Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/81

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
69




Η ΝΥΞ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ.


Ἔκλινεν εἰς τὴν ἀγκάλην
τῆς μητρός του γῆς
τ’ ἄστρον τοῦ φωτὸς ἠρέμα
κ’ ἐκοιμήθη.
Τῆς Νυκτός ὁ πέπλος πάλιν
μ’ αἴσθημα στοργῆς
ἐπὶ τὸ καμόν του βλέμμα
ἐπεχύθη.

Τὴν ἀλγοῦσαν κεφαλήν σου
ποῖος, ξέν’, ἐδὼ
ἐπὶ τοῦ θερμοῦ του στήθους,
θὰ βαστάσῃ;
Τὴν ἐνδόμυχον πληγήν σου
ποία τις φειδὼ
πρὸ τοῦ χαιρεκάκου πλήθους
θὰ σκεπάσῃ;

Μυριὰς ἀστέρων χύνει
λάμψιν ἀργυρᾶν
καὶ τὴν φρίκην τῆς σκοτίας
καταστέλλει.