Η Τιμή και το Χρήμα/Κεφάλαιο ΙΑ'

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η τιμή και το χρήμα
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Κεφάλαιο ΙΑ'



Και τό 'καμε. Αρματώθηκε με υπομονή, με καρτερία, με ελπίδα, και το ίδιο το πρωί εζήτησε δουλειά στο εργοστάσιο που εγνώριζε, όπου εδούλευε πάντα η μάνα της. Κι αυτό το τόλμημά της που εκαταφρονούσε τους πατροπαράδοτους και παράλογους θεσμούς, της εφάνηκε πολύ ευκολότερο απ' ό,τι το φανταζότουν, κι ούτε ένα χείλι δε βρέθηκε να την κατακρίνει για τούτο. Είταν φτωχιά κ' έπρεπε να δουλέψει. Και τώρα επερνούσαν οι μέρες της ήσυχα· μα ο Αντρέας δεν ερχότουν.

Μόνο από το μπάρμπα που τον έβλεπε κάπου κάπου, γιατί τώρα κι αυτός έλειπε όλη μέρα, εμάθαινε πως ο άντρας της εδούλευε γιορτή καματερή στη θάλασσα και πως μόνο ερχότουν στη χώρα κάθε αυγή με τη βάρκα για να φέρνει στην αγορά τα ψάρια. Μα ο Σπύρος πονηρά εφυλαότουν να της πει κ' ένα λόγο για τους σκοπούς τους.

Είχαν λέω περνάσει μέρες κι αυτή ολομόναχη εργαζότουν· μα η δοκιμασία την είχε σκληρύνει και η καρδιά της είχε μεγαλώσει. Τώρα εγνώριζε καλύτερα τον κόσμο. Και τώρα ήξερε όλο το προάστιο πως οι Ξήδες είχαν φτωχύνει πλια, πως άντρες και γυναίκες σπίτι τους έπρεπε να ξενοδουλεύουν για να ζήσουν, κ' ήξερε κιόλας πως την Κυριακή θα τους έβαζαν το πατρικό τους παλατάκι στη δημοπρασία. Κι αυτό τό 'χε ακούσει κ' η Ρήνη, μα τώρα δεν απελπιζότουν. Έπρεπε να υποταχτεί στη μοίρα κ' είταν παρέτοιμη να νοικιάσει ένα χαμώγι και να περιμένει αμόλευτη και τίμια τον άντρα της, αν αλλούθε δεν ερχότουν βοήθεια καμία. Η καρδιά της της τό 'λεγε πως η μάνα δε θα την άφηνε στο ύστερο να χαθεί.

Κι αληθινά την Παρασκευή το βράδι, όταν είχε σχολάσει από το εργοστάσιο η κυρά Επιστήμη ήρθε και τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρά της, όπου εσυνήθιζε να κάθεται όλο το βράδι. Είχε κατεβασμένο χαμηλά το μαντήλι της και τα μάτια της δεν εφαινότουν καθόλου, γιατί δεν τα φώτιζε η τρεμάμενη φλόγα του λυχναριού που έπαιζε απάνου στ' άλλα της τα πιθέματα.

Η Ρήνη είχε σηκωθεί ακούοντας το βήμα της και μια στιγμή οι δύο γυναίκες είχαν σταθεί σιωπηλές, σα να εφοβούνταν η μία την άλλη, σα να εφοβούνταν τα πικρά τα λόγια που είχαν να πουν η μία της άλλης, κι απέκει ολομεμιάς η αγάπη ενίκησε. Η κόρη ερίχτηκε στην αγκαλιά της μάνας και τα δάκρυα έτρεξαν ποτάμι από τα μάτια τους και τες ησύχασαν και τότες εφιληθήκαν.

«Δυστυχισμένη» της είπε η μάνα κλαίοντας. Της απάντησε μ' ένα αναφιλητό που της ετίναξε το στήθι κ' έπειτα της είπε: «Τι να κάμω, μάνα;» «Ό,τι έκαμες, έκαμες» της αποκρίθηκε αφήνοντάς την και ξεσκεπάζοντας το κεφάλι της, «άλλο απ' ό,τι έκαμες δεν έχεις να κάμεις, αλλά ας ιδούμε α μπορεί να βρεθεί δόρθωση.»

Την άκουε με προσοχή κ' εσφούγγισε τα μάτια της. Θα ετελειώναν τάχα τώρα τα δεινά και θα ερχότουν τέλος η δίκαιη ανταμοιβή της αρετής της; «Το ξέρεις» ξανάπε η μάνα καθίζοντας μπρος στο τραπέζι και ησυχασμένη τώρα· «το ξέρεις πως την Κυριακή σας πουλούνε το σπίτι;» «Το ξέρω· μα ας πάει το έρημο· τι τα θέλω τα χρειωμένα παλάτια; Αυτό τους εκατάστρεψε.» «Μη βιάζεσαι» της είπε η μάνα που ολοένα το βλέμμα της εζωντάνευε. «Αυτό που λες δεν είνε το σωστό. Τ' αγαπάει και κείνος το πατρικό του το σπίτι.» Και σε μια στιγμή επρόστεσε πικρά: «Σ' απαράτησε, ε;» «Δουλεύει στα ψάρια» αποκρίθηκε ντροπιασμένη, λέγοντας ναι, με το κεφάλι μονάχα. «Και δε θα 'ρθει;» «Δεν ξέρω, δε μού 'πε.» «Άκουσε» της είπε σκεφτική· «θα πάω αύριο να τον έβρω στη χώρα, την ώρα που φέρνει τα ψάρια, και θα του μιλήσω. Δε θέλω να το χάσετε το σπίτι· ας τα πάει τα εξακόσια που εγύρεψε· μα ας σε στεφανώσει.» «Ω μάνα» είπε ξαναδακρύζοντας από ευγνωμοσύνη· «είσαι καλή! Μα κ' εγώ δεν έφταιξα. Τα πράματα δεν ήρθαν έτσι από χεριού μου.» «Ό,τι έκαμες, έκαμες» της απάντησε κλειώντας αγάλι αγάλι τα μάτια, σα νά 'θελε να ξεφύγει μίαν άσκημη εικόνα που εκείνην τη στιγμή τής περνούσε μπροστά της. Μα τώρα πάλι η κόρη τής έλεγε: «Μόνο, ποιος ξέρει α φχαριστηθεί μ' αυτά. Εδώ το ύστερο βράδι εμιλούσανε για χίλια, για χιλιάδες, ξέρω και γω για πόσα· και πού να βρεθούν αυτά που θέλει, καημένη μάνα· του δοκήθηκε να σας γδάρει.» «Τέτοιος δεν είναι» της είπε με σοβαρό ύφος· «όλα τα κάνει για να μου ανοίξει το πουγκί μου και να πάρει όσα εγύρεψε. Θά 'ρθει πάλι στην αγκαλιά σου, καλός όπως ήτανε και πρώτα. Μην απολπίζεσαι. Θα κερδίσει το σπίτι του. Για τ' άλλα τα παιδιά τα καημένα θα δουλέψω όσο κι αν ημπορώ· κι ας τους αφήσω καθενού λιγότερα, θα τους γλυτώσω τουλάχιστο την τιμή του σπιτιού τους.» «Ω μάνα» της εφώναξε φχαριστώντας με σιγαλή φωνή. «Πόσο σ' επίκρανα, και τον καλό μου τον πατέρα!» «Ο καημένος ο μεθύστακας! Δεν πίνει τώρα σταξιά· η λύπη του είναι μεγάλη· τόνε παρηγοράω όπως μπορώ και κείνονε· θα σού 'δινε και την ψυχή του.» «Αχ» είπε πάλι η Ρήνη «να μην είμουνα τουλάχιστον έγκυα!» «Ως κι αυτό!» είπε η μάνα· «είναι καβαλάρης αυτός κι εμείς πεζοί· από την αρχή αυτό είτανε το σκέδιο του· φοβερά μας την έπαιξε!» Και σα μετανοιωμένη ξακολούθησε έπειτα από μια στιγμή: «Μα κάνω πολύ κακά που σου τονέ κακολογάω. Η τύχη τά 'φερε έτσι. Όπως κι αν είναι, αυτός είναι ο δικός σου· μαζί του θα ζήσεις· έχε τόνε με τα καλά και φχαρίστα τον, όσο μπορείς. - Έχε την ευκή μου.»

Και οι δύο γυναίκες εσηκωθήκαν και αγκαλιαστήκαν πάλι. Η κυρά Επιστήμη εκουκούλωσε έπειτα το πρόσωπό της και μ' αλαφρωμένη καρδιά εκατέβηκε από το σπίτι του Αντρέα με την απόφαση να διορθώσει τα πάντα.