Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/73

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
61

Κι’ ὁ Μωχαμὲτ ὁ ἴδιος του πὰ στ’ ἄγριό του τ’ ἄτι
—Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ Κωνσταντίνου κράζει,
καὶ τὸ σπαθί σου δός μου!
—Ἔλα καὶ πάρ’ τα! λέγ᾿ αὐτός τοῦ Τούρκου τοῦ μουχτάτη.
Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ’, ἐνόσῳ βράζει
μία στάλλα γαῖμα ἐντός μου!—

Κι’ ἐπρόβαλαν τὰ λάβαρα, κι’ ἀρχίνησεν ἡ μάχη!
Σαράντα ’μέραις πολεμοῦν, σαράντα ’μερονύχτια
χτυπιοῦνται καὶ χτυποῦνε,
οἱ Τοῦρκοι σὰν τὰ κύματα κι’ οἱ Χριστιανοὶ σὰν βράχοι.
Κι’ οὔτε τῶν Φράγκων προδοσιαίς, οὔτε τῶν φλάρων δύχτια
τὸν Βασιλέα σειοῦνε.

Ἀπ’ ταὶς σαράντα κ’ ὕστερα Θεὸς τὸν παραγγέλλει:
—Γιὰ τοῦ λαοῦ τὰ κρίματα, εἶναι γραφτὸ νὰ γείνῃ,
προσκύνα τὸν Σουλτάνο!—
Μ’ αὐτός, τὸ χέρι στὸ σπαθί, πεισμόνεται· δὲν θέλει!
—Πρὶν ’μπρὸς σὲ Τοῦρκο τύραννο τὸ γόνατό μου κλίνῃ,
’πὲς κάλλιο ν’ ἀποθάνω!—

Ἔξ’ ἀπ’ τὸ κάστρο χύνεται μὲ σπάθα γυμνωμένη,
καὶ σφάζει Τούρκων ’κατοσταὶς κι᾿ Ἀγαρηνῶν χιλιάδες—
Ἐκεῖνος κι’ ὁ στρατός του.
Μὰ ἦτ᾿ ὀλίγος ὁ στρατός, κι’ οἱ πρῶτοι λαβωμένοι!
Ἔπεσαν τ’ ἀρχοντόπουλα ἔφυγαν οἱ Ῥηγάδες,
κι’ ἀπέμεινεν ἀτός του.