Σελίδα:Διονύσου πλους.djvu/19

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
— 19 —

Τὸ δρᾶμα τὸ πρὸ τῶν ποδῶν
μετ’ ὀφθαλμοῦ ὀργίλου
στιγμὴν καὶ μόνην προσιδὼν,
εἰς τὴν γλυκεῖαν συνοδὸν
τὰ βλέμματα προσήλου.

Ἀλλ’ ὡς τὴν εἶδε νὰ θρηνῇ
κατακειμέν’ εἰς ἄνθη,
καὶ ἡ εὐαίσθητος γυνὴ
πρὸς ξένους πόνους νὰ πονῇ,
τὸ βλέμμα του ὑγράνθη.

Καὶ ἔνευσε, καὶ εὐμενὴς
παρέδειξεν ἡ χείρ του
ὅπου ἡ ῥάβδος τῆς ποινῆς,
ῥαγδαία πίπτουσ’, ἀπηνὴς,
τὰ νῶτά των ἐκύρτου.

Ἐξαίφνης τὶ μεταβολὴν
ἡ κόρη πάλιν βλέπει
εἰς τῶν κακούργων τὴν φυλήν!
Ἔχουσ’ ἰχθύος κεφαλήν,
καὶ εἰς τὸ σῶμα λέπη.

Ἔχουν οὐρὰν ἀντὶ ποδῶν,
καὶ εἰς δελφίνων σχῆμα
μεταποιοῦνται βαθμηδόν,
καὶ σώζετ’ ἕκαστος πηδῶν
εἰς τὸ παφλάζον κῦμα.