Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/74

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
62

Ὅσο τὸν ζώνουν τὰ σκυλιά, τόσο χτυπᾷ καὶ σφάζει,
σὰν πληγωμένος λέοντας, σὰν τίγρη τῆς ἐρήμου,
ποῦ τὰ παιδιά της σκώσουν.
Μὰ ’κεῖ τοῦ πέφτει τ’ ἄλογο! Καὶ πέφτ’ αὐτὸς καὶ κράζει:
—Δὲν ’βρίσκετ’ ἕνας Χριστιανὸς νὰ πάρ’ τὴν κεφαλή μου,
πρὶν πᾶν καὶ μὲ σκλαβώσουν;—

Μιὰ τρίχα, καὶ τὸν ’σκότωνεν Ἀράπικη λεπίδα!
Μὰ δὲν τὸ ἤθελ’ ὁ Θεός. Δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσῃ
τῶν Χριστιανῶν τὸ Γένος
αἰώνια δίχως βασιλειά κι’ ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα.
Γι’ αὐτὸ προστάζ’ ἕν’ ἄγγελο νὰ πᾷ νὰ τὸν βοθήσῃ,
σὰν ἦταν κυκλωμένος.

Κι’ αὐτὸς τὸν Μαῦρο λακπατᾷ, τὸν Βασιλὲ γλυτόνει·
τὸ κοφτερό του τὸ σπαθί τοῦ παίρν’ ἀπὸ τὸ χέρι,
τοὺς Τούρκους διασκορπίζει.
Πὰ στὰ λευκά του τὰ φτερὰ τὸν Βασιλέα σκόνει,
μέσ’ στὸ πλατὺ τὸ σπήλαιο, ποὺ σ’ εἶπα, τόνε φέρει,
κι’ ἐκεῖ τόνε κοιμίζει.

—Καὶ τώρα πιὰ δὲν εἰμπορεῖ, γιαγιάκα, νὰ ξυπνήσῃ;
—Ὢ, βέβαια! Καιροὺς καιροὺς, σηκόνει τὸ κεφάλι,
στὸν ὕπνο τὸν βαθύ του,
καὶ βλέπ’ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή, πὤχ’ ὁ Θεὸς ὁρίσει,
καὶ βλέπ’ ἂν ἦρθ᾿ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρῃ πάλι
τὸ κοφτερὸ σπαθί του.