευρεθέντων υπό της φύσεως. Ο όρος δε του ελευθερωθήναι και έξω αυτών ευρεθήναι ούτος εστί το ελθείν τον άνθρωπον είς την πρώτην της φύσεως αυτού απλότητα και ακακίαν και ως νήπιον τίνα γενέ­σθαι, χωρίς των ελαττωμάτων μόνον του νηπίου. Ερώτησις. Και ενδέχεται τίνα εισελθείν είς την τάξιν ταύτην; Απόκρισις. Ναί. Ιδού γαρ ήλθον τίνες είς το μέτρον τούτο, ώσπερ δη και ο αββάς Σισώης ήλθεν είς το μέτρον τούτο, ως και τον μαθητήν, ει έφαγεν ερωτάν, ή ουκ έφαγε. Και άλλος τις των πατέρων ήλθεν είς τοιαυτήν απλότητα και ακεραιότητα μικρού δείν των νηπίων, ώστε επιλαθέσθαι αυτόν των ώδε παν­τελώς, τοσούτον, ως και εσθίειν αυτόν προ της μεταλήψεως, ει μη τι γε υπό των μαθητών αυτού εκωλύετο. Και ήγον αυτόν ως νήπιον οι μαθηταί αυτού κοινωνήσαι. Και τω μεν κόσμω νήπιος ην, την δε ψυχήν προς Θεόν τέλειος. Ερώτησις. Ποίαν μελέτην και αδολεσχίαν δει έχειν τον ασκητήν εν τω ησυχαστηρίω αυτού καθήμενον εν ησυχία, και τι οφείλει διηνεκώς εργάζεσθαι, ίνα μη σχολάση ο νους αυτού εις λογισμούς ματαίους; Απόκρισις. α'. Περί μελέτης και αδολεσχίας ερωτάς, πώς γί­νεται ο άνθρωπος νεκρός εν τω κελλίω αυτού. Άνθρωπος άρα σπουδαίος και νήφων τη ψυχή ερωτήσεως δείται, καθ’ εαυτόν υπάρχων, πώς διάξει; Τι γαρ άλλο εστίν η μελέτη του μοναχού εν τω κελλίω αυτού, ει μη ο κλαυθμός; Εκ του κλαυθμού αρά γε ευκαιρεί προς άλλον λογισμόν ατενίσαι; Και ποία μελέτη κρείσσων ταύτης υπάρχει; Αυτό γαρ το κάθισμα του μοναχού και η μόνωσις αυτού την ομοίωσιν της εν τω τάφω διαγωγής, της απεχούσης από της χαράς των ανθρώπων, διδάσκει αυτόν. Ότι το πένθος εστίν η πράξις αυτού, και αύτη γαρ η επωνυμία του ονόματος αυτού εις τούτο και παρακαλεί και προτρέπεται αυτόν πενθικός γαρ ονομάζεται, τουτέστι πικρός τη καρδία. Και πάντες δε οι άγιοι πενθούντες εξεδήμησαν εκ του βίου τούτου. Και εί οι άγιοι επένθουν και τα όμματα αυτών επληρούντο αεί των δακρύων, έως εκ του βίου τούτου εξεδήμησαν, τις μη κλαύση; Η παράκλησις του μοναχού εκ του κλαυθμού αυτού τίκτεται. Και εί οι τέλειοι και νικηφόροι έκλαυσαν ώδε, ό πεπληρωμένος τραυμάτων πώς υποίσει ησυχάσαι εκ του κλαυθμού; Ο έχων τον νεκρόν αυτού έμπροσθεν αυτού κείμενον και αυτός εαυτόν νενεκρωμένον ορών ταίς αμαρτίαις, χρήζει διδασκαλίας, ποίω λογισμώ χρήσεται τοις δάκρυσιν; Η ψυχή σον τεθανατωμένη ταίς αμαρτίαις και κειμένη ενώπιον σου, ήτις βελτιωτέρα εστί παρά σοι όπερ όλον τον κόσμον, και ου δέεται κλαυθμού; β'. Εάν ουν εις την ησυχίαν εισέλθωμεν και εν αυτή καρτερήσωμεν μεθ' υπομονής, πάντως δυνάμεθα διαμείναι εν τω κλαυθμώ. Δια τούτο εν διανοία συνεχεί δεηθώμεν του Κυρίου, όπως τούτο παράσχη ημίν. Εάν γαρ ταυτήν την χάριν κομισώμεθα την κρείττονα των λοιπών χαρισμάτων και υπερβάλλουσαν, δι' αυτής εις την καθαρότητα εισερχόμεθα, και όταν εισέλθωμεν εις αυτήν, έκτοτε ου μη αρθή αφ' ημών η καθαρότης, έως της εξόδου ημών της εκ του βίου τούτου. γ'. Μακάριοι ουν οι καθαροί τη καρδία, ότι ουκ εστί καιρός, εν ώ ουκ απολαύουσι της τρυφής των δακρύων ταύτης, και εν αυτή αεί ορώσι τον Κύριον και έτι των δακρύων εν τοις οφθαλμοίς αυτών αξιούνται της θεωρίας των αποκαλύψεων αυτού εν τω ύψει της προσευχής αυτών. Και ουκ έστιν αυτοίς ευχή εκτός δακρύων. Και τούτο εστί το ειρημένον υπό του Κυρίου, ότι «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Εκ του πένθους γαρ έρχεται τις εις την καθαρότητα της ψυχής. Δια τούτο ειπών ο Κύριος, ότι «αυτοί παρακληθήσονται», ουκ ηρμήνευσε ποίαν παράκλησιν. Όταν γαρ αξιωθή ο μοναχός δια των δακρύων περάσαι την χώραν των παθών και καταντήσαι εις την πεδιάδα της καθαρότητος της ψυχής, τότε απαντά αυτώ η τοιαύτη παράκλησις. Ει τις ουν διαπερά εκ των εφευρόντων αυτήν ενταύθα και εν ταυτή απαντά τη παρακλήσει τη μη ευρισκομένη ώδε, και τότε συνιεί ποίαν παράκλησιν το τέ­λος του πένθους υποδέχεται, ην δια της καθαρότητος ο Θεός τοις πενθούσι δίδωσι. Διότι ουκ ενδέχεται τίνα αδιαλείπτως πενθούντα υπό των παθών διοχλείσθαι. Απαθών γαρ τούτο εστί το χάρισμα, το δακρύειν και πενθείν. δ'. Και ει τον προς καιρόν πενθούντα και κλαίοντα δύνανται τα δάκρυα ου μόνον οδηγήσαι προς απάθειαν, αλλά και τον νουν αυτού παντελώς απαλείψαι και των παθών της μνήμης απαλλάξαι, τι είπωμεν περί των νυκτός και ημέρας εν γνώσει εχόντων την εργασίαν ταύτην; Την εκ του κλαυθμού γινομένην βοήθεια ουδείς γινώσκει, ειμή μόνοι εκείνοι, οι εκδεδωκότες τας εαυτών ψυχάς εις το έργον τούτο. Πάντες οι άγιοι εφίενται της εισόδου ταύτης, ότι δια των δακρύων ανοίγεται η θύρα έμπροσθεν αυτών, του εισελθείν εις την χώραν της παρακλήσεως, εν η χώρα τα χρηστότατα ίχνη του Θεού και σωτήρια εικονίζονται δι' απο­καλύψεων. Ερώτησις. Δια το είναι τινάς αδυνάτως έχοντας προς το αδιαλείπτως πενθείν δια την ασθένειαν του σώματος, τι δει έχειν αυτούς προς φυλακήν του νοός, ίνα μη τα πάθη, σχολάσαντος αυτού, επαναστώσιν αυτώ; Απόκρισις. α'. Ου δύνανται τα πάθη επαναστατήσαι κατά της ψυχής και ταράξαι τον ασκητήν, σχολαζούσης της καρδίας εκ των του βίου εν τη αναχωρήσει αυτού τη απεχούση από παντός περισπασμού, ει μη ραθυμήση και αμελήση εκ των δεόντων. Εξαιρέτως γαρ εάν σχολάση εν τη μελέτη των θείων Γραφών δια της εξετάσεως των νοημάτων αυτών ανενόχλητος διαμένει από των παθών αυτός. Δια γαρ την πλεονάζουσαν και διαμένουσαν εν αυτώ κατανόησιν των θείων Γραφών, δραπετεύουσιν εξ αυτού οι μάταιοι λογισμοί, και ου δύναται ο νους αυτού αποστατήσαι από της επιθυμίας αυτών, ήτοι της ενθυμήσεως, ουδέ προσέχειν τω βίω τούτω το σύνολον, δια την μεγίστην ηδονήν της αδολεσχίας αυτού υπεραιρόμενος τούτων εν τη πολλή ησυχία αυτού εν τη ερήμω. β'. Όθεν και επιλήσμων γίνεται εαυτού και της φύσεως αυτού, και γίνεται ώσπερ άνθρωπος εξεστηκώς, μη ποιούμενος μνήμην του αιώνος τούτου παντελώς, εξαιρέτως αδολεσχών και διανοούμενος τα περί της μεγαλωσύνης του Θεού και λέ­γων Δόξα τη θεότητι αυτού. Παράδοξα και εξαίσια άπαντα τα έργα αυτού εις ύψος την εμήν ευτέλειαν ανήγαγον, εις οία ηξίωσέ με αδολεσχεΐν και εν ποίοις λογισμοίς κατατολμήσαι και απολαύσαι την εμήν ψυχήν. Και εν τοις θαυμασίοις τούτοις αναστρεφόμενος και εκπληττόμενος αεί, μεθύσκεται πάντοτε και γίνεται ώσπερ εν τη μετά την ανάστασιν διαγωγή. Πάνυ γαρ η ησυχία συνεργεί τη χάριτι ταύτη. Διότι ευρίσκει χώραν ο νους αυτού διαμείναι εν εαυτώ εν τη ειρήνη τη ευρεθείση αυτώ εκ της ησυχίας. Συν τούτοις δε, και εντεύθεν κινείται εις μνήμην κατά την θέσιν της διαγωγής αυτού. Και γαρ λαμβάνων κατά νουν την δόξαν του μέλλοντος αιώνος και την ελπίδα την αποκειμένην τοις δικαίοις τοις εν τη ζωή εκείνη τη πνευματική και εν Θεώ κινουμένοις και την καινήν εκείνην αποκατάστασιν, ουκ ενθυμείται ουδέ μνημονεύει των του κόσμου τούτου. Και όταν εν τούτοις μεθυσθή, πάλιν μετανίσταται εκείθεν εν θεωρία αυτού περί του αιώνος τούτου, εν ω εστίν ακμήν, και λέγει εκπληκτικώς' «ώ βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως και συνέσεως και φρονήσεως και οικονομίας του ανεξιχνιάστου Θεού. Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού, και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού». γ'. Ηνίκα γαρ αιώνα άλλον τοιούτον θαυμαστόν ητοίμασεν, ίνα εις αυτόν εισάξη πάντας τους λογικούς και φυλάξη αυτούς εν τη απεράντω ζωή, τις η αιτία άρα του ποιήσαι αυτόν τον κόσμον τούτον πρώτον και πλατύναι αυτόν και πλουτήσαι τούτον ούτως εν τω πυκασμώ και τω πλήθει των ειδών και των φυσεων και θέσθαι εν αυτώ αιτίας και ύλας και ανταγωνίσματα των πολλών παθών; Και πώς εν πρώτοις έθετο ημάς εν αυτώ και έπηξεν εν ημίν την αγάπην της πολυζωϊας αυτού και εξαίφνης μεταίρει ημάς εξ αυτού δια θανάτου και διαφυλάττει ημάς καιρόν ου μικρόν εν αναισθησία και ακινησία και αφανίζει τάς μορφάς ημών και εκχέει την κράσιν ημών, και συμμίσγει αυτήν εν τη γη, και παραχωρεί καταλυθήναι και εκτακήναι και ρυήναι την κατασκευήν ημών, έως ου παντελώς απογένηται της ανθρωπίνης κατασκευής' και τότε εν τω καιρώ, εν ω ώρισεν εν τη προσκυνητή σοφία αυτού, ότε θέλει, εγερεί ημάς εν σχήματι άλλω, εν ω γινώσκει, και εισφέρει ημάς εις κατάστασιν άλλην. δ'.Ταύτα δε ουχ ημείς μόνοι οι άνθρωποι ελπίζομεν, αλλά και αυτοί οι άγιοι άγγελοι, οι μη έχοντες χρείαν του κόσμου τούτου, δια το παράδοξον της φύσεως αυτών παρά βραχυ τι της τελειότητος όντες, εκδέχονται την ημών έγερσιν εκ της φθοράς, το πότε εγείρεται το γένος ημών εκ του χοός και ανακαινίζει η φθορά αυτού. Δι ημάς γαρ εκ της εισαγωγής κωλύονται, ότι εφάπαξ την άνοιξιν της θύρας του καινου αιώνος ενδέχονται. Και γαρ η κτίσις αύτη των αγγέλων μεθ' ημών αναπαύσεται εκ της βαρύτητος του σώματος, της ούσης εν ημίν, ως λέγει ο Απόστολος «και ότι και αύτη η κτίσις την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται, όπως ελευθερωθή εκ της δουλείας της φθοράς εν τη ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού», μετά την παντελή κατάλυσιν του αιώνος τούτου εξ όλης της κα­ταστάσεως αυτού, και αποκατασταθήναι την φύσιν ημών εν τη πρώτη καταστάσει. ε'. Και λοιπόν εκ τούτου υψούται εν τω νοΐ αυτού εις τα προ καταβολής του κόσμου τούτου, ότε ουκ ην κτίσις τις ούτε ουρανός ούτε γη ούτε άγγελοι, ουδέ εν των γεγονότων και πώς εξαίφνης τα πάντα εκ μη όντων εις το είναι παρήγαγεν εν τω ευδοκήσαι αυτόν μόνον και παν πράγμα τετελειωμένον παρέ­στη ενώπιον αυτού. Και αύθις κάτεισίν εν τω νοΐ αυτού επί πά­σας τάς δημιουργίας του Θεού και προσέχει εις τάς θαυματουργίας των κτισμάτων αυτού και εις την σοφίαν των ποιημάτων αυτού, λέγων εν εκπλήξει καθ' εαυτόν *Ω του θαυματος, πώς η οικονομία αυτού και η πρόνοια υπερβαίνει πάσαν έννοιαν και η θαυμαστή αυτού δύναμις ισχυροτέρα πάντων των ποιημάτων αυτού; Και πώς την κτίσιν εκ μη όντων εις το είναι παρήγαγεν, ήγουν τα πλήθη των διαφόρων πραγμάτων, τα αναρίθμητα; Και πώς πάλιν μέλλει διαφθείραι αυτήν εκ της θαυμαστής ταύτης ευταξίας και εκ του κάλλους των φύσεων και εκ του δρόμου του ευτάκτου των κτισμάτων, ώρας και καιρούς και την συνάφειαν της νυκτός και της ημέρας, μεταβολάς συνεργούς του χρόνου, τα εκ της γης ποικίλα άνθη, τάς καλλίστας οικοδομάς των πόλεων και τα εν αυταίς ωραία παλάτια και τον ταχύτατον των ανθρώπων δρόμον, την φύσιν αυτών την μοχθηράν από της εισόδου αυτής έως της εξόδου; στ' Και πώς εξαίφνης καταργείται η θαυμαστή τάξις αυτή και ήξει άλλος αιών και παντελώς η μνήμη της πρώτης ταύτης κτίσεως ουκ αναβήσεται εν καρδία τινός και αλλοίωσις άλλη γενήσεται και άλλοι διαλογισμοί και άλλη μέριμνα, και πάλιν η των ανθρώπων φύσις ου μη μνημονεύση του κόσμου τούτου, ουδέ της προτέρας όλως αναστροφής αυτού. Δεσμευθήσεται γαρ ο νους αυτών εις την θεωρίαν εκείνης της καταστάσεως και ου μη σχολάση ο νους αυτών παλινδρομήσαι έτι προς πάλην αίματος και σαρκός. Συν γαρ τη φθορά του αιώνος τούτου, παραυτίκα αρχήν λαμβάνει ο μέλλων. Και ερεί τότε πας άνθρωπος τοιαύτα Ω μήτερ, η επιλησθείσα εκ των τέκνων αυτής, ων εγέννησε και εσόφισε και εν ριπή οφθαλμού συναγομένων εις αλλότριον κόλπον και γινομένων τέκνων αληθινών της στείρας της μηδέποτε τεκουσης. «Ευφράνθητι, στείρα, ή ου τίκτουσα, εις τα τέκνα α έτεκε σοι η γη». ζ'. Και τότε αδολεσχεί ως εξεστηκώς και λέγει Άρα πόσον καιρόν συνίσταται ούτος ο αιών, και πότε αρχήν λαμβάνει ο μέλλων; Και πόσον άρα πάλιν κατεύδουσι τα σκηνώματα ταύτα καιρόν εν τω σχήματι τούτω και τα σώματα έσονται τω χοΐ άμα συμμεμιγμένα, και πώς άρα γίνεται η διαγωγή εκείνη; Και εν ποία μορφή αύτη η φύσις ανίσταται και συνίσταται, και εν ποιώ τρόπω έρχεται εις την δευτέραν κτίσιν; η' Και εν τω εις ταύτα και τα τοιαύτα αδολεσχείν, επιπίπτει επ'αυτόν έκστασις και έκπληξις και ήσυχος σιωπή, είθ'ούτως ανίσταται τη ώρα εκείνη και γόνυ κλίνει και ευχαριστίας ανα­πέμπει και δοξολογίας μετά δακρύων ικανών τω μόνω σοφώ Θεώ, τω εν τοις πανσόφοις έργοις αυτού δοξαζομένω αεί. θ'. Μακάριος λοιπόν, όστις τοιούτων ηξιώθη. Μακάριος ου η μελέτη αυτού αύτη εστίν ημέρας τε και νυκτός. Μακάριος, όστις εν τούτοις τε και τοις τοιούτοις αδολεσχεί πάσας τάς ημέ­ρας της ζωής αυτού. Εάν δε εν τη αρχή της ησυχίας αυτού ο άνθρωπος ουκ αισθάνηται της δυνάμεως των τοιούτων θεωριών, δια τον μετεωρισμόν του νοός αυτού, και ου δύναται έτι υψωθήναι επί τάς δυνάμεις των προρρηθέντων θαυμασίων του Θεού, μη ακηδιάση και εάση το ήρεμον της ησύχου αυτού δια­γωγής. Ουδέ γαρ ευθέως εν τω σπείρειν τον εργάτην εν τη γη συν τω σπείραι τον σπόρον θεωρεί και τον στάχυν. ι'. Διότι ακολουθεί τω σπόρω ακηδία και κόπος και πόνος των ιδίων μελών και εκκοπή των εντέρων και χωρισμός των συνή­θων. Μετά δε το υπομείναι ταύτα, άρχεται καιρός έτερος, εν ω τότε ήδεται και σκιρτά και αγάλλεται και ευφραίνεται ο εργάτης. Και ποίος ούτος; Όταν εσθίη εκ του άρτου του ιδρώτος αυτού και μένη τετηρημένη εν τη ησυχία η αδολεσχία αυτού. Πολλήν γαρ ηδονήν και ατελεύτητον κινεί εν τη καρδία και προς έκπληξιν ανεκλάλητον ελαύνει τον νουν ταχέως η ησυχία και η ρηθείσα εν αυτή αδολεχία μεθ' υπομονής. Και μακάριος εκείνος, όστις καρτερεί εν αυτή, ότι ενώπιον τούτου ηνοίχθη αύτη η θεόβρυτος πηγή, και έπιεν εκ ταύτης και ηδύνθη, και ου μη παύσηται του πίνειν εξ αυτής αεί και πάντοτε κατά πάσαν ώραν της νυκτός και της ημέρας, έως συντέλειας και πέρατος της όλης ιδίας προσκαίρου ταύτης ζωής. Ερώτησις. Τι εστί το περιεκτικόν των κόπων όλων του έργου τούτου, ήγουν της ησυχίας, ίνα τις, καταντήσας εις αυτό, μάθη ότι την τελειότητα της πολιτείας έφθασεν; Απόκρισις. Όταν αξιωθή τις της διαμονής της προσευχής. Όταν γαρ φθάση ταύτην, προς την άκραν πασών των αρετών έφθασε, και του λοιπού κατοικητήριον του αγίου Πνεύματος εγένετο. Ει γαρ τις την χάριν του Παρακλήτου ακριβώς ουκ εδέξατο, την διαμονήν ταύτης της προσευχής τελειώσαι εν ανέσει ου δύναται. Το Πνεύμα γαρ, φησίν, όταν κατοίκηση εν τινι των ανθρώπων, ου παύεται εκ της προσευχής. Αυτό γαρ το Πνεύμα αεί προσεύχεται. Τότε, ούτε εν τω καθεύδειν αυτόν ούτε εν εγρηγόρσει ή προσευχή εκ της ψυχής αυτού κόπτεται, αλλ εάν εσθίη και εάν πίνη, και εάν κοιμάται και εάν τι πράττη, και έως εν βαθεί ύπνω αι ευωδίαι και οι ατμοί της προσευχής εν τη καρδία αυτού αναδίδονται άνευ κόπου. Και χωρισμόν τότε η προσευχή ουκ έχει, αλλά πάσας τάς ώρας αυτού, καν ησυχάση έξωθεν αυτού η τοιαυτή, άλλ' ουν πάλιν η αυτή λειτουργεί εν αυτώ κρυπτώς. Την σιγήν γαρ των καθα­ρών προσευχήν λέγει τις των χριστοφόρων, επειδή οι λογισμοί αυτών θείαι κινήσεις εισίν, αι κινήσεις δε της καθαράς καρδίας και διανοίας φωναί πραείαι εισίν, εν αίς κρυπτώς τω κρυπτώ ψάλλουσιν. Ερώτησις. Τις εστίν η πνευματική προσευχή, και πώς ταύτης αξιούται ο αγωνιζόμενος; Απόκρισις. α'. Ψυχικοί κινήσεις είσι τη ενεργεία, του αγίου Πεύματος κοινωνούσαι δι' ακριβούς αγνείας και καθαρότητας. Και εις εκ των μυρίων ανθρώπων ταύτης αξιούται, μυστήριον γαρ καταστάσεως της μελλούσης και πολιτείας εστί διότι υψούται, και η φύσις μένει εκ της όλης κινήσεως και μνήμης των ενθάδε ανενέργητος. Και ουχί προσευχήν προσεύχεται, αλλ' αισθήσει αισθάνεται η ψυχή των πνευματικών πραγμάτων του αιώνος εκείνου, των υπερβαλλόντων την έννοιαν των αν­θρώπων, εν οίς το κατανοήσαι εν αυτοίς, δια της δυνάμεως του αγίου Πνεύματος εστίν. Όπερ εστίν η νοητή θεωρία και η κίνησις, και ζήτησις της προσευχής εστίν αλλ' εκ της προσευχής έλαβεν αφορμήν. Δια τούτο γαρ και τίνες τοιούτοι την τελειότητα ήδη της καθαρότητος έφθασαν. Και ουκ εστίν ώρα, εν η η κίνησις αυτών η εσωτέρα ουκ εστίν εν προσευχή, ως προείπομεν. Και ότε παρακύψει το Πνεύμα το άγιον, εν προσευχή ευρί­σκει τούτους αεί, και εξ αυτής της προσευχής εκφέρει αυτούς προς θεωρίαν, ήτις λέγεται πνευματική όρασις. Ου χρήζουσι γαρ σχήματος μακράς προσευχής, ουδέ στάσεως και τάξεως της πολλής λειτουργίας. Αρκεί γαρ αυτοίς η μνήμη του Θεού, και ευθύς αιχμαλωτίζονται εν τη αγάπη αυτού. Όμως της στά­σεως της προσευχής της εις τέλος ουκ αμελούσιν ηνίκα την τι­μήν μερίζουσι τη προσευχή, και ίστανται τοις ποσίν εις τάς δεδηλωμένας ώρας, εκτός της αδιάλειπτου. β' Είδομεν γαρ τον άγιον Αντώνιον ιστάμενον εν τη ευχή της ενάτης ώρας, ότι ησθάνετο τον νουν αυτού υψωθέντα. Και άλ­λος εκ των πατέρων εκτείνας τάς χείρας ιστάμενος εν τη προσ­ευχή αυτού, ήλθεν εις έκστασιν τέσσαρας ημέρας. Και άλλοι πολλοί ούτως εν τω προσεύχεσθαι από της πολλής μνήμης του Θεού και της αγάπης αυτού ηχμαλωτίζοντο και εις έκστασιν ήρχοντο. Αξιούται δε ο άνθρωπος ταύτης όταν αποδύηται την αμαρτίαν έσωθεν και έξωθεν δια της φυλακής των εντολών του Κυρίου, των εναντίων της αμαρτίας. Άς τινάς εντολάς, εάν τις αγαπήση και κατά τάξιν αυταίς χρήσηται, εξ ανάγκης αυτών γίνεται το των πολλών ανθρωπίνων πραγμάτων υπεξελθείν, τουτέστι το σώμα απεκδύσασθαι και έξωθεν αυτού γενέσθαι, ως ειπείν, ουχί την φύσιν, αλλά την χρείαν. Ουκ εστί τις εν τω τρόπω του νομοθέτου αναστρεφόμενος και ταίς εντολαίς τούτου χρώμενος, και απέμεινεν η αμαρτία εν αυτώ. Δια τούτο ο Κύριος μονήν παρ' αυτώ ποιείν τω τάς εντολάς φυλάξαντι υπέσχετο εν τω Ευαγγελίω. Ερώτησις. Ποία εστίν η τελειότης των πολλών καρπών του πνεύματος; Απόκρισις. Όταν τις αξιωθή της τελείας αγάπης του Θεού. Ερώτησις. Και πόθεν γινώσκει τις, ότι έφθασεν εις ταύτην; Απόκρισις. Όταν κινηθή η μνήμη του Θεού εν τη διανοία αυτού, ευθέως η καρδία αυτού κινείται εν τη αγάπη αυτού και οι οφθαλμοί αυτού καταφέρουσι δάκρυα δαψιλώς. Έθος γαρ έχει η αγάπη εκ της μνήμης των αγαπητών εξάπτειν δάκρυα. Και τοιούτος ων, ουδέποτε υστερείται εκ των δακρύων. Διότι ου λείπει αυτώ αεί ύλη φέρουσα αυτόν εις μνήμην του Θεού, ώστε και εν τω ύπνω αυτού συνομιλεί τω Θεώ έθος γαρ τη αγάπη πράξαι τα τοιαύτα. Και αύτη εστίν η τελειότης των αν­θρώπων εν τη ζωή αυτών ταύτη. Ερώτησις. Εάν μετά τον πολύν κόπον και μόχθον και αγώνα, όν εκτήσατο ο άνθρωπος, αναιδεύηται ο λογισμός της υπερηφανίας προσβαλείν αυτώ, διότι ύλην έλαβεν εκ του κάλλους των αρετών αυτού, και λογίζηται τον πολύν κόπον, όν υπέμεινεν, εν τίνι κρατήσει τον λογισμόν αυτού και ασφάλειαν τη ψυχή αυτού κτήσηται του μη πεισθήναι αυτώ; Απόκρισις. α'. Όταν γνώ τις, ότι ούτω πίπτει από του Θεού ως φύλλον ξηρόν εκ δένδρου, τότε γνωρίζει την δύναμιν της ψυχής αυτού, ει εν τη δυνάμει αυτού εκτήσατο τάς αρετάς ταύτας και υπέμεινεν όλους τους αγώνας τους υπέρ αυτών εν τω συστείλαι τον Κύριον την οικείαν βοήθειαν εξ αυτού και αυτόν μόνον εισελθείν μετά του διαβόλου παραχωρεί παλαίσαι και ου συνέρχεται αυτώ ο Κύριος, ως έχει έθος συνεισελθείν μετά των αγωνιζομένων εν τω αγώνι αυτών και συνεργήσαι τότε φανερούται η δύναμις αυτού, μάλλον δε η ήττα αυτού και η απορία αυτού. Εστί γαρ η πρόνοια του Θεού μετά των αγίων εν παντί καιρώ, φυλάττουσα αυτούς και ενισχύουσα, και εν αυτή νικά πάν τάγμα των ανθρώπων, εάν εν τω αγώνι της μαρτυρίας και τοις πάθεσιν αυτής γένηται άνθρωπος και εν τοις λοιποίς δυσχερέσι τοις υπέρ Θεού γινομένοις και δι' αυτόν υπομενομένοις. β'. Και ταύτα δήλα και φανερά είσι και ουκ έχουσι δισταγμόν. Πώς γαρ δύναται η φύσις, ίνα νικήση την δύναμιν των γαργαλισμάτων των απαύστως εν τοις μέλεσι των ανθρώπων κινουμέ­νων και λυπούντων αυτούς και νικήσαι δυναμένων κατά κράτος αυτούς; Και πώς άλλοι την νίκην ποθούσι και αγαπώσι, και αυτοί ου δύνανται ηνίκα ανταγωνίζονται σφοδρώς, αλλά καθ' εκάστην ημέραν ηττώνται εξ αυτών, και εν πόνω και πένθει και μόχθω εισίν υπέρ των ψυχών αυτών, συ δε ευκόλως δύνασαι βαστάζειν τάς δυσκολίας του σώματος, τοσούτον δυσχερείς ούσας, και ου πολύ στενοχωρείσθαι; Και πώς ενδέχεται το άλλως εμπαθές σώμα προς την τομήν του σιδήρου παλαίειν, και σύνθλασιν μελών υπομένειν και παν είδος κολάσεως, και ουχ ηττάσθαι υπό των παθών, και ο μηδέ πληγήν υπομένων ακάνθην κεντούσαν τον όνυχα αυτού, και ταύτης της ποικιλίας των βασάνων μη αισθανόμενος κατά το έθος της φύσεως, ει μη ετέ­ρα δύναμις εκτός της φυσικής δυνάμεως ετέρωθεν πρόσεστιν, απείργουσα εξ αυτού την ισχύν των βασάνων; Και επειδή περί της προνοίας του Θεού διελέχθημεν, ουκ οκνητέον και ιστορίας τινός ψυχωφελούς υπομνησθήναι υψούσης τον άνθρωπον εν τοις αγώσιν αυτού Διήγησις. α'. Νεώτερος τις, ονόματι Θεοδώρος, βασανισθείις κατά παντός του σώματος αυτού και ερωτηθείς υπό τίνος, πώς ήσθου των βασάνων, απεκρίθη, ότι εν προοιμίοις ησθανόμην, ύστερον δε είδον τίνα νεανίσκον αποσπογγίζοντα τον ιδρώτα του αγώνος μου και ενισχυοντά με και παρέχοντά μοι αναψυχήν εν τη αθλήσει μου. Ω των του Θεού οικτιρμών. Πόσον εγγίζει η χάρις αυτού τοις αθλούσι δια το όνο­μα αυτού του υπομένειν μετά χαράς υπέρ αυτού τα πάθη. β' Μη αγνωμονήσης ουν εις την του Θεού πρόνοιαν, την προς σε γινομένην, ω άνθρωπε. Εάν δήλον λοιπόν η, ότι ουχί συ ει ο νικών, αλλ* υπάρχεις ώσπερ όργανον, και ο Κύριος εστίν ό νι­κών εν σοι, και συ λαμβάνει το όνομα της νίκης δωρεάν, τις εστίν ο κωλύων σε εν παντί καιρώ την αυτήν δύναμιν αιτείν, και νικήσαι και εγκωμιασθήναι και τω Θεώ εξομολογήσασθαι; Ουκ ήκουσας άρα, ώ άνθρωπε, πόσοι αθληταί από καταβολής κόσμου εκ του ύψους των ημερών, και εκ του ύψους των ανταγωνισμάτων αυτών πεπτώκασι, προς την χάριν ταύτην αγνωμονήσαντες; γ. Καθ' όσον πολλοί και διάφοροι είσιν αι δωρεαί του Θεού προς το ανθρώπινον γένος, κατά τοσούτον αι διαιρέσεις εισίν εν τοις δεκτικοίς προς αναλογίαν των δεχόμενων αυτάς. Και έτι σμικρότης και μεγαλειότης εν ταίς δωρεαίς του Θεού, ει και πάσαι εισίν υψηλαί και θαυμασταί, αλλ' έστι μία υπερβάλλουσα την άλλην εν δόξη και εν τιμή. Και βαθμός εστίν υπερέχων βαθμού. δ'. Και πάλιν το αφιερώσαι τίνα εαυτόν τω Θεώ και το πολιτεύσασθαι εν τη αρετή, και τούτο εν εστί των μεγάλων χαρι­σμάτων του Χριστού. Πολλοί γαρ της χάριτος ταύτης επιλαθόμενοι, ότι ηξιώθησαν αφορισθήναι από των ανθρώπων και τω Θεώ αφιερωθήναι, και των χαρισμάτων αυτού μέτοχοι και αν­τιλήπτορες γενέσθαι, και εκλεχθήναι και διακονίας και λειτουρ­γίας του Θεού αξιωθήναι, αντί του ευχαριστήσαι τω Θεώ αδια­λείπτως εν τω στόματι αυτών υπέρ τούτων, εξέκλιναν εις υπερηφανίαν και υψηλοφροσύνην και ουχί ως λαβόντες την χάριν της λειτουργίας λειτουργήσαι αυτώ εν καθαρά πολιτεία και πνευματική εργασία είσιν, αλλ' ως τω Θεώ χάριν ποιούντες, ούτω λογίζονται, αντί του λογίσασθαι, ότι προσελάβετο αυτούς εκ των ανθρώπων και οικείους αυτού απειργάσατο εις γνώσιν των μυστηρίων αυτού. Και ου τρέμουσιν εξ όλης της ψυχής αυτών ταύτα διαλογιζόμενοι, μάλιστα θεασάμενοι τους προ αυτών ταύτα λογισαμένους, πώς εξαίφνης ήρθη εξ αυτών το αξίωμα και πώς απέρριψαν αυτούς ο Κύριος εν ριπή οφθαλμού εκ της μεγίστης, ης είχον δόξης και τιμής, και εξέκλιναν εις ακαθαρσίαν και ασέλγειαν και εις αισχρολογίαν κτηνώδει τρόπω. ε' Επειδή γαρ ουκ έγνωσαν την εαυτών δύναμιν, ουδέ αδια­λείπτως εμνημόνευον του δεδωκότος αυτοίς την χάριν του λειτουργείν αυτώ και ένδον της βασιλείας αυτού γενέσθαι και ομοδιαίτους των αγγέλων είναι και τη αγγελική πολιτεία προσπελάσαι αυτώ, απέρριψεν αυτούς από της εργασίας αυτών και έδειξεν αυτοίς εν τη μεταβολή της διαγωγής αυτών από της ησυχίας, ότι ουκ αυτών ην η δύναμις εκείνη, το υπομείναι εν ευτάκτοις πολιτείαις και μη οχληθήναι παρά της βίας της φύσεως και των δαιμόνων και των λοιπών άλλων εναντιωμάτων, αλλά δύναμις ην της χάριτος αυτού, ενεργούσα εν αυτοίς άπερ ο κόσμος χωρήσαι ή ακούσαι ου δύναται δια την δυσκολίαν αυ­τών. Ούτοι δε πολύν καιρόν υπέμειναν εν αυτοίς και ουχ ηττήθησαν, εν οις ην πάντως δύναμις τις ακολουθούσα αυτοίς, ικανούσα εν πάσι βοηθήσαι αυτοίς, και εν πάσι διαφυλάξαι αυτούς. Επειδή δε επελάθοντο ταύτης της δυνάμεως, επληρώθη εν αυτοίς ο ειρημένος λόγος του Αποστόλου' «καθώς ουκ εδοκίμασαν τον Θεόν έχειν εν επιγνώσει τον Δεσπότην αυτών, τον συνάψαντα τον χουν τη λειτουργία τη πνευματική, παρέδωκεν αυτούς εις αδόκιμον νουν, και την ατιμίαν, ην έδει, της πλάνης αυτών εν αυτοίς απέλαβον». Ερώτησις. Ει άρα έστι τις ηνίκα τολμήσει δι όλου παραυτίκα αποτασσόμενος τη συνοικήσει των ανθρώπων και εξαίφνης εξερχόμενος εις έρημον αοίκητον και φοβεράν μετά ζήλου αγαθού, άρα τούτου χάριν λιμώ αποθνήσκει δια την ένδειαν της σκέπης και των λοιπών χρειών; Απόκρισις. Ο ετοιμάσας τοις αλόγοις ζώοις προ του πλάσαι αυτά κατοικητήρια και επιμέλειαν των χρειών αυτών ποιούμε­νος, ου μη παρίδη το πλάσμα αυτού, εξαιρέτως τους φοβουμέ­νους αυτόν, τους απλώς και απεριέργως ακολουθήσαντας αυτώ. Ο τω Θεώ ανατιθέμενος το θέλημα αυτού εν άπασιν, ουδέποτε μεριμνά περί της χρείας του σώματος αυτού και της ταλαιπωρίας και της κακοπαθείας αυτού, αλλά ποθεί του έμμείναι εν τω κρυπτώ της πολιτείας και υπομείναι την ζωήν της ταπεινώσεως ουχί ως δειλιών τάς θλίψεις, αλλ' ως ηδέα και γλυκέα λογίζεται την αλλοτρίωσιν όλου του κόσμου, δια την καθαρότητα της πολιτείας, μοχθών μεταξύ βουνών και ορέων, και ως πλάνος γίνεται εν τη χώρα των αλόγων ζώων, και μη καταδεχόμενος αναπαύεσθαι σωματικώς και ζήσαι ζωήν πεπληρωμένην ρύπων. Και ηνίκα παραδώσει εαυτόν εις θάνατον, καθ' εκάστην ώραν πενθεί και προσεύχεται, ίνα μη στερηθή της καθαράς πολιτείας του Θεού. Και τότε λαμβάνει παρ' αυτού την βοήθειαν. Αυτώ η δόξα και η τιμή και αυτός ημάς φυλάξαι εν τη καθαρότητι αυτού και αγιάσαι ημάς τω αγιασμώ της χάριτος του αγίου Πνεύματος, εις τιμήν του ονόματος αυτού, του δοξάσαι το άγιον όνομα αυτού εν καθαρότητι εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΠΣΤ': ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΤ ΕΡΩΤΗΣΙΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΙΝ[Επεξεργασία]

Ερώτησις. Ει καλόν εστίν εκ πάντων των ερεθιζόντων τα πάθη μακρύνεσθαι, και ει νίκη νομίζεται η τοιαύτη φυγή ή ήττα τη ψυχή, εν τω φεύγειν τους πολέμους και επιλέγεσθαι εαυτή την ανάπαυσιν. Απόκρισις. Συντόμως προς τούτο ερούμεν. Δει τον μοναχόν, ίνα φευγη ολοτελώς εκ πάντων των ερεθιζόντων αυτώ τα πάθη τα πονηρά, και ίνα κόψη εξ εαυτού μάλιστα τάς αιτίας των παθών και την ύλην, εν η συνεργούνται και αυξάνονται, καν και μετά τίνα γένωνται. Ει δε γένηται καιρός αντιστήναι και παλαίσαι προς αυτά, και τούτο ποιήσωμεν, ουχί εν παιγνίω, αλλά τεχνικώς- ηνίκα ενεδρευόμεθα εν τη θεωρία του πνεύματος και αποστρέψαι δει την διάνοιαν αυτού εξ αυτών αεί είς το φυσικόν αγαθόν, το τεθέν εν τη φύσει υπό του δημιουργού, τον άνθρωπον, καν και ο διάβολος καταστροφή κατέστρε­ψε την αλήθειαν προς πείραν πονηράν. Και εί πρέπον ειπείν, ότι ουκ εκ της οχλήσεως των παθών μόνον, αλλά και εκ των αισθήσεων των εαυτού φεύγειν αυτόν δει και του εσωτέρου ανθρώπου εαυτού εγγύς καταδύεσθαι και εκεί εμμένειν μοναχικώς εν τη επιμόνω εργασία, τη εν τη αμπέλω της καρδίας αυτού, έως αν συμφωνήση τα έργα τω μοναχικώ ονόματι, τω επικληθέντι επ' αυτώ εν τω κρυπτώ αυτού και τω φανερώ. Και ίσως εν αυτή τη διαμονή τη εγγύς του ένδον ανθρώπου ενωθώμεν ολοτελώς τω γνώσει της ελπίδος ημών, Χριστού του ενοικούντος ημίν. Όσον γαρ ο νους ημών διαμένει εκείσε μοναστικώς και αναχωρητικώς, ουκ αυτός εστίν ο πολεμών προς τα πάθη, αλλ' η χάρις. Πλην ότι, ουδέ αυτά τα πάθη κι­νούνται εν αυτώ εις πράξιν. Ερώτησις. Εάν ποίηση άνθρωπος τι δια την καθαρότητα της ψυχής, έτεροι δε οι μη νοούντες εις την πολιτείαν αυτού την πνευματικήν σκανδαλίζωνται, δει απέχεσθαι της πολι­τείας αυτού της θεϊκής δια το σκάνδαλον, ή ποιήσει όπερ ωφέλιμον τω σκοπώ τω εαυτού, καν τοις ορώσιν η επιζήμιον; Απόκρισις. Λέγομεν δε και περί τούτου ότι εάν νομίμως, καθώς εδέξατο παρά των προ αυτού πατέρων, οτιδήποτε ποιη, όπερ καθαίρει την νουν αυτού και τούτον τον σκοπόν έθηκεν εν εαυτώ, το φθάσαι την καθαρότητα, έτεροι δε, οι μη επισταμένοι, εις τον σκοπόν αυτού σκανδαλίζωνται, ουκ αυτός εστίν ο υπεύθυνος, αλλ' αυτοί. Ουχί δια τούτο εγκρατεύεται ή νηστεύει ή εγκλείεται περισσοτέρως και ποιεί όπερ ώφειλε τω σκοπώ αυτού, ίνα άλλοι σκανδαλίζωνται, άλλ' ίνα καθαρεύση τον εαυτού νουν. Ούτοι δε, δια το μη γινώσκειν τον σκοπόν αυτού της πολιτείας, καταμέμφονται αυτού, και υπεύθυνοι γίνον­ται τη αληθεία διότι ουχί ικανοί εγένοντο, εν αμελεία όντες, αισθηθήναι του σκοπού εκείνου του πνευματικού, ου έθηκεν ούτος εις καθαρότητα της εαυτού ψυχής. Περί ων ο μακάριος Παύλος έγραψεν «ο λόγος ο του σταυρού», λέγων, «τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί». Τι ουν άρτι, διότι μωρία ο λόγος ελογίζετο εκείνοις ο του σταυ­ρού, μη αισθανομένοις εις την δύναμιν του λόγου, σιωπάν έδει τον Παύλον κηρύξαι; Αλλά και ιδού, έως της σήμερον η υπόθεσις του σταυρού πρόσκομμα και σκάνδαλον τοις Ιουδαίοις τε και τοις Έλλησι. Σιωπώμεν τοίνυν εκ της αληθείας, ίνα μη σκανδαλισθώσιν ούτοι; Παύλος γαρ ου μόνον ουκ εσιώπησεν, αλλά και έκραζε λέγων, «εμοί μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η καύχησις αύτη η εν τω σταυρώ, ουχ ίνα άλλους σκανδαλίση, διηγήθη παρά του αγίου, αλλ’ ως κηρυττομένης της μεγάλης δυνάμεως του σταυρού. Και συ ουν αρτίως, ώ άγιε, τελείωσον την πολιτείαν σου εν τω σκοπώ, όν τέθεικας εαυτώ προς τον Θεόν, ένθα μη κατακρίνεται σου η συνείδησις, και την πολιτείαν σου κατέναντι των θείων εξέτασον και κατέναντι ων εδέξω παρά των πατέρων των αγίων. Και εάν μη υπό τούτων κατηγορηθής, εξ εκείνων, περί ων εσκανδαλίσθησαν έτεροι, μη φοβηθής. Ου­δείς γαρ άνθρωπος τους πάντας δύναται επίσης πληροφορήσαι ή αρέσαι, και τω Θεώ εργάσασθαι εν τω κρυπτώ εαυτού. Μακάριος ο μοναχός, ώ μακάριε, ο τρέχων εν αληθεία οπίσω της καθαρότητος της εαυτού ψυχής εν όλη τη ισχύι αυτού, και τη οδώ τη νοουμένη, εν η ώδευσαν οι πατέρες ημών, οδεύων προς αυτήν, και εν τοις βαθμοίς αυτής, εν οίς ώδευσαν αναβαίνοντας, κατά τάξιν και κατά βαθμόν, και υψωθήσεται προς τον πλησιασμόν αυτής εν σοφία και υπομονή θλίψεως, αλλ' ουκ εν τοις βαθμοίς τοις αλλοτρίοις των μηχανημά­των. Η καθαρότης της ψυχής χάρισμα εστί το πρώτον της φύσεως ημών. Και εκτός καθαρότητος των παθών, ου θερα­πεύεται η ψυχή εκ των νόσων της αμαρτίας, ουδέ κτάται την δόξαν, ην απώλεσεν εν τη παραβάσει. Εάν δε τις αξιωθή της καθάρσεως, όπερ εστίν υγεία ψυχής, εν αυτοίς τοις πράγμασιν ενεργητικώς υποδέχεται ο νους αυτού χαράν εν αισθήσει του Πνεύματος γίνεται γαρ υιός του Θεού και αδελφός του Χριστού και ουκ ευκαιρεί αισθηθήναι των αγαθών και των κακών των απαντώντων αυτώ. Ο δε έχων τον κανόνα της ησυχίας αυτού εν ώρα εβδομά­δων επτά, ή καθ' εβδομάδα, και μετά το πληρώσαι τον κανόνα αυτού απαντά και συμμίσγεται τοις ανθρώποις και συμπαραμυθείται μετ' αυτών, και αμελών εις τους εν θλίψεσιν όντας εαυτού αδελφούς, ηνίκα δοκεί κατέχειν εν δεσμώ τον εβδομαδιαίον κανόνα, ούτος ανηλεής και απότομος. Και τούτο έκδηλόν εστίν, ότι δια το μη έχειν ελεημοσύνην αυτόν και εκ της οιήσεως και εκ των ψευδών λογισμών εαυτού τοις τοιούτοις κοινωνήσαι ου συγκαταβαίνει πράγμασιν. Ο καταφρονών του ασθενούς ουκ όψεται φως, και ο αποστρέφων το εαυτού πρόσωπον εκ του εν στενοχώρια όντος η ημέρα αυτού σκοτισθήσεται. Και του καταφρονούντος της φωνής του εν μοχθώ όντος, οι υιοί των οίκων εαυτού εν τη αορασία ψηλαφήσωσι. Μη καθυβρίσωμεν το όνομα το μέγα της ησυχίας εν τη αγνωσία ημών. Πάση γαρ πολιτεία καιρός εστί και τόπος και διαφορά, και τότε τω Θεώ έγνωσται, ει δεκτή γενήσεται πάσα η εργασία αυτής. Και εκτός τούτων, ματαία η εργασία αυτών πάντων των το μέτρον μεριμνώντων της τελειότητος. Ο προσδοκών παρακληθήναι και επισκεφθήναι την ασθένειαν αυτού εξ άλλων, ούτος ταπεινώσει εαυτόν και συγκοπιάσει τω πλησίον εαυτού εν τοις καιροίς, εν οίς πειράζεται, ίνα γένηται η εργασία αυτού εν χαρά εν τη ησυχία εαυτού, απέ­χουσα από πάσης οιήσεως και πλάνης των δαιμόνων. Ερρέθη τινι των αγίων γνωστικώ όντι, ότι ουδέν δύναται λυτρώσασθαι τον μοναχόν εκ του της υπερηφανίας δαί­μονος και συνεργήσαι τω όρω της εαυτού σωφροσύνης εν τω καιρώ της εξάψεως του πάθους της πορνείας, ως εκείνο, το τους ανθρώπους τους κατακειμένους εν ταίς εαυτών στρωμναίς και τους κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός επισκέπτεσθαι. Μεγάλη εστίν η πράξις η αγγελική της ησυχίας, όταν διάκρισιν τοιαύτην συμμίξη εαυτή δια την χρείαν της ταπεινώσεως. Ένθα γαρ ου γινώσκομεν, κλεπτόμεθα και πορθούμεθα. Ταύτα είπον, αδελφοί, ουχ ίνα αμελήσωμεν και καταφρονήσωμεν εις το έργον της ησυχίας. Ημείς γαρ εις έκαστον τό­πον περί τούτου πείθομεν και ουκ εξ εναντίας των ρημάτων ημών ανθιστάμενοι ευρέθημεν νυν. Μηδείς λάβη και εξαγάγη λόγον γυμνόν εκ των λόγων ημών, και αφή το υπόλοιπον, και κράτηση αυτό εν ταίς εαυτού χερσιν ανοήτως. Εγώ μνημονεύω, ότι εν τόποις πολλοίς είπον παρακαλών, ότι και εάν συμβή τινι εν αργία τελεία είναι εν τω εαυτού κελλίω, δια την ανάγκην της ασθενείας ημών της επερχόμενης ημίν χάριν τούτου, ου δει επιλέγεσθαι τελείαν έξοδον εξ αυτού και την εξώτερον εργασίαν κρείττονα είναι της εργασίας της εκείσε λογίζεσθαι. Έξοδον δε τελείαν είπον, ουχί εάν απαν­τήση ημίν εν καιρώ πράγμα αναγκαίον, ίνα εξέλθης εν αυτώ εβδομάδας τινάς του εμπορεύσασθαι εν αυταίς την ανάπαυσιν και την ζωήν του πλησίον σου, ήδη τούτο αργίαν ψηφίσεις και σχολίαν λογίση. Εάν δέ τις δοκήση εν εαυτώ, ότι τέλειος εστί και ανώτερος εκ πάντων των ενταύθα εν τη διαμονή αυτού τη προς τον Θεόν και τη αποχή τη εκ πάντων των ορωμένων πραγμάτων, ευλόγως και εκ τούτων παραιτησάσθω. Μεγάλη εστίν η εργασία της διακρίσεως των συνεργουμένων υπό του Θεού, ος τω ελέει αυτού δώη ημίν πληρώσαι τον λόγον αυτού, όν είρηκε λέγων «ει τι θέλετε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Όπου δε ουκ έχει ο άνθρωπος εν τοις πράγμασι τοις ορατοίς και εν τω σώματι τελειώσαι την αγάπην του πλησίον αυτώ, ή εν τω φρονήματι ημών μόνη φυλαττομένη αγάπη του πλησίον προς τον Θεόν αυταρκεί' μάλιστα εάν το μέρος εκείνο του εγ­κλεισμού και της ησυχίας και η εν αυτή υπεροχή αρκούντως διαμείνη εν τη εαυτής εργασία. Εαν δε εξ όλων των μερών της ησυχίας εκείνης υστερώμεθα, πληρώσωμεν την έλλειψιν αυτής εις την μετ' αυτήν εντολήν, ήτις εστίν η πράξις η αισθητή, ην ως πλήρωμα της αναπαύσεως της ζωής ημών πληρώσωμεν εν τω σκοπώ του σώματος ημών, ίνα μη ευρεθή η ελευθερία ημών πρόφασις υποταγήναι τη σαρκί. Ό Θεός δώη ημίν γνώναι το θέλημα αυτού, ίνα αεί εν αυτώ πορευόμενοι, καταντήσωμεν εις την αιώνιον αυτού ανάπαυσιν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή, και προσκύνησις νυν και εις τους αιώνας των απεράντων αιώνων. Αμήν.



Πίνακας περιεχομένων