Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/35

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


ΝΥΧΤΑ

Τρεμάμεν’ ἄστρα εἰς τὰ νερὰ τὰ φέγγη τους πλαγιάζουν,
Ποῦ ὀνείρατα τῆς θάλασσας τῆς κοιμισμένης μοιάζουν·
Οὔτ’ ἕνα φύλλο τρέμει
’Σ τὸ δάσο καὶ μὲ τὰ πουλιὰ
’Σ τῶν δένδρων τὴ μοσχοβολιὰ
Μὲ ταῖς φτερούγαις μαζωχταῖς γλυκοκοιμῶντ’ οἱ ἀνέμοι.

Ἐκεῖ ποῦ ἡ πλάση φαίνεται πὼς σὰν νεκρὴ σιγάει,
Ἐκ’ ἡ φιλέρημη ψυχὴ τοῦ ποιητῆ γροικάει
Αἰθέριαν ἁρμονία·
Ἀκούει τ’ ἀστέρια νὰ λαλοῦν,
Τὰ Χερουβὶμ ν’ ἀντιλαλοῦν
’Σ τὴ γαληνὴ τοῦ Σύμπαντος ἀπέραντη ἐκκλησία.

Ἑκεῖνα τὰ λαλήματα ὁ ποιητὴς τ’ ἀκούει,
Κ’ ἐκεῖ μαθαίνει ἔτσι γλυκὰ τὴ λύρα του νὰ κρούῃ,
Καὶ οὐρανικὰ νὰ ψάλλῃ
Ὀνείρατα μαγευτικά,
Ἐλπίδ’, ἀγάπη, ἰδανικά,
Τῆς ὠμορφάδας τὰ καλά, τῆς ἀρετῆς τὰ κάλλη.

ΜΟΝΑΧΟ, 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 1885

23