Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/116

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


Ὁ στύλος εἶναι ὁ μεσινὸς πλατύκορμος κι’ ὁλόρθος
ποῦ τὸ παβιόνι ἀναβαστᾷ, κι’ ἀργὰ στὰ βλέμματά μου
κατὰ τὸ στύλο ἀκκουμπιστὴ γιγάντια μεγαλόνει
πλειὸ μαύρη ἀπ’ ὅλα μιὰ μορφή. Μι’ ἀχτίδα ἡλιοῦ κατόπι
τρυπᾷ τῆς τέντας τὴ σκεπὴ καὶ τὸ Σαοὺλ μοῦ δείχνει.

Δʹ.

Ἐστέκοτουν ὁλόϊσος σὰν τῆς σκηνῆς τὸ στύλο,
μὲ μπράτσα ὁλάνοιχτα, στὰ δυὸ τεντόξυλα ἁπλωμένα
ποῦ, σταυρωτὰ στὴ μέση, πᾶν ἀπὸ μιὰν ἄκρη σ’ ἄλλη.
Οὔτ’ ἕνα νεῦρο του ἔντονε, μὸν κρέμοτουν ἐκεῖθε
καθὼς τὸ βασιλόφιδο τόμου τοῦ ἐρθοῦν οἱ πόνοι,
ἀπ’ τὴ γενιά του ξέμακρα τὴν ἀλλαξιὰ προσμένει
καὶ ἀπὸ τὸν πεῦκο κρέμεται βαρύτατο, ὣς ποῦ νἄρθῃ
ἡ λευτεριὰ τὴν ἄνοιξη — παρόμοια ἀγκομαχοῦσε
βουβὸς τυφλὸς ὣς καὶ ὁ Σαοὺλ ξερὸς καὶ ἀσβολωμένος.

Εʹ.

Τότε τὴν ἅρπα ἐχούρδισα, — τῆς ἔβγαλα τὰ κρίνα
ποῦ πλέκουμε στὰ τέλια της ἀνάμεσα μὴ λάχῃ
καὶ σκάσουν στοῦ μεσημεριοῦ τὸ βάρος ἀπὸ κάτω
σ’ ἀχτίδες ποῦ ’ναι σὰ σπαθιά — κ’ ἐκείνη ἔπαιξα πρῶτα
τὴ μελωδία π’ ὅλα μας τὰ πρόβατα γνωρίζουν
σὰ φτάνουν ἥμερα ἥμερ τὸ ’να κατόπι στ’ ἄλλο
ὣς νὰ γενῇ τὸ μάντρισμα μὲς τὴν μπασιὰ τῆς στάνης.
Εἶν’ ἄσπρα, δὲν τὰ ξέσπισαν οἱ βάτοι, γιατί, δές τα,
ἔβοσκαν κεῖ ποῦ τὰ ψηλὰ χορτάρια καταπνίγουν
στὴ ρεμματιά τους τὰ νερά. Τό’ να κατόπι στ’ ἄλλο
τὴν κατοικιὰ τώρα ζητοῦν ὡς τὸ να τ’ ἄλλο ἀστέρι,
σύντα βραδυάσῃ, ἀκολουθᾷ στὰ γαλανὰ τὰ ὕψη
τὰ μακρυσμένα — γαλανὰ καὶ μακρυσμέν ὤ πόσο!

ΣΤʹ.

Στερνὰ τὸν ἦχο, ποῦ γι’ αὐτὸν στὸ σιταρόκαμπ’ ὅλα
τὰ ὀρτύκια τὰ συντρόφια τους θ’ ἀφήσουν καὶ πετῶντας
τὸν ἁρπιστὴ θ’ ἀκολουθοῦν· κατόπι αὐτὸν ποῦ ἀνάβει
τοὺς τζίτζικες καὶ ἀπόκοτα παλεύουν συνατοί τους.
Ὕστερα ὅ,τι ἔχει δύναμη στ’ ἀμμόσπιτό του ἀπ’ ὄξω
νὰ σταματήσῃ σκεφτικὸ τὸ γλήγωρο διπόδι
παρόμοιο θᾶμα σὰν κι’ αὐτὸ δὲν εἶναι· τὸ μισό του
εἶναι πουλί, τἄλλο μισὸ ποντίκι! Ἐποίησ’ ὅλα
ὁ Ὕψιστος τὰ πλάσματα κ’ ἔδωκε σ’ ὅλα ἀγάπες
καὶ φόβους πὤδοσε κ’ ἐμᾶς, δηλῶντας πῶς εἰμάστε
τέκνα του ἐδῶ κεῖνα κ’ ἐμεῖς, ὅλα οἰκογένεια μία.

102