Οι χαλασοχώρηδες/Μέρος Δ'
| ←Μέρος Γ´ | Οἱ χαλασοχώρηδες Συγγραφέας: Μέρος Δ´ |
Μέρος Ε´→ |
| 1892 |
Ζ´
Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἀφοῦ ἔμειναν ἐπὶ τεσσαράκοντα ὥρας, ψηφοθηροῦντες καὶ συνεννοούμενοι μετὰ τῶν φίλων, ἀνεχώρησαν ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας οἱ πέντε ὑποψήφιοι. Ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος εἶχεν ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μείνῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ, ἐλπίζων νὰ λάβῃ πλείονας ψήφους διὰ τῆς παρουσίας του, βασίζων τὴν ἐπιτυχίαν του ἐπὶ τῆς ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ ὑπεροχῆς. Ἀλλ᾽ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, πρὸς ὃν μεγάλην ἔτρεφεν ὑπόληψιν ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος μεθ᾽ ὅλας τὰς ρᾳδιουργίας καὶ διαβολὰς ἃς ἔβαλεν εἰς πρᾶξιν προσπαθῶν νὰ τὸν ὑποσκελίσῃ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ὁ Λάμπρος, λέγω, ὁ Βατούλας ἀντέστη λίαν ἐπιμόνως καὶ τὸν ἀπέτρεψε, λέγων ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ὅπου εἶναι καὶ οἱ περισσότεροι ψῆφοι, ἦτον ἀναγκαιοτέρα ἡ παρουσία του, διὰ νὰ μὴν τὸν ρίξουν κάτω ὁ Ἀβαρίδης καὶ ὁ Καψιμαΐδης. Ὅσον ἀπέβλεπε τὰ ἐδῶ, αὐτός, ἐπιθέτων εἰς τὸ στέρνον τὴν χεῖρα, τὸν ἔπαιρνεν ἐπάνω του. Ἀπὸ ἐδῶ ἦτον σίγουρος βουλευτής, τοῦ τὸ ἔδιδεν ἐγγράφως· ἐκεῖ νὰ κοιτάξῃ, πέρα ἐκεῖ, νὰ μὴν τοὺς φᾶνε, τὰ μάτια του τέσσερα. Ὁ Χαρτουλάριος ἐπείσθη δοὺς τὰ πιστὰ εἰς τὸν Λάμπρον, καὶ ἀνεχώρησε μετὰ τῶν ἄλλων.
Τὴν Παρασκευὴν ἑσπέρας καὶ τὸ Σάββατον πρωὶ ἔφθασαν τρεῖς ἢ τέσσαρες βρατσέραι, μεταφέρουσαι ἐξ Ὠρεῶν, Στυλίδος, Θρονίου καὶ Βόλου δύο ἢ τρεῖς δωδεκάδας ἐκλογέων, τοὺς ὁποίους ἀπόστολοι τῶν δύο κομμάτων ἐκπεμφθέντες πρὸ ἡμερῶν εἶχον στρατολογήσει, πληρώσαντες αὐτοῖς, εἰς βάρος τῶν ὑποψηφίων, τοὺς ναύλους καὶ τὰ χασομέριά των. Περὶ δὲ τὴν δείλην τοῦ Σαββάτου ἐπεχείρησαν, καὶ τὰ δύο κόμματα, νὰ κάμουν «ἐπίδειξιν», ὡς νὰ ἤθελαν νὰ γελάσωσιν ἀλλήλους ὅτι εἶναι περισσότεροι οὗτοι ἢ ἐκεῖνοι. Πρῶτοι οἱ Χαλασοχώρηδες συνεκεντρώθησαν, ὅπως εἶχαν συμφωνήσει, εἰς τὸ καφενεῖον τοῦ γερο-Ἀκούκατου. Λέγομεν συνεκεντρώθησαν μεταχειριζόμενοι ἁπλῶς συνήθη εἰς τὸν πολιτικὸν λόγον λέξιν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ ἀπόπειρα τῆς συγκεντρώσεως, διήρκει ἐπὶ δύο ὥρας καὶ ἀκόμη δὲν εἶχαν συγκεντρωθῆ. Μόλις ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι συμβοηθοί του κατώρθουν νὰ σύρωσι δέκα ἢ δώδεκα ἐκλογεῖς πρὸς τὸ καφενεῖον, καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ οἱ προσήλυτοι ἀντὶ νὰ αὐξήσωσι ὠλιγόστευαν, διότι ὁ εἷς ἐπροφασίζετο ὅτι «θέλει νὰ πάῃ ὣς στὸ σπίτι γιὰ δουλειά, ὣς ὅτου νὰ πῇς κρεμμύδι ἔφθασε», ὁ ἄλλος ἐξεκλέπτετο χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε κ᾽ ἔφευγεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πόρταν, διότι τὸ καφενεῖον εἶχε δύο θύρας, τὴν μίαν πρὸς τὴν ἀγοράν, τὴν ἄλλην πρὸς τὴν συνοικίαν. Ὀλίγοι μόνον ἦσαν οἱ φανεροὶ καὶ φανατικοί, οἱ ἄλλοι ὑπέσχοντο, ἀλλὰ δὲν ἤθελαν νὰ τὰ χαλάσουν καὶ μὲ τὸ ἄλλο κόμμα. Ἔπειτα καὶ δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς, οὐδ᾽ εἶχαν ἀρχίσει ἀκόμη τὰ δύο «πρακτορεῖα» νὰ εἰσάγουν καὶ νὰ ἐξάγουν τοὺς ψηφοφόρους νὰ τοὺς εἰποῦν «τὸ κρυφό», τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραίτητον πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ὅταν εὔκολον ὁπωσοῦν ἦτο ν᾽ ἀκούσουν αὔριον «τὸ κρυφὸ» καὶ ἀπὸ τὰ δύο κόμματα, διατί νὰ κηρυχθοῦν σήμερον ὑπὲρ τοῦ ἑνός;
Διότι δὲν ἦτο συνήθεια νὰ τὸ λέγουν «τὸ κρυφὸ» πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας. Τὰ φυσέκια ἐμοιράζοντο εἰς τὸν στρατὸν κατ᾽ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς μάχης, ὄχι ἀπὸ τῆς παραμονῆς.
Τέλος μετὰ πολλῆς δυσκολίας, ἀφοῦ ἐσυνάχθησαν μερικοί, ἀπεφασίσθη νὰ ἐκκινήσωσιν, ἡγουμένων κοκκίνων καὶ λευκῶν σημάτων καὶ τῶν μουσικῶν ὀργάνων, βιολίου καὶ λαγούτου καὶ κλαρινέτου. Ὑπῆρχεν ἐλπὶς ὅτι, καθὼς ἡ κυλιομένη σφαῖρα τῆς χιόνος, καθόσον διήλαυνε διὰ τῶν ὁδῶν, ἡ διαδήλωσις θὰ ἐπληθύνετο. Ἀλλ᾽ ὀλίγοι τινὲς ἔβαινον πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀγορᾶς, ἐκεῖ ὅπου εἶχε δώσει ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ὁδηγίας εἰς τοὺς μουσικοὺς καὶ εἰς τοὺς κρατοῦντας τὰ κοντάρια μὲ τὰς χρωματιστὰς ὀθόνας νὰ κατευθυνθῶσιν, οἱ ἄλλοι οἱ περισσότεροι διηυθύνοντο πρὸς τὸ ἀντίθετον μέρος, ἐπιμένοντες ὅτι ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρῶτον ἀνὰ τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς συνοικίας τῆς πολίχνης ἡ διαδήλωσις, ἂν ἤθελε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν. Ἴσως δὲν ἤθελον νὰ διελάσωσι διὰ τῆς ἀγορᾶς, ὅπως ἐπεθύμει ὁ Λάμπρος, διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῶσιν ἀπέναντι τῶν ἀντιθέτων. Μεγάλη δὲ ἔγινε σύγχυσις καὶ ταραχή. Ἄλλοι ἐτραβοῦσαν ἀπ᾽ ἐδῶ, ἄλλοι ἀπ᾽ ἐκεῖ. Οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ σημαιοφόροι τὰ ἔχασαν μὴ ἠξεύροντες εἰς τίνας νὰ ὑπακούσωσιν. Περὶ τὰ ἑκατὸν παιδία τοῦ δρόμου ἀνυπόδητα, τὰ ὁποῖα εἶχε στρατολογήσει πρὸς μίαν πεντάραν τὸ ἓν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, δὲν ἔπαυσαν νὰ φωνάζουν σπαρακτικῶς: «Ζήτω οἱ καλοὶ πατριῶτες! Ζήτω ὁ Ἀλικιάδης! Ζήτω ἡ νοικοκυροσύνη».
Τέλος ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τοὺς πολλούς, ἐπιφυλαχθεὶς νὰ μεθύσουν τόσον κατὰ τὴν ἀνὰ τὰς συνοικίας περιοδείαν τοὺς ἀπροθύμους διαδηλωτάς, ὥστε νὰ τοὺς φέρῃ ὀπίσω εἰς τὴν ἀγορὰν φανεροὺς καὶ παραπαίοντας ὀπαδοὺς τοῦ Χαλασοχωριτικοῦ κόμματος. Ἐτήρησε δὲ τὸν ἐνδιάθετον ὅρκον του ὅσον ἠδυνήθη. Ἀνὰ τὰς συνοικίας ὑπῆρχαν πάμπολλα μικρὰ καπηλίδια καὶ κατώγεια οἰνοπωλικά, τὰ ὁποῖα εἶχαν φυτρώσει ἔξαφνα ὡς μανιτάρια, ἄδηλον διατί. Ἐποχὴ τῆς ἐσοδείας τοῦ νέου οἴνου δὲν ἦτο, διὰ ν᾽ ἀνοίξωσι διὰ τρεῖς μῆνας καὶ εἶτα νὰ κλείσωσι· τοὐναντίον ἡ ἐνιαύσιος εἶχεν ἐξαντληθῆ ἤδη, καὶ ὁ τόπος εἰσῆγεν ἔξωθεν τὸν οἶνον. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι εἶχαν ἀνοίξει ἐπίτηδες χάριν τῶν ἐκλογῶν. Βοσκοὶ πωλήσαντες τελευταῖον τὰς προβατίνας των εἰς τὸν ἐπιτήδειον περὶ τὸν ἐξαρρενισμὸν τῶν θηλέων χασάπην, ἀγωγιᾶται ἔχοντες δεμένον τὸν ὄνον των ἀπ᾽ αὐτῆς τῆς κρικέλας τοῦ παραστάτου τῆς θύρας τοῦ αὐτοσχεδίου καπηλείου των, εἶχαν παραιτήσει τὸ ἐπάγγελμά των καὶ ἤνοιξαν μαγαζεῖα χάριν τῶν ἐκλογῶν. Δι᾽ ὅλων ἐκείνων τῶν μερῶν ἐφρόντισε νὰ διευθύνῃ τὴν διαδήλωσιν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, καὶ αἱ ὀλίγαι δαμιτζάνες, ὅσας εἶχε πλήρεις παραπλεύρως τῶν κενῶν καὶ πρὸς ἐπίδειξιν μόνον τεταγμένων βαρελίων πᾶς κάπηλος, ἐκενώθησαν πρὸς τιμὴν τῶν ὑποψηφίων.
Ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ, ὁ Μανώλης καὶ οἱ φίλοι του κατεγίνοντο νὰ χορδίσωσι καὶ αὐτοὶ τὴν διαδήλωσίν των. Εἶχον συναχθῆ εἰς τὸ μπακαλικο-εμπορικὸν τοῦ Θόδωρου τοῦ Μοστροπούλου, Ἀρκάδος ἀποπλανηθέντος εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα περὶ τοὺς δεκαπέντε χρόνους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχε παρασκευάσει γιουβέτσι ὁ Μανώλης, διὰ νὰ «πιάσῃ μαγιά», καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐμέθυσεν ἤρχισαν αὐθορμήτως τὸν χορὸν καὶ τὸ τραγούδι. Ἐπιάσθηκαν ἐπὶ τῆς μικρᾶς πλατείας, ἔμπροσθεν τοῦ μαγαζείου, καὶ ἔστησαν τὸν χορόν, ὅστις ἐντὸς μιᾶς ὥρας ηὔξησε κ᾽ ἐμεγαλύνθη κατὰ πολλὰς δωδεκάδας, καθόσον πάμπολλοι αὐθόρμητοι ἢ καλούμενοι ὑπὸ τοῦ Μανώλη προσήρχοντο διὰ νὰ τοὺς κεράσῃ, καὶ ἀφοῦ ἐδευτέρωναν καὶ ἐτρίττευαν, ἐπροσηλυτίζοντο καὶ δὲν ἐξεκολλοῦσαν πλέον. Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν. Ἔρριπτε τὰς δεκάρας ἀσφαλῶς εἰς τὸ συρτάριον, καὶ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ μαγαζείου τὰ εἶχεν ἐλεύθερα, ἐθυσιάζετο διὰ τοὺς φίλους: «Ὅ,τι θέλετε, ὅ,τι θέλετε!»
Οὕτω, ἀφοῦ ηὐξήθη μεγάλως ἡ συνάθροισις, ἐξεκίνησαν προηγουμένης ἑκατοντάδος παιδίων, ἐκλαρυγγιζομένων νὰ φωνάζωσι, μετὰ τῶν ὀργάνων καὶ τῶν κυματιζουσῶν χρωματιστῶν ὀθονῶν. Ἡ διαδήλωσις ἐξεκίνησεν ἐν εἴδει ὀρχήσεως κατ᾽ εὐθεῖαν γραμμὴν βαινούσης. Ὅπως ἦσαν πιασμένοι εἰς τὸν χορόν, οὕτως ἐκινήθησαν ἐκ τοῦ ὑψηλοτέρου μέρους τῆς ἀγορᾶς, διὰ ν᾽ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν ἐνορίαν. Ἅμα ἔκαμψαν τὴν πρώτην ἀνωφερῆ γωνίαν, ἐπὶ τῆς παραλλήλου ὁδοῦ ἐφάνη ἡ ἀντίθετος διαδήλωσις κατερχομένη ἐκ τῆς ἄνω συνοικίας, πρὸς τὴν ἀγορὰν βαίνουσα, μὲ τὰς κραυγὰς τῶν γυμνοπόδων παίδων.
― «Ζήτω οἱ καλοὶ πατριῶτες! Ζήτω ἡ νοικοκυροσύνη!»
Οἱ παῖδες τῆς δευτέρας διαδηλώσεως ἔκραζον ἀφ᾽ ἑτέρου:
― «Ζήτω ὁ Γεροντιάδης! Ζήτω τὸ τσαρούχι! Ζήτω οἱ ξυπόλυτοι!»
― Τ᾽ ἀκοῦς, βρὲ Μιχάλη; εἶπεν εἷς τῶν ἀγυιοπαίδων τῆς πρώτης διαδηλώσεως πρὸς τὸν παραπλεύρως αὐτοῦ βαδίζοντα ὁμήλικόν του, ἐμᾶς τὸ φωνάζουν τὸ ζήτω.
― Πῶς τὸ ξέρεις;
― Δὲν ἀκοῦς ποὺ φωνάζουν, ζήτω οἱ ξυπόλυτοι!
― Τότες τί νὰ τοὺς φωνάξουμε κ᾽ ἐμεῖς;
― Φωνάζουμε κ᾽ ἐμεῖς: Ζήτω οἱ ξυπόλυτοι;
―Ὄχι! νὰ φωνάξουμε καλύτερα: Ζήτω οἱ ξ᾽σκιζάνηδες*!
Καὶ διὰ μιᾶς ἐφώναξαν ὅλοι μὲ καθαρὰν καὶ διάτορον φωνήν: Ζήτω οἱ ξ᾽σκιζάνηδες!
― Σιούτ, βρέ! ἔκραξε πρὸς τοὺς παῖδας ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας· καὶ συγχρόνως, ἀποταθεὶς πρὸς τοὺς ἄνδρας, ἐξηγῶν ὡς εἰρωνείαν τάχα τὴν κραυγήν, εἶπε:
― Καλὰ τοὺς ἐκορόιδεψαν οἱ διαόλοι.
Καθ᾽ ὅσον δὲ ἐπλησίαζον εἰς τὴν ἀγοράν, οἱ τελευταῖοι βαδίζοντες, οἵτινες, φαίνεται, εἶχαν μείνει τελευταῖοι ἐπίτηδες, ἐβράδυναν ἔτι μᾶλλον τὸ βῆμα. Ὁ Λάμπρος, ὅστις ὑπώπτευε τοὺς σκοπούς των, ἔστειλε δύο τῶν στενωτέρων αὐτῷ νὰ μεταβῶσιν οὐραγοί, ὅπως τοὺς ἐπιτηρῶσιν. Ἀλλὰ μεθ᾽ ὅλην τὴν ἐπαγρύπνησιν ταύτην, εἰς τὴν πρώτην καμπὴν τῆς ὁδοῦ, πρὶν ἀρχίσωσι νὰ κατέρχωνται τὸ ἀντικρύζον τὴν ἀγορὰν μέγα λιθόστρωτον, ἀνὰ δύο, ἀνὰ τρεῖς, οἱ τελευταῖοι βαίνοντες, ἔμενον διά τινα ἀφορμὴν ὀπίσω, ἔσκυφταν εἰς τὴν πεζούλαν νὰ δέσωσι τὰ λωρία των ἢ νὰ ξεσκονίσωσι τὴν περισκελίδα των, καὶ εἶτα ἐξεκλέπτοντο, ἀπεκόπτοντο ἀπὸ τὴν διαδήλωσιν, κ᾽ ἔφευγον δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ, μὴ θέλοντες νὰ προβάλωσι κεκυρωμένοι ὀπαδοὶ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὴν ἀγοράν, μὲ ὅλην τὴν μοναξίαν ἥτις ἐπεκράτει ἐν ταύτῃ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν δύο διαδηλώσεων. Ἀπεσπάσθησαν οὕτω πολλοί, σχεδὸν οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνδρῶν. Ὅθεν, ὅταν ἡ διαδήλωσις τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα ἔφθασεν εἰς τὴν προκυμαίαν, ἔκαμεν εἰς ὅλους πενιχρὰν ἐντύπωσιν.
Ἐν τούτοις ὁ Λάμπρος ἐζήτησε νὰ τὴν ἀναζωπυρήσῃ διὰ τοῦ χοροῦ καὶ τῆς μουσικῆς, καὶ ὁδηγῶν αὐτὸς τὸν κάβο* ἤρχισε τὸν χορὸν ἐπὶ τῆς πλατείας ἀποβάθρας καὶ τῆς προκυμαίας.
Μετὰ μίαν ὥραν ἐπέστρεψε καὶ ἡ δευτέρα διαδήλωσις, καὶ ἔστησε τὸν χορὸν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ Θόδωρου τοῦ Μοστροπούλου, εἴπερ ποτὲ προθύμου καὶ ἐνθουσιώδους ὀπαδοῦ τοῦ κόμματος.
Πρὸ τῆς δύσεως δὲ τοῦ ἡλίου, ὁ χορὸς ἐγενικεύθη καθ᾽ ὅλην τὴν ἀγοράν, ὥστε δὲν ὑπῆρχεν ἀνὴρ ἢ παῖς, γερόντιον ἢ νεανίας, ὅστις νὰ μὴ χορεύσῃ ἑκουσίως, ἀκουσίως, αὐθορμήτως ἢ ἐντέχνως. Τινὲς μάλιστα τῶν γερόντων ἐπέστρεψαν οἴκαδε βαδίζοντες «μποὺ ντουβὰρ μπενίμ, μποὺ ντουβὰρ σενίμ»*, χάρις εἰς τὰς ἀφθόνους σπονδὰς τὰς γενομένας πρὸς τιμὴν τῶν κ.κ. Γεροντιάδου, Ἀλικιάδου, Χαρτουλαρίου καὶ λοιπῶν. Καὶ περὶ τὸ μεσονύκτιον ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον ὕπνον, οἱ τοῖχοι καὶ τὰ πατώματα πάσης οἰκίας ὑφίσταντο τὸν ἀντίκτυπον τοῦ μανιώδους χοροῦ τῆς ἑσπέρας, χορεύοντες κατ᾽ ἀντανάκλασιν, ὡς νὰ εἶχον συμπίει μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν των ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ οἴνου, τοῦ σπεισθέντος ἀναλώμασι τῶν κ.κ. Γεροντιάδου, Ἀλικιάδου, καὶ συντροφίας.
Η´ Ἀνέτειλε τέλος ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς, καὶ τὸ δημοτικὸν Σχολεῖον, πρὸς μεγίστην ἀγαλλίασιν τῶν παιδίων, τὰ ὁποῖα ἐσχόλασαν ἕνεκα τούτου ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, εἶχε κοσμηθῆ μὲ δύο μακρὰ ἄκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίους, βαναυσουργεῖς, μετ᾽ ἀκόμψων πιττακίων φερόντων τῶν ὑποψηφίων τὰ ὀνόματα. Ὁ κὺρ Ἀγγελὴς ὁ Μαλλίνης ἐπερίμενεν ἀνυπομόνως τὴν ἡμέραν ταύτην, πότε ν᾽ ἀνατείλῃ. Πρὸ δέκα ἐτῶν ἀκόμη μετήρχετο εὐδοκίμως τὸν δικολάβον, εἶχε δὲ ὑπηρετήσει καὶ ὡς δημόσιος ὑπάλληλος. Ἀλλ᾽ ἔκτοτε ἡ ἀνάδειξις νεωτέρων ἀγνώστων ἀνθρώπων ἐπιτρίπτων καὶ παμπονήρων καὶ ἡ ὑπέρμετρος χρῆσις τοῦ οἴνου τὸν εἶχον καταστήσει ἀπόμαχον. Ἀπὸ δεκαετίας δὲν ἔκαμνε πλέον ἄλλο ἔργον εἰμὴ ἐπερίμενε πότε νὰ διαταχθῶσιν ἐκλογαί, δημοτικαὶ ἢ βουλευτικαὶ ἢ καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ἢ πότε νὰ ἐνεργηθῇ τοπική τις συμπληρωτικὴ ἢ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογή, ἕνεκα θανάτου, παραιτήσεως ἢ ἀκυρώσεως, βέβαιος ὢν ὅτι ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή, ἐξ οἱωνδήποτε καὶ ἂν ἀπετελεῖτο, αὐτὸν θὰ προσελάμβανεν ὡς γραμματέα. Εἶχεν ἀποκτήσει εἰς τοῦτο ἀδιαφιλονίκητον εἰδικότητα, καὶ ἦτο ἡ μόνη ἐνασχόλησίς του. Εὐτυχῶς δὲν εἶχε τέκνα, αὐτὸς δὲ καὶ ἡ γραῖά του ἀπέζων ἀπὸ τὰ τελευταῖα λείψανα τῶν δανείων τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἐπ᾽ ὑποθήκῃ τοῦ ἀρτίως ἐκπλειστηριασθέντος ἐλαιῶνός του, ἢ ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον τῶν δύο τελευταίων χωραφίων του, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ ἴδιος πωλήσει. Τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅτε ἡ ἐκλογὴ ἦτο τετραήμερος, ἦτο λίαν εὐάρεστος δι᾽ αὐτόν, διότι καὶ καλύτερον μισθὸν ἐλάμβανε καὶ πλείονα δεῖπνα εἱστιᾶτο, ὑπὸ τῆς φιλοτιμίας τῶν ὑποψηφίων, ἀντιπροσώπων καὶ λοιπῶν, προσφερόμενα.
Αὐτὸς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ γέρων ἀγωνιστὴς Νιαουστεύς, διηγοῦντο πρὸς ἀλλήλους τὰς παλαιὰς ἀναμνήσεις τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ Ὄθωνος, ἐξυμνοῦντες τὴν ἐπὶ τῆς πρώτης βασιλείας ἀκμὴν καὶ ζωτικότητα, ταλανίζοντες τὴν σημερινὴν νάρκην καὶ ἀηδίαν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν αἱ ἐκλογαὶ ἐγίνοντο μὲ ὄρεξιν, μὲ πεῖσμα καὶ μὲ μυθιστορικὰς πολλάκις περιπετείας. Εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ γέροντος προέδρου, ὅτε εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐψηφοφόρουν οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι, ἤρκει νὰ λάβῃ τις εἴκοσιν ἢ εἰκοσιπέντε ψήφους νοικοκυραίων, διὰ νὰ γίνῃ δήμαρχος, δὲν ἐχρειάζετο καθὼς σήμερον, νὰ ψηφίζωσιν ὅλοι οἱ παρακατινοί, ὅλοι οἱ ξωμερίτες*, ὅλες οἱ τσομπανοφλοέρες*. Καὶ ἂν τυχὸν ἠπειλεῖτο ἰσοψηφία, καὶ χωρικός τις ἔχων ψῆφον ἐδείκνυτο σκληροτράχηλος καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὰ γυρίσῃ, τὸν ἔκλεπτον, τὸν ἥρπαζον, τὸν ἀπῆγον, τὸν ἔκρυπτον εἰς ἀσφαλὲς μέρος, ὅπου ἔτρωγε κ᾽ ἔπινεν ἐκτάκτως παχυνόμενος ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, ἑωσότου παρέλθουν αἱ ἐκλογαί. Εἶτα τὸν ἄφηναν ἐλεύθερον. Οὕτω πως ἐξησφαλίζετο ἡ ἐπιτυχία τοῦ δημάρχου, ὃν ἤθελεν ἡ τάξις τῶν φρονίμων νὰ ἐκλέξῃ. Εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς πάλιν ἂν κ᾽ ἐψηφοφόρουν πολλοί, τὸ καλὸν ἦτο ὅτι δὲν ἐχρειάζοντο σφαιρίδια, ἴσχυον τὰ ψηφοδέλτια. Τοιαῦτα μικρὰ δελτάρια χάρτου εἷς καλὸς γραμματεὺς ἠδύνατο νὰ συντάξῃ πεντακόσια εἰς δύο ὥρας. Ἐπ᾽ αὐτῶν ἔγραφε τὰ ὀνόματα τῶν ὑποψηφίων οὓς ἤθελε, χωρὶς κἂν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ψηφοφόρον τίνας ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκλέξῃ. Καὶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν ψηφοφορησάντων δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐγγράφωνται πάντοτε ὀνόματα ζώντων. Διὰ τῆς προσθήκης διακοσίων ἢ τριακοσίων ψηφοδελτίων ἐπ᾽ ὀνόματι ἰσαρίθμων συχωρεμένων, ὁ δήμαρχος καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἠδύναντο νὰ κεραυνοβολήσωσι τοὺς ἀντιπάλους, πλάττοντες αὐτοὶ ἀντιπροσώπους, οὓς ἤθελον. Ἐὰν ὅμως οἱ ἀντίθετοι τοὺς διέβαλλον ἐπὶ κιβδηλείᾳ καὶ πλαστογραφίᾳ, εὔκολον ἦτο νὰ ἐξαφανίσωσι πᾶν ἴχνος εἰσορμῶντες διὰ τοῦ παραθύρου εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, κλέπτοντες διὰ νυκτὸς τὴν μοναδικὴν καὶ εὐμετακόμιστον μὲ τὸ χάρτινον φορτίον της κάλπην, καὶ καταστρέφοντες αὐτὴν καὶ τὸ περιεχόμενον, συγχρόνως δὲ ὑπογράφοντες ἀναφορὰν πρὸς τὸν κύριον νομάρχην, καὶ παρακαλοῦντες αὐτὸν εὐσεβάστως νὰ διατάξῃ νέας ἐκλογάς, «ἐπειδὴ οἱ ἀντίθετοι, βλέποντες τὴν ἀποτυχίαν των, ἐξηφάνισαν τὴν κάλπην».
Ὁ γέρων πρόεδρος ὑψηλός, εὐθυτενής, ὀγδοηκοντούτης, πάσχων τὴν ὅρασιν, ἀναμασῶν διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὰς ἀναμνήσεις ταύτας, ἐπλησίασε πρὸς τὸ κιβώτιον τῶν καλπῶν κ᾽ ἔκυψε νὰ ἴδῃ ἂν αἱ κάλπαι ἦσαν καλῶς συνδεδεμέναι, ἂν ἡ σιδηρᾶ ράβδος εἶχε προσαρμοσθῆ καὶ σφραγισθῆ καλῶς. Δὲν ἦτο βέβαιος ἂν θὰ ἔβλεπε καλῶς αὐτός, ἤθελε μόνον νὰ τὸν ἴδωσιν οἱ ἄλλοι ὅτι καλῶς ἐπιβλέπει. Αἱ πέντε κάλπαι συνδεδεμέναι ὅπως ἦσαν διὰ τοῦ χονδροῦ σύρματος, ἀλλόκοτοι, ἀτερπεῖς, πένθιμοι κατὰ τὸ ἥμισυ, λευκαὶ καὶ μαῦραι, ὡμοίαζον μὲ πέντε καταδίκους τοῦ κατέργου, τὸ ἥμισυ τῆς κεφαλῆς ξυραφισμένους, δεσμίους μὲ τὴν αὐτὴν ἅλυσον, κύπτοντας ἐπιπόνως, ἐκτελοῦντας τὴν ἡμερησίαν ἀγγαρείαν εἰς τὸν ναύσταθμον. Ὁ γέρων πρόεδρος ἔκυψεν ἐπὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς τοῦ πλάτους τοῦ κιβωτίου καὶ ἐπὶ τῆς ἄλλης κ᾽ ἐκοίταζε διὰ μακρῶν τὰς ἀρτίως ἐπιτεθείσας σφραγῖδας, κ᾽ ἐπὶ τοῦ στήθους του ἐκρότησαν ἐλαφρῶς τὰ παράσημα. Ἔφερε τὸ ἀριστεῖον τοῦ Ἀγῶνος ἀργυροῦν καὶ δύο ἀργυροῦς σταυροὺς τοῦ Σωτῆρος. Εἶχε παρακαλέσει πρὸ πολλοῦ ἕνα συνηλικιώτην του ἀρχαῖον ναυτικόν, ὅστις εἶχε ρίψει ὄχι ὀλίγα τουφέκια ὑπὸ τὸν Καρατάσον καὶ πολλὲς κανονιὲς ὑπὸ τὸν Κριεζήν, καὶ ἦτο κάπως γνησιώτερος ἀγωνιστὴς ἀπὸ αὐτόν, νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τοῦ ἑνὸς Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος, λέγων ὅτι, ἀφοῦ κατὰ λάθος ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐνθυμήθη δίς, «ἠμποροῦσε νὰ τὸν φορῇ αὐτός, καὶ τὸ ἴδιον θὰ ἦτο». Ἀλλ᾽ ὁ παράξενος γέρων τοῦ ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐξαναμωράθη ἀκόμη καὶ «δὲν τοῦ ἀρέσουν τὰ λιλιά». Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, κατά τινα χύσιν παρασήμων γενομένην οὐ πρὸ πολλοῦ ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίας ἑορτῆς, ἡ Κυβέρνησις ἔστειλεν εἰς τὸν κύριον Νιαουστέα τὸν ἀργυροῦν σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος, τὸν ὁποῖον ὁ γέρων εἶχεν ἀπὸ τοῦ 184… Ἀλλ᾽ ἡ πρώτη ἀπονομὴ εἶχε λησμονηθῆ, μὴ τηρουμένων καταλόγων, ὡς φαίνεται. Ἔκπληκτος ὁ κ. Νιαουστεὺς ἔλαβε τὸ δῶρον, καὶ δι᾽ ἀναφορᾶς παρεκάλεσε τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὸν προβιβάσῃ, ἂν εὐαρεστῆται, εἰς τὸν χρυσοῦν Σταυρόν. Ἀλλ᾽ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις. Τότε ὁ Νιαουστεὺς ἠναγκάσθη ν᾽ ἀρκεσθῇ εἰς τοὺς δύο ἀργυροῦς, καὶ εἰς πᾶσαν ἑορτήν, βασιλικὴν ἢ καὶ θρησκευτικήν, τοὺς ἐκρέμα ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ τοὺς δύο. Σήμερον δέ, ἡμέραν ἐκλογῆς, ἀφοῦ μάλιστα ἦτο καὶ πρόεδρος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, θέσις ἥτις δὲν τοῦ ἐφαίνετο μικροτέρα ἀπὸ τὴν τοῦ προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καθῆκόν του ἐνόμισε νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς φορῶν τὰ παράσημά του.
Κατὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν καλπῶν, περὶ τῆς ἀλφαβητικῆς τάξεως προκειμένου, ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης, μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι διότι ἐμερολήπτει ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀλλ᾽ ἐξ εὐσυνειδησίας διδασκαλικῆς, ἀπῄτει ἵνα τεθῇ πρώτη ἡ κάλπη τοῦ Ἀλικιάδου καὶ δευτέρα ἡ τοῦ Ἀβαρίδου, λόγῳ ὅτι ἡ ὀρθὴ γραφὴ τοῦ ὀνόματος εἶναι Αὐαρίδης διὰ διφθόγγου, τὸ δὲ ἀλ. προηγεῖται τοῦ αὐ. Ἰσχυρίζετο δὲ ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς λέξεως δὲν εἶναι ἐκ τοῦ ἀβαρία, καθόσον τότε θὰ ἦτο Ἀβαριάδης, οὔτε ἐκ τοῦ ἀβαρὴς δύναται νὰ εἶναι, διότι δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις ὑποψήφιον βουλευτήν, ὅστις νὰ μὴν ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην βαρύτητα. Ὁ κ. Ἀβαρίδης μάλιστα δὲν ἐπαρουσιάζετο πρώτην φορὰν τώρα ὡς ὑποψήφιος, ὅτε δὲν ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ καὶ πολλὰς πιθανότητας ἐπιτυχίας, ἀλλ᾽ εἶχεν ἐκλεχθῆ ἄλλοτε καὶ διατελέσει δὶς βουλευτής. Τὴν τελευταίαν φορὰν μάλιστα, κάποιος ἐν Ἀθήναις ἰδὼν αὐτὸν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἀναγινώσκοντα ἐν καφενείῳ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς προτεραίας ἐν τῇ Νέᾳ Ἐφημερίδι, τὸν ἠρώτησεν ἂν δὲν ἦτο παρὼν εἰς τὴν συνεδρίασιν. «Ὄχι, ἤμουν, ἀπήντησεν ὁ κ. Ἀβαρίδης, ἀλλὰ καλύτερα τὰ γράφει ἐδῶ». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην, ὡς καὶ καθ᾽ ὅλην τὴν περίοδον δὲν εἶχε καλοχορτάσει τὸν ὕπνον ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων. Μόλις ἔκλειε τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ γείτων συνάδελφος, λίαν ὑποχρεωτικός, πολιτικὸς φίλος, τὸν ἐξύπνα ἀποτόμως σείων αὐτοῦ τὸν βραχίονα, καὶ τοῦ ἐσύριζεν εἰς τὸ οὖς μίαν λέξιν πάντοτε. Ναὶ ἢ Ὄχι. Σχεδὸν κάθε δέκα λεπτὰ ἐγίνετο ψηφοφορία. Κοπιωδεστάτη ὑπῆρξεν ἡ σύνοδος ἐκείνη. Τὰ νομοσχέδια ἐπέπιπτον σωρηδόν, ὡς βροχή, ὡς χάλαζα, κ᾽ ἐτάραττον τὸν ὕπνον τοῦ ἀγαθοῦ ἐπαρχιώτου. Μόλις ἀπεκοιμᾶτο κ᾽ ἐτάραττον τὸν ὕπνον του, ἐμφανιζόμενα ὡς «ἀναβάται καὶ τριστάται», ὡς ἅμαξαι τέθριπποι, ὡς στρατεύματα παρελαύνοντα ἐν ἤχῳ σαλπίγγων, ἐν βοῇ καὶ ἀλαλαγμῷ. Φοβερὰς ἀναμνήσεις τοῦ εἶχεν ἀφήσει ὅλη ἡ σύνοδος ἐκείνη. Καὶ τώρα, ἂν ἐπαρουσιάζετο πάλιν κ᾽ ἐζήτει τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, αὐτὸς δὲν καλοήθελε, ἄλλοι τὸν εἶχαν παρακινήσει. Τοιαῦτά τινα διηγεῖτο προχθές, ὅταν ἐπεσκέφθη τὸν δῆμον μετὰ τῶν συνυποψηφίων του. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Μυροκλείδης δὲν ἐνόμιζεν ὅτι τὸν ἔβλαπτεν, ἂν μετέθετε δευτέραν τὴν κάλπην του. Τὸ ὄνομα εἶναι σύνθετον, εἶπεν, ἐκ τοῦ αὖος, ξηρός, καὶ ἀρίς, τὸ σκέλος. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀμπάρι, Ἀμπαρίδης, ἂν εἶναι, καὶ ὁ κάτοχος τοῦ ὀνόματος ἠθέλησε νὰ τὸ ἐξελληνίσῃ, κατὰ τὸ ἔθος (καθ᾽ ὃν τρόπον ὁ ἴδιος ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ἔλεγεν, εἶχεν ἕνα μαθητὴν Μπογιατζὴν καλούμενον, τὸν ὁποῖον ἐξηυγένισεν εἰς Βοϊαζίδην), πάλιν τὸ ἀλ. προηγεῖται τοῦ ἀμ. Τοιαῦτά τινα ἰσχυρίζετο ὁ διδάσκαλος. Ὁ πρόεδρος δέ, ὁ γερο-Νιαουστεύς, ὅστις ἐφρόνει τὰ τῶν Χαλασοχώρηδων καὶ ἦτο εὐνοϊκὸς πρὸς τὸν Ἀλικιάδην καὶ Καψιμαΐδην, χωρὶς νὰ ἐννοῇ καλὰ-καλὰ τὰ διδασκαλικὰ ἐπιχειρήματα, ἔσπευσε νὰ τὸν δικαιώσῃ, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ διατάξῃ, ὅπως τεθῇ πρώτη ἡ κάλπη τοῦ Ἀλικιάδου, μεταβαλλομένης τῆς ὀρθογραφίας τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀβαρίδου ἐπὶ τῆς πινακίδος τῆς οἰκείας κάλπης. Οὐδ᾽ ἐσυλλογίσθη μάλιστα ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ τάξις τῶν καλπῶν καὶ ἡ ὀρθογραφία τῶν ὀνομάτων ἦτο ἔργον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ὅτι ἂν ἔπραττεν αὐθαίρετόν τι ἡ ἐπιτροπή, λόγους μόνον ἀκυρότητος θὰ ἐδημιούργει καὶ λαβὴν πρὸς ἐνστάσεις θὰ παρεῖχεν. Ὁ γερο-Νιαουστεὺς δὲν ἐχώνευε τὸν Ἀβαρίδην, συνεπάθει δ᾽ ἐξόχως πρὸς τὸν Ἀλικιάδην καὶ Καψιμαΐδην. Τὸν δεύτερον μάλιστα ἐξετίμα πολύ, καὶ ἂν ἦτο εἰς τὸ χέρι του, θὰ ἐτοποθέτει πρώτην ὄχι τὴν κάλπην τοῦ Ἀλικιάδου, ἀλλὰ τὴν τοῦ Καψιμαΐδου τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπονομάσει τις «τὸ ἄρτυμα τῆς παρέας τῶν ὑποψηφίων». Ἐβεβαίουν ὅσοι τὸν εἶχαν πλησιάσει, ὅτι τὰ ἐνδύματά του ἢ ὁ ἱδρώς του ἀπέπνεον παχὺ ἄρωμα ἀφρογάλακτος καὶ βουτύρου.
Ἦτο λίαν εὐδόκιμος διοικητικὸς ὑπάλληλος, καὶ διωρίζετο κατ᾽ ἐκλογὴν ἰδίως εἰς τὰς βουτυροφόρους ἐπαρχίας. Ἴσως ἀπέκτησε τὴν ὀσμὴν ταύτην ἐκ τῆς πολυχρονίου ἀναστροφῆς μετὰ κτηνοτρόφων καὶ τυροκόμων, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα μετὰ ζήλου ἐπροστάτευε. Πρὸ δύο ἐτῶν ἀκόμη, ὅτε ἦτο διωρισμένος, εἶχε λάβει ποτὲ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα του. Ὁ καπετὰν Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ὅστις τὸν παρέλαβεν εἰς τὸ κότερον ἀπό τινος παραλίας τῆς Φθιώτιδος, τὸν εἶδε νὰ μπαρκάρῃ φέρων ὁλόκληρον δωδεκάδα δερματοτυρίων καὶ δύο κολοσσαίους πίθους βουτύρου. Ἤρχετο ἔκ τινος πολυθρέμμονος ἐπαρχίας, καὶ δὲν εἶχε νομίσει ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑπάγῃ «μὲ ἄδεια χέρια» εἰς τὴν πατρίδα του. Ἦτο λίαν καλοφορεμένος καὶ σοβαρὸς κύριος, καὶ ὁ κυβερνήτης τοῦ κοτέρου τὸν ἔβλεπε διὰ πρώτην φοράν.
― Κάνεις τὸ ἐμπόριο τῶν τυριῶν τουλόγου σου; τὸν ἠρώτησεν ὁ καπετὰν Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι.
―Ὄχι, εἶμαι ἔπαρχος, ἀπήντησε μετὰ σοβαρᾶς ὑπεροψίας ὁ κ. Καψιμαΐδης…
― Ἄ! κατάλαβα…
Καὶ δὲν ἀντήλλαξαν πλέον λέξιν καθ᾽ ὅλον τὸν πλοῦν. Τοῦτον λοιπὸν τὸν Καψιμαΐδην θὰ ἐπεθύμει νὰ βάλῃ πρῶτον τῇ τάξει ὁ γερο-Νιαουστεύς, ὁ καὶ πρόεδρος, ἀντὶ τοῦ Ἀβαρίδου, ἀντὶ καὶ τοῦ Ἀλικιάδου αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀνῆκεν εἰς τὶς Ἀνδρογυνοχωρίστρες καὶ ὑπεστήριζε τὸν Γεροντιάδην καὶ Ἀβαρίδην, ἀντέστη, καὶ οὕτως ἔμεινε πρώτη ἡ κάλπη τοῦ Ἀβαρίδου.