Μετάβαση στο περιεχόμενο

Οι χαλασοχώρηδες/Μέρος Γ'

Από Βικιθήκη
Οἱ χαλασοχώρηδες
Συγγραφέας:
Μέρος Γ´
1892


Ε´

Χαλασοχώρηδες ἐκαλοῦντο τέως οἱ τοῦ κόμματος τοῦ Λάμπρου, ἀπὸ δὲ τῆς νυκτὸς ταύτης οἱ τοῦ ἄλλου κόμματος ὠνομάσθησαν οἱ ἀνδρογυνοχωρίστρες.

Ἀπὸ τῆς αὐγῆς τῆς ἐπαύριον Τετάρτης ὁ Μανώλης καὶ δύο τῶν φίλων του, λαβόντες βάρκαν, ἐξῆλθον εἰς τὸ Μαραγκό, νησίδιον φράττον πρὸς Εὖρον τὸν λιμένα, κ᾽ ἐπαραμόνευαν πότε θὰ ἐνεφανίζοντο ὄπισθεν τῆς Ἄρκου καὶ τῆς Τρυπητῆς, δύο ἄλλων ἀνατολικώτερον κειμένων νησιδίων, αἱ βάρκαι αἱ φέρουσαι τὸν ροφὸν κατὰ τὸ λεξιλόγιον τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου. Ἀλλ᾽ ἀπὸ βαθέος ὄρθρου, ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ὀσφρανθείς, φαίνεται, τὸ δόλωμα τῶν ἀντιπάλων, ἔσπευσε νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν καπετὰν Νικολάκην, τὸ Τρυποκαρύδι, ἕνα τῶν στενωτέρων φίλων του, καὶ ἐπιβιβασθέντες οἱ δύο εἰς ὡραῖον κότερον, ἔλυσαν τὰ πανιά, ἐσήκωσαν τὴν ἄγκυραν, καὶ ἀνάψαντες τοὺς ναργιλέδες των, μὲ τὰ κάρβουνα τὰ ὁποῖα εἶχαν λάβει ἀπὸ τὸ καφενεῖον τοῦ γερο-Ἀκούκατου, ὅστις ἀγρυπνότερος ἀλέκτορος ἤνοιγε τὸ καφενεῖον τέσσαρας ὥρας πρὶν φέξῃ, ἐξηπλώθησαν παρὰ τὴν πρύμνην καπνίζοντες καὶ πλέοντες τῇ βοηθείᾳ τῆς πρωινῆς ἀπογείου αὔρας. Ἐξῆλθον εἰς τὸ Ἀσπρόνησον, βορειανατολικῶς, ὅπου ἔκαμναν καρτέρι, περιμένοντες πότε ἤθελε φανῆ τὸ κελεπούρι, κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα. Οἱ Χαλασοχώρηδες κάμψαντες τὴν ἀκτὴν εἶχαν κρυφθῆ ὄπισθεν τοῦ Ἀσπρονήσου, καὶ οἱ Ἀνδρογυνοχωρίστρες οὔτε τοὺς εἶδαν, οὔτε ὑπώπτευον κἂν ὅτι τοὺς εἶχαν προλάβει.

Μετὰ ἱκανὴν ὥραν, ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, προέκυψαν ἀπὸ τοῦ ἀπέναντι ἀκρωτηρίου δύο βάρκαι ἐρχόμεναι πρὸς τὰ ἐδῶ, αἵτινες, ἔχουσαι οὔριον τὸν ἄνεμον, καθότι εἶχε σουρώσει* ἤδη τὸ μελτέμι, ταχέως ἐπλησίασαν. Οἱ Χαλασοχώρηδες μὲ τὸ κότερόν των ἔπλευσαν εἰς προϋπάντησιν τῶν δύο λέμβων. Ἀνεγνώρισαν δὲ μετ᾽ οὐ πολὺ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔφερον αὗται. Τῆς μιᾶς τούτων ἐπέβαινον ὁ Ἀλικιάδης, καὶ ὁ Ἀβαρίδης, τῆς δευτέρας ἐπέβαινον ὁ Γεροντιάδης, ὁ Καψιμαΐδης καὶ ὁ Χαρτουλάριος, καὶ οἱ πέντε ὑποψήφιοι βουλευταί. Εἶχον ὁρμηθῆ ἐκ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας καὶ ἤρχοντο πρὸς ἄγραν ψήφων καὶ πρὸς ἐν τῷ δευτερεύοντι δήμῳ φίλων των. Τούτων ὁ Ἀλικιάδης ἐκ τῆς μιᾶς λέμβου καὶ ὁ Καψιμαΐδης ἐκ τῆς ἄλλης ὑπηρετοῦντο, χωρὶς νὰ εἶναι συνδυασμένοι, ἀπὸ τοὺς Χαλασοχώρηδες, ὁ δὲ Γεροντιάδης καὶ ὁ Ἀβαρίδης ὑπεστηρίζοντο, χωρὶς ν᾽ ἀποτελῶσι συνδυασμόν, ἀπὸ τὶς Ἀνδρογυνοχωρίστρες. (Διότι ὅλα τὰ εἰς ιδης καὶ αδης, ὡς νὰ προέβλεπον, θὰ ἔλεγέ τις, μέλλουσαν ἐξορίαν καὶ διωγμόν, εἶχον ζητήσει ἐγκαίρως νὰ ἐξασφαλισθῶσιν εἰς τὸν προσφυῆ ἐκεῖνον τόπον.) Ὅσον ἀφορᾷ τὸν πέμπτον, τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον, οὗτος ἦτο τὸ μῆλον τῆς ἔριδος, καὶ ἀμφότερα τὰ τοπικὰ κόμματα ἐμάχοντο ποῖος νὰ τὸν πρωτοϋπηρετήσῃ.

Ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας δὲν εὐχαριστήθη πολὺ ἰδὼν τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον ἐπιβαίνοντα τῆς αὐτῆς λέμβου μετὰ δύο ἄλλων ὑποψηφίων. Ἐπεθύμει καὶ ἤλπιζε νὰ τὸν ἔβλεπεν ἐπὶ χωριστῆς λέμβου πλέοντα. Διότι διὰ τὸν Ἀλικιάδην καὶ Καψιμαΐδην δὲν τὸν ἔμελε καὶ πολύ, καθόσον οὗτοι ὡς φανερῶς ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ τοῦ κόμματος, καὶ μὴ ἔχοντες ἄλλους φίλους, δὲν εἶχον ἀνάγκην πολλῶν περιποιήσεων. Ἀλλὰ διὰ τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς διενοεῖτο νὰ ὑπηρετήσῃ ἀριστερᾷ τῇ χειρὶ καὶ διὰ λογαριασμόν του, εἶχε πλεύσει μέχρι Ἀσπρονήσου, σχεδιάζων νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ μεταβῇ τιμητικῶς εἰς τὸ κότερον, καὶ νὰ ὑψώσῃ καὶ σημαίαν εἰς τὸν ἱστόν, ἅμα θὰ εἰσέπλεον εἰς τὸν λιμένα. Δυστυχῶς τώρα ἡ ὑπόθεσις περιεπλέκετο. Οὔτε τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον μόνον ἠδύνατο εὐπροσώπως νὰ ἀποσπάσῃ εἰς τὸ κομψὸν καὶ λευκὸν χρωματισμένον κότερον, οὔτε τοὺς ἄλλους, τοὺς δύο φανεροὺς ὑποψηφίους του, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ καρπολογήσῃ ἀπὸ τὰς δύο χωριστὰς λέμβους. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ καπετὰν Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, μόνος ἰδιοκτήτης καὶ κυβερνήτης τοῦ κοτέρου, ἀναλογισθεὶς τὸ φιλοδώρημα, τὸ ὁποῖον ἦτο πιθανὸν νὰ δώσουν οἱ ὑποψήφιοι ἂν τοὺς ἔπειθε νὰ ἐπιβιβασθῶσιν εἰς τὸ κότερον, ὅπως εἰσπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα μετὰ πομπῆς, ἀποβλέψας εἰς τὴν ἐγγύτερον ἱσταμένην λέμβον, ἧς ἐπέβαινον οἱ δύο τῶν ὑποψηφίων, μετέβη εἰς τὴν πρῷραν καὶ ἤρχισε νὰ φωνάζῃ:

―Ὁρίστε, κύριοι, στὸ κότερο! Κύριε Ἀλικιάδη! κύριε Ἀβαρίδη! θὰ ἰσάρουμε* καὶ μπαντέρα* μὲς στὸ λιμάνι…

Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ἤρχισε νὰ νεύῃ ἀπελπιστικῶς καὶ νὰ χειρονομῇ ἀπὸ τῆς πρύμνης πρὸς τὸν νεαρὸν ναυτικόν, ἀποτρέπων αὐτόν. Διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀφοῦ πολὺ ἐσκέφθη, τοῦ εἶχεν ἔλθει ἡ ἰδέα ὅτι, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἐπαρουσιάζοντο οὕτω περίπλοκα, ὁ ἄριστος τρόπος πρὸς λύσιν τῆς δυσχερείας ἦτο νὰ καλέσωσιν ἐπὶ τοῦ κοτέρου τοὺς τρεῖς ὑποψηφίους, τοὺς ἐπὶ τῆς ἄλλης λέμβου. Οὕτω θὰ εἶχον τὸ πλεονέκτημα ὅτι θὰ εἶχον δύο ἀντὶ ἑνὸς ἢ μᾶλλον τρεῖς ἀντὶ δύο, νὰ περιποιηθῶσι· διότι ναὶ μὲν ὁ εἷς τῶν τριῶν, ὁ Γεροντιάδης, ἦτο ἀπὸ τὸ ἄλλο κόμμα, ἀλλ᾽ ὁ τρίτος, ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Βατούλα, ἤξιζε τοὐλάχιστον διὰ δύο. Καὶ τοῦτο θὰ ἦτο τὸ μέγιστον κέρδος, ὡς ἦτο καὶ ὁ σκοπὸς τῆς θαλασσίας ἐκδρομῆς του, τὸ νὰ ἔχῃ τὸν Χαρτουλάριον ὑπὸ τὰς ὄψεις καὶ ὑπὸ τὴν χεῖρά του. Ἀλλ᾽ ὁ καπετὰν Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ἐπειδὴ «δὲν ἦτο μέσα του» διὰ νὰ ἠξεύρῃ τοὺς πόθους καὶ τοὺς ὑπολογισμούς του, ἐπεδίωκε δὲ ὡς ἀμαθὴς ναύτης τὸ προχειρότερον καὶ τὸ εὐκολώτερον κέρδος, δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰ νεύματα καὶ εἰς τὰς χειρονομίας του, κ᾽ ἐξηκολούθησε νὰ φωνάζῃ πρὸς τοὺς κ.κ. Ἀλικιάδην καὶ Ἀβαρίδην:

― Θὰ κοτσάρουμε* καὶ τὴ μπαντέρα, κύριοι!

Συγχρόνως ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, ἀπελπισθεὶς ὅτι θὰ τὸν ἐνόει ποτὲ «αὐτὸς ὁ χονδροκέφαλος», ὁ Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ἔστρεψε τὰ νεύματα καὶ τὰς χειρονομίας του πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἄλλῃ λέμβῳ, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς χαιρετίζῃ μὲ τὸ καπέλον, μὲ τὸ μανδήλιον καὶ μὲ τὴν φωνήν:

― Καλῶς ὡρίστε, κύριοι! Ὁρίστε στὸ κότερο! κύριε Γεροντιάδη! κύριε Καψιμαΐδη! κύριε Χαρτουλάριε! Ὁρίστε!

Σύγκρουσις τότε ἐπῆλθε δικαιωμάτων, ἀπαιτήσεων καὶ πόθων, καὶ σύγχυσις βλεμμάτων, φωνῶν καὶ φρενῶν. Ὁ μὲν κυβερνήτης ἀπὸ τῆς πρῴρας προσεκάλει εἰς τὸ πλοῖον τοὺς ἐκ τῆς μιᾶς λέμβου δύο, ὁ δ᾽ ἐπιβάτης ἀπὸ τῆς πρύμνης, πλοιάρχου ἐξουσίαν ἀντιποιούμενος, προσεκάλει τοὺς ἐκ τῆς ἄλλης λέμβου τρεῖς. Οἱ μὲν δύο, καὶ ἂν ἤθελον, ἐμποδίζοντο νὰ ἔλθωσιν ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἄλλων τριῶν, οἱ δὲ τρεῖς ἐκωλύοντο ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἄλλων δύο. Καὶ οὗτοι κ᾽ ἐκεῖνοι ἔμενον κοιτάζοντες ἀλλήλους ἀναποφάσιστοι, οἱ δὲ πορθμεῖς τῶν δύο λέμβων ἐφ᾽ ὧν εἶχον πλεύσει, ζηλότυποι καὶ ὀργίλοι, ἤρχισαν φανερὰ νὰ γογγύζωσι.

― Δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ ᾽ρθοῦν στὸ κότερο!

― Ξέρουμε κ᾽ ἡμεῖς ἀπὸ ποῦ μπαίνουν στὸ λιμάνι!…

― Ξέρουμε τὸ δρόμο νὰ πᾶμε στὴ σκάλα ν᾽ ἀράξουμε…

―Ἔχουμε κ᾽ ἡμεῖς μπαντέρα νὰ ἰσάρουμε…

― Καὶ καινούρια μάλιστα… προχτὲς ἀκόμα τὴν ἔρραψα…

― Ψὲς ἀκόμη μπογιάτισα τὸ κοντάρι… ἀκόμα μυρίζει λαδομπογιά.

Τὴν ἰδίαν στιγμήν, οἱ ἀνδρογυνοχωρίστρες μὲ τὴν βάρκαν των, σχεδὸν χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς ἐννοήσῃ, παρατηρήσαντες πρὸ πολλοῦ τὴν ἐμφάνισιν τῶν δύο λέμβων, εἶτα τὴν συνάντησιν αὐτῶν μετὰ τοῦ κοτέρου, εἶχαν πλησιάσει σιγὰ καὶ γοργὰ καὶ εἶχαν φθάσει ἤδη εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶχαν σταματήσει πλησίον ἀλλήλων αἱ τρεῖς λέμβοι, ἐνῷ ἀντήχει ἀκόμη ἡ πρόσκλησις τοῦ Λάμπρου τοῦ Βατούλα:

―Ὁρίστε, κύριοι, στὸ κότερο!

Καὶ ἡ κραυγὴ τοῦ καπετὰν Νικολάκη:

― Θὰ κοτσάρουμε καὶ τὴ μπαντέρα, κύριοι!

Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, χωρὶς δισταγμόν, ἰδὼν μὲ τὸ πρῶτον βλέμμα εἰς ποίαν λέμβον εὑρίσκετο ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, ἥτις λέμβος ἦτο ἄλλως καὶ ἡ πλησιεστέρα πρὸς τὸ μέρος ἐξ οὗ αὐτὸς ἤρχετο, προσήγγισε μὲ τὴν βάρκαν του, εἰσεπήδησεν εἰς τὴν ξένην λέμβον, ἀπέπεμψε τὴν ἰδικήν του, εἰπὼν εἰς τοὺς συντρόφους του νὰ γυρίσωσι μόνοι εἰς τὸν λιμένα, ηὐχήθη τὸ «καλῶς ὡρίσατε» εἰς τοὺς τρεῖς ὑποψηφίους καὶ ἐν μεγίστῃ ἐλευθερίᾳ, ἐνῷ ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ ναύτης του τὸν ἐκοίταζον ἔκπληκτοι, ἐκάθισε παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου καὶ ἤρχισεν ἀμέσως ἐμπιστευτικὰς ἀνακοινώσεις εἰς τὸ οὖς αὐτοῦ.

Τοῦτον ὡς εἶδεν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, ἐν τοιαύτῃ θαυμαστῇ προπετείᾳ καὶ θρασύτητι ζηλευτῇ κατορθώσαντα οὕτω ἁπλῶς νὰ τὸν ὑπερφαλαγγίση, ἔλαβε μόνος τὴν κώπην, ἐνῷ ὁ κυβερνήτης ὁ Νικολάκης τὸ Τρυποκαρύδι, ὀρθὸς ἐπὶ τῆς πρῴρας ἱστάμενος, ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ φωνάζῃ πρὸς τοὺς ἐπὶ τῆς πρώτης λέμβου δύο ὑποψηφίους:

― Θὰ σᾶς ἰσάρουμε καὶ τὴν μπαντέρα, κύριοι!… καὶ ἐπλησίασε πρὸς τὴν δευτέραν λέμβον, ὅτε, χωρὶς νὰ εἴπῃ λέξιν εἰς τὸν καπετὰν Νικολάκην εἰσώρμησε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν λέμβον, ὅπου ἦτο ὁ Γιαννάκος ὁ Χαρτουλάριος, ἐχαιρέτισε τοὺς τρεῖς ὑποψηφίους, κ᾽ ἐκάθισεν ἐκ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς τοῦ περιμαχήτου ὑποψηφίου βουλευτοῦ, ὅπως ἀρχίσῃ καὶ αὐτὸς τὰς ἰδικάς του ἀνακοινώσεις, ἐνῷ ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ ναύτης του τὸν ἐκοίταζον ἔκθαμβοι, μὲ ἀνοικτὸν τὸ στόμα.

Ὅστις ἔβλεπε μακρόθεν οὕτω πως ἀντίπρῳρα ἱσταμένας τὰς τέσσαρας ταύτας λέμβους, ὑπηνέμους, δίπλα εἰς τὸ Ἀσπρόνησον, θὰ ὑπέθετεν ὅτι πράγματι τὴν πρωίαν ἐκείνην εἶχε πέσει, κατὰ τὸ εἰκονικὸν ὕφος τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου, ἔκτακτος ροφὸς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅτι τὰ παραγάδια τῶν τεσσάρων λέμβων ἐμπερδεύθησαν εἰς τοιοῦτον δυσαπάλλακτον τρόπον, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς ποῖον παραγάδι ἀνῆκε τὸ ἄγκιστρον, εἰς ὃ εἶχε συλληφθῆ ὁ ροφός, καὶ ὅτι οἱ ἁλιεῖς ἐμάχοντο πρὸς ἀλλήλους, μὲ κίνδυνον νὰ ξεπιασθῇ καὶ τοὺς φύγῃ τὸ ἄγρευμα, περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς τοῦ τε παραγαδίου, τοῦ ροφοῦ καὶ τοῦ ἀγκίστρου.

* * *

Τέλος αἱ δύο λέμβοι, αἱ φέρουσαι τοὺς ὑποψηφίους, ἐξεκίνησαν διὰ νὰ εἰσπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα. Ἡ βάρκα τοῦ Μανώλη μὲ τοὺς δύο συντρόφους του εἶχε γίνει ἄφαντος ἤδη. Τὸ δὲ κότερον, ἐφ᾽ οὗ εἶχε μείνει μόνος ὁ κυβερνήτης του, ἤρχετο τελευταῖον.

Ὁ καπετὰν Νικολάκης «ἦτο φούρκα» ἰδὼν ὅτι ἔχασε τὸ ἐλπιζόμενον φιλοδώρημα, καὶ ὅτι ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ Βατούλα. Ἐν τούτοις ἤνοιξε τὸ κάτασπρον ὡς τὰ πτερὰ τοῦ γλάρου πανίον του, ἄναψε τὸν ναργιλέν του, ἐξηπλώθη παρὰ τὸ πηδάλιον, κρατῶν τὴν σκόταν*, κ᾽ ἐξεκίνησεν. Ἂν ἤθελε, καίτοι μόνος, καίτοι αἱ δύο λέμβοι ἀρμένιζαν μὲ πανιὰ καὶ μὲ κουπιά, ἦτο ἱκανὸς μὲ τὸ κομψότατον, νεοπαγὲς καὶ κοπτερὸν σκάφος του, νὰ προσπεράσῃ τὰς δύο λέμβους, νὰ τὰς ἀφήσῃ «στὰ μπούνια»*, ρίπτων «κολοκυθάνες»* ὀπίσω του. Ἀλλὰ πρὸς καιρὸν ὠρτσάριζε* καὶ ἔκοπτε τὸν δρόμον τοῦ πλοίου. Ὅταν τὰ τρία πλοῖα κάμψαντα τὸν κάβον εἰσέπλευσαν εἰς τὸν λιμένα, τότε, τὴν ὥραν καθ᾽ ἣν ἐπλησίαζαν εἰς τὴν ἀποβάθραν, καὶ ὁ κόσμος ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τοὺς ἐκοίταζε, τότε, δι᾽ ἐπιτηδείου χειρισμοῦ, ἐπειδὴ τὰ μελτέμια τοῦ θέρους ἔπιαναν ἐν μέρει εἰς τὸν ἀνατολικὸν λιμένα τῆς πολίχνης, ἔτρεξε κατέμπροσθεν τῶν λέμβων, ὕψωσε τὴν σημαίαν του, σκεπτόμενος, ὅτι αὐτὸς τὸ κάτω-κάτω, ὡς ναυτικός, ἦτο τόσον ἄξιος τῆς τιμῆς ταύτης διὰ τῆς σημαίας τοῦ ἰδίου πλοίου του, ὅσον καὶ πᾶς ἄλλος, ἐπροσπέρασε τὰς δύο λέμβους, τὰς ἄφησε δέκα ὀργυιὰς ὀπίσω, καὶ ἐλθὼν ἠγκυροβόλησε πρῶτος μετὰ κρότου, κράξας θριαμβευτικῶς πρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν δύο λέμβων ὑποψηφίους καὶ λοιπούς:

― Τ᾽ν καραβοκυριά σας*!

ΣΤ´

Τὴν πρωίαν ἐκείνην ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ Συβίας, ἀφοῦ ἐσυλλειτούργησε τὸν παπα-Σωτήρην, τὸν ἐφημέριον τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, εἰσώρμησεν, ὅπως πάντοτε συνήθιζεν, ἅμα τῇ ἀπολύσει τῆς λειτουργίας εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, διὰ νὰ λάβῃ τὸν μισθόν του δι᾽ ὅλα τὰ νὲ-να-να-νε καὶ τὰ τὲ-ρὲ-ρὲμ τὰ ὁποῖα εἶχε συνεισφέρει πρὸς συντέλεσιν τῆς ἱερᾶς μυσταγωγίας. Συνίστατο δὲ ὁ μισθὸς οὗτος εἰς ἓν «ξάκρισμα» προσφόρου «διὰ τὸν καφέ», καὶ εἰς ἡμίσειαν προσφορὰν περιπλέον, τὴν ὁποίαν αὐθαιρέτως ἐλάμβανε, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ συγγενοῦς του ἱερέως, θέτων αὐτὴν εἰς τὸν κόλπον του, «γιὰ τὴ συβία». Ὁ παπα-Σωτήρης δὲν ἐθύμωνε τόσον διὰ τὴν ἡμίσειαν προσφορὰν καὶ διὰ τὸ ξάκρισμα, ὅσον διὰ τὴν τόλμην τοῦ νὰ εἰσβάλλῃ εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα «ἑξῆντα χρόνων ἄνθρωπος, ἐν ἁμαρτίαις γηράσας». Ἀλλ᾽ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἀπὸ πεντηκονταετίας δὲν εἶχε παύσει οὔτε τὸν παπα-Σωτήρην νὰ συλλειτουργῇ οὔτε εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα νὰ εἰσέρχηται.

Εἶτα, ἀφοῦ ἔβαλεν εἰς τὸν κόλπον του τὴν ἡμίσειαν προσφορὰν «γιὰ τὴ συβία», φράσις ἐξ ἧς ἔλαβεν ἀρχὴν καὶ τὸ παρωνύμιόν του, ἐξῆλθεν ὑποσκάζων ἐκ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, κρατῶν εἰς τὴν ἀριστερὰν τὸ «διὰ τὸν καφὲν» ξάκρισμα, τὸ ὁποῖον ἤρχισε καὶ νὰ μασᾷ, ἐμάζωξε τὴν φαιὰν καὶ πρώην ξανθὴν κόμην του ὑπὸ τὴν σκούφιαν, ἔλαβεν ἐκ τοῦ στασιδίου τὴν ράβδον του κ᾽ ἐξῆλθεν εἰς τὴν πλατεῖαν. Ἡ ἐκκλησία μόλις ἀπεῖχεν ἑκατοντάδα βημάτων ἀπὸ τῆς παραθαλασσίου ἀγορᾶς καὶ τῆς ἀποβάθρας. Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης κατέβη κούτσα-κούτσα, καὶ εἰς τὸν δρόμον πρῶτον συνήντησε δύο παιδία τοῦ δρόμου παίζοντα εἰς τὸν περίβολον τῆς ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα ἠπείλησε μὲ τὴν ράβδον του καὶ τὰ ἐδίωξε μακρὰν τοῦ ναοῦ. Εἶτα ἐπερίπαιξεν ἕνα Γύφτον, τὸν ὁποῖον συνήντησε μεθυσμένον, ἄγοντα ἕωθεν τὰ προεόρτια τῶν ἐκλογῶν, καὶ κατόπιν ἐπείραξε μίαν χήραν «ἀπασσάλωτην»*, τὴν ὁποίαν εἶδε καταβαίνουσαν διὰ πλαγίου δρόμου εἰς τὸν βράχον τὸν πέραν τῆς ἀγορᾶς, ξεκάλτσωτην καὶ μὲ κοντὸν φουστάνι. Εἶτα, πρὶν φθάσῃ εἰς τὸ καφενεῖον, εἶδεν ἓν κότερον καὶ δύο μεγάλας λέμβους, αἵτινες εἶχαν φθάσει, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠγκυροβόλουν πρὸ τῆς ἀποβάθρας.

― Ἄ! θὰ εἶναι οἱ ὑποψήφιοι, εἶπε· καὶ ἀφοῦ ἐκαλημέρισε δύο ἢ τρεῖς λεμβούχους ἢ ἁλιεῖς, οἵτινες ἐκάθηντο ἔξωθεν τοῦ καφενείου καπνίζοντες ναργιλέν, τοὺς ἠστεΐσθη λέγων: «Γιὰ σᾶς ἔφεξε πάλι! ἐσεῖς εἶστε οἱ σπορίτες* τοῦ χωριοῦ», αἰσθανόμενος μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ ἐναλλάξῃ τὰ δύο ἀρκτικὰ σύμφωνα τῆς λέξεως, ἀλλὰ μὴ τολμῶν· διὰ νὰ ξεθυμάνῃ ὅμως, ὅταν εἶδε τρεῖς ἢ τέσσαρας γέροντας, καθημένους σοβαρῶς ἐντὸς τοῦ καφενείου, ἐπὶ ὑψηλοῦ καὶ πλατέος σανιδίνου καναπέ, χωρὶς νὰ φθάνῃ ἡ πλάτη των ν᾽ ἀκουμβήσῃ εἰς τὸν τοῖχον, καὶ μὲ τοὺς πόδας μετεώρους εἰς τὸ κενόν, ὑπεράνω τῆς μακρᾶς τάβλας τῆς φραττούσης τὴν ὑπὸ τὸν καναπὲν καρβουνοθήκην, τοὺς ἔδειξε πρὸς τοὺς λεμβούχους λέγων: «Κοιτάξτε, κεῖνοι εἶναι οἱ κοπροδήμηδες, οἱ προεστοὶ τοῦ τόπου. Δὲν σᾶς φαίνονται σὰν τὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ κάνουν κουρμαντέλα*;»

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ Συβίας, ὑγιὴς τοὺς πόδας, εἶχε κουτσαθῆ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὑπό τινος ὀργίλου καὶ φιλεκδίκου χωρικοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε παραφορτώσει μὲ τὰ σκώμματά του. Μὲ ὅλον ὅμως τὸ πάθημα, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ χαλινὸν εἰς τὴν γλῶσσάν του, καὶ εἰς τοὺς ἐλέγχοντας αὐτὸν οἰκείους ἔλεγεν: «Ἡ ψυχὴ θὰ βγῇ πρῶτα, κ᾽ ὕστερα τὸ-χούι».

Εἶτα παρήγγειλε τὸν καφέν του, καὶ ἠξεύρων ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένῃ ἐπὶ εἴκοσι λεπτὰ τῆς ὥρας ἑωσοῦ κατορθώσῃ νὰ τοῦ τὸν ψήσῃ ὁ γερο-Ἀκούκατος, ὁ καφετζής, μετέβη χωλαίνων εἰς τὴν ἀποβάθραν, ὅπου εἶχον συναχθῆ ἄνδρες τινὲς καὶ παιδία ξυπόλυτα πολλά, ὅπως ἴδωσι καὶ θαυμάσωσι τοὺς ὑποψηφίους.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπεβιβάζοντο ἐκ τῶν λέμβων οἱ ὑποψήφιοι. Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἔκραξε πρὸς αὐτούς:

― Καλῶς ὡρίσατε!

Καὶ εὐθὺς προσέθηκε:

― Πόσα καντάρια ρουβάδα[1] ἔχετε;

Γενικὸς καγχασμὸς ὑπεδέχθη τὴν ἐρώτησιν.

Εἶτα ἐπανέλαβε:

― Δὲν ἀκοῦτε; Μᾶς φέρατε πολλὴ ρουβάδα1; Πόσην ἔχει ὁ καθένας σας;

Ὁ γέλως ἐπανελήφθη, ἀλλ᾽ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη.

Καὶ τρίτον ἠρώτησε:

―Ἔχετε δηλωτικὸ γιὰ τὴ ρουβάδα;

Οἱ ὑποψήφιοι γελῶντες ἠνείχοντο τὸ ἄκακον σκῶμμα τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη, προσηνεῖς ἄλλως νησιῶται καὶ ἀγαπῶντες τὰ ἀστεῖα.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἐψιθύρισε, μετὰ προσποιήτου ὀργῆς: «Κάμετε καλὰ μὲ τὸν κουμερκιάρη*, ἐγὼ δὲν ἀνακατώνουμαι». Καὶ στρέψας τὴν ράχιν, ἀπῆλθε χωλαίνων νὰ πίῃ τέλος τὸν καφέν του, ἀφοῦ εἶχε καταφάγει ἤδη ἐξ ἀνυπομονησίας τὸ ξάκρισμα, καὶ θὰ ἠναγκάζετο ἴσως νὰ βάλῃ χεῖρα εἰς τὸ ἥμισυ τῆς προσφορᾶς, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν συμβίαν.

* * *

Οἱ ὑποψήφιοι, ὁ Γεροντιάδης, Ἀλικιάδης, καὶ Ἀβαρίδης, ὁ Καψιμαΐδης καὶ ὁ Χαρτουλάριος, δεχόμενοι τοὺς χαιρετισμοὺς καὶ τὰς χειραψίας τῶν ἐντοπίων, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὸν Μανώλην τὸν Πολύχρονον καὶ ἀπὸ τὸν Λάμπρον 〈τὸν〉 Βατούλαν, οἵτινες εἶχον ταχθῆ ὡς χωροφύλακες ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Χαρτουλαρίου, καὶ δὲν τὸν ἄφηναν νὰ κάμῃ βῆμα, ἦλθαν καὶ ἔπιον καφὲν εἰς τὸ αὐτὸ καφενεῖον τοῦ γερο-Ἀκούκατου, καὶ ἀκολούθως χωρισθέντες μετέβησαν ἀνὰ δύο πρὸς τοὺς εἰς προϋπάντησιν ἐλθόντας φίλους των. Ὅσον διὰ τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον, οὗτος, βλέπων τὴν πρὸς αὐτὸν σπουδὴν καὶ προσπάθειαν καὶ τῶν δύο κομμάτων, ἀντιπροσωπευομένων ἐπισήμως ἀπὸ τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν καὶ ἀπὸ τὸν Μανώλην τὸν Πολύχρονον, ἐθεώρησε τώρα παράποτε βεβαιοτέραν τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ἀσφαλεστέραν τὴν θέσιν του. Ἐπίστευε δὲ ὅτι ἀμφότερα τὰ κόμματα, Ἀνδρογυνοχωρίστρες, καὶ Χαλασοχώρηδες, θὰ τὸν ἐψήφιζαν μονοκούκκι, ὥστε καὶ ἂν ἐμειονοψήφει εἰς τοὺς ἄλλους δήμους, ἐδῶ ὅμως θὰ ἔβγαινε παμψηφεί.

Ὄχι τόσον ροδίνας τὰς προβλέψεις, παρὰ τὰς παχείας ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἐλάμβαναν, εἶχαν ὁ Καψιμαΐδης καὶ ὁ Ἀβαρίδης. Οὗτοι οἱ δύο ἐθεωροῦντο παρὰ πάντων ὡς ὑποψήφιοι παραπληρωματικοί, οἱ δυνατώτεροι δ᾽ ἐκ τῶν τεσσάρων ἦσαν ὁ Γεροντιάδης καὶ ὁ Ἀλικιάδης. Ἄλλως δέ, ἤξιζαν, κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν ν᾽ ἀντιπροσωπεύωσιν οἱ δύο οὗτοι τὴν ἐπαρχίαν. Ὁ Γεροντιάδης εἶχε διαπρέψει ἤδη ὡς βουλευτής, ἀρνηθεὶς πᾶν ρουσφέτιον εἰς τοὺς μὴ στενοὺς φίλους, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ γενικὰ τοῦ ἔθνους συμφέροντα. Ὁ δὲ Ἀλικιάδης εἶχε διατελέσει καὶ αὐτὸς βουλευτὴς ἄλλοτε, καὶ εἶχε διακριθῆ. Δὲν ἦτο ἄνθρωπος νὰ πηγαίνῃ στὰ χαμένα. Ἤθελε «σίγουρες δουλειές». Ἦτον ἱκανὸς νὰ ἐξοδεύσῃ καὶ δεκαπέντε χιλιάδας, καὶ εἴκοσι χιλιάδας, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐπετοῦσε τὰ λεπτὰ «στὸ βρόντο». Ἦτο βέβαιος ὅτι ἐκλεγόμενος βουλευτής, θὰ ὠφελεῖτο εἴκοσι πέντε ἢ τριάντα χιλιάδας, τὸ ὀλιγώτερον. Ἄ! ἦτον πολὺ «κωλοπετσωμένος». Ἐν πρώτοις, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον, θὰ τοῦ ἔλεγε «μ᾽ δίνεις τὰ μισά;» πρὶν ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ μπιλιέτο. Νέτα-σκέτα, «σίγουρες δουλειές». Καὶ ἂν κανεὶς κακομοίρης ἐτύγχανε νὰ τοῦ χρεωστῇ ἀπὸ παλαιὸν καιρὸν τίποτε ψωροδραχμές, θὰ τὸν διώριζεν, ἐξαναγκάζων αὐτὸν νὰ ὑπογράψῃ ἐκ προκαταβολῆς πολλῶν μηνῶν ἀποδείξεις διὰ τοὺς μισθούς του, μὲ χρονολογίας ἡμερῶν μήπω ἀνατειλασῶν μέχρι ὑπερεξοφλήσεως. Ἀλλ᾽ αὐτὰ ἦσαν δευτερεύοντα καὶ ἀνάξια λόγου. Ὅ,τι ἀπετέλει τὴν δύναμιν τοῦ Ἀλικιάδου ἦτο ὁ πόθος ὑφ᾽ οὗ ἐφλέγετο νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων τῆς ἐπαρχίας. Ἐν πρώτοις, ὑπῆρχεν ἡ ἐθνικὴ ὁδός, ἡ προκηρυσσομένη ἑκάστοτε ὡς μέλλουσα νὰ κατασκευασθῇ παρὰ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας πόλιν. Ἐκεῖθεν, ἂν ἐξελέγετο βουλευτής, θὰ εἶχε τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ἀπὸ τώρα εἶχεν ἀρχίσει νὰ συνεταιρίζεται κρυφὰ μὲ τοὺς ἐργολάβους. Κατὰ τὴν πρώτην βουλευτείαν του ὁλόκληρον δάσος τὸ εἶχε κάμει ἰδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. Μὲ τὸν ἔφορον, τὸν ὁποῖον εἶχε φέρει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, εἶχε προεξηγηθῆ σαφέστατα: «Θὰ σὲ διορίσω, ἀλλὰ φόρον δὲν θὰ βεβαιώσῃς ἀπὸ τὴν ξύλευσιν τοῦ δάσους». Ἔπειτα ἦτο ὁ λιμήν, ὁ λιμὴν τῆς βορειανατολικῆς πόλεως. Ἄ! αὐτὸς ὁ λιμὴν εἶχεν ὅλους τοὺς μυθολογικοὺς χαρακτῆρας, οὓς ἠδύνατό τις νὰ ἐπιθυμήσῃ διὰ μεγάλην ἐπιχείρησιν. Ὡμοίαζε μὲ τὸ παλάτι τῶν Σαράντα Δράκων ἢ μὲ τὸ Κάστρο τῆς Ὡριᾶς. Εἰς κάθε νέας ἐκλογὰς ἐπροκηρύσσετο ἡ ἐργολαβία· εἰς κάθε διάλειμμα μεταξὺ δύο ἐκλογῶν ἡ ἐργολαβία ἐγκατελείπετο. Ἐρρίπτοντο ἀκριβῶς τόσαι πέτραι πρὸς μόλωσιν* τῆς θαλάσσης, κατὰ τὰς παραμονὰς ἑκάστης ἐκλογῆς, ὅσαι, ἂν ὑπελογίζετο ὅτι θὰ εἴχομεν βουλευτικὰς ἐκλογὰς κατὰ πᾶν ἔτος, θὰ ἤρκουν ὅπως μετὰ τρεῖς αἰῶνας, μετὰ πέντε αἰῶνας τὸ πολύ, συντελεσθῇ τὸ ἔργον. Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ὁ Ἀλικιάδης εἶχεν ἀπόφασιν, «Ἀμὲτ Μουαμέτ»*, νὰ βάλῃ τὴ δουλειὰ ἐμπρός. Ἄ! δὲν τὸν ἐγελοῦσαν αὐτὸν μὲ τὸ σήμερα καὶ μὲ τὸ αὔριο οἱ ἐργολάβοι. Ἤθελεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του.

* * *

Ἀφοῦ ἔπιον διπλοῦς καφέδες κ᾽ ἐδέχθησαν προσρήσεις οἱ πέντε ὑποψήφιοι, μετέβησαν, ὡς εἴπομεν, ἕκαστος πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν φίλων. Ἦσαν καὶ οἱ πέντε ὑψηλοί, φραγκοφορεμένοι, ἡλιοκαεῖς, μὲ ὑψηλὰ καπέλα, τὰ ὁποῖα ἐφόρουν ὅλοι τόσον στραβά, ὥστε τὸ ἀριστερὸν ὠτίον ἐκαλύπτετο ὅλον, καὶ μόνον τὸ δεξιὸν ἦτο ὁρατόν, ἐλευθέρως ἀναπτυσσόμενον. Τοῦτο ἰδὼν εἷς τῶν ἐντοπίων, θέλων νὰ εὐφυολογήσῃ ἀκαίρως λίαν, εἶπεν ὅτι καὶ οἱ πέντε ἦσαν «μ᾽ ἕν᾽ αὐτί».

  1. Ρουβάδα (τὸ ἐπίθετον ρουβός, ρουβούλιακας, ρουβοκαμωμένος, ρουβοστασ᾽νός, ρουβούνιακας· τὸ ρῆμα ρουβοφέρνω) καλεῖται παρ᾽ ἡμῖν ἡ παρὰ τοῖς Ψαριανοῖς καὶ ἄλλοις λεγομένη ἀκακιά, ἡ ἐλαφροτέρα δηλαδὴ καὶ ἀβλαβεστέρα μορφὴ τῆς βλακείας, οἱονεὶ ἀγροικία τις μετὰ χάριτος καὶ σκαιότης μετ᾽ ἀφελείας. Ἐμυθολογοῦντο δὲ οἱ κάτοικοι τῆς μιᾶς τῶν νήσων, ὡς ἔχοντες πλείονα τῶν ἄλλων νησιωτῶν ρουβάδαν.