Ιλιάδα (Πολυλάς)/β

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλιάδα
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος Πολυλάς
Ραψωδία β


῞Ολοι κοιμῶντ’ ὁλονυκτὶς θεοὶ καὶ πολεμάρχοι,
ἀλλ’ ὕπνος δὲν κατέβαινε στὰ μάτια τοῦ Κρονίδη
κι ἐμεριμνοῦσε πῶς τιμὴν νὰ δώση τοῦ ᾽Αχιλλέως
καὶ ἀφανισμὸν τῶν Ἀχαιῶν νὰ φέρη ἐκεῖ στὰ πλοῖα·
καὶ τούτ’ ἡ συμφερώτερη βουλὴ στὸν νοῦν του ἐφάνη
νὰ στείλη πλάνον ῎Ονειρον εὐθὺς εἰς τὸν ᾽Ατρείδην,
κι ἐκεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
«῎Ονειρε πλάνε, στὰ γοργὰ τῶν ᾽Αχαιῶν καράβια
κατέβα, τοῦ ᾽Αγαμέμνονος μὲς στὴν σκηνὴν τοῦ ᾽Ατρείδη,
ὅλ’ ἀπαράλλακτα νὰ εἰπῆς αὐτὰ ποὺ σὲ προστάζω.    10
Τῶν ἀνδρειωμένων ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη ἂς ἀρματώση
ὀλα, καὶ τώρα θά ᾽παιρνε τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου,
ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου,
ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐσυγκλίναν
καὶ πόνου ὥρα κρέμαται στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων».
Ἅμα τὸν λόγον ἄκουσε, στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλοῖα
ἐχύθη εὐθὺς ὁ ῎Ονειρος, μὲς στὴν σκηνὴν τοῦ ᾽Ατρείδη
καὶ σ’ ὕπνον μέσ’ ἀμβρόσιον τὸν ἦβρε βυθισμένον˙
στὴν κεφαλήν του ἐστήθηκεν ἐπάνω καὶ ὁμοιώθη
τοῦ Νηλεΐδη Νέστορος, ποὺ ἐκεῖνον ὁ Ἀτρείδης    20
ἀπὸ τοὺς ἄλλους γέροντες ἐξαίρετα ἐτιμοῦσε.
Μ’ αὐτὸν ὁ θεῖος Ὄνειρος ὁμοιώθη καὶ τοῦ εἶπε:
« Κοιμᾶσ᾽, υἱὲ τοῦ ἀνδράγαθου τοῦ πολεμάρχου ᾽Ατρέως;
Καὶ νὰ κοιμᾶται ὁλονυκτὶς δὲν πρέπει ὁ βουληφόρος,
ποὺ σ’ αὐτὸν κρέμονται οἱ λαοὶ καὶ ἔχει φροντίδες τόσες·
τώρ,’ ἄκουσέ με· μηνυτὴν σ’ ἐσὲ μὲ στέλνει ὁ Δίας
ποὺ καὶ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ σ’ ἐλεεῖται.
Τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς σοῦ λέγει ν’ ἀρματώσης
ὅλους· καὶ τώρα θά ᾽παιρνες τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου,
ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου,    30
ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ Ἤρα κι ἐσυγκλίναν,
καὶ ὁ Δίας κρέμασ’ ὄλεθρον στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων.
Αὐτὸ στὸν νοῦν σου φύλαξε, νὰ μὴ τὸ λησμονήσης
ὅταν ὁ ὕπνος ὁ γλυκὺς τὰ μέλη σου θ’ ἀφήση».
Εἶπε καὶ αὐτοῦ τὸν ἄφησε νὰ ἔχη μὲς στὸν νοῦν του
ἐκεῖνα ποὺ ἀληθινὰ δὲν ἔμελλαν νὰ γίνουν·
νὰ πάρη ἐθάρρευε ὁ τυφλὸς ἐκείνην τὴν ἡμέραν
τὴν Τροίαν καὶ δὲν γνώριζε τί μελετοῦσε ὁ Δίας,
πόμελλε ἀκόμη στεναγμοὺς ·καὶ πόνους νὰ γεννήση
τῶν Τρώων καὶ τῶν Δαναῶν μὲ φοβεροὺς πολέμους.    40
᾽Εξύπνησε ποὺ ἔπλεε τριγύρ’ ὁ θεῖος λόγος.
᾽Εκάθισε καὶ μαλακὸν ἐπέρασε χιτώνα,
εὔμορφον, νέον, κι ἔβαλε μεγάλο ἐπανωφόρι,
στὰ λαμπρὰ πόδια σάνδαλα προσέδεσεν ὡραῖα,
ξίφος ἀργυροκάρφωτον ἐζώσθη καὶ τὸ σκῆπτρον
προγονικό του κι ἄφθαρτον ἐπῆρε καὶ μ’ ἐκεῖνο
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν ἐπῆγε στὰ καράβια.
Ἅμα ἡ θεὰ στὸν ῎Ολυμπον ᾽Ηὼς ἀνεβασμένη
τοῦ Δία καὶ ὅλων τῶν θεῶν τὸ φῶς ἐπρομηνοῦσε,
τοὺς ψηλοφώνους κήρυκες ἐπρόσταζεν ἐκεῖνος    50
τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς στὴν σύνοδο νὰ κράξουν.
᾽Εκεῖνοι ἐκράξαν καὶ γοργὰ συνάζοντο τὰ πλήθη.
Καὶ πρῶτα ἐκάθισε βουλὴν τῶν σεβαστῶν γερόντων,
ὅπου τῆς Πύλου ὁ βασιλιὰς τὸ πλοῖον εἶχε, ὁ Νέστωρ.
Κι ἔστρωσ’ ἐμπρός τους βούλημα σοφὸ ποὺ ἐβρῆκε ὁ νοῦς του:
«᾽Ακούσετέ με, ἀγαπητοί· μὲς στὴν ἁγίαν νύκτα
ὁ θεῖος μ’ ἦβρεν ῎Ονειρος καὶ εἶχε τοῦ γενναίου
Νέστορος τὸ ἀνάστημα, τὴν πλάση καὶ τὴν ὅψη·
στὴν κεφαλήν μου ἐστάθηκεν ἐπάνω καὶ μοῦ εἷπε:
«Κοιμᾶσ᾽, υἱὲ τοῦ ἀνδράγαθου, τοῦ πολεμάρχου Ἀτρέως;    60
Καὶ νὰ κοιμᾶται ὁλονυκτὶς δὲν πρέπει ὁ βουληφόρος
ποὺ σ’ αὐτὸν κρέμονται οἱ λαοὶ κι ἔχει φροντίδες τόσες·
τώρ’ ἄκουσέ με· μηνυτὴν σ’ ἐσὲ μὲ στέλνει ὁ Δίας
ποὺ καὶ μακρὰν σὲ συμπονεῖ πολὺ καὶ σ’ ἐλεεῖται·
τοὺς ἀνδρειωμένους ᾽Αχαιοὺς σοῦ λέγει ν’ ἀρματώσης
ὅλους˙ καὶ τώρα θά ᾽παιρνες τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου
ποὺ πλέον δὲν διχογνωμοῦν οἱ κάτοικοι τοῦ ᾽Ολύμπου,
ἀφοῦ τοὺς παρακάλεσεν ἡ ῞Ηρα κι ἐσυγκλίναν
καὶ ὁ Δίας ὄλεθρον κρεμᾶ στὴν κεφαλὴν τῶν Τρώων.
Τοῦτα στὸν νοῦν σου φύλαξε». Εἶπεν αὐτὰ κι ἐχάθη,    70
κι ἐμέν’ ὁ ὔπνος ἄφησε· τώρ’ ἄς ἐβροῦμε τρόπον
πῶς νὰ πεισθοῦν ν’ ἀρματωθοῦν καὶ πρῶτα, ὡς θέλ’ ἡ ἀνάγκη,
γιὰ νὰ τοὺς δοκιμάσω ἐγὼ θὰ τοὺς εἰπῶ νὰ φύγουν
μὲ τὰ γοργὰ καράβια τους καὶ σεῖς ἀπ’ ἄλλο μέρος
μὲ νουθεσίες ὅλοι σας θὰ τοὺς κρατῆτε ὀπίσω».
Αὐτὰ εἶπε κι ἐκάθισε καὶ ὁ Νέστωρ ἐσηκώθη
ὁ γέρος ποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὴν ἀμμώδη Πύλον·
κι εἶπε καλοπροαίρετα: « ῏Ω φίλοι πολεμάρχοι,
ὦ τῶν Ἀργείων ἀρχηγοί, ἂν τ’ ὄνειρον ἀπ’ ἄλλον
τῶν Ἀχαιῶν ἀκούαμεν, θὰ λέγαμε πὼς εἶναι    80
μύθος νὰ τ’ ἀψηφήσωμεν˙ ἀλλὰ τὸ εἷπε ὁ πρῶτος,
ὁ ὑπέρτατος τῶν ᾽Αχαιῶν, κι ἐλᾶτε ἄς κινηθοῦμε,
ἂν γίνεται, νὰ ὁπλίσωμεν τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη».
Εἶπε κι ἐβγῆκε ἀπ’ τὴν βουλὴν πρῶτος αὐτὸς κι οἱ ἄλλοι
εἰς τοῦ ποιμένος τῶν λαῶν τὸν λόγον ὑπακοῦσαν
οἱ σκηπτροφόροι βασιλεῖς κι ἐτάραξαν τὰ πλήθη
καὶ ὡσὰν μελίσσια στριμωκτὰ μέσ’ ἀπὸ κούφιον βράχον
βλέπεις νὰ βγαίνουν ἄπειρα καὶ πάντοτε ἀναβρύζουν
κι ἐδῶ πολλὰ κι ἐκεῖ πολλά, πετώντας τριγυρίζουν
καὶ στ’ ἅνθη τ’ ἀνοιξιάτικα σταφυλωτὰ κρεμιῶνται,    90
ὁμοίως ἀπὸ τὲς σκηνὲς τὰ πλήθη κι ἀπ’ τὰ πλοῖα
νὰ μυρμηγκιάζουν ἕβλεπες στ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι
καὶ αὐτοῦ μηνύτρα τοῦ Διὸς τοὺς ἄναβεν ἡ Φήμη,
ὅσον ὁποὺ στὴν σύνοδον συναθροισθῆκαν ὅλοι.
Τάραχον εἷχε ἡ σύνοδος, κ ἐβόγγα ἡ γῆ στὸν κρότον
καθὼς τὰ πλήθη ἐκάθιζαν καὶ κήρυκες ἐννέα
βροντόφωνοι δὲν πρόφθαναν νὰ τοὺς εἰποῦν νὰ παύσουν
τὴν χλαλοὴ γιὰ ν’ ἀκουσθοῦν οἱ βασιλεῖς οἱ θεῖοι·
τέλος τὰ πλήθ’ ἡσύχασαν κι ἐκάθισαν τριγύρω
καὶ ὁ κραταιὸς σηκώθηκεν Ἀτρείδης κι ἐφοροῦσε    100
τὸ σκῆπτρον, ἔργο θαυμαστὸ τοῦ φιλοτέχνου ῾Ηφαίστου.
Πρῶτα τὸ ἐδώρησε ὁ θεὸς στὸν ὕψιστον Κρονίδην,
ὁ Δίας τό ᾽δωσε τοῦ ῾Ερμῆ καὶ ὁ μέγας Ἀργοφόνος
τοῦ ἱπποδάμου Πέλοπος, καὶ ὁ Πέλοψ στὸν Ἀτρέα,
καλὸν ποιμένα τῶν λαῶν, καὶ τοῦτος, πρὶν πεθάνη,
τό ᾽δωσε στὸν πολύαρνον Θυέστην, καὶ ὁ Θυέστης
τ’ ἀφῆκε τοῦ ᾽Αγαμέμνονος νὰ τὸ κρατῆ στὸ χέρι,
νὰ βασιλεύη στὰ πολλὰ νησιὰ καὶ στ’ Ἄργος ὅλο·
σ’ αὐτὸ ἐπάνω στέκονταν ὁ ᾽Ατρείδης καὶ τοὺς εἶπε:
« ῞Ηρωες φίλοι Δαναοί, θεράποντες τοῦ Ἄρη,    110
βαριὰ πολὺ μ’ ἐτύφλωσε καὶ μ’ ἔμπλεξε ὁ Κρονίδης.
Μοῦ ὑποσχέθηκε ὁ σκληρὸς τὴν πυργωμένην Τροίαν
πὼς θὰ πορθήσω κι ἔνδοξος θὰ γύρω στὴν πατρίδα
καὶ δόλον τώρα ἐσκέφθηκε καὶ ἀδόξως εἰς τὸ Αργος
θέλει νὰ γύρω, ἀφοῦ πολὺς λαὸς ἐδῶ μοῦ ἐχάθη·
ναί, τοῦτο ἀρέσει, ὡς φαίνεται, τοῦ ὑπερηφάνου Δία,
ὁποὺ πολλῶν πολιτειῶν ἡ ἄκρα δύναμίς του
τὲς κορυφὲς ἐξέκαμε καὶ θὰ ξεκάμη ἀκόμα·
εἶν’ ἐντροπή μας κι ἄκουσμα κακὸ στοὺς ἀπογόνους,
τόσος λαὸς τῶν Ἀχαιῶν καὶ τόσο ἀνδρειωμένος    120
πόλεμον ἀνωφέλευτον μ’ ἐχθροὺς ὀλιγοτέρους
τόσους καιροὺς νὰ πολεμᾶ καὶ νὰ μὴ φαίνετ’ ἄκρη˙
ὅτι τωόντι ἂν θέλαμεν, οἱ ᾽Αχαιοὶ καὶ οἱ Τρῶες,
δεμένοι μ’ ὅρκους ἱεροὺς ἐδῶ νὰ μετρηθοῦμε,
ἐκεῖνοι νὰ ξεδιαλεχθοῦν οἱ κάτοικοι τῆς, Τροίας,
καὶ εἰς δεκάδες οἱ ᾽Αχαιοὶ νὰ διαιρεθοῦμεν ὅλοι
καὶ ἀπὸ τοὺς Τρῶας κεραστὴ νὰ πάρ’ ἡ καθεμία,
θὰ ἔλειπεν ὁ κεραστὴς ἀπὸ πολλὲς δεκάδες·
τόσα ᾽ναι τ’ ᾽Αχαιόπαιδα πλειότερα τῶν Τρώων,
ὅσοι στὴν πόλιν κατοικοῦν· ἀλλ’ ἀπὸ χῶρες ἄλλες    130
πολλὲς τοὺς ἦλθαν σύμμαχοι κονταροσεῖστες ἄνδρες,
ἐκεῖνοι μὲ ὀπισθοδρομοῦν πολὺ καὶ δὲν μ’ ἀφήνουν
τὴν πόλιν τὴν περήφανην τῶν Τρώων νὰ πατήσω.
Κι ἐννέα τώρα διάβηκαν χρόνια τοῦ ·ὑψίστου Δία
καὶ τὰ καράβια σάπησαν, τὰ ξάρτια τους ἐλιῶσαν
καὶ κάθονται οἱ γυναῖκες μας μὲ τὰ μικρὰ παιδιά μας
στὰ σπίτια μας καὶ καρτεροῦν καὶ αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς μὲ πόθον
ἤλθαμ’ ἐδῶ νὰ κάμωμεν ποσῶς δὲν κατωρθώθη·
ἀλλὰ δεχθῆτε ὅ,τι θὰ εἰπῶ· νὰ φύγωμεν σᾶς λέγω
ὅλοι μὲ τὰ καράβια μας γιὰ τὴν γλυκιὰ πατρίδα,    140
ὅτι δὲν γίνεται ποτὲ νὰ πάρωμε τὴν Τροίαν».
Οἱ λόγοι αὐτοὶ κατάκαρδα ἐτάραξαν τὰ πλήθη
ποὺ δὲν γνωρίζουν στὴν βουλὴν ποιὰ σκέψις εἶχε γίνει
κι ὅλη ἐκινήθ’ ἡ σύνοδος σὰν τοῦ ᾽Ικαρίου πόντου
τ’ ἀγριωμένα κύματα ποὺ ὁ Νότος μὲ τὸν Εὖρον
ἀπὸ τὰ νέφη τοῦ Διὸς ὁρμώντας τὰ σηκώνουν·
ἢ ὅπως τὸ βαθὺ σπαρτὸ μ’ ὅλα τὰ στάχυα κλίνει,
ἂν ἔλθη ξάφνου Ζέφυρος σφοδρὸς νὰ τὸ κινήση,
ὅμοια κινήθ’ ἡ σύνοδος καὶ μὲ βοὴν στὰ πλοῖα
χύνονταν καὶ ἀπ’ τὰ πόδια των ἐφούντωνεν ἡ σκόνη    150
ἀνάερα κι ἐσπρώχνονταν νὰ σύρουν τὰ καράβια,
εἰς τὴν ἁγίαν θάλασσαν, κι ἐκάθαιρναν τοὺς λάκκους·
καὶ ὁλοένα τὰ σκαριὰ σηκώναν κι ἡ βοή τους
στὸν οὐρανὸν ἀνέβαινε γιὰ τὴν γλυκιὰν πατρίδα.
Πρόμοιρα τότ’ ἡ ἐπιστροφὴ γινόνταν τῶν Ἀργείων,
ἐὰν νὰ εἰπῆ τῆς ᾽Αθηνᾶς δὲν πρόφθανεν ἡ ῞Ηρα:
« Τωόντι, ὦ κόρη ἀδάμαστη τοῦ αἰγιδοφόρου Δία,
οἱ ᾽Αργεῖοι πίσω σχίζοντας τῆς θάλασσας τὰ πλάτη
θὰ φύγουν τώρα στὴν γλυκιὰ πατρίδα νὰ γυρίσουν;
Καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θ’ ἀφήσουν καὶ τῶν Τρώων    160
τὴν ῎Αργισσαν ῾Ελένην τους, ἀφοῦ γι’ αὐτὴν χαθῆκαν
τόσοι στὴν Τροίαν ᾽Αχαιοὶ μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα;
᾽Αλλὰ κατέβα τώρα εὐθὺς στῶν ᾽Αχαιῶν τὰ πλήθη,
σὺ τὸν καθένα κράτησε μὲ τὰ γλυκά σου λόγια,
στὴν θάλασσαν τὰ ἰσόπλευρα καράβια νὰ μὴ σύρουν».
Καὶ ἡ γλαυκόματη θεὰ ὑπάκουσε στὸν λόγον
καὶ ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὴν κορφὴ στὰ γρήγορα καράβια
κατέβηκε τῶν ᾽Αχαιῶν κι ἐκεῖ τὸν ᾽Οδυσσέα
εὕρηκε, αὐτὸν ποὺ ἐταίριαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία˙
τὸ χέρι του δὲν ἅπλωνεν εἰς τὸ καράβι ἐκεῖνος,    170
ἀλλ’ ἔστεκε περίλυπος καὶ καταπικραμένος.
Καὶ ἡ γλαυκόματη Ἀθηνᾶ πλησίασε καὶ τοῦ ᾽πε:
« Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα,
τωόντι στὰ καλόσκαρμα καράβια θὰ ριχθῆτε
ὀπίσω νὰ γυρίσετε στὴν ποθητὴν πατρίδα;
Καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θ’ ἀφῆστε καὶ τῶν Τρώων
τὴν Ἄργισσαν ῾Ελένην σας, ἀφοῦ γι’ αὐτὴν χαθῆκαν
τόσοι στὴν Τροίαν ᾽Αχαιοὶ μακρὰν ἀπ’ τὴν πατρίδα;
᾽Αλλ’ ἄμε καὶ τῶν Ἀχαιῶν πλησίασε τὰ πλήθη
μὲ τὸ γλυκό σου μίλημα νὰ πιέσης τὸν καθέναν    180
στὴν θάλασσαν τὰ ἰσόπλευρα καράβια νὰ μὴ σύρουν».
Εἶπε ἡ θεὰ κι ἐγνώρισεν ἐκεῖνος τὴν φωνήν της,
κι ἐχύθη τὴν χλαμύδα του πετώντας· καὶ τὴν πῆρε
ὁ ᾽Ιθακήσιος του ὀπαδὸς ὁ κήρυξ Εὐρυβάτης·
κι ἦβρε τὸν ᾽Αγαμέμνονα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας,
τὸ σκῆπτρο ἐπῆρε τ’ ἄφθαρτο προγονικὸ τοῦ ᾽Ατρείδη
καὶ τῶν ἀνδρείων Ἀχαιῶν κατέβη στὰ καράβια.
Κι ἂν ἀπαντοῦσε βασιλιὰ κι ἄνδρ’ ἄλλον τῶν προκρίτων,
νὰ τὸν κρατήση ἐπάσχιζε μὲ λόγια μελωμένα:
«῎Ανθρωπε νὰ δειλιάζης σύ, σὰν ἄνανδρος δὲν πρέπει,    190
στάσου καὶ σὺ καὶ νὰ σταθοῦν παράγγειλε τοὺς ἄλλους,
ὅτι δὲν ξεύρεις καθαρὰ τί κρύβει ὁ νοῦς τοῦ ᾽Ατρείδη·
μᾶς δοκιμάζει κι ὕστερα, θαρρῶ, θὰ μᾶς πατάξη˙
καὶ ὅ,τ’ εἶπε μέσα στὴν βουλὴν δὲν τὸ ἀκούσαμ’ ὅλοι,
ἀλίμονο στοὺς ᾽Αχαιοὺς, ἐκεῖνος ἄν θυμώση,
ὅτι μεγάλ’ εἶν’ ἡ ψυχὴ τοῦ θείου βασιλέως
ποὺ τὸν δοξάζει καὶ ἀγαπᾶ ὁ πάνσοφος Κρονίδης».
Κι ἄνθρωπον ὄταν τοῦ λαοῦ ποὺ φώναζε ἀπαντοῦσε,
κακὰ τὸν ἐφοβέριζε καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο ἐκτύπα:
« Σίγα, χαμένε, ὑπάκουσε εἰς τοὺς καλύτερούς σου·    200
ἄνανδρος σὺ καὶ οὐτιδανὸς καθόλου δὲν μετριέσαι
στὸν πόλεμον ἢ στὴν βουλήν· μήπως θαρρεῖς πὼς ὅλοι
θὰ βασιλεύωμεν ἐδῶ; Πολυαρχία βλάπτει˙
ἕνας θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγός, ὁ βασιλέας ἕνας,
ποὺ σ’ αὐτὸν ἔδωσ’ ὁ υἱὸς τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου
τὸ σκῆπτρο καὶ τὰ νόμιμα νὰ βασιλεύη σ’ ὅλους».
Μὲ τοῦτ’ αὐτὸς διόρθωνε τὰ πλήθη κι ἐχυνόνταν
ὀπίσω πρὸς τὴν σύνοδον ἀπὸ σκηνὲς καὶ πλοῖα
μὲ ἀλαλαγμόν, καθὼς βροντοῦν σ’ ἀπέραντο ἀκρογιάλι
τὰ κύματα κι ἀντιβοοῦν τὰ πλάτη τῆς θαλάσσης.    210
῞Ολος ἡσύχασε ὁ λαὸς κι ἐκάθιζαν τριγύρω·
μόνο; ἀκόμη ὁ φλύαρος Θερσίτης θορυβοῦσε,
ποὺ λόγια γνώριζ’ ἄπρεπα πολλὰ νὰ ἐφεύρη ὁ νοῦς του,
νὰ λοιδορῆ τοὺς βασιλεῖς, ὡς τύχαινε, καὶ μόνον
νὰ δώση κάποιαν ἀφορμὴν στὰ πλήθη νὰ γελάσουν
κι ἄσχημος ἄλλος σὰν αὐτὸν δὲν ἦλθε στὴν Τρωάδα·
ἦταν λοξόποδος, χωλὸς ἀπὸ τὸ ἕνα πόδι,
μὲ κυρτοὺς ὤμους ὁποὺ ἐμπρὸς τοῦ πλάκωναν τὸ στῆθος,
μὲ κεφαλὴν οτενόμακρην κι ἐπάν’ ὀλίγες τρίχες·
τοῦ ᾽Αχιλλέως μισητὸς πολὺ καὶ τοῦ ᾽Οδυσσέως,    220
ὅτι συχνὰ τοὺς ὕβριζε· καὶ τότε τὸν Ἀτρείδη
κρώζοντας ἐγλωσσόδερνε καὶ τὸν μισοῦσαν ὅλοι
στὰ στήθη τους οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τὸν ἐκατακραίναν.
Καὶ αὐτὸς βοώντας ἔλεγε κάθε κακὸ τοῦ ᾽Ατρείδη:
«᾽Ατρείδη, πάλιν τί ζητεῖς; Εἰπέ μας τί σοῦ λείπει;
Πλῆθος χαλκὸν εἰς τὲς σκηνές, πολλὲς γυναῖκες ἔχεις
ποὺ διαλεκτὲς σοῦ δίδομεν ἐσέν’ ἀπ’ ὅλους πρῶτα
κάθε φορὰ ποὺ τοῦ ἐχθροῦ πορθοῦμεν πολιτείαν.
῎Η καὶ χρυσάφι λαχταρεῖς, ἐδῶ νὰ σοῦ τὸ φέρη
κάποιος τῶν Τρώων ποθητὸ παιδὶ νὰ ἐξαγοράση    230
ποὺ ἐγὼ ἢ κι ἄλλος ᾽Αχαιὸς θὰ ἐσύραμε δεμένον;
῍Η γιὰ νὰ γλυκοκοιμηθῆς γυναίκα θέλεις νέαν,
μόνος σου νὰ τὴν χαίρεσαι; Καὶ σὺ πού ᾽σαι ἀρχηγός τους
δὲν ἔπρεπε τοὺς ᾽Αχαιοὺς νὰ καταβασανίζης.
῏Ω λέρες! πλέον ᾽Αχαιοὶ δὲν εἶσθ’ ἀλλ’ ᾽Αχαιίδες!
Στὰ σπίτια μας ἂς γύρωμε, κι ἂς μείνη ἐδῶ στὴν Τροία
τὰ δῶρα νὰ χωνεύη αὐτός, νὰ μάθη τότε ἂν κάτι
τὸν βοηθούσαμε κι ἐμεῖς. Κι ἔχει ἀτιμάσει τώρα
ἄνδρ’ ἀπ’ αὐτὸν καλύτερον πολὺ τὸν ᾽Αχιλλέα,
ὅτι τοῦ ἀφαίρεσ’ ἄδικα τῶν ᾽Αχαιῶν τὸ δῶρον.    240
Κι ἂν αὐτὸς εἶχε μέσα του χολήν, ἂν εἶχεν αἷμα,
θὰ ἦταν ὕστερη φορὰ ποὺ ἀδίκησες, ᾽Ατρείδη! »
Τὸν μέγαν ᾽Αγαμέμνονα μ’ αὐτὰ κακολογοῦσε
τότε ὁ Θερσίτης, κι ἔφθασεν ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας
καὶ λόγια τοῦ ᾽πε φοβερὰ μὲ ἦθος ἀγριωμένο:
« Ἄν καὶ λαμπρὸς ὁμιλητής, μωρόλαλε Θερσίτη,
βουβάσου καὶ τοὺς βασιλεῖς μὴ ψέγε σὺ καὶ μόνος,
ὅτι ἀπὸ σὲ χειρότερον κανέναν δὲν γνωρίζω
ἀπ’ ὅσους ἔφθασαν ἐδῶ μαζὶ με τοὺς ᾽Ατρεῖδες·
παῦσε λοιπὸν τοὺς βασιλεῖς συχνὰ πυκνὰ νὰ σέρνης    250
στὸ στόμα σου καὶ νὰ τηρᾶς τοῦ γυρισμοῦ τὴν ὥρα
καὶ ἀκόμη δὲν γνωρίζομεν αὐτὰ πῶς θὰ τελειώσουν,
ἂν γιὰ καλὸν ἢ γιὰ κακὸ θὰ γίνη ὁ γυρισμός μας˙
σὺ κάθεσαι καὶ τοῦ λαοῦ τὸν ἀρχηγὸν ᾽Ατρείδην
κατηγορεῖς ποὺ οἱ Δαναοὶ τοῦ δίδουν πολεμάρχοι
δῶρα πολλὰ καὶ οἱ λόγοι σου φαρμάκ’ εἶναι γεμάτοι·
ἀλλ’ ἄκουσε καὶ πίστευσε ποὺ ὅ,τι θὰ εἰπῶ θὰ γίνη˙
ἂν σ’ ἔβρω νὰ λυσσομανᾶς κι ἄλλην φοράν, ὡς τώρα,
ἡ κεφαλὴ νὰ μὴ σταθῆ στοὺς ὤμους τοῦ ᾽Οδυσσέως,
μήτε πατέρα νὰ μὲ εἰποῦν τοῦ Τηλεμάχου πλέον,    260
ἂν δὲν σὲ πιάσω εὐθὺς ἐγὼ νὰ σὲ γυμνώσω ἀπ’ ὅλα
ὅσα φορεῖς καὶ ἀκόμ’ αὐτὰ ποὺ τὰ κρυφὰ σκεπάζουν,
καὶ νὰ σὲ διώξω ἐλεεινὰ δαρμένον, ποὺ νὰ κλαίης
φεύγοντας ἀπ’ τὴν σύνοδον ὡς τὰ γοργὰ καράβια».
Καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο τοῦ ᾽πληξε τὴν ράχιν καὶ τοὺς ὤμους·
κυρτώθη ἐκεῖνος καὶ θερμὸ τοῦ ἐκύλησε τὸ δάκρυ·
τὸ χρυσὸ σκῆπτρο ἐσήκωσε στὴν ράχιν φουσκαλίδα
καὶ πονεμένος τρέμοντας ἐκάθισε ὁ Θερσίτης,
χαμένα γύρω ἐκοίταξε κι ἐσφόγγισε τὸ δάκρυ·
κι ὅλος ἐγέλασ’ ὁ λαὸς ἂν κι ἦταν πικραμένος·    270
κι ἐστράφη κάποιος κι ἔλεγεν ἐκεῖ στὸν πλαγινόν του:
« ῎Ω ἔργα πόσα ἐξαίσια κατόρθωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας,
σύμβουλος πρῶτος, συνετὸς καὶ ἄξιος πολεμάρχος!
Ἀλλὰ τώρα εὐεργέτησε μεγάλως τοὺς Ἀργείους
πού τὴν αὐθάδειαν ἔπαυσε τοῦ κακογλώσσου ἀχρείου·
πολὺ θ’ ἀργήσ’ ἡ ἀπότολμη ψυχή του νὰ τὸν σπρώξη
πάλι μὲ λόγι’ ἀναίσχυντα τοὺς βασιλεῖς νὰ ψέγη».
᾽Ορθὸς ὡστόσ’ ὁ πορθητὴς κρατοῦσεν ᾽Οδυσσέας
το σκῆπτρο, καὶ στὸ πλάγι του μὲ κήρυκος τὴν ὄψιν,
ἡ Ἀθηνᾶ παράγγελνε τὰ πλήθη νὰ σωπάσουν,    280
ὥστε τὸν λόγον οἱ Ἀχαιοὶ ἀπ’ ἄκρην σ’ ἄκρην ὅλοι
ν’ ἀκούσουν καὶ τὴν συμβουλὴν νὰ πάρουν εἰς τὸν νοῦν τους˙
καὶ αὐτὸς με γνώμην ἀγαθὴν ὁμίλησε στὰ πλήθη·
« Σήμερα θέλουν οἱ ᾽Αχαιοί, ᾽Ατρείδη βασιλέα,
ἐσὲ νὰ κάμουν ἄτιμον ἐμπρὸς στὸν κόσμον ὅλον·
καὶ ἰδοὺ τὸν λόγον ἀθετοῦν ποὺ ἀπ’ ἀρχῆς σοῦ δῶσαν,
ὅταν στὴν Τροίαν ἔρχονταν ἀπ’ τὸ ἱπποτρόφον ῎Αργος,
ὁπὼς θὰ γύρης πορθητὴς τῶν πύργων τοῦ Πριάμου.
Καὶ τώρα ὡσὰν μικρὰ παιδιὰ καὶ ἀπόχηρες γυναῖκες
τοὺς πῆρε τὸ παράπονο νὰ ἰδοῦν τὰ γονικά τους·    290
καὶ πῶς νὰ μὴ τὸ ἐπιθυμοῦν μὲ τόσα ποὺ ὑποφέρουν;
῾0 ἄνθρωπος ἀδημονεῖ κι ἕνα φεγγάρι ἂν μείνη,
μακρὰν ἀπ’ τὴν γυναίκα του, στὸ πλοῖον ἂν τὸν κλεῖσαν
χειμῶνος ἄνεμοι κακοὶ καὶ θάλασσ’ ἀγριωμένη.
Κι ἐμᾶς ὁ χρόνος ἔνατος στὸν κύκλον του μᾶς ἦβρε
ἀκόμη ἐδῶ νὰ μένωμεν· γιὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ψέγω
τοὺς ᾽Αχαιοὺς ποὺ ἀδημονοῦν, ἀλλ’ ὅμως εἷν’ αἰσχύνη
πολὺν νὰ ἔμεινες καιρὸν καὶ ἄδειος νὰ γυρίσης.
Λάβετε, ὦ φίλ᾽, ὑπομονὴν καὶ καρτερεῖτε ὀλίγο
νὰ ἰδοῦμ’ ἐὰν τοῦ Κάλχαντος τὰ ρήματ’ ἀληθεύσουν.    300
Εἶναι στὸν νοῦν μας ζωντανὰ καὶ μάρτυρες εἶσθ’ ὅλοι
ὅσους δὲν πῆρε ὁ θάνατος, ὁπόταν στὴν Αὐλίδα —
χθὲς ἢ προχθὲς μοῦ φαίνεται — συνάζονταν τὰ πλοῖα
τῶν ᾽Αχαιῶν καταστροφὴν νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας·
κι ἐμεῖς στοὺς ἱεροὺς βωμούς, ὅπου μιὰ βρύση ἐκύλα
κάτω ἀπ’ ὡραῖον πλάτανον τὰ ὄμορφα νερά της,
τῶν ἀθανάτων καίαμεν ἐξαίσιες ἑκατόμβες·
μέγα σημάδι ἐφάνη ἐκεῖ, μαῦρος σὰν αἷμα δράκος,
τἑρας ποὺ ἔβγαλε στὸ φῶς ὁ ἴδιος ὁ Κρονίδης,
ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ βωμοῦ στὸν πλάτανον ἐχύθη.    310
᾽Εκεῖ φωλιάζαν σπούργιτες, ἀφτέρωτα πουλάκια
εἰς τὸ ὑψηλότατο κλαδὶ κρυμμένα μὲς στὰ φύλλα
ὀκτώ, κι ἐνάτ’ ἡ μάνα τους ποὺ τά ᾽χε γεννημένα.
Τά ᾽τρωγε αὐτὸς ποὺ ἔτριζαν ἐλεεινὰ καὶ γύρω
πετοῦσε ἡ μάνα κλαίοντας τὰ τέκνα της κι ὁ δράκος
᾽στράφη, ἐτινάχθη κι ἔπιασεν ἀπ’ τὸ φτερὸ κι ἐκείνην·
καὶ ἀφοῦ τὰ τέκνα ὅλά ᾽φαγε και ἀκόμη τὴν μητέρα,
θαῦμα τὸν ἔστησε ὁ θεὸς ὁποὺ τὸν εἶχε δείξει·
ἐκεῖ τὸν πέτρωσ’ ὁ υἱὸς τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου˙
κι ἐμεῖς ὅλοι ἀπορούσαμε σ’ αὐτὸ ποὺ ἐγίνη ἐμπρός μας·    320
κι ὡς ἦλθαν ξάφνου ἀνάμεσα στὲς θεῖες ἑκατόμβες
τέρατα τόσα φοβερά, τὸν λόγον πῆρε ὁ Κάλχας:
«Πῶς ὅλοι στέκεσθ’ ἄφωνοι; Τὸ μέγ’ αὐτὸ σημεῖον
ὁ Ζεὺς μᾶς τό ᾽δειξε ὁ σοφός, κι ὅ,τι δηλοῖ θὰ γίνη
μὲ τοὺς καιρούς, ἀλλ’ ἔνδοξο θὰ μείνη στὸν αἰώνα·
καθὼς τὰ τέκνα ὅλά ᾽φαγε καὶ τὴν μητέρα ἐκεῖνος,
ὀκτώ, κι ἐνάτη ἧταν αὐτὴ ποὺ τά ᾽χε γεννημένα,
κι ἐμεῖς θὰ πολεμήσωμεν αὐτοῦ χρόνους ἐννέα,
καὶ ἡ πόλις ἡ πλατύδρομη στὸν δέκατον θὰ πέση».
Αὐτὰ μᾶς ἔλεγε καὶ ἰδοὺ ποὺ τώρα γίνοντ’ ὅλα.    330
Καί, ὦ μεγαλόψυχοι Ἀχαιοί, νὰ μείνετε σᾶς λέγω,
ὡσότου νὰ πατήσωμε τοὺς πύργους τοῦ Πριάμου».
Εἶπε καὶ ὅλοι ἐφώναξαν καὶ τρομερὰ τὰ πλοῖα
ἀπ’ τὴν βοὴν τῶν ᾽Αχαιῶν ὡς πέρα ἠχολογῆσαν,
τόσον εἰς ὅλους ἄρεσαν οἱ λόγοι τοῦ ᾽Οδυσσέως.
Τότ’ εἶπεν ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ ἱππηλάτης:
« ᾽Ωιμέ, νὰ συναθροίζεσθε καὶ νὰ δημηγορῆτε,
ὡς θά ’καναν ἀνήλικα καὶ ἀπόλεμα παιδία!
Λοιπὸν οἱ συμφωνίες μας κι οἱ ὅρκοι τί θὰ γίνουν;
Θὲ νὰ καοῦν οἱ συμβουλὲς κι οἱ γνῶμες τῶν ἠρώων,    340
οἱ ἁγνὲς σπονδὲς καὶ τῶν χεριῶν ποὺ ἐδώκαμεν ἡ πίστις;
Λογομαχοῦμεν μάταια καὶ τρόπον νὰ σωθοῦμε,
τόσους καιροὺς ποὺ ᾽μεθα ἐδῶ δὲν ἔχομ’ ἔβρει ἀκόμη·
καὶ σὺ ᾽Ατρείδη πάλι ὡς πρὶν ἀσάλευτος στὴν γνώμην,
σὺ τῶν Ἀργείων ἀρχηγὸς νὰ εἶσαι εἰς τοὺς ἀγῶνες,
κι ἄφησ’ ἐκεῖνοι νὰ χαθοῦν, ἕνας ἢ δύο ποὺ χώρια
βουλεύονται ἀπ’ τοὺς ᾽Αχαιούς, καὶ τοῦ κακοῦ κοπιάζουν,
στὸ ῎Ἄργος νὰ γυρίσωμεν πρὶν μάθωμ’ ἂν ἀλήθεια
ἤ ψέμα θά ᾽ν’ ἡ ὑπόσχεση τοῦ αἰγιδοφόρου Δία.
Ναί, λέγ’ ὅτι τὴν ἔδωκεν ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης    350
ἀστράφτοντας στὰ δεξιὰ μὲ φανερὰ σημεῖα
τὴν ὥραν ὅπου ἀνέβαιναν στὰ γρήγορα καράβια
οἱ Ἀργεῖοι μαῦρον θάνατον νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας.
Ὅθεν κανεὶς ἂς μὴ βιασθῆ νὰ γύρη στὴν πατρίδα,
πρὶν λάβη στὲς ἀγκάλες του γυναίκ’ ἀνδρὸς τῆς Τροίας,
καὶ δικαιωθοῦν οἱ στεναγμοὶ κι οἱ πόνοι τῆς ῾Ελένης·
καὶ ἂν κάποιος θέλη φοβερὰ νὰ γύρη στὴν πατρίδα
τὸ χέρι στὸ κακόστρωτο κρεβάτι του ἂς ἁπλώση,
καὶ πρὶν τῶν ἄλλων γρήγορα θὰ κακοθανατίση.
᾽Αλλὰ καὶ ἀτός σου, κύριε, σκέψου καλὰ καὶ σ’ ἄλλον    360
πείθου καὶ λόγον ποὺ θὰ εἰπῶ μὴ τὸν καταφρονέσης
κατὰ φυλὲς νὰ χωρισθοῦν καὶ κατὰ γέν’ οἱ ἄνδρες,
ὥστε φυλὴ νὰ βοηθῆ φυλὴν καὶ γένος γένος.
Καὶ ἄν τοῦτο κάμης κι οἱ ᾽Αχαιοὶ στὸν λόγον σου ὑπακούσουν,
τῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν λαῶν θὰ ἰδῆς ποιὸς εἶναι ἀνδρεῖος
καὶ ποιὸς δειλός, ὡς χωριστὰ θὰ πολεμᾶ καθένας·
θὰ ἰδῆς ἂν εἶναι ἀπὸ θεοῦ τὴν πόλιν νὰ μὴ πάρης
ἢ ἀπὸ δειλίαν τῶν ἀνδρῶν καὶ ἀμάθειαν τοῦ πολέμου».
Τότε σ’ αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης:
«Στὲς συμβουλὲς πόσο νικᾶς τοὺς ᾽Αχαιούς, ὦ γέρε!    370
πατέρα Δία καὶ ᾽Αθηνᾶ καὶ ᾽Απόλλων, ὦ θεοί μου,
ἂν εἶχα δέκα ὡσὰν ἐσὲ συμβούλους στὸ πλευρό μου·
στὴν δύναμίν μας γρήγορα ἡ πόλις τοῦ Πριάμου
θὰ ἔσκυφτε, καὶ χαλασμὸς κι ἐρμιὰ θὰ τὴν πλακῶναν.
᾽Αλλὰ μ’ ἐταλαιπώρησεν ὁ ὑπέρτατος Κρονίδης,
πού σ’ ἔχθρες ἀδιόρθωτες καὶ σ’ ἔριδες μ’ ἐμπλέκει·
ὅτι ἐλογομαχήσαμεν ἐγὼ καὶ ὁ Πηλείδης
χάριν τῆς κόρης καὶ βαρὺς ἐδείχθηκα ἐγὼ πρῶτος·
ἀλλ’ ἂν ὁμογνωμήσωμε καὶ παλ’ ἐμεῖς οἱ δύο,
δὲν θὲ ν’ ἀργήση οὐδὲ στιγμὴν ὁ ὄλεθρος τῶν Τρώων.    380
Τώρα θὰ γευματίσετε, κατόπι ἀρματωθῆτε·
σιάσετε τὲς ἀσπίδες σας τροχίσετε τὲς λόγχες·
ἄφθονην δώσετε τροφὴν στὰ γρήγορα πουλάρια,
τ’ ἁμάξια θεωρήσετε, μὲ τοῦτο στὴν καρδιά σας,
ποὺ θὰ κρατοῦμε ὁλήμερα τὸν φονικὸν ἀγώνα
καὶ δὲν θὰ ἔχη ὁ πόλεμος ξανάσασμα κανένα
ως νά ᾽λθ’ ἡ νύκτα τὴν ὁρμὴν νὰ κόψη τῶν ἀνδρείων·
στὰ στήθη σας καὶ τὸ λουρὶ τῆς κυκλωτῆς ἀσπίδος
θὰ ἱδρώση καὶ τὸ χέρι σας στὴν λόγχην θ’ ἀποκάμη,
καὶ θὰ ἱδρώσουν τ’ ἄλογα στ’ ἁμάξι τανυσμένα.    390
Κι ἂν ἀπ’ τὸν πόλεμον μακρὰν εἰς τὰ κυρτὰ καράβια
μείνη κανεὶς καὶ τὸν ἰδῶ, νὰ μὴν ἐλπίση ἐκεῖνος
ποὺ δὲν θὰ γίνη σπάραγμα τῶν ὄρνεων καὶ τῶν σκύλων».
Εἶπε καὶ ὅλοι ἐβόησαν, καθὼς βοᾶ τὸ κύμα
ἀπὸ τοῦ Νότου τὴν ὁρμὴν ἐπάνω σ’ ἀκρωτήρι,
ποὺ βγαίνει ἐμπρὸς στὴν θάλασσαν καὶ πάντοτε τὸ δέρνουν
τὰ κύματ’ ὅπως ἔρχονται ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνέμους.
Τὰ πλήθη τότ’ ἐσκόρπισαν τριγύρω στὰ καράβια,
φωτιὰ στὲς σκηνὲς ἄναψαν κι ἐκάθισαν νὰ φάγουν˙
κι εἰς ἕναν ἀπὸ τοὺς θεοὺς θυσίαζε ὁ καθένας    400
κι εὔχονταν νά ᾽βγη ζωντανὸς ἀπ’ τὸν φρικτὸν ἀγώνα˙
ἀλλὰ βόδι πεντάχρονον ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
παχύτατο ἐθυσίασε τοῦ φοβεροῦ Κρονίδη,
καὶ τῶν Παναχαιῶν ἐκεῖ τοὺς γέροντας καλοῦσε
καὶ πρώτιστα τὸν Νέστορα καὶ τὸν ᾽Ιδομενέα,
τοὺς δυὸ κατόπιν Αἴαντες, καὶ τὸν Τυδείδην, κι ἔκτον
τὸν ᾽Οδυσσέα, πόμοιαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία,
καὶ μόνος αὐτοκάλεστος τοῦ ἦλθεν ὁ γενναῖος
Μενέλαος ποὺ ἐγνώριζε πόσες φροντίδες εἶχε·
καὶ ἀφοῦ στὸ βόδι ὁλόγυρα ἐπῆραν τὰ κριθάρια,    410
ἄρχισ’ ὁ Ἀτρείδης τὴν εὐχήν: « ῾Υπέρτατε Κρονίδη,
ἔνδοξε, μαυρονέφελε, ἐγκάτοικε τοῦ αἰθέρος,
δῶσε πρὶν πέση ὁ ἥλιος καὶ τὸ σκοτάδι φθάση
χάμω στὴν γῆν τὸ μέγαρον νὰ ρίξω τοῦ Πριάμου
ἀσβολωτὸ καὶ στὴ φωτιὰ τὲς πύλες του νὰ λιώσω,
καὶ τὸν ῾Εκτόρειον θώρακα μὲ τὸ σπαθὶ νὰ σχίσω
στὰ αἱματωμένα στήθη του, κι ἐπίστομα στὴν σκόνη
γύρω του σύντροφοι πολλοὶ τὸ χῶμα νὰ δαγκάσουν».
Εἶπε, ἀλλ’ ὁ Δίας τὴν εὐχὴν δὲν ἔστεργε, κι ἐδέχθη
τὴν προσφορὰν καὶ δυνατὸν τοῦ ἑτοίμαζεν ἀγώνα·    420
καὶ ἀφοῦ τὲς εὐχὲς ἔκαμαν κι ἐρίξαν τὰ κριθάρια,
τὸν τράχηλον τοῦ ἐσήκωσαν, τὸ σφάξαν καὶ τὸ γδάραν,
καὶ ἀφοῦ χωρίσαν τὰ μεριὰ μὲ διπλωτὸ κνισάρι
τὰ σκέπασαν κι ἐπάνω των ὠμὰ κομμάτια θέσαν·
καὶ αὐτὰ μὲ σχίζες ἄφυλλες ἐκαῖαν, καὶ τὰ σπλάχνα
ἐσούβλισαν καὶ στὴν φωτιὰν ἐπάνω τὰ κρατοῦσαν·
καὶ ἀφοῦ καῆκαν τὰ μεριὰ κ ἐγεύθηκαν τὰ σπλάχνα
ἐλιάνισαν τὰ ἐπίλοιπα, τὰ ἐπέρασαν στὲς σοῦβλες,
καὶ ἀφοῦ μὲ τέχνην τά ᾽ψησαν ἀπ’ τὴν φωτιὰ τὰ πῆραν.
Κι ἅμ’ ἀπ’ τὸν κόπον ἔπαυσαν, κι ἑτοίμασαν τὸ γεῦμα,    430
ἔτρωγαν κι ὅλ’ ἰσόμοιρα χαρῆκαν τὸ τραπέζι,
καὶ ἅμα ἐφάγαν κι ἔπϊαν ὅσ’ ἤθελε ἡ ψυχή τους,
ὁ Νέστωρ εἶπε πρὸς αὐτούς: «Ἀτρείδη βασιλέα,
μὲ ὁμιλίες τὸν καιρὸ μὴ τρίβωμ’ ἐδῶ πέρα,
καὶ ἀνάγκη εἶναι ν’ ἀρχίσωμε χωρὶς ἀργοπορίαν
τὸ ἔργον τοῦτο, ποὺ ὁ θεὸς μᾶς ἔδωκε στὸ χέρι·
καὶ οἱ κήρυκες τῶν Ἀχαιῶν τὰ χαλκοφόρα πλήθη
ἂς κράξουν νὰ συναθροισθοῦν ἀπ’ ὅλα τὰ καράβια,
κι ἐμεῖς ἄς πᾶμε ὅλοι μαζὶ στὸ στράτευμα τριγύρω
στὰ στήθη των ν’ ἀνάψωμεν τὴν λύσσαν τοῦ πολέμου».    440
Αὐτὰ εἶπεν ὁ γέροντας, καὶ ὁ μέγας Ἀγαμέμνων
τοὺς ψηλοφώνους κήρυκες παράγγειλε νὰ κράξουν
στὸν πόλεμον τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀντρειωμένα πλήθη
καὶ γρήγορα στὸ κήρυγμα συναθροιζόνταν ὅλοι.
Τοὺς διαχωρίζαν μὲ σπουδὴν οἱ βασιλεῖς οἱ θεῖοι
μὲ τὸν Ἀτρείδη κι ἡ Ἀθηνᾶ στὴν μέσ’ ἡ γλαυκομάτα
μὲ ἀτίμητην, ἀγέραστην, ἀθάνατην αἰγίδα·
ποὺ ἑκατὸν κρόσες γύρω της ὁλόχρυσες κρεμόνταν,
καλοπλεγμένες κι ἑκατὸν ἀξίζει βόδια ἡ μία·
μὲ αὐτὴν περνοῦσε ὡς ἀστραπὴ τῶν Ἀχαιῶν τὰ πλήθη    450
καὶ τ’ ἄναφτε κι ἐγέμιζε τὰ στήθη τους ἀνδρείαν
νὰ μάχωνται νὰ πολεμοῦν καὶ παῦσιν νὰ μὴ θέλουν.
Καὶ ἀγάπησαν τὸν πόλεμον καλύτερα ἢ νὰ γύρουν
μὲ τὰ βαθιὰ καράβια τους, στὴν ποθητὴν πατρίδα.
Ὅπως κακὴ πυρκαϊὰ μεγάλο δάσος καίει,
σ’ ἄκρην βουνοῦ καὶ φαίνεται μακρὰν ἡ ἀναλαμπή της,
ὁμοίως ἀπ’ τὸν ἄπειρον χαλκόν, καθὼς κινοῦντο,
ὁ αἰθέρας ὡς τὸν οὐρανὸν λαμποκοποῦσεν ὅλος.
Καὶ ὅπως πλήθη ἀμέτρητα πουλιῶν συμμαζωμένα,
χηνῶν κοπάδ’ ἢ γερανῶν ἢ κύκνων μακρολαίμων    460
στ’ Ἄσιο λιβάδι, στὲς ροὲς σιμὰ τοῦ Καϋστρίου
φτεροκοποῦν περήφανα στό ᾽να καὶ στ’ ἄλλο μέρος
κι ὅταν καθίζουν κλαγγηκτὰ καὶ ὁ κάμπος ἀντηχάει,
τόσα τὰ πλήθη τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ σκηνὲς καὶ πλοῖα
στὸ σιάδι τὸ Σκαμάνδριον χυνόνταν κι ἀπ’ τὸν κτύπον
ἵππων καὶ ἀνδρῶν τρομακτικὰ ἡ γῆ βροντοκοποῦσεν·
κι ἔμειναν στὸ Σκαμάνδριον λιβάδι τὸ ἀνθοφόρο
ἄπειροι ὡσὰν τῆς, ἄνοιξης τὰ ἄνθῃ καὶ τὰ φύλλα.
Κι ὅπως σωρεύοντ’ ἄπειρες οἱ μύγες εἰς τὴν στάνην
τὴν ἄνοιξιν ὁποὺ τ’ ἀγγειὰ μὲ γάλα ξεχειλίζουν,    470
ὁμοίως καὶ τῶν Ἀχαιῶν τ’ ἀνδρειωμένα πλήθη
στὴν πεδιάδ’ ἀμέτρητα, πυκνότατα, ἐστεκόνταν
κι ἐλαχταροῦσαν ὄλεθρον νὰ φέρουν εἰς τοὺς Τρῶας.
Καὶ ὅπως εὔκολα γιδιῶν κοπάδια σκορπισμένα
καὶ στὴν βοσκὴν ἀνάμεικτα χωρίζουν οἱ ποιμένες,
ὁμοίως εἰς τὸν πόλεμον ἐσύνταζαν τὰ πλήθη
οἱ ἀρχηγοὶ καὶ ἀνάμεσα ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
στὰ μάτια καὶ στὴν κεφαλὴν ἀστραποφόρος Δίας
στὴν ζῶσιν ῎Αρης ἔδειχνε καὶ Ποσειδῶν στὰ στήθη.
Κι ὅπως σ’ ἀγέλην ἔξοχος ἀπ’ ὅλους εἶναι ὁ ταῦρος,    480
καὶ στὴν βοσκὴν διακρίνεται, ὁμοίως τὸν Ἀτρείδην
ὁ Βροντητὴς ἠθέλησεν ἐκείνην τὴν ἡμέραν
λαμπρὸν νὰ κάμη κι ἔξοχον στὸ πλῆθος τῶν ἡρώων.
Μοῦσες, τοῦ ᾽Ολύμπου κάτοικες, διδάξετέ με τώρα —
εἶσθε θεὲς καὶ βρίσκεσθε παντοῦ καὶ ἠξεύρετ’ ὅλα,
τίποτ’ ἐμεῖς δὲν ξεύρομεν, τὴν φήμην μόνο ἀκοῦμε,—
τῶν Δαναῶν οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἄρχοι τίνες ἧσαν·
τοῦ πλήθους τὰ ὀνόματα νὰ εἰπῶ δὲν θὰ ἠμποροῦσα
ἐγὼ κι ἂν δέκα στόματα κι ἂν δέκα γλῶσσες εἶχα,
κι ἂν εἶχ’ ἀσύντριφτην φωνὴν καὶ χάλκινα τὰ στήθη·    490
μόνον οἱ κόρες τοῦ Διὸς αἰγιδοφόρου, οἱ Μοῦσες
᾽Ολυμπιάδες θά ᾽λεγαν πόσοι στὴν Τροίαν ἦλθαν·
ἀλλὰ θὰ εἰπῶ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ὅλα τὰ καράβια.
Τῶν Βοιωτῶν οἱ ἀρχηγοὶ Πηνέλαος, Κλονίος,
Προθήνωρ, ᾽Αρκεσίλαος, καὶ Λῆτος διοικοῦσαν
ὅσους ἀπόστειλ’ ἡ Αὐλὶς πετρώδης, ἡ ῾Υρία,
ἡ Σχοῖνος, ὁ ᾽Ετεωνὸς πολύλοφος, ἡ Σκῶλος,
ἡ εὐρύχωρη Μυκαλησσός, ἡ Θέσπεια κι ἡ Γραία,
ὅσους τὸ ῞Αρμ’ ἀπόστειλε, τὸ Εἰλέσιον, οἱ ᾽Ερύθρες,
ἀκόμη ὅσους ὁ ᾽Ελεών, ὁ Πετεών, ἡ Ὕλη,    500
ὁ Μεδεὼν πόλις καλὴ καὶ ὅσους ἡ ᾽Ωκαλέη,
ἡ Θίσβ’ ἡ πολυτρύγονη, ἡ Εὔτρησις, οἱ Κῶπες,
κι ὁ χλοερὸς ῾Αλίαρτος, κι ὅσους ἀκόμη ἐστεῖλαν
ὁ Γλίσας, ἡ Κορώνεια, ἡ Πλάταια καὶ ἡ πόλις
ὡραία τῶν ῾Υποθηβῶν, καὶ ἡ πόλις ἡ ἁγία
ἡ ῎Ογχηστος, πολύδενδρο τοῦ Ποσειδῶνος κτῆμα,
ἡ θεία Νίσα, ἡ Μίδεια, ἡ ῎Αρνη ἀμπελοφόρα,
καὶ ὅσοι ἀπὸ τὴν ἔσχατην ἔφθασαν ᾽Ανθηδόνα.
Πενήντα σαν τὰ πλοῖα των κι ἐπάνω στὸ καθένα
ἦσαν ἑκατὸν εἴκοσι τῶν Βοιωτῶν ἀγόρια.    510
Τοῦ ᾽Ορχομενοῦ τῶν Μινυῶν τοὺς ἄνδρες καὶ ᾽Ασπληδόνος
ἐδιοικοῦσε ὁ ᾽Ιάλμενος καὶ Ἀσκάλαφος, ἀγόρια
τοῦ Ἄρη καὶ τῆς θυγατρὸς τοῦ ῎Ακτορος Ἀζείδη
τῆς Ἀστυόχης, ὁποὺ ἁγνὴ στ’ ἀνώγι της ἀνέβη
κι ὁ Ἄρης, δυνατὸς θεός, μὲ αὐτὴν κρυφὰ κοιμήθη·
κι εἶχαν τριάντα βαθουλὰ κατόπι τους καράβια.
Μὲ τοὺς Φωκεῖς ὁ ᾽Επίστροφος ἐρχόταν καὶ ὁ Σχεδίος
υἱοὶ τοῦ μεγαλόψυχου ᾽Ιφίτου Ναυβουλίδη.
Τοὺς ἔστειλε ἡ Κυπάρισσος καὶ ἡ Πυθὼ πετρώδης,
ἡ θεία Κρίσα καὶ ἡ Δαυλίς, ὁ Πανοπεὺς καὶ ἀκόμη    520
τὰ μέρη τῆς ῾Υαμπόλεως, καὶ τῆς ᾽Ανεμωρείας
κι αὐτὰ ποὺ ὁ θεῖος ποταμὸς ο Κηφισὸς ποτίζει,
καὶ ἡ Λίλαια ποὺ κτίστηκεν ἐπάνω στὲς πηγές του·
κι εἶχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια
καὶ κολλητὰ στοὺς Βοιωτούς, στὸ ἀριστερό τους πλάγι
οἱ πολεμάρχοι ἐσύνταζαν τὰ πλήθη τῶν Φωκέων.
Τῶν Λοκρῶν ἦταν ἀρχηγὸς ὁ Οἰλείδης ταχὺς Αἴας
πολὺ πολὺ μικρότερος τοῦ Τελαμωνιάδη
στὸ σῶμα, καὶ μικρόσωμος λινοθωρακωμένος
τῶν Πανελλήνων καὶἈχαιῶν εἰς τὸ κοντάρι πρῶτος·    530
ἦλθαν ἀπ’ τὴν Καλλίαρον, τὴν Κύνον, τὸν ᾽Οπούντα,
ἀπ’ τὲς ὡραῖες Αὐγειές, τὴν Βήσσαν καὶ τὴν Σκάρφην,
τὴν Τάρφην καὶ τὸ Θρόνιον, τοῦ Βοαγρίου πόρον·
καὶ αὐτὸν σαράντα ὁλόμαυρα καράβι’ ἀκολουθοῦσαν
τῶν Λοκρῶν πού ᾽ναι ἀντίπερα τῆς ἱερᾶς Εὐβοίας.
Καὶ τοὺς ἀνδρείους Ἄβαντας κατοίκους τῆς Εὐβοίας
ἀπὸ Χαλκίδ’ ᾽Ερέτριαν καὶ ἀπ’ τὴν σταφυλοφόραν
῾Ιστίαιαν καὶ Κήρινθον ἀκρόγιαλην καὶ ἀκόμη
ἀπὸ τὸ Δίον τὸ ὑψηλό, τὴν Κάρυστον καὶ Στύρα,
τοὺς διοικοῦσε ὁ φοβερὸς στὴν μάχην ᾽Ελεφήνωρ    540
Χαλκωδοντιάδης ἀρχηγὸς τῶν ψυχερῶν Ἀβάντων.
Γοργόποδοι μὲ τὰ μαλλιὰ στὲς πλάτες ἁπλωμένα,
λογχιστὲς ἦσαν πρόθυμοι μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια
στὰ στήθη ἐπάνω τῶν ἐχθρῶν τοὺς θώρακες νὰ σπάσουν·
καὶ αὐτὸν σαράντα ὁλόμαυρα καράβια ἀκολουθοῦσαν.
Ἄνδρες οἱ Ἀθῆνες ἔστειλαν, καλοκτισμένη πόλις·
κι ἦταν ἡ χώρα τοῦ ὑψηλοῦ στὸ φρόνημα ᾽Ερεχθέως·
τὸν γέννησεν ἡ δότρα Γῆ καὶ τοῦ Διὸς ἡ κόρη
ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔθρεψε, καὶ στὸν λαμπρὸν ναόν της
τὸν ἔθεσε, καὶ μὲ κριοὺς καὶ ταύρους, κάθε χρόνο    550
τ’ ἀγόρϊα τῶν ᾽Αθηνῶν εὐφραίνουν τὴν ψυχή του˙
ὁ Μενεσθεὺς τοῦ Πετεῶ τοὺς διοικοῦσε, ὁ μόνος
ἵππους νὰ τάξ’ εἰς πόλεμον καὶ ἀσπιδοφόρους ἄνδρες,
καὶ σ’ ὅλους μέσα τοὺς θνητοὺς ἀντίπαλον δὲν εἶχεν
ἄλλον παρὰ τὸν Νέστορα, τὸν γεροντότερόν του·
καὶ αὐτὸν πενήντα ὁλόμαυρα καράβια ἀκολουθοῦσαν.
῾0 Αἴας πρύμνες δώδεκα τῆς Σαλαμῖνος εἶχε,
κι ἐστάθηκε στὲς φάλαγγες σιμὰ τῶν ᾽Αθηναίων.
῎Ανδρες τὸ ῎Αργος ἔστειλε κι ἡ πυργωμένη Τίρυνς
ἀπ’ τὸ βαθὺ λιμάνι τους ἡ ᾽Ασίνη κι ἡ ῾Ερμιόνη,    560
ἡ ἀμπελωμένη ᾽Επίδαυρος, τὰ μέρη τῆς Τροιζῆνος,
τῶν ᾽Ηιονῶν, τοῦ Μάσητος, ἀκόμη τῆς Αἰγίνης·
τοὺς διοικοῦσαν ὁ καλὸς στὴν μάχην Διομήδης
καὶ ὁ Σθένελος· τοῦ δοξαστοῦ υἱὸς τοῦ Καπανέως,
καὶ τρίτος ὁ Εὐρύαλος, ὁ θεῖος, ποὺ ἐγεννήθη
ἀπ’ τὸν υἱὸν τοῦ Ταλαοῦ τὸν ἄρχον Μηκιστέα˙
ἀλλ’ ἦταν ὅλων ἀρχηγὸς ὁ ἀνδρεῖος Διομήδης·
κι εἷχαν ὀγδόντα ὁλόμαυρα κατόπιν τους καράβια.
Καὶ οἱ Μυκῆνες οἱ λαμπρές, ἡ Κόρινθος πλουσία,
οἱ Κλεωνὲς καλόκτιστες, τῶν ᾽Ορνειῶν τὰ μέρη,    570
ἡ ᾽Αραιθυρέα πάντερπνη, ἡ πόλις Σικυῶνος,
ἐκεῖ ποὺ πρῶτ’ ὁ ῎Αδραστος ἐγίνη βασιλέας,
ἡ ῾Υπερησία, καὶ ἡ ψηλὴ Γονούσσα καὶ ἡ Πελλήνη,
ὁ Αἰγιαλός, τὸ Αἴγιον κι ἡ ἁπλωμένη ῾Ελίκη
ἔστειλαν ἄνδρες σ’ ἑκατὸ καράβια ἀνεβασμένους
καὶ ἀρχηγὸς ἦτ’ ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων.
᾽Εκεῖνος εἶχε τὰ πολλὰ καὶ ἀνδρειωμένα πλήθη,
κι ἄστραφτεν ὅλος στ’ ἄρματα κι ἐπαίρετο ἡ ψυχή του
ὡς ἦταν εἰς τὴν δύναμιν ὁ πρῶτος τῶν ἡρώων,
ὅτ’ εἶχε αὐτὸς πλιότερον λαὸν ὁλόγυρά του.    580
῎Εστειλεν ἄνδρες ἡ κλειστὴ στὰ ὄρη Λακεδαίμων,
ἡ Μέσσ’ ἡ πολυτρύγονη, ἡ Σπάρτη καὶ ἡ Φάρις,
οἱ Βρυσειές, οἱ Αὐγειὲς οἱ πάντερπνες, οἱ ᾽Αμύκλες,
τὸ ῞Ελος, χώρ’ ἀκρόγιαλη, τὸ Οἴτυλος καὶ ὁ Λάας
καὶ τούτους ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος ἀδελφός του
ἐδιοικοῦσε κι ἔφερνε μαζί του ἑξήντα πλοῖα·
καὶ ἀνάμερ’ ἀρματώνονταν καὶ αὐτὸς μὲ προθυμίαν
στὴν μέση τους ἐπρόβαινε καὶ τοὺς παρακινοῦσε
στὸν πόλεμον καὶ τοῦ ᾽καιε τὰ σπλάχνα μέσα ὁ πόθος
νὰ ἐκδικηθῆ τοὺς στεναγμούς, τὰ δάκρυα τῆς ῾Ελένης.    590
῾Η Πύλος ἄνδρες ἔστειλε καὶ ἡ πάντερπνη Ἀρήνη
τὸ Θρύον, πόρος τοῦ Ἀλφειοῦ, τὸ Αἰπὺ λαμπρό, τὰ μέρη
καὶ τοῦ Κυπαρισσήεντος καὶ τῆς Ἀμφιγενείας,
τοῦ ῞Ελους καὶ τῆς Πτελεοῦ, τὸ Δώριον, ὅπου οἱ Μοῦσες
ἦβραν τὸν Θράκα Θάμυριν καὶ ἀλάλητον τὸν κάμαν,
ὡς γύριζε ἀπ’ τὸν Εὔρυτον τὸν ἄρχον Οἰχαλίας·
πὼς θὰ ἐνικοῦσ’ ἐπαίρονταν αὐτὸς καὶ ἂν τραγουδοῦσαν
οἱ Μοῦσες κόρες τοῦ Διὸς κι ἐκεῖνες χολωμένες
τὸν τύφλωσαν· καὶ τῆς ὠδῆς τὸ χάρισμα τὸ θεῖον
καὶ ἀκόμη τὸ κιθάρισμα τὸν κάμαν ν’ ἀστοχήση    600
καὶ τούτους ὁ Γερήνιος ὁ Νέστωρ διοικοῦσε,
κι ἦσαν καράβια βαθουλὰ κατόπι του ἐνενήντα.
῾Η ᾽Αρκαδία κάτωθεν ἀπ’ τ’ ὄρος τῆς Κυλλήνης
ποὺ ὁ τάφος εἶν’ ὁ Αἰπύτιος καὶ τρέφει λογχοφόρους
ὁ ᾽Ορχομενὸς πολύαρνος, ἡ ἀνεμισμένη ᾽Ενίσπη,
ἡ Ρίπη καὶ ὁ Φενεὸς ἐστεῖλαν κι ἡ Στρατία
ἡ Μαντινέα πάντερπνη, ἡ Στύμφαλος κι ἀκόμη
ἡ Παρρασία, κι ἔστειλεν ἡ χώρα τῆς Τεγέας·
καράβια ἑξήντα εἶχε μ’ αὐτοὺς ὁ γόνος τοῦ Ἀγκαίου
ὁ Ἀγαπήνωρ ἀρχηγός, καὶ στὸ καθένα πλῆθος    610
Ἀρκάδες ἦσαν πρακτικοὶ στὴν τέχνην τοῦ πολέμου.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν γνώριζαν τὰ ἔργα τῆς θαλάσσης,
τοὺς εἶχε δώσει ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων
τὰ πλοῖα τὰ καλόστρωτα νὰ σχίζουν τὰ πελάγη.
Καὶ ἀπὸ τὴν θείαν ῎Ηλιδα κι ἀπ’ τὸ Βουπράσιον ἦλθαν
ἀπὸ τοὺς τόπους ὅπου κλειοῦν ἡ Μύρσινος, στὴν ἄκρην,
ἡ ῾Υρμίνη, τὸ ᾽Αλείσιον κι ἡ ᾽Ωλενία πέτρα·
τέσσαρες ἦσαν ἀρχηγοὶ κι εἶχε ὁ καθένας δέκα
καράβια καὶ τὰ γέμιζαν τῶν ᾽Επειῶν τὰ πλήθη.
῞Ενας ὁ Θάλπιος υἱὸς τοῦ Ἀκτορίδη Εὐρύτου,    620
δεύτερος ὁ ᾽Αμφίμαχος, ὁ γόνος τοῦ Κτεάτου·
ὁ ᾽Αμαρυγκείδης ὁ καλὸς Διώρης ἦταν τρίτος,
τέταρτος, ὁ Πολύξενος λαμπρὸ τοῦ ᾽Αγασθένους
τοῦ βασιλέως γέννημα καὶ ἔγγονος τοῦ Αὐγείου.
Καὶ τὰ νησιὰ τὰ ἱερὰ τῆς ῎Ηλιδος ἀντίκρυ
᾽Εχίνες καὶ Δουλίχιον, σαράντα ἐστεῖλαν πλοῖα
κι ὁ Μέγης ἦταν ἀρχηγὸς ἰσόπαλος τοῦ Ἄρη,
καὶ τὸν ἐγένησε ὁ Φυλεύς, ἀγαπητὸς τοῦ Δία,
ποὺ ἕναν καιρόν, ὡς ἔπεσε στὴν ἔχθραν τοῦ πατρός του,
εἰς τὸ Δουλίχιον πέρασεν ἐκεῖ νὰ κατοικήση.    630
Κατόπ’ οἱ μεγαλόψυχοι ἐρχόνταν Κεφαλλῆνες,
ἡ ᾽Ιθάκη, τὰ σεισόφυλλα προπόδια τοῦ Νηρίτου,
τοὺς στεῖλαν, τὰ Κροκύλεια, ἡ Αἰγίλιψ ἡ τραχεῖα,
τοὺς ἔστειλεν ἡ Ζάκυνθος, ἡ Σάμος καὶ τὰ μέρη
τῆς στερεᾶς τ’ ἀντίπερα· καὶ εἶχαν ἀρχηγό τους
τὸν ᾽Οδυσσέα πόμοιαζε στὴν γνώση μὲ τὸν Δία,
καὶ εἶχαν πλοῖα δώδεκα μὲ κόκκινες τὲς πλῶρες.
Τῶν Αἰτωλῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ανδραιμονίδης Θόας·
τοὺς ἔστειλ’ ἡ ἀκρόγιαλη Χαλκὶς καὶ ἡ Πυλήνη,
ἡ ῎Ωλενος καὶ ὁ Πλευρών, καὶ ἡ Καλυδὼν πετρώδης·    640
καὶ ὡς εἶχε λείψ’ ἡ γενεὰ τοῦ ἀνδρειωμένου Οἰνέως
μὲ τὸν ξανθὸν Μελέαγρον, γι’ αὐτὸ καθ’ ἐξουσία
ἐδόθηκε τοῦ Θόαντος στῶν Αἰτωλῶν τὰ πλήθη·
κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια.
Καὶ τῶν Κρητῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ὁ ἀνδρεῖος,
ὅσους ἀπόστειλε ἡ Κνωσὸς καὶ ἡ πυργωμένη Γόρτυς
καὶ ὁ λευκόγειος Λύκαστος καὶ ἡ Μίλητος καὶ ἡ Λύκτος,
τὸ Ρύτιον καὶ ἡ Φαιστὸς χῶρες λαμπρὲς καὶ ἄλλοι
ὁποὺ τὴν ἑκατόμπολιν ἐκατοικοῦσαν Κρήτην·
ὅλων αὐτῶν ἦτο ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ὁ ἀνδρεῖος,    650
καὶ ὁ Μηριόνης ὅμοιος τοῦ ἀνθρωποφόνου ῎Αρη·
κι εἶχαν ὀγδόντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια.
Καὶ ὁ Τληπόλεμος τρανὸς καὶ ὡραῖος ῾Ηρακλείδης
ἐννέα πρύμνες ἔφερνε Ροδίων περηφάνων
ποὺ εἰς τρεῖς μοιράσαν τὸ νησὶ τῆς Ρόδου χῶρες ὅλο
τῆς Λίνδου, τῆς ᾽Ιαλισοῦ καὶ τῆς λευκῆς Καμείρου˙
καὶ τὸν λαμπρὸν Τληπόλεμον ἀπὸ τὸν ῾Ηρακλέα
ἡ ᾽Αστυόχη ἐγέννησε, ποὺ ἀπ’ ὅπου τὴν ᾽Εφύραν
βρέχει ὁ Σελλήεις ποταμός, τὴν εἶχε πάρει ἐκεῖνος,
ἀφοῦ πολλὲς ξολόθρευσε χῶρες ἀνδρῶν ἡρώων·    660
καὶ τοῦτος ὁ Τληπόλεμος, ἅμα στὸ σπίτι ἀνδρώθη,
ξάφνου τὸν θεῖον μητρικὸν φονεύει τοῦ πατρός του
τὸν γέροντα Λικύμνιον· κι εὐθὺς κατασκευάζει
καράβια καὶ ἀφοῦ σύναξε πολλὰ μαζί του πλήθη
εἰς τὰ πελάγη ἐρίχθηκεν, ὀτι τοῦ ῾Ηρακλέους
οἱ ἄλλ’ υἱοὶ καὶ ἔγγονοι δεινὰ τὸν φοβερίζαν.
Καὶ ἀφοῦ πολὺ παράδειραν ἐφθάσαν εἰς τὴν Ρόδον
καὶ τριμερῶς κατοίκησαν κατὰ φυλὲς τὴν νῆσον,
καὶ τοὺς ἀγάπησε ὁ θεὸς ποὺ σ’ ὅλους βασιλεύει
καὶ πλουτισμοῦ τοὺς ἔχυσε πλημμύραν, ὁ Κρονίδης.    670
Ἀπὸ τὴν Σύμην ὁ Νιρεὺς καράβια φέρνει τρία,
τῆς Ἀγλαΐας ὁ Νιρεὺς καὶ τοῦ Χαρόπου ἀγόρι,
ὁποὺ στὸ κάλλος, ὁ Νιρεύς, ἂν ἔλειπε ὁ Πηλείδης.,
θὰ ἐπρώτευε τῶν Δαναῶν ὅσ’ ἦλθαν εἰς τὴν Τροίαν·
ἀλλὰ ἦταν ἀπόλεμος καὶ ὀλίγους εἶχεν ἄνδρες.
Τοὺς ἄνδρες ἀπ’ τὴν Νίσυρον, τὴν Κάρπαθον, τὴν Κάσον,
καὶ ἀπ’ τὲς Καλύδνες καὶ ἀπ’ τὴν Κῶν τὴν πόλιν τοῦ Εὐρυπύλου
ἐδιοικοῦσε ὁ ῎Αντιφος καὶ ὁ Φείδιππος, βλαστάρια
τοῦ βασιλέως Θεσσαλοῦ τοῦ γόνου τοῦ ῾Ηρακλέους·
κι εἶχαν τριάντα βαθουλὰ κατόπι τους καράβια.    680
Καὶ ἀπ’ τ’ Ἄργος τὸ Πελασγικὸν ὅσ’ ἦλθαν καὶ ἀπ’ τὴν Ἄλον
καὶ ἀπ’ τὴν Τρηχίνα πληθυσμοὶ καὶ ἀπ’ τὴν Ἀλόπην ὅσοι
κι ὅσοι ἀπ’ τὴν καλλιγύναικα ῾Ελλάδα καὶ τὴν Φθίαν,
καὶ Μυρμιδόνες καὶ Ἀχαιοὶ καὶ ῞Ελληνες λεγόνταν,
πενήντα πλοῖα καὶ ἀρχηγὸς εἰς ὅλους, ὁ Πηλείδης.
Ἀπὸ τὸν φρικτὸν πόλεμον ἐσχόλαζαν ἐκεῖνοι,
ὅτι δὲν εἶχαν ἀρχηγὸν νὰ τοὺς συντάξ’ εἰς μάχην,
ὡς ἔμενεν ὁ ᾽Αχιλλεὺς στὲς πρύμνες χολωμένος,
ἀφ’ ὅτου τὴν καλόκομην τοῦ ἐπῆραν Βρισηίδα,
ὁποὺ μ’ ἀγών’ ἀπόκτησεν ὅτ’ ἔριξε τὰ τείχη    690
τῆς Θήβης καὶ τῆς Λυρνησσοῦ καὶ τ’ ἀνδρειωμέν’ ἀγόρια
᾽Επίστροφον καὶ Μύνητα τοῦ Εὐήνου βασιλέως
Σεληπιάδη ἐνίκησεν· μὲ αὐτὸν τὸν πόνον στέκει
ἀργός, ἀλλὰ τὰ ἄρματα νὰ πιάση δὲν θ’ ἀργήση.
Ἄνδρες ἡ Πύρασος χλωρή, ποὺ ἡ Δήμητρα ἔχει δάσος,
ἡ ῎Ιτων ἡ πολύαρνη καὶ ἡ Φυλάκη ἐστεῖλαν,
καὶ τῆς ᾽Αντρῶνος οἱ γιαλοὶ καὶ ἡ Πτελεὸς χλοώδης·
ὁ ἀνδρεῖος Πρωτεσίλαος ἦτο ἀρχηγός τους πρῶτα·
τότε τὸν εἶχε ἡ μαύρη γῆ, καὶ ἔρμη στην Φυλάκην
τὸν ᾽μοιρολόγα ἡ χήρα του στὸ ἄκλερό του σπίτι·    700
Δαρδάνου ἀκόντι ἐνέκρωσεν αὐτὸν κεῖ ποὺ πηδοῦσε
πρῶτος τῶν ἄλλων Ἀχαιῶν ἀπὸ τὴν πλώρην μόνος·
καὶ αὐτὸν ποθοῦσεν ὁ λαός, ἄν κι ἦταν ἀρχηγός τους
ἄλλο τοῦ Ἄρη βλάστημα, ὁ ἀνδράγαθος Ποδάρκης,
υἱὸς τοῦ πολυπρόβατου ᾽Ιφίκλου Φυλακίδη
καὶ αὐτάδελφος τοῦ ἤρωος λαμπροῦ Πρωτεσιλάου·
ἀλλὰ στὰ χρόνι’ ἀνώτερος, καθὼς καὶ στὴν ἀνδρείαν
ἦταν ὁ Πρωτεσίλαος καὶ ἂν ἀρχηγὸν ἐλάβαν,
ὅμως ἐκεῖνον τὸν καλὸν μὲς στὴν καρδιά τους εἶχαν·
κι εἷχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους, καράβια.    710
῎Εστειλαν ἄνδρες καὶ οἱ Φερὲς πού ᾽ναι ἡ Βοιβία λίμνη,
κι ἡ Βοίβη κι ἡ ᾽Ιαωλκὸς ὡραία καὶ οἱ Γλαφύρες·
τοὺς διοικοῦσ’ ὁ Εὔμηλος κι ἕνδεκα πρύμνες εἶχε·
ἡ Ἄλκηστις ἡ ἀσύγκριτη τὸν γέννησε τοῦ Ἀδμήτου,
ἡ κόρ’ ἡ ὡραιότερη ἀπ’ ὅλες τοῦ Πελίου.
Τῆς Θαυμακίας στάλθηκαν καὶ τῆς Μηθώνης ἄνδρες
τῆς ᾽Ολιζῶνος πετρωτῆς καὶ ὁμοῦ τῆς Μελιβοίας·
καὶ ὁ Φιλοκτήτης ἀρχηγός, ἐξαίσιος τοξότης,
μ’ ἑπτὰ καράβια ὁλόμαυρα· κι ἐπάνω στὸ καθένα
ἦσαν τοξότες θαυμαστοὶ πενήντα κουπηλάτες·    720
ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμενε στὴν Λῆμνον τὴν ἁγίαν
ποὺ τὸν ἀφῆκαν οἱ Ἀχαιοὶ φρικτὰ βασανισμένον
ἀπ’ τὴν πληγὴν ποὺ τοῦ ᾽φερεν ὀλέθρια νεροφίδα.
᾽Εκεῖ θλιμμένος ἔμενεν· ἀλλ’ ἔμελλαν οἱ ᾽Αργεῖοι
ὀγρήγορα νὰ ἐνθυμηθοῦν τὸν μέγαν Φιλοκτήτην·
καὶ αὐτὸν ποθοῦσεν ὁ λαός, ἂν κι ἄναρχοι δὲν ἦσαν·
ἦταν ὁ Μέδων ἀρχηγός, ἐκεῖνος ὁποὺ νόθον
ἀπ’ τὸν Οἰλέα πορθητὴν ἐγέννησεν ἡ Ρήνη.
Κι ὅσοι τῆς Τρίκκης κάτοικοι καὶ τῆς τραχιᾶς ᾽Ιθώμης
κι ὅσοι τῆς χώρας κάτοικοι τοῦ Εὐρύτου Οἰχαλίας,    730
εἶχαν τριάντα βαθουλὰ καράβια κι ἀρχηγοί τους
ἦσαν ὁ Ποδαλείριος κι ὁ ἀδελφὸς Μαχάων
ἰατροὶ καλοί, τοῦ ᾽Ασκληπιοῦ δυὸ τέκνα δοξασμένα.
Ὅσοι τ’ ᾽Ορμένιον ἄφησαν τὴν βρύσιν ῾Υπερείας,
τ’ ᾽Αστέριον καὶ τὲς κορυφὲς τὲς ἄσπρες τοῦ Τιτάνου,
τοὺς διοικοῦσε ὁ Εὐρύπυλος λαμπρὸς Εὐαιμονίδης
κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια.
Ἀπὸ Γυρτώνην, Ἄργισσαν, ἀπ’ Ὄρθην, ἀπ’ τὴν πόλιν
᾽Ηλώνην καὶ ἀπὸ τὴν λευκὴν ᾽Ολοοσσὸν ὅσ’ ἦλθαν,
τοὺς διοικοῦσ’ ὁ ἀτρόμητος στὴν μάχην Πολυποίτης,    740
ποὺ ἔγγονος ἦταν τοῦ Διὸς κι υἱὸς τοῦ Πειριθόου,
μὲ τὸν Πειρίθοο ἡ ξακουστὴ τὸν γέννησ’ ῾Ιπποδάμεια,
ὅταν ἐκεῖνος πάταξε τὰ δασερὰ θηρία
καὶ τά ᾽διωξε ἀπ’ τὸ Πήλιον στὴν χώραν τῶν Αἰθίκων·
κι ἦταν μ’ αὐτὸν συναρχηγοὶ ὁ Λεοντεὺς ἀνδρεῖος
κι εἶχαν σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι τους καράβια.
῏Ηλθε ἀπ’ τὴν Κύφον ὁ Γουνεὺς μὲ εἰκοσιδύο πρύμνες·
εἶχ’ ῾Ενιήνων πληθυσμὸν καὶ Περραιβῶν γενναίων,
ὅσοι στὴν κακοχείμωνην Δωδώνην κατοικῆσαν,    750
καὶ ὅσοι ἀπ’ τὸν Τιταρήσιον ποτίζουν τοὺς ἀγρούς των,
ποὺ χύνει μὲς στὸν Πηνειὸν τὰ πρόσχαρα νερά του
καὶ μὲ τὲς ἀργυρὲς στροφὲς τοῦ Πηνειοῦ δὲν σμίγει
καὶ καθαρὸς ἐπάνωθεν ὡσὰν τὸ λάδι πλέει
ὅτι ἀπ’ τὴν Στύγα ἐκόπηκε καὶ αὐτή ᾽ναι μέγας ὅρκος.
῾0 γοργοπόδης Πρόθοος, υἱὸς τοῦ Τενθρηδόνος,
ἦτο ἀρχηγὸς στοὺς Μάγνητες, ποὺ τοῦ κινησιφύλλου
Πηλίου καὶ τοῦ Πηνειοῦ τὰ μέρη ἐκατοικοῦσαν˙
κι εἶχε σαράντα ὁλόμαυρα κατόπι του καράβια.
῏Ησαν αὐτοὶ τῶν Δαναῶν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι.    760
Τώρα ποιός ἄνδρας κάλλιστος, ποιός ἵππος ἦτο ἀπ’ ὅσους
μὲ τοὺς ᾽Ατρεῖδες στράτευσαν, σύ, Μούσα, δίδαξέ με·
τοῦ Φηρητιάδη ἐπρώτευαν οἱ ἐξαίσιες φοράδες,
τὲς ἔζεψεν ὁ Εὔμηλος καὶ ὡσὰν πουλιὰ πετοῦσαν,
ὁμότριχες, ὁμήλικες, μὲ νῶτα σταφνισμένα·
τὲς ἔθρεψ’ ὁ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων στὴν Πηρείαν,
φυγῆς καὶ τρόμου πρόξενα, δυὸ θηλυκὰ πουλάρια·
καὶ τῶν ἀνδρῶν ἐπρώτευεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας,
ἐνόσω ἀκόμη ἐθύμωνεν ὁ ἀσύγκριτος Πηλείδης·
καὶ σ’ ὅλους πάλι ἐπρώτευαν οἱ ἵπποι τοῦ Ἀχιλλέως.    770
᾽Εκεῖνος ἔμενεν ἀργὸς στὰ ποντοπόρα πλοῖα
αὐτοῦ νὰ τρέφη τὸν θυμὸν ποὺ εἶχε στὸν ᾽Ατρείδην·
κι ἐπάνω στὴν ἀκρογιαλιὰ τὰ πλήθη διασκεδάζαν
μὲ δίσκους, μὲ ἀκόντια, ποὺ ρίχναν καὶ μὲ τόξα,
κι οἱ ἵπποι στέκονταν σιμὰ στ’ ἁμάξι του καθένας
κι ἐτρῶγαν βαλτοσέλινα καὶ τρυφερὸ τριφύλλι·
κι ἦσαν τ’ ἁμάξια στὲς σκηνές, ὡς πρέπει, σκεπασμένα·
καὶ οἱ κύριοι τὸν ἀρχηγὸν ποθοῦσαν τὸν ἀνδρεῖον
καὶ στὸν στρατὸν ἐγύριζαν μακρὰν ἀπὸ τὴν μάχην.
Κι ἐρχόνταν ὡς νὰ ἔβοσκε φωτιὰ στὸν τόπον ὅλον    780
κι ὅλη ἀποκάτω ἐβόγγα ἡ γῆ, σὰν ὅταν θυμωμένος
ὁ βροντητὴς δέρνει τὴν γῆν ποὺ θλίβει τὸν Τυφώνα,
ποὺ λέγουν ὅτι κείτεται στὴν χώραν τῶν Ἀρίμων,
τόσον ἀπ’ τὸν ποδόκτυπον αὐτῶν, ὡς προχωροῦσαν,
βογγοῦσε ἡ γῆ, καὶ μὲ σπουδὴν τὴν πεδιάδα ἐσχίζαν.
Καὶ ἀποσταλμένη τοῦ Διὸς ἡ ἀνεμόποδ’ ῎Ιρις
ἦλθε τὸ μήνυμα πικρὸ νὰ φέρη ἐκεῖ στοὺς Τρῶας
κι εἶχαν ἐκεῖνοι σύνοδον στὴν θύραν τοῦ Πριάμου
συναθροισμένοι ὅλοι μαζὶ καὶ γέροντες καὶ νέοι·
σ’ αὐτοὺς πλησίασε ἡ θεά, καὶ στὴν φωνὴν ὁμοιώθη    790
μὲ τοῦ Πριάμου τὸν υἱὸν Πολίτην· καὶ τῶν Τρώων
αὐτὸς ἐκάθιζε σκοπός, ὡς ἦταν φτεροπόδης,
ψηλὰ στὸν τάφον πόσκεπε τὸν γέροντ’ Αἰσυήτην,
κι ἐτήρα πότ’ οἱ Ἀχαιοὶ θὰ ὁρμοῦσαν ἀπ’ τὰ πλοῖα.
Μ’ αὐτὸν ὁμοιώθη στὴν φωνὴν ἡ ῎Ιρις καὶ τοὺς εἶπε:
« ῏Ω γέρε, οἱ λόγοι περισσοὶ σ’ ἀρέσουν, σὰν ἀκόμη
νά ᾽χαμε εἰρήνην· κι ἔφθασεν ὥρα φρικτοῦ πολέμου·
μάχες ἀνδρῶν εἶδαν πολλὲς τὰ μάτια μου, ἀλλ’ ἀκόμα
τόσον δὲν εἶδα ἐγὼ λαὸν καὶ τόσο ἀνδρειωμένον,
ὅτι ὡσὰν φύλλ’ ἀμέτρητον τωόντι ἢ σὰν τὸν ἄμμον    800
τοὺς βλέπω ἐδῶ νὰ χύνωνται τὴν πόλιν νὰ κτυπήσουν·
ὦ ῞Εκτωρ, ἐσὺ μάλιστα τὸν λόγον μου ν’ ἀκούσης·
ὡς εἶναι οἱ βοηθοὶ πολλοὶ στὴν πόλιν τοῦ Πριάμου
καὶ γλῶσσαν ἄλλην χωριστὴν τὸ κάθε γένος ἔχει,
νὰ διοικῆ κάθε ἀρχηγὸς τοὺς ἰδικούς του κάμε
καὶ νὰ ὁδηγῆ στὸν πόλεμον μὲ τάξιν τοὺς πολίτες».
Εἶπε καὶ ἀπὸ τὸν ῞Εκτορα γνωρίσθ’ ἡ φωνὴ θεία,
κι ἔλυσ’ εὐθὺς τὴν σύνοδον, καὶ ἀρματωθῆκαν ὅλοι·
οἱ πύλες ὅλες ἄνοιξαν, κι ἐχύνονταν τὰ πλήθη
πεζοὶ καὶ ἱππεῖς καὶ ἀλαλαγμὸς μεγάλος ἀκουόνταν.    810
᾽Εμπρὸς στὴν πόλιν ὑψηλὴ σηκώνεται μιὰ ράχη
στὴν πεδιάδ’ ἀνάμερα κι ἐλεύθερη τριγύρω
καὶ τάφον τῆς πολύσκιρτης Μυρίνας τὴν ἐλέγαν
οἱ ἀθάνατοι καὶ Βάτειαν οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζαν·
ἐκεῖ ἐξεχωρίσθηκαν οἱ βοηθοὶ καὶ οἱ Τρῶες.
Τῶν Τρώων ἦταν ἀρχηγὸς ὁ λοφοσείστης ῞Εκτωρ
ὁ Πριαμίδης, καὶ λαὸς πλιότερος καὶ ἀνδρεῖος
στὸ πλάγι του ἐσυντάζονταν γιὰ μάχη διψασμένος.
Τῶν Δαρδανίων ἀρχηγὸς ἦτ’ ὁ λαμπρὸς Αἰνείας·
τοῦ ᾽Αγχίση τὸν ἐγέννησεν ἡ ἀσύγκριτη Ἀφροδίτη,    820
ὁποὺ θεὰ μ’ ἄνδρα θνητὸν στὴν ῎Ιδην ἐκοιμήθη·
κι εἶχε κοντὰ συναρχηγοὺς τοῦ ᾽Αντήνορος δύο τέκνα,
Ἀρχέλοχον καὶ Ἀκάμαντα στὸν πόλεμον τεχνίτες.
Ἀπὸ τῆς ῎Ιδης τὲς ποδιὲς οἱ Τρῶες τῆς Ζελείας,
πλούσιος λαὸς ποὺ τὸ βαθὺ πίνει νερὸ τοῦ Αἰσήπου,
τ’ ἀγόρι τοῦ Λυκάονος τοὺς διοικοῦσ’ ὁ θεῖος
ὁ Πάνδαρος, ποὺ ἔλαβε τὸ τόξο ἀπὸ τὸν Φοῖβον.
Τῆς ᾽Αδραστείας καὶ ᾽Απαισοῦ καὶ τῆς ψηλῆς Τηρείας
καὶ τῆς Πιτύας τοὺς λαοὺς ἐδιοικοῦσαν δύο,
ὁ ἄδραστος καὶ ὁ ῎Αμφιος λινοθωρακισμένος,    830
τοῦ Περκωσίου Μέροπος υἱοί, τοῦ ἐξόχου μάντη·
καὶ νὰ μὴ πᾶν ἐξόρκιζε ὁ γέρος τὰ παιδιά του
στὸν ἀνδροφθόρον πόλεμον· καὶ αὐτοὶ δὲν τὸν ἀκοῦσαν,
ὅτ’ οἱ κακὲς τοὺς ἔσερναν μαύρου θανάτου μοῖρες.
Ὅσ’ ἦλθαν ἀπὸ Πράκτιον, ἀπὸ Περκώτην ἄνδρες,
ἀπὸ Σηστόν, ἀπ’ ῎Αβυδον καὶ ἀπ’ τὴν λαμπρὴν ἀρίσβην,
ὁ ῾Υρτακίδης ῎Ασιος τοὺς διοικοῦσε ὁ μέγας.
Καὶ αὐτὸν ἀπ’ τὸν Σελλήεντα, ποτάμι τῆς ἀρίσβης,
ἵπποι μεγάλοι ἀστραφτεροὶ ἐφέραν τὸν ἀνδρεῖον.
Τὰ γένη ἀκόμη Πελασγῶν καλῶν κονταρομάχων,    840
ποὺ τῆς Λαρίσης κατοικοῦν στὰ κάρπιμα πεδία·
ὁ ῾Ιππόθοος καὶ ὁ Πύλαιος τὰ διοικοῦσαν δύο
τέκνα τοῦ Λήθου Πελασγοῦ τοῦ Τευταμίδη ἀνδρεῖα.
ὁ Ἀκάμας καὶ ὁ Πείροος τοὺς Θρᾶκας διοικοῦσαν
ὅσ’ εἷναι ἀπ’ τὸν ὁρμητικὸν ῾Ελλήσποντον κλεισμένοι.
Ὁ Εὔφημος ἦτο ἀρχηγὸς τῶν λογχιστῶν Κικόνων·
τὸν γέννησε ὁ θεοφίλητος ὁ Τροίζηνος Κεάδης.
Οἱ τοξοφόροι Παίονες μὲ τὸν Πυραίχμην ἦλθαν
μακρόθε, ἀπὸ τὸν ᾽Αξιόν, πλατύροο ποτάμι
τὸ ὡραιότεοο τῆς γῆς, καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμυδώνα.    850
Τοὺς Παφλαγόνας ἔφερεν ὁ ἀνδρεῖος Πυλαιμένης
ἀπὸ τὴν γῆν τῶν ᾽Ενετῶν, π’ ἄγρια μουλάρια τρέφει,
τοὺς ἔστειλεν ἡ Κύτωρος, ἡ Σήσαμος ποὺ ἔχουν
στοῦ Παρθενίου τὴν ροὴν λαμπρὲς τὲς κατοικίες,
ἡ Κρώμνα καὶ ὁ Αἰγιαλὸς κι οἱ ἀπόκρημνοι ᾽Ερυθίνοι.
Τοὺς ῾Αλιζῶνας ἔφεραν οἱ ᾽Επίστροφος καὶ ῾Οδίος,
ὅθεν μακρὰν ὁ ἄργυρος γεννᾶται, στὴν Ἀλύβην.
Ὁ Χρόμις εἶχε τοὺς Μυσοὺς κι ὁ ῎Εννομος ὁ μάντις·
καὶ μ’ ὅλην του τὴν μαντικὴν δὲν ξέφυγε τὴν μοίραν,
ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἐφόνευσεν ὁ γρήγορος Πηλείδης    860
μὲς στὸ ποτάμι, ὅπ’ ἔσφαξε καὶ τόσους ἄλλους Τρῶας.
Τοὺς Φρύγας τοὺς πολεμικοὺς ἀπὸ τὴν Ἀσκανίαν
ὁ θεϊκὸς ᾽Ασκάνιος καὶ ὁ Φόρκυς διοικοῦσαν.
Ὁ Ἄντιφος τοὺς Μήονας καὶ ὁ Μέσθλης διοικοῦσαν
ποὺ ὁ Ταλαιμένης γέννησε καὶ ἡ Γυγαία λίμνη·
τοὺς Μήονας ποὺ κατοικοῦν εἰς τὲς ποδιὲς τοῦ Τμώλου.
Ὁ Νάστης πάλιν τῶν Καρῶν, λαῶν βαρβαροφώνων,
ἦτο ἀρχηγὸς ποὺ τῶν Φθειρῶν τοὺς ἔστειλαν τὰ πλάγια
πολύδενδρα καὶ ἡ Μίλητος καὶ οἱ πέτρες τῆς Μυκάλης
δύο τέκνα τοῦ Νομίονος, ἀγόρια παινεμένα,    870
ἦσαν ἐκείνων οἱ ἀρχηγοί, Ἀμφίμαχος καὶ Νάστης,
ποὺ ὡς κόρη χρυσοστόλιστος στὸν πόλεμον κινοῦσε·
μωρὸς καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον μὲ τοῦτον δὲν ἐσώθη,
ἀλλὰ νεκρὸν τὸν ἔστρωσεν ὁ τρομερὸς Πηλείδης
μὲς στὸ ποτάμι κι ἔπειτα τοῦ ἐπῆρε τὸ χρυσάφι.
Καὶ τοὺς Λυκίους ἔφεραν ὁ Σαρπηδὼν καὶ ὁ Γλαῦκος
ἀπ’ τῆς Λυκίας τοὺς ἀγροὺς ὁποὺ ποτίζει ὁ Ξάνθος.