Οι χαλασοχώρηδες/Μέρος ΣΤ'
| ←Μέρος Ε´ | Οἱ χαλασοχώρηδες Συγγραφέας: Μέρος ΣΤ´ |
| 1892 |
ΙΑ´
… Τώρα, δὲν τοὺς βλέπεις, καὶ τὰ δύο τὰ κόμματα, διὰ ποίων μέσων προσπαθοῦν νὰ κερδήσουν τὴν ἐκλογήν; Δὲν βλέπεις τὰ δύο πρακτορεῖά των ἀνοικτά, φανερῶς ἐνεργοῦντα, δὲν ἀκούεις κρυφομιλήματα ὄπισθεν πάσης θύρας καὶ πάσης γωνίας τῆς ὁδοῦ, δὲν βλέπεις τὰ τρεξίματα καὶ τοὺς ἱδρῶτας τῶν ὀργάνων των, δὲν ἀκούεις τὸν κρότον τῶν χαλκίνων κερμάτων ὄπισθεν τῶν λογιστηρίων; Δὲν βλέπεις ἁπλοϊκοὺς ἐκλογεῖς νὰ βαδίζουν καὶ νὰ κοντοστέκωνται, νὰ ἐξάγουν τὴν χεῖρα ἀπὸ τὴν τσέπην καὶ νὰ μετροῦν δεκάρες;
Καὶ ὁ λαλῶν ἔδειξεν εἰς τὸν ἀκροατήν του γέροντα χωρικόν, ὅστις ἐξελθὼν τοῦ πρακτορείου τῶν Χαλασοχώρηδων, εἶχε σταθῆ ἐνώπιόν των κρατῶν φυσέκιον τεσσάρων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔσχισε κ᾽ ἐμέτρει διὰ νὰ ἰδῇ ἂν ἦσαν σωστὲς οἱ δεκάρες. Ἐφαίνετο οἰνοβαρὴς καὶ ἠκούετο ὁ μονόλογος καὶ οἱ ψιθυρισμοί του: «Τέσσερες δραχμὲς βάσταξ᾽ ἡ ψυχή του;… τέσσερες, ὄχι παραπάνω… Ἔχουμε καὶ λέμε, μία, δυό, τρεῖς, τέσσερες, πέντε, ἕξ, ἑφτά, ὀχτώ… ἑφτά, ὀχτώ, ἐννιά… μία δραχμή… Ἔχουμε καὶ λέμε…» Κ᾽ ἐπειδὴ εὐκόλως ἔχανε τὸν λογαριασμόν, ἤρχιζεν ἐξ ἀρχῆς πάλιν.
― Τοὺς βλέπεις ἢ ὄχι; ἐπανέλαβεν ὁ λαλῶν.
― Τοὺς βλέπω, ἀπήντησεν ὁ ὁμιλητής του.
― Λοιπόν, αὔριο, νὰ ἔχῃς ὄρεξιν ν᾽ ἀκούῃς τὰ παράπονα τῶν ἡττημένων. Ὅσοι θὰ εἶναι ἐν ἀποτυχία, θὰ χαλάσουν τὸν κόσμον μὲ τὲς φωνές, θὰ κατηγοροῦν τοὺς νικητὰς ἐπὶ χρήσει αἰσχρῶν μέσων, θὰ ὑποβάλουν φοβερὰς ἐνστάσεις, θὰ προσβάλουν τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς λόγῳ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἐπετεύχθη διὰ δωροδοκίας. Οὔτε θὰ τοὺς τύπτῃ ἡ συνείδησις ἐπὶ τῷ ὅτι καὶ αὐτοὶ μετῆλθον τὸ αὐτὸ μέσον. Οὐδὲ φοβοῦνται τὸν Θεὸν ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματί εἰσι.
― Δι᾽ αὐτὸ λοιπὸν σὺ δὲν πηγαίνεις νὰ ψηφοφορήσῃς; ἠρώτησεν ὁ ἄλλος.
Ὁ οὕτως ἐρωτήσας ἦτο ξένος παρεπιδημῶν πρὸς καιρὸν ἐν τῇ νήσῳ. Ὁ δ᾽ ἐξαρχῆς ὁμιλῶν ἐκαλεῖτο Λέανδρος Παπαδημούλης, καὶ κατήγετο ἐκ τοῦ τόπου. Εἶχε κατέλθει μετὰ πολλὰ ἔτη, νοσταλγὸς ἐξ Ἀθηνῶν, ὅπου συνήθως διέτριβεν ἀσχολούμενος εἰς ἔργα οὐχὶ παραδεδεγμένης χρησιμότητος. Ἦτο ὑψηλός, ὑπερτριακοντούτης, μὲ μαύρην κόμην καὶ γένειον, μελαψός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας, πενιχρὸς τὴν ἀναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων ἀλλοκότους ἰδέας. Περὶ τὸ δειλινόν, ὁ ξένος φίλος του, περίεργος ὡς πᾶς ἄνθρωπος, τὸν εἶχε παρακαλέσει καὶ μετέβησαν ὁμοῦ ἀντικρὺ τοῦ σχολείου, ὅπου σταθέντες παρά τινα γωνίαν ἐθεῶντο τὴν ἐκλογικὴν κίνησιν.
―Ὄχι δι᾽ αὐτό, ἀνένευσεν ἐντόνως ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης. Αἱ ἀτομικαὶ ἰδέαι μου, φίλε, δὲν φαίνονται νὰ ἔχωσι τίποτε τὸ πρακτικόν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀγαπῶ νὰ τὰς ἐκθέτω. Σέβομαι ἄλλως τοὺς νόμους καὶ τὸ πολίτευμα τῆς πατρίδος μου, καὶ δὲν θέλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶμαι ἀπολυταρχικὸς καὶ ὅτι δὲν πρεσβεύω τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν σοῦ ἔλεγα τοιοῦτόν τι, θὰ ἐχρειάζετο νὰ σοῦ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὸ θέμα, νὰ δαπανήσω μάτην πολλὰς λέξεις, νὰ σοῦ κλέψω τὸν πολύτιμον καιρόν σου, χωρὶς ἐλπίδα ὄχι νὰ πεισθῇς, ἀλλ᾽ οὐδὲ νὰ μ᾽ ἐννοήσῃς καὶ μοῦ ἀποδώσῃς ἐν μέρει δίκαιον, τοὐλάχιστον. Ἁπλῶς σοῦ λέγω, ὅτι παραιτοῦμαι δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δὲν μὲ ὠφελεῖ, οὔτ᾽ ἐμὲ οὔτε τοὺς ἄλλους.
Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δωροδοκίαν, μὴ πιστεύῃς ὅτι τὴν βδελύττομαι τόσον, ὅσον φαίνομαι. Εἶναι ἄλλαι πολὺ χειρότεραι ἐκλογικαὶ διαφθοραί. Τὸ κατ᾽ ἐμέ, φρονῶ ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι τὸ μικρότερον κακόν.
― Τὸ μικρότερον κακόν; ἐπανέλαβεν ἔκπληκτος ὁ ξένος.
― Ναί, φρονῶ, εἶπεν, ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι τὸ μικρότερον κακόν. Μὴν ἀκούῃς μερικοὺς φαρισαίους, οἵτινες σχίζουν διὰ κάθε τι τὰ ἱμάτιά των, μήτε μερικοὺς ἄλλους ψιττακοὺς ἠθικολόγους τῶν ἐφημερίδων, οἵτινες ρηγνύουν ὑπερβολικὰς φωνὰς μὲ τόσην ἀφέλειαν καὶ ἀγαθοπιστίαν δι᾽ ὅλα τὰ πράγματα. Οἱ πρῶτοι ὁμοιάζουσι τοὺς ἡττημένους τῆς αὔριον, οἵτινες θὰ ζητήσουν τὴν ἀκύρωσιν τῆς παρούσης ἐκλογῆς ὡς διεξαχθείσης τῇ βοηθείᾳ τῆς δωροδοκίας. Οἱ δεύτεροι οὐδόλως ἐνεβάθυναν εἰς τὰ πράγματα καὶ δὲν ἀντελήφθησαν τὴν ἔννοιαν ἥτις εἶναι παντὸς ζητήματος ὁ πυρήν. Πετῶντες ἀπὸ γενικότητος εἰς γενικότητα, περιέδρεψαν συλλογήν τινα ἠθικῶν ἀξιωμάτων, τὴν ὁποίαν νομίζουσιν ἀλάνθαστον πανάκειαν πρὸς θεραπείαν πάσης πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς νόσου. Ὅπου γενικότης, ἐκεῖ καὶ ἐπιπολαιότης. Διὰ νὰ εἶναί τις ἐμβριθής, πρέπει νὰ ἐγκύπτῃ εἰς βαθεῖαν τῶν πραγμάτων μελέτην.
Διατί δέ, καί τινες τῶν νεαρῶν πολιτευομένων ἐν Ἑλλάδι, δι᾽ οὓς φαίνεται ὅτι πληροῦται, δευτέραν φοράν, εἰς βάρος μας, ἡ κατάρα τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς κατηράσθη διὰ τοῦ προφήτου Ἡσαΐου τὸν Ἰσραήλ, λέγων: Καὶ οἱ νεανίσκοι ἄρξουσιν ὑμῶν· ― διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, ἂν ὄχι καὶ κακοπίστως, κραυγάζουσι κατὰ τῆς πλουτοκρατίας; Τί τοὺς κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens*. Ἡ ἠθικὴ δὲν εἶναι ἐπάγγελμα, καὶ ὅστις ὡς ἐπάγγελμα θέλει νὰ τὴν μετέλθῃ, πλανᾶται οἰκτρῶς καὶ γίνεται γελοῖος. Ὅστις πράγματι φιλοσοφῇ, καὶ ἀληθῶς πονῇ τὸν τόπον του, καὶ ἔχει τὴν ἠθικὴν ὄχι εἰς τὴν ἄκραν τῆς γλώσσης ἢ εἰς τὴν ἀκωκὴν τῆς γραφίδος, ἀλλ᾽ εἰς τὰ ἐνδόμυχα αὐτὰ τῆς ψυχῆς, βλέπει πολὺ καλὰ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πολιτευθῇ. Κυάμων ἀπέχεσθαι.
Ὁ Χριστὸς εἶπεν:
Οὐ δύνασθε Θεῷ λατρεύειν καὶ Μαμωνᾷ. Διατί δὲν ἔλαβεν ὡς ὅρον ἀντιθέσεως ἄλλο τι βαρβαρικὸν εἴδωλον; Διατί δὲν εἶπε Θεῷ καὶ Μολὼχ ἢ Θεῷ καὶ Ἀσταρὼθ ἢ Θεῶ καὶ Βάαλ; Διότι ὁ Μαμωνᾶς εἶναι ὁ ἰσχυρός, ὁ κραταιότερος, ὅστις ὑποτάσσει πᾶν ἄλλο εἴδωλον, καὶ τὸν Μολὼχ καὶ τὸν Ἀσταρὼθ καὶ τὸν Βάαλ. Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς. Αὕτη παράγει τὴν κοινωνικὴν σηπεδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς.
― Καὶ ὕστερον λέγεις ὅτι ἡ δωροδοκία εἰς τὰς ἐκλογὰς εἶναι μικρὸν κακόν; παρετήρησεν ὁ ξένος.
― Ναί, διότι κινδυνεύω νὰ πάθω τὸ αὐτὸ πάθημα ἐφ᾽ ᾧ κατέκρινα τοὺς εὐθηνοὺς ἠθικολόγους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπήντησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης. Νὰ πέσω δηλαδὴ εἰς τὸ ἐσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος τῶν γενικοτήτων. Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Ὁ λόγος δι᾽ ὃν θεωρῶ τὴν δωροδοκίαν ὡς τὸ μικρότερον κακὸν εἶναι ὅτι, ὡς εἶδος ἐκλογικῆς διαφθορᾶς, τὴν ὑπάγω εἰς τὸ γένος τῆς συναλλαγῆς. Συναλλαγὴ εἶναι ἡ ἐν πρυτανείῳ σίτησις, αἱ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου παροχαί, τὰ ρουσφέτια. Συναλλαγὴ εἶναι καὶ ἡ εἰς παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγὴ εἶναι καὶ ἡ πρὸς παραγραφὴν ὀφειλομένων φόρων συνδρομὴ καὶ ἡ παράνομος ἐξαίρεσις κληρωτῶν. Συναλλαγὴ εἶναι καὶ ἡ δωροδοκία. Τώρα, ποῖος προστάτης, ποῖος πολιτευόμενος, ποῖος βουλευτὴς, εἶναι ἱπποτικώτερος; Ἐκεῖνος ὅστις ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου ἀγοράζει τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐκεῖνος ὅστις τὰς ἀγοράζει ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; Ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τοῦ θυλακίου του ἢ ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ἔθνους, χρημάτων ξένων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα μάλιστα ἐσυνηθίσαμεν ὅλοι νὰ θεωροῦμεν ἔρμα καὶ σκοτεινά; Ποῖος εἶναι πλέον γαλαντόμος;
― Βεβαίως, ἐκεῖνος ποὺ πληρώνει ἀπὸ τὴν τσέπη του, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὁ ξένος.
― Βλέπεις; Ἰδοὺ διατὶ μισῶ τὰς γενικότητας κ᾽ ἐπιθυμῶ νὰ εἰδικεύω. Ὁμιλῶ σχετικῶς καὶ ὄχι ἀπολύτως. Δὲν λέγω ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι καλόν τι, λέγω ὅτι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Καὶ σημείωσαι ὅτι οὐδεὶς ποτὲ ἐκλέγεται βουλευτὴς διὰ τῆς δωροδοκίας. Ὅλοι ἐκλέγονται τῇ βοηθείᾳ τῆς δωροδοκίας. Ἀπάνθρωπος τοκογλύφος, ὅσας καὶ ἂν ἀγοράσῃ ψήφους, ποτὲ δὲν θὰ ἐκλεχθῇ. Πρὶν κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, θὰ ὑποδυθῇ τὴν φιλανθρωπίαν, ὡς προσωπεῖον, θὰ φορέσῃ τὴν δημοτικότητα, ὡς κόθορνον. Θὰ φροντίσῃ ν᾽ ἀποδώσῃ μέρος τῶν ὅσα ἥρπασεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Καὶ μεταξὺ δύο ἀντιπάλων, μετερχομένων τὴν αὐτὴν διαφθοράν, θὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνος ὅστις εὐπρεπέστερον φορεῖ τὸ προσωπεῖον κ᾽ ἐπιδεξιώτερον τὸν κόθορνον.
Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, ἐξηκολούθησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν καὶ πῶς, ἀφοῦ ἡ πλουτοκρατία εἶναι δεδομένον τι καὶ ἀναπόδραστον κακόν, ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἐγεννήθη, πῶς γεννᾶται φυσικῶς, ἡ δωροδοκία.
Ὑπόθεσε, φίλε, ὅτι σ᾽ ἐκυρίευσε καὶ σὲ ἔξαφνα ἡ φιλοδοξία τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου, ὅτι ἐπεθύμησες νὰ γίνῃς βουλευτής, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃς τὸ ἔθνος. Διὰ νὰ ἐπιθυμήσῃς τοῦτο, σημείωσαι, πρέπει νὰ εἶσαι χορτᾶτος. Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τὸ νόσημα. Ἐξέρχεσαι εἰς τὴν ἀγοράν, βγάζεις λόγον, καὶ παρακαλεῖς τοὺς προσφιλεῖς συμπολίτας νὰ σὲ τιμήσωσι διὰ τῆς ψήφου των. Ἀλλ᾽ εἶσαι ἆρα εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρῃς πόσοι ἐκ τῶν προσφιλῶν συμπολιτῶν σου εἶναι χορτᾶτοι, καὶ πόσοι δὲν εἶναι; Μὴν ἀμφιβάλλῃς ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶναι πεινασμένοι, διότι ἂν δὲν ἦσαν, ὅλοι θὰ ἔβγαζαν κάλπας διὰ νὰ γίνουν βουλευταί! Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν σου, μεταξὺ τῶν προσφιλῶν σου συμπολιτῶν, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ὅτι εὑρίσκονταί τινες, εἷς, δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, κατὰ γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, πῶς ἀπαιτεῖς νὰ ὑπάγῃ ἄνθρωπος πεινασμένος, ἄνθρωπος ὅστις θὰ ψαύῃ τὴν κοιλίαν του ὡς ἔγχορδον ὄργανον, ἄνθρωπος ὅστις δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἵσταται καὶ νὰ βαδίζῃ, πῶς ἀπαιτεῖς τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ὑπάγῃ νὰ ψηφοφορήσῃ εἰς τὴν κάλπην σου, καὶ νὰ σοῦ δώσῃ μάλιστα λευκὴν ψῆφον; Φυσικὸν εἶναι, ἀφοῦ θὰ λάβῃ τὸν κόπον πρὸς χάριν σου, νὰ τοῦ δώσῃς τοὐλάχιστον νὰ φάγῃ, δι᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν.
Ἐὰν δὲν τοῦ δώσῃς χρήματα, θὰ τοῦ προσφέρῃς γεῦμα. Καὶ τοῦτο δωροδοκία δὲν εἶναι; Ἢ θὰ τοῦ στείλῃς κατ᾽ οἶκον βακαλιάρον καὶ σαρδέλες καὶ οἶνον; Δωροδοκία καὶ τοῦτο. Ἐὰν δὲν σπεύσῃς ἐγκαίρως σύ, θὰ σὲ προλάβῃ ὁ ἀντίπαλός σου, ὅστις θὰ φορῇ τὸν κόθορνον τῆς φιλανθρωπίας ἀμφιδεξιώτερον.
Ἰδοὺ πόθεν ἐγεννήθη ἡ δωροδοκία. Πῶς θέλεις νὰ ἐνδιαφέρηται ὁ ἀγρότης, ὁ βοσκός, ὁ πορθμεύς, ὁ ναύτης, ὁ ἐργάτης, ὁ ἀχθοφόρος, πῶς θέλεις νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὸν Καψιμαΐδην καὶ Γεροντιάδην, ἂν θὰ γίνωσι βουλευταὶ ἢ ὄχι; Ἐκεῖνοι εἶναι χορτᾶτοι καὶ τρέφουσιν ὄνειρα φιλοδοξίας, οὗτοι πεινῶσι καὶ θέλουν νὰ φάγωσι. Δὲν ἔχουσιν οἱ πτωχοὶ μεγάλας ἀξιώσεις. Δὲν περιμένουν διορισμοὺς καὶ παχέα ρουσφέτια ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ᾽ ἀφοῦ θητεύουσιν ἐπιπόνως καὶ δὲν ἐπαρκοῦν νὰ τραφῶσιν ἐκ τοῦ ἱδρῶτός των, ἀφοῦ οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποί των δὲν παύουν νὰ ψηφίζωσιν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ φόρους καὶ φόρους καὶ πάλιν φόρους, ἂς τοὺς θρέψωσιν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐκ τοῦ βαλαντίου των.
Ἀνέκαθεν τὰ ἀξιώματα ἦσαν ἀγοραστά! Καὶ ἀφοῦ ἡ ἐπάρατος πλουτοκρατία εἶναι ἄφευκτον κακόν, κατὰ ποῖον ἄλλον τρόπον θ᾽ ἀποκτῶνται τὰ ἀξιώματα; Πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχασε πρὸ πολλοῦ πᾶσαν ἠθικὴν ἀξίαν, μόνον διὰ χρημάτων εἶναι κτητόν. Καὶ οὕτως ἑπόμενον ἦτο νὰ καταντήσουν τὰ πράγματα. Οὐδὲν κακὸν ἄμεικτον καλοῦ! Εὐτύχημα μάλιστα νομίζω ὅτι δὲν ἀνεφάνη ἐπιφανής τις πολιτευτὴς εἰς τὰ μέρη ταῦτα.
― Πῶς εἶπες; ἠρώτησεν ἀπορήσας ὁ ξένος.
― Λέγω ὅτι λογίζομαι ὡς εὐτύχημα τὸ ὅτι δὲν ἀνεφάνη τις ἐκ τῶν λεγομένων ἐπιφανῶν πολιτευτῶν εἰς τὰς νήσους ταύτας. Ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅταν εἶχε γίνει τις ὑπουργὸς βουλευτὴς γείτονος ἐπαρχίας. Οἱ κουρεῖς ἔκλεισαν τὰ κουρεῖά των, οἱ καφεπῶλαι τὰ καφενεῖά των, οἱ ὑποδηματοποιοὶ ἐπώλησαν τὰ καλαπόδια των. Δὲν ὑπῆρξε βοσκὸς ὅστις νὰ μὴ διωρίσθη τελωνοφύλαξ, οὔτε ἀγρότης ὅστις νὰ μὴ προχειρισθῇ εἰς ὑγειονομοσταθμάρχην. Τότε εἴδομεν πρώτην φορὰν κ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν νῆσον λιμενάρχην φουστανελάν. Ὁ ἐκ τῆς γείτονος ἐπαρχίας ὑπουργὸς μᾶς τὸν εἶχε στείλει ὡς δεῖγμα περίεργον ὑπαλλήλου. Ὁ Θεὸς μᾶς ἐλυπήθη καὶ δὲν παρεχώρησε νὰ γεννηθῇ ἐπιφανής τις ἐδῶ, ἐσκλήρυνε δὲ τὴν καρδίαν μας καὶ δὲν ἐδέχθημεν εἰσβολὴν ξένου ὑποψηφίου. Ἰλιγγιῶ νὰ φαντασθῶ τί θὰ ἐγίνετο. Ὅλοι οἱ πορθμεῖς θὰ ἐγκατέλειπον τὰς λέμβους των, οἱ κυβερνῆται θὰ ἔρριπτον ἔξω τὰ πλοῖά των, οἱ ναυπηγοὶ θὰ ἐπετοῦσαν τὰ ἐργαλεῖά των καὶ θὰ ἐζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μὴ νομίσῃς ὅτι ἡ θεσιθηρία γεννᾶται μόνη της. Τὰ δύο κακὰ ἀλληλεπιδρῶσιν. Ἡ ἀκαθαρσία παράγει τὸν φθεῖρα καὶ ὁ φθεὶρ παράγει τὴν ἀκαθαρσίαν. Τὸ τέρας τὸ καλούμενον ἐπιφανὴς τρέφει τὴν φυγοπονίαν, τὴν θεσιθηρίαν, τὸν τραμπουκισμόν, τὸν κουτσαβακισμόν, τὴν εἰς τοὺς νόμους ἀπείθειαν. Πλάττει αὐλὴν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τὰ ὁποῖα τὸν περιστοιχίζουσι, παρασίτων τὰ ὁποῖα ἀποζῶσιν ἐξ αὐτοῦ παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα, ζῳύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τὴν ἀκαθαρσίαν. Εὐτυχῶς δὲν ὑπῆρξεν ἐνταῦθα ἔδαφος κατάλληλον διὰ νὰ γεννηθῇ τὸ θρέμμα τὸ καλούμενον ἐπιφανής, καὶ οὕτως ἀπηλλάγημεν τῆς τοιαύτης ἀθλιότητος μέχρι τῆς ὥρας. Ἡ δωροδοκία δέ, τὴν ὁποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ὡς ἐκλογικὸν ὅπλον, εἶναι κατ᾽ ἐμὲ τὸ μικρότερον κακόν. Ὅστις ὅμως δυσφορῇ ἐπὶ ταύτῃ, ἂς μὴ μετέχῃ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, μήτε ὡς ἐκλογεύς, μήτε ὡς ἐκλέξιμος. Κυάμων ἀπέχεσθαι…
ΙΒ´
Οἱ πέντε ἐγκαρδιακοὶ φίλοι, ὁ γερο-Λευθέρης ὁ Κουσερής, ὁ μπαρμπα-Γιώργης ὁ Ἀπίκρατος, ὁ Δημήτρης ὁ Ζάβαλος, ὁ Γιαννιὸς ὁ Κάβουρας καὶ ὁ Κώστας ὁ Ἀγγουροκομμένος, εἶχον ἐκκινήσει, ὡς εἴπομεν, ἐκ τοῦ κήπου, ὅπου εἶχον συμποσιάσει καὶ εὐθυμήσει ἐπὶ πολλὰς ὥρας, καὶ κατήρχοντο ἐν πομπῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς διὰ νὰ ψηφοφορήσωσιν, ἡγουμένου τοῦ κὺρ Μανουήλου τοῦ Στεριωμένου, ὅστις καίτοι μὴ βλέπων αὐτούς, ὄπισθεν ἀκολουθοῦντας, ἔβλεπεν ὅμως τοὺς ἴσκιους των μηκυνομένους, ὑπὸ τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ δύοντος ἡλίου, πρὸς ἀνατολάς, ὅπου ἐβάδιζον, καὶ τοὺς ἐμέτρει ἐπιμελῶς, καὶ τοὺς εὕρισκε πέντε. Ἐνίοτε, ὅμως, βαίνοντος τοῦ ἑνὸς τῶν ἑταίρων ὄπισθεν τοῦ ἄλλου, οἱ ἴσκιοι των συνεχωνεύοντο εἰς δύο ἢ τρεῖς, καὶ τότε ἀνησύχει κ᾽ ἐστρέφετο ἀποτόμως νὰ ἴδῃ. Ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, τὸν ὁποῖον κανεὶς ἐξ ὅλων δὲν εἶχεν ἰδεῖ κατασκοπεύοντα ὄπισθεν τοῦ φράκτου, εἶχε προπορευθῆ αὐτῶν κατὰ πολύ, καὶ εἶχε φθάσει ἔξωθεν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἐκεῖ ἐκάλεσεν εἰς τὴν θύραν τὸν κὺρ Ἀνδρέαν τὸν Ἀπίκον, ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦ ἐσύριξεν ὀλίγας λέξεις εἰς τὸ οὖς.
Ὁ κὺρ Ἀνδρέας ὁ Ἀπίκος καὶ δύο ἄλλα μέλη ἀπετέλουν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἦσαν ἀφωσιωμένοι εἰς τὲς Ἀνδρογυνοχωρίστρες. Εὐθὺς ὡς ἤκουσε τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Μανώλη, ὁ κὺρ Ἀνδρέας ἔσυρε τὸ ὡρολόγιον ἐκ τῆς μικρᾶς τσέπης τοῦ περιστηθίου του, καὶ κρατῶν αὐτὸ εἰς τὴν παλάμην ἐπανῆλθε πρὸς τοὺς συναδέλφους του, καθημένους περὶ τὴν τράπεζαν, μὲ τὸν κὺρ Ἀγγελὴν τὸν Μαλλίνην ἐν τῷ μέσῳ, ὅστις μὲ τὴν πένναν εἰς τὴν χεῖρα, ἐσημείωνεν ἓν ὄνομα ἐκλογέως κάθε τέταρτον τῆς ὥρας, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐφλυάρει κ᾽ ἐκάπνιζεν ὀγκωδέστατα τσιγάρα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν αὐτοδικαίως ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ ἀναπληρωτὰς τῶν ὑποψηφίων.
― Κύριοι, εἶπεν ὁ κὺρ Ἀνδρέας ὁ Ἀπίκος, ἡ ὥρα εἶναι ἑπτὰ καὶ πέντε. Καιρὸς νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν τῆς ψηφοφορίας, νὰ κλείσωμεν τὸ κιβώτιον τῶν καλπῶν, νὰ συντάξωμεν τὸ πρακτικὸν καὶ νὰ ἑτοιμασθῶμεν διὰ τὴν διαλογήν.
Ἔσυραν ὅλοι τὰ ὡρολόγιά των. Τὰ ὡρολόγια τῶν δύο ἄλλων μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐδείκνυον, τοῦ ἑνὸς ἑπτὰ παρὰ τρία, τοῦ ἑτέρου ἑπτὰ παρὰ ἐννέα. Τὸ ὡρολόγιον τοῦ προέδρου, κυρίου Νιαουστέως, ἐδείκνυεν ἑπτὰ παρὰ εἴκοσι. Τέλος τὸ ὡρολόγιον τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου, κ. Μυροκλείδου, ἐδείκνυεν ἓξ καὶ δεκαοκτὼ λεπτά.
Πρὸ τριῶν ἐτῶν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἶχε φιλοτίμως ψηφίσει, ὁ κ. Νομάρχης εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἐγκρίνῃ καὶ ὁ κ. Δήμαρχος εἶχεν ἐπιμεληθῆ δραστηρίως νὰ κατασκευασθῇ μαρμαρίνη μεριδιάνα* ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ τοίχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου τοῦ βλέποντος πρὸς μεσημβρίαν ἀκριβῶς. Τῇ βοηθείᾳ τῆς μεριδιάνας ἐκείνης ἐκανόνιζεν ἔκτοτε ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος τὸ ὡρολόγιόν του. Ἀλλ᾽ αἱ μάγκαι τοῦ σχολείου, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ μάθημα ἢ εὐθὺς ὡς ἤθελον σχολάσει, εἶχον εὕρει τερπνὴν ἐνασχόλησιν τὸ νὰ ρίπτωσι λίθους ἐκεῖ ὑψηλὰ εἰς τὸ λευκὸν καὶ χαρακωμένον μὲ πολλὰς μαύρας γραμμὰς μάρμαρον, καὶ εἶχον καταστήσει σκοπὸν τῶν πετροβολημάτων των τὸ λεπτὸν σιδηροῦν πέταλον, τὸ χρησιμεῦον ὡς δείκτης τῆς μεριδιάνας. Ὅθεν δὲν εἶχον παρέλθει ὀλίγαι ἑβδομάδες καὶ τὸ λεπτὸν σιδηροῦν πέταλον ἐστράβωσεν ἐλεεινά, καὶ ἀντὶ νὰ δεικνύῃ μεσημβρίαν ἐδείκνυε μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, κανεὶς δὲ δὲν εἶχε φροντίσει ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τὸ διορθώσῃ ἢ τὸ ἀντικαταστήσῃ. Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος ἐν τούτοις προσεπάθει τοῦ λοιποῦ νὰ κανονίζῃ τὸ ὡρολόγιόν του μᾶλλον κατὰ συμπερασμόν, καὶ δὲν ἐβασίζετο πολὺ εἰς τὴν μεριδιάναν, ἥτις ἵστατο ἐκεῖ ὑψηλὰ ἀρχίσασα νὰ μαυρίζῃ ἐν μέρει ἀπὸ τὴν βροχὴν καὶ τὴν ὑγρασίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀπὸ τὰς κηλῖδας τῶν βωλοκοπημάτων τῶν μαθητῶν, ὁμοία μ᾽ ἐκλογικὸν πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐκόλλησαν ὑψηλὰ διὰ νὰ τὸ σώσουν ἀπὸ τὰ λασποβολήματα τῶν διαβατῶν.
Διὰ νὰ μὴ μᾶς μεμφθῶσι δὲ ὅτι κάμνομεν κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τῶν παρομοιώσεων, θὰ προσθέσωμεν ὅτι ὀλιγώτερον τολμηρὸν θὰ ἦτο νὰ παραβάλῃ τις τὸ ἄτυχον ἐκεῖνο ἡλιακὸν ὡρολόγιον μὲ πρόσωπον ὑποψηφίου βουλευτοῦ, ὠχρὸν κ᾽ ἐλεεινὸν ἐκ τῆς ἀυπνίας ἢ ἐκ τοῦ φόβου τῆς ἀποτυχίας, ὑποψηφίου κολλημένου σύρριζα εἰς τὸν τοῖχον, στριμωμένου ὄπισθεν τοῦ ἀνοικτοῦ καλύμματος τοῦ κιβωτίου τῶν καλπῶν, ἐπαιτοῦντος ἐν συντριβῇ καρδίας τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων, μὲ ὀρθὴν ἢ λοξὴν τὴν ρῖνα καὶ μὲ χάσκον τὸ στόμα δεικνύοντος κατὰ τὸ Τραϊάνειον ἐπίγραμμα[1], τὰς ὥρας εἰς τοὺς πρὸ τῶν καλπῶν διαβαίνοντας, τοὺς ψηφοφόρους2.
Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἤγγιζεν ἤδη τὸ πέρας τῆς ἀγωνίας τῶν ὑποψηφίων, τῆς ἀνησυχίας τῶν κομματαρχῶν καὶ ψηφοθηρῶν καὶ τῆς ἐνοχλήσεως τόσου κόσμου, καὶ ὁ κὺρ Ἀνδρέας ὁ Ἀπίκος φιλανθρώπως λίαν ἀπῄτει νὰ προβῶσιν εἰς τὴν διαλογὴν μίαν ὥραν ἀρχύτερα.
Τὸ πρᾶγμα δὲν ἤρεσεν εἰς τὸν πρόεδρον τὸν γερο-Νιαουστέα, ὅστις ὀλίγην εὐχαρίστησιν εἶχεν αἰσθανθῆ ἐκ τῆς προεδρίας του καθ᾽ ὅλην τὴν ἡμέραν. Διότι δὲν ἦτο ἀληθῶς πρόεδρος εἰμὴ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου κ. Μυροκλείδου. Ἡ πλειονοψηφία, ἀπειθής, ἀχαλίνωτος, τὸν ἀντέπραττεν, ἔκαμνε «τοῦ κεφαλιοῦ της», ὡς νὰ μὴν ἦτο αὐτὸς πρόεδρος.
― Δὲν εἶναι ἀκόμα ὥρα, κὺρ Ἀνδρέα, εἶπεν ὁ κ. Νιαουστεύς. Ἀπὸ τώρα νὰ κλείσουμε;
― Εἶναι ἑπτὰ καὶ πέντε, ἀντέλεξεν ὁ Ἀπίκος.
― Εἶναι ἑπτὰ παρὰ εἴκοσι, ἐπέμεινεν ὁ πρόεδρος.
― Κ᾽ ἐγὼ ἔχω ἑπτὰ παρὰ τρία, εἶπε τὸ ἄλλο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
― Κ᾽ ἐγὼ ἑπτὰ παρὰ δέκα.
― Κ᾽ ἐγὼ ἔχω ἓξ καὶ δεκαοκτώ, εἶπεν ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος.
― Εἶναι ἑπτὰ ἡ ὥρα, ἐπέμεινεν ὁ κὺρ Ἀνδρέας ὁ Ἀπίκος. Δὲν βλέπετε ποὺ ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε! Εἰς τὰς ἑπτὰ γράφει καὶ τὸ πρόγραμμα.
― Γράφει εἰς τὰς ἑπτὰ καὶ εἴκοσι δύο λεπτά, εἶπεν ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος.
―Ὣς ποὺ νὰ κλείσουμε τὲς κάλπες καὶ νὰ ὑπογράψουμε τὸ πρακτικό, θὰ πάῃ ἑφτάμιση.
―Ἐγὼ εἶμαι ὁ πρόεδρος, εἶπεν ἀγερώχως ὁ κ. Νιαουστεύς.
―Ἡμεῖς εἴμαστε ἡ πλειονοψηφία.
Ὁ κὺρ Ἀνδρέας ἔσπευδε, καὶ δὲν ἤθελε πολλὰ λόγια. Ἔστρεφεν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν βλέμμα πρὸς τὴν θύραν, ὡς νὰ ἐπερίμενε δυσάρεστόν τι ἐκεῖθεν. Φαίνεται ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Μανώλη τοῦ Πολύχρονου ἀπέβλεπε τοὺς πέντε ἐμπιστευμένους φίλους, τοὺς ὁποίους ὡδήγει ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἀντιθέτου κόμματος ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος.
― Δὲν μὲ μέλει τόσο γιὰ τὴ διαλογὴ ἂν θ᾽ ἀργήσῃ, εἶπεν μὲ τόνον εἰλικρινείας ὁ κὺρ Ἀνδρέας ὁ Ἀπίκος· ἀρκεῖ νὰ κλείσουν οἱ κάλπες γιὰ νὰ ἡσυχάσουμε.
― Εἶναι καὶ ἄλλοι νὰ ψηφοφορήσουν, εἶπεν ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅστις ἐνῷ τὸ πρωὶ ἐπεδείκνυεν ἀμεροληψίαν, ἕως τὴν ἑσπέραν εἶχε καταντήσει βαθμηδὸν νὰ φανατισθῇ ὑπὲρ τῶν Χαλασοχώρηδων.
― Δὲν εἶναι ἄλλοι, εἶπεν ὁ κὺρ Ἀνδρέας. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι, ὁ κύριος πρόεδρος ἂς κάμῃ τὸ χρέος του, καὶ ἂς διατάξῃ τὸν τελάλη νὰ φωνάξῃ τρεῖς φορές, πρὶν κλείσωμε τὶς κασσέλες. Ὁρίστε, κύριε πρόεδρε. Ἀλλοιῶς, θὰ διατάξῃ ἡ πλειονοψηφία.
― Θὰ διατάξετε τὸν πρόεδρον;
― Θὰ διατάξουμε τὸν τελάλη…
― Καὶ ποῦ ἠκούσθη αὐτὸ νὰ προστάττῃ ἡ πλειονοψηφία τὸν πρόεδρον; ἤρχισε ν᾽ ἀπαγγέλλῃ ἐν εἴδει λογυδρίου ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε ἀλλότρια δικαιώματα. Φατριάζετε. Δὲν σέβεσθε τοὺς γεροντοτέρους σας. Ὁ κύριος πρόεδρος… ὁ κύριος πρόεδρος, κύριοι, εἶναι…
― Κήρυξ! ἐφώναξε πρὸς τὴν θύραν στραφεὶς ὁ κὺρ Ἀνδρέας ὁ Ἀπίκος, βλέπων ὅτι ἡ ὥρα παρήρχετο.
Ὁ κήρυξ, ὅστις ἀνῆκε, φαίνεται, εἰς τὶς Ἀνδρογυνοχωρίστρες, μυρισθεὶς ὅτι κάτι τὸν ἤθελαν, εἶχε πλησιάσει εἰς τὴν θύραν.
― Κήρυξ! ἐπανέλαβεν ὁ κὺρ Ἀνδρέας, φώναξε δυνατὰ τρεῖς φορές, ὅποιος εἶναι γιὰ νὰ ψηφοφορήσῃ, νὰ ᾽ρθῇ, γιατὶ θὰ κλείσουμε τὶς κάλπες.
Ὁ κήρυξ ἐπανέλαβε διὰ τὸν τύπον τρίς, χῦμα καὶ μὲ νυστασμένην φωνήν· «Ὅποιος δὲν ἐψηφοφόρησε, νὰ τρέξῃ ἀμέσως, γιατὶ θὰ κλείσουν οἱ κάλπες…».
Συγχρόνως τὰ τρία μέλη τῆς πλειονοψηφίας, χωρὶς νὰ περιμένωσιν ὅπως παρέλθωσιν ὀλίγα λεπτά, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν εἶχεν ἔννοιαν ἡ κλῆσις τοῦ κήρυκος, προέβησαν ἐν σπουδῇ, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ προέδρου καὶ τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου, εἰς τὸ κλείσιμον τῶν δύο κιβωτίων.
― Κήρυξ! ἔκραξεν ὁ κὺρ Ἀνδρέας· φώναξε ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐτελείωσε καὶ ὅτι ἀρχίζει ἡ διαλογή.
Ὁ κήρυξ ἤνοιξε τὸ στόμα, ὅπως ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην, ὅταν εἰς τὴν θύραν τοῦ σχολείου ἐφάνη ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν πέντε ἀχωρίστων φίλων, τῶν περὶ τὸν Κουσερὴν καὶ Ἀπίκρατον.
― Πῶς! ἀρχίζει ἡ διαλογή;… ἐψέλλισε μὲ ἠλλοιωμένον τὸ πρόσωπον ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος.
― Φώναξε! ὑπέγρυξεν πρὸς τὸν κήρυκα ὁ κὺρ Ἀνδρέας, εὐθὺς ὡς εἶδε τὰ νέα ἐμφανισθέντα πρόσωπα.
Ὁ κήρυξ ἐφώνησεν: «Ἡ ψηφοφορία ἐτελείωσε, κύριοι! ἄρχεται ἡ διαλογή…».
Ἐν τῷ μεταξὺ ἐστάλη ἔγγραφον πρὸς τὸν Εἰρηνοδίκην, ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἐπάρχου, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ προσέλθῃ, διὰ νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν διαλογήν.
Ὁ πρόεδρος καὶ ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ἑκόντες ἄκοντες, ὑπέγραψαν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὡς καὶ τὸ πρακτικὸν τῆς λήξεως τῆς ψηφοφορίας.
Ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος διεμαρτύρετο ἀπὸ τῆς θύρας κ᾽ ἔστελλεν ἀπειλητικὰ βλέμματα πρὸς τὸν Ἀπίκον. Ὁ κὺρ Ἀνδρέας τοῦ ἀπήντα διὰ περιφρονητικοῦ μειδιάματος.
― Τώρα; εἶπεν ὁ μπαρμπα-Γιώργης ὁ Ἀπίκρατος.
― Τώρα… δὲν θὰ ψηφοφορήσετε πλέον… ἀργήσατε πολὺ νὰ τὸ ἀποφασίσετε… ποιὸς σᾶς φταίει… καὶ σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ μοῦ δώσετε πίσω κεῖνα ποὺ σᾶς ἔδωσα… ἐτραύλισεν ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος.
― Καὶ τί φταῖμε ἡμεῖς… τὰ δοσμένα εἶναι καλῶς δοσμένα… ὑπέλαβεν ὁ Γιαννιὸς ὁ Κάβουρας.
― Καὶ ὅ,τι πάρουμε, δὲν τὰ ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ὁ Δημήτρης ὁ Ζάβαλος.
― Καὶ δὲ μοῦ δώσατε κ᾽ ἐκεῖνα-δὰ τὰ τσαρούχια, ποὺ μοῦ ᾽πατε… παρετήρησεν ὁ Κώστας ὁ Ἄγγουρος.
― Κοίταξε, μπαρμπα-Γιώργη, πράγκα* τὸ χέρι σου! μὴ σὲ καταφέρῃ καὶ τοῦ τὰ δώσῃς πίσω, εἶπεν ὁ Κάβουρας, περισφίγγων ἐγγύθεν τὸν Ἀπίκρατον, φόβῳ μὴ οὗτος ἐξ εὐσυνειδησίας ἐπιστρέψῃ τὸν γνωστὸν φάκελον ὀπίσω.
Ὁ γερο-Κουσερὴς εἶχε πέσει εἰς σκέψεις καὶ ἠρέμα ἀνένευε διὰ τῆς κεφαλῆς. Ἐφαίνετο τῆς γνώμης ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφῇ ὁ φάκελος.
Ὅταν ἦλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ ἤρχισεν ἡ διαλογή, ἠκούετο ἀκόμη ἡ λογομαχία τῶν ἓξ ἀνθρώπων ἔξωθεν τοῦ σχολείου. Ὕστερον ἐγνώσθη ὅτι ἐξευρέθη μέσος ὅρος κ᾽ ἐπῆλθε συμβιβασμός, τὸν ὁποῖον διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον ἠναγκάσθη νὰ παραδεχθῇ ὁ κὺρ Μανουῆλος ὁ Στεριωμένος.
Ἐξήχθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης κάλπης. Ψηφοφορησάντων 498 (ὁ κατάλογος εἶχε διπλασίους, ἀλλ᾽ οἱ ἡμίσεις τῶν ἐκλογέων ἦσαν ἐν διαρκεῖ ἀποδημίᾳ), ὁ Ἀβαρίδης Δημήτριος ἔλαβεν εἰς τὸ ναὶ ψήφους 289 καὶ εἰς τὸ ὄχι 209.
Δεύτερον ἐξήχθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κάλπης τοῦ Ἀλικιάδου Παναγιώτου (συγγραφεύς, ὅστις ἐστοχάσθη νὰ γράψῃ ἠθογραφικὴν μελέτην ἐπὶ ἐκλογικοῦ θέματος, ὀφείλει νὰ εἶναι ὁ αὐτὸς καὶ ὑποψήφιος καὶ κομματάρχης καὶ ψηφοφόρος καὶ διαλογεὺς καὶ κήρυξ τοῦ ἐξαγομένου τῆς ψηφοφορίας), ὅστις ἔλαβεν εἰς τὸ ναὶ ψήφους 263 καὶ εἰς τὸ ὄχι ψήφους 237, εὑρεθέντων καὶ δύο πλεοναζόντων σφαιριδίων, τὰ ὁποῖα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ ναί, ἐν ᾧ κατελογίσθησαν ψῆφοι 261.
Τρίτη ἠνοίχθη ἡ κάλπη τοῦ Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος εἰς τὸ ναὶ ψήφους 317 καὶ εἰς τὸ ὄχι ψήφους 182, εὑρέθη δὲ καὶ ἓν πλεονάζον σφαιρίδιον, ἀφαιρεθὲν ἐκ τοῦ ναί (= 316).
Τέταρτον ἀποτέλεσμα ἐγνώσθη τὸ τῆς κάλπης τοῦ Καψιμαΐδου Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εἰς τὸ ναὶ καὶ 245 εἰς τὸ ὄχι.
Πέμπτη τέλος ἠνοίχθη ἡ κάλπη τοῦ Χαρτουλαρίου Ἰωάννου, τιμηθέντος διὰ ψήφων 154 εἰς τὸ ναὶ καὶ 344 εἰς τὸ ὄχι.
Τὴν ἀγγελίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀποτελεσμάτων ὑπεδέχετο ἔξω ὁ λαὸς δι᾽ ἐπευφημιῶν, δι᾽ ἀλαλαγμῶν καὶ καγχασμῶν εὐθυμοτάτων. Τὴν αὐτὴν στιγμὴν ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας ἔσπευσε νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸν Γιαννάκον τὸν Χαρτουλάριον πολλὰ συγχαρητήρια καὶ πολλὰ ἐγκώμια διὰ τὸν ἑαυτόν του, λόγῳ ὅτι, καίτοι μόνος ὑπηρετῶν αὐτόν, πρώτην φορὰν ἐκτεθέντα ὡς ὑποψήφιον, καίτοι πολεμούμενος λυσσωδῶς ἀπὸ δύο ἰσχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν οὐχ ἧττον νὰ τοῦ δώσῃ τόσας ψήφους.
Μετ᾽ ὀλίγας ὥρας ἦλθε τηλεγραφικῶς τὸ γενικὸν τῆς ἐπαρχίας ἀποτέλεσμα, καὶ πολλοὶ τενεκέδες ἐβρόντησαν ὡς σύνηθες εἰς βάρος τῶν ἀποτυχόντων, Καψιμαΐδου, Ἀβαρίδου καὶ Χαρτουλαρίου. Ἐξελέχθησαν δὲ εὐτυχῶς βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας ὁ κ. Γεροντιάδης, διὰ ψήφων 1239, καὶ ὁ κ. Ἀλικιάδης, διὰ ψήφων 1158, ἀπέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εἰς τοὺς τέσσαρας δήμους.
Καὶ οὕτω διπλοῦν ἐπῆλθε κέρδος. Πρῶτον, ἡσύχασε πρὸς καιρὸν ὁ κόσμος, καὶ δεύτερον, δὲν ἐκλείσθη τὸ στάδιον τῶν δύο προμνημονευθέντων πολιτευτῶν, οἵτινες ἔμελλον νὰ συνεχίσωσιν ἐπὶ μίαν εἰσέτι περίοδον τὰς διακεκριμένας ὑπηρεσίας των, ὁ εἷς διὰ τὰ γενικὰ τοῦ ἔθνους συμφέροντα, ὁ ἕτερος διὰ τὰ δημόσια ἔργα τῆς ἐπαρχίας.
(1892)
- ↑ Τὸ ἐπίγραμμα τοῦτο ἀποδίδεται εἰς τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανόν·
Ἀντίον ἠελίου στήσας ῥίνα καὶ στόμα χάσκων,
δείξεις τὰς ὥρας πᾶσι παρερχομένοις.