Ιλιάδα (Πολυλάς)/γ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλιάδα
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος Πολυλάς
Ραψωδία γ


Καὶ ἀφοῦ σιμὰ στοὺς ἀρχηγοὺς ἐσυνταχθῆκαν ὄλοι,
οἱ Τρῶες ἀλαλάζοντας, σὰν τὰ πτηνὰ κινοῦντο·
καθὼς διαβαίνουν γερανοὶ καὶ κρώζουν στὸν αἰθέρα,
ὡς φεύγουν τὲς νεροποντὲς καὶ τὸν βαρὺν χειμώνα
νὰ φθάσουν στὸν ᾽Ωκεανόν, κι ἅμα χαράξη ἀρχίζουν
πόλεμον φονικότατον στὸ γένος τῶν Πυγμαίων·
κι οἱ ᾽Αχαιοί, μ’ ἀνδρειᾶς πνοήν, σιωπηλοὶ κινοῦντο,
ἕνας τὸν ἄλλον πρόθυμοι στὴν μάχην νὰ βοηθήσουν,
κι ὅπως ὁ Νότος καταχνιὰ σὲ κορφοβούνι χύνει,
ποὺ δὲν ἀρέσει τοῦ βοσκοῦ, κι εἶναι χαρὰ τοῦ κλέφτη.    10
Καὶ τῆς νυκτὸς καλύτερη, καὶ τόσ’ εἶναι ἡ μαυρίλα
ποὺ κεῖ ποὺ πέτραν ἔριξες μόλις τὸ μάτι φθάνει,
ἔτσι πυκνὴ σηκώνονταν ἀπ’ τὴν ποδοβολή τους
ἡ σκόνη, καθὼς ἔσχιζαν γοργὰ τὴν πεδιάδα.
Καὶ ὁπόταν ἐπροχώρησαν κι, ἐβρέθηκαν ἀντίκρυ,
ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος προμάχιζε τῶν Τρώων·
φορεῖ στοὺς ὤμους παρδαλήν, τὸ ξίφος καὶ τὸ τόξο,
στὰ χέρια δυὸ κοντάρϊα τινάζει χαλκοφόρα
καὶ τῶν Ἀργείων προκαλεῖ τοὺς πρώτους πολεμάρχους
νά ᾽λθουν μ’ αὐτὸν νὰ μετρηθοῦν στὸν φονικὸν ἀγώνα·    20
κι ὡς ἔρχονταν ἐμπρὸς ἐμπρὸς μὲ διάσκελα μεγάλα,
τὸν νόησεν ὁ ψυχερὸς Μενέλαος κι ἐχάρη,
σὰν πεινασμένος λέοντας μεγάλο σῶμ’ ἂν ἔβρη,
ἐλάφ’ ἢ τράγον ἄγριον, καὶ ὁλάκερον τὸν τρώγει,
ἂν καὶ τοῦ χύνονται σκυλιὰ κι ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια,
ὁμοίως ὁ Μενέλαος ἐχάρη ὡς εἶδ’ ἐμπρός του
τὸν θεϊκὸν ᾽Αλέξανδρον, θαρρώντας πού ᾽χε φθάσει
ἡ ὥρα νὰ ἐκδικηθῆ τὸν ἄνομον ἐχθρόν του
καὶ ἀπὸ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του.
Καὶ ὁ θεϊκὸς ᾽Αλέξανδρος ἅμ’ εἶδε αὐτὸν ποὺ ἐφάνη    30
μὲς στοὺς προμάχους, ἡ καρδιὰ τοῦ ἐσπάραξε στὰ στήθη
καὶ νὰ σωθῆ ἐσύρθηκε στὴν μέση τῶν συντρόφων.
Σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἀπάντησε φίδι κακὸ στὸν λόγγον,
γυρίζει ὀπίσω, τρέμοντας εἰς ὅλα του τὰ μέλη
καὶ στρέφει ἀπὸ τὸν δρόμον του στὴν ὄψη κερωμένος,
ὁμοίως εἰς τὲς φάλαγγες ἐκρύφθηκε τῶν Τρώων
ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος νὰ φύγη ἀπ’ τὸν Ἀτρείδην·
καὶ ὁ ῞Εκτωρ τὸν ὀνείδισε πικρῶς ἅμα τὸν εἶδε:
« Δύσπαρι, ἐξαίσιε στὴν εἰδή, γυναιμανῆ καὶ πλάνε,
ποτὲ νὰ μὴ εἶχες γεννηθῆ ἢ νά ᾽χες ἀποθάνει    40
ἄγαμος, κι ὄχι νὰ σὲ ἰδῶ, καθὼς σὲ βλέπω τώρα,
νὰ γίνεσ’ ἐξουθένωμα καὶ μίσος τῶν ἀνθρώπων·
ἄ! πόσο θὰ χασκογελοῦν τῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη,
ποὺ ἀνδρειωμένον σ’ ἔλεγαν ἀπ’ τὴ λαμπρὴ θωριά σου·
καὶ θάρρος σὺ καὶ δύναμιν στὰ σπλάχνα σου δὲν ἔχεις·
τέτοιος ὡς εἶσαι ἐτόλμησες μὲ ποντοπόρα πλοῖα
καὶ μὲ συντρόφους διαλεκτοὺς τὰ πέλαγα νὰ σχίσης
καὶ νὰ πατήσης ξένων γῆν, κι ἀπὸ μακρινὰ μέρη,
νὰ φέρης ὡραιότατην νύφην ἀνδρῶν ἡρώων
καὶ τοῦ πατρός σου συμφορὰ καὶ τῆς πατρίδος ὅλης,    50
χαρὰ μεγάλη τῶν ἐχθρῶν, δική σου καταισχύνη;
Γιατὶ δὲν στέκεσ’ ἔμπροσθεν τοῦ ἀνδρείου Μενελάου,
τότε νὰ ἰδῆς τίνος ἀνδρὸς τὴν νύφην ἀγκαλιάζεις;
Κιθάρα, ἀκόμη κι ὀμορφιὰ καὶ ὅσες χάρες ἔχεις
τῆς Ἀφροδίτης, θὰ χαθοῦν, ἂν κυλιστῆς στὸ χῶμα·
ἄχ! τόσα ἔπραξες κακὰ πού, ἂν εἶχαν αἷμα οἱ Τρῶες,
θὰ ἐφοροῦσε πέτρινον χιτώνα τὸ κορμί σου».
Κι ὁ θεϊκὸς Ἀλέξανδρος τοῦ ἀπάντησε καὶ εἶπε:
«῞Εκτορ᾽, ἀφοῦ μὲ δίκαιον μὲ ψέγεις κι ὄχι ἀδίκως, —
εἶναι ἡ καρδιά σου ἀμάλακτη σὰν τὴν σκληρὴν ἀξίνη    60
ποὺ σχίζει δέντρο δυνατὸ στοῦ ξυλουργοῦ τὸ χέρι
κι εἶναι στὴν τέχνην βοηθὸς καὶ στὴν ὁρμὴν τοῦ ἀνθρώπου·
ὁμοίως εἷναι ἀτρόμητος στὰ στήθη μέσα ὁ νοῦς σου —
τὰ γλυκὰ δῶρα τῆς χρυσῆς θεᾶς μὴ μοῦ ὀνειδίζης
ποιὸς θ’ ἀψηφήση τὰ λαμπρὰ τῶν ἀθανάτων δῶρα;
Καὶ στανικῶς δὲν παίρνονται, τὰ δίδ’ ἡ θέλησίς των
καὶ τώρα ἐὰν ἐπιθυμᾶς ἐγὼ νὰ πολεμήσω,
τοὺς Τρῶας καὶ τοὺς ᾽Αχαιούς, σὺ κάμε νὰ ἡσυχάσουν
καὶ βάλτε τὸν Μενέλαον κι ἐμὲ ν’ ἀγωνισθοῦμε
γιὰ τὴν ῾Ελένην κι ὅλους της τοὺς θησαυροὺς οἱ δύο·    70
καὶ αὐτὸς ποὺ θά ᾽βγη νικητής, στὰ γονικά του ἄς πάρη
τὴν νέαν καὶ τοὺς θησαυρούς, καὶ σεῖς οἱ ἄλλοι ὀμόστε
εἰρήνην καὶ τὴν κάρπιμην Τρωάδα μας χαρῆτε.
Κι ἐκεῖνοι στὴν πατρίδα τους, στὸ ἱπποτρόφον ῎Αργος
καὶ στὴν ὀμορφοπάρθενην ἂς γύρουν ᾽Αχαΐαν».
Εἶπε, κι ὁ ῞Εκτωρ χάρηκε στὸν λόγον καὶ στὴν μέσην
ἐβγῆκε κι ἐσταμάτησε τὲς φάλαγγες τῶν Τρώων
μὲ τὸ κοντάρι, καὶ ὅλα εὐθὺς ἐκάθισαν τὰ πλήθη,
καὶ οἱ καλλίκομοι Ἀχαιοί, καθὼς ἐπροχωροῦσε,
μὲ τόξα τὸν σημάδευσαν, μ’ ἀκόντια, μὲ λιθάρια·    80
καὶ τρανὴν ἔσυρε φωνὴν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων:
« Σταθῆτε, ᾽Αργεῖοι, παύσετε, τῶν ᾽Αχαιῶν ἀγόρια,
κάτι νὰ εἰπῆ, θέλει σ’ ἐμᾶς ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ».
Αὐτὰ εἶπε κι ἐλούφαξαν τὰ πλήθη στὴν φωνήν του·
τότε στὴν μέσην τῶν στρατῶν ὁμίλησεν ὁ Ἕκτωρ:
« Σεῖς Τρῶες καὶ σεῖς Ἀχαιοί, ἀκοῦστε ὅ,τι προβάλλει
ὁ ᾽Αλέξανδρος, αὐτὸς ἀρχὴ τοῦ φοβεροῦ πολέμου·
οἱ Τρῶες ὅλοι κι οἱ Ἀχαιοὶ σᾶς λέγει ν’ ἀποθέσουν
τὰ λαμπρὰ ἄρματα χαμαὶ στὴν γῆν τὴν πολυθρέπτραν·
κι αὐτὸς καὶ ὁ Μενέλαος ν’ ἀγωνισθοῦν στὴν μέσην    90
γιὰ τὴν ῾Ελένην κι ὅλους της τοὺς θησαυρούς της μόνοι,
κι ὅποιος φανῆ καλύτερος καὶ τὸν δοξάσ’ ἡ νίκη,
τὴν νέαν καὶ τοὺς θησαυροὺς στὰ γονικά του ἂς πάρη,
οἱ ἄλλοι μὲ ὅρκους στερεοὺς νὰ κλείσωμεν ἀγάπην».
Αὐτὰ εἶπε, κι ἐσίγησαν, ἄφωνοι ἐμεῖναν ὅλοι.
Καὶ ὁ ψυχερὸς Μενέλαος τὸν λόγον πῆρε κι εἶπε:
« Τώρα ν’ ἀκούσετε κι ἐμέ, ποὺ ἐξόχως θλίβει ὁ πόνος
νὰ χωρισθῆτ’ ἦλθ’ ὁ καιρός, κι ἐγὼ τὸ βλέπω, Ἀργεῖοι
καὶ Τρῶες, ἀφοῦ ἐπάθετε τόσα κακὰ γιὰ μένα
ἀπὸ τὴν ἔχθραν π’ ἄναψεν ἡ πρᾶξις τοῦ Ἀλεξάνδρου·    100
καὶ σ’ ὅποιον ὅρισε ἀπὸ ἐμᾶς τὸν θάνατον ἡ μοίρα,
ἂς ἀποθάνη καὶ οἱ λοιποὶ μἐ ἀγάπην χωρισθῆτε˙
καὶ ἀρνάδα ὁλόμαυρην τῆς Γῆς, κάτασπρο ἀρνὶ τοῦ ῾Ηλίου
φέρετε σεῖς, καὶ τοῦ Διὸς ἐμεῖς θὰ φέρωμ’ ἄλλο
καὶ ἄς ἔλθη ὁ Πρίαμος, αὐτὸς νὰ κάμη τὴν θυσίαν
τῶν ὅρκων, ὅτ’ εἶναι ἄπιστα καὶ αὐθάδη τὰ παιδιά του,
μὴν ἀσεβήσουν ἄνομα στοὺς ὅρκους τοῦ Κρονίδη.
Γνωρίζουμε ποὺ ἀνάερος ὁ νοῦς τῶν νέων εἶναι·
καὶ ὅπου εἶναι γέροι καὶ τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ κατόπι βλέπουν,
κι ὅ,τι συμφέρει προνοοῦν στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος».    110
Αὐτὰ εἶπε κι ἐχάρηκαν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες,
ὡς ἔλπιζαν τὸ ξύφασμα τοῦ ὀδυνηροῦ πολέμου.
Καὶ ἀράδιασαν τ’ ἁμάξια τους, ἐκατεβῆκαν ὅλοι,
τὰ ἄρματά τους ἔβγαλαν καὶ τ’ ἀποθέσαν χάμου
οἱ δυὸ στρατοὶ καὶ διάστημα τοὺς χώριζεν ὀλίγο˙
καὶ ἀπόστειλε δυὸ κήρυκες ὁ ῞Εκτωρ εἰς τὴν πόλιν
κεῖθεν νὰ φέρουν τὰ σφακτὰ καὶ ἀμέσως νὰ καλέσουν
τὸν Πρίαμον· καὶ ἀπόστειλεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
στὰ πλοῖα τὸν Ταλθύβιον νὰ φέρη τὸ κριάρι·
καὶ ὑπάκουσε ὁ Ταλθύβιος στὸν κραταιὸν ᾽Ατρείδην.    120
Μηνύτρα στὴν λευκόχερην ῾Ελένην ἦλθ’ ἡ ῎Ιρις
καὶ ὁμοιώθη μὲ τὴν ἀδελφὴν τοῦ ἀνδρός της Λαοδίκην,
πού ᾽χε τὸν ῾Ελικάωνα Ἀντηνορίδην ἄνδρα
ἀπ’ ὅλες ὡραιότερη τὲς κόρες τοῦ Πριάμου.
Τὴν ἦβρεν ὁποὺ ὕφαινε διπλὸ μεγάλο ὑφάδι
πορφύριο κι ἐπάνω του κεντοῦσε τοὺς πολέμους
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων Τρώων
ποὺ ἐξ ἀφορμῆς της ἀπαρχῆς ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν.
᾽Εστάθηκ’ ἡ γοργόποδη θεὰ ἐμπρός της κι εἶπε:
« ῎Ελα, γλυκιά μου, πράγματα νὰ ἰδῆς καὶ νὰ θαυμάσης    130
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν, τῶν ἱπποδάμων Τρώων,
αὐτοὶ ποὺ τὸν πολύθρηνον ἀγώνα τοῦ πολέμου
ν’ ἀρχίσουν ἦσαν πρόθυμοι, τώρα ἡσυχάζουν ὅλοι˙
ἔπαυσ’ ὁ πόλεμος καὶ αὐτοῦ γυρμένοι στὲς ἀσπίδες
κάθονται κι ἔστησαν ὀρθὰ σιμά τους τὰ κοντάρια,
κι ὁ ψυχερὸς Μενέλαος κι ὁ Πάρις ἐκεῖ κάτω
μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια τους γιὰ σὲ θὰ πολεμήσουν·
καὶ ὁ νικητὴς ὁμόκλινην θὰ σ’ ἔχη ἀγαπημένην».
Εἶπε ἡ θεὰ καὶ τρυφερὴν τῆς βάζει ἐπιθυμίαν
τοῦ πρώτου ἀνδρός, τῆς χώρας της καὶ τῶν γλυκῶν γονέων.    140
Κι εὐθὺς ἀπὸ τὸν θάλαμον μ’ ἕνα λευκὸ μαγνάδι
ἡ ῾Ελένη ἐχύθη καὶ θερμὰ τὰ δάκρυα της κυλοῦσαν.
Καὶ δύο της θεράπαινες, ἡ κόρη τοῦ Πιτθέως
Αἴθρα καὶ ἡ μεγαλόφθαλμη Κλυμένη ἀκολουθοῦσαν.
Καὶ τῶν Σκαιῶν Πυλῶν εὐθὺς τὸν πύργον ἀνεβῆκαν.
Καὶ ὁ Πρίαμος, ὁ Πάνθοος, ὁ Λάμπος, ὁ Θυμοίτης,
ὁ ῾Ικετάων, βλάστημα τοῦ Ἄρη, καὶ ὁ Κλυτίος,
καὶ δύο φρονιμότατοι ᾽Αντήνωρ καὶ Οὐκαλέγων,
ὅλοι τῶν Τρώων ἀρχηγοὶ καὶ σύμβουλοι ἐκαθόνταν
στὸν πύργον τῶν Σκαιῶν Πυλῶν, ποὺ γέροντες ὡς ἦσαν    150
εἶχαν ἀφήσει τ’ ἄρματα, ἀλλ’ ἦσαν δημηγόροι
ἐξαίρετοι καὶ ὁμοίαζαν τοὺς τσίτσικες ποὺ χύνουν
ἀπὸ τὸ πυκνὸ φύλλωμα τὴν ἱλαρὴ λαλιά τους.
Κι ἅμ’ εἶδαν, ὡς ἐσίμωνε στὸν πύργον τὴν ῾Ελένην,
συνομιλοῦσαν σιγανὰ μὲ λόγια πτερωμένα:
« Κρίμα δὲν ἔχουν οἱ ᾽Αχαιοί, δὲν ἔχουν κρίμα οἱ Τρῶες
χάριν ὁμοίας γυναικὸς τόσον καιρὸν νὰ πάσχουν·
τωόντι ὁμοιάζει ὡσὰν θεᾶς ἡ τρομερὴ θωριά της·
ἀλλὰ καὶ ὡς εἶναι ἀσύγκριτη καλύτερα νὰ φύγη
παρὰ νὰ μείνη συμφορὰ σ’ ἐμᾶς καὶ στὰ παιδιά μας».    160
Καὶ ὁ Πρίαμος ἐκάλεσε σιμά του τὴν ῾Ελένην:
« Προχώρησε, παιδί μου, ἐδῶ κοντά μου νὰ καθίσης
τὸν πρῶτον ἄνδρα σου νὰ ἰδῆς, τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους·
σὺ δὲν μοῦ πταίεις, οἱ θεοὶ μοῦ πταίουν, ὁποὺ ἐκεῖνοι
μ’ ἔριξαν στὸν πολύθρηνον τῶν Ἀχαιῶν ἀγώνα·
κι ἐκεῖνον τὸν θεόρατον νὰ μοῦ ὀνομάσης ἄνδρα
ποὺ ἀνάμεσα τῶν Ἀχαιῶν τόσο λαμπρὰ φαντάζει.
Ἀλήθεια, στὸ ἀνάστημα τὸν ὑπερβαίνουν κι ἄλλοι,
ἀλλ’ ἄνδρα ὡς αὐτὸν καλὸν καὶ σεβαστὸν δὲν εἶδα
εἰς τὴν ζωήν μου· φαίνεται τωόντι βασιλέας».    170
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ἡ ῾Ελένη γυνὴ θεία:
« Σέβας καὶ φόβον, ὦ γλυκέ, σοῦ ἔχω, πενθερέ μου·
κάλλιο νὰ εἶχα σκοτωθῆ, παρὰ νὰ φύγ᾽, ὀιμένα,
μὲ τὸν υἱόν σου, ἀφήνοντας τὸν θάλαμον, τοὺς φίλους,
τὲς τρυφερές μου ὁμήλικες, τὴν μόνην θυγατέρα·
ἀλλ’ ἔζησα· νὰ φθείρεται στὰ κλάιματα ἡ ζωή μου.
Ἀλλὰ σ’ αὐτὸ ποὺ μ’ ἐρωτᾶς ἐγὼ θὰ σοῦ ἀπαντήσω.
Ἐκεῖνος εἶναι ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων,
συνάμα βασιλιὰς καλὸς καὶ ἀνδρεῖος πολεμάρχος
καὶ ἀνδράδελφον, ἕναν καιρόν, ἐγὼ τὸν εἶχα ἡ σκύλα»!    180
Καὶ ὁ γέρος τὸ ἐθαύμασε καὶ εἶπε: « Εὐτυχισμένε
Ἀτρείδη, θεαγάπητε, καλόμοιρε, τωόντι
σοῦ πρέπει τόσων ᾽Αχαιῶν ἐσὺ νὰ βασιλεύης·
καὶ στῆς Φρυγίας μιὰ φορὰ τ’ ἀμπελοφόρα μέρη
ἐπῆγα κι εἶδα πληθυσμὸν Φρυγῶν τῶν ἱππομάχων,
ποὺ τότ’ ἐστρατοπέδευαν στὲς ὄχθες τοῦ Σαγγάρου,
τοῦ θείου Μύγδονος λαοὶ συνάμα καὶ τοῦ ᾽Οτρέως,
ὅτι βοηθός τους ἔφθασα κι ἐγὼ νὰ πολεμήσω,
ὅταν αὐτοὶ τὲς ἴσανδρες κτυποῦσαν Ἀμαζόνες·
ἀλλ’ ἦσαν ὀλιγότερει τῶν Ἀχαιῶν ἐκεῖνοι».    190
Εἶδε κατόπι ὁ Πρίαμος τὸν ᾽Οδυσσέα κι εἶπε:
« Παιδί μου, τώρα λέγε μου ποιός εἶναι πάλι ἐκεῖνος˙
τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαμέμνονος στ’ ἀνάστημα δὲν φθάνει,
ἀλλ’ ἔχει αὐτὸς πλατύτερα τὰ στήθη καὶ τοὺς ὤμους.
Ἄφησε κάτω τ’ ἄρματα στὴν γῆν τὴ πολυθρέπτραν,
καὶ μόνος περιφέρεται στὲς τάξεις τῶν ἀνδρείων·
τὸν παρομοιάζω μὲ τρανὸ δασύμαλλο κριάρι,
ὁποὺ διαβαίνει ἀπέραντην κοπὴν λευκῶν προβάτων».
῾Η ῾Ελένη κόρη τοῦ Διὸς σ’ ἐκεῖνον ἀπαντοῦσε:
« Αὐτὸς εἶναι ὁ πολύβουλος Λαερτιάδης ᾽Οδυσσέας    200
ὁποὺ ἀνετράφη στὸ νησὶ τῆς πετρωτῆς ᾽Ιθάκης
καὶ πολλοὺς δόλους καὶ ἄπειρα σοφίσματα γνωρίζει».
Καὶ πρὸς αὐτὴν ἀπάντησεν ὁ συνετὸς Ἀντήνωρ:
« Λόγον τωόντι ἀληθινόν, ὦ δέσποινα, μᾶς εἶπες·
γιατ’ ἦλθ’ ἐκεῖνος ἄλλοτε γιὰ σέν’ ἀποσταλμένος
ἐδῶ μὲ τὸν Μενέλαον καὶ φιλικὰ στὸ σπίτι
τοὺς δέχθηκα κι ἐγνώρισα τὴν πλάση καὶ τῶν δύο
καὶ τὴν μεγάλην σύνεσιν· ἀλλ’ ὅταν ἐσταθῆκαν
τῶν Τρώων εἰς τὴν σύνοδον ὁ Ἀτρείδης τὸν περνοῦσε
μὲ τοὺς μεγάλους ὤμους του καὶ ὀτ’ ἦσαν καθισμένοι    210
ἐφάνη σεβαστότερος ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας·
ἀλλ’ ὅταν λόγους συνετοὺς νὰ εἰποῦν στὰ πλήθη ἀρχίσαν,
γοργότατα ὁ Μενέλαος καὶ σύντομα ὁμιλοῦσε,
ἀλλὰ κοφτά, γλυκὰ πολύ, χωρὶς στιγμὴν νὰ φύγη
ἀπ’ τὸν σκοπόν, νεώτερος ἂν κι ἦταν τοῦ ᾽Οδυσσέα·
ἀλλ’ ὅταν ὁ πολύβουλος σηκώθηκε ᾽Οδυσσέας,
στέκονταν μὲ τὰ μάτια του στὴ γῆ προσηλωμένα,
καὶ μήτ’ ἐμπρὸς τὸ σκῆπτρο του κινοῦσε μήτ’ ὀπίσω
καὶ τὸ βαστοῦσε ἀσάλευτο σὰν πράξη νὰ μὴν εἶχε,
θά ᾽λεγες πού ᾽ναι ἕνας μωρὸς κι ἀπὸ χολὴν γεμάτος.    220
Ἀλλ’ ἅμ’ ἀπὸ τὰ στήθη του βγῆκε ἡ φωνὴ ἡ μεγάλη
καὶ ὡσὰν πυκνὲς χιονόψιχες οἱ λόγοι του πετιόνταν,
θνητὸς δὲν ἦταν ἄξιος νὰ μετρηθῆ μ’ ἐκεῖνον·
καὶ τότε δὲν μᾶς ξίπασεν ἡ ὄψις του ὡσὰν πρῶτα».
Καὶ τρίτον εἶδ’ ὁ γέροντας τὸν Αἴαντα κι ἐρώτα:
« Καὶ αὐτὸς ποιός εἶν’ ὁ ἐξαίσιος ποὺ τοὺς μεγάλους ὥμους
ὑψώνει καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπάνω τῶν Ἀργείων »;
Ἀπάντησε ἡ μακρόπεπλη ῾Ελένη γυνὴ θεία:
« Ὁ Αἴας ὁ γιγάντινος, τῶν Ἀχαιῶν ὁ στύλος·
πλησίον στέκει ὡσὰν θεὸς μὲς στῶν Κρητῶν τὰ πλήθη    230
ὁ ᾽Ιδομενεὺς καὶ ὁλόγυρα οἱ Κρῆτες πολεμάρχοι·
συχνὰ τὸν φιλοξένησε στὸ σπίτι μας ὁ ἀνδρεῖος
Μενέλαος, ὅτ’ ἔρχονταν ἐκεῖνος ἀπ’ τὴν Κρήτην˙
κι ὅλους τοὺς ἄλλους ᾽Αχαιοὺς καὶ βλέπω καὶ γνωρίζω
καὶ θὰ ἠμποροῦσ’ ἀλάθευτα νὰ εἰπῶ τὰ ὀνόματά τους,
καὶ δύο μόνον βασιλεῖς νὰ ἰδῶ δὲν κατορθώνω
τὸν Κάστορα ἱπποδαμαστήν, τὸν πύκτην Πολυδεύκην·
κι εἶναι ἀδελφοί μου, ἀπὸ μιὰ μητέρα γεννημένοι·
μήπως στὴν Λακεδαίμονα τὴν ποθητὴν ἐμεῖναν,
ἢ μὲ τοὺς ἄλλους ἔφθασαν κι ἐκεῖνοι στὴν Τρωάδα,    240
ἀλλὰ δὲν θέλουν νὰ φανοῦν στὲς μάχες τῶν ἀνδρείων,
μὴν πάρουν ἀπὸ τ’ ὄνειδος καὶ ἀπὸ τὴν ἐντροπή μου »;
Αὐτά ᾽λεγε καὶ ἀπὸ καιρὸν τοὺς εἶχε ἡ γῆ σκεπάσει
ἐκεῖ στὴν Λακεδαίμονα, στὴν ποθητὴν πατρίδα.
Καὶ οἱ κήρυκες τὲς προσφορὲς τῆς ἔνορκης θυσίας,
δύο κριάρια κι ἕν’ ἀσκὶ γλυκὸ κρασὶ γεμάτο,
μέσ’ ἀπ’ τὴν πόλιν ἔφερναν· καὶ ὁ κήρυξ ὁ ᾽Ιδαῖος
ἕναν κρατήρα ὁλόκληρον μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια.
Κι ἐσίμωσε στὸν γέροντα καὶ τὸν παρακινοῦσε:
« Σήκω», τοῦ εἷπε, « ὦ Πρίαμε, σὲ προσκαλοῦν οἱ πρῶτοι    250
τῶν Τρώων καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν νὰ κατεβῆς νὰ κάμης
μ’ αὐτοὺς θυσίαν ἔνορκην˙ θὰ πολεμήσουν τώρα
ὁ Πάρις καὶ ὁ Μενέλαος μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια·
καὶ ὅποιος νικήση ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ λάβη τὴν ῾Ελένην
μὲ ὅσους ἔχει θησαυρούς· κι ἐμεῖς οἱ ἄλλ’ εἰρήνην
θὰ ὁμόσωμεν ἀσάλευτην καὶ θὰ χαροῦν οἱ Τρῶες
τὴν κάρπιμη Τρωάδα τους κι ἐκεῖνοι ὀπίσω στ’ Ἄργος
καὶ στὴν ὀμορφοπάρθενην θὰ γύρουν Ἀχαΐαν».
Καὶ ὁ γέροντας ἐπάγωσε καὶ τῶν συντρόφων εἶπε
εὐθὺς νὰ ζέψουν τ’ ἄλογα καὶ ἀνέβηκε μαζί του    260
ὁ Ἀντήνωρ εἰς τὴν ἅμαξαν καὶ ὁ Πρίαμος ὀπίσω
τὰ χαλινάρια ἐτέντωνε καὶ τ’ ἄλογα τοὺς φέραν
ἀπὸ τὲς Πύλες τὲς Σκαιὲς στὴν πεδιάδα κάτω·
καὶ ἅμ’ ἔφθασαν εἰς τοὺς στρατοὺς κατέβηκαν καὶ οἱ δύο
κι ἐβάδιζαν ἀνάμεσα τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων.
Σηκώθη τότε ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης καὶ σιμά του
σηκώθη ὁ θεῖος ᾽Οδυσσεύς· οἱ κήρυκες ἐφέραν
τῶν θείων ὅρκων τὰ σφαχτὰ καὶ ἀφοῦ μὲς στὸν κρατήρα
ἐσυγκεράσαν τὸ κρασί, τὸ νίψιμο κατόπι
εἰς τὲς παλάμες ἔχυναν τῶν θείων βασιλέων·    270
κι ἔσυρ’ ὁ Ἀτρείδης μάχαιραν ποὺ πάντοτ’ ἐκρεμόταν
εἰς τὴν λαβὴν τοῦ ξίφους του καὶ ἀπόκοψε τὲς τρίχες
ἀπ’ τῶν κριῶν τὲς κεφαλές, καὶ ἀφοῦ τὲς διαμοιράσαν
οἱ κήρυκες στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων,
ψηλὰ τὰ χέρια σήκωσεν ὁ Ἀτρείδης κι ἐδεήθη:
« Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, ὅπου δεσπόζεις
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κι ῞Ηλιε, ποὺ ἀκοῦς καὶ βλέπεις ὅλα,
καὶ ποταμοί, καὶ γῆ, καὶ σεῖς θεοί, ποὺ ἐκεῖ στὸν Ἅδη
κάθ’ ἐπιόρκου τὴν ψυχὴν ὡς πρέπει τιμωρεῖτε,
γίνεσθε τώρα μάρτυρες καὶ φύλακες τῶν ὅρκων·    280
ἀνίσως τὸν Μενέλαον ὁ Πάρις θανατώση
μὲ ὅλους της τοὺς θησαυροὺς θὰ ἔχη τὴν ῾Ελένην
κι ἐδῶθ’ ἐμεῖς θὰ φύγουμε μὲ τὰ γοργὰ καράβια·
κι ἂν ὁ ξανθὸς Μενέλαος τὸν Πάριν θανατώση
ἐκείνην μὲ τοὺς θησαυροὺς οἱ Τρῶες θ’ ἀποδώσουν
καὶ θὰ πληρώσουν πρόστιμον, ὡς πρέπει τῶν Ἀργείων,
ποὺ καὶ στὲς ἄλλες γενεὲς νὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του,
κι ἂν ὕστερ’ ἀπ’ τὸν θάνατον τοῦ Πάριδος δὲν θέλουν
νὰ τὸ πληρώση ὁ Πρίαμος καὶ οἱ παῖδες τοῦ Πριάμου,
θὰ μείνω ἐδῶ τὸν πόλεμον ν’ ἀκολουθήσ’ ὡσότου    290
μοῦ πληρωθῆ τὸ πρόστιμο καὶ βρῶ τοῦ ἀγῶνος ἄκρην».
Εἶπε καὶ μὲ τὸ ἀλύπητο μαχαίρι τὰ κριάρια
ἔσφαξε καὶ σπαρταριστὰ ξαπλώθηκαν στὸ χῶμα
χωρὶς πνοήν, ἅμα ὁ χαλκὸς τὴν δύναμιν τοὺς πῆρε·
καὶ ἀπ’ τὸν κρατήρα παίρνοντας κρασὶ μὲ τὰ ποτήρια
τὸ χύναν καὶ προσεύχονταν καὶ ᾽Αχαιοὶ καὶ Τρῶες
καὶ αὐτὲς προφέρναν τὲς εὐχές: « ῏Ω ὕψιστε Κρονίδη,
καὶ ὅλοι οἱ ἀθάνατοι θεοί, τῶν δολερῶν ποὺ πρῶτοι
ἐπιορκήσουν ὁ μυελὸς νὰ ρεύση καθὼς ρέει
τοῦτ’ ὁποὺ χύνω τὸ κρασί, καὶ αὐτῶν καὶ τῶν παιδιῶν τους    300
καὶ ἀγκάλες ἄλλων νὰ χαροῦν τὰ ἔρμα θηλυκά τους».
Εἶπαν, ἀλλ’ ὅμως τὴν εὐχὴν δὲν ἔστερξε ὁ Κρονίδης.
Καὶ ὁ Δαρδανίδης Πρίαμος ἐμπρὸς εἰς ὅλους εἶπε:
« Ἀκούσετέ με, Ἀχαιοί, ἀκούσετέ με, Τρῶες,
θὰ γύρω ἐγὼ στὴν ῎Ιλιον τὴν πολυανεμισμένην,
ὅτι ἡ καρδιὰ δὲν μοῦ βαστᾶ τὸν ποθητὸν υἱόν μου
νὰ ἰδῶ μὲ τὸν Μενέλαον στὸν φονικὸν ἀγώνα·
μόν’ οἱ ἀθάνατοι θεοὶ κι ἐξόχως ὁ Κρονίδης
γνωρίζ’ εἰς ποῖον διόρισε τὸν θάνατον ἡ μοίρα».
Εἶπε, στ’ ἁμάξι τοὺς κριοὺς ἐπῆρε ὁ θεῖος ἄνδρας,    310
ἀνέβη καὶ τοὺς χαλινοὺς ἐτέντωσεν ὀπίσω,
καὶ πλαγινός του ἐκάθισεν ὁ Ἀντήνωρ εἰς τ’ ἁμάξι.
Κι ἐνῶ τοῦτοι στὴν ῎Ιλιον ὀπίσω ἀναχωροῦσαν,
μὲ τὸν Πριαμίδην ῞Εκτορα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας
τὸν τόπον πρῶτα ἐμέτρησαν, λαχνοὺς κατόπι ἐπῆραν
καὶ μέσα εἰς κράνος χάλκινο τοὺς τίναζαν νὰ δείξη
τὴν λόγχην ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ θὲ ν’ ἀκοντίση πρῶτος·
καὶ τῶν θεῶν εὐχήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα
ὁ λαὸς ὅλος κι ἔλεγαν καὶ Ἀχαιοὶ καὶ Τρῶες:
« Δία πατέρα, δοξαστέ, μεγάλε, ποὺ δεσπόζεις    320
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην, κάμε σὺ νὰ κατεβῆ στὸν Ἅδη
ἐκεῖνος ποὺ πρῶτ’ ἄναψε τὴν ἔχθραν μεταξύ μας·
καὶ αὐτοὺς σ’ ἐμᾶς στερέωνε τοὺς ὅρκους τῆς ἀγάπης».
Καὶ τοὺς λαχνοὺς ἐτίναζεν ὁ μέγας Πριαμίδης
κι ἔβλεπε ὀπίσω· καὶ ὁ λαχνὸς πετάχθη τοῦ Ἀλεξάνδρου·
καὶ τότε χάμω ἐκάθισαν σειρὲς σειρὲς τὰ πλήθη
καθένας εἰς τοὺς ἵππους του σιμὰ καὶ στ’ ἄρματά του.
Κι ἔβαλε τὴν ὑπέρλαμπρην ἀρματωσιά του ὁ θεῖος
Ἀλέξανδρος, ὁ σύγκλινος τῆς ὄμορφης ῾Ελένης.
Τὰ σκέλη πρῶτα μὲ λαμπρὲς κνημίδες περιζώνει,    330
μὲ τὲς περόνες ἀργυρὲς καλὰ θηλυκωμένες,
μὲ θώρακα τοῦ ἀδελφοῦ Λυκάονος ὡραῖον,
ποὺ στὸ κορμί του ἐταίριαζε, τὸ στῆθος περικλείει-
ξίφος ἀσημοκόμπωτον ἐκρέμασε ἀπ’ τοὺς ὤμους
χάλκινον, κι ἔπειτα τρανὴν βαρύτατην ἀσπίδα.
Εἰς τὴν ἀνδρείαν κεφαλὴν καλὸν ἔβαλε κράνος
καὶ μὲ τὴν χαίτην σείονταν φρικτὸς. ἐπάν’ ὁ λόφος
καὶ ἁρμόδιο στὴν παλάμην του δεινὸ κοντάρι ἐπῆρε.
Παρόμοια φόρεσ’ ἄρματα καὶ ὁ ψυχερὸς ᾽Ατρείδης.
Καὶ ἀφοῦ μακρὰν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ οἱ δυὸ θωρακισθῆκαν,    340
στὴν μέσην ἐπροχώρησαν τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων
μὲ βλέφαρο τρομακτικὸ καὶ τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη
τῶν Τρώων καὶ τῶν Ἀχαιῶν τοὺς βλέπαν κι ἐθαυμάζαν·
στήθηκαν ἀντιμέτωποι στὸν μετρημένον τόπον
καὶ μὲ τὸ μίσος στὴν καρδιὰ τινάζαν τὰ κοντάρια.
Πρῶτος ὁ Πάρις ἔριξε τὸ μακρινὸ κοντάρι
καὶ τοῦ ᾽Ατρείδη ἐκτύπησε τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα·
δὲν ἔσπασε τὴν δυνατὴν ἀσπίδα ἡ χάλκιν’ ἄκρη
κι ἐλύγισε· καὶ δεύτερος ὁ Ἀτρείδης ἐπετάχθη
καὶ πρῶτα εὐχήθη μέσα του: « Κάμε, ὦ πατέρα Δία,    350
νὰ ἐκδικηθῶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀδίκησέ με πρῶτα,
τὸν θεῖον Πάριν νὰ σβησθῆ στὴν λόγχην μου ἀποκάτω,
γιὰ νὰ τρομάζη στὸ ἑξῆς καθένας ν’ ἀδικήση
τὸν ἄνθρωπον ποὺ σπίτι του φιλόξενα τὸν δέχθη».
Εἶπε καὶ τὸ μακρόσκιον ἐτίναξε κοντάρι
καὶ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐκτύπησε τὴν κυκλωτὴν ἀσπίδα.
Ἔσπασε ἡ λόγχ’ ἡ δυνατὴ τὴν φωτεινὴν ἀσπίδα,
καὶ στὸν ὡραῖον θώρακα ἐμπήχθη πέρα πέρα·
καὶ τὸν χιτώνα τοῦ ᾽σχισε στὸ μέρος τῆς λαπάρας.
῎Εσκυψε καὶ τὸν θάνατον ἐξέφυγεν ὁ Πάρις·    360
τὸ ξίφος τ’ ἀσημόκομπον ἐσήκωσεν ὁ Ἀτρείδης
κι ἐκτύπησε τὸ μέτωπο τῆς περικεφαλαίας·
τὸ ξίφος τρίμματ’ ἔγινε καὶ τοῦ ᾽πεσε ἀπ’ τὸ χέρι·
κι ἐστράφη πρὸς τὸν οὐρανὸν κι ἐγόγγυσ’ ὁ Ἀτρείδης
« Δία πατέρα, ποιός θεὸς ὀλέθριος εἶναι ὡς εἶσαι;
Θαρροῦσα πὼς τὸν Πάριδα θ’ ἀντικακώσω τώρα,
καὶ ἰδοὺ τὸ ξίφος μοῦ ᾽σπασε στὰ χέρια καὶ τὴν λόγχην
ἔριξ’ ἀπ’ τὴν παλάμην μου χωρὶς νὰ τὸν φονεύσω».
Καὶ ὅρμησ’ εὐθύς, τὸν ἅρπαξεν ἀπ’ τὸ δασύ του κράνος,
τὸν ἔστριψε, τὸν ἔσερνε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη·    370
τὸν ἔπνιγε στὸν τρυφερὸν λαιμό του ἀνεβασμένο
τὸ πολυκέντητο λουρὶ τῆς περικεφαλαίας·
κι εἶχε τὸν σύρει καὶ λαμπρὴν τὴν δόξαν θ’ ἀποκτοῦσε,
ἀλλ’ ἔγκαιρα τὸ ἐνόησεν ἡ Ἀφροδίτ’ ἡ θεία
κι ἔκοψε ἀμέσως τὸ λουρί, σκληρὸ βοδιοῦ τομάρι·
ἄδειο τὸ κράνος πήγαινε μὲ τ’ ἀνδρειωμένο χέρι
τοῦ Ἀτρείδη, ὥσπου τὸ πέταξε στῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη·
κι οἱ σύντροφοι τὸ ἐδέχθηκαν· κι ὅρμησε αὐτὸς ὀπίσω
λυσσώντας μὲ τὸ χάλκινο κοντάρι νὰ τὸν σχίση.
Ἀλλ’ εὔκολα, ὡσὰν θέαινα, τὸν σήκωσ’ ἡ Ἀφροδίτη·    380
μὲ καταχνιὰ τὸν ἔζωσε καὶ μὲς στὸν μυροβόλον
θάλαμον τὸν ἐκάθισε· κι ἡ ἴδια τὴν ῾Ελένην
ἐβγῆκε νὰ καλέση εὐθύς, καὶ τὴν ἐβρῆκ’ ἐπάνω
στὸν πύργον κι εἶχε Τρώισσες πολλὲς ὁλόγυρά της.
Ἀπ’ τὸ νεκτάριο φόρεμα τὴν τράβηξε κι ἐφάνη
μὲ τὴν μορφὴν γερόντισσας, ὁποὺ τὴν εἶχε γνέστραν
ἡ ῾Ελένη στὴν πατρίδα της νὰ τῆς δουλεύη ὡραῖα
κάθε πολύτιμο μαλλὶ καὶ τὴν ὑπερηγάπα·
μὲ αὐτὴν ὁμοιώθηκε ἡ θεὰ καὶ τῆς ῾Ελένης εἶπε:
« ῎Ελα καὶ ὁ Πάρις σὲ καλεῖ στὸ σπίτι νὰ γυρίσης·    390
στὸν θάλαμον, στὰ τορνευτὰ κλινάρια λαμπροφόρος
ἀστράφτει ἀπὸ τὴν ὀμορφιά· δὲν θά ᾽λεγες πὼς ἦλθε
ἐκεῖνος ἀπ’ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὄτ’ ἢ θὰ πηγαίνη
εἰς τὸν χορόν, ἢ ἀπὸ χορὸν ν’ ἀναπαυθῆ καθίζει».
Εἶπε καὶ τὴν ἐτάραξε μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βάθη˙
ἀλλ’ ἅμα εἶδε τῆς θεᾶς τὰ ἐρωτεμένα στήθη
καὶ τὸν πανώραιον λαιμὸν καὶ τῶν ματιῶν τὴν λάμψιν
φόβος τὴν πῆρεν ἔξαφνα καὶ πρὸς ἐκείνην εἶπε:
« Παμπόνηρη, τί προσπαθεῖς μ’ αὐτὰ νὰ μὲ πλανέσης;
Εἰς ποίαν χώραν μακρινὴν ἀκόμη θὰ μὲ βγάλης,    400
στῆς Μαιονίας τὸν τερπνὸν ἀέρα ἢ τῆς Φρυγίας,
ἂν κάποιον ἔχης ὡς καὶ αὐτοῦ θνητὸν ἀγαπημένον,
ἀφοῦ τώρα ὁ Μενέλαος, ποὺ ἐνίκησε τὸν Πάριν,
βούλετ’ ἐμὲ τὴν μισητὴν νὰ πάρη στὴν πατρίδα;
Διὰ τοῦτο ἐδῶ κατέβηκες μὲ δόλο νὰ μὲ πιάσης;
Ἄμε, μαζί του κάθισε, μακρὰν τῶν Ἀθανάτων,
καὶ οἱ πόδες σου στὸν ῎Ολυμπον νὰ μὴ σὲ ξαναφέρουν,
ἀλλὰ νὰ λιώνεσαι μ’ αὐτόν, νὰ τὸν προσέχης μεῖνε,
ὡς νὰ θελήση σύντροφον ἢ δούλην νὰ σὲ κάμη.
Θὰ ἦταν καταισχύνη μου νὰ ὑπάγω ἐκεῖ ποὺ θέλεις,    410
νὰ εἶμ’ ἐκείνου ὁμόκλινη· καὶ οἱ σεβαστὲς μητέρες
τῆς Τροίας θὰ μὲ ὀνείδιζαν καὶ ἀρκοῦν ὅσα ὑποφέρω».
Ὀργίσθη καὶ ἀποκρίθηκεν ἡ Ἀφροδίτ’ ἡ θεία:
« Μὴ μὲ θυμώνης, δύστυχη, μὲ αὐτὰ καὶ μ’ ἀναγκάσης,
ἀφοῦ πολὺ σ’ ἀγάπησα, πολὺ νὰ σὲ μισήσω,
καὶ ἰδῆς νὰ σπείρω ἀνάμεσα τῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων
ἔχθρητες νέες, φοβερὲς καὶ κακοθανατίσης».
᾽Ετρόμαξε στὸν λόγον της ἡ ῾Ελένη καὶ στὸν πέπλον
κλεισμένη τὸν ὁλόασπρον κατόπι της κινοῦσε
σιγά, χωρὶς οἱ Τρώισσες ποσῶς νὰ τὸ νοήσουν,    420
κι ὅταν στὰ δώματ’ ἔφθασαν τὰ ὡραῖα τοῦ Ἀλεξάνδρου,
ἀμέσως οἱ θεράπαινες στὰ ἔργα τους στραφῆκαν,
καὶ στὸν ὑψηλὸν θάλαμον ἀνέβ’ ἡ γυνὴ θεία,
κι ἔπιασεν ἡ φιλόγελη ἀθάνατη Ἀφροδίτη
ἔνα θρονὶ καὶ τό ᾽στησεν ἀντίκρυ τοῦ Ἀλεξάνδρου˙
σ’ αὐτὸ ἡ ῾Ελένη ἐκάθισε, τοῦ Δία θυγατέρα,
κι ὀνείδιζε τὸν ἄνδρα της μὲ ἀντίστροφο τὸ βλέμμα:
« ῏Ηλθες ἀπὸ τὸν πόλεμον, στὸν τόπον νά ᾽χες μείνει
σφαγμένος ἀπ’ τὸν ἥρωα ποὺ πρῶτος μου ἦταν ἄνδρας,
καὶ ὅμως πρῶτα ἐπαίρεσο πὼς ἤσουν καὶ στὰ χέρια    430
καὶ στὸ κοντάρι ἀνώτερος τοῦ ἀνδρείου Μενελάου·
ἐμπρὸς λοιπὸν προκάλεσε καὶ πάλιν τὸν ἀνδρεῖον
Μενέλαον στὸν πόλεμον· ἀλλὰ σὲ συμβουλεύω
νὰ ἡσυχάσης στὸ ἑξῆς, μὴ σὰν μωρὸς θελήσης
μὲ τὸν ξανθὸν Μενέλαον νὰ κτυπηθῆς καὶ πάλιν,
μὴ πέσης γρήγορα νεκρὸς στὴν λόγχην του ἀποκάτω».
Καὶ ὁ Πάρις τῆς ἀπάντησε: « Γυνή, μὴ μ’ ὀνειδίζης
τόσο πικρά, καὶ ἂν σήμερον μ’ ἐνίκησεν ὁ ᾽Ατρείδης
μὲ βοηθὸν τὴν ᾽Αθηνᾶν, κι ἐγὼ θὰ τὸν νικήσω
ἄλλην φοράν· ὅτι θεοὶ καλοὶ κι ἐμᾶς δὲν λείπουν·    440
ἀλλ’ ἔλα τώρα ἐρωτικὰ νὰ γλυκοκοιμηθοῦμε·
ποτὲ τόσον δὲν ἄναψεν ὁ πόθος τὴν ψυχήν μου,
μηδ’ ὅταν ἀπ’ τὴν Σπάρτην σου τὴν πρόσχαρην σ’ ἐπῆρα
τότε κι ἐπλέαμε μαζὶ στὰ ποντοπόρα πλοῖα
κι ἔσμιξα ἐρωτικὰ μ’ ἐσὲ στὴν νῆσο τῆς Κρανάης,
ὅσο γιὰ σὲ τώρα γλυκὸς μὲ συνεπαίρνει ὁ πόθος».
Εἶπε, στὴν κλίνην ἔπεσε κι ἐκείνη εὐθὺς κατόπι.
Κι ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐπλάγιαζαν στὴν τορνευμένην κλίνην,
ὡσὰν θηρίον γύριζεν ὁ ᾽Ατρείδης μὲς στὰ πλήθη
κάπου νὰ ἰδῆ τὸν Πάριδα, ἀλλὰ δὲν ἐδυνήθη    450
τῶν Τρώων καὶ τῶν βοηθῶν κανεὶς νὰ φανερώση
τὸν θεϊκὸν ᾽Αλέξανδρον τοῦ θείου Μενελάου
κι ὅμως δὲν θὰ τὸν ἔκρυβε κανένας ἀπ’ ἀγάπην,
ὅτι ὡς τὸν μαῦρον θάνατον τὸν ἐμισοῦσαν ὅλοι·
καὶ εἶπε τότε ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων:
« Σεῖς Τρῶες, καὶ σεῖς Δάρδανοι, σεῖς σύμμαχοι, ὅλοι ἀκοῦτε·
ἡ νίκη ἐφανερώθηκε τοῦ ἀνδρείου Μενελάου·
σεῖς τώρα παραδώσετε τὴν ῎Αργισσαν ῾Ελένην
μὲ ὅσους ἔχει θησαυροὺς καὶ πρόστιμον ἀκόμη,
ποὺ καὶ στὲς ἄλλες γενεὲς νὰ φθάση τ’ ἄκουσμά του».    460
Αὐτά ᾽πε καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη συμφωνοῦσαν.