Οι χαλασοχώρηδες/Μέρος Ε'
| ←Μέρος Δ´ | Οἱ χαλασοχώρηδες Συγγραφέας: Μέρος Ε´ |
Μέρος ΣΤ´→ |
| 1892 |
Θ´
Ἔξω, οὐ μακρὰν τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, τὰ πρακτορεῖα εἰργάζοντο δραστηρίως. Τὸ πρακτορεῖον τῶν Χαλασοχώρηδων ἔκειτο ἀπέναντι ἀκριβῶς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, καὶ ἡ μία θύρα ἀντίκρυζε μὲ τὴν θύραν τοῦ σχολείου, ἡ ἄλλη ἦτο κρυφή. Διὰ τῆς δευτέρας εἰσήρχοντο οἱ ἐκλογεῖς, ἐπλησίαζον ὁδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ Λάμπρου εἰς γραφεῖόν τι μὲ καινουργῆ κάγκελα ἀχρωμάτιστα, ἔσωθεν τῶν ὁποίων ἐκάθητο ἐν μέσῳ καταστίχων καὶ πλησίον ἡμιανοίκτου συρταρίου ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος. Ἐκεῖ οἱ ἐκλογεῖς ἤκουαν «τὸν κρυφὸ τὸ λόγο», ἐφωδιάζοντο μὲ δύο ἢ τρία «φυσέκια»*, καὶ ἐξήρχοντο διὰ τῆς ἄλλης θύρας, ὅπου ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας τοὺς προέπεμπεν ἐπιτηρῶν αὐτούς, διὰ νὰ βλέπῃ ἂν θὰ μετέβαινον κατ᾽ εὐθεῖαν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς. Οἱ πλεῖστοι εἴτε διότι εἶχαν ἐπισκεφθῆ ἤδη καὶ τὸ ἄλλο πρακτορεῖον, εἴτε διότι δὲν τοὺς ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς των νὰ λάβωσι καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη «κουκουλόσπορο»*, ἐπήγαιναν κατ᾽ εὐθεῖαν· μερικοὶ ὅμως, ἐνῷ ἐκαμώνοντο ὅτι ἐπερίμεναν νὰ εὕρουν σειρὰν διὰ νὰ εἰσέλθουν, μὲ τρόπον «τὸ ἔστριβαν». Τότε ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας προσεποιεῖτο γενναιοτέραν ἀγανάκτησιν παρ᾽ ὅσην πράγματι ᾐσθάνετο. Διότι δὲν ἦτον καὶ πολὺ εὐχαριστημένος κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς.
Τοῦτο δέ, διότι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι τοῦ κόμματός του τὸν εἶχαν διαβάλει παρὰ τῷ Ἀλικιάδῃ καὶ Καψιμαΐδῃ, εὑρόντες λαβὴν τὴν φανερὰν προσπάθειαν καὶ τὸν ζῆλον, ὃν ἐδείκνυεν ὁ Λάμπρος πρὸς τὸν Χαρτουλάριον, προτιμῶν τοῦτον μᾶλλον ὡς βουλευτήν, ἢ ἐνδυναμώνων, διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν παρεχομένης ἀνωφελοῦς ἄλλως συνδρομῆς, τοὺς ἀντιπάλους Γεροντιάδην καὶ Ἀβαρίδην. Ὅθεν οἱ δύο ὑποψήφιοι, οἱ ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ τοῦ κόμματος τῶν Χαλασοχώρηδων, τείναντες τὸ οὖς εἰς τὰς διαβολὰς ταύτας, ἀπέσυραν ἀπὸ τοῦ Λάμπρου μέρος τῆς πρὸς αὐτὸν παρεχομένης ἐμπιστοσύνης, καὶ ἔδωκαν τὰ πιστὰ εἰς τὸν κὺρ Μανουῆλον τὸν Στεριωμένον, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἐνεπιστεύθησαν καὶ τὰ ἐκλογικὰ ἔξοδα. Ἦτο δὲ ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος, καλὸς νοικοκύρης, ἐμπορο-παντοπώλης καὶ κτηματίας καὶ σύμβουλος τοῦ Δήμου ἰσόβιος, τόσον ὥστε μίαν φορὰν μόνον, ὅτε ἦλθε δέκατος τέταρτος, ἤτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ὁ ἴσκιος του ἢ ἡ καλή του τύχη «ἐψωμόφαγε»* μετ᾽ ὀλίγας ἑβδομάδας δύο τῶν πρὸ αὐτοῦ πλειονοψηφησάντων, καὶ οὕτως εἰσῆλθεν εἰς τὸ Δημοτικὸν συμβούλιον ὡς ἐνεργὸν μέλος.
Ἦτο δὲ ἄνθρωπος μὲ ἐπιρροήν, διότι ἤξευρε νὰ κάμνῃ «εὐκολίας» εἰς χωρικούς. Μίαν ὀκὰν ἀχύρου ἔδιδε τὸν χειμῶνα ἐκ τῆς προμηθείας του, μίαν ὀκὰν κριθῆς ἐλάμβανε τὸ θέρος ἐκ τοῦ ἁλωνίου. Εἶχεν ὅλας τὰς ἀρετὰς τοῦ μύρμηκος καὶ ὑπερεῖχεν αὐτοῦ κατὰ μίαν, ὅτι ἦτο δανειστής. Μίαν ὀκὰν ἐλαίας ἔδιδε τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστὴν εἰς πτωχὴν χήραν, μίαν ὀκὰν ἔλαιον ἐλάμβανε τὸ φθινόπωρον εἰς τὴν ἀποθήκην, ὅπου εἶχεν ἀραδιασμένας περὶ τὰς δύο δωδεκάδας μεγάλους πίθους κτιστοὺς ἀσβεστωμένους καὶ χωμένους εἰς τὴν γῆν. Περίεργον δὲ ὅτι ἐνῷ τὰ σταθμὰ τοῦ μαγαζείου του ἦσαν ὄχι λιποβαρέστερα ἢ τὰ τῶν ἄλλων παντοπωλῶν, τὰ μέτρα τῆς ἀποθήκης του ἐφημίζοντο ὡς σωστὰ καὶ μάλιστα ὡς πρόσβαρα. Δι᾽ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων, ὡς καὶ διά τινων χρηματικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐδάνειζε τοὺς χωρικούς, «τὸ διάφορο κεφάλι»*, εἶχεν ἀποκτήσει οὐ μικρὰν περιουσίαν, δημοπρατήσας τὰς οἰκίας ἢ τὰς ἀμπέλους τινῶν χωρικῶν, οἵτινες οὐδ᾽ ἔλειψαν ἔκτοτε ἀπὸ πλησίον του, οὔτε ἔχθραν ἢ μνησικακίαν ἐφαίνοντο τρέφοντες πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ τοὐναντίον μάλιστα ἐφαίνοντο ὡς νὰ τοῦ ἦσαν ὑπόχρεοι. Τοῦτο δέ, διότι εἰς τὰ χωρία καὶ εἰς τὰς μικρὰς πόλεις, οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσι κανὲν μέσον πῶς νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν μικρεμπόρων, τῶν μικροκεφαλαιούχων καὶ τῶν δικολάβων.
Αὐτοὶ οἱ τύραννοί των εἶναι καὶ οἱ προστάται των. Ὁ ἴδιος ὅστις ἐπώλησε χθὲς τὸν βοῦν ἢ τὸν ἀγρὸν τοῦ δεῖνος γεωργοῦ, ὁ ἴδιος θὰ δανείσῃ αὔριον τὸν αὐτὸν γεωργὸν ἢ θὰ τὸν πιστώσῃ, ἐπιφυλαττόμενος μετ᾽ οὐ πολὺ νὰ τοῦ πωλήσῃ τὴν οἰκίαν ἢ τὴν ἄμπελον. Καὶ μετά τινα χρόνον, ὅτε δὲν θὰ ἔχῃ πλέον οὔτε ἀγρόν, οὔτε βοῦν οὔτε ἄμπελον οὔτε οἰκίαν, αὐτὸς πάλιν ὁ τύραννος, αὐτὸς ὁ προστάτης, θὰ τὸν μισθώσῃ ὅπως καλλιεργῇ ἀντὶ εὐτελοῦς ἀμοιβῆς τὸν κατεσχημένον, τὸν πρῴην ἰδικόν του ἀγρὸν ἢ τὴν ἄμπελον. Καὶ οὕτω ἀληθεύει κοινή τις παροιμία λεγομένη περὶ τῆς λάσπης, εἰς τὴν ὁποίαν, ὅσον προσπαθεῖ ν᾽ ἀπαλλαγῇ τις, τόσον βαθύτερα χώνεται, ἢ περὶ τῆς ψώρας, ἥτις ὅσον μοχθεῖ νὰ τὴν ἐξαλείψῃ τις, τόσον πληθύνεται. Τὸ αὐτὸ καὶ χειρότερον συμβαίνει, ἂν ὁ χωρικὸς ἐδοκίμαζεν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ὁδοῦ, ν᾽ ἀπαλλαχθῇ τοῦ πρώτου καλοθελητοῦ, ὠρφανευμένος ἀπὸ τὸν βοῦν καὶ τὸν ἀγρόν, σώζων τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἄμπελον. Θ᾽ ἀντικαθίστα ἁπλῶς τὸν καλοθελητήν, θὰ ἤλλαζε προστάτην καὶ τύραννον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐγλύτωνεν οὔτε τὴν ἄμπελον οὔτε τὴν οἰκίαν. Ὁ νέος καλοθελητὴς θὰ ἐφήρμοζεν ἁπλῶς τὸ αὐτὸ σύστημα, μὲ τὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον διαφοράν, πρὸς ζημίαν τοῦ χωρικοῦ, ὅτι θὰ ᾐσθάνετο ὀλιγώτερον πρὸς αὐτὸν οἶκτον. Τρίτος τρόπος θὰ ἦτο νὰ καταφύγῃ ἐγκαίρως ὁ χωρικὸς πρὸς τὸν δικολάβον. Ἀλλ᾽ ὁ δικολάβος εἶναι τὸ χείριστον κακόν. Θὰ ἐδίδασκε τὸν χωρικὸν τὴν στρεψοδικίαν καὶ τὸ ψεῦδος, θὰ τὸν ἔπειθε νὰ ψευδορκήσῃ, θὰ τοῦ μετέδιδε τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς δικομανίας καὶ τῆς φυγοπονίας, καὶ θὰ τοῦ ἔτρωγεν ἐπίσης τὸν βοῦν, τὸν ἀγρὸν ἢ τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἄμπελον.
Εἰς τοῦτον λοιπὸν τὸν κὺρ Μανουῆλον τὸν Στεριωμένον εἶχαν δώσει πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ὁ Ἀλικιάδης καὶ ὁ Καψιμαΐδης, παραγκωνίσαντες τὸν Λάμπρον Βατούλαν, ὅστις, πλὴν τοῦ πλεονεκτήματος τῶν πλησίον τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου ἐκδουλεύσεών του, ἐζήτησε νὰ παρηγορηθῇ κατ᾽ ἄλλον τρόπον καὶ ἐκ τοῦ μέρους τούτου. Τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, παρουσιαζόμενος κάθε τέταρτον, κάθε εἴκοσι λεπτὰ εἰς τὸ πρακτορεῖον, εἰσερχόμενος, ἐξερχόμενος, δρομαῖος, πολύφροντις, σπογγίζων ἐπὶ τοῦ μετώπου τὸν ἱδρῶτα μὲ λευκὸν λινομέταξον μανδήλιον, εἰσέβαλλεν ὀπίσω ἀπὸ τὰ κάγκελα, διέκοπτεν ἀποτόμως πᾶσαν συνεννόησιν ἢ διαπραγμάτευσιν τοῦ Στεριωμένου μετὰ ψηφοφόρων ἢ ψηφοθηρῶν, ἔκυπτεν εἰς τὸ οὖς του, τοῦ ὡμίλει, καὶ εἰς ἀπάντησιν ὁ κὺρ Μανουῆλος, πότε μορφάζων, πότε στενάζων, πάντοτε σκυθρωπός, τοῦ ἔθετεν εἰς τὴν παλάμην, ἄλλοτε ἕν, ἄλλοτε δύο δεκάρικα, δύο ἢ τρία φυσέκια χαλκίνων κερμάτων, καὶ ὁ Λάμπρος ἐπὶ ἀτμοῦ ἀμέσως ἔφευγεν, ἐτρέπετο δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ πρὸς τὸν δρόμον τῆς συνοικίας, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν μετὰ εἴκοσι λεπτὰ ἢ μετὰ ἡμίσειαν ὥραν.
Ἰδοὺ τί συνέβαινεν. Ὁ Λάμπρος τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶχε βάλει εἰς πρᾶξιν τὴν μέθοδον «τῶν κρυφῶν ἐκλογέων». Διηγεῖτο ἑκάστοτε εἰς τὸν κὺρ Μανουῆλον τὸν Στεριωμένον ὅτι εἶχε δύο ἐκλογεῖς, δύο σίγουρους ψήφους, κρυφούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς νοικοκυραῖοι ἄνθρωποι, βλέπεις, πτωχοὶ καὶ ὑπερήφανοι, ἐσυστέλλοντο νὰ παρουσιασθῶσι φανερὰ εἰς τὸ «πρακτορεῖον», διὰ νὰ πάρουν λεπτά. Ὁ κὺρ Μανουῆλος προσεποιεῖτο ὅτι τὸν ἐπίστευε, δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀρνηθῇ ἀπολύτως τὴν πληρωμήν, καθόσον δὲν εἶχεν ὁδηγίας νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ ἀπὸ τὸν Ἀλικιάδην καὶ ἀπὸ τὸν Καψιμαΐδην.
Ἐφρόντιζε μόνον ὡς καλὸς διαχειριστὴς καὶ ὡς καλύτερος ἔμπορος «νὰ κόφτῃ» κάτι τι ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Λάμπρου. Ἐὰν ἐκεῖνος ἐζήτει εἰκοσιπεντάρικον, ὁ κὺρ Μανουῆλος ἔδιδεν ἓν δεκάρικον καὶ δύο φυσέκια τῶν τεσσάρων δραχμῶν, ἐὰν τοῦ ἐζήτει δύο δεκάρικα, ἔδιδε δύο πεντάρικα καὶ ἓν φυσέκιον μ᾽ ἑξῆντα πεντάρες. Ὁ Λάμπρος ἐγόγγυζεν ἑκάστοτε λέγων ὅτι «δὲν θὰ ταιριαστοῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τόσα», ὁ δὲ Μανουῆλος ἐμορμύριζεν ἐν σπουδῇ: «Κοίταξε νὰ τοὺς καταφέρῃς, δὲν ἔχουμε πολλὰ λεπτά». Καὶ ὁ Βατούλας ἐλάμβανε τὰ χρήματα κ᾽ ἐκινεῖτο νὰ ἐξέλθῃ.
Ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος τὸν ἐκράτει τότε καὶ ἀπῄτει νὰ τοῦ εἴπῃ τοὐλάχιστον τὰ ὀνόματα τῶν «κρυφῶν ἐκλογέων», διὰ νὰ τὰ σημειώσῃ εἰς τὸ κατάστιχον, ἀλλ᾽ ὁ Λάμπρος διεμαρτύρετο μὲ τόνους αἰσθηματικούς, πρόθυμος νὰ κοκκινίσῃ αὐτὸς διὰ νὰ παράσχῃ δεῖγμα τοῦ πῶς θὰ ἐκοκκίνιζαν οἱ πελάται του, κ᾽ ἔλεγε: «Δὲν κάνει νὰ ἐκθέσουμε τοὺς ἀνθρώπους· τότε, καλύτερα νὰ λείπῃ!» Κ᾽ ἐνῷ αἱ χεῖρες, αἱ κρατοῦσαι τὰ χαρτονομίσματα καὶ τὰς δεσμίδας τῶν κερμάτων ἐτείνοντο μακραὶ πρὸς στιγμὴν ὡς διὰ νὰ ἐπιστρέψωσι τὰ χρήματα εἰς τὸ γραφεῖον, τοῦ κὺρ Μανουήλου μὲ βλέμμα ἐναγωνίου προσδοκίας παρακολουθοῦντος τὴν κίνησιν, αἴφνης αἱ χεῖρες αὗται ἐχώνοντο βραχεῖαι εἰς τὰ θυλάκια τῆς ἰδίας περισκελίδος του, ἀποθέτουσαι τὰ χρήματα ἐκεῖ.
Τὸ πρακτορεῖον τοῦ ἄλλου κόμματος ἔκειτο ἐπίσης οὐχὶ μακρὰν τοῦ σχολείου, ἀλλ᾽ ὄπισθεν, εἰς ὀλιγώτερον κεντρικὸν μέρος, καὶ ἡ θύρα του δὲν ἀντίκρυζε τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς. Ὅθεν ἐπειδὴ ἦτο δύσκολον ἀπ᾽ αὐτοῦ τοῦ πρακτορείου νὰ ἐπιτηρῶσι τοὺς ψηφοφόρους, ὅσοι ἐξερχόμενοι μετέβαινον εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς ἵνα ψηφοφορήσωσιν, ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος ἔνευε συνήθως εἰς δύο ἢ τρεῖς τῶν στενωτέρων φίλων νὰ τοὺς συνοδεύωσιν, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος τοὺς προέπεμπεν εἰς τὰς κάλπας. Ἦτο δὲ λεπτὸν καὶ ἀκανθῶδες τὸ πρᾶγμα. Ὁ συνοδεύων ὤφειλε νὰ μὴ δεικνύῃ ὅτι συνοδεύει. Ὤφειλε νὰ τοὺς ἐμβιβάζῃ μὲ τρόπον εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, χωρὶς νὰ κάμνῃ ἐπίδειξιν ὅτι αὐτὸς τάχα τοὺς ὡδήγησε καὶ τοὺς παρέπεμψεν ὅπως ψηφοφορήσωσιν. Οἱ ἐντροπαλώτεροι τῶν ἐκλογέων, σχεδὸν ὅλοι, μὲ ὅλην τὴν μέθην ἣν εἶχόν τινες αὐτῶν, ἐστενοχωροῦντο καὶ διεμαρτύροντο λέγοντες ὅτι «τί, πρόβατα εἴμαστε νὰ μᾶς πᾶν ἔτσι;». Ἐν τοσούτῳ ἐνομίζετο ἐπάναγκες νὰ τοὺς ἐπιτηρῶσιν. Οἱ πονηρότεροι τῶν ψηφοφόρων, μὴ ἀπαξιοῦντες νὰ λάβωσι «βαμβακόσπορο»* καὶ ἀπὸ τὰ δύο κόμματα, ἔβαινον μετὰ τῆς ὑστεροβουλίας, ὅπως ἐπισκεφθῶσι καὶ τὸ ἄλλο πρακτορεῖον, τὸ ὁποῖον ἔκειτο κατέμπροσθεν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος. Τινὲς δέ, καὶ ἂν δὲν τὸ ἐπεθύμουν χάριν τοῦ διπλοῦ χορηγήματος, ἀλλ᾽ ἐφοβοῦντο τὰ μίση καὶ τοὺς κατατρεγμούς, καὶ δὲν ἤθελον νά ἐκτεθῶσι καὶ ἀπέναντι τοῦ κόμματος τῶν Χαλασοχώρηδων. Ὀλίγοι μόνον ἐκλογεῖς ἐφόρουν φανερὰ τὸ σημεῖον τοῦ κόμματος, ἄσπρην κορδέλαν ὡς Χαλασοχώρηδες, ἢ κοκκίνην ὡς Ἀνδρογυνοχωρίστρες. Πολλοὶ δέ, ἂν καὶ ἐβιάζοντο ὑπὸ τῶν κομματαρχῶν τῶν δύο μερίδων νὰ φορέσωσιν εἰς ἀπόκεντρον μέρος τὸ λευκὸν ἢ ἐρυθρὸν σῆμα, εὐθὺς ὡς ἐπρόβαλλαν εἰς τὴν ἀγοράν, τὸ ἀπέσπων ἀπὸ τῆς κομβιοδόχης των καὶ τὸ ἔκρυπταν εἰς τὸ θυλάκιον.
Ὁ βαμβακόσπορος τὸν ὁποῖον ἔδιδαν τὰ δύο κόμματα εἰς τοὺς ψηφοφόρους ἀνεβοκατέβαινεν, ἀπὸ δύο φυσέκια ἕως τέσσαρα καὶ πέντε, ἢ ἀπὸ μίαν σιχνάτσα* ἕως τρεῖς καὶ τέσσαρας. Εἶχαν φέρει ἐπὶ κραβάτου καὶ τὸν γερο-Κώσταν τὸν Γιούλαρην, δυστυχῆ παραλυτικόν, ἵνα ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τῶν Χαλασοχώρηδων.
Ἀλλοκότως δὲ πένθιμον ἦτο τὸ θέαμα τοῦ ταλαιπώρου πρεσβύτου, βασταζομένου ἐπὶ φορείου, ὑπὸ τριῶν ρωμαλέων ἀνδρῶν, εἰσκομιζομένου εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, περιαγομένου ἔμπροσθεν τῶν καλπῶν, μετὰ κόπου κινοῦντος τὸν βραχίονα καὶ ρίπτοντος εἰς τὸ «σκασμένον» στόμιον τὰ σφαιρίδια. Εἶχαν φέρει ἀπὸ τὰ Καλύβια καὶ τὸν μπαρμπα-Γιώργην τὸν Ξοπούλην, ἄγροικον, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε καταβῆ εἰκοσάκις εἰς τὴν πόλιν, καὶ τοῦτο μόνον ἐν καιρῷ ἐκλογῶν. Τοῦ εἶχαν τάξει ζεῦγος τσαρουχίων καὶ μίαν τραγόκαπαν, καὶ οὕτως ἐπείσθη νὰ ἔλθῃ. Κατῆλθε περὶ μεσημβρίαν μὲ ὅλον τὸ αἰπόλιόν του, μὴ ἐμπιστευόμενος νὰ τὸ ἀφήσῃ πρὸς ὥραν εἰς τὴν φροντίδα ἄλλου βοσκοῦ. Ἔφερε τὰς αἶγάς του ἕως εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Σχολείου, εἰσήχθη εἰς τὸ πρακτορεῖον τῶν Χαλασοχώρηδων, εἶτα εὐθὺς μετέβη εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, κρατῶν καὶ τὴν πήραν του ἀνηρτημένην ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην, μόλις πεισθεὶς ν᾽ ἀφήσῃ τὴν μαγκούραν του ἔξω τῆς θύρας. Εἰσῆλθεν, ἐχαιρέτισε τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τοὺς παρεστῶτας εἰπὼν «Γειά σας!», ἐψηφοφόρησεν, ἐξῆλθεν ἀμέσως, καὶ συρίξας συνήγαγε τὸ αἰπόλιόν του, καὶ ἀπῆλθεν ἐν βοῇ καὶ κωδωνισμῷ.
Οἱ Ἀνδρογυνοχωρίστρες ἔδωκαν ἀντὶ χαρτονομίσματος ἐξώφυλλα σιγαροχάρτου ἐπίχρυσα καὶ κυανίζοντα εἰς τὸν Γιάννην τὸν Ψειροκόνιδαν, βλάκα ἐκ γενετῆς, ὃν ἀπὸ ἑβδομάδος δὲν ἔπαυσαν ἐμπράκτως νὰ διδάσκωσιν, ὅπως μάθῃ νὰ διακρίνῃ τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν τῆς κάλπης, ἀποστηθίσῃ δὲ καὶ τῶν ὑποψηφίων τὰ ὀνόματα. Ἔδωκαν προσέτι τρία παλαιὰ σβάντζικα* αὐστριακὰ εἰς τὸν μαστρο-Δημητρὸν τὸν Λογαριασμόν, ὅστις δὲν εἶχε μάθει ν᾽ ἀναγνωρίζῃ ἄλλο νόμισμα, ὅπως ψηφοφορήσῃ ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν των. Εἶχε προσαχθῆ τὸ πρωί, φορῶν τὴν κοκκίνην σκούφιαν του, ἀποκαὴς* ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἑσπερινὴν κραιπάλην, καὶ δὲν ἐχρειάσθη περισσότερον ἀπὸ δύο μαστίχας διὰ νὰ μεθύσῃ ἐντελῶς. Τὸν εἶχε προσαγάγει, μέγαν ἐπιδεικνύων ζῆλον, ὡς νεοφώτιστος, ὑπὲρ τοῦ κόμματος, ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος, καὶ ὁδηγῶν αὐτὸν τὸν ἐπαρουσίασεν εἰς τὸν Μανώλην. Δὲν ἐτύχομεν εὐκαιρίας νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ δύο ἐμπιστευμένοι φίλοι, ὁ Κωνσταντὴς ὁ Καλόβολος καὶ ὁ Γιάννης τῆς Χρυσάφους, τὰ εἶχαν γυρίσει ἐν τῷ μεταξὺ ἀμφότεροι. Τώρα ὁ Γιάννης ἦτο ὑπὲρ τῶν Χαλασοχώρηδων, διότι εἶχεν εὕρει ἐκεῖ, φαίνεται, τὸ συμφέρον του, ὁ δὲ Κωνσταντὴς εἶχε μεταστῆ πρὸς τὶς Ἀνδρογυνοχωρίστρες ἁπλῶς διότι τὰ εἶχε γυρίσει ὁ Γιάννης. Οὕτω καθίστατο προβληματικὸν τοῦ λοιποῦ καὶ τὸ σπουδαῖον στοίχημα, τὸ ὁποῖον τοὺς ἠνάγκασε νὰ στοιχηματίσωσιν ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, καθ᾽ ἃ ἱστορήσαμεν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῆς παρούσης πραγματείας.
Περὶ τὴν μεσημβρίαν δὲ ἦλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ὁ Μόσκοβος, παλαιὸς ναυτικός, μικρόσωμος, ταχέως καὶ δυσκρινῶς ὁμιλῶν, ψημένος ἀπὸ τὴν θαλασσίαν ἅλμην, μελαψοκοκκινισμένος ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρρόφαια μαλλία περὶ τοὺς κροτάφους καὶ δύο στοιβὰς χονδρῶν καὶ ἀκανθωδῶν τριχῶν περὶ τὰς γνάθους. Ἐξελθόντα τοῦ πρακτορείου, ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος ἔκαμεν ἀπόπειραν νὰ τὸν συνοδεύσῃ μέχρι τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, προσπαθῶν ν᾽ ἀρχίσῃ μετ᾽ αὐτοῦ ὁμιλίαν ἐπὶ τετριμμένου θέματος.
―Ἔ! πῶς τὰ βλέπεις τὰ πράματα, μπαρμπα-Στεφανή;
― Πῶς θέλεις νὰ τὰ βλέπω; ἐμορμύρισε δυσφορῶν ὁ παλαιὸς θαλασσινός.
― Ἀπ᾽ τὸ ἄλλο κόμμα σκύλιασαν… Δὲν εἶδες τί πηλάλα τὴν ἔχουν;…
― Ἂς πὰ νὰ σκυλιάσουν ὅλοι, ἔγρυξεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής.
―Ἐγὼ λέω, θὰ τοὺς ρίξουμε κάτω, ἐπανέλαβε, κατὰ βῆμα παρακολουθῶν αὐτὸν βαδίζοντα ὁ Μανώλης.
Αἴφνης στραφεὶς πρὸς αὐτὸν ὁ μπαρμπα-Στεφανής:
― Γιά νὰ σοῦ πῶ, κὺρ Μανώλη, τοῦ εἶπε μὲ τὴν ραγδαίαν καὶ ὄχι πολὺ καθαρεύουσαν προφοράν του· μὴ θαρρῇς πὼς εἶμαι βολικὸ πρᾶμα γιὰ νὰ μὲ μπαρκάρῃς ἐσὺ στὸ σκολειὸ μέσα;… Ἐμένα εὔκολα δὲ μὲ τσουρμάρεις… οἱ ἀθρῶποι δὲν εἶναι μπαοῦλα γιὰ νὰ τοὺς μπατάρετε* σεῖς ὅπως θέλετε, μπάτει* ἀπὸ δῶ, μπάτει ἀπὸ κεῖ… μὴ σᾶς χρειάζεται ἀκόμα καὶ κανένας κάβος, καμμιὰ γούμενα* γιὰ νὰ μᾶς δέσετε, μὴ-μπὰς καὶ σᾶς σκαπουλάρουμε;… τίποτες ἀμπάσες μοῦδες* μὴ θέλετε γιὰ νὰ μᾶς ἀρμενίζετε πρύμα; Καλούμα* ἀπὸ δῶ, ὄρτσα* ἀπὸ κεῖ, φούντα* ἐκεῖ! Ἐμένα, γιὰ νὰ σοῦ πῶ, εὔκολα-εὔκολα δὲν μπορεῖς νὰ μὲ σκαντζάρῃς* μὲ τὸ μυαλὸ τὸ δικό σου. Ἴσα* τρίγκο*, ἴσα παρουκέτο*, μάινα* μπαμπαφίγκο*! Γιὰ καμμιὰ τσομπανοφλοέρα, μ᾽ ἐπῆρες καὶ μοῦ κόλλησες στὰ νερά*, σὰν νὰ σοῦ κατέβηκε νὰ σὲ τραβήξω γιουντέκι* ἢ ν᾽ ἀρμενίσουμε κουσέρβα*; Ἀβάρα*! Σία*! Ἀνοιχτά*!
Ὁ Μανώλης δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ γελάσῃ, κ᾽ ἔσπευσε ν᾽ ἀπαλλάξῃ τὸν μπαρμπα-Στεφανὴ τῆς φορτικῆς συνοδίας του.
Ι´
Ἦτο δειλινὸν ἤδη, καὶ τὸ πολὺ τῶν ἐπιδημούντων ἐκλογέων εἶχε ψηφοφορήσει ἀπὸ πρωίας ἀγεληδόν. Εἰς τὸν μέγαν κῆπον τοῦ κὺρ Χαράλαμπου τοῦ Νιανιοῦ, παρὰ τὴν κεντρικὴν στέρναν καὶ τὸ μαγγανοπήγαδον, ὑπὸ τρία μὲ συμπεπλεγμένους τοὺς κλώνους μεγάλα δένδρα, βερυκοκιὰν καὶ συκῆν καὶ ἀπιδέαν, εἶχον στρωθῆ ἀπὸ τῆς μεσημβρίας ὁ Γιαννιὸς ὁ Κάβουρας, ὁ Δημήτρης ὁ Ζάβαλος, ὁ μπαρμπα-Γιώργης ὁ Ἀπίκρατος, ὁ γερο-Λευθέρης ὁ Κουσερὴς καὶ ὁ Κώστας ὁ Ἀγγουροκομμένος. Καίτοι διαφόρων ἡλικιῶν κ᾽ ἐπαγγελμάτων, ἦσαν καὶ οἱ πέντε μερακλῆδες, καὶ τὸ εἶχαν στρώσει ἐκεῖ, οὐδ᾽ εἶχαν σκοπὸν νὰ ὑπάγουν νὰ ψηφοφορήσωσιν. Ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν τοὺς ὅρους των καὶ εἰς τὰ δύο διαμαχόμενα μέρη. Ὁ κῆπος ἦτο ὡς ἀδέσποτος τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἡ δὲ γραῖα Νιανίτσα, ἡ σύζυγος τοῦ ἰδιοκτήτου, περιφερομένη ἀπὸ αὐλακιᾶς εἰς αὐλακιάν, μύωψ οὖσα, ἔκοπτε κολόκυνθον ἀντὶ σικυοῦ καὶ μελιτζάναν ἀντὶ ντομάτας. Ὁ κηπουρός, ὁ μπαρμπα-Νικόλας ὁ Χλώρης, ἀπὸ τεσσαρακονταετίας δὲν εἶχε παύσει νὰ καλλιεργῇ τὸν κῆπον, ἀλλ᾽ ἐνῷ ὅλον τὸν ἄλλον καιρὸν τὰ εἶχε καλὰ μὲ τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν κὺρ Χαράλαμπον, εἰς τὰς παραμονὰς πάσης ἐκλογῆς ἐμάλωναν κ᾽ ἐγίνοντο ἀπὸ δυὸ χωριά. Εἰς τὰ πολιτικὰ ὁ κὺρ Χαράλαμπος ἐχώνετο ἕως τὶς μασχάλες, ὁ μπαρμπα-Νικόλας ἕως τὸν λαιμόν. Ἀλλ᾽ ἀπὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν δὲν συνέπεσε ποτὲ νὰ εἶναι οἱ δύο μὲ τὸ αὐτὸ κόμμα. Περὶ τοῦ κὺρ Χαράλαμπου ὑπῆρχε παλαιὸν δημῶδες δίστιχον τὸ ἑξῆς:
Σκόρδα, πράσα καὶ ρεπάνια καὶ ἀκόμα κάτι τι, ὁ Νιανιὸς θὰ θυσιάσῃ γιὰ νὰ βγάλῃ βουλευτή.
Εἰς τὰς παραμονὰς δὲ ἑκάστης ἐκλογῆς, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης ἠρώτα ἁπλῶς τὸν μπαρμπα-Νικόλαν, ἂν τὴν φορὰν ταύτην θὰ εἶναι μὲ τὸ αὐτὸ κόμμα, ὁ γέρων κηπουρὸς ἐφουρκίζετο τόσον, ὥστε ἄφηνε τὸν κῆπον ἔρημον καὶ ἔφευγεν, ἑωσοῦ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπήρχετο ἡ συνδιαλλαγὴ καὶ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸν κῆπον. Δὶς ἢ τρὶς ὁ κὺρ Χαράλαμπος εἶχεν ἀποπειραθῆ ν᾽ ἀντικαταστήσῃ τὸν κηπουρόν, ἀλλὰ μόνον διὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ ὅτι οὔτε αὐτὸς καὶ ὁ κῆπός του ἠμποροῦσαν νὰ κάμουν χωρὶς τὸν μπαρμπα-Νικολὸν οὔτε οὗτος χωρὶς τὸν κὺρ Χαράλαμπον καὶ τὸν κῆπόν του.
Τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην κατάστασιν ἐπωφελούμενοι οἱ πέντε ἐγκαρδιακοὶ φίλοι ἔκοπτον μόνοι των, χωρὶς νὰ κρατῶσι λογαριασμόν, ὅσα ἀγγούρια ἤθελαν, εἶχαν δὲ ἀδειάσει ἤδη ὁλόκληρον δαμιτζάναν τοῦ ἀντικρινοῦ καπηλείου, ὡς μόνον πρόγευμα ἔχοντες χλωρὲς πιπεριὲς καὶ τομάτες μὲ ἅλας. Μικρὸν μετὰ τὴν μεσημβρίαν ἔφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι μὲ χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο καὶ κοιλίτσες καὶ καρδιές, μετὰ παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἀπεδείχθη ὅτι καλῶς εἶχε προβλέψει ὁ κάπηλος, φροντίσας νὰ γεμίσῃ ἐκ νέου τὴν κενωθεῖσαν δαμιτζάναν. Ὁ γερο-Λευθέρης ὁ Κουσερὴς ἦτο ἐν εὐθυμίᾳ, καὶ μετὰ μικρὸν ἤρχισε νὰ τραγουδῇ τὰ οἰκεῖα αὐτῷ παλαιὰ μερακλίδικα τραγούδια.
Ἀπ᾽ τὰ πολλά μου βάσανα κι ἀπ᾽ τὰ πολλά μου πάθη, σ᾽ ἕνα δενδρὶ ἀκούμβησα, κι ἐκεῖνο ἐμαράθη.
καὶ πάλιν·
Ὅλοι κακὸ μοῦ θέλουνε, οἱ πέτρες καὶ τὰ ξύλα, σὰν ἀκουμβήσω σὲ δενδρὶ μαραίνονται τὰ φύλλα.
Οἱ ἄλλοι συνωμίλουν μὲ σχήματα καὶ μεταφοράς, ὅπως συνήθιζαν, μὲ κολοβὰς φράσεις, μὲ ἀτελεῖς προτάσεις. Ἐν τῇ συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ὀλίγαι τινὲς οἱονεὶ συνθηματικαὶ λέξεις, ὑπὸ ἐκφραστικῶν χειρονομιῶν συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι, καὶ πάντοτε αἱ αὐταί.
― Ψιλούρα*, ἔ, Γιαννιό;
― Βαμβακόσπορον* ἂν ἀγαπᾶτε.
― Χωρὶς πεκούνια* δὲν κάνουμε τίποτε.
― Ἂς φέξῃ*!
― Χρειάζεται καὶ λιγάκι βοτάνι*.
― Τραβοῦμε, τραβοῦμε σφλόμο, μὰ λιανὰ* τίποτα.
― Τί λὲς καὶ σύ, Ἄγγουρε;… ποὺ νὰ †ρεμάσῃ† τὸ κεφάλι σου!
― Χωρὶς ρηγάλα* δὲν κάνουμε τίποτα.
― Θέλουμε καὶ τὸ προικιό.
― Τὸ τράχωμα*, ποὺ λένε.
―Ἡμεῖς καλαμαράδες δὲν εἴμαστε, νὰ παίρνουμε λουφέ… Κανένα μεγάλο συφέρο δὲν ἔχουμε. Ἂς βγάλουν τὶς μαῦρες…
― Μὴ μπὰς καὶ θὰ μὲ διορίσῃ ἐμένα σὲ θέση, ὁ Καψιμαΐδης, πῶς τὸν λένε, κι ὁ Ἀλικιάδης τους;
―Ἢ ὁ Ἀβαρίδης κι ὁ Γεροντιάδης;
Ἕως ἐδῶ ἦτο ἡ συνομιλία τῶν πέντε ἐγκαρδιακῶν φίλων, ὅταν εἰσῆλθε, διὰ τρίτην φορὰν ἤδη, ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος. Ἐχαιρέτισε τὴν παρέαν, ἐστάθη ὀλίγον παράμερα, ὑπὸ τὴν σκιὰν δένδρου, καὶ καλέσας διὰ νευμάτων τὸν μπαρμπα-Γιώργην τὸν Ἀπίκρατον καὶ τὸν Γιαννιὸν τὸν Κάβουραν, ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ διὰ μακρῶν, ζωηρῶς καὶ μὲ πολλὰς χειρονομίας, πρὸς αὐτούς. Ἐκεῖνοι ἐπανειλημμένως ἀνένευον. Ὁ Μανώλης ἔσεισε τὴν κεφαλήν, καὶ ἀπεμακρύνθη βραδέως, ὑποσχόμενος ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ.
Μόλις εἶχεν ἐξέλθει οὗτος, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας. Ἐκάλεσε καὶ οὗτος τὸν μπαρμπα-Γιώργην τὸν Ἀπίκρατον καὶ τὸν Δημήτρην τὸν Ζάβαλον, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς ὁμιλῇ. Ἀλλὰ μετὰ πολλὰς προσπαθείας ἀπῆλθεν ἄπρακτος.
Ὁ μπαρμπα-Γιώργης ἐπανελθὼν πρὸς τοὺς ἰδικούς του, ἀνεκοίνωσεν αὐτοῖς τὰς προτάσεις ἀμφοτέρων τῶν ψηφοκαπήλων. Ἐκεῖνοι ἐπεδοκίμασαν τὴν ἀπάντησιν, ἣν εἶχε δώσει ὁ γερο-Ἀπίκρατος.
―Ὅ,τ᾽ κάμ᾽ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλὰ καμωμένα, εἶπε καὶ ὁ Κώστας ὁ Ἄγγουρος.
Ὅσον διὰ τὸν γερο-Λευθέρην τὸν Κουσερήν, οὗτος δὲν ἔπαυσε νὰ τραγουδῇ τὰ παλαιὰ μερακλίδικα τραγούδια του.
Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἡ πεντακέφαλος εὔθυμος παρέα ἐπείθετο νὰ ψηφοφορήσῃ μονοκούκκι ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς κόμματος ἢ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀντὶ προκαταβολῆς 210 δραχμῶν εἰς μετρητά, ἑνὸς γιουβετσίου, δύο γαλονίων οἴνου κ᾽ ἑνὸς παγουρίου ρακῆς, ὡς καὶ ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διὰ τὸν Κώσταν τὸν Ἄγγουρον, ὅστις εἶχε λυώσει πολλὰ ζευγάρια τσαρούχια νὰ τρέχῃ πότε γιὰ τὸν ἕνα, πότε γιὰ τὸν ἄλλον, καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος.
Τὰς 210 ταύτας δραχμὰς θὰ διεμοιράζοντο ὡς ἑξῆς: Θὰ ἐλάμβανον ἀνὰ 50 δραχμὰς οἱ τέσσαρες, καὶ θὰ ἔδιδαν τὰς λοιπὰς δέκα ὡς καὶ τὰ τσαρούχια εἰς τὸν Κώσταν τὸν Ἄγγουρον. «Τόσα ἄξιζε, δὲν ἄξιζε παραπάνω», ἐβεβαίου ὁ μπαρμπα-Γιώργης.
Τὴν ἀπαίτησιν ταύτην διεβίβασεν ἀπὸ τῆς πρωίας ὁ γερο-Ἀπίκρατος καὶ εἰς τὰ δύο κόμματα. Κατόπιν ὅμως, μέχρι τῆς μεσημβρίας, μετὰ πολλὰς διαπραγματεύσεις, εἶχαν καταβῆ εἰς δραχμὰς 170 μετρητάς, ἓν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οἴνου, καὶ ζεῦγος τσαρουχίων διὰ τὸν Ἄγγουρον, παραιτηθέντες τοῦ παγουρίου τῆς ρακῆς.
Βραδύτερον περὶ τὴν δείλην, κατέβησαν ἀκόμη εἰς δραχμὰς 150 καὶ ζεῦγος τσαρουχίων παραιτηθέντες τοῦ γιουβετσίου καὶ τοῦ οἴνου. Θὰ ἐλάμβανον ἀνὰ 35 δραχμὰς οἱ τέσσαρες, καὶ δέκα δραχμὰς πάντοτε ὁ Κώστας ὁ Ἀγγουροκομμένος, πλέον τοῦ ζεύγους τῶν τσαρουχίων.
Ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Κώστα, οἱ τέσσαρες ἑταῖροι ἐφυλάττοντο καλῶς ν᾽ ἀναφέρωσι τὸ ποσόν.
Οὗτος, καμαρώνων ἤδη νοερῶς τὰ καινουργῆ τσαρούχια, ὑπέθετεν ὅτι ἐζήτουν ἁπλῶς δύο εἰκοσιπεντάδραχμα, ὅπως πεισθῶσι νὰ δώσωσι ψῆφον.
Ἑκατὸν δέκα δραχμὰς τοὺς εἶχε προτείνει ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ἑκατὸν εἴκοσιν ὁ Λάμπρος Βατούλας. Ἀλλὰ δὲν ἐνόουν νὰ καταβοῦν παρακάτω ἀπὸ τὰς 150.
Ἐν τούτοις ἡ ὥρα παρήρχετο, ἦτο ἤδη ὀψία δείλη. Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν.
Ἀπὸ μιᾶς ὥρας δὲν εἶχε παρουσιασθῆ εἰς τὴν θύραν τοῦ περιβόλου κανεὶς ἀπεσταλμένος οὔτε τοῦ ἑνὸς οὔτε τοῦ ἄλλου κόμματος. Οἱονεὶ διὰ σιωπηλῆς συμφωνίας τοὺς ἄφησαν νὰ παραδοθῶσι διὰ τῆς ὀλιγωρίας καὶ δι᾽ ἀναγκαστικῆς ἀπραξίας.
Τέλος, περὶ ἕκτην ὥραν, ὅταν ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν, ἐφάνη εἰσελθὼν καὶ βαίνων δρομαίως πρὸς τὴν στέρναν, ἐγγὺς τῆς ὁποίας τὸ εἶχαν στρωμένον οἱ πέντε φίλοι, ἐξ ὧν ὁ γερο-Λευθέρης ὁ Κουσερὴς καὶ ὁ Κώστας ὁ Ἄγγουρος εἶχαν ἀποκοιμηθῆ ἐπὶ τῆς παχείας φυλλάδος, ἥτις τοὺς εἶχε χρησιμεύσει ὡς τάπης καὶ ὡς τράπεζα, ἐνῷ οἱ λοιποὶ τρεῖς ἠσχολοῦντο περιτρώγοντες τὰ τελευταῖα λείψανα τοῦ συμποσίου καὶ παρηγορούμενοι διὰ τῆς φλάσκας, τῆς ἑπτάκις γεμισθείσης ἤδη ἀπὸ τῆς δαμιτζάνας τοῦ γείτονος καπήλου, ἐφάνη, λέγω, βαίνων πρὸς τὴν στέρναν, ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος, αὐτοπροσώπως.
Φαίνεται ὅτι, μετὰ τὰς πολλὰς ἀνωφελεῖς ἀποπείρας, τὰς γενομένας διὰ τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα, ἠθέλησεν ὁ ἴδιος νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τοὺς πέντε συνωμότας. Ἐπλησίασεν. Ὁ μπαρμπα-Γιώργης ὁ Ἀπίκρατος καὶ ὁ Δημήτρης ὁ Ζάβαλος ἐσηκώθησαν καὶ μετέβησαν ὄπισθεν τοῦ μαγγανοπηγάδου, ὅπου τοὺς ἔνευσε νὰ τὸν ἀκολουθήσωσι.
Κατόπιν τούτων, ἀπρόσκλητος, ἠκολούθησε καὶ ὁ Γιαννιὸς ὁ Κάβουρας. Ὅσον διὰ τὸν γερο-Κουσερὴν καὶ τὸν Ἄγγουρον, οὗτοι ἐξηκολούθησαν νὰ κοιμῶνται πλησίον ἀλλήλων, ἐναμίλλως ρέγχοντες.
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα βημάτων ἀπόστασιν, ἔξω τοῦ κήπου, ὄπισθεν τῆς λιθίνης αἱμασιᾶς καὶ τοῦ ἐπιστέφοντος αὐτὴν ἀπὸ τρικοκκιὲς φράκτου, ἐφάνη προκύψασα ἡ κεφαλὴ τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου.
Ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος ὡμίλει ταπεινῇ τῇ φωνῇ καὶ μετὰ χειρονομιῶν πρὸς τοὺς τρεῖς φίλους. Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, μετὰ συντόνου προσοχῆς κατασκοπεύων ὄπισθεν τοῦ φράκτου, ἀδύνατον ἦτο ν᾽ ἀκούσῃ λέξιν, ἀλλ᾽ ἐνόει πολὺ καλὰ τί ἐλέγετο ἐκεῖ, παρὰ τὸ μαγγανοπήγαδον.
Ὁ γερο-Ἀπίκρατος ἀπήντα ἑκάστοτε εἰς τὰς προτάσεις τοῦ κὺρ Μανουήλου, τείνων λίαν ἐκφραστικῶς τὰς χεῖρας. Οἱ δύο ἄλλοι ἔσειον τοὺς ὤμους.
Ὁ κὺρ Μανουῆλος ἐφαίνετο ἀνυπόμονος καὶ ὁμιλῶν ἅμα ἔκαμνε βραχεῖς περιπάτους περὶ τὸ μαγγανοπήγαδον. Δύο ἢ τρεῖς φορὰς ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τοῦ γελέκου τὸ ὡρολόγιόν του, τὸ ἐκοίταξε, κ᾽ ἐφαίνετο λέγων πρὸς τοὺς τρεῖς ἑταίρους ὅτι ἡ ὥρα περνᾷ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωσι.
Τέλος, ἀφοῦ περιέφερε βλέμμα εἰς τοὺς τέσσαρας φράκτας καὶ εἰς τὰς τέσσαρας γωνίας τοῦ κήπου, ἐστράφη πρὸς τὸ μαγγανοπήγαδον, ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν τσέπην τοῦ ἐπενδύτου μικρὸν φάκελον καὶ τὸν ἐνεχείρισεν εἰς τὸν μπαρμπα-Γιώργην τὸν Ἀπίκρατον.
Ὁ μπαρμπα-Γιώργης ἔλαβε τὸν μικρὸν φάκελον καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς δύο συντρόφους του, ἤρχισε νὰ διερευνᾷ τὸ περιεχόμενον.
Ὁ κὺρ Μανουῆλος, ἀφοῦ εἶπεν ὀλίγας τελευταίας λέξεις, ἐστάθη ὀλίγον τι παράμερα κ᾽ ἐφαίνετο περιμένων. Ὁ Ζάβαλος καὶ ὁ Κάβουρας, ἀφοῦ ἐξήλεγξαν τὸ περιεχόμενον τοῦ φακέλου, ἔτρεξαν πρὸς τὴν στέρναν, ὑπὸ τὰ μεγάλα δένδρα, ὅπου ἐκοιμῶντο οἱ δύο σύντροφοί των.
Ἔκυψαν, ἔσεισαν τοὺς ὤμους των καὶ τοὺς ἐξύπνισαν.
Ὁ Κώστας ὁ Ἄγγουρος, μόλις ἐξυπνήσας, ἔτριψε τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ δὲν ἀνεσηκώθη, ἀλλ᾽ ἐσήκωσε τὸν πόδα διὰ νὰ ἰδῇ ἂν ἐφόρει τὰ τσαρούχια, τὰ ὁποῖα ὠνειρεύετο.
Ὁ γερο-Λευθέρης ὁ Κουσερὴς ἐξύπνησε μετὰ ψιθυρισμοῦ ἀτελῶς διασκεδασθείσης μέθης, καὶ ἤρχισε νὰ τραγουδῇ τὸ προσφιλὲς αὐτῷ ᾆσμα:
Σ᾽ ἕνα δενδρί, ἀκούμβησα, κ᾽ ἐκεῖνο ἐμαράθη…
Ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος ἐξηκολούθει νὰ περιμένῃ ὀλίγα βήματα ἀπωτέρω.
Οἱ δύο ὑπνηλοὶ ἐσηκώθησαν, ἐτινάχθησαν, καὶ οἱ σύντροφοί των τοὺς ἔβρεξαν τὰ πρόσωπα μὲ νερὸν ἀπὸ τὴν στέρναν.
Οἱ πέντε ἄνδρες ἡτοιμάσθησαν, ἐτίναξαν τὰ ἐνδύματά των, ἐφόρεσεν ἕκαστος τὸ ἓν μανίκι τῆς τσάκας* του ἢ τῆς σουρτούκας* του.
Ὁ κὺρ Μανουῆλος εἶπε: Πᾶμε! κ᾽ ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν. Οἱ πέντε φίλοι τὸν ἠκολούθησαν.
Συγχρόνως ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ὅστις δὲν ἔπαυσε νὰ κατασκοπεύῃ μετὰ συντόνου προσοχῆς τὰ συμβαίνοντα, ὅπισθεν τοῦ φράκτου, ἐστράφη τρέχων πρὸς τὴν πρώτην καμπὴν τῆς ὁδοῦ κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.