Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Συριανά Αφηγήματα, Εμμανουήλ Ροΐδου.djvu/37

Από Βικιθήκη
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ
33

ρέδων, φοινίκων καὶ καμήλων, ἀμπέλους, ῥωδιάς, αἶγας, ὄρνιθας καὶ χοίρους, καὶ πολὺ μᾶλλον παρὰ μὲ Δερβίσην τοῦ Καΐρου, εὕρισκα ὅτι ὁμοιάζει ὁ ἠρειπωμένος ἐκεῖνος νεκροθάπτης μὲ τὸ φάντασμα ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον εἶχα γνωρίσῃ πρὸ χρόνων πολλῶν ἀκμαῖον εἰς τὴν Σύρον, μὲ σάρκα ὑπὸ τὸ δέρμα, μὲ ὁδόντας εἰς τὸ στόμα, μὲ μύστακα ἀνωρθωμένον, μὲ λάζον εἰς τὴν ζώνην καὶ πολλάκις γαρούφαλον εἰς τὸ αὐτίον. Ἡ ἀναπαράστασις αὕτη συνεδέεται μὲ φαιδρὰς ἐκδρομὰς εἰς τὴν Δελαγράτσαν, μὲ λουτρὰ εἰς θάλασσαν χλιαρὰν καὶ εὔθυμα ἔπειτα προγεύματα εἰς γειτονικὸν κῆπον μὲ ψάρια τηγανητά, νεόκοπα σῦκα, χλωρὸν τυρίον καὶ εὔμορφον οἰκοκυρὰν προσφέρουσαν πάντα ταῦτα. Τὰ λουτρά, ὁ κῆπος, ἡ οἰκοκυρά, καὶ πλὴν αὐτῶν ἡ ὡραιωτέρα βάρκα τῆς Σύρου, ἀνῆκον τότε εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου μόνον τὸ ὄνομα δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐνθυμηθῶ. Ἐπὶ τέλους ὅμως κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω καὶ τοῦτο:

«Ὁ Ἀργύρης Ζώμας!» ἀνέκραξα τρίβων τοὺς ὀφθαλμούς μου.

«Ὅλος - ὅλος», ἀπεκρίθη ὁ δυστυχὴς σπογγίζων τοὺς ἰδικούς του.

«Καὶ πῶς κατάντησες ἐδῶ;»

Ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἔσφυξε τοὺς γρόνθους ψιθυρίζων· «Ἀνάθεμα εἰς τὴν πολιτικήν.»

Καθὼς ὅλοι ἡ κατότυχοι, εἶχε κ’ ἐκεῖνος μεγάλην ὄρεξιν νὰ μοῦ διηγηθῇ τὴν θλιβεράν του ἱστορίαν. Ἀλλ’ εἶχεν ἤδη νυκτώσῃ, ὁ καιρὸς ἦταν ἄσχημος καὶ ἐκατοίκουν μακράν. Ἡτοιμαζόμην νὰ τὸν ἀποχαιρετήσω, ἀναβάλλων εἰς τὴν προσεχῆ μου ἐπίσκεψιν τὴν ἀκρόασιν τῶν παραπόνων του κατὰ τῆς πολιτικῆς, ὅταν ἡ πρὸ πολλοῦ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς μας αἰωρουμένη βροχὴ ἤρχισε νὰ καταπίπτῃ ῥαγδαία. Μοῦ ἐπροσέφερε τότε ἄσυλον εἰς τὸ παράπλευρον τοῦ ἐκκλησιδίου παράπηγμα καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τοῦ προσφέρω ὀλίγον ῥετσινάδον ὡς προφυλακτικὸν κατὰ τῆς ὑγρασίας. Τὸ ὁλίγον ῥετσινάδον ἦτο μία ὅλη ὀκᾶ, τὴν ὁποίαν ἡ μονόφθαλμος ὑπηρέτρια τοῦ παντοπωλείου ἡ Ματαιότης ἦλθε νὰ καταθέσῃ ἐπὶ χωλῆς τραπέζης μὲ δύο ποτήρια καὶ δρακιὰν μαύρων ἐλαιῶν. Πλὴν τῆς χωλῆς τραπέζης, ὑπῆρχαν ἐκεῖ καὶ δύο χωλὰ σκαμνία· τὸ σκότος ὅμως ἦτο ψηλαφητόν, μέχρις οὖ ἄναψεν ὁ φιλοξενῶν με μικρὸν ὁκτάγωνον φανάριον ἔχον σχῆμα θυμιατηρίου καὶ ὑπεξαιρεθὲν πιθανῶς ἔκ τινος ἀπροστατεύτου τάφου.