Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/123

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


μὲ τὴν κοπή, νὰ θυμηθῶ πασκίζω τα ἕνα ἕνα
τρέμοντας μὴν ἡ φοβερὴ δόξα χαθῇ σὰν ὕπνος.
Γιατὶ ξυπνάω στὸ σταχτερὸ δροσόλουστο κρυψιῶνα
τὴν ὥρα ποῦ σηκόνεται τὴ νύχτα πολεμῶντας,
στὴν πλάτη ἐπάνω τοῦ Χεβρών, τὸ χάραγμα καὶ κάτω
ξανακερδίζει ἀργὰ ὁ Κιδρὼν ὅ,τι τοῦ πῆρε ὁ Ἥλιος
ὁ χτεσινός.

IEʹ.

Λέγω λοιπὸν πῶς κεῖ ποῦ τραγουδοῦσα,
τὸ βασιλιᾶ θαρρεύοντας κ’ ἐπάσκιζα μὲ ὅλο
καὶ δυνατώτερα καλὰ νὰ τὸν παρηγορήσω,
αὐτὸς ξανάλαβε σιγὰ σιγὰ τὸ παλαιό του
φέρσιμο καὶ κινήματα βασιλικά. Τὸ ἴσιο
χέρι του πίσω ἔστρωσε τὰ μελανὰ σγουρά του
στὴ μαθημένη θέση τους, τὲς φοῦντες τῆς τιάρας
ἔσιασε καὶ τὸν ἵδρωτα, γιὰ ἰδέστε, ποῦ τὴν ὄψη
τοῦ μούσκευε περήφανα, σφογγίζει μὲ τὸ ἐντύμα,
καὶ ζώνει πάλε σὰν πριχοῦ τὴ μέση του καὶ ἀγάλι
ἀγάλι τὰ πολύτιμα βραχιόλια ναὔρῃ ψάχνει
μὲ τὸ θηλυκωτῆρι τους στὰ ὀμπρός. Εἶναι τος πάλε,
πάλε ὁ Σαούλ, καθὼς ἐσεῖς στὴ δοξα τὸν θυμᾶστε,—
πρὶν τὸ φαρδύ του κούτελο μακρυ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας
τὴν κοινωνιὰ τὸ φρένιασμα τοῦ γύρῃ· καὶ ὅμως ὅσο
καὶ ἂν ἐξωδεύτηκε ἡ ζωή, τὸ φέρσιμο, ποῦ ἀντίκρυ
σᾶς στέκει, ὁ ἴδιος, ποῦ ὁ θεὸς τὸν διάλεξε νὰ λάβῃ
ἐκεῖνο ποῦ ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ναὶ νὰ χαλάσῃ
ναὶ νὰ μολέψῃ, μὰ ποτέ, ποτὲ νὰ χάσῃ τέλεια.
Ἔτσι στὸ στύλο κολλητὰ χαμήλονε τῆς τέντας
αὐτός, ὣς ποῦ τὸν βάσταξαν ἐκεῖ κουλουμιασμένα
ἡ ἀρματωσιά, τὰ ἐντύματα, τῆς μάχης τὸ σεγκοῦνι,
κ’ ἔκατσ’ ἐκεῖ προσμένοντας τοῦ τραγουδιοῦ τὸ τέλος,—
μὲ τό ’να μπράτσο ὁλόγυρα στὸ στύλο τὴ γυρμένη
γιὰ ν’ ἀκουμπήσῃ κεφαλή, καὶ τ’ ἄλλο ποῦ κρεμότουν
ἀπολυτό, ὄσο ποῦ ’φτασα στὸ παίνεμα ποῦ ἀπ’ ὅλο
τὸν κόσμο σ’ ὅλους τοὺς καιροὺς ἐπρόβλεπα πῶς θἄρθῃ
στὸν ἄρρωστο αὐτὸν ἄνθρωπο· κ’ ἐτέλειωσα μ’ ἐκεῖνο
ἀφήνοντας τὴν ἅρπα μου μπροστὰ νὰ πέσῃ. Τότες
ἔνιωσα, ποῦ ἦταν καθιστός, ὡς εἶπα, μ’ ἴσια ἴσια
τὴν κεφαλή μου ἀνάμεσα καὶ λίγου παραπάνου
ἀπ’ τὰ τρανά του γόνατα σπρωγμένα ἀπ’ τὴ μιὰ μπάντα
κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὰν τοῦ ἰδρυοῦ τὲς ρίζες ὅταν στρέγουν
ἀρνάκι, ποῦ ἐκοιμήθηκε, νὰ περιτριγυρίσουν.
Τότες ἀνάβλεψα ψηλὰ γιὰ ν’ ἀπεικάσω ἂν ὅ,τι
ἐμπόρεσα καλύτερο νὰ κάμω τοῦ ’χε φέρῃ
καμμιὰν ἀλάφρωση· μιλιὰ δὲν ἔβγαλε μὰ ἀγάλια

109