Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/163

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
151


Κράζουνε: “Φωτιά! Φωτιά!” μέσ’ στ’ ἀδειανὸ
τό χωριό,
τρέχω πρῶτα ’γὼ βοήθεια νὰ γενῶ
στὸ Μαριώ.

Κι’ ’ως ν’ ἀφήσω τὴν καλή της συντροφιὰ
πεταχτός,
ἀπ’ τὸ σπίτι μ’ ἀπομένουν τὰ καρφιὰ
κι’ ὁ σταχτός!..

Ἄχ! σὰν κράξουν: “Κάποιος μέσ’ στὸ χειμαδιὸ
ξεψυχᾷ!”
Τότε πλέον θ’ ἀποθάνω πρὶν τὴν διῶ
μοναχά.

Γιατί, ’ως νὰ πᾶ νὰ μάθω πῶς περνᾷ
κι’ εὐτυχεῖ,
θὲ νὰ μ’ ἔβγῃ μέσ’ στοὺς δρόμους πουθενὰ
ἡ ψυχή!