Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/36

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


ΛΟΥΤΡΟ

Διαμάντιν’ ἄστρα εἰς τὰ νερὰ
Τὰ φέγγη τους πλαγιάζουν,
Ποῦ ὀνείρατα τῆς θάλασσας
Τῆς κοιμισμένης μοιάζουν,
Οὔτ’ ἕνα φύλλο τρέμει
Καὶ ’ς τοὺς ἀνθοὺς μὲ τὰ πουλιά,
’Σ τὴ δροσερὴ μοσχοβολιὰ
Μὲ τὲς φτεροῦγες μαζωχτὲς
Γλυκοκοιμοῦντ’ οἱ ἀνέμοι.

Ἀγαπημένη λυγερὴ
Πανώρια σὰν τὴν Εὔα,
’Σὲ τούτη τὴν παράδεισο
Νὰ δροσιστῇς κατέβα!
Τῆς γύμνιας σου τὴ χάρη
Ἂν φανερώσῃς μιὰ στιγμή,
Πουλιῶν κι’ ἀνέμων στεναγμοὶ
Θὰ λαχταρίσουν ἔξαφνα
’Σὲ κάθε ἀνθοῦ κλωνάρι.

Θὰ σουφρωθοῦν τὰ πέλαγα
Κι’ ἀργά, σὰν λαμπυρίδες,
Τῶν ἄστρων θέλει ἀναδευτοῦν
Ὁλοῦθ’ ᾐ ἀντιφεγγίδες.
Κι’ ἂν εἰς τὸ κῦμα θἄμπῃς,
Ἡ κάθε στάλ’ ἀπὸ νερὸ
Μαργαριτὰρι λαγαρὸ
’Σ τὸν κόρφο σου θὰ φαίνεται
Καὶ σὰ θεὰ θὰ λάμπῃς.

Θὰ σὲ λατρέψω σὰ θεά,
Δίχως μιλιά, μακρυάθε·
Ἁγνὴ θὰ μείνῃς κι’ ἄσπιλη,
Τ’ ὀμόνω, σὰν τοῦ κάθε
Ἄστρου τὰ φέγγη τ’ ἅγια.
Ἔπειτα εὐθὺς ἂς τυφλωθῶ,
Ἤ σἂν ὁ Ἀχταίωνας ἂς χαθῶ,
Ἀφ’ οὗ εἶδα τῆς πεντάμορφης
Τὰ γυμνωμένα μάγια.

24