Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/96

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
84




ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ.


Βαριὰ περνοῦν τὰ σύννεφα, βαριὰ καὶ θολωμένα·
καὶ ’μοιάζουνε στὸ διάβα τους καὶ στὴν καρδιά μ’ ἐμένα.
Βοριὰς μᾶς ’λάμνει στὴν στεριὰ καὶ Λίβας στὰ πελάγη·
κ’ ἓν’ ἀπὸ μᾶς δὲν ἀγροικᾷ πόθ’ ἔρχεται, ποῦ ’πάγει.

Ἡ θλίψη κι’ ὁ πολὺς καϋμὸς τὰ στήθη μας βαρύνει·
τ’ ἀστραποβρόντι, οἱ στεναγμοί, μᾶς εἶν’ ἐλαφροσύνη.
Καὶ ἡ βροχούλα, π’ ἀρχινᾷ καὶ πέφτει ’γάλι ’γάλι,
εἶναι τὰ μαῦρα δάκρυα, ποῦ ἡ καρδιά μας ’βγάλλει.

Τί τ’ ὠφελᾷ τὸ σύννεφο, σὰν ’βρόντησε καὶ βρέχει;
Τὰ δάκρυά του πίν’ ἡ γῆ, καὶ γιὰ χαρὰ τὸ ἔχει.
Τὸν ποιητὴ τί τὸν ’φελᾷ, σὰν κλαῖ’ καὶ χολοσκάνει;
Ἕνα τραγοῦδι γιὰ καλὸ τῶν ἄλλων θένα κάνῃ.

Χαρά στους, ἂν τοῦ τὸ δεχθοῦν, σὰν τὴν βροχήν ἡ ξέρη!
Ἂν ἔχουν σπέρμα μέσα τους, κι’ αὐτὸς τροφὴ τοῦ φέρῃ,
καὶ τοὺς βλαστήσῃ στὴν καρδιά, στ’ ἀπόνεκρά τους στήθη
ἕν’ ἄνθος, π’ ὅπου ’φάνηκε, ζωὴ ξαναγεννήθη.