Η ζωή του Χριστού/Κεφάλαιο ΙΖ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ζωή του Χριστού
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΙΖ'. Ο Δαιμονισμένος και ο Παραλυτικός


Γυρεύοντας ξεκούραση και ησυχία, γυρεύοντας προπάντων μοναξιά, όπου ξαναβρίσκουνταν ελεύθερος με τη σκέψη του, ο Ιησούς τράβηξε για την ανατολική έρημη ακρολιμνιά, κατά τη χώρα των Γεργεσηνών ή Γερασηνών.

Παραμέσα, ήταν μια μικρή χώρα που την έλεγαν Γέργεσα μα, στο γιαλό απάνω, δεν είχε ούτε χωριό ούτε στάνη, ούτε δένδρο καν που να ελκύσει και να σταματήσει κανένα διαβάτη. Μόνο βράχους είχε και μνήματα, όπως συνήθιζαν οι Εβραίοι να σκάβουν μέσα στην πέτρα, για να θάβουν τους νεκρούς των έξω από τη χώρα.

Στο μέρος αυτό, το ξερό και το άχαρο, άραξε το καράβι του ο Ιησούς.

Εκείνο τον καιρό, οι Εβραίοι νόμιζαν πως τα μνήματα ήταν η κατοικία των κακών δαιμόνων, του κατά προτίμηση διάλεγαν τα έρημα και ξερά μέρη. Και αν περνούσε άνθρωπος τη νύχτα από κανένα νεκροταφείο, πίστευαν πως τα κακά δαιμόνια. έπεσαν απάνω του. Επίσης, τους τρελούς τους θεωρούσαν δαιμονισμένους· και ούτε φρενοκομεία έχτιζαν που να τους κλείουν μέσα, ούτε τους ήθελαν κοντά, παρά τους έδιωχναν στα μνήματα, του τα θεωρούσαν μόνη κατάλληλή τους κατοικία.

Στους τάφους λοιπόν αυτούς της χώρας των Γεργεσηνών, ήταν ένας τρελός, άγριος φοβερά· και τόσο τρόμαζε τη γειτονιά, που πολλές φορές θέλησαν να τον δέσουν. Μα ούτε σκοινιά ούτε αλυσίδες δεν τον βαστούσαν, όλα τα σπούσε και τα πετούσε από πάνω του, και ολόγυμνος γυρνούσε στα βουνά και στους βράχους, φωνάζοντας και κατακόβοντας το σώμα του στις πέτρες.

Μόλις κατέβηκε ο Ιησούς από το καράβι με τους μαθητές του, έξαφνα, από μέσα από τους τάφους εξόρμησε ο τρελός. Η παρουσία του Ιησού, η φωνή του, το βλέμμα του, η γλύκα του, επηρέαζαν αμέσως και ησύχαζαν αυτού του είδους τους αρρώστους, ακόμα και πριν τους αποτείνει το λόγο. Και αυτή τη φορά, το ίδιο συνέβηκε. Χωρίς να ζητήσει να κακοποιήσει κανέναν από τη μικρή συντροφιά, ο τρελός έτρεξε στον Ιησού, και πέφτοντας στα πόδια του προσκύνησε λέγοντας:

— Τι θέλεις από μένα, Ιησού, υιέ του Θεού του Υψίστου; Σ' εξορκίζω στο Θεό, μη με βασανίσεις!

Και ο Ιησούς είπε, προστάζοντας το δαιμόνιο:

— Έβγα, πνεύμα ακάθαρτο, από τον άνθρωπο.

Και ήσυχα ρώτησε τον τρελό:

— Τι είναι το όνομά σου;

Του μιλούσε σιγά, ήρεμα, γυρεύοντας ίσως να τον κάμει να θυμηθεί τα παλιά του, τι ήταν άλλοτε, τι αγαπούσε, πως τον έλεγαν. Μα ο τρελός, παίρνοντας την ταραχή μέσα του για στρατό από δαιμόνια, αποκρίθηκε με άγρια λόγια και είπε:

— Λεγεώνας είναι τ' όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί.

Και δείχνοντας ένα κοπάδι χοίρους, που έβοσκαν στο ύψωμα, πάνω από το γκρεμνό, παρακάλεσε, σα να μιλούσαν τα δαιμόνια από μέσα του, και είπε:

— Αν μας βγάλεις, στείλε μας στο κοπάδι των χοίρων.

Και είπε ο Ιησούς:

— Πηγαίνετε.

Και ολόκληρο το κοπάδι όρμησε στον γκρεμνό και έπεσε στη λίμνη, όπου πνίγηκε.

Ήταν ως δυο χιλιάδες οι χοίροι· καθως τους είδαν οι βοσκοί τους να ρίχνονται από πάνω από τον γκρεμνό, τρόμαξαν πολύ, και έφυγαν κατά τη χώρα, όπου πήγαν την είδηση.

Όλη η γειτονιά βγήκε να δει τι έτρεχε. Και σαν έφθασαν σ' εκείνο το μέρος, βρήκαν το δαιμονισμένο, που άλλοτε, γυμνός και άγριος, είχε τρομοκρατήσει τα περίχωρα, να κάθεται τώρα ήσυχος και ντυμένος στα πόδια του Ιησού, μιλώντας γνωστικά χε το Σωτήρα του.

Και αυτοί τρόμαξαν.

Μα σαν έμαθαν τα καθέκαστα, και πως γιάτρεψε ο Ιησούς τον τρελό, και πως πήδησαν οι χοίροι στο νερό, φοβήθηκαν ακόμα περισσότερο, και, αντί να προσκυνήσουν, συλλογίστηκαν μόνο την υλική ζημία που έφερνε ο θάνατος των χοίρων, και παρακάλεσαν τον Ιησού να φύγει από τα σύνορά τους.

Λυπημένος, σηκώθηκε ο Ιησούς να φύγει, και γύρισε στο καράβι του.

Ο γιατρεμένος τρελός τον ακολούθησε, και με παρακάλια του έλεγε να τον πάρει και αυτόν μαζί· μα ο Ιησούς τον ξαπέστειλε λέγοντας:

— Γύρισε πίσω στο σπίτι σου, και πες στους δικούς σου τι σου έκανε ο Θεός.

Και τον έστειλε απόστολο στον αφιλόξενο εκείνον τόπο, να κηρύξει την αλήθεια και την καινούρια θρησκεία της συγχωρήσεως και της αγάπης. Κι εκείνος από την ακρογιαλιά κοίταζε τον Ιησού που έφευγε, πάντα σπλαχνικός, ακόμα και για κείνους που τον έδιωχναν. Και πήγε στο σπίτι του και σ' όλη τη Δεκάπολη, λέγοντας και κηρύττοντας όσα του έκανε ο Ιησούς, και όλοι θαύμαζαν.

Πέρασε ο Ιησούς αντίπερα της λίμνης, και βγήκε στην Καπερναούμ. Μαθεύτηκε πως ήταν στο σπίτι του Πέτρου, όπου πήγαινε συνήθως, κι ευθύς βγήκε κόσμος πολύς να πάγει να τον ακούσει.

Πολλοί Φαρισαίοι και γραμματείς Ιουδαίοι είχαν ακούσει πως η διδαχή του ήταν εξαιρετική, και από πολλά χωριά της Ιουδαίας, της Γαλιλαίας, ακόμα και από την Ιερουσαλήμ, είχαν έλθει να τον ακούσουν, και να βεβαιωθούν αν ήταν αλήθεια πως γιάτρευε μ' ένα λόγο του τις μεγαλύτερες αρρώστιες.

Είχε γεμίσει το σπίτι από κόσμο, επίσης και τα παράθυρα και οι πόρτες, και απέξω ακόμα στέκουνταν πλήθος πολύ που δε χωρούσε να μπει.

Ένας άρρωστος παραλυτικός, σαν έμαθε πως έφθασε ο Ιησούς, παρακάλεσε να τον πάνε στο νέο προφήτη, που έκανε τόσα θαύματα.

Τον σήκωσαν λοιπόν τέσσερις, και τον κουβάλησαν στο σπίτι του Πέτρου· μα, από τον πολύ τον κόσμο, ούτε να πλησιάσουν την πόρτα δεν μπόρεσαν.

Τα σπίτια εκεί είναι χαμηλά, και σχεδόν όλα έχουν μιαν εξωτερική σκάλα που ανεβαίνει στο δώμα. Βλέποντας λοιπόν πως στην πόρτα δεν φορούν να πλησιάσουν οι τέσσερις τον παραλυτικό, τον ανέβασαν με το φορείο του στη στέγη και, βγάζοντας τα κεραμίδια, άνοιξαν μια τρύπα πάνω από το μέρος όπου στέκουνταν ο Ιησούς, και από κει κατέβασαν άνθρωπο και φορείο και τ' ακούμπησαν μπροστά του.

Θαύμασε ο Ιησούς τη μεγάλη τους πίστη, και, όπως το είχε πει της αμαρτωλής γυναίκας, έτσι και τώρα στον παραλυτικό είπε:

— Έχε θάρρος, παιδί μου, συγχωρημένες οι αμαρτίες σου.

Τα λόγια του αυτά εξόργισαν τους δασκάλους του Νόμου και του Φαρισαίους, που ήταν παρόντες. Αντάλλαξαν αναμεταξύ τους θυμωμένες ματιές, και μέσα τους είπαν: — Τι είναι αυτός που λέγει ασέβειες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, εκτός ένας, ο Θεός;

Ο Ιησούς κατάλαβε τους συλλογισμούς τους, και τους είπε:

— Γιατί τα συλλογίζεστε αυτά μες στην καρδιά σας; Τι είναι ευκολότερο να πεις του παραλυτικού, «Συγχωρημένες σου οι αμαρτίες», ή να πεις, «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;»

Αυτοί δεν αποκρίθηκαν. Και τους είπε ο Ιησούς:

— Μα για να δείτε πως ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, — γυρνώντας στον παραλυτικό πρόσταξε: Σένα μιλώ! Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και σύρε σπίτι σου.

Ευθύς σηκώθηκε ο παραλυτικός, και, παίρνοντας το λαφρύ φορείο του, βγήκε έξω, εμπρός σε όλους, που παραμέρισαν να τον αφήσουν να περάσει σαστισμένοι, δοξάζοντας το Θεό και λέγοντας:

— Ποτέ τέτοιο πράμα δεν είδαμε!

Πήγε ο παραλυτικός σπίτι του, δοξάζοντας και αυτός το Θεό, και ο κόσμος διαλύθηκε, και ο καθένας πήρε το δρόμο του, γεμάτοι φόβο και θαυμασμό, και έλεγαν αναμεταξύ τους:

— Παράξενα πράματα είδαμε σήμερα.

Ήταν ακόμα ο καιρός που οι Γαλιλαίοι δέχουνταν και άκουαν το λόγο του Ιησού, με αγνό και χαρούμενο ενθουσιασμό. Καταπατημένος και ταπεινός ήταν ο φτωχός υπόδουλος και πιεσμένος ο Εβραίικος λαός από τον ειδωλολάτρη κατακτητή, και ακόμα πιο στενοχωρημένος από τους αρχηγούς του Φαρισαίους και κληρικούς Σαδδουκαίους. Οι στενοκέφαλοι Ραββίνοι, που για χρόνια σπούδαζαν τη λέξη του νόμου, χωρίς ποτέ να εισχωρήσουν στο πνεύμα, έπνιγαν τη λαϊκή σκέψη. Ήλθε ο Ιησούς, και ο κόσμος αναστέναξε. Διψασμένος, έτρεχε ν' ακούσει τη χάρη και τη γλύκα της διδαχής του, την ομορφιά, την ευγένεια, την επιείκεια, τη συγχώρεση, που ήταν ανακούφιση για τη στενοχωρεμένη του ψυχή.

Αυτό το ένιωθαν οι νομοδιαβασμένοι Φαρισαίοι και αρχιερείς, αυτό ήταν, απέναντι τους, το μεγάλο έγκλημα του Ιησού. Και δεν του το συγχώρησαν ποτέ.