Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/120

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


τό ’να μὲ τ’ ἄλλο ρίζωμα γιὰ νὰ μποροῦν νὰ σμίξουν
τὲς δύναμές τους πλειὸ σφιχτά. Ἔτσι ἕνα μπράτσο τ’ ἄλλο
ἐσταύρωνε στὰ στήθη του ἐπάνω, όπου ἡ ἀνάσα
χαμήλονε καὶ ἡσύχαζε.

ΙΑʹ.

Τὶ μαγικό, ποιὸ ξόρκι
νὰ τοῦ προβάλω ἐπίμονα γιὰ νὰ τὸν συγκρατήσω
εκεῖ ποῦ τὸ τραγοῦδι μου τὸν εῖχε ἀνασηκώσῃ;
Τὸ λάλημα τοῦ ἐγέμισε τὴν κοῦπα του ὣς τ’ ἀχεῖλι
μὲ τῆς ζωῆς μας τὸ κρασί, ξεζήφοντας ὅ,τι ἔχει
νὰ δώσῃ ἀπ’ ἄδολους καρπούς· τὴ δύναμη, τὸ κάλλος.
Σὲ τί ἄλλους κάμπους ἔπρεπε νὰ τοῦ σταχολογήσω
μιὰ πλειὸ ἀψεγάδιαστη σοδιά, πλειὸ δυνατὴ, νὰ δώσῃ
στὰ μάτια του τὴ λάμψη τους στ’ ἀχεῖλι του τὸ γαῖμα
νὰ τοὺς συστήσῃ γιὰ καλὴ τὴν κοῦπα ποῦ σιμόνουν;
«Καλὸ εἶναι» λέει, μὰ οὔτε σταξιὰ δὲν πίνει· ἐμέν’ ἀφίνει
τὴ ζήση νὰ τοῦ ὑμνολογῶ, στὸ παίνεμά μου στρέγει,
μ’ ἀτὸς του κάλλιο θὰ ’θελε τὸ θάνατο.

ΙΒʹ.

Κατόπι
οἱ φαντασίες αὐγάτιζαν, ποῦ ἀπὸ καιρὸ μοῦ ’χ’ ἔρθουν
ὅταν τριγύρω μου ἔβοσκαν τὰ σιωπηλὰ κοπάδια,—
μοναχικὸς ἀετὸς ψηλὰ σὰν ἀποκοιμισμένος
ἔφερνε ἀργὰ γύρες, ἀργά, κ’ ἐγὼ στὸν τράφο μέσα
κοιτάμενος στοχάζομουν τὸν κόσμο ποῦ ἀποκάτω
στὰ βλέμματά μου ἁπλόνοτουν, καὶ ἂς ἔβλεπα μονάχα
ἕνα κομμάτι ἀναμεσὶς ἀπὸ ούρανὸ καὶ λόφο.
Κ’ ἐγέλαα· «Σὰν οἱ μέρες μου γραφτὸ εἶναι νὰ περάσουν
μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια, κἂν ἂς πληθύνω τούτους
τοὺς κάμπους καὶ τὲς ριζαμιὲς μὲ φαντασίες δικές μου
καὶ ἂς ὀνειρεύωμαι ζωή, ποῦ δὲ θὰ σμίξω ὁ ἴδιος
ποτέ μου καὶ τὸ φάντασμα κἂν ἂς ἀνιστορήσω
τῆς ἀνθρωπότητας, πῶς ζῇ μ’ ἐκεῖνα τὰ ζακόνια,
ποῦ δὲ θᾶν’ εὔκολο γιὰ μὲ νὰ τὰ γνωρίσω. Σκέδια
ζωῆς, τοὺς πλειὸ καλήτερους θεσμοὺς καὶ τὲς συνήθειες
ἀνθρῶποι νἄχουν, ἀποχτᾷ, τὴ γνώση, ποῦ τὸ σκέπει.»
Καὶ τώρα ἐκεῖνοι οἱ στοχασμοὶ παλιοί, λησμονημένοι
ἀραδιαστοὶ ξανάρχονταν. Ἐθάρρεψα καὶ πάλε
στὸ πνεῦμα μου ἀποκρίθηκε τῆς ἅρπας μου τὸ τέλι
σὰν ἄρχισα ἔτσι,—

106