Μάγκας/Κεφάλαιο ΚΒ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάγκας
Συγγραφέας:
ΚΒ'. Οι γνώσεις του Αφράτου


Έτρωγε ο Αφράτος βιαστικά, καταβρόχθιζε λαίμαργα. Κι έτρωγα κι εγώ κοντά του σιωπηλά. Όλες αυτές οι ιστορίες που είχα ακούσει για πιστούς και ξύπνους σκύλους, μου γέμιζαν το κεφάλι, μ' ενθουσίαζαν, μ' έριχναν σε μεγάλη συλλογή. Ένιωθα σα νοσταλγία να κάνω κι εγώ τα ίδια, και, συνάμα, στενοχώρια, που σε όλη την περασμένη μου ζωή δεν είχα κάνει τίποτα που ν' αξίζει να μπει στην ιστορία, και που να μπορούν να το διηγούνται υπερήφανα για μένα τ' αφεντικά μου.

- Πρέπει! Πρέπει κάτι να κάνω κι εγώ, είπα.

Ο Αφράτος σήκωσε το κεφάλι και πέρασε τη γλώσσα του στα χείλια του.

- Τι να κάνεις; ρώτησε.

- Δεν ξέρω. Μα κάτι πρέπει κι εγώ να κάνω σαν τον Ροκ του Χρήστου, και σαν τον ξυπνό σκύλο του Περικλή, ή σαν τον πιστό Κέρβερο της Γιαγιάς.

- Έχεις όρεξη να πεθάνεις;

- Όχι... Μα θέλω να κάνω κι εγώ κάποια θυσία μεγάλη και ωραία...

Ο Αφράτος ξανάρχισε να τρώγει.

- Μπα! Τα πιστεύεις όλα αυτά που είπαν; έκανε ήσυχα. Αναπήδησα.

- Τι; Είναι ψέματα;

- Δεν είναι ψέματα. Μα ποιος ξέρει γιατί τάκαναν έτσι όπως μας τα διηγήθηκαν τ' αφεντικά σου, όλα αυτά τα περίφημα σκυλιά; Οι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια, ό,τι βλέπουν, να το εξηγούν με τη δική τους σκέψη.

- Μα αφού ψόφησαν από λύπη...

- Κι εσύ επέστρεψες. Όχι όμως από πίστη και νοσταλγία, αλλά γιατί βρεθήκαμε εμπρός στην πόρτα του κήπου, κι έτυχε να δεις μια γάτα που εχθρεύεσαι. Κι εγώ έσωσα τη Λίζα από τ' αγριόσκυλα, όχι γιατί την αγαπούσα, αλλά γιατί δεν ήθελα να φαν αυτά το ψωμάκι της, ενώ το λιμπίζουμουν εγώ. Και πέρασες εσύ στην ιστορία των πιστών σκύλων, κι εγώ έγινα ήρωας, που θυσιάστηκα κι έφαγα δαγκωματιές για ένα κοριτσάκι. Έτσι το θέλουν οι άνθρωποι.

Και ήρεμα βούτηξε πάλι ο Αφράτος τη μύτη του στη σούπα. Εγώ όμως δεν μπορούσα έτσι εύκολα να χωνέψω όλες αυτές τις θεωρίες.

Πήγα και ξαπλώθηκα στον ήλιο, εμπρός στο σπιτάκι μου, γυρίζοντας και ξαναγυρίζοντας στο κεφάλι μου τις ιστορίες που είχα ακούσει, και τις σκέψεις του Αφράτου. Με στενοχωρούσαν πολύ τα λόγια του Αφράτου, καθώς και η απαισιόδοξη δυσπιστία του. Πως με νόμιζαν τ' αφεντικά μου πιστό, ενώ αρνήθηκα να γυρίσω πίσω, ήταν πραγματικό. Και με βασάνιζε αυτή η ενθύμηση όσο και η επιθυμία να κάνω κάτι, για να ξεπλυθώ από τη ντροπή που ένιωθα εμπρός στον Αφράτο, που αυτός δε γελιούνταν, ήξερε τα μυστικά μου. Τον κοίταζα που είχε κουλουριαστεί στον ήλιο, με το σαγόνι ακουμπισμένο στα πίσω του πόδια. Και γύρευα τι να κάνω που να τον ξαφνίσω, να με θαυμάσει, να με πει άξιο, και να πιστέψει πως έχουν ευγένεια και τα ζώα.

Μα τι μπορούσα να κάνω; Να σκοτώσω ποντίκια; Πφφφ, δεν το καταδέχουμουν τέτοιο εύκολο πράμα. Να σκοτώσω γάτες, που ήταν δυσκολότερο; Σήκωσα το κεφάλι, μα δεν είδα καμιά.

Και το είχε πει ο Περικλής, δε θα ξανάρχουνταν πια άλλη γάτα όσο ήμουν εγώ εκεί. Πάγει λοιπόν, τελείωσε. Δεν είχα πια κανένα μέσον να φαντάξω του Αφράτου, δείχνοντας του την επιτηδειότητά μου, όσο και την αφοσίωση μου στ' αφεντικά μου... Φουρκίστηκα με τον Περικλή.

- Τι ανακατώνεται; είπα θυμωμένος. Ο Αφράτος σήκωσε το κεφάλι.

- Ποιος; ρώτησε.

- Ο Περικλής. Τι ανακατώνεται να σώζει γάτες που τις είχα στα δόντια μου;

- Και τι θα την έκανες τη γάτα;

- Θα τη σκότωνα.

- Και γιατί να τη σκοτώσεις;

Τι πράμα λέει; Σηκώθηκε η τρίχα μου.

- Πώς; Γιατί να τη σκοτώσω;

- Τι σου έκανε η κακομοίρα;

- Η κακομοίρα; Σαν τον Περικλή λες και συ; Εσύ δεν είσαι σκύλος; Εσύ δεν τις μισείς τις γάτες;

- Σκύλος είμαι. Μα δε μισώ τις γάτες. Δε μου έκαναν τίποτα.

- Ούτε μένα. Τίποτα δε μου έκανε αυτή που κάθουνταν στο πεζούλι του τοίχου. Μα ήταν γάτα. Και πρέπει να τη σκοτώσω κι αυτήν και τις συντρόφισσες της και όλο το σόι της. Κάτι μέσα μου έτσι μου λέγει. Τι ανακατώνεται ο Περικλής;

- Ίσως κι εκείνου κάτι μέσα του να του έλεγε να τη βγάλει από τα δόντια σου.

Ανασηκώθηκα ξαφνισμένος.

- Τι μου λες τώρα; είπα.

- Γιατί όχι; Αυτό το κάτι μέσα σου, που σου λέγει να σκοτώνεις τις γάτες, είναι το ένστικτο της ράτσας σου. Οι άνθρωποι δεν έχουν ένστικτο, μα έχουν αίσθημα, που το λεν και πονοψυχία και δικαιοσύνη και πολλά άλλα πράματα, και που συχνά τους κάνει να ζητούν να κάνουν καλό στα ζώα, να σώζουν τ' αδύνατα από τα δυνατά. Λοιπόν το ένστικτο σου σου φώναξε να σκοτώσεις τη γάτα, που δε σε πείραζε καθόλου η κακομοίρα, εκεί που γλείφουνταν ήσυχα στον ήλιο. Και το αίσθημα φώναξε του Περικλή να τη σώσει από τα δόντια σου. Κι επειδή είναι ο πιο δυνατός από τους δυο σας, σου την πήρε.

- Μα δεν έπρεπε ν' ακούσει το αίσθημα του και να μου την πάρει. Ας την άφηνε να κάνει καλά μαζί μου.

- Είσαι δυνατότερος από τη γάτα και θα την έπνιγες.

- Μα αυτό ήθελα κι εγώ!

- Έτσι; Μα άραγε θα έλεγες το ίδιο αν βρίσκουσουν εσύ στα δόντια πιο δυνατού σου, ας πούμε... του λύκου, που το ένστικτο του θα του φώναζε να σε φάγει; Θα μιλούσες έτσι αν βρίσκουνταν κοντά σου ο Περικλής, και του φώναζε το αίσθημα του να σε σώσει; Κι εκείνος, αντί ν' ακούσει το αίσθημα του, σε άφηνε να κάνεις καλά με το λύκο;

Ουφ! Τι ανυπόφορος αυτός ο Αφράτος! Όλο περίεργους συλλογισμούς έκανε.

- Και πρώτα - πρώτα, ρώτησα, ποιος είναι ο λύκος;

- Είναι ένας μεγάλος, σταχτόμαυρος, απολίτιστος, αιμοβόρος και άγριος σκύλος.

- Και τον γνωρίζεις; Πού είναι;

- Όχι, δεν τον γνώρισα ποτέ. Σε τούτα τα ζεστά μέρη δεν έρχεται. Μα τον θυμούμαι σα να τον έχω δει. Είναι μακρινός προπάππος όλων των σκύλων ο λύκος.

- Περίεργο! Εγώ δεν τον θυμούμαι καθόλου!

- Δεν είναι περίεργο, γιατί εσύ εξελίχθηκες και εξευγενίσθηκες περισσότερο από μένα.

- Τι θα πει αυτό;

- Θα πει πως πέρασε η ράτσα σου πολλά στάδια πολιτισμού, που δεν τα πέρασε η δική μου. Οι δικοί σου πατέρες, παππούδες, προπάπποι και προ-προπάπποι έχουν μάθει για πολλές γενεές την εύκολη ζωή, την καλοπέραση και τους καλούς τρόπους. Απομακρύνθηκες εσύ από τον άγριο λύκο, και από τα φυσικά ένστικτα του σκύλου. Εγώ είμαι πιο πρωτόγονος. Βρίσκομαι πιο κοντά στην άγρια φύση, ώστε πιο κοντά και στο λύκο. Γι' αυτό τον θυμούμαι ακόμα, ενώ εσύ τον ξέχασες... Θαύμαζα! Αυτός ο Αφράτος πόσα πράματα ήξερε!

- Λοιπόν, εξακολούθησε, θα σου άρεζε να σε πιάσει ο λύκος στα δόντια του, που είναι τέσσερεις φορές πιο μεγάλα από τα δικά σου, και δεκατέσσερεις φορές πιο δυνατά, και να σε πνίξει;

- Μα εγώ τι κακό του έκανα του λύκου για να με φάγει;

- Λες μόνος σου πως δε σου έκανε εσένα κανένα κακό η γάτα. Το ένστικτο σου όμως σου λέγει να την πνίξεις. Το ένστικτο του λύκου λέγει να φάγει. Προπάντων σαν πεινά. Και πεινά πάντα, γιατί κανένας δεν του προσφέρει σούπα. Ούτε την τρώγει άλλωστε τη σούπα. Θέλει σφαχτό. Το ένστικτο του λοιπόν του λέγει να σφάζει για να τρώγει. Μα ο Περικλής, που δεν είναι ούτε φοξ-τεριέ ούτε λύκος, δίνει σε όλους το δικαίωμα να ζήσουν. Και σώζει τη γάτα από τα δόντια σου. Κατάλαβες; Σε πολύ βαθιά συλλογή μ' έριξαν τα λόγια του Αφράτου. Ποτέ μου δεν είχα ακούσει αυτά τα πράματα, με όλο τον πολιτισμό, την καλοπέραση και τους καλούς τρόπους που έλεγε πως έχω. Κι εκείνος τα έπαιζε στα δάχτυλα του, σα να γεννήθηκε με τέτοιους στοχασμούς.

- Ποιος σου τα έμαθε όλα αυτά; τον ρώτησα.

- Κανένας.

- Και πώς λοιπόν τα ξέρεις;

- Στη μοναχική μου ζωή, συχνά τυχαίνει να κάθομαι στην ακρογιαλιά και να κοιτάζω τη θάλασσα, ενόσω ζεσταίνομαι στον ήλιο. Και όταν δεν έχω φάγει, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Και τότε συλλογίζομαι. Τότε συχνά θυμούμαι τον προπάππο μου το λύκο. Μα στοχάζομαι και άλλα. Εκεί στην ακρογιαλιά και στους χωματένιους λόφους, βλέπω συχνά και άλλα ζώα, αλεπούδες, τσακάλια, νυφίτσες, σάβρες, τυφλοπόντικους, γλάρους, σκαθάρους, καβούρους, ακόμα και μερμήγκια και σκουλήκια πολλών ειδών. Αυτά όλα τα ζωντανά αλληλοπολεμούνται. Και πάντα, πάντα, πάντα τα πιο δυνατά τρων τα πιο αδύνατα. Σαν ήμουν μικρός, επαναστατούσα. Με θύμωνε που άλλοι τρώγουν όσο θέλουν, και περισσότερο, ενώ άλλοι μένουν νηστικοί. Όταν όμως μεγάλωσα, αντί να χάνω την ώρα μου σε θυμούς, κοίταζα να παρατηρήσω τα καμώματά τους, και κατάλαβα πως είναι νόμος: ο πιο δυνατός να νικά πάντα.

- Μα καλά. Αυτά όλα τα ζώα που λες σκοτώνουν για να φάγουν. Εγώ δε σκοτώνω για να φάγω. Δεν τρώγω ούτε γάτες ούτε ποντίκια.

- Δεν τα τρως πια, γιατί σου τα ξέμαθε ο πολιτισμός σου, και γιατί είσαι πάντα χορτάτος. Για πολλές γενεές, χόρτασαν οι πατέρες σου με καλύτερη κι ευκολότερη τροφή. Και δεν τρων πια το κυνήγι τους, ξέχασαν το λύκο και τα ένστικτα του, τους γεννήθηκαν άλλα ένστικτα κυνηγετικά, σπιτικά, πολιτισμένα, έμαθαν ν' αγαπούν και να εξαρτώνται από τον αφέντη που τους ταΐζει. Αν όμως πεινούσες για πολύν καιρό, θα ξεχνούσες λίγο - λίγο τον πολιτισμό σου, θα ξαναγύριζες στη φύση, δηλαδή θα ξαναγίνουσουν άγριος, θα ξαναθυμούσουν το λύκο και τα ένστικτα του, αν όχι εσύ, που είσαι χαλασμένος και αδυνατισμένος από τον πολιτισμό, τουλάχιστον τα παιδιά σου ή τα εγγόνια σου, που θα είχαν μάθει από μικρά να τρων το κυνήγι τους. Και θα έτρωγες, όχι μόνο ποντίκια, αλλά και γάτες ολόκληρες και σάβρες και χίλιες βρώμες άλλες, που δεν τις φαντάζεσαι μπρος στη σούπα του Άλη!

- Μα εσύ διέκοψα, που πεινάς τόσες φορές, γιατί δεν τρως γάτες και ποντίκια;

- Γιατί η γάτα είναι δυνατότερη μου, και θα μου έβγαζε τα μάτια. Ως προς τα ποντίκια, είναι πολύ γρήγορα και μου ξεφεύγουν. Μα σαν μπορώ να πιάσω καμιά σάβρα ή καμιάν ακρίδα, τις τρώγω μια χαρά!

Όλες οι εξηγήσεις του Αφράτου έπεφταν τόσο απανωτές, μ' έκαμναν ν' αντικρίζω ξαφνικά τόσους καινούριους κόσμους, που σάστιζα.

- Μα καλά. Ο Περικλής τι σχέση έχει με όλα αυτά; είπα σκοτισμένος.

- Καμιά, αποκρίθηκε ο Αφράτος. Ο Περικλής και μερικοί άλλοι, που φορούν ρούχα σαν και αυτόν, έχουν το αίσθημα πως και οι αδύνατοι έχουν δικαίωμα να ζουν...

- Τι έχουν τα ρούχα τους να κάνουν; διέκοψα νευριασμένος.

- Δεν ξέρω. Μα παρατήρησα πως όσοι φορούν γκαλαμπίες, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τα ζώα, ούτε για τους αδύνατους. Απεναντίας, είναι πολύ σκληροί με τα ζώα τους, γαϊδούρια, ας πούμε, ή άλογα, που τα ξυλοφορτώνουν αδιάκοπα. Ενώ μου έτυχε να δω μερικούς, που είναι ντυμένοι σαν τον Περικλή, να σώζουν, λόγου χάριν, πεταλούδα από τα δόντια μιας σάβρας, ή πουλί από πεινασμένη γάτα, ή και παιδί από θυμωμένο αφέντη που το έδερνε. Αυτό όμως δεν είναι ένστικτο. Είναι αίσθημα, όπως σου είπα στην αρχή...

- Αχ, γιατί δεν είναι δω ο Περικλής, να με σώσει και μένα; είπα με αγωνία, βλέποντας τον Άλη, που κατάφθανε με κουβάδες και σαπούνια.

Και τρύπωσα μέσα στο σπιτάκι μου. Μάταια όμως κρύβουμουν! Μ' έπιασε από το πετσί του λαιμού, με τράβηξε έξω, και το μαρτύριο μου άρχισε. Όλες αυτές τις μέρες της ελευθερίας, είχα ξεμάθει τους καταρράκτες, που σου γεμίζουν νερό τα ρουθούνια! Και πνίγηκα και φύσηξα και έβηξα σαν κακομοίρης που ήμουν. Και για να γλιτώσω καινούρια πνιξίματα, άνοιξα τα μάτια μου την ώρα που δεν έπρεπε, και μπήκαν όλα τα σαπούνια μέσα. Και τσούξιμο πια! Και στενοχώρια και δύσπνοια, ουφ... Με περιέργεια παθητική παρακολουθούσε ο Αφράτος τις διάφορες φάσεις της τουαλέτας μου.

- Τώρα καταλαβαίνω γιατί τόσο σιχαίνουσουν το ζεμπίλι της σκουπιδούς, είπε στο τέλος. Καημένε Μάγκα! Σ' έχει χαλάσει ο πολιτισμός, που μέρος του είναι και τα σαπούνια. Σου έχει στρεβλώσει την όσφρηση, και καταντά να μη σε πειράζει η μπουγαδίλα που ξεθυμαίνει από πάνω σου, ενώ σε πειράζει η ορεκτική μυρωδιά των σκουπιδιών.

Τίναξα τα νερά από το μούτσουνό μου, και τον κοίταξα από μέσα από τις δίπλες του πεσκιριού. Εκείνος γέλασε.

- Τι γελοίος που είσαι έτσι! είπε. Να σου πω. Θαρρώ πως προτιμώ την πείνα της ελευθερίας από το βασανιστήριο αυτό του πολιτισμού σου.

Το φιλότιμο μου πειράχθηκε.

- Δεν είδες παρά τα στραβά του πολιτισμού, είπα. Μα έχει και τα καλά του. Έφαγες σούπα και ενθουσιάστηκες. Μα δεν ξέρεις τι θα πει κουλούρι. Θες να το δοκιμάσεις; Έλα, πάμε μέσα.

- Πού μέσα;

- Στο σπίτι όπου είναι τ' αφεντικά μου. Θα παίρνουν το τσάι τους τώρα, και θα μας δώσουν κουλούρι. Έλα.

Κι έφυγα τρεχάτος. Διστακτικά με ακολούθησε ο Αφράτος, και σταμάτησε πάλι στις σκάλες της βεράντας, που τις είχα ανέβει εγώ τρεχάτος. Σκέφθηκα τότε πως αυτός, παιδί της αμμουδιάς και της μοναξιάς, ίσως να μην είχε δει ποτέ σπίτι.

- Μπήκες ποτέ σε τραπεζαρία; Σε σαλόνι; Σε κρεβατοκάμαρα; τον ρώτησα.

Με κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Ήμουν καταχαρούμενος. Να που ήξερα κι εγώ πράματα που δεν ήξερε αυτός.

- Έλα λοιπόν απάνω, του είπα. Μη φοβάσαι! Πρώτα τα μπροστινά σου πόδια σήκωσε στο σκαλοπάτι, κι ύστερα τα πίσω. Έλα, ανέβα! Θα σου δείξω καινούρια πράματα, που δεν τα ξέρεις εσύ και που τα ξέρω καλά εγώ.

Καημένος Αφράτος! Είχα ξεχάσει τη χιώτισσα νοικοκυρά! Η τραπεζαρία ήταν άδεια. Όλη η οικογένεια, εκτός τα παιδιά, ήταν μαζεμένη στην είσοδο. Μπήκα μέσα με την ουρίτσα μου στον αέρα' και με ακολουθούσε κοντά - κοντά, ντροπαλός και φοβισμένος ο Αφράτος, όταν έξαφνα η κυρία Βασιωτάκη πέταξε τις φωνές, και σηκώθηκε σχεδόν όρθια, χτυπώντας τα χέρια της:

- Έξω! Έξω! Κς, κς, κς!... Αραπόσκυλα τώρα θα μπαίνουν εδώ; Έξω! Έξω!

- Μητέρα, είναι ο Κοκαλιάρης, ο σωτήρας της Λίζας, μεσίτευε η Εύα, που πετάχθηκε πάνω.

- Όποιος θέλει ας είναι. Να του δώσω φαγί όσο θέλει. Μα να μπαίνει στα σαλόνια, το βρώμικο, το άπλυτο, όχι! Κσσς! Έξω!

Ο Μήτσος είχε σηκωθεί, και πιάνοντας τον Αφράτο, τον έσπρωξε έξω.

- Πήγαινε, καημένε Κοκαλιάρη, είπε. Είσαι πολύ καλός. Μα δε φόρεσες γάμου περιβολή.

Βγήκε ο Αφράτος, και κατέβηκε αργά τη σκάλα, μαζεύοντας μες στα πόδια του τη μακριά του καμπυλωτή ουρά. Αγανακτισμένος, ντροπιασμένος για την αποτυχία μου, τον ακολούθησα κι εγώ. Με πείραζε που δεν είχα συλλογιστεί εγκαίρως τα χαλιά της κυράς μου, και που εξέθεσα τον καημένο το φίλο μου σε τέτοια προσβολή. Μα δεν ήθελα και να δείξω πως είχα κάνει ανοησία. Σήκωσα το κεφάλι μου στον αέρα και είπα:

- Ξεχάσαμε τη σκόνη σου, καημένε. Αύριο, να σε λούσει ο Άλης, και, καθαρός πια, θα πας και στις κρεβατοκάμαρες μέσα.

Μελαγχολικά με κοίταξε ο Αφράτος.

- Δεν είναι η σκόνη που ξεχάσαμε, είπε. Είναι η απόσταση που ξεχωρίζει το εξελιγμένο φοξ-τεριέ από το γιο του λύκου. Αντίο σου, Μάγκα.

- Τι! είπα ξαφνισμένος. Φεύγεις;

- Ναι. Εδώ είμαι έξω από τα νερά μου. Είμαι παραφωνία.

- Ανοησίες! του είπα. Το περιβόλι είναι δικό μου. Μόνο στο σπίτι φωνάζει η κυρά.

- Και στο περιβόλι είμαι παραφωνία, είπε ο Αφράτος. Η άπλυτη θαμπή μου γούνα, η κακομοιριασμένη, δεν ταιριάζει με το όμορφο γρασίδι και τα τριαντάφυλλα. Πάγω στους χωματόλοφους και στη μοναχική μου ακρογιαλιά. Αυτό είναι δικό μου βασίλειο.

Και με το ξεβιδωμένο άχαρο βήμα του, με το κεφάλι κρεμασμένο και την ουρά του γυριστή σαν τσέρκι λειψό, βγήκε από το περιβόλι κι έφυγε.

Δε μ' έκανε καρδιά να πάγω στ' αφεντικά μου. Είχα ακεφιά και ήμουν δυσαρεστημένος με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Κάτι δούλευε στο κεφάλι μου, και δεν ήξερα καλά να το εξηγήσω. Απορίες και αισθήματα αλληλοσυγκρούουνταν, μπερδεύουνταν, με σκότιζαν. Πως ήταν άσχημος και άπλυτος ο Αφράτος, το καταλάβαινα. Και τώρα που ξαναβρίσκουμουν στο πολιτισμένο μου περιβάλλον, ξανάνιωθα πάλι κάτι από την παλιά μου περιφρόνηση για τ' αραπόσκυλα του δρόμου.

Μα από τις μέρες που έζησα έξω, και που γνώρισα τη ζωή, κάτι μου έμεινε και μου χαλούσε την πρωτυτερινή μου ευχαρίστηση, να νιώθω τον εαυτό μου ομορφότερο και καλύτερο από τους άλλους, και να κοιτάζω ακατάδεχτα τους λιγότερο καλοθρεμμένους και καλοπλυμένους από μένα. Το έβλεπα πως ήταν απεριποίητος, πως δεν είχε τρόπους, ο κακομοίρης ο Αφράτος. Μα είχα μάθει απ' αυτόν κάτι όμορφα πράματα που δε θα τα είχα ποτέ ούτε σκεφθεί εγώ, ούτε νιώσει χωρίς αυτόν.

Και με όλο μου το λουτρό και του βρουτσισμένη μου γούνα, κάτι μου έλεγε μέσα μου πως ο Αφράτος ήταν και πιο ευγενικός και καλύτερος μου. Και το αίσθημα αυτό μου ήταν δυσάρεστο. Μ' έκανε να είμαι ανήσυχος, δυστυχισμένος, νευρικός. Ήθελα παρηγοριά, μα όχι από τ' αφεντικά μου. Ήμουν θυμωμένος με τ' αφεντικά μου, που έδιωξαν τον Αφράτο, και δεν ήθελα εκείνη την ώρα τα χάδια τους. Κακιωμένος πήγα στο στάβλο να ξαναβρώ το φίλο μου τον Μπόμπη.