Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/119

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


λάλημα κι’ ἅρπα τοῦ Σαοὺλ ὑπερυψόναν ὄξω
ἀπὸ τὴν πίκρα τ’ ὄνομα καὶ τοὺ Σαοὺλ τὴ φήμη
στὸ φῶς ἐκράζαν νὰ χαρῇ, ποῦ γι’ αὐτὸ ἐπλάστη κι’ ὅπως,
νὰ πῶ κοτάω, σὰν ὁ στρατὸς τοῦ Ὑψίστου στῆς λατρείας
τὴν ἔκσταση τὴν τάξη του χαλνάει καὶ μὲς τ’ ἁμάξια
τὰ Χερουβεὶμ ἀνηφοροῦν ἀνάερα — φωνάζω
«Σαοὺλ» καὶ στέκομαι τὸ τί θὲ νἄρθῃ καρτερῶντας.
Τότε ὁ Σαοὺλ ποῦ ἀκκουμπιστὸς κρεμότουν ἀπ’ τῆς τέντας
τὸ σταυρωμένο στύλωμα στὴ μέση, ἀπ’ τ’ ὄνομά του
ἐκρούστηκε. Εἴδετε ποτέ, σὰν πάει σαϊτεμένο
τὸ κράξιμο τῆς ἄνοιξης ὁλόϊσα στὸ σημάδι,
κάποιο βουνό, ποῦ ὕστερο σ’ ἐκείνη ἀντιστεκότουν
κ’ ἐκράταε (μόνο του, γιατὶ γελοῦσαν τὰ λαγκάδια
πολύανθα κ’ ἐλεύτερα) στὰ πέτρινα, πλατυά του
στήθη δεμένα μιᾶς χρονιᾶς γιὰ θώρακα τὰ χιόνια,—
ξάφνου τὸ σάβανο ἀπολνᾷ, ποῦ δίπλες δίπλες κάτω
στὰ πόδια του σωριάζεται μὲ τῆς βροντῆς τὸ βόγγο,
καὶ νά, προβάλλει ἀντίκρυ σας ξερὸ καὶ μαυρισμένο
μὰ ζωντανὸ τὸ παλαιὸ βουνό σας, μὲ σκισμάδες,
κληρονομιά, ποῦ τ’ ἄφησαν αἰῶνες τῶν αἰώνων
μὲ κάθε μάλιστα πληγὴ ποῦ ἐπῆρε πολεμῶντας
τὲς μάχες σας, ζαρώματα, κοψιὲς στὴν κεφαλή του
ποῦ ἐβάσταε ἀνάμεσα σ’ ἐσᾶς καὶ στὴν ἀνεμοζάλη—
γειά τους, χαρά τους, νά τα ἐκεῖ ξαναφαντάζουν ὅλα,
καὶ ἡ πρασινάδα ἡ μαλακιὰ θὰ τ’ ἁπαλύνῃ πάλε,
πάλε φωλιὲς περιστεριῶν θὲ νὰ καλῇ, χορτάρι νὰ βοσκήσῃ
τὴ γίδα μὲ τὰ ἐρίφια της ὅταν πληθύν’ ἡ λάβρα
τὸ καλοκαῖρι. Τράνταγμα, ποῦ ἐδούρησε πολληώρα
τὴν τέντα ὁλόβολη ἔσεισε, ποῦ ἐγκλίγκλισε κι’ ὁ ἀέρας—
καταλαγιάστη κ’ ἔπαψε στερνά, σὰν ὀμπροστά μου
στὸν ἑαυτό του ὁ βασιλιᾶς ἐλεύτερος ἐστήθη.
Τί ἐπέρασε, τί ἀπόμεινε; Ν’ ἀδρασκελήσῃ ἀκόμα
ὅσα ἀπὸ τὴν ἀπελπισιὰ χωρίζουν τὴν ἐλπίδα.
Εἶχε μακρύνῃ ὁ θάνατος μὰ ὄχι ἡ ζωὴ ξανάρθῃ.
Ἐκαρτεροῦσ’ ἔτσι. Κ’ ἐμπρὸς στὸ μέτωπό του ἐκράτει
γιὰ κάμποσο τὸ χέρι του τὸ ἴσιο κ’ ἐβοηθοῦσε
τὰ μάτια, π’ ἄδεια ὁλότελα τοῦ εἶχαν ἀπομείνῃ,
νὰ ματαστείλουν σύνωρα στὸν τόπο του ὅ,τι νέο
ἤθελε μέσα τους ἐμπῇ. Σὰν πρῶτα πάλε ὁ ἴδιος
ἦταν Σαούλ. Ἀνάβλεψα καὶ νὰ τηρὰξω ἐκεῖνα
τὰ μάτια του ἀποκότησα χωρὶς νὰ μὲ πειράξουν
περσότερο ἀπ’ τ’ ἀχνόθωρα τοῦ ἡλιοῦ τοῦ χυνοπώρου
ἥσυχα βασιλέματα, ποῦ ἀπὸ τὸ γυρογιάλι
θωρᾶτε, σὰ λυπητερὰ κοιτάζουν ὁριζόντια
ἐπάνω ἀπὸ τὸ πέλαγο — σὰ βύθισμ’ ἀργὸ τοῦ ἥλιου
σὲ κοντοβούνια ἀντίπερα, ποῦ ἀναλυωμένα μέσα
σὲ σοβαρώτατη σιγὴ διπλιάζουν, ζευγαρόνουν

105