Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/89

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


UNFERTIGES UND SCHLECHTES

Κ’ ἐγὼ τὴν ἐκαμάρονα τὴ χαμηλοβλεποῦσα
Μ’ ὅλην τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς γιατὶ τῆν ἀγαποῦσα.

Ἀπὸ μιὰν ὀμορφιὰ σκαλόνει σ’ ἄλλη,
Σὰν ἀπὸ ἀνθὸ σ’ ἀνθὸ ξανθὸ μελίσσι,
Ἡ ψυχή μου, νέα γλύκα νὰ μελίσῃ
Κ’ ὕμνους ἐρωτικοὺς ν’ αἠδονοψάλῃ.

Κλεῖ ἡ ψυχή μου σὰν ἄνθι σὲ κατάκρυα
Νύχτα τὴ συμφορὰ ποὺ τὴν πλακόνει·
Ἡ πικρία τὴν καρδιά μου φαρμακόνει.
Μὰ τῶν ματιῶν μου ἐστέρφεψαν τὰ δάκρυα.

Γιὰ σὲ θὰ πλέξω τραγουδάκια χίλια
Μὲ τὰ παλιά κι’ ἀγαπημένα λόγια,
Π’ ἄκουσα ἀπ’ τὼν πεντάμορφων τὰ χείλια
Στὲς βρύσες τοῦ χωριοῦ καὶ στὰ χαμώγια.

Σὲ ξανάειδα στὴ βάρκα μὲ φεγγάρι
Κοιμάμενη· ἐκαζόταν ὄνειρά σου
Τὰ πάντα ὅλα ψηλὰ καὶ ὁλόγυρά σου,
Καὶ ἡ ψυχή μου τὰ ἐρρούφαε σὰ σφογγάρι.
Κι’ ὅλα, τὸ οὐρανικὸ μαργαριτάρι,
Τὰ μαῦρα (ὢ νύχτα) μακρυὰ σγουρά σου,
Ἡ θάλασσα (ὢ χυτὸ κορμί, χαρά σου!)
Μένουν παντοτεινό μου θυμητάρι.

Βογγᾷ ἡ κρασάτη θάλασσα μὲ ἀπάνου
Μιὰ σπιθαμὴ τ’ ὁλόχρυσο φεγγάρι.

Ἡ γῆς ξεκουκουλόνεται ἀπ’ τῆς κρύας
Κατάχνιας τὴ χιονάτη καμουλίκα
Κι’ ὡς ξόρκι ἀγάπης ἀνεβαίνει ἡ γλύκα
Τῆς ἁπαλόχρωμής της θεωρίας.

75