Μάγκας/Κεφάλαιο ΚΑ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάγκας
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΚΑ'. Η επιστροφή


Περάσαμε από καλλιεργημένους κήπους και πλατείες ανθοστολισμένες, περάσαμε μια φαρδιά λεωφόρο, φυτεμένη μεγάλα δέντρα, και μπήκαμε σε μια συνοικία όπου μου φάνηκε πως αναγνώριζα δρόμους και σπίτια που είχα ξαναδεί, σα βγήκα με τον αφέντη μου και τα παιδιά μας, μια - δυο φορές.

- Πού βρισκόμαστε; ρώτησα τον Αφράτο.

- Στην ελληνική συνοικία, εκεί που όλα τα σπίτια είναι μέσα σε ωραία περιβόλια, μου αποκρίθηκε.

Και γύρισε σ' έναν παράδρομο. Έξαφνα βρέθηκα αντίκρυ από τη γνωστή μου καγκελόπορτα, και αναγνώρισα το περιβόλι μου.

- Αφράτο! Πού πάμε; ρώτησα πνιγμένος από το καρδιόχτυπο.

- Εδώ, στο σπίτι των παιδιών που μου έδωσαν κι έφαγα χθες...

- Ετούτο είναι;

- Ναι.

- Μα τότε... τότε... τα παιδιά που είδες...

- Καλέ τι έπαθες; έκανε ο Αφράτος.

- Είδες τα παιδιά μας! φώναξα. Και το σπίτι είναι του αφ...

Δεν πρόφθασα να τελειώσω τη λέξη μου. Σα να τεντώθηκε μια σούστα μέσα μου, τινάχθηκα σα σαΐτα στη μισάνοιχτη πόρτα, όρμησα στο πεζούλι με τα κάγκελα, και άρπαξα από το σβέρκο μια γάτα που γλείφουνταν ήσυχα στον ήλιο. Την ίδια στιγμή, κάποιος μ' έπιασε, μου άνοιξε με τη βία τα δόντια, και η γάτα έφυγε σαν αστραπή, πριν προφθάσω να της σπάσω το ραχοκόκαλο. Στην αγωνία μου, στο θυμό μου, κλαίγοντας από λύσσα, δάγκασα το χέρι που με βαστούσε. Μα πάλι αυτό δε μ' άφησε παρά μ' έσφιγγε όλο και περισσότερο. Ώσπου χάθηκε η γάτα.

Και τότε άνοιξε το χέρι αυτό και με άφησε. Πετάχθηκα κατά τα κάγκελα. Μα πού! Ούτε φαίνουνταν πια η γάτα! Από τα δέντρα του δρόμου είχε πηδήξει στο αντικρινό περιβόλι και τρέπουνταν σε αναίσχυντη φυγή. Φωνές ακούουνταν από παντού, χαρούμενες και θυμωμένες συνάμα.

- Ο Μάγκας, ο Μάγκας! Γύρισε ο Μάγκας, έλεγαν μαζί ο Λουκάς, η Λίζα και η Εύα, ενώ η θυμωμένη φωνή της Άννας ξεχώριζε από τις άλλες:

- Γιατί γλίτωσες τη γάτα, Περικλή; Η μητέρα λέγει πως πρέπει να γλιτώσομε μεις απ' αυτές!

Γύρισα και είδα ένα άγνωστο αγόρι, ως δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών, μαυροφορεμένο, με καστανά μαλλιά βρουτσισμένα πίσω, που σκούπιζε το ματωμένο χέρι του. - Θα την είχε πνίξει, αποκρίθηκε της Άννας. Και ήταν κρίμα την κακομοίρα...

Όλοι είχαν μαζευθεί, μεγάλοι και μικροί, γονείς και παιδιά. Άλλοι έβγαιναν από την τραπεζαρία, άλλοι από τους δρόμους του κήπου, και όλοι με τριγύριζαν, με χάιδευαν, με καλωσόριζαν. Είδα αμέσως πως μου χαρίστηκαν οι αμαρτίες μου, πως με είχαν συγχωρήσει, και με πήδους και γαβγίσματα γύρευα κι εγώ να πω τη χαρά μου, που ξαναβρήκα τ' αφεντικά μου.

- Μπρε Μάγκα, από πού έρχεσαι; αναφώνησε ο Χρήστος.

- Πού σουρτούκευες; έκανε ο Μήτσος.

- Τον κολάρο σου πού τον έσπειρες; πρόσθεσε ο αφέντης.

- Καλώς ήλθες, Μάγκα. Θα μας γλιτώσεις πάλι από τις γάτες που πλημμύρισαν, είπε η κυρά μου.

- Και την έπιασε κιόλα τη μια, αναφώνησε η Άννα. Μα τη γλίτωσε ο Περικλής...

- Και σε δάγκασε ο Μάγκας, Περικλή; ρώτησε η Εύα.

- Τι έκανε; Για να δω, είπε η Γιαγιά.

Το αγόρι κοκκίνισε, κι έκρυψε το χέρι του. Η Γιαγιά όμως επέμεινε να το δει. Και ντροπιασμένο το αγόρι της είπε:

- Παρακαλώ, Γιαγιά, μην κάνετε έτσι. Αν ήταν εδώ ο Παππούς μου θα ντρέπουνταν για μένα.

Και τα μάτια του βούρκωσαν. Τον κοίταξα από κοντά. Λοιπόν αυτός ήταν ο Περικλής, ο δισέγγονος του καπετάν-Μανόλη, που ήλθε από την Κρήτη ενόσω έλειπα...

- Αφράτο, φώναξα, αυτό είναι το αγόρι που είδες χθες; Ντροπαλός, βρώμικος, πηγαίνοντας με το ξεβιδωμένο του βήμα, σίμωσε ο Αφράτος.

- Ναι, είπε. Αυτός έβγαλε το κοριτσάκι από τη θάλασσα.

- Μπα, Λίζα, να ο σωτήρας σου! φώναξε ο Λουκάς.

Η Λίζα τον είδε, έτρεξε στο φίλο μου και ξέσπασε σε αναφωνητά και χάδια. Όρθια, με τα χέρια ενωμένα πίσω, την κοίταξε η Άννα.

- Αυτός σε τρόμαξε κι έπεσες στη θάλασσα; ρώτησε περιφρονητικά.

- Όχι. Αυτός μ' έσωσε από άλλα δυο κακά σκυλιά, αποκρίθηκε η Λίζα. Τούτος ήταν πολύ χρυσός!...

- Εσύ ήσουν κουτή και φοβιτσιάρα, είπε ακατάδεχτα η Άννα. Εγώ νάμουν, θα τους έδινα μια κλωτσιά, και...

- Ναι, μα εσύ ήσουν τιμωρημένη, διέκοψε πειραγμένη η Λίζα.

Η Άννα κοκκίνισε, κι έκανε να την κλωτσήσει. Μα γύρισε η μαμά της, και όλα τα πόδια ξαναμπήκαν στη θέση τους. Είδε η κυρία Βασιωτάκη τον Αφράτο και ξιπάστηκε.

- Πω - πω, χάλια! Αυτός πιάστηκε με άλλα δυο σκυλιά; Καλέ τι αδυναμία είναι αυτή; αναφώνησε. Λίζα, μην τον αγγίζεις! Δεν τον γνωρίζεις. Μπορεί και να σε δαγκάσει!

- Μπα, Θεία, δε δαγκάνει ο κακομοίρης, είπε ο Περικλής. Δες τι φοβισμένος που είναι! Έλα δω, κοκαλιάρη!

- Κοκαλιάρη! Κοκαλιάρη! Καλό όνομα του βρήκες, είπε ξεκαρδισμένη η Λίζα.

- Μην τον αγγίζεις, Περικλή, με το πληγωμένο σου χέρι! αναφώνησε η κυρά. Λουκά, πετάξου, γεια σου, φέρε μου το φαρμακείο. Κοίταξε πώς ξεματώνει το χέρι σου, Περικλή μου!

Τρεχάτος έφυγε ο Λουκάς, και γύρισε μ' ένα κουτί μπουκαλάκια και μπαμπάκια. Και η κυρά μου καθάρισε το πληγωμένο χέρι του Περικλή, το απολύμανε και το έδεσε.

- Ωραία εορτάζει την επιστροφή του ο Μάγκας, είπε. Με ουρά χαμηλωμένη, τρύπωσα κάτω από τον μπάγκο όπου κάθουνταν η κυρία Βασιωτάκη.

- Ω, τον καημένο, μην τον μαλώνεις, Μητέρα. Δες πώς το κατάλαβε και ντρέπεται! αναφώνησε ο Λουκάς.

- Άλλωστε, δε φταίγει αυτός, είπε ο Περικλής. Εγώ φταίγω που άνοιξα το στόμα του με τη βία. Μόνο χάδια τού πρέπουν, αφού γύρισε μονάχος του!

- Καλός Περικλής, σκέφθηκα συγκινημένος.

- Δες, Πατέρα, έχει ένα σκοινί στο λαιμό, είπε ο Λουκάς.

- Ναι, και είναι κομμένο, μασημένο, αποκρίθηκε ο αφέντης.

Με τράβηξε από τον μπάγκο όπου είχα χωθεί, κι εξέτασε το σκοινί.

- Ξέρεις, θα τον είχαν δέσει, και αυτός έκοψε το σκοινί με τα δόντια του για να γυρίσει πίσω σε μας. Είναι συγκινητικά πιστά τα σκυλιά! Γειά σου, Μάγκα!

Και μου χάιδεψε το κεφάλι, ανάμεσα σε μια βοή από επαίνους παιδιών και μεγάλων. Έριξα πλάγια μια ματιά του Αφράτου, και αντάμωσα το βλέμμα του το καστανό, όπου γυάλιζε κάποια κοροϊδία. Και κατέβασα το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια μου, και μάζεψα πάλι την ουρά μου. Ντρέπουμουν. Με πλήγωνε ο έπαινος του αφέντη μου. Θυμούμουν τη δειλία μου και την επιμονή μου να μη γυρίσω πια ποτέ στο σπίτι, πως θα με σκότωναν. Τουλάχιστον πως θα μ' έδερναν. Αν δεν ήταν η πείνα που μ' έφερε προς τα κατοικημένα μέρη, και αν δεν ήταν η γάτα που μ' έκανε και ξέχασα πείσματα και φόβους, θα βρίσκουμουν ποιος ξέρει πού, γιατί δε θάμπαινα ποτέ πια στο περιβόλι μας.

- Ω, ορθοκρισία ανθρώπινη! είπε χαμηλόφωνα ο Αφράτος.

Έκανα πως νυστάζω και γύρισα τα μάτια μου, να μη βλέπω πια το ειρωνικό του βλέμμα.

Ουφ! Τι βαριά που είναι η ντροπή!...

Μα έξαφνα, η προσοχή μου στράφηκε κατά τον Χρήστο. Κάτι διηγούνταν, τόσο σπαρταριστό, που τα παιδιά παράτησαν και Αφράτο και μένα, και άκουαν με μάτια ορθάνοιχτα. - Ήταν από τη ράτσα του Αγίου Βερνάρδου, που μοιάζουν με της Νέας Γης τα μεγάλα μαλλιαρά σκυλιά, έλεγε ο Χρήστος. Ήταν από τα σκυλιά που, στο Μοναστήρι του Αγίου Βερνάρδου πάνω στις Άλπεις, οι μοναχοί τα μαθαίνουν να γυρεύουν και ν' ανακαλύπτουν παραπλανημένους μες στα χιόνια ταξιδιώτες. Είναι πολύ έξυπνα και δυνατά σκυλιά, κι έχουν πολύ λεπτή όσφρηση. Τους δένουν οι μοναχοί τροφή κι ένα δοχείο με κονιάκ στο λαιμό, και τα στέλνουν στα χιόνια να ερευνήσουν. Πολλούς παραπλανημένους έσωσαν τα λαμπρά αυτά ζώα πεζοπόρους, που αλλιώς θα πέθαιναν μες στα χιόνια από κρύο και πείνα. Και μιας και τους ανακαλύψουν, τους οδηγούν στα μοναστήρια, όπου τους περιποιούνται οι μοναχοί και τους οδηγούν πάλι στο δρόμο τους. Τέτοιος λοιπόν ήταν και ο δικός μου ο Ροκ, που μου τον είχαν δώσει οι μοναχοί της Μονής του Μεγάλου Αγίου Βερνάρδου. Ήταν νέο σκυλί, μα όχι πια κουτάβι. Ήμουν τότε φοιτητής, και έκανα μεγάλες εκδρομές στα βουνά. Τον έπαιρνα μαζί μου πάντα τον Ροκ. Μια φορά, σε μια χιονοθύελλα, έπεσα και στραμπούλισα το πόδι μου. Βρίσκουμουν πολύ ψηλά σ' ένα βουνό, και δεν ήξερα καλά - καλά πού. Στην απελπισία μου θυμήθηκα την καταγωγή του Ροκ και τις ιδιότητες της ράτσας του, που δεν τις είχα μεταχειρισθεί ακόμα. Έγραψα σ' ένα χαρτάκι πως βρίσκομαι χαμένος στο βουνό, το έδεσα στο λαιμό του σκύλου μου, και του είπα μια - δυο φορές: «Πήγαινε σπίτι, Ροκ, πήγαινε σπίτι». Στην τρίτη προσταγή, έφυγε τρεχάτος. Περίμενα, φαντάζεστε με τι καρδιόχτυπο. Δεν ήξερα αν είχε καταλάβει, και πού θα πήγαινε. Ήταν παύσεις, κι έμενα από την παραμονή, μόνος, σ' ένα εξοχικό ξενοδοχείο. Περίμενα πολύ. Είχε νυχτώσει. Έκανε κρύο, χιόνιζε βαριά, και ο Ροκ δεν επέστρεφε. Περνούσε η ώρα, και όλο δεν επέστρεφε ο Ροκ. Έκανα να σηκωθώ, προσπάθησα να περπατήσω, μα στο τέλος έπεσα στα χιόνια, κι έχασα τις αισθήσεις μου. Δεν θυμούμαι πια πόση ώρα έμεινα έτσι. Με συνέφερε κάτι ζεστό στο στόμα μου, κι ένιωσα πως με τρίβουν και με τυλίγουν, και πάλι κάτι μ' έκαψε στο λάρυγγα. Άνοιξα τα μάτια, και είδα ένα μοναχό με κουκούλα, και συνάμα αναγνώρισα τον Ροκ κοντά μου, που μου έγλειφε τα χέρια. Φαντασθείτε τι είχε συμβεί. Επειδή είχαμε αλλάξει τις μέρες αυτές διάφορα ξενοδοχεία, το σκυλί δεν εγνώριζε σπίτι. Τέτοιο έξυπνα όμως ζώο δεν τα έχασε, παρά, στα χιόνια μέσα, θυμήθηκε την παλιά τέχνη που του είχαν μάθει οι μοναχοί. Ξαναβρήκε, Κύριος οίδε πώς, τα παλιά του λιμέρια, πήγε ως το μοναστήρι όπου το είχαν διδάξει να βρίσκει παραπλανημένους, και οι μοναχοί, μαθημένοι στις περιπέτειες αυτές, γύρεψαν αμέσως και βρήκαν το χαρτί, και ακολούθησαν τον Ροκ, που τους έφερε ως εκεί που βρίσκουμουν, μισοθαμμένος πια μες στα χιόνια. Χωρίς τον Ροκ, δε θα ήμουν σήμερα εδώ για να σας διηγηθώ την ιστορία του, πρόσθεσε ο Χρήστος.

- Και ο Ροκ τι έγινε; Γιατί δεν το έχεις μαζί σου; ρώτησε η Άννα.

- Τον άφησα στου πατέρα μου σαν ήλθα εδώ, γιατί αυτά τα σκυλιά, που έχουν πυκνή και μακριά τρίχα, δε ζουν σε τούτα τα ζεστά κλίματα. Μα έπαθε μαρασμό σα μ' έχασε, ο κακομοίρης, και σε λίγο ψόφησε.

- Ω, τι κρίμα! αναφώνησαν τα παιδιά.

- Καλύτερα να τον είχες φέρει εδώ, και ας ψοφούσε τουλάχιστον κοντά σου, είπε η Εύα.

- Αν φαντάζουμουν πως θα πήγαινε από αγάπη για μένα, βέβαια θα τον έφερνα, αποκρίθηκε ο Χρήστος. Τον λυπήθηκα περισσότερο και από άνθρωπο.

- Το πιστεύω, είπε η Γιαγιά. Πολύ συνδέεται κανείς με το σκύλο του, σαν είναι τέτοιος πιστός. Κι εγώ δεν ξέχασα ποτέ το σκύλο του Παππού σας, και ποτέ πια δεν πήρα άλλον! Τον έλεγαν Κέρβερο. Ήταν του κυνηγιού σκυλί, και τον έπαιρνε μαζί του ο Παππούς σας σαν πήγαινε στο κυνήγι της πέρδικας, που ήταν το αγαπημένο του σπορ. Φύλαγε το σπίτι μας, έτσι που δεν τολμούσε να πλησιάσει κανένας, μέρα και νύχτα, και ακολουθούσε τον Παππού σας παντού όπου πήγαινε. Και σαν πέθανε κείνος, αρνήθηκε να πάρει τροφή από αλλουνού χέρι. Μέρα και νύχτα έμενε καθισμένος και φύλαγε το άδειο πια κρεβάτι του πεθαμένου του αφέντη, χωρίς φαγί, χωρίς νερό. Ώσπου μια μέρα τον βρήκαμε νεκρό.

- Μα όλα τα πιστά σκυλιά ψοφούν λοιπόν από αγάπη; αναφώνησε η Λίζα· έριξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό μου και με τράβηξε απάνω της: Μη μας ψοφήσεις και συ, πιστέ Μάγκα μου! Πατέρα, θα ψοφούσε, λες, αν δεν επέστρεφε σήμερα;

- Ποιος ξέρει; Μα να που επέστρεψε!

- Και η δική του ιστορία είναι ωραία, χωρίς να τελειώνει λυπητερά, πρόσθεσε ο Λουκάς.

- Πες μας καμιάν ιστορία σκύλου, που να μην τελειώνει λυπητερά, είπε η Λίζα του Χρήστου.

- Εγώ να σου πω μια, είπε ο Μήτσος. Μια φορά ήταν ένας σκύλος, που κοίταζε κάθε μέρα τους φτωχούς που πήγαιναν σ' ένα συσσίτιο, και από το παράθυρο τους περνούσαν το φαγί τους.

- Ω - ω - ω! Την ξέρομε αυτή, είναι στο αγγλικό μας αναγνωστικό, αναφώνησε η Άννα. Ο σκύλος τράβηξε και αυτός το κουδούνι μόλις έφυγαν οι φτωχοί κι έμεινε μόνος, και του πέρασαν κι εκείνου το πιάτο με το φαγί, χωρίς να δουν ποιος χτυπούσε. Την ξέρομε όλοι αυτή την ιστορία!

- Μα ήταν πολύ έξυπνος αυτός ο σκύλος του βιβλίου σας, μην τον υποτιμάτε! είπε ο αφέντης. Ήταν πονηρός βέβαια και κλεφτάκος, μα έξυπνος. Βλέπετε πως αντιλήφθηκε πως έπρεπε κρυφά να χτυπήσει το κουδούνι, αλλιώς δε θα του έδιναν φαγί από το παράθυρο. Και από σκύλο δεν πιστεύω να περιμένετε ανθρώπινη ηθική και φιλαλήθεια και ειλικρίνεια...

Όρτσωσα τ' αυτιά μου πειραγμένος. Τι ήταν αυτά που έλεγε ο αφέντης; Πάντα, ωστόσο, αυτή η ίδια αδικία απέναντι των ζώων! Τάχα εμείς δεν έχομε ηθική; Μήπως εγώ έφαγα ποτέ κρυφά τις πάστες που έμειναν στο τραπέζι του τσαγιού; Μήπως δεν τα φύλαγα, να μην τ' αγγίξει κανένας; Μήπως δεν ξέρομε μεις τι μας ανήκει και τι δεν πρέπει ν' αγγίξομε; Μήπως άγγιξα εγώ ποτέ ψάρι στην κουζίνα; Θαμπά και ανακατωμένα μου ήλθε η ενθύμηση του ψαριού του Αράπη με το ζεμπίλι, και της πίτας. Επίσης και της απορίας του Αφράτου, που τώρα κοίταζε και άκουε, ανοιγοσφαλώντας, συλλογισμένος τα μάτια του. Και κάποια ανησυχία ξύπνησε μέσα μου. Μα κάτι αποκρίθηκε ο Περικλής σε μια παρατήρηση του Χρήστου, κι άφησα αξεδιάλεχτες τις αμφιβολίες μου για ν' ακούσω.

- Ή γυμνασμένος στην πονηριά ήταν ο σκύλος του βιβλίου, είχε πει ο Χρήστος, ή πολύ καλής ράτσας.

- Γιατί; ρώτησε ο Περικλής. Δεν είναι ανάγκη να είναι από ιδιαίτερη ράτσα ένας σκύλος για να είναι έξυπνος. Εγώ είδα ένα σκύλο, που ήταν του δρόμου σκύλος, κι επίσης έξυπνος σαν το σκύλο του βιβλίου, αν όχι κι εξυπνότερος. Και ήταν ασφαλώς τιμιότερος. Τον είχα δει στο Βόλο σαν ήμουν μικρός, και ίσως να ζει ακόμα, αν και ήταν ήδη μεγάλος τότε. Όλοι οι Βολιώτες τον ήξεραν και τον αγαπούσαν, και αν ρωτήσετε κανένα θα σας πει την ιστορία του. Είχε πάει στο Βόλο για δουλειά ο καημένος ο Παππούς μου, και με πήρε μαζί του. Το απόγεμα καθήσαμε σ' ένα καφενείο στην προκυμαία και τρώγαμε παγωτά, όταν ήλθε ένας σκύλος και ακούμπησε το σαγόνι του στο γόνατο του Παππού. Έκανε κείνος να τον διώξει. Μα πάλι ήλθε ο σκύλος και ακούμπησε στο γόνατο του και τον κοίταζε παρακλητικά. «Μα τι θέλεις από μένα;» ρώτησε ο Παππούς. Στο πλαγινό τραπέζι κάθουνταν κάτι γνωστοί μας. «Σου γυρεύει δεκάρα», του είπαν. Και του διηγήθηκαν πως έτσι γυρίζει αυτός ο σκύλος, απόγεμα και βράδυ, στα καφενεία της προκυμαίας, και από τραπεζάκι σε τραπεζάκι πήγαινε και ζητούσε μια δεκάρα. Και σαν του την έδιναν, την έπαιρνε στο στόμα, την πήγαινε σ' έναν ορισμένο φούρναρη, την έβαζε στο πεζούλι της αποθήκης του, και ο φούρναρης του έδινε ένα κουλούρι. Τότρωγε ο σκύλος, και πήγαινε σ' άλλον να ζητήσει δεκάρα. Δεν πήγαινε όμως ποτέ δυο φορές στον ίδιο, την ίδια μέρα. Το νοστιμεύθηκε ο Παππούς μου και του έδωσε μια δεκάρα. Έφυγε ο σκύλος και δε γύρισε πια. Την άλλη μέρα καθόμασταν στο καφενείο ο Παππούς μου κι εγώ, και πάλι ήλθε ο σκύλος, και πάλι του έδωσε μια μπακίρα. Σε λίγο ξανάρχεται ο σκύλος και του βάζει τη μπακίρα στο γόνατο. Ζήτησε ο Παππούς μου να του την ξαναδώσει, μ' αυτός δεν την έπαιρνε, παρά κάθησε μπροστά του και τον κοίταζε. Τότε παρατήρησε ο Παππούς την μπακίρα, και είδε πως κατά λάθος του είχε δώσει πεντάρα αντί δεκάρα. Την είχε πάγει ο σκύλος στο φούρναρη, ο φούρναρης αρνήθηκε να του δώσει κουλούρι, και του επέστρεψε την πεντάρα. Και το ξυπνό αυτό σκυλί δεν την πέταξε, να πάγει να πάρει από άλλον δεκάρα, παρά την επέστρεψε του Παππού, και στάθηκε και περίμενε το σωστό νόμισμα. Του έδωσε τότε ο Παππούς μου μια δεκάρα, κι έφυγε και δε γύρισε πια.

- Αυτό είναι αλήθεια έξυπνο, τόσο πολύ μάλιστα, που αν δε μας το έλεγες εσύ ο ίδιος, δε θα το πίστευα, είπε ο αφέντης.

- Τωόντι είναι σχεδόν απίστευτο, είπε ο Περικλής. Μα όλοι οι Βολιώτες γνωρίζουν το σκύλο που μάζευε δεκάρες και αγόραζε κουλούρια. Ήταν μάλιστα πολύ υπερήφανοι για το σκύλο τους και την καταπληκτική του εξυπνάδα. Και όμως ήταν του δρόμου σκύλος, καθόλου καλής ράτσας. Νομίζω μάλιστα πως οι καλές ράτσες βγάζουν κουτά σκυλιά.

Κοίταξα τον Αφράτο. Να θυμώσω ή να παραδεχθώ τα λόγια του Περικλή; Εγώ ήμουν από ράτσα, αυτός αραπόσκυλο. Τα μάτια του γυάλιζαν κοροϊδευτικά. Τον αγάπησα ξαφνικά πολύ. Θυμήθηκα πως τα δικά του μυαλά με γλίτωσαν από την αιχμαλωσία. Λοιπόν ήμουν εγώ κουτός; Διέκοψε τις απορίες μου η Άννα.

- Μα αυτές οι δυο ιστορίες δεν έχουν σχέση με πίστη και αγάπη, είπε. Πες μας, Χρήστο, καμιάν ιστορία πιστού σκύλου που να μην τελειώνει λυπητερά.

- Όχι, τώρα δεν είναι πια ώρα, είπε η κυρία Βασιωτάκη. Τρέξε να πεις να φέρουν φαγί για το Μάγκα και τον Κοκαλιάρη, και φέρε τα καπέλα σας. Όπου και νάναι θα έλθει η Ματμαζέλ για τον περίπατο.

Οι διαταγές της μητέρας δε σήκωναν συζήτηση, όσο και να χαλούσαν το πρόγραμμα της Άννας. Με σκυφτό κεφάλι, σέρνοντας λίγο τα πόδια, με φανερή κακή διάθεση, μα χωρίς άλλο λόγο, έφυγε η Άννα και πήγε να φέρει τα καπέλα. Τη λυπήθηκα και θέλησα να την ακολουθήσω. Μα με σταμάτησε η κυρά μου.

- Εδώ, Μάγκα! Δεν είσαι ακόμα πλυμένος, είπε.

Α, ναι! Τόσες μέρες, είχα ξεχάσει τα σαπούνια και τις βρούτσες του Άλη! Και σαν ήλθε ο Άλης με τη σούπα και μου σφύριξε να πάγω με τον Αφράτο στο στάβλο να φάμε, του είπε η κυρά του:

- Και πλύνε το Μάγκα πριν τον αφήσεις να έλθει στο σπίτι.

- Τάιπ, για Σιτ, είπε ο Άλης. Και μας ξανασφύριξε.

Τρεχάτος, μαζί με τον Αφράτο, ακολούθησα τον Άλη στο σπιτάκι μου.