Η τυφλή μάνα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἡ τυφλὴ μάνα
Συγγραφέας: Αντώνιος Μανούσος
Λυρικά ποιήματα, Αναμνήσεις (1876)


Αʹ.
Η ΑΥΓΗ.


Μὲ ῥόδα μαγικὰ στεφανωμένη
Ἡ παρθένος αὐγὴ, χαμογελῶντας
’Σ τὸ πέλαγο τ’ ὁλόστρωτο προβαίνει·
Καὶ τὰ χρυσᾶ της τὰ μαλλιὰ σκορπῶντας
’Σ τὰ κρύα του στήθη τ’ ἀποκαρωμένα,
Ὑψόνεται ὡς θεὰ, λαμποκοπῶντας!
Ἀπ’ τοῦ φωτὸς τὰ βέλη πληγωμένα
Ἐχλώμιαζαν τ’ ἀστέρια, ἐξεψυχοῦσαν,
Κ’ ἐτρέμαν τὰ βαθειὰ, λησμονημένα.
Καὶ τὰ φτερὰ τινάζωντας ξυπνοῦσαν
Ἀπ’ τὴ ζεστὴ φωλιά τους τὰ πουλάκια
Καὶ φιλιώντανε εὐθὺς καὶ κελαϊδοῦσαν.
Ἀχτῖνα χλιαρὰ τὰ λουλουδάκια
Χαϊδεύωντας, κεντᾷ καὶ τὴν δροσία
Ὁποῦ γυαλίζει μὲς τὰ χορταράκια....

—Μαννοῦλά μου γλυκειὰ, μάννα μου ἀθλία,
Δὲν ἔχει ἀχτῖνα γιὰ τ’ ἐσὲ μονάχη,
Νά σοῦ χαρίσῃ ’ς τὴν πικρὴ καρδία.
Ὄχι ἀνθρώπινα σπλάχνα, ἀλλὰ κ’ oἱ βράχοι
Θὰ σὲ πονοῦν, θὰ κλαῖν τὴν συφορά σου....
Ἀφοῦ ’ς τὴν γῆ δὲν ηὗρες παρὰ μάχη!
Μάννα μου, τὰ ματάκια τὰ γλυκά σου
Θὰ μὰς ἰδοῦνε τάχα τὰ καϋμένα;
Τάχα θὰ διοῦν τὰ μαῦρα τὰ παιδιά σου;...
Τἄπειρα δῶρα τς ἄνοιξις, ὠϊμένα,
Γιὰ σὲ μαυροφοροῦν, ᾅδης ἐγίνη
Γῆ, κι’ οὐρανὸς, καὶ θάλασσα γιὰ σένα!
Τώρα ’ς ταὶς κόραις τῶν ματιῶν σου ἂν χύνῃ
Ποτάμια φῶς, ὁ ἥλιος, τὸ φεγγάρι,
Ζοφερὰ πάντα κ’ ἔρημα ’ς τ’ ἀφίνει....
Ὅποιος τὸ φῶς σου πῆρε, σοὔχει πάρει
Ὅλο τὸν κόσμο, κ’ εἰς τὸν κόσμο ἂν σ’ ἔχῃ,
Σ’ ἔχει, σὰν τὸ σπασμένο τὸ κλονάρι...
Ἰδὲς, ἰδὲς, ὦ Πλάστη μου, πῶς τρέχει
Τὸ δάκρυ τὸ πικρὸ ’ς τὰ μάγουλά μου,
Εἶνε τῆς μάννας πόνος, ποῦ τὰ βρέχει.
Ἀνίσως τὰ πολλὰ ἁμαρτήματά μου,
Πατέρα μου γλυκὲ, θὰ νὰ παιδέψῃς,
Πάρα βαθειὰ πληγόνεις τὴν καρδιά μου!
Δὲν ἦτο κάλλιο ἀπάνω μου νὰ στρέψῃς
Τὴν ὠργισμένη τρομερὴ ματιά σου,
Καὶ τὸ πλᾶσμα σου αὐτὸ νὰ καταστρέψῃς
Παρὰ.... Καὶ πῶς; τὰ θεῖα προστάγματά σου
Τολμᾷ ’ς τὴν γὴν ὁ ἁμαρτωλός νὰ κρίνῃ!

Ὄχι, Πατέρα, τἅγιο θέλημά σου,
Ὅπως ’ς τὰ οὐράνια, ἔτσι ἐδῶ κάτω ἂς γείνῃ,
Καὶ τούτη μου ἡ ψυχὴ, ποὔνε πνοή σου,
Ἐμπρὸς ’ς ἐσὲ ταπεινωμένη ἂς μείνῃ·
Ἱκέτευσα κ’ ἐγὼ, σὰν οἱ πιστοί σου,
Τὸν ἄγγελο τοῦ ἐλέους Σου, νὰ μὲ φέρῃ
Τὰ μῦρα νὰ ὀσφρανθῶ τοῦ Παραδείσου....
Σήκωσες ἀπὸ μᾶς τἅγιό Σου χέρι!
Κ’ ἡ συμφορὰ ἐστυλώθη ’ς τὴν καρδιά μας
Κ’ ἔμπηξε μέσα δίστομο μαχαῖρι.
Ἐπλάκωσε βαρειὰ τὴν κατοικιά μας,
Κ’ ἦλθε βρεμμένη, ἀπ’ ἄλλο ξένο δάκρυ
Νὰ ζεσταθῇ ’ς τὰ μαῦρα σωθικά μας.
Τῆς γῆς καὶ τῶν ἀστέρων κάθε μάκρη
Ἐμετρήθη, κ’ ἐγὼ δὲν θὰ ἠμπορέσω
Νὰ βρῶ ἀπὸ τέτοια βάσανα τὴν ἄκρη;...
Καὶ ποῦ νὰ πάω γονατιστὴ νὰ πέσω,
Μάννα μου, πές μου, ποῦ νὰ πάω ἡ καϋμένη,
Τὸ φῶς, γιὰ σὲ, τὸ φῶς νὰ ἐπικαλέσω;
Εἶνε γιὰ μᾶς ἡ γῆ φαρμακωμένη·
Ὁ Χάρος μᾶς μισεῖ.... μᾶς παραιτάει....
Ψευτιὰ τὰ πάντα, αἰσχρὴ, ξεγυμνωμένη....
Ἡ ἀπελπισία κι’ ὁ πόνος ἀποσπάει
Τέτοια ἀπ’ τὰ χείλη τῆς καλῆς Χρυσούλας,
Ποῦ μὲ δάκρυα ’ς τὴ μάννα της κινάει.
Ὡσὰν ἀχτῖνα τὸ φιλὶ τς αὐγούλας
Τώρα λὲς ποῦ ζωὴ θέλει νὰ δώσῃ
’Σ τὰ μάτια τὰ νεκρὰ τῆς Διαμαντούλας.
Ἀλλοίμονον θνητέ! ποιὸς ν’ ἀποδώσῃ

Tò φῶς καὶ τὸν παλμὸ, ποῦ ἡ μοῖρα σβύσῃ;....
Σιώπα, κ’ ἡ κεφαλή σου ἂς χαμηλώσῃ....
Λύρα μου, πρὶν ὁ χρόνος σὲ τσάκισῃ,
Τὰ ψυχικὰ καὶ θεῖα κοσμήματά της,
Κάμε ἡ φωνή σου ἡ ἄγνωστη νὰ ὑμνήσῃ!
Καὶ τὴν ἀγγελοήχωτη λαλιά της
Ἂν δύναται νὰ μιμηθῇ ἡ χορδή σου,
Τέρψε μ’ αἰωνίως μὲ τὸ σεπτὸ ὄνομά της....
Διαμαντοῦλα, ἡ γλυκειὰ κι’ ὡραία ψυχή σου,
Εἶνε ἀδάμας, νέος ἥλιος ποῦ φωτίζει
Τὴν βαθύσκοτη κι’ ἄχαρη ζωή σου!
Τὸν θησαυρὸ, ποῦ ὁ κόσμος δὲν γνωρίζει,
Τῆς ἀρετῆς, τὸν κλεῖ μὲς τὴν καρδία
Κ’ εἶνε εὐτυχὴς ὁπόταν τὸν χαρίζῃ.
Ποτέ της δὲν ἐστέναξεν ἡ ἀθλία
’Σ τὰ βάσανα τὰ μύρια ποῦ ὑποφέρνει,
Μήπως κι’ ὁ στεναγμὸς εἶνε ἁμαρτία...
Κι’ ἂν ὁ πόνος, ποῦ δάκρυα ὀπίσω σέρνει,
Κι’ ὡς φλόγα μὲς τὰ σωθικά της πλέει,
Τὴν ὕπαρξί της κατατρώει καὶ δαίρνει·
Αὐτὴ, νομίζει ὅτι ἡ ψυχή της πταίει,
Καὶ ’ς τὴν ὀδύνη, τὸ πικρό της χεῖλι
Δόξα σοι ὁ Θεός, δόξα σοι ὁ Θεός μου, λέει....
Ἔσπασε βέβαια ἡ κόλασι τὴν πύλη,
Ὁποῦ ταὶς ἅγιαις ταὶς ψυχαὶς μισάει,
Τὰ φαρμάκια της ὅλα νὰ τῆς στείλῃ.
Τὸν πειρασμὸ τῆς ἔστειλε, ὁποῦ πάει
Σιμὰ ’ς τ’ αὐτί της καὶ τῆς μουρμουρίζει·
—Ἂν θέλῃ φῶς, τὸν Πλάστη ἂς βλαστημάῃ.—

Τρέμει τότε πατόκορφα κι’ ἀχνίζει,
Ἱδρόνει ἀπὸ τὸ φόβο καὶ παγόνει!
Κι’ αὐτὸς ὁ λόγος τὴν καρδιὰ τῆς σχίζει.
Τὸ πρόσωπόν της μόνον φανερόνει
Πόσο τἄραχνο σῶμα πολεμιέται
Ὁποῦ συχνὰ ’ς τὸν οὐρανὸ τὸ ὑψόνει·
Καὶ τότε ἀπὸ τὰ σπλάχνα της γροικιέται
Ἕν, μνήσθητί μου Κύριε, ἁγνὸ νὰ βγαίνῃ
Κι’ ἀπὸ δάκρυ θερμὸ ν’ ἀκολουθιέται.
Κοιμώτουν ἡ τυφλὴ, καὶ νὰ ποῦ μπαίνει,
’Σὰν τὸ δροσάτο ῥόδο, ἕνα παιδάκι,
Καὶ κεῖ σιμὰ ’ς τὴν κλίνη της παγαίνει.
Ἀγάλι, ἀγάλι, ἀπλόνει τὸ χεράκι
Καὶ τὴν δεξιὰ τὴν ἅγια τῆς λαμβάνει
Καὶ τὴν φέρνει σιγὰ ’ς τ’ ἁγνὸ χειλάκι.
Χίλια φιλιὰ τοῦ δίνει, χίλια κάνει
’Σ τὸ χέρι αὐτὸ ποῦ πάντα τὸ εὐλογάει,
Χίλιαις φοραὶς ’ς τὸν κόρφο του τὸ βάνει.
Τὸ χαϊδεύει γλυκὰ καὶ τὸ κυττάει,
Τὸ σφίγγει ’ς ταὶς παλάμαις του, καὶ τόσο,
Ὁποῦ ἡ Τυφλὴ ἀπ’ τὸν ὕπνο της ξυπνάει.
—Ἦλθα, τὴν καλημέρα νὰ σοῦ δώσω—
Τῆς λέγει εὐθὺς—Καὶ τώρα.. νὰ.. πηγαίνω...
Ὢ, πόσο σ’ ἀγαπῶ, μάννα μου, πόσο!—
Καὶ μισόλογα χίλια το καϋμένο,
Πονῶντας ποῦ τὴν εἶχε αὐτὸ ξυπνήσει,
Τῆς ἕλεγε γοργὰ καὶ σκοτισμένο.
Μὲ τέτοιο ἀγῶνα ἀφοῦ εἶχε παρδαλίσῃ,
Ἡ καρδία τῆς Τυφλῆς ἐπολεμοῦσε

Ἀπ’ τὴν χαρὰ τὸ στῆθος νὰ ραγίσῃ....
Καὶ μὲ τὸ χέρι ἀφοῦ τὸν ἐζητοῦσε
Ἐδῶθε ἐκεῖθε —Ἐσύ ῏σαι Νικολάκη;—
Τοῦ λέει —Παιδί μου, ἔλα σιμά μου, ποὖσαι;
Ἔλα ’δῶ τὸ καλό μου τὸ παιδάκι,
Μὴ σκιάζεσαι, μονάχη ἔχω ξυπνήσει,
Ἔλα ἀπ’ ἐδῶ, γιὰ δός μου τὸ χεράκι.—
Κι’ ἀγκαλιασμένο ἀρχίζει νὰ φιλήσῃ,
Καὶ μ’ ἀνέκφραστη ἀγάπη νὰ τοῦ λέῃ,
—Νὰ ζήσῃ τὸ λουλοῦδι μου, να ζήσῃ.—
Καὶ κεῖ ποῦ θέλει νὰ γελάσῃ, κλαίει,
Κλαίει, γιατ’ ἡ λύπη κ’ ἡ χαρὰ τήν κάνει,
Κι’ αὐτὸ τὸ δάκρυ ὡσάν τ’ ἀσῆμι ῥέει.
Ἔπειτα γέρνει καὶ τὸ χέρι βάνει
Ἀποκάτου ἀπὸ τὸ προσκέφαλό της
Πασπαλευτὰ, κ’ ἕνα κουλοῦρι βγάνει.
Χαίρεται νἄχῃ τὸ ζαχαρικό της,
Καὶ δὲν τὸ τρώει ἡ καϋμένη, τὸ φυλάει
Γιὰ νὰ τὸ δώσῃ ’ς τὸ μικρὸ ἔγγονό της.
Καὶ τὸ κρύβει κι’ ἀπέκει τὸν ῥωτάει
—Θέλει νὰ τὸ φιλέψω τὸ υἱουδί μου;—
—Ναὶ, λέγει αὐτὸ, κι’ ὁλόχαρο πηδάει.—
—Πάρε λοιπὸν, κι’ ἀγάπα με, πουλί μου,....
Τὸ χαίροντ’ ὅλοι, τὸ θωροῦν, κ’ ἡ μόνη
Ἐγᾦμαι ποῦ δὲν βλέπω τὸ παιδί μου!....
Ἔτσι κλαίγωντας λέει, καὶ τοῦ ἀπιθόνει
’Σ τὴν κεφαλὴ τὰ χέρια τὰ λιγνά της,
Κ’ εὐχαὶς τοῦ δίνει, ὁποῦ τ’ ἁγιομυρόνει.
Γιὰ νὰ μὴ πικραθῇ ’ς τὰ δάκρυά της

—Σύρε, υἱέ μου,—τοῦ λέει, κι’ αὐτὸ τραβιέται
’Σὰν ῥόδο μαραμμένο ἀπὸ σιμά της
Κι’ οὐδὲ τὸ ζαχαράτο του θυμιέται.



Βʹ.
ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ.



’Σ τὸ πλαγινὸ τὸ μέρος τοῦ σπητιοῦ της
Εἶχ’ ἡ τυφλὴ κομμάτι γῆ ἀποκτήσει,
Ὅταν ἦτον εἰς τἄνθος τοῦ καιροῦ της.
Τὸν τόπο αὐτὸ, τὸν εἶχε καταστήσει
Σὲ περιβόλι ὡραίο καὶ παινεμένο,
Καὶ μ’ ἄνθη χιλιαδυὸ τᾦχε στολίσει.
Ὁλόγυρα, καλὰ περιφραγμένο,
Ὡς ἱερὸν ἐκεῖ μέσα βαστοῦσε
Κάθε δῶρο τῆς γῆς προφυλαγμένο.
Κ’ ἐκεῖ ’ς τὰ χρυσᾶ νειάτα ἐσυνηθοῦσε
Κ’ ἐπήγαινε ἐνωρὶς, ἡ μαυρισμένη,
Καὶ τὸ πότιζε αὐτὴ, τὸ οἰκονομοῦσε.
Τὴν ἔβλεπες μὲ πόθο νὰ παγαίνῃ
Ἀπὸ τὸ δένδρο ’ς τἄνθη, νὰ ξετάζῃ,

Νὰ καθαρίζῃ αὐτὸ, τἄλλο νὰ σιαίνῃ·
Νὰ βγάνῃ τὸ σκουλῆκι ὁποῦ πειράζει
Τὰ λουλουδάκια, τὰ φυτὰ, νὰ βγάνῃ
Κάθε φύλλο βλαμμένο ἀπὸ μαράζι.
Κ’ ἐδῶ νὰ ξερριζόνῃ, ἐκεῖ νὰ βάνῃ
Τὸ κέντρωμα, τὸ σπόρο, τὸ κλαράκι,
Καὶ νὰ χαρῆ θωρῶντάς το ποῦ πιάνει.
Κι’ ἀπέκει ’ς τὸ δροσάτο χορταράκι
Νὰ κάθεται, νὰ γλυκοτραγουδάῃ
Ὡσὰν τὸ ζηλεμμένο τ’ ἀηδονάκι....
Τὸ περιβόλι τώρα ἀνθολογάει
Κι’ ἀνοιχτόκαρδο λάμπει, τριοντίζει
’Σ τὴν εὐωδία π’ ὁλοῦθε ἀποσκορπάει.
Τ’ ἁγνὰ της ἄνθη ἡ λεϊμονιὰ χαρίζει,
Κάθε κλαρὶ τῆς κερασιᾶς ῥοδιάζει,
Κάθε ἀπιδιὰ μὲς τἄνθηα της χιονίζει.
Τὸ νέο βλαστάρι ἀξαίνει, βουμπουκιάζει,
Καὶ τὸν καρπὸ, τὸ φύλλο, ξανανιόνει...
Ἡ νέα ζωὴ σκιρτᾷ παντοῦ, ἀγαλλιάζει!
Ἐδῶ ἡ γαρουφαλιὰ, ποῦ ξεφυτρόνει
Παρθενικὰ γαρούφαλα μοσχάτα,
Ἐκεῖ ἡ τρανταφυλλιὰ ποῦ σ’ ἀγκυλόνει.
Ὁ κρῖνος μὲ τὰ φύλλα τὰ χιονάτα,
Ποῦ σὰν φτερὰ περιστεριοῦ τ’ ἀνοίγει,
Τὰ ῥόδα ἀλλοῦ, τὰ θεῖα, τὰ μυρωδάτα.
Τόση ζωὴ, τόση ὠμορφιὰ εἶνε ’λίγη,
Γι’ αὐτήνε, ποῦ τὰ μάτια ἔχει σβυμένα,
Κι’ ἄγρυπνη λαῦρα τὴν καρδιὰ τῆς φρύγει....
—Ἦτον κάλλιο, αὐτὴ λέει, τ’ ἀραχνιασμένα

Ἀπομεινάρια τοῦτα τοῦ κορμιοῦ μου
Νᾆταν σὲ μνῆμα μέσα ἀναπαμμένα,
Παρὰ μὲς τὸ χειμῶνα τοῦ καιροῦ μου
Δίχως τὸ φῶς, βαρειὰ βασανισμένη,
Τς αὐγαὶς ν’ ἀναθυμίζω τ’ Ἀπριλίοῦ μου.—
Ὅθε τὸ πόδι τς ἄνοιξις προβαίνει
Εἶνε παντοῦ χαρὰ, παντοῦ στολίδι,
Καὶ τὰ μύρια της ἄνθη ἡ γῆ ἀνασταίνει.
’Σ τὸ ζωντανὸ σμαράγδινο στροσίδι
Παίζει μὲ τς αὔραις τἄσπρο χαμομῆλι,
Κ’ ἡ παπαροῦνα τρέμει ’ς τὸ γρασίδι.
Ἐμπρὸς ’ς τὸν ἥλιο, ἁγνότατα τὰ χείλη,
Ἀνοίγει τὸ μικρὸ τὸ μανουσάκι,
Καὶ λάμπει τὸ χαρούμενο τριφύλλι.
Γοργὸ πήδᾷ τ’ ὁλόκρουστο ῥυάκι
Κι’ ἀπὸ τὰ δενδρολίβανα περνῶντας
Τὥνα φιλεῖ καὶ τἄλλο λουλουδάκι.
Κ’ ἐδῶθε ἐκεῖθε, σὰν τρελλὴ πετῶντας,
Ἡ χρυσῆ πεταλοῦδα, ἀνθολογάει,
Μέλι καὶ μῦρα ὁμοῦ, χαροκοπῶντας.
Τ’ ἀηδονάκι ’ς τὴ φράκτη ἐνῷ πετάει,
Μὲ φωνὴ π’ ὁ Θεὸς χάρισε πρώτη,
Τὸ τραγοῦδι τς ἀγάπης κελαδάει!
Σιωπή.... σιωπή.... γροικῶ ἕνα θυροκρότι
Ἀπὸ τὸ σπῆτι τῆς τυφλῆς νὰ βγαίνῃ!...
Ἄνοιξ’ ἡ θύρα! — Ποιά ’νε ἐκείνη ἡ πρώτη
Ποῦ σὰν ἀχτῖνα φεγγαριοῦ ἀναφαίνει;—
Εἶν’ ἡ Χρυσῆ,— κ’ ἡ δεύτερη ποιὰ νᾆνε
Ὁποῦ μὲ τόση προσοχὴ βασταίνει;—

Ἡ τυφλή της μητέρα — καὶ ποῦ πᾶνε;—
Μέσα ’ς τὸ περιβόλι, κάθε αὐγοῦλα
Τὴν αὖρα ν’ ἀναπνέουν συνηθᾶνε.—
—Ἐδὼ, τῆς λέει, κάθησ’ ἐδῶ, μαννοῦλα,—
—Καὶ ποῦ εἶμαι ἐδῶ, γλυκεία μου θυγατέρα;—
—Εἶσαι ἀποκάτου ἀπὸ τὴν νεραντζοῦλα.—
Τότες ἁπλόνει τὴν δεξιά της χέρα,
Τὸ δένδρο, τὸ πεζοῦλι παλαμίζει,
Καὶ κάθεται σὰν ἔρμη περιστέρα!
Ἡ καλή της Χρυσοῦλα ὡς τόσο ἀρχίζει
Βαθειὰ ’ς τὸ περιβόλι νὰ δρομιάζῃ,
Καὶ τὰ φυτὰ καὶ τἄνθη νὰ ποτίζῃ.
Στέκει σκυμμένη ἡ γραῖα κι’ ἀντιστοριάζει,
Κάθε δένδρο π’ αὐτ’ εἶχε φυτεμένο,
Καὶ μὲ τὸ λογισμό της τὸ κυττάζει!
Τῆς φαίνεται ψηλὸ καὶ φουντωμένο,
Τὴν εὐωδίαν αἰσθάνεται π’ ἀφίνει,
Καὶ τὸ κλαρί του κάνει καρπισμένο.
Tὸ δίκλαδο θωρεῖ ποῦ παραδίνει
Ἐκεῖ ποῦ ψιθυρίζοντας μία βρύσι
Τὸ καθαρό της δάκρυ περιχύνει.—
—Ὤ! γιατί μ’ ἔχει ἡ μάννα μου γεννήσει;
Ἢ κἂν, πρὶν τὴν ψυχήν μου τὴν κολάσω,
Γιατί δὲν μ’ ἔχει ὁ Χάρος ἀγαπήσει;
Ἄνδρα, παιδιὰ, καὶ πεθερὸ νὰ χάσω,
Κ’ ἐγὼ νά ζῶ, μὲ μάτια πεθαμένα·
Ἄχ! ποιὸς μ’εὐχήθη νὰ γεραματιάσω!
Μ’ εὐσπλαγχνίσθηκε ὁ Θεὸς καὶ φυλαγμένα
Μοὔχει κἂν εἶς αὐτὴ τὴν συμφορά μου

Τὰ δυό μου τὰ παιδιὰ τὰ εὐλογημένα.
Τὥνα ἐννιὰ μῆνες μὲς τὰ σωθικά μου
Τὸ ’μόρφωσα ἡ πικρὴ, τὤχω θρεμμένο,
Καὶ τ’ ἄλλο τὸ ἐγγονάκι μου, ἡ χαρά μου·
Ἦτον ἑνοῦ χρονοῦ τὸ χαϊδεμένο
Κ’ ἔλαμπε σὰν τὸν ἥλιον ἡ ὠμορφιά του,
Πὤμεινε ἀπὸ πατέρα ὠρφανεμένο.
Ἄχ! καὶ νἄβλεπα κἂν τ’ ἀνάστημά του!
Εἶναι ἑφτὰ χρόνοι σήμερα κλεισμένοι,
Ποῦ δὲν θωρῶ μηδὲ τὴν φορεσιά του!
Ἂς ᾖν’ ἡ εὐχή μου, ἀστέρια, εἰσακουσμένη,
Τὰ παιδιά μου ’ς τὸ φῶς νὰ τὰ φιλήσω,
Καί τὴν ψυχὴ σᾶς δίνω εὐτυχισμένη.
Ἀλλοίμονον.... ποτὲ νὰ μὴ τὸ ἐλπίσω·
Τὴν δέησι μοῦ πνίγουν ᾑ ἁμαρτίαις
Ὤχ! ἥμαρτον, Χριστὲ, πρὶν ξεψυχήσω
Μίαν ἀχτῖνα ἀπ’ ταὶς κόραις Σου ταὶς θείαις,
Στεῖλε δῶρο εἰς ἐμὲ νὰ μὲ φωτίσῃ,
Τῶν παιδιῶν μου νὰ ἰδῶ ταὶς ὠμορφίαις!
Νὰ τὰ ἰδῶ τώρα, ὁπ’ ἔντυσες τὴν κτίσι
Μὲ παραδείσια κάλλη καὶ ζωηρότη,
’Σ τὸν οὐρανὸ ἡ ματιά τους νὰ μὲ κλείσῃ!
Καὶ σὺ, ποὖσαι τὴς γῆς ἡ ψυχὴ πρώτη,
Ἄνοιξη θεία, τὰ σπλάχνα μου μονάχα,
’Σ τ’ ἀγκάθια μοῦ τ’ ἀφίνεις, ’ς τὴν πικρότη;
Νᾆχα κ’ ἐγὼ τὰ μάτια μου, νὰ τᾆχα,
Ἤθε χαρῶ θωρῶντάς σε ἡ καϋμένη,...
Ἀλλὰ γιατί;... δὲν εἶμαι κ’ ἐγὼ τάχα
Πλᾶσμα Ἐκεινοῦ, ποὔ δροσερὴ, ἀνθισμένη

Μὲ τὸ στεφάνι τῆς χαρᾶς σὲ στέρνει,
’Σ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς γῆς ποῦ σ’ ἀναμένει,
Ἐσὺ θωρεῖς τὸ πῶς μὲ παραδέρνει
Ἡ μαύρη μοίρα, τη:, άδελφοϋλα,
’Σ τὸν ᾅδη ζωντανὴ νὰ μὴ μὲ σέρνῃ.
Λυπήσου την τὴν δόλια Διαμαντοῦλα,
Ποῦ γέρασε κι’ ἀκόμα σ’ ἀγαπάει
Ὅπως σ’ εἶχε ἀγαπήσει ἀπὸ παιδούλα....
Ὠϊμένα, ὠϊμένα, ποῦθε μ’ ὁδηγάει
Τούτ’ ἡ δειλὴ καρδιὰ, καὶ ποιὸ; τὴν κάνει
Σὲ τέτοιο τρόπο νὰ παραλογάῃ;—
Κ’ ἔνα βαθὺ παράπονο τὴν πιάνει,
Σὰν νἄλεγες ἕνὸς ποῦ δυναμίζει
Κι’ ὁ πόνος ὁ σκληρὸς τὸν καταβάνει.
Τ’ ἁγνὸ κ’ εὔγλωττο δάκρυ πλημμυρίζει
Δύο μάτια σκοτεινὰ, κακογραμμένα,
Καὶ ἡ ὄψι της τς ἀγγέλους μαγνητίζει!
Πέφτουν τὰ χέρια κάτω παγωμένα,
Κι’ αὐτοῦ τὴν νεραντζούλα ἀποκουμπάει
Τὴν κεφαλὴ, τὰ μέλη ἀποσβυμένα,
Ὡσὰν τὸν κοπιασμένο π’ ἀρχινάει
Ἀπὸ τὸν ὕπνο ἀνάπαψι νὰ πάρῃ,
Καὶ τῆς ζωῆς τὰ πάθηα νὰ ξεχνάῃ.
Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν κοιμᾶται, τὸ χλωμάρι
Ὁποῦ πενθολογᾷ τὸ πρόσωπόν της
Ὄχι, δὲν ἔχει ὕπνου γλυκοῦ τὴν χάρι!
Βαρὺ, βαρὺ τἄμοιρο βλέφαρόν της
Ὡσὰν τὸ μαῦρο νέφος κατεβαίνει,
Νὰ πνιγῇ ’ς τὴν σκοτείνια τῶν ματιῶν της.

Ἡ παντοῦ ζηλευτὴ καὶ φημισμένη
’Σ τὴ φρόνησι, ’ς τὰ κάλλη, ’ς τὰ ἔργατά της,
Ἕναν δὲν ἔχει τώρα ἡ μαυρισμένη,
Νὰ πεταχθῇ σὰν ἄγγελος κοντά της,
Λίγο νερὸ ’ς τὰ χείλη νὰ τῆς δώσῃ,
Ν’ ἀκούσῃ ἂν κτύπο ἀκόμα ἔχ’ ἡ καρδιά της.
—Πρὶν τὸ χέρι τς ὀρφάνιας σὲ λαβώσῃ,
Χρυσοῦλα, ὁ Θεὸς ἐδῶ νὰ σ’ ὁδηγοῦσε
’Σ τὰ σπλάχνα τἄγια ὁποῦ σ’ ἔχουν μορφώσει!
Ἀλλ’ ἡ μοῖρα ἡ κακὴ, ποῦ σὲ φθονοῦσε,
Ἔγραψε — ἀντὶ ἡ Χρυσοῦλα νά εὐτυχήσῃ
Σώζωντας τὴν λατρεία ποῦ λαχταροῦσε,
Μὲ τὰ δάκρυα τὸ Χάρο νὰ πλουτίσῃ.—



Γʹ.
ΤΟ ΒΡΑΔΥ.



Μονάρχη τοῦ φωτός, γιατί ἡ θωριά σου
Τρομάζει τώρα τὴν οὐράνια ἀγκάλη;
Μήνα γιὰ λύπη θόλωσε ἡ ὠμορφιά σου;
Τί νᾆνε ὁ ἀχὸς κ’ ἡ ταραχὴ ἡ μεγάλη

Ποῦ χαλκευμένη πέρα, ἐδῶ σιμόνει;
Εἶναι ὁ δαρμὸς τῆς γῆς, ἡ ἀνεμοζάλη!
Τὸ σύγνεφο διωγμένο χαμηλόνει
Κατάμαυρο, βαρὺ σὰν τὴν κατάρα,
Κι’ ἀπὸ θυμὸ τὸ στῆθός του φουσκόνει.
Ῥίχνει ἡ βροντὴ ’ς τὸν κόσμο τὴν λαχτάρα,
Καὶ τῶν βουνῶν ὁ ἀντίλαλος βογκάει,
Σκότος τὴν γῆ πλακόνει καὶ τρομάρα!
Τ’ ὁρμητικὸ τὸ νέφος κατασπάει
Αὐτὸ ποῦ τὴν φυγή του θὰ ἐμποδίσῃ,
Κι’ ἀστράφτει, κεραυνόνει καὶ περνάει!
—Τώρα, βοσκὲ, τὰ πρόβατα ’ς τὴ βρύσι
Νὰ μὴ τὰ πᾷς νὰ τὰ περιποτίσῃς,
’Σ τὸ λειβάδι ἡ βροχὴ μὴ σ’ ἀποκλείσῃ·
Ἀλλὰ γερὰ σουρίζωντας ν’ ἀρχίσῃς,
—Γιατὶ καιρὸς δὲν εἶναι τῆς φλογέρας—
Νὰ τὰ μαζέψῃς ὅλα νὰ τὰ κλείσῃς....
Σπιθοβολίζει ὁ καρτερὸς ἀγέρας
Οἱ οὐρανοὶ ’ς ταὶς φλόγαις κυματᾶνε,
Ἐγείνηκε ᾅδης ἡ ὄψι τῆς ἡμέρας!
Μουλιάζουν τὰ τετράποδα, σιωπάνε·
Καὶ τὰ πουλιὰ χωρὶς νὰ κελαϊδοῦνε,
Εἰς τὴ φωλιά τους τρομασμένα πᾶνε.
Μὲς τὸν ἀνεμοστρόβιλο πετοῦνε,
Σὰν κολασμένα πνεύματα οἱ κοράκοι,
Τὴν μυσαρά τους τὴν τροφὴ νὰ βροῦνε.
Τρέμει ’ς τὴν γῆ τὸ δυνατὸ ῥοπάκι,
Ἡ ὀξειὰ στρίφει τοὺς κλώνους της καὶ τρίζει,
Σὰν τὸ καλάμι γέρνει τὸ δενδράκι.

Τἄγριο στοιχεῖο τὸ ζώνει καὶ μουγκρίζει,
Καὶ, ἀφοῦ τὴν ὕπαρξί του καταστρέψῃ,
Ξερριζωμένο πέρα σφενδονίζει!
Μήπως τὸν κόσμο ὁ σίφων θὰ χωνέψῃ;
Πέφτει ῥαγδαία βροχὴ, πέφτει χαλάζι,
Οὐδ’ ἡ βροντὴ στιγμὴ θὰ σιγανέψῃ,
Τ’ ἀστροπελέκι ἀπὸ τὰ νέφη σκάζει,
Λοξοδρομίζει, σπαίνει, κατακαίει,
Καὶ σὰν ὀργὴ Θεοῦ τὰ πάντ’ ἐρμιάζει!
Ἕνα κλωνάρι ἐδὼ θωρεῖς νὰ πλέῃ,
Αὐτοῦ ἕνα δένδρο κάτου σωριασμένο,
Κι’ ἄλλο ἐκεῖ λὲς ποῦ τὴν φθορά του κλαίει.
Τ’ ἀνεμόβροχο, σὰν θηριακωμένο,
Ψηλὰ βουνὰ, ῥάχαις, λαγκάδια δέρνει
Καὶ τὤμορφο λειβάδι εἶναι χαμένο!
Ὡσὰν ποτάμι μανιωμένο σέρνει
Μαζῆ της ἡ πλημμύρα τὰ σπαρμένα
Καὶ μὲς τὴν καταβόθρα της τὰ παίρνει!
—Τί στέκεσαι μὲ χέρια σταυρωμένα
Καὶ θρηνεῖς, γεωργὲ, τὸν ἵδρωτά σου
Ποῦ πότισε τὴν γῆν εἰς τὰ χαμένα;
Ἀμοιβὴ θέλεις; νὰ, ’ς τὴν κατοικιά σου
Δίχως ψωμὶ, κατάζωρκα ’ς τὸ χῶμα,
Πεθαίνουνε τῆς πείνας τὰ παιδιά σου.
Τί σ’ ὠφελοῦν ᾑ προσευχαὶς ’ς τὸ στόμα;
Ἡ Μοῖρα πρὶν δὲν θὰ σὲ μαχαιρώσῃ,
Ἂν δὲν ἰδῇς τς ἀγαπητούς σου πτῶμα!
—Άπ’ ένα ρημοκκλήσι έχει ξαπλώσει
Ἕνα πουλὶ τὰ μελανὰ φτερά του!...

Τί πουλὶ νᾆνε, ποιὸς τὤχει σηκώσει
’Σ τὴν ἀπόσπερην ὥρα ἀπ’ τὴ φωλιά του;
Τὸ νυχτοπούλι. — Ὁ Χάροντας τὸ κράζει
Νὰ γείνῃ ἀπόψε ὁ ἄγγελος θανάτου.
Πέταξε ἐμπρὸς, κακὸ πουλὶ, μὲ σκιάζει
Μὲ παγόνει ἡ φωνή σου, μ’ ἀψυχίζει,
Πέταξε ’κεῖ ποῦ ἡ μοῖρα σὲ προστάζει.
Πετᾷ·— καὶ ποῦ; — ποιὸς ξέρει·— ἐδὼ γυρίζει·—
Ὄχι, εἰς τὸ σπῆτί τῆς τυφλῆς κινάει!—
Νὰ— φεύγει πάλι,— γέρνει — ὄχι, καθίζει
’Σ τὸ περιβόλι — μηδ’ αὐτοῦ δὲν πάει·—
Ἄχ! Διαμαντοῦλα, ποιὸς θὰ νὰ σὲ γλύσῃ;
’Σ τὸ σπῆτί σου, ’ς τὸ σπῆτί σου ἀκουμπάει!—
Πῶς; δὲν τὴν ἔχει ὁ Χάρος ἀποσβύσει;...
Ὄχι, γιατὶ σὰν εἶδε τὴ θωριά της
Πρώτη φορὰ γιὰ πόνο ἔχει δακρύσει!—
Τότ’ ἔστρεφε ἡ Χρυσῆ τὰ βήματά της
Ὁλοξέγνοιαστη ἐκεῖ, γιὰ ν’ ἀνταμώσῃ
Αὐτὴν ποῦ κυβερνοῦσε τὴν καρδιά της.
Κ’ ἓν’ εὔοσμο ἀνθοδέμα νὰ τῆς δώσῃ,
Ποῦ χανοτραγουδώντας ἡ καϋμένη
Τῆς τᾦχε μ’ ἄνθη διαλεκτὰ μορφώσει.
Κι’ ἀντὶ, τὴν ’βρίσκει χάμου σωριασμένη
Εἰς τὸ φτωχὸ χορτάρι· τὴν κυττάει,
Τῆς φαίνεται σὰν ἅγια κοιμημένη·
Κάνει νὰ πάῃ σιμά της, δὲν τολμάει,
Φοβᾶται, τρέμει, γονατίζει, κράζει,
Κράζει τὸν κόσμο, βοήθειά της νὰ πάῃ.
—Ἐτρέξαν ὅσοι ὁ στεναγμὸς τρομάζει

Γιατὶ τοὺς ἔχ’ ἡ μοῖρα καταβάλει
Καὶ τὴν ζωὴ τοὺς πότισε μαράζι!
Τὴν Χρυσοῦλα θωροῦν, ποῦ ’ς τὴν ἀγκάλη
Βαστοῦσε ἀκουμπισμένο μὲ γλυκάδα
Τῆς μητρὸς τὸ κατάψυχρο κεφάλι.
Χάνει ὁ οὐρανὸς ὡστόσῳ τὴν μαυράδα,
Βαθειὰ, βαθειὰ ἡ βροντὴ μόλις γροικιέται
Κι’ ἄψυχη παίζει ξέμακρα ἀστραπάδα.
Κουρασμένο τ’ ἀγέρι ἀποκοιμιέται
Εἰς ταὶς σπηλιαὶς, καὶ παύει νὰ βογκάῃ·
Καὶ τὸ βουνὸ ἀπ’ τὴ δόξα χαιρετιέται.
Μολονότι τ’ ἀνάβραδο σκορπάει,
Κάποιο πουλάκι τολμηρὸ ἀνεβαίνει
’Σ τὰ χείλη τῆς φωλιᾶς καὶ κελαδάει....
Παύει ἡ βροχὴ, κι’ ὁ κόσμος ἀνασαίνει.
’Σ τὸ φύλλο, ἡ στάλα τοῦ νεροῦ λαμπρίζει
Ἐμπρὸς ’ς τοῦ ἡλίου τὸ βλέμμα, ποῦ πεθαίνει.
Τὸ ῥυάκι ἀκοῦς θλιφτὰ νὰ μουρμουρίζῃ,
Γιατὶ μὲ χείλη ἁγνὸ καὶ κρουσταλλάτο,
Τ’ ἀρνάκια δὲν φιλεῖ καὶ δὲν ποτίζει.
θωρεῖς τὸν κάμπο ἀπὸ νερὸ χορτάτο,
Κάθε δένδρου κλαρὶ νὰ μαλακόνῃ
Καὶ νὰ δακρύζῃ τὸ βουνὸ ὡς τὸν πάτο.
Τώρ’ ἀρχινᾷ τὸ σούρουπο ν’ ἁπλόνῃ
Κατόπι του τὸ μελανὸ μαγνάδι,
Καὶ τὴν ψυχὴ τῆς γῆς ν’ ἀποκαρόνῃ.
Τὸ παρακολουθοῦνε ἴσκιοι, κι’ ὁμάδι
Ὀνείρατα, σὰν κτίρια χαλασμένα,
Καὶ τοῦ λῃστῆ, τὸ ποθητὸ σκοτάδι!

Κοιμοῦνται ὅλα τριγύρω τὰ πλασμένα
Κ’ εἰς τ’ οὐρανοῦ τὸ μέτωπο μοιράζει
Μύρια διαμάντια ἡ νύχτα διαλεμμένα.
Τὸ ζεφυράκι αὐτὸ δὲν ὑσυχάζει,
Ἀλλὰ πετᾷ ’ς τὸ φύλλο τὸ βρέμμένο
Καὶ ἀπὸ τὸν ὕπνο τὸ γλυκὸ ξιππάζει.
Μόν’ ἕνα σῶμα ἰσχνὸ, κακογραμμένο,
Γέρνει, βογκᾷ ’ς τὴν κλίνη, καὶ παλαίβει,
Μὲ τὸν φονιὰ τοῦ κόσμου ἀγκαλιασμένο.
Ἰδὲς, ἰδὲς τὰ στήθη πῶς σαλεύει
Ἡ Διαμαντοῦλα, ἡ μαυροδιαδημένη,
Ἄχ! ἡ καρδιά της τὴν ψυχὴ στενεύει!
’Σ τὸ σπῆτι ἀφοῦ τὴν εἴχανε φερμένη,
Ἡ Χρυσῆ ’ς τὸ κλινάρι της τὴν βάνει,
Τὴν στολίζει ὅπως πρέπει εἰς πεθαμένη.
Ἀνάφτει δύο ἁγιοκέρια καὶ λιβάνι,
Κ’ ἐμπρὸς ’ς τὴν Θεοτόκο γονατίζει,
Κ’ ἡ προσευχή της εἰς τὰ οὐράνια φθάνει.
Σκύφτει ’ς τ’ ἄψυχο σῶμα, τὸ γεμίζει
Μὲ δάκρυα τῆς καρδιᾶς φαρμακωμένα,
Καὶ τὴν γλυκειά της μάννα ὀνοματίζει·
Ἦτονε μέσ’ ’ς τὴν ὥρα ποῦ ἐχθρεμένα
Ἀρχίσαν νὰ παλαίψουν τὰ στοιχεῖα,
Κ’ ἕνα χτυποῦσε τ’ ἄλλο μανισμένα,
Ὅταν ὁ Χάρος τὰ δεσμὰ μὲ μία
Σπαίνει, δὲν θέλει ἀκόμα νὰ παγώσῃ
Τὸν παλμὸ μέσ’ ’ς τὴν ἅγια της καρδία!
Τὴν κεφαλή της τότε ἔχει σηκώσει
Καὶ χαμηλὰ τὴν κόρη της φωνάζει

Λίγο νερὸ ’ς τὰ χείλη νὰ τῆς δώσῃ.
Ὀρθόνεται ἡ Χρυσοῦλα, ἀναμαλλιάζει,
Στρέφει, θωρεῖ τὴν μάννα ἀναστημένη,
Σαστίζει, κλαίει, γελᾷ, τὴν αγκαλιάζει.
Καὶ, — Μάννα μου, τὴς λέγει, ἀγαπημένη,
Ὤ, ζῇς λοιπόν! ὤ, πές μου, ζῇς ἀκόμα;
Ἐγὼ σ’ ἔκλαιγα ἡ μαύρη πεθαμένη.—
Καὶ μ’ ὅση ἔκλεισε ἀγάπη θνητὸ σῶμα,
Τὴν σηκόνει, τὴν βάζει νὰ καθησῃ,
Καὶ τὴν φιλεῖ ’ς τὸ μέτωπο, ’ς τὸ στόμα.
Ἐκείνη, δίχως νὰ χαροκοπήσῃ,
’Σ τὴν χαρὰ τοῦ παιδιοῦ της, σιωπῶντας
’Σ τὰ χέρια της τὸ μέτωπο ἔχει κλείσει.
Ὡσὰν αὐτὸς ποῦ κἄτι ἀναθυμῶντας
Τὸ σκόρπιο νοῦ του προσπαθεῖ νὰ ἑνώσῃ....
Ἀλλὰ ’ς ὀλίγο αὐτὰ τῆς λέει γελῶντας·
—Ποιός μἔχει ἐδῶ ’ς τὴν κλίνη μου ἀπιθώσει;
Ἐγὼ δὲν ἐκατέβηκα μαζῆ σου
’Σ τὸ περιβόλι; ποιός μ’ ἔχει σηκώσει
Ἀπὸ κεῖ κάτω; πές μου ’ς τὴν ψυχή σου;...
Ἤμουν τόσο γλυκὰ ἀποκοιμημένη!...
Ποῦθε ἀναβρύζει αὐτὴ ἡ χαρὰ ἡ δική σου;—
’Σ τὸ ῥώτημά της ἡ Χρυσῆ δὲν κρένει,
Γιατὶ φοβᾶται μήπως καὶ παιθάνῃ
Ἂν τῆς εἰπῇ πῶς ἦτον δειλιασμένη,
Καὶ μὲ τὸν κάθε τρόπο τήνε κάνει
Νὰ πειστῇ πῶς ἀνέβηκε μαζῆ της,
Καὶ σὲ γαλήνη τὴν καρδιὰ τῆς βάνει.
Ἀλλὰ ’ς τὸ σῶμα τὸ φθαρτὸ, ἡ ψυχή της,

Τῆς μάννας του ἀγαπῶντας νὰ τ’ ἀφήσῃ
Λιγόστευε σιγὰ τὴν δύναμί της....
Ἕνα πικρὸ τῆς ὄνειρο εἶχε ἀρχίσει
Ἡ Τυφλὴ, τῆς Χρυσούλας νὰ ξηγάῃ,
Μαῦρο, ὅπως τᾦχε ὁ νοῦς της εἰκονίσει.
Καὶ μόλις ’ς τὸ μισὸ τὤνειρο πάει,
Ἡ ἀφωρεσμένη κουκουβάγια ἀρχίζει
’Σ τὴ σκέπη τοῦ σπητιοῦ της νὰ βογκάῃ.
Ἀπ’ τὸ φόβο ἡ Χρυσοῦλα σπαρταρίζει,
Τρέμ’ ἡ Τυφλὴ, καὶ κόβεται ἡ λαλιά της
Καὶ λέξες συντριμμέναις μουρμουρίζει....
Ὤ, πῶς αὐτὴ θωρεῖ τὴν συμφορά της!...
Καθὼς ’ς τὸ ξὸδι ἀπὸ μακρυὰ ἡ καμπάνα
Στέρνει τὰ θλιβερὰ στενάγματά της.
—Εἶσ’ ἀχνή! δὲν μιλᾷς, σὰν τί ἔχεις, μάννα;—
—Τὸ νυχτοποῦλι δὲν γροικᾷς, παιδί μου;
Ἄχ, βόηθα με, τὰ μέλη μου ἀπεθάνα.
Μοῦ παραστέκει ὁ Χάρος τὴν ψυχή μου!
Ἄχ, τὤνειρό μου εἶναι σωστὸ, δὲν σφάλλει,
Ἀπόψε θὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ζωή μου....
Ὤ, πόσο μοῦ βαρένει τὸ κεφάλι!...
Βάλε μου ἐδῶ, ’ς τὸ μέτωπο τὸ χέρι
Ὁποῦ τὸ ζώνει τοῦ θανάτου ἡ ζάλη!—
—Μὴ λὲς ἔτσι, μαννοῦλα, τί θὰ ξέρῃ
Ἕνα λωλὸ πουλάκι ὁποῦ λαλάει;—
—Σῶπα, παιδί μου, ὁ Χάρος τὤχει φέρει....
Ποῦ νᾆνε ὁ Νικολάκης μου; ποιὸς πάει
Νὰ μοῦ τὸ φέρῃ ἐδὼ νὰ τὸ φιλήσω;—
—Μάννα, θά νἄρθῃ,.... μάννα, παιγνιδάει—

—Χήρα, ὀρφανὴ, καὶ πῶς θὰ νὰ σ’ ἀφήσω
’Σ τοῦ κόσμου ταὶς πικράδαις, ὦ ψυχή μου;
Ἔλα σιμά μου.... ἐδὼ.... θὰ σὲ κρατήσω
Φεύγει ἡ ζωὴ σιγὰ ἀπὸ τὸ κορμί μου....
Ἐπάγωσα ὅλη, ᾑ δύναμές μου σβυῶνται....
Νἄβλεπα κᾄνε τώρα τὸ παιδί μου!...
Ἑφτὰ χρόνοι πικροὶ σήμερα κλειῶνται,
Ποῦ μ’ ἄρπαξε τὸ φῶς, ἡ συμφορά μου,
Καὶ σὰν ἄγρια βουνὰ μ’ ἀναθυμιῶνται·
Καὶ τώρα;... ἡ γῆ θὰ φάῃ τὰ κόκκαλά μου,
Γιατὶ τὴν σάρκα τὴν προπῆρε ὁ πόνος,
Κ’ ἐρρούφηξε τὸ αἷμα ἀπ’ τὴν καρδιά μου....
Ἐσὺ μονάχος, Πλάστη μου, ἐσὺ μόνος
Ὁποῦ τὰ σπλάγχνα μοῦ ἔχεις διαβασμένα,
Κάμε νὰ πέσῃ ὁ μαραμμένος κλῶνος....
Ἀγάπα τὰ παιδάκια μου, Παρθένα,
Μὲ τὴν ἀγάπη ὅπ’ ἔχεις ’ς τὸ παιδί σου,
Κι’ ἀπὸ τὸν ᾅδη γλύτωσε κ’ ἐμένα.—
—Φθάνει, μαννοῦλα, φθάνει κι’ ἀκουμπίσου·
Τὸ πικρὸ κλάμμα, ὁ στεναγμὸς ἂς πάψῃ,
Ἀνάπαψε λιγάκι τὸ κορμί σου.—
—’Σ ὀλίγο αὐτὸ γιὰ πάντα θ’ ἀναπάψῃ,
Ἀλλ’ ἄφησέ μου τὴν καρδιὰ, τῆς λέει,
Σιμὰ ’ς ἐσὲ, τὸ τέλος της νὰ κλάψῃ.—
Καὶ ’ς τὴν ἀγκάλη σφίγγονται, καὶ κλαίει
Μάννα μαζῆ καὶ θυγατέρα τόσο,
Ὁποῦ τὸ δάκρυ ’ς τὸ κλινάρι ῥέει!....
Νάτος ποῦ μέσα τρέχωντας ὡστόσῳ,
Ὁ Νικολάκης τὸ παιδάκι μπαίνει....

—Ποὖνε ἡ Καλή μου; κἄτι θὰ τῆς δώσω.—
Λέγωντας ἔτσι, χύνεται, ἀνεβαίνει
’Σ τὴν ἔρημη τὴν κλίνη, τήνε κράζει....
Ἀλλ’ ἡ γλυκειὰ Καλή του ἡ μαυρισμένη
Δὲν τὸ φιλεῖ πιλειὸ, δὲν τ’ ἀγκαλιάζει....
Μιὰ φωνὴ τότ’ ἀκούσθη ἀπὸ τὰ οὐράνια,
—«’Σ τὴν γῆν ὀποῦ μὲ τρέμει καὶ δοξάζει,
Ὅσα ἔδωσα καὶ δίνω, εἶν’ ὅλα δάνεια.»—