Ιλιάδα (Πολυλάς)/δ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλιάδα
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Ιάκωβος Πολυλάς
Ραψωδία δ


Σύνοδον εἶχαν οἱ θεοὶ στὸ πλάγι τοῦ Κρονίδη,
στὸ δῶμα τὸ χρυσόστρωτον καὶ τοὺς κερνοῦσε ἡ θεία
῞Ηβη τὸ νέκταρ καὶ φαιδροὶ μὲ τὰ χρυσὰ ποτήρια
ἀντιπροπίναν κι ἔβλεπαν τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου.
Καὶ νὰ πειράξ’ ἠθέλησε τὴν ῞Ηραν ὁ Κρονίδης
καὶ λόγον εἶπε ἀνάσκεπον πικρὰ νὰ τὴν κεντήση:
« Δύο θεὲς εἶναι, θαρρῶ, βοηθοὶ τοῦ Μενελάου,
ἡ Ἄργισσ’ ῞Ηρα κ ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ σώστρα τῶν ἀνδρείων·
ἀλλὰ κάθονται ἀνάμερα καὶ τέρπονται νὰ βλέπουν˙
τὸν ἄλλον ἡ φιλόγελη θεὰ τὸν παραστέκει    10
ἡ ᾽Αφροδίτη καὶ κακὸ νὰ πάθη δὲν ἀφήνει˙
καὶ ἰδοὺ τώρα τὸν ἔσωσε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου·
ἀλλ’ εἶναι ἡ νίκη φανερὰ τοῦ ἀνδρείου Μενελάου.
Καὶ τώρα νὰ σκεφθοῦμ’ ἐμεῖς, πῶς τοῦτα θὰ τελειώσουν
ἂν πάλιν θὰ σηκώσουμε φρικτὸν πολέμου ἀγώνα,
ἢ μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν θὰ φέρωμεν εἰρήνην;
Κι ἂν τὸ δεχθῆτε πρόθυμα μὲ τὴν καρδιά σας ὅλοι,
ἄς μείν’ ἡ πόλις ἄφθαρτη τοῦ γέροντος Πριάμου
κι ἂς λάβη ὁ Μενέλαος ὀπίσω τὴν ῾Ελένην».
Αὐτὰ εἶπε κι ἐγόγγυσαν ἡ Ἀθηνᾶ κι ἡ ῞Ηρα,    20
σιμὰ καθίζαν κι ὄλεθρον τῶν Τρώων μελετοῦσαν
λόγον δὲν εἶπεν ἡ ᾽Αθηνᾶ καὶ στὸν πατέρα Δία
ἀπὸ χολὴν ἐμάνιζεν· ἀλλ’ ἡ χολὴ στῆς ῞Ηρας
τὸ στῆθος δὲν ἐχώρεσε, καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπε:
« Τί ᾽πες, Κρονίδη τρομερέ; Πῶς ν’ ἀφανίσης θέλεις
τοὺς κόπους, τὸν ἀγώνα μου, τὸν ἵδρον πόχω ἱδρώσει;
Καὶ τ’ ἄλογά μου ἀπόκαμαν, ὥσπου νὰ συναθροίσω
τόσον λαόν, στὸν Πρίαμον κακὸ καὶ στὰ παιδιά του;
Κάμε το, ἀλλ’ ὅμως οἱ θεοὶ δὲν συμφωνοῦμεν ὅλοι».
᾽Εβάρυνε˙ καὶ « ὦ τρομερή », τῆς εἶπεν ὁ Κοονίδης,    30
« τί σοῦ ᾽καμεν ὁ Πρίαμος καὶ ὅλ’ ἡ γενεά του
κακὸ μεγάλο νὰ ὀργισθῆς καὶ τόσο νὰ μανίζης,
νὰ ἐξολοθρεύσης ἔρριζα τὴν πυργωμένην Τροίαν;
Τὲς πύλες της ἂν δὲν διαβῆς καὶ τὰ ὑψηλά της τείχη,
ὠμὸν νὰ φᾶς τὸν Πρίαμον καὶ τὰ παιδιά του κι ὅλους
τοὺς Τρῶες, δὲν γιατρεύεται τὸ πάθος ποὺ σὲ καίει˙
κάμε ὅπως θέλεις, ἀλλ’ ἰδὲ μὴ τούτ’ ἡ διαφορά μας
κάποτε ἀνάψη πόλεμον κακὸν ἀνάμεσόν μας·
κι ἕν’ ἄλλο ἀκόμα θὰ σοῦ εἰπῶ, νὰ τὸ φυλάξη ὁ νοῦς σου·
ἐὰν ποτὲ προθυμηθῶ νὰ ἐξολοθρεύσω πόλιν,    40
ὅπου τυχαίνουν ἄνθρωποι νὰ ζοῦν ἀγαπητοί σου,
μὴ στὴν ὀργήν μου ἀντισταθῆς, ἀλλ’ ἄφησε νὰ κάμω·
κι ἐγὼ σοῦ τὴν ἀπάφησα μὲ πόνον τῆς ψυχῆς μου·
καὶ ἀπὸ τὲς χῶρες τῶν θνητῶν ἀνθρώπων, ὅσες εἶναι
κάτω ἀπὸ τ’ ἄστρα τ’ οὐρανοῦ καὶ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου,
ὁλόψυχα ἐπροτίμησα τὴν ῎Ιλιον τὴν θείαν,
τὸν Πρίαμον καὶ τὸν λαὸν τοῦ δυνατοῦ Πριάμου,
ὅτι ποτὲ δὲν ἔλειψε τραπέζι ἀπ’ τὸν βωμόν μου,
σπονδὴ καὶ κνίσσα, οἱ προσφορὲς ποὺ τῶν θεῶν ἀνήκουν».
Κι ἡ μεγαλόφθαλμη θεὰ τοῦ ἀπάντησεν ἡ ῞Ηρα:    50
« Ἀπ’ ὅλες ὑπεραγαπῶ τρεῖς χῶρες εἰς τὸν κόσμον·
τὁ ῎Αργος, τὴν πλατύδρομην Μυκήνην καὶ τὴν Σπάρτην·
κατάστρεψέ τες, ἂν ποτὲ κινήσουν τὴν ὀργήν σου˙
δὲν θὰ μὲ ἰδῆς νὰ ὑπερμαχῶ γι’ αὐτὲς ἤ νὰ γογγύζω,
ὅτι δὲν θὰ κατόρθωνα ποσῶς νὰ σ’ ἀντισκόψω,
ὅσα κι ἂν ἔκανα, ἐπειδὴ πολύ ᾽σαι ἀνώτερός μου·
ἀλλὰ καὶ σὺ τοὺς κόπους μου νὰ χάσω μὴ θελήσης,
ὅτι κι ἐγὼ εἶμαι θεὸς κι ἀπ’ τὴν δικήν σου ρίζαν,
ἐγὼ ἡ σεβαστότερη τοῦ Κρόνου θυγατέρα
καὶ ἀπὸ τὸ γένος ἔνδοξη καὶ ὅτ’ εἶμαι ὁμόκλινή σου,    60
καὶ σύ ᾽σαι πρῶτος βασιλεὺς τῶν ἀθανάτων ὅλων·
ἀλλὰ τώρ’ ἂς συγκλίνωμεν, ἐγὼ πρὸς σὲ καὶ πάλιν
σὺ πρὸς ἐμὲ κι ὄλ’ οἱ θεοὶ θὰ μᾶς ἀκολουθήσουν·
σὺ στεῖλ’ εὐθὺς τὴν Ἀθηνᾶν στῶν Ἀχαιῶν καὶ Τρώων
τ’ ἀντίμαχα στρατεύματα, νὰ ἐφεύρη ἐκείνη τρόπον
ὥστε τοὺς ὅρκους πρότερον νὰ παραβοῦν οἱ Τρῶες,
προσβάλλοντας τοὺς Ἀχαιοὺς ποὺ ἐπαίρονται στὴν νίκην».
Σ’ αὐτὰ ἐπείσθη τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας
κι ἐστράφη πρὸς τὴν Ἀθηνᾶν: « Κατέβα εὐθὺς » τῆς εἶπε,
«στ’ ἀντίμαχα στρατεύματα τῶν ᾽Αχαιῶν καὶ Τρώων,    70
κάμε τοὺς ὅρκους πρότερον νὰ παραβοῦν οἱ Τρῶες,
προσβάλλοντας τοὺς ᾽Αχαιοὺς ποὺ ἐπαίρονται στὴν νίκην».
Καὶ αὐτοπροαίρετα ἡ θεὰ στὸν λόγον του ἐτινάχθη
ἀπὸ τοῦ ᾽Ολύμπου τὲς κορφὲς κι ἐχύθη ὡσὰν τ’ ἀστέρι,
ὁποὺ ὁ Κρονίδης ἔριξε σημάδι στοὺς ἀνθρώπους,
ἤ ναῦτες ἢ στρατόπεδο λαῶν ἐκτεταμένο·
λαμπρὸ ἀστέρι κι ἄπειρες οἱ σπίθες του πετιοῦνται·
ὁμοίως τότ’ ἡ ᾽Αθηνᾶ στὴν γῆν ἐροβολοῦσε
καὶ μὲς στὴν μέσην πήδησε τῶν ἱπποδάμων Τρώων,
τῶν χαλκοφόρων Ἀχαιῶν καὶ ἀπόρησαν τὰ πλήθη,    80
καὶ μεταξύ τους ἔλεγαν: « ῍Η πάλιν τοῦ πολέμου
θὰ ξαναρχίση τὸ κακό, τὰ αἵματα καὶ οἱ φόνοι,
ἢ μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν ἀγάπην βάζει ὁ Δίας
ποὺ κυβερνᾶ τὸν πόλεμον, ὡς θέλει, τῶν ἀνθρώπων».
Αὐτὰ ἐλέγαν οἱ λαοί· κι ὡστόσο μὲς στὸ πλῆθος
τῶν Τρώων γύριζε ἡ θεὰ μὲ τὴν μορφὴν ἀνθρώπου,
τοῦ ἀνδρειωμένου μαχητοῦ Λαοδόκου ᾽Αντηνορίδη
ζητώντας τοῦ Λυκάονος τὸ δοξασμένο ἀγόρι,
τὸν πολεμάρχον Πάνδαρον˙ τὸν ἦβρε ποὺ ἐστεκόνταν
στὲς φάλαγγες τὲς φοβερὲς λαῶν ἀσπιδοφόρων,    90
ποὺ ἦλθαν ἀπ’ τὸν Αἴσωπον μαζί του στὴν Τρωάδα·
σιμά του ἐστήθη κι ἔλεγε μὲ λόγια φτερωμένα:
« Θενὰ πεισθῆς σ’ ὅτι θὰ εἰπῶ, Λυκαονίδη ἀνδρεῖε;
Θὰ ἐτόλμας στὸν Μενέλαον γοργὸ νὰ σύρης βέλος;
Δόξαν ἀπ’ ὅλον τὸν λαὸν καὶ χάριν θ’ ἀπολαύσης
καὶ ὁ βασιλέας μάλιστα θὰ σὲ τιμήση ὁ Πάρις.
Πρῶτος αὐτὸς μὲ ὑπέρτιμα θὰ σὲ ἀνταμείψη δῶρα,
ἐὰν ἰδῆ στὴν θλιβερὰν πυρὰν ἀνεβασμένον
τὸν δυνατὸν Μενέλαον ἀπὸ δικό σου ἀκόντι˙
ἐμπρός, λοιπόν, ἀκόντισε τὸν ἔνδοξον Ἀτρείδην,    100
ἀφοῦ στὸν φωτογέννητον Ἀπόλλωνα τοξότην
ἀρνιῶν πρωτόγονων ταχθῆς νὰ σφάξης ἑκατόμβην,
ἅμα στὴν θείαν Ζέλειαν, στὸ σπίτι σου, γυρίσης».
Στὰ λόγια τοῦτα ἐπείσθηκεν ὁ ἀνόητος κι ἐπῆρε
τὸ στιλβωμένο τόξο του, κέρατο ἀγρίου τράγου,
ποὺ ἀπὸ καθίστραν εἶχε αὐτὸς κτυπήσει ἅμα τὸν εἶδε
νὰ βγαίνη μέσ’ ἀπὸ σπηλιά, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ στῆθος
τὸν πέτυχε καὶ ἀνάσκελα τὸν ξάπλωσε στὸν βράχον·
μακριὰ δεκάξι σπιθαμὲς τὰ κέρατα ἐφοροῦσε·
αὐτὰ ἐργάσθη καὶ ἅρμωσε καλὸς κερατοξόος˙    110
τὸ ἔξυσ’ ὅλο καὶ χρυσὸ τοῦ πρόσθεσε κουλούρι·
τὸ τόξο ἐκεῖνο ἐτάνυσε καὶ καταγῆς ἀγάλι
τὸ ἔκλινε καὶ οἱ σύντροφοι κρατοῦσαν τὲς ἀσπίδες
ἐμπρός του, μήπως πεταχτοῦν οἱ ᾽Αχαιοὶ γενναῖοι,
πρὶν ἀκοντίση ὁ Πάνδαρος τὸν δυνατὸν Ἀτρείδην˙
κι ἀπ’ τὴν φαρέτραν σήκωσε τὸ σκέπασμα κι ἐπῆρε
ἄριχτο βέλος φτερωτό, μαύρην φωλιὰ θανάτου·
τὸ πικρὸ βέλος ἴσιασεν εἰς τὴν χορδὴν ἐπάνω,
καὶ πρὸς τὸν φωτογέννητον Ἀπόλλωνα τοξότην
νὰ σφάξη ἀρνιῶν πρωτόγονων ἐτάχθηκε ἑκατόμβην,    120
ἅμα στὴν θείαν Ζέλειαν, στὸ σπίτι του γυρίση
καὶ μὲ τὲς κόκες τὴν χορδὴν τραβώντας τὴν σιμώνει
εἰς τὸ βυζὶ καὶ ἀπίθωσε τὸ σίδερο στὸ τόξο·
καὶ ὅταν εἰς κύκλον τέντωσε τὸ μέγα τόξο, ἀκούσθη
τριγμὸς τοῦ τόξου, τῆς χορδῆς βοὴ κι ἐξετινάχθη
τὸ βέλος ἀνυπόμονο νὰ πέση μὲς στὰ πλήθη.
᾽Αλλὰ δὲ σ’ ἐλησμόνησαν, Μενέλαε, τοῦ ᾽Ολύμπου,
οἱ κάτοικοι οἱ μακάριοι κι ἡ ᾽Αθηνᾶ ποὺ ἐμπρός σου
εὐθὺς εὑρέθη κι ἔδιωξε τὸ πικροφόρο ἀκόντι
ἀπὸ τὸ σῶμα σου ἀρκετά, καθὼς μητέρα διώχνει    130
μύγαν ἀπὸ τὸ βρέφος της, ἐνῶ γλυκὰ κοιμᾶται,
κι ἡ ἴδια τ’ ὁδήγησεν ὅπου οἱ χρυσὲς τῆς ζώνης
θηλιὲς κι ὁ θώραξ διπλωτὸς ἐσμίγαν σ’ ἕνα μέρος.
Τὸ πικρὸ βέλος ἔπεσε στὴν σφικτασφαλισμένην
ζώνην τὴν πολυδαίδαλην καὶ τὴν διαπέρασ’ ὅλην·
καὶ μὲς στὸν λαμπρὸν θώρακα προχώρησ’ ὡς τὴν πλάκα
ὁποὺ στὰ βέλη ἀντίφραγμα στὸ σῶμα του ἐφοροῦσε
κι ἐξόχως τὸν προφύλαξεν, ἀλλ’ ἔσπασε κι ἐκείνην.
Καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐχάραξε τὸ δέρμα ἡ χάλκιν’ ἄκρη
κι ἔρρευσε ἀπὸ τὸ λάβωμα εὐθὺς τὸ μαῦρον αἷμα.    140
῾Ως ὅταν Κάειρα ἢ Μαιονὶς γυνὴ κοκκινοβάφει
λευκὸν ἐλεφαντόδοντο, τοῦ ἀλόγου χαλινάρι,
πολλοὶ τὸ ζήλευσαν ἱππεῖς, καὶ μένει φυλαγμένο
στὸν θάλαμον γιὰ βασιλεῖς πολύτιμο στολίδι,
καὶ στ’ ἄλογο καλλώπισμα καὶ δόξα τοῦ ἀναβάτη·
ὁμοίως, ὦ Μενέλαε, ἐβάφηκαν τὰ ὡραῖα
μεριά σου καὶ τὰ κνήμια σου καὶ οἱ φτέρνες εἰς τὸ αἶμα·
ἐπάγωσεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης ᾽Αγαμέμνων,
ἅμ’ εἶδε ἀπὸ τὸ λάβωμα νὰ τρέχη μαῦρον αἷμα,
πάγωσε καὶ ὁ Μενέλαος ὁ ἀνδρεῖος, ἀλλ’ ὡς εἶδε    150
ὁποὺ τῆς λόγχης τὸ λουρὶ κι οἱ ἀγκίδες μεῖναν ἔξω,
τοῦ ἐπανῆλθεν ἡ ψυχή· καὶ ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων
μὲ στεναγμοὺς τοῦ ἔλεγε κρατώντας του τὸ χέρι,
καὶ οἱ φίλοι γύρω ἐστέναζαν: « Γλυκύτατε ἀδελφέ μου,
στοὺς ὅρκους σ’ ἐθανάτωνα, τὴν ὥρα ποὺ σὲ μόνον
ἐμπρὸς τῶν Τρώων σ’ ἔσταινα γιὰ μᾶς νὰ πολεμήσης·
κι ἐκεῖν’ ἰδοὺ σ’ ἐκτύπησαν κι ἐπάτησαν τοὺς ὅρκους·
ἀλλὰ δὲν θὰ ματαιωθοῦν οἱ ὅρκοι καὶ ἡ θυσία,
οἱ ἁγνὲς σπονδὲς καὶ οἱ δεξιὲς ποὺ ἐσφίξαμε μὲ θάρρος
κι ἐὰν εὐθὺς δὲν τὸ ἐνεργῆ, στὸ ἑξῆς θὰ τὸ ἐνεργήση    160
ὁ Δίας καὶ πολὺ βαριὰ τὸ κρίμα θὰ πληρώσουν
ἐκεῖνοι καὶ οἱ γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους ὅλα·
ὅτ’ εἶναι τοῦτο φανερὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου·
θὰ φθάση μέρα νὰ χαθῆ κι ἡ ῎Ιλιος ἡ ἁγία
καὶ ὁ Πρίαμος ὁ δυνατὸς μἐ ὅλον τὸν λαόν του,
ὅταν ὁ αἰθεροκάτοικος Κρονίδης χολωμένος
γιὰ τούτην τὴν ἀπάτην τους ἐπάνω τους τινάξη
τὴν σκοτεινὴν αἰγίδα του· καὶ αὐτὰ θὰ γίνουν ὅλα.
Ἀλλ᾽, ὦ Μενέλαε, σκληρὸς ἐμὲ θὰ σφάζη πόνος,
ἄν ἀποθάνης καὶ κλεισθοῦν οἱ μέρες τῆς ζωῆς σου˙    170
στ’ ἄνανδρον ῎Αργος ἄτιμος μοῦ μέλλει νὰ γυρίσω,
ὅτ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ θὰ θυμηθοῦν ἀμέσως τὴν πατρίδα
καὶ τοῦ Πριάμου καύχημα θὰ μείνη καὶ τῶν Τρώων
ἡ Ἄργισσα ῾Ελένη μας, καὶ ἡ γῆ τὰ κόκαλά σου,
χωρὶς νὰ γίνη τίποτε θὰ σέπη ἐδῶ στὴν Τροίαν·
καὶ κάποιος τότε θέλ’ εἰπεῖ τῶν ἀποτόλμων Τρώων,
ἐνῶ στὸν τάφον θὰ σκιρτᾶ τοῦ ἐνδόξου Μενελάου:
« Νὰ χαρῆ πάντοτε ἡ χολὴ τοῦ Ἀτρείδη ὡς τώρα ἐχάρη
ποὺ στρατὸν ἔφερε Ἀχαιῶν ἀνώφελα ἐδῶ πέρα
καὶ μ’ ἄδεια πλοῖα γύρισεν εἰς τὴν πατρίδα, δίχως    180
τὸν ἀγαθὸν Μενέλαον»· αὐτὰ θὰ εἰποῦν· κι ἐμένα
χάσμ’ ἂς ἀνοίξ’ ἡ μαύρη γῆ κι ἐπάνω μου νὰ κλείση».
Κι ειπε ὁ ξανθὸς Μενέλαος νὰ τὸν ἐγκαρδιώση:
« Κάμε καρδιά, τοὺς Ἀχαιοὺς ἀκόμη μὴ δειλιάζης·
δὲν ἦβρε μέρος ἀκριβὸ τὸ βέλος, ὅτ’ ἡ ζώνη
ἡ πλουμιστὴ μ’ ἐφύλαξε καὶ κάτωθε τὸ ζῶμα
καὶ ἡ καλὴ πλάκα ὁποὺ χαλκεῖς κατασκευάσαν ἄνδρες».
Καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησεν ὁ μέγας Ἀγαμέμνων:
« Εἴθε, γλυκὲ Μενέλαε, νὰ εἶναι καθὼς λέγεις˙
ἰατρὸς θὰ ψάξη τὴν πληγὴν κι ἐπάνω της θὰ βάλη    190
βοτάνια, τὲς φαρμακερὲς ὀδύνες νὰ πραΰνη».
Κι ἐστράφη πρὸς τὸν κήρυκα Ταλβύθιον καὶ τοῦ εἶπε:
« Ταλβύθιε, τὸν Μαχάονα κάλεσ’ εὐθύς, τὸν γόνον
τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ ἀσύγκριτος ἰατρὸς στὸν κόσμον ἦταν,
νά ᾽λθη νὰ ἰδῆ τὸν ψυχερὸν Μενέλαον Ἀτρείδην,
ὁποὺ τὸν κτύπησ’ ἄξιος τοξότης ἢ τῶν Τρώων
ἢ τῶν Λυκίων, δόξα του καὶ σ’ ἐμᾶς ὅλους λύπη».
Αὐτὰ εἶπε καὶ ὑπάκουσεν ὁ κήρυξ εἰς τὸν λόγον,
καὶ τῶν ἀνδρείων ᾽Αχαιῶν ἐγύρνα μὲς στὰ πλήθη
νὰ ἔβρη τὸν Μαχάονα· τὸν εἶδε ποὺ ἐστεκόταν    200
στὲς φάλαγγες τὲς φοβερὲς λαῶν ἀσπιδοφόρων
ποὺ ἀπὸ τὴν Τρίκκην ἔφθασαν μαζί του στὴν Τρωάδα˙
σιμά του ἐστάθη κι εἶπε του: « Πετάξου, Ἀσκληπιάδη,
ὁ κραταιὸς σὲ προσκαλεῖ Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων
νά ᾽λθης νὰ ἰδῆς τὸν ψυχερὸν Μενέλαον ᾽Ατρείδην,
ὁποὺ τὸν κτύπησ’ ἄξιος τοξότης ἤ τῶν Τρώων
ἤ τῶν Λυκίων, δόξα του καὶ σ’ ἐμᾶς ὅλους λύπη».
Εἶπε καὶ τοῦ ἐτάραξε στὰ στήθη τὴν καρδίαν.
Καὶ μέσ’ ἀπ’ τὸν πλατὺν στρατὸν τῶν Ἀχαιῶν ἐφθάσαν
ὅπου ὁ ξανθὸς Μενέλαος στεκόνταν λαβωμένος    210
καὶ κύκλον εἶχε ὁλόγυρα τῶν πρώτων πολεμάρχων,
ὁ ἄνδρας ὁ ἰσόθεος˙ κι εὐθὺς ἀπὸ τὴν ζώνην
τὴν δυνατὴν ἐτράβηξε τὸ βέλος· καὶ ὡς τραβοῦσε,
γυρτὲς ὀπίσω ἐκόπηκαν οἱ μυτερὲς ἀγκίδες.
Τὴν ζώνην ἔλυσ’ ἔπειτα, τὸ ζῶμα καὶ τὴν πλάκα,
ποὺ κατασκεύασαν χαλκεῖς˙ καὶ ἅμ’ εἶδε ὅπου τὸ βέλος
φαρμακερὰ τὸν λάβωσεν, ἐβύζαξε τὸ αἷμα
κι ἔβαλ’ ἐπάνω βότανα πραϋντικὰ γνωστά του,
ποὺ ὁ Χείρων στὸν πατέρα του, σὰν φίλος εἶχε δώσει.
᾽Εκεῖνοι τὸν ἀνδράγαθον Μενέλαον θεραπεῦαν    220
κι ἦλθαν ὡστόσο ἐπάνω τους οἱ φάλαγγες τῶν Τρώων
κι ἔπιασαν τ’ ἄρματα καὶ αὐτοὶ τὸν πόλεμον ν’ ἀρχίσουν·
ὀκνὸν τότε δὲν θά ᾽βλεπες τὸν δυνατὸν Ἀτρείδην
νὰ δειλιᾶ, νὰ κρύβεται, τὴν μάχην ν’ ἀποφεύγη,
ἀλλὰ νὰ ὁρμᾶ στὸν πόλεμον, ὅπου δοξάζοντ’ ἄνδρες˙
τὸ λαμπρὸ ἁμάξι, τ’ ἄλογα ποὺ φλογερὰ φυσοῦσαν,
ἀφήνει τοῦ Εὐρυμέδοντος υἱοῦ τοῦ Πτολεμαίου
τοῦ Πειραΐδη καὶ σιμὰ νὰ τά ᾽χη τὸν προστάζει
πρόχειρα, ὁπόταν κάματος τὰ μέλη του νικήση
ἐκεῖ ποὺ θὰ τακτοποιῆ σὰν ἀρχηγός, τὰ πλήθη·    230
καὶ αὐτὸς πεζὸς τὲς φάλαγγες τῶν μαχητῶν περνοῦσε
κι ὅσους θωροῦσε Δαναοὺς στὴν μάχην νὰ σπουδάζουν,
λόγια τοὺς ἔλεγε καλὰ τὸ θάρρος τους ν’ αὐξήση:
«Ἀργεῖοι, μὴν ἀφήνετε τὴν ἀνδρικὴν ὁρμήν σας.
Δὲν βοηθεῖ τοὺς δολεροὺς ὁ ὕψιστος πατέρας·
καὶ αὐτῶν ποὺ πρῶτοι ἀδίκησαν τοὺς ὅρκους των πατώντας
τὰ τρυφερά τους σώματα θὰ καταφάγουν γῦπες
καὶ τὲς γυναῖκες τους ἐμεῖς καὶ τὰ μικρὰ παιδιά τους,
ἀφοῦ τὴν πόλιν πάρωμε, θὰ σύρωμε στὰ πλοῖα».
Κι ὅσους τὸν φρικτὸν πόλεμον θωροῦσε νὰ τρομάζουν,    240
«᾽Αργεῖοι », τοὺς ἐφώναζε, « τοῦ τόξου ἀνδρειωμένοι,
οὐτιδανοί, τάχα ἐντροπὴν δὲ θὰ αἰσθανθῆτε ἀκόμη;
Πῶς παγωμένοι στέκεσθε, ὡσὰν τὰ ἐλαφομόσχια,
ποὺ ὡς ἀποκάμαν τρέχοντας σ’ ἀπέραντην πεδιάδα
στέκονται, καὶ στὰ στήθη τους, ἡ δύναμις ἐκόπη;
῞Ομοια κι ἐσεῖς παγώσατε, ποσῶς δὲν πολεμεῖτε·
νά ᾽λθουν οἱ Τρῶες θέλετε σιμὰ κεῖ ποὺ τὰ πλοῖα
στέκονται τὰ καλόπρυμνα στὴν ἄκρην τῆς θαλάσσης
νὰ ἰδῆτε ἄν χέρι σωστικὸ γιὰ σᾶς ὑψώση ὁ Δίας; »
Κι ὅπως αὐτὸς βασιλικὰ τὲς τάξες τῶν ἀνδρείων    250
ἐθεωροῦσεν, ἔφθασε στὸ μέρος ποὺ ὁ γενναῖος
᾽Ιδομενεὺς ἐσύνταζε τοὺς Κρῆτας εἰς τὴν μάχην,
καὶ στοὺς προμάχους ἔστεκε μὲ τόλμην χοίρου ἀγρίου
καὶ τὲς ὀπίσω φάλαγγες κυβέρνα ὁ Μηριόνης.
Ἅμα τοὺς εἶδ’ ἐχάρηκεν ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης,
κι ἐγλυκομίλησεν εὐθὺς πρὸς τὸν ᾽Ιδομενέα:
« Τῶν ἱππομάχων Δαναῶν τιμῶ σε ᾽Ιδομενέα,
ἐξόχως καὶ στὸν πόλεμον καὶ σ’ ὅ,τι ἄλλο ἀκόμη˙
καὶ στὸ τραπέζι ποὺ ἐκλεκτὸ κρασὶ καὶ πυρωμένο
εἰς τὸν κρατῆρα συγκερνοῦν οἱ πρῶτοι πολεμάρχοι    260
οἱ ἀνδρειωμένοι Ἀχαιοὶ τὸ πίνουν μετρημένο
καθένας, ἀλλὰ πάντοτε σὺ ἔχεις τὸ ποτήρι
γεμάτο ἐμπρὸς ὡς τό ᾽χω ἐγώ, νὰ πίνης ὅταν θέλης·
ἀλλ’ ὅρμησε στὸν πόλεμον καὶ δείξου ὡς ἤσουν πρῶτα »
Καὶ τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγὸς ὁ ᾽Ιδομενεὺς ἀντεῖπε:
« Ἀγαπητόν σου σύντροφον θὰ μ’ ἔχης εἰς τὴν ἄκρην,
Ἀτρείδη, ὡς ἔστερξ’ ἀπ’ ἀρχῆς κι ὑπόσχεσιν ἐπῆρα
τοὺς ἀνδρειωμένους Ἀχαιοὺς τοὺς ἄλλους νὰ κινήσης
ν’ ἀρχίση εὐθὺς ὁ πόλεμος˙ ἀφοῦ τὴν συμφωνίαν
οἱ Τρῶες τώρα ἐχάλασαν˙ καὶ ὡς πάτησαν τοὺς ὅρκους    270
καὶ πρῶτοι ἀδίκησαν, κακὸ τοὺς περιμένει τέλος».
Αὐτὰ εἶπε καὶ ὁλόχαρος προχώρησ’ ὁ Ἀτρείδης
στὸ στράτευμα ὅσο πόφθασεν ἐκεῖ ποὺ ἐσυνταζόνταν
οἱ Αἴαντες καὶ σύννεφο μ’ αὐτοὺς πεζῶν ἀνδρείων·
ὡς ὅταν σύννεφο βοσκὸς ἀπὸ ψηλὰ ξανοίγη
νὰ προχωρῆ στὸ πέλαγος μὲ τὴν πνοὴν τοῦ ἀνέμου·
καὶ φαίνεται στὰ μάτια του κατάμαυρο σὰν πίσσα,
καθὼς τὸ πέλαγος περνᾶ γεμάτο ἀνεμοζάλες,
τὸν παίρνει φόβος καὶ ὁδηγεῖ μὲς στ’ ἄντρο τὸ κοπάδι·
ὁμοίως εἰς τὸν πόλεμον κινοῦνταν τῶν Αἰάντων    280
πυκνότατες οἱ φάλαγγες ἀνδρειωμένων νέων
μαῦρες, καὶ λόγγον ἔκαναν λόγχες ὁμοῦ καὶ ἀσπίδες·
ἅμα τοὺς εἶδ’ ἐχάρηκεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
κι εὐθὺς τοὺς ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« Αἴαντες σεῖς, ὦ ἀρχηγοὶ τῶν θωρηκτῶν Ἀργείων,
ἐσᾶς δὲν δίδω προσταγὴν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον,
ἀφοῦ καὶ μόνοι τὸν λαὸν στὸν πόλεμον κινεῖτε·
καί, Ἀπόλλων, εἴθε, καὶ Ἀθηνᾶ, καὶ σύ, πατέρα Δία,
ἂν εἶχαν ὅλοι τὴν ψυχὴν πόχετε σεῖς στὰ στήθη,
εὐθὺς ἐμπρός μας θά ᾽σκυφτεν ἡ πόλις τοῦ Πριάμου    290
ὁλόβολη ἀπ’ τὰ χέρια μας νὰ μείνη ἐρημασμένη».
Εἶπε, τοὺς ἄφησεν αὐτοῦ καὶ πέρασε στοὺς ἄλλους·
ἦβρε τὸν Νέστορα, γλυκὸν τῆς Πύλου δημηγόρον,
ποὺ ἐσύνταζε κι ἐγκάρδιωνε τοὺς ἄνδρες εἰς τὴν μάχην
μὲ τοὺς ἀνδρείους Αἵμονα, Πελάγοντα, Χρομίον,
Ἀλάστορα καὶ Βίαντα, ποιμένα τῶν ἀνθρώπων.
Καὶ τοὺς ἱππεῖς ἔστησ’ ἐμπρὸς μὲ τὰ ζεμέν’ ἁμάξια,
ἔβαλε ὀπίσω τοὺς πεζοὺς πολλοὺς καὶ ἀνδρειωμένους,
πύργον πολέμου στερεόν, καὶ τοὺς κακοὺς στὴν μέση,
ν’ ἀναγκασθῆ νὰ μάχεται καὶ αὐτὸς ὁποὺ δὲν θέλει.    300
Καὶ νὰ μὴ σπρώξουν τ’ ἄλογα στὴν ταραχὴν τῆς μάχης
εἰς τοὺς ἱππεῖς συμβούλευε. « Κανεὶς ἂς μὴ θαρρέψη
στὴν ἱππικὴ καὶ στὴν ἀνδρειὰ νὰ ὁρμήση ἐμπρὸς τῶν ἄλλων
μόνος ἐνάντια στὸν ἐχθρόν· ἀλλὰ μήτε νὰ γύρη
ὀπίσω· καὶ τὰ δυὸ κακὰ καὶ σᾶς ἀδυνατίζουν.
Κι ὅποιος ἀπὸ τ’ ἁμάξι του στοῦ ἐχθροῦ τ’ ἁμάξι φθάση,
μὲ τὸ κοντάρι ἄς κτυπηθῆ, καὶ αὐτὸ συμφέρει πλέον·
αὐτὴν τὴν γνώμην ἔτρεφαν καὶ τὴν ψυχὴν στὰ στήθη
οἱ παλαιοί μας κι ἔπαιρναν τὲς χῶρες καὶ τὰ τείχη».
Αὐτὰ πολέμων ἔμπειρος ἐδίδασκεν ὁ γέρος.    310
Ἅμα τὸν εἶδε χάρηκεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης,
κι εὐθὺς τὸν ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« ῎Αμποτε, ὦ γέρε, ἀδάμαστην ὡς ἔχεις τὴν ψυχήν σου
νὰ εἶχες καὶ τὰ γόνατα κι ἀκέριαν τὴν ἀνδρείαν
ἀλλὰ τὸ γῆρας τὸ κοινὸ σὲ φθέρνει· κι ἄμποτ’ ἄλλος
νὰ τό ᾽χε καὶ νὰ ἐβρίσκοσουν σὺ μεταξὺ τῶν νέων».
Καὶ ὁ Νέστωρ, ὁ Γερήνιος ἱππότης, τοῦ ἀποκρίθη:
«᾽Ατρείδη, τό ᾽θελα κι ἐγὼ νὰ εἶμαι ὡς ἤμουν πρῶτα
ποὺ τὸν ᾽Ερευθαλίωνα ἐφόνευσα τὸν θεῖον·
ἀλλὰ δὲν δίδουν στοὺς θνητοὺς οἱ ἀθάνατοι ὅλ’ ἀντάμα.    320
᾽Αγόρι τότε ἤμουν κι ἐγώ, τώρα τὸ γῆρας μ’ ἦβρε,
ἀλλὰ καὶ ὡς εἶμαι, στοὺς ἱππεῖς ἀνάμεσα θὰ μείνω
νὰ συμβουλεύω· κι εἶναι αὐτὸ τὸ μέρος τῶν γερόντων.
Καὶ μὲ κοντάρια θὰ κτυποῦν οἱ νέοι ποὺ ἀπὸ μένα
χρόνια ὀλιγότερα μετροῦν καὶ στὴν ἀνδρειὰ θαρρεύουν».
῎Ακουσε τοῦτα καὶ φαιδρὸς προχώρησ’ ὁ ᾽Ατρείδης·
τὸν Μενεσθέα πλήξιππον τοῦ Πετεοῦ τὸν γόνον
ἦβρε στὴν μέση τῶν φρικτῶν στὲς μάχες ᾽Αθηναίων·
πλησίον ὁ πολύβουλος στεκόταν ᾽Οδυσσέας,
κι οἱ τάξεις οἱ ἀνίκητες, σιμά, τῶν Κεφαλλήνων·    330
ὅτι τῆς μάχης ἡ βοὴ σ’ αὐτοὺς δὲν εἶχε φθάσει,
ἐνῶ μόλις οἱ φάλαγγες τῶν ἱπποδάμων Τρώων
κινοῦνταν καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν, κι ἐκεῖνοι περιμέναν
ὁπόταν σῶμ’ ἄλλο ᾽Αχαιῶν νὰ φθάση καὶ νὰ ὁρμήση
στοὺς Τρῶας πρῶτον, ὥστε ἀρχὴ νὰ γίνη τοῦ πολέμου.
Τοὺς εἶδ’ εὐθὺς καὶ ὀνείδισεν ὁ κραταιὸς ᾽Ατρείδης
κι ἐκείνους ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« ῏Ω γόνε, σύ, τοῦ Πετεοῦ διοθρέφτου βασιλέως,
καὶ σύ, ποὺ στὰ σοφίσματα ἐξέχεις καὶ στοὺς δόλους,
τί κρύβεσθε, τί μένετε μακρὰν ὡς νά ᾽λθουν ἄλλοι;    340
Καὶ νὰ σταθῆτ’ ἔπρεπε σεῖς στὴν πρώτην τάξιν πρῶτοι
καὶ πρῶτοι ν’ ἀπαντήσετε τὴν φλόγα τοῦ πολέμου,
καθὼς δέχεσθε κάλεσμα στὴν τράπεζά μου πρῶτοι,
ὁπότε στρώνουμ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ τραπέζι τῶν γερόντων.
Καὶ σᾶς ἀρέσει τὰ ψητὰ νὰ τρώγετε καὶ ὡραῖο
κρασὶ νὰ πίνετ’ ἄφθονο καὶ τώρα σᾶς ἀρέσει
καὶ ἂν δέκα σώματ’ Ἀχαιῶν ἐβλέπετ’ ἔμπροσθέν σας
μὲ τ’ ἀνδροφόνο σίδερο ν’ ἀρχίσουν τὸν ἀγώνα».
Μ’ ἄγριο βλέμμα ὁ πολύγνωμος τοῦ ἀπάντησε ᾽Οδυσσέας·
«Ἀτρείδη, ἀπὸ τὰ χείλη σου ποῖος ἐβγῆκε λόγος!    350
᾽Εμεῖς τὴν μάχην φεύγομεν; Ὅταν τὸν ἄγριον Ἄρη
κινήσωμ’ ὅλ’ οἱ ᾽Αχαιοὶ στοὺς ἱπποδάμους Τρῶες,
θὰ ἰδῆς, ἂν θέλης καὶ ἂν γι’ αὐτὸ σὲ μέλη, τὸν πατέρα
τοῦ Τηλεμάχου νὰ ριχθῆ τῶν ἱπποδάμων Τρώων
εἰς τοὺς προμάχους, καὶ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ λέγεις παίρν’ ὁ ἀέρας».
Καὶ ἅμ’ εἶδε τον ποὺ ἐθύμωνε, τὸν λόγον πῆρε ὀπίσω
καὶ τοῦ ᾽πε μὲ γλυκόγελον ὁ κραταιὸς Ἀτρείδης:
« Λαερτιάδη διογενῆ, πολύτεχνε ᾽Οδυσσέα,
δὲν ὀνειδίζω ὑπέρμετρα ἐσένα οὔτε προστάζω·
γνωρίζ’ ὅτ’ ἡ καρδία σου καλὰ γιὰ μένα τρέφει    360
αἰσθήματα κι ὅτι μ’ ἐμὲ τὴν ἴδιαν ἔχεις γνώμη,
καὶ θὰ τὰ καλοκάμωμε κατόπι, ἂν τώρα εἰπώθη
λόγος κακός, κι εἴθε οἱ θεοὶ νὰ τ’ ἀποσβήσουν ὅλα».
Εἶπε, τοὺς ἄφησεν αὐτοῦ καὶ πέρασε στοὺς ἄλλους.
Κι ἦβρε τὸν μεγαλόψυχον Τυδείδη Διομήδη
ὀρθὸν εἰς τ’ ἄλογα σιμὰ καὶ τ’ ἁρμοσμέν’ ἁμάξια·
ἦταν σιμά του ὁ Σθένελος, υἱὸς τοῦ Καπανέως.
Τὸν εἶδε εὐθὺς κι ὀνείδισεν ὁ μέγας ᾽Αγαμέμνων
καὶ κεῖνον ἐπροσφώνησε μὲ λόγια φτερωμένα:
« Ὀιμέν᾽, υἱὲ τοῦ συνετοῦ Τυδέα τοῦ ἱπποδάμου,    370
τί κρύβεσαι; Τὲς γέφυρες τί βλέπεις τοῦ πολέμου;
Νὰ κρύβεται, ὅπως κρύβεσαι, δὲν ἤθελε ὁ Τυδέας,
καὶ τῶν συντρόφων πολὺ ἐμπρὸς στὴν μάχην ἐκινοῦσε.
Ἐγὼ δὲν τὸν ἀντάμωσα καὶ ἀπ’ ἄλλους, ποὺ τὸν εἶδαν
εἰς τὸν ἀγώνα τό ᾽μαθα, καὶ ὅτ’ εἶχε τὰ πρωτεῖα.
Ὅτ’ ἧλθε αὐτὸς εἰρηνικὸς ὡς ξένος στὲς Μυκῆνες
καὶ ὁ Πολυνείκης ὁ λαμπρὸς ὁποὺ συνάζαν ἄνδρες
ὅταν στρατεῦαν στ’ ἅγια τῆς Θήβας τείχη ἐκεῖνοι·
κι ἐπαρακάλουν ἐκλεκτοὺς συμμάχους νὰ τοὺς δώσουν
καὶ πρόθυμ’ ἔστεργε ὁ λαὸς νὰ δώσουν, ἀλλ’ ὁ Δίας    380
τὴν γνώμην τοὺς ἐγύρισε μ’ ἀντίστροφα σημεῖα.
Καὶ ὅτ’ ἔφυγαν, ἅμ’ ἔφθασαν, ὡς προχωροῦσε ὁ δρόμος,
στοῦ Ἀσωποῦ τὲς χορτερὲς ἄκρες γεμάτες σχοῖνον,
οἱ Ἀχαιοὶ γιὰ μηνυτὴν ἐστεῖλαν τὸν Τυδέα.
Κι ἐκεῖνος ἐπορεύθηκε κι ἦβρε πολλοὺς Καδμείους
στοῦ δυνατοῦ ᾽Ετεοκλῆ τὸ δῶμα ὁποὺ συντρῶγαν·
τότε, καὶ ἂν ξένος ἔτυχε, ὁ ἱππόμαχος Τυδέας
δὲν ἐφοβεῖτο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν Καδμείων,
ἀλλ’ εἰς ἀγώνα ἐκάλει αὐτούς, καὶ εἰς ὅλα τοὺς ἐνίκα
εὔκολα, τόσον ἡ ᾽Αθηνᾶ προθύμως τὸν βοηθοῦσε·    390
καὶ θυμωμέν’ οἱ κεντηταὶ τῶν ἵππων οἱ Καδμεῖοι,
πενήντα νέους τοῦ ᾽στησαν καρτέρι στὴν ὁδόν του
καὶ τοὺς ὁδήγα ὁ Μαίονας ἰσόθεος Αἰμονίδης
μὲ τοῦ Αὐτοφόνου τὸν υἱὸν γενναῖον Πολυφόντην.
Ἀλλ’ ἄσχημα ἐθανάτωσε κι ἐκείνους ὁ Τυδέας·
τοὺς φόνευσ’ ὅλους κι ἔστειλε μόν’ ἕνα στὴν πατρίδα,
τὸν Μαίον᾽, ὡς τὸν δίδαξαν τὰ θεϊκὰ σημεῖα.
᾽Ιδοὺ ποιὸς ἦταν ὁ Τυδεὺς ἀπὸ τὴν Αἰτωλίαν.
Ἀλλὰ τοῦτος ἐγέννησεν υἱὸν κατώτερόν του
στὴν μάχην, ἄν καὶ ἀνώτερον στὴ γλώσσα καὶ στοὺς λόγους».    400
Λόγον σ’ αὐτὰ δὲν πρόφερεν ὁ δυνατὸς Διομήδης·
ἐντράπη τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ σεβαστοῦ κυρίου·
ἀλλὰ τοῦ ἀπάντησ’ ὁ υἱὸς τοῦ ἐνδόξου Καπανέως:
« ᾽Ενῶ σωστὰ ξέρεις νὰ εἰπῆς, μὴ ψεύδεσαι, Ἀτρείδη.
Εἴμασθε τῶν πατέρων μας πλιότερ’ ἀνδρειωμένοι·
τὰ ἄρεια τείχη ἐπήραμε τῆς ἑπταπύλου Θήβης
ἐμεῖς, ἄν καὶ ὀλιγότερος λαὸς μᾶς ἀκολούθα,
θαρρώντας εἰς τὰ θεϊκὰ σημάδια καὶ στὸν Δία·
κι ἐκεῖνοι ἀντὶς ἐχάθηκαν ἀπ’ τ’ ἀσεβήματά των˙
ὅθεν μὲ τοὺς πατέρες μας ποτὲ μὴ μᾶς συγκρίνης».    410
Μ’ ἄγριο βλέμμα τοῦ ὁμίλησεν ὁ δυνατὸς Διομήδης:
« Πατέρα, σώπα τώρ’ αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι σοῦ λέγω στέργε·
δὲν κατακρίνω ἐγὼ ποσῶς τὸν ἀρχηγὸν ᾽Ατρείδην,
ἂν τοὺς ἀνδρείους ᾽Αχαιοὺς παρακινῆ στὴν μάχην.
᾽Εκείνου ἡ δόξα θά ᾽ν᾽, ἐὰν οἱ Ἀχαιοὶ τοὺς Τρῶας
νικήσουν καὶ τὴν ἱερὰ Τρωάδα ρίξουν κάτω·
κι ἐκείνου πάλι, ἄν χαλασθοῦν οἱ ᾽Αχαιοί, τὸ πένθος·
ἀλλ’ ἔλ’ ἀρχὴν ἂς βάλωμε κι ἐμεῖς εἰς τὸν ἀγώνα».
Εἶπε, ἀπ’ τ’ ἁμάξι ἐπήδησε στὴν γῆν μὲ τ’ ἄρματά του·
φοβερὰ ἐβρόντησε ὁ χαλκὸς στὰ στήθη τοῦ κυρίου,    420
ὡς ὅρμησε, ὥστε θά ᾽παιρνεν τρομάραν καὶ ὁ γενναῖος.
Καὶ ὅπως στὴν πολύβροντην ἀκρογιαλιὰ τὸ κύμα,
ὡς τὸ σηκώνει ὁ Ζέφυρος ἐπανωτὸ κινεῖται,
φουσκώνει πρὶν στὸ πέλαγος καὶ στὴν στεριὰ κατόπι
σπώντας μουγγρίζει καὶ κυρτὸν ἔρχετ’ ἐμπρὸς καὶ γύρω
στοὺς βράχους κάμνει κορυφὴν καὶ τὸν ἀφρὸν ξερνάει˙
ὁμοίως τότ’ ἐπανωτὲς τῶν Δαναῶν κινοῦντο
οἱ φάλαγγες στὸν πόλεμον˙ καὶ κάθε πολεμάρχος
τοὺς ἰδικούς του πρόσταζε˙ κι οἱ ἐπίλοιποι σωπαῖναν,—
ὡσὰν φωνὴν τόσος λαὸς στὰ στήθη νὰ μὴν εἶχε,—    430
φοβούμενοι τοὺς ἀρχηγούς˙ ἐπάνω των ἐλάμπαν
τὰ πλουμιστά των ἅρματα, καθὼς ἐπροχωροῦσαν.
Καὶ οἱ Τρῶες, ὡς τὰ πρόβατα σ’ αὐλὴν ἀνδρὸς πλουσίου
ἄπειρα μένουν τὸ λευκὸ νὰ τοὺς ἀρμέγουν γάλα
καὶ ὅλο βελάζουν ὡς ἀκοῦν νὰ κράζουν τὰ κριάρια,
ὁμοίως στὸν πλατὺν στρατὸν ἀλάλαζαν οἱ Τρῶες,
ὅτι δὲν ἦτο εἰς ὅλους μιὰ λαλιὰ καὶ γλώσσα μία,
ἀλλὰ μικτή, κι ἦσαν λαοὶ ποὺ πολλαχόθεν ἦλθαν.
Τούτους ὁ Ἄρης, ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς Ἀχαιοὺς κεντάει,
ὁ Δεῖμος καὶ ὁ Φόβος κεῖ, ἡ λυσσασμένη ῎Ερις,    440
πού ᾽ναι ἀδελφὴ καὶ σύντροφη τοῦ ἀνθρωποφόνου Ἄρη,
ὄπου προβαίνει ὡς ἄφαντη, κι ἐνῶ τὴν γῆν κατόπι
διασκελᾶ, στὸν οὐρανὸν τὴν κεφαλὴν στηρίζει,
ὅπου καὶ τότ’ ἐγέννησεν ἔχθραν σ’ αὐτοὺς ὁμοίαν
καὶ μὲς στὰ πλήθη ἐγύριζε τοὺς πόνους νὰ πληθύνη.
Καὶ ὅτ’ ἔφθασαν κι ἐβρέθηκαν εἰς ἐνα τόπον ὅλοι,
τὰ τόμαρα καὶ τ’ ἄρματα καὶ τ’ ἀνδρειωμένα στήθη
τὰ χαλκοθώρηκτ’ ἔσμιξαν, κι οἱ ὀμφαλωτὲς ἀσπίδες
ἀπ’ τὰ δυὸ μέρη ἐγγίζονταν καὶ ὁ κόσμος ἐβροντοῦσε˙
κι ἐκεῖ κραυγὴ χαρᾶς ἀνδρῶν ποὺ φόνευαν καὶ βόγγος    450
ἀνδρῶν ὁποὺ ἐφονεύονταν καὶ ἡ γῆ πλημμύριζ’ αἷμα·
καὶ ὡς ὅταν δύο χείμαρροι, ποὺ ἀπὸ τὰ ὄρη ρέουν,
μέσ’ ἀπὸ κεφαλόβρυσα τ’ ἀκράτητα νερά τους
σμίγουν εἰς ἕνα σύρρυακο στὰ βάθη τοῦ βαράθρου –
μακρόθε ἀκούει στὰ βουνὰ τὸν βρόντον ὁ ποιμένας –
ὅμοιος, κι ἐκεῖνοι ὡς ἔσμιξαν, ἀχὸς καὶ ἀγώνας ἦταν.
Ρίχνει πρῶτος ὁ ᾽Αντίλοχος πολεμιστὴν τῶν Τρώων
τὸν Θαλυσιάδη ᾽Εχέπωλον λαμπρὸν μὲς στοὺς προμάχους·
τῆς τριχοφόρου κόρυθος τοῦ κτύπησε τὸν κῶνον,
τὸ ἔμπηξε στὸ μέτωπον κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη μέσα    460
ἐπέρασε τὸ κόκαλο κι ἔχασε αὐτὸς τὸ φῶς του
καὶ ὡς πέφτει πύργος ἔπεσε στὸν φοβερὸν ἀγώνα.
Καὶ ἅμ’ ἔπεσε, ἀπ’ τὰ πόδια του τὸν ἔπιασ’ ὁ Ἐλεφήνωρ
Χαλκωδοντιάδης, ἀρχηγὸς τῶν ψυχερῶν ᾽Αβάντων,
καὶ νὰ τὸν σύρη ἐσπούδαζε μακρὰν ἀπὸ τὰ βέλη
νὰ τὸν γυμνώση, ἀλλὰ πολὺ δὲν κράτησ’ ἡ ὁρμή του,
ὀτι ὡς τὸν εἶδ’ ὁ ψυχερὸς ᾽Αγήνωρ νὰ τὸν σέρνη,
εἰς τὸ πλευρὸν ποὺ ὡς ἔσκυφτε γυμνώθη ἀπ’ τὴν ἀσπίδα,
χάλκινο βέλος τοῦ ᾽ριξε καὶ τοῦ ᾽λυσε τὰ μέλη.
῎Ετσι τὸν ἄφηκε ἡ ψυχὴ κι ἐπάνω του ἐκροτήθη    470
τῶν Τρώων καὶ τῶν ᾽Αχαιῶν ἔργον δεινόν· καὶ ὡς λύκοι
ὁρμοῦσαν γιὰ νὰ χαλασθοῦν κι ἄνδρας ἐφόνευ’ ἄνδρα.
Τὸν Σιμοείσιον κτύπησεν ὁ Τελαμώνιος Αἴας
τοῦ ᾽Ανθεμίωνος λαμπρὸν ἀγόρι, ποὺ ἡ μητέρα
στὲς ὄχθες τοῦ Σιμόεντος ἐγέννησε, ὡς ἐρχόταν
ἀπὸ τὴν ῎Ιδην στὲς βοσκὲς κατόπι στοὺς γονεῖς της,
ὀθεν τοῦ ἐβγάλαν τ’ ὄνομα˙ καὶ τῶν γλυκῶν γονέων
τὰ θρέπτρα δὲν ἀπέδωκεν ὅτ’ ἡ ζωή του ἐκόπη
ἀπ’ τοῦ μεγάλου Αἴαντος τὸ ἀνίκητο κοντάρι.
῞Οτι ἐνῶ πρῶτος πρόβαινε τὸν κτύπησε στὸ στῆθος    480
σιμὰ στὸν δεξιὸν μαστόν· ἀντίκρυ ἐβγῆκε ἡ λόγχη
στὸν ὦμον· ἔπεσεν αὐτὸς στὰ χώματα, ὡσὰν λεύκα
ὁποὺ εἰς μεγάλην λιβαδιὰ γεννήθηκε κι ἀνδρώθη
ὁμαλὴ ὅλη καὶ ὑψηλὰ μόνον γεννᾶ τοὺς κλώνους˙
τὴν ἔκοψε ἁμαξοποιὸς μὲ τὴν λαμπρὴν ἀξίνην
νὰ τὴν λυγίση γιὰ τροχὸν εἰς εὔμορφον ἁμάξι·
κείτεται αὐτοῦ καὶ φρύγεται στοῦ ποταμοῦ τὴν ὄχθην·
ὄμοιον τὸν Σιμοείσιον ἔστρωσε κάτ’ ὁ Αἴας.
Καὶ αὐτὸν ὁ λαμπροθώρηκτος ῎Αντιφος Πριαμίδης
μέσα στὰ στήθη ἀκόντισε, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ τὸν Λεῦκον,    490
τοῦ ᾽Οδυσσέως σύντροφον λαμπρόν, στὸ ριζομέρι
ἐπέτυχεν εἰς τὴν στιγμὴν πόσερνε ἀλλοῦ τὸ πτῶμα˙
καὶ ὅπως σωριάσθη τοῦ ᾽πεσε τὸ πτῶμ’ ἀπὸ τὸ χέρι.
᾽Εκείνου ὁ φόνος χόλωσε πολὺ τὸν ᾽Οδυσσέα·
εἰς τοὺς προμάχους σπρώχθη εὐθὺς κι ἔλαμπε στ’ ἄρματ’ ὅλος·
ἐστάθη αὐτοῦ πολὺ σιμὰ καὶ γύρω του κοιτώντας
ἀκόντισε· τραβήχθηκαν στ’ ἀκόντισμά του οἱ Τρῶες·
τὸ βέλος του δὲν χάθηκεν, ἀλλ’ ἦβρε τοῦ Πριάμου
τὸν νόθον Δημοκόωντα, πού ᾽χ’ ἔλθει ἀπ’ τῆς Ἀβύδου
τὰ μέρη, ὅπου γοργόποδες ἀνάτρεφε φοράδες.    500
᾽Εκεῖνον, γιὰ τὸν σύντροφον ὡς χόλωσ’ ὁ ᾽Οδυσσέας,
ἐκτύπησε στὸν μήλιγγα· κι ἡ χάλκιν’ ἄκρη ἐβγῆκε
στὸν ἄλλον μήλιγγ’ ἀντικρύ· τὸ φῶς του χάνει ἐκεῖνος,
μὲ κρότον πέφτει καὶ ἀντηχοῦν ἐπάνω τ’ ἄρματά του.
Κάμνουν τὰ ὀπίσω οἱ πρόμαχοι καὶ ὁ δοξασμένος ῞Εκτωρ·
ἐκραύγασαν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ τοὺς νεκροὺς ἐπῆραν
κι ἐμπρὸς πολὺ προχώρησαν· ὀργίσθη ὅπως τοὺς εἶδε
ὁ Φοῖβος ἀπ’ τὰ Πέργαμα κι ἐφώναζε τῶν Τρώων:
« Τρῶες, ξυπνᾶτε, ἱππόδαμοι, καὶ μὴν ὑποχωρεῖτε
τῶν Ἀχαιῶν, καὶ σίδερον ἡ σάρκα τους δὲν εἶναι    510
ἢ λίθος, ὥστε τοῦ χαλκοῦ τὸ δάγκαμα νὰ διώχνη
οὔτ’ ὁ Ἀχιλλέας μάχεται, ὁ υἱὸς τῆς καλλικόμου
Θέτιδος, ἀλλὰ τὸν θυμὸν τρέφει σιμὰ στὰ πλοῖα».
Αὐτά ᾽πε ὁ φοβερὸς θεὸς ψηλάθε ἀπὸ τὴν πόλιν·
ἀλλ’ ἡ διογέννητη θεὰ τοὺς Ἀχαιοὺς κινοῦσε
καὶ ἀνάμεσόν τους πήγαινε τὸ θάρρος τους ν’ αὐξήση.
῾Η μοίρα τότ’ ἐσπέδισε τὸν Διώρη ᾽Αμαρυγκείδην·
πέτρα τὸν πῆρε δοντερὴ στὴν δεξιάν του κνήμην
εἰς τ’ ἀστραγάλι· ὁ Πείροος τὴν ἔριξ’ ὁ ᾽Ιμβρασίδης˙
τῶν Θρακῶν ἦταν ἀρχηγὸς καὶ ἀπὸ τὸν Αἶνον ἦλθε˙    520
τὰ νεῦρα καὶ τὰ κόκαλα τοῦ σύντριψεν ὁ μέγας
λίθος καὶ κάτω ἔπεσε τ’ ἀνάσκελα στὴν σκόνη·
καὶ ὡς ξεψυχοῦσεν ἅπλωσε στοὺς ποθητοὺς συντρόφους
τὰ δυό του χέρια˙ ἔτρεξεν ὁ Πείροος, ποὺ τὸν εἶχε
κτυπήσει καὶ στὸν ὀμφαλὸν τὸν λόγχισε καὶ χάμου
τὰ ἔντερά του χύθηκαν, κι ἔχασ’ εὐθὺς τὸ φῶς του.
Καὶ ὡς ἔφευγε τὸν κτύπησεν εἰς τὸν μαστὸν ἐπάνω
ὁ Αἰτωλὸς Θόας καὶ ὁ χαλκὸς μὲς στὸ πνευμόνι ἐμπήχθη·
τὸν σίμωσε καὶ τὸ βαρὺ κοντάρι ἀπὸ τὸ στῆθος
ἀπέσπασ᾽, ἔσυρ’ ἐν ταυτῶ τ’ ἀκονητό του ξίφος,    530
μὲς στὴν κοιλιὰ τὸν κτύπησε καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἐπῆρε.
Δὲν τὸν ἐγύμνωσε, ὅτι αὐτὸν οἱ σύντροφοί του Θράκες
οἱ ἀκρόκομοι τὸν φύλαγαν μὲ τὰ μακριὰ κοντάρια,
καί, ἂν κι ἦταν μέγας καὶ λαμπρὸς καὶ ἀνδρειωμένος, ὅμως
τὸν ἔσπρωξαν˙ τινάχθηκεν αὐτὸς κι ἐσύρθη ὀπίσω·
ἔτσι στὸ χῶμα ἐκείτονταν πλάγι μὲ πλάγ’ οἱ δύο
τῶν χαλκοφράκτων ᾽Επειῶν καὶ τῶν Θρακῶν ἀντάμα
οἱ ἀρχηγοί· κι ἄνδρες πολλοὶ τριγύρω ἐφονευόνταν.
Τότε πολὺ θὰ ἐθαύμαζεν ἐκεῖνον τὸν ἀγώνα
ἄνθρωπος, ἂν ἀκτύπητος καὶ ἀλάβωτος περνοῦσε    540
ἀνάμεσόν τους κι ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ χέρι
καὶ τὸν ὁδήγα κι ἔδιωχνε τὰ βέλη ἀπὸ σιμά του·
ὅτ’ εἶδε Τρῶας καὶ Ἀχαιοὺς πολλοὺς ἡ μέρα ἐκείνη
πλάγι μὲ πλάγι ἐπίστομα στὸ χῶμα ἐξαπλωμένους.