Σελίδα:Διονύσου πλους.djvu/20

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
— 20 —

Ἄστατον χρῆμα ἡ γυνὴ
ὡς ὁ ἀὴρ ὁ πνέων.
Ἀντὶ εὐγνώμων νὰ φανῇ,
τὶ ἔχει αὕτη νὰ θρηνῇ
προσβλέπουσα τὸν νέον;

«Ὤ, λέγει, ὁ θαυματουργὸς
συμπλήρωσον τὸ θαῦμα.
Φεῦ! βλέπω, βλέπω ἐναργῶς!
Δός μοι τὸ ὕδωρ τῆς Στυγὸς,
θανάτου δός μοι τραῦμα.

«Σὺ ὁ τὰ πλάσματ’ ἀλλοιῶν
τὴν πλάσιν μεταπείθων,
σὲ ἱκετεύω ὡς Θεὸν,
τὸ στῆθος τοῦτο, ἐλεῶν,
μετάβαλον εἰς λίθον.

«Καὶ ἔστω μοι καταφυγὴ
ὁ τελευταῖος ὕπνος,
καὶ τῆς καρδίας ἡ σιγή·
ἣ δὸς νὰ γίνω ἡ πηγὴ
ἡ κλαίουσα ἀγρύπνως.

«Θεν’ ἀναβῇς εἰς οὐρανὸν,
καὶ μόνη θὰ πλανῶμαι
εἰς τὸ ἀπέραντον κενὸν,
τὸν ἥλιον τὸν σκοτεινὸν
διὰ νὰ καταρῶμαι.