Η Τιμή και το Χρήμα/Κεφάλαιο Ι'

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η τιμή και το χρήμα
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Κεφάλαιο Ι'



Ω πώς μπορούσε ποτέ να το φανταστεί πως έτσι θα τέλειωναν τα πράματα; Την άφηνε μοναχή της, χωρίς ψωμί, χωρίς έργο, χωρίς στεφάνι, σ' ένα σπίτι που έμελλε σήμερα να πουληθεί, χωρίς ελπίδα καμία, για να του βρει αυτά τα χρήματα. Ποιος; Αυτός που τον είχε αγαπήσει περσότερο από τον εαυτό της, αυτός που τού 'χε μπιστευτεί όλο της το είναι.

«Απίστευτο, απίστευτο!» έλεγε μοναχή της με βαριά θλίψη στην καρδιά. Και στο νου της όλο οι ίδιες ιδέες εκυκλογύριζαν όλη τη νύχτα, που άγρυπνη τον επρόσμενε με την ελπίδα να τον ακούσει από μία στιγμή στην άλλη στο δρόμο πρώτα, έπειτα στη σκάλα και τέλος μέσα στην κάμαρα. Και σε κάθε περπάτημα ανθρώπου, που εδιάβαινε το καντούνι, εσπαρταρούσε η καρδιά της, και εγενόνταν προσεχτικές οι ακουές της, και κάτι μέσα της της έλεγε πως είταν εκείνος.

Μεσάνυχτα είχαν περάσει και δεν ερχότουν. Είχε πει την αλήθεια ο άτιμος ο μπάρμπας· και ίσως αλήθεια θα την άφηνε εδώ, ως να βαρεθεί μοναχή της και να φύγει η ίδια, γιατί θα της είταν αδύνατο να αναγκάσει τη μάνα της να δώσει τα όσα της εχάλευαν. Πώς, πώς να την παρακαλέσει; τι να της πει, αυτή που εφοβότουν και εντρεπότουν ως και να την αναντρανίσει; Ποιόνε να της στείλει; Όλα έρχονταν ανάποδα, όλα άσκημα, όλα ενάντια.

Και οι ώρες επερνούσαν αργά αργά, μα αυτή πάνα επρόσμενε. Βέβαια θά 'χε μισέψει με τες βάρκες στο ψάρεμα και για μέρες, για δεκαπέντε, για είκοσι, ποιος ξέρει, δε θα τον έβλεπε. Και τι θά 'κανε μοναχή της καθώς είταν, αυτή μια αδύνατη κοπέλα, που όλη της τη ζωή ούτε στιγμή δεν είχε φροντίσει για τον εαυτό της; Και τώρα όλη της η δύναμη, όλη η πίστη της στην εργασία, όλες οι ελπίδες της, όλο της το θάρρος και η απαντοχή μελλάμενου καιρού καλύτερου την παραιτούσαν ολότελα και απόμνησκε η παρατημένη καρδιά της ερημαγμένη, παρόμοια σ' ένα πλούσιο περιβόλι όταν απάνωθέ του περνάει καταστρεφτικό το δρολάπι. Όξω ησυχία εβασίλευε· ούτε η θάλασσα δεν ακουότουν εκείνην τη νύχτα. Και οι ώρες εδιάβαιναν αργά αργά, και είταν ατέλειωτη η μεγάλη χειμωνιάτικη νύχτα. Ω τουλάχιστο νά 'φευγε γλήγορα! Το φως είναι παρηγοριά για τους δυστυχισμένους· το φως το γλυκό της μέρας. Μα και οι νύχτες στο πλευρό του θα μπόρειαν νά 'ταν της ευτυχίας της η πηγή. Ω να τον είχε σιμά της, αυτόνε που τον είχε αγαπήσει, που θα μπόρειε ακόμα να τον αγαπάει, κι ας την είχε μεταχειριστεί απόψε τόσο άγρια, τόσο σκληρά, τόσο απάνθρωπα, έναν τέτοιο νέο, στήριγμα της ζωής της και καμάρι της μπροστά σ' όλον τον άλλο κόσμο. Και αχ, δεν έφταιγε ούτε αυτός· δεν είταν φυσικιά η κακοσύνη μέσα στο στήθι του! Οι περίστασες, οι δυστυχίες τον είχαν αλλάξει. Κουναρημένος καθώς είταν σε ιδέες νοικοκυρίσιες, δε μπορούσε με μιας να συνηθίσει στον σκληρό ξεπεσμό, αλλά με όλην του τη δύναμη αντιστεκότουν, και αυτή την πρώτη μέρα, που αναγκάστηκε να πιάσει έργο ξένο στα χέρια του, είταν τόσο σκληρή γι' αυτόνε η αλλαγή, που σε μία στιγμή ο θυμός του εξέσπασε απάνου της. Δεν έφταιγε. Μα δε θα μετάνοιωνε; Ποιος ξέρει; Και αυτιάστηκε πάλι με μίαν αλαργινή ελπίδα πως θ' άκουε τα ποθητά πατήματά του, κ' επρόσμενε ακίνητη. Κι όταν είδε πως όλα είταν του κάκου, και πάλι τότες μέσα στη νέα της καρδιά καινούρια απαντοχή εφώτισε. Εξεσκεπάστηκε· και στη μικρή τρεμάμενη λάμψη του καντηλιού εκοίταζε η ίδια το κορμί της, τα μαρμαρένια της τα πλούσια τα στήθη, τα ξανθά μαλλιά της που εχυνόνταν στους νώμους της σαν ποταμός χρυσός, και από την κορφή ως τα πόδια όλα τα αρμονικά της σουσούμια, όλο το μέστωμα της νιότης.

Κ' εσκέφτηκε: «Δεν είναι άξιο της αγάπης του αυτό το κορμί μου; και μπορεί να λησμονήσει τέλεια την τόση μου αγάπη; Μπορεί αλήθεια να μη γνοιαστεί για τη ζωή μου, και νά 'μαι για πάντα ολότελα ξένη για κείνον;» Και πάλι όμως μαύρες ιδέες εσκοτείνιασαν το νου της: Ω κι αν εξαναρχότουν, κι αν την αγκάλιαζε, κι αν την περίσφιγγε με τα δυνατά του τα μπράτσα, με την αγάπη την πρώτη, πού θα βρισκότουν πλια και η χαμένη η αρμονία, αφού εμπόρεσε μία στιγμή να την αρνηθεί, σε μία δύσκολη στιγμή της ζωής, αδιάφορο αν από φταίξιμό του ή όχι, ενώ τότες είχε μάλιστα το χρέος να αγωνιστεί και να νικήσει κάθε ενάντιο; Μα είταν δεμένη για πάντα μ' εκείνον. «Ω το ψωμί, το ψωμί!» είπε φοβισμένη. Και απάντησε του εαυτού της: «Όχι δε θα της έλειπε μήτε εκείνο. Παληκαρίσια το πρωί θα επήγαινε να γυρέψει εργασία· θα τα επατούσε τα παλιά τα συνήθια· περήφανη θα εφανερωνότουν μπροστά σ' όλους τους ανθρώπους, γιατί τα χέρια της εμπορούσαν να την ζήσουν. Και θα τον επρόσμενε. Κι ας μην ερχότουν α δεν ήθελε, ή και στο ύστερο ας την απαρατούσε για πάντα. Για πάντα;» Και η μεγάλη της η αγάπη ξάφνου εξύπνησε τρομερή, τρυφερή, απέραντη, μέσα στην καρδιά της, μέσα στην καρδιά της γυναικός πού 'χε δοκιμάσει τα φλογερά αγκαλιάσματα, και εθυμήθηκε τα πλατιά του τα στήθη, όπου κάθε νύχτα ακουμπούσε το ξανθό της κεφάλι! Τον ήθελε· τον ήθελε δικό της, μόνο δικό της, και είταν τρομερό τυράγνιο για κείνην η ιδέα πως μία άλλη ημπορούσε να της τον πάρει για το χρήμα. Όχι, τα χέρια του δεν τά 'χε ανάγκη για να τη ζήσουν· την εζούσαν τα δικά της. Μα η αγάπη του της είταν τώρα τόσο χρειαστή, όσο και το ίδιο της το αίμα που τ' άκουε μέσα της να βράζει. Όχι, δε θα της τον έπαιρνε καμία· δε θ' άφηνε. Τι επείραζε αν επουλιότουν το χρεωμένο παλάτι, που κάτω από τη σκέπη του τώρα όλη νύχτα εδερνότουν; Η καλοτυχία δε διαλέει μονάχα τα ψηλά τα σπίτια, δεν περπατεί μόνο ανάμεσα σ' αρχόντους και σε πλούσιους. Ας εχανότουν το σπίτι. Ό,τι θα εκέρδιζαν και οι δύο τους θά 'ταν αρκετό για να ζήσουν, αφού, όπως τού 'χε πει, είχαν νιότη, δύναμη, υγεία, και αχ! την αγάπη. Ας ξαναρχότουν μονάχα.

Κι αυτιάστηκε πάλι τα πατήματα ενού διαβάτη στο δρόμο. Και από τη βιάση του βηματισμού εκατάλαβε πως είταν ο φαναράς που εσβηούσε του καντουνιού το φανάρι. «Θα φέξει σε λίγο» είπε παρηγορημένη. Κ' εκοίταξε τ' άλλο το μισό του κρεβατιού που είταν άδειο και εδάκρυσε. Μα τώρα η καρδιά της είχε ησυχάσει. Μέσα σ' όλην την ταραχή της νυκτός είχε αποφασίσει· και με καινούρια δύναμη αντιμετώπιζε πάλι τον αγώνα της ζωής και με καινούριες ελπίδες ετοιμαζότουν να ζήσει. «Ω!» είπε, ενώ εσηκωνότουν, ο άντρας της έπειτα από τες πρώτες μέρες θα συνήθιζε τη θέση του, θα συνήθιζε να μην ντρέπεται την ξένη δουλειά, και θα της εξαναρχότουν τέτοιος όπως τον είχε πρωτογνωρίσει το βράδι που αναθεμάτιζε τα πλούτη.