Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1887/Το πλέον ηφαίστειον

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1887
Συγγραφέας:
Τὸ πλέον ἡφαίστειον


ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΝ
I

Ὁ πλοίαρχος τοῦ ἰστιοφόρου Ἅγιος Νικόλαος ἦτο Ἕλλην ἐξ Ὕδρας, ὀνομαζόμενος Βασίλειος Γεωργίου. Καὶ μολονότι Ἕλλην, ἦτο λαίμαργος ὡς πίθηξ καὶ φιλοπότης ὡς μαῦρος ἀρχηγὸς, ἢ μᾶλλον ὡς πολίτης Ἀθηναῖος κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν. Καθήμενος εἰς τὴν τράπεζαν, ἐξεκοκάλιζεν ὁλόκληρον μηρὸν προβάτου, ἢ παμμεγέθη σεναγρίδαν, ἀφεθεῖσαν ἀνοήτως νὰ συλληφθῇ ἀπὸ τὰ ἄγκιστρα τῶν ναυτῶν τοῦ πλοίου καὶ δὲν ἔπινεν ἄλλο, εἰμὴ μόνον παλαιότατον οἶνον, συγκεκερασμένον ἐνίοτε, ἰδιοτρόπως, κατὰ τὰς ψυχρὰς τοῦ χειμῶνος νύκτας μετ’ ἴσης ποσότητος ἐξαιρέτου ἀγγλικοῦ ῥουμίου. Τὸ τελευταῖον ὅμως πάθος ἐπεκράτει τοῦ πρώτου, καὶ ἐν τοῖς χρονικοῖς τοῦ μικροῦ ἐκείνου σκάφους ὑπῆρχον παραδείγματα ἀποδεικνύοντα ὅτι ὁ καλὸς πλοίαρχος, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, εὑρέθη εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβε τὸ γεῦμά του, ἀλλ’ οὐδεμία περίστασις ἀπεδείκνυεν ὅτι συγκατετέθη ποτε νὰ μὴ λάβῃ τὸ ποτόν του. Ὡς δὲ δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, ἐμίσει τὸ ὕδωρ ὡς τὰς ἁμαρτίας του καὶ ἐξηγῶν τὸν σκοπὸν τῶν διαφόρων ὑλῶν ἐν τῇ φύσει, εὕρισκεν ὅτι ὁ Θεὸς ἐφεῦρε τὸ ὕδωρ, τὸ πολὺ-πολὺ διὰ νὰ ποτίζῃ τὰ κολοκύνθια, διὰ νὰ κάμνουν ψυχρολουσίας ὅσοι δὲν πίνουν οἶνον καὶ πρὸ πάντων διὰ νὰ καθαρίζουν τὰ καταστρώματα τῶν πλοίων.

Καταπλεύσας εἴς τινα ἀγγλικὸν λιμένα μὲ φορτίον κορινθιακῆς σταφίδος, ἀπέπλευσε μὲ φορτίον γαιανθράκων, προωρισμένων διὰ Πειραιᾶ, ἀφοῦ ἀνενέωσε τὰς προμηθείας τοῦ ῥουμίου καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐκείνων πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μακροῦ ταξειδίου του. Ἀτυχῶς ὅμως ὁ πλοίαρχος, μολονότι ἐξήγει τόσῳ πρακτικῶς τὰς ἰδιότητας τῶν διαφόρων πραγμάτων ἐν τῇ φύσει, δὲν ἤξευρεν ὅτι οἱ γαιάνθρακες ὑφίστανται ἐνίοτε αὐτομάτους τινὰς ἀναφλέξεις· καὶ μολονότι τὰς περισσοτέρας φορὰς ὠφελοῦσι τοὺς πωλητὰς αὐτῶν, ὑπάρχουσιν ὅμως περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας τοὺς καίουσιν, ἢ τοὐλάχιστον τὰ πλοῖα τὰ ὁποῖα τοὺς μεταφέρουσι. Καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀνησυχαστικῆς ταύτης λεπτομερείας δὲν διέτασσε ν’ ἀερίζωσι τὰς ἀποθήκας τοῦ πλοίου, ἀλλ’ ἥσυχος περὶ πάντων, ἐκοιμᾶτο μετὰ τὸ δεῖπνον καὶ ἐδείπνει μετὰ τὸν ὕπνον, ἀφίνων εἰς τὸν δεύτερόν του τὴν φροντίδα τῆς διευθύνσεως.

Ἡμέραν τινα τοῦ Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἡ θερμότης ἦτο μεγάλη, ὁ πλοίαρχος ἠγέρθη εὐδιάθετος καὶ προσεκάλεσε τὸν ὑποπλοίαρχον νὰ πίωσιν ὑπὲρ τῆς αἰσίας ἐπανόδου των. Τὸ πλοῖον εἶχε προχωρήσει ἀρκετὰ καὶ ἤδη ὠλίσθαινεν ἐπὶ τῶν κυμάτων ἔξωθεν τῆς Κρήτης, ὠθούμενον ὑπὸ τῆς ἐλαφρᾶς πνοῆς τοῦ ἀνέμου. Ὁ ὑποπλοίαρχος βεβαιωθεὶς ὅτι οὐδεμία αἰτία καθίστα τὴν ἐπίβλεψίν του ἀναγκαίαν, ἐκάθησε πλησίον τοῦ πλοιάρχου καὶ ἀπὸ προπόσεως εἰς πρόποσιν καὶ ἀπὸ ποτηρίου εἰς ποτήριον ἐμέθυσε τόσῳ πολύ, ὥστε μετ’ ὀλίγον ἐκυλίσθη ἀναίσθητος πλησίον τοῦ προϊσταμένου του. Αἴφνης θερμότης παράδοξος ἀνεδόθη καὶ καπνὸς μέλας ἀνέθορεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πλοίου. Τὸ φορτίον εἶχεν ἀναφλεγῆ. Οἱ ναῦται, πρὸ τῆς φοβερᾶς ταύτης ἀληθείας ἔσπευσαν εἰς τοὺς ἀρχηγούς των, ἀλλ’ ὁ πλοίαρχος ἦτο τόσῳ ἀναίσθητος ὥστε οὔτε νὰ τὸν ἐξυπνήσωσιν ἐπειράθησαν, ὁ δὲ ὑποπλοίαρχος ἔβλεπε τόσῳ ἡδέα ὄνειρα, ὥστε ἠμιήνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς βλασφημῶν, ὅτι τὰ διέκοψαν, ἐχασμήθη ὀλίγον καὶ ἔπειτα ἐστράφη μακαρίως ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος. Ἡ φλὸξ ὅμως ἐπροχώρει ταχέως καὶ οἱ ἀτυχεῖς ναῦται ὠθούμενοι ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρησίας ἔσπευσαν εἰς τὰς ἀντλίας. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ διαρκέσῃ καὶ αἱ προχωροῦσαι φλόγες ἠπείλουν μετ’ ὀλίγον νὰ τοὺς καταφάγωσι μετὰ τῶν δολόνων τοῦ πλοίου. Κατεβίβασαν λοιπὸν τὰς λέμβους ἀφοῦ ἔθεσαν πρῶτον εἰς αὐτὰς τοὺς δύω κοιμωμένους, τὰς ἐφόρτωσαν μὲ ὅσας ζωοτροφίας ἠδυνήθησαν νὰ διασώσωσι καὶ ἀπεμακρύνθησαν τοῦ πλοίου. Ἡ ξηρὰ ἐφαίνετο πολὺ μακράν. Ἔστρεψαν λοιπὸν τὸν οἴακα πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, πιστεύοντες ὅτι θὰ συναντήσωσιν ἐν τῷ μεταξὺ φιλάνθρωπόν τι πλοῖον διὰ νὰ τοὺς σώσῃ, καὶ ὁ ἀτυχὴς πλοίαρχος, ἐξυπνήσας μετ’ ὀλίγον ἐγένετο μάρτυς ἄλλου φυσικοῦ φαινομένου, πῶς δηλαδὴ κοιμώμενος τις ἐν τῷ πλοίῳ δύναται νὰ ἐξυπνήσῃ ἐν τῇ λέμβῳ, καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ τὸν μέγαν σκοπὸν τῶν μικρῶν τούτων σκαφιδίων ἐν τῇ φύσει.

II

Ἂς ἀφήσωμεν τὸ πλοῖον καὶ τὸν πλοίαρχον καὶ ἃς ἔλθωμεν εἰς ἄλλο πλοῖον καὶ εἰς ἄλλον πλοίαρχον, ταξειδεύοντα κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Τὸ πλοῖον τοῦτο ἦτο ἀγγλικὸν ἀγγελιαφόρον ἀτμόπλοιον τοῦ κατὰ τὴν μεσόγειον στόλου, ὁ δὲ πλοίαρχος, ὁ σὶρ Ἑρρῖκος Κώξ, υἱὸς μέλους τινὸς τῆς γεωγραφικῆς ἑταιρείας τοῦ Λονδίνου, ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ποιήσηται ὑδρογραφικὰς παρατηρήσεις καὶ σημειώσῃ ἀκριβέστερον τὴν θέσιν ὑφάλων τινῶν, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ χάρτου τοῦ ἀγγλικοῦ ναυαρχείου. Ὡς δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ ἐκ τῆς σπουδαίας ὑπηρεσίας, ἥτις τῷ εἶχεν ἀνατεθῇ, ἦτο ὁ ἀντίπους τοῦ ἕλληνος πλοιάρχου. Ἐκεῖνος ἦτο ἀμαθής, αὐτὸς ἦτο πολυμαθέστατος· ἐκεῖνος ἦτο μέθυσος, αὐτὸς ἐγκρατέστατος· ἐκεῖνος ἔπινε τὸ ῥοῦμι μὲ τὸ ποτῆρι, αὐτὸς δὲν ἠνείχετο τὴν ὀσμήν του· ἐκεῖνος τέλος ἦτο χονδρός, παχὺς με φυσιογνωμίαν ἀποπλήκτου, αὐτὸς ἦτο ὑψηλὸς καὶ λεπτὸς ὡς τὸ δόρυ τῆς Α. Μ. βασιλέως τῆς Ἀβυσσινίας τοῦ συμμάχου μας, ἢ ὡς σκελετὸς τοῦ ἀνατομικοῦ μουσείου ἐνδυθεὶς τὸ δέρμα του, ἢ ὡς ποιητὴς τέλος τῆς νεοελληνικῆς φιλολογίας. Εἶχεν ἀναγνώσει τὸν Οὑμβόλδ, τὸν Ἀραγώ, τὰς διηγήσεις τοῦ Ζοὺλ-Βέρν, τὰς εἰς τὸν Βόρειον πόλον περιπλανήσεις τοῦ Φραγκλίνου, τὰ ταξείδια τοῦ πλοιάρχου Κοὺκ καὶ συγκινούμενος ἐκ τῶν ὑπερανθρώπων κατορθωμάτων τῶν ἡρώων ἐκείνων τῆς ἐπιστήμης, κατελαμβάνετο ὑπὸ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ πρὸς τὰς κινδυνώδεις περιηγήσεις ἐν μέσῳ λαῶν ἀγρίων, ἔστω καί ἐὰν ἐκινδύνευον αἱ σάρκες του νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μπιφτέκιον εἰς τὰ ἀνόσια γεύματά των. Τὴν νύκτα ἐμελέτα τὴν θέσιν τῶν πλανητῶν, τὰς φωσφορώδεις ἀτμίδας τῆς θαλάσσης καὶ προσεπάθει διὰ τοῦ μικροῦ του τηλεσκοπίου ν’ ἀνακαλύψῃ ἐν τῷ ἀχανεῖ ὁρίζοντι νέους κόσμους, ἀγνώστους εἰς τοὺς πρὸ αὐτοῦ σοφούς, τὴν δὲ ἡμέραν ἐσημείου τὸ βάθος διαφόρων θαλασσίων διόδων, τὸ σχῆμα ἀκατοικήτων νησιδίων καὶ πολλὰ ἄλλα σπουδαῖα ἀντικείμενα, ἀδιάφορα εἰς ἁπλοὺς θνητούς.

Περὶ τὸ ἑσπέρας τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ πλοίαρχος τοῦ ἄλλου πλοίου εἶχεν ὑποστῆ τὴν φοβερὰν καταστροφήν, ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Ἄγγλου πλοιάρχου ἀνεκάλυψεν εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος ἀόριστόν τι νεφύδριον ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Πλήρης περιεργείας, διηύθυνε μετὰ σπουδῆς τὸ τηλεσκόπιον πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλὰ τὸ τηλεσκόπιον ἐμεγέθυνεν ἁπλῶς τὸ νεφύδριον χωρὶς νὰ τῷ παράσχῃ ἱκανὰς ἐνδείξεις τῆς φύσεως τοῦ παραδόξου τούτου φαινομένου. Προσεπάθησεν ἀκόμη, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ. Ἡ περιέργειά του εἶχε φθάσει εἰς τὸ κατακόρυφον. Ἐθυσίαζεν ἤδη εὐχαρίστως ὅλας τὰς ὑδρογραφικὰς παρατηρήσεις του, ὅλας τὰς ἀγνώστους νήσους του, ὅλας τὰς φωσφορώδεις ἀτμίδας του, χάριν τοῦ μυστηριώδους ἐκείνου νέφους, ὅπερ ὡς θαλασσία σφὶγξ τῷ ἐπρότεινεν ἀδιαλείπτως τὸ ἄλυτον ἐκεῖνο αἴνιγμα. Παρῆλθεν οὕτω μία ὥρα καὶ μὲ τὴν ἐπέλευσιν τοῦ σκότους φωνὴ ἀγαλλιάσεως ἐξῆλθε τοῦ στήθους τοῦ σοφοῦ πλοιάρχου. Διὰ μέσου τοῦ νεφυδρίου, γλῶσσαι πυρὸς ἐφάνησαν εἰς τὸν ὁρίζοντα αὐξανόμεναι ἢ ἐλαττούμεναι, ἀναπηδῶσαι ἢ κυμαινόμεναι μετὰ παραδόξου ταχύτητος. Κατ’ ἀρχὰς ἐνόμισεν ὅτι εὑρίσκεται πρὸ μικροῦ τινος μετεώρου, πρὸ παραδόξου τινὸς οὐρανίου σέλαος. Ἀλλὰ μετέωρον, ἢ οὐράνιον σέλας, ἐν μέσῃ θαλάσσῃ, μὲ χρῶμα τόσῳ κοινόν, ἄνευ τῆς θαμβωτικῆς ἐκείνης ἀνταυγείας, ἥτις ἰδιάζει εἰς τὰ φαινόμενα ταῦτα, ἦτο ἀδύνατος. Ἐσκέφθη ἀκόμη, ἀνεκάλεσεν εἰς τὴν μνήμην του ὅλα ὅσα εἶχεν ἀναγνώσει περὶ τῶν διαφόρων τούτων φαινομένων, ἀλλ’ οὐδαμοῦ εὕρισκε σχέσιν πρὸς αὐτὸ. Αἴφνης ἐνεθυμήθη τὸ Βεζούβιον. Ἔτυχε νὰ παραστῇ ἄλλοτε εἴς τινα τῶν φοβερῶν αὐτοῦ ἐκρήξεων καὶ τῷ ἐφαίνετο ἤδη ὅτι ἀνεκάλυπτε περίεργον ὁμοιότητα τῶν τρομερῶν ἐκείνων κρατήρων μετὰ τῶν παραδόξων αὐτῶν φλογῶν, αἵτινες ὑψοῦντο ἐκ τοῦ μικροῦ ἐκείνου νέφους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἡφαίστειον ἐκεῖνο ἔκειτο ἐπὶ στερεᾶς γῆς, ἐνῷ τὸ προκείμενον ἔκειτο ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ τοῦτο ἴσα, ἴσα τῷ ἐπέβαλλε νὰ ἐρευνήσῃ περισσότερον. Ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ, ἐνόμισεν ὅτι διὰ μέσου τῶν φλογῶν διέκρινε μαῦρόν τι πρᾶγμα, εἰς σχῆμα νησιδίου, ἀναμφιβόλως μέγα τεμάχιον τιτανώδους γῆς ἐκ τῆς ὁποίας ἐξεπέμποντο αἱ πύρινοι ἐκεῖναι γλῶσσαι. Ὁ καλὸς πλοίαρχος δέν εἶχε πλέον κανένα δισταγμὸν ὅτι ἀνεκάλυψαν ἄγνωστον ἕως τότε ἡφαίστειον. Πλήρης λοιπὸν πεποιθήσεως διὰ τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης ἐξέβαλε τὸ σημειωματάριον, ἔγραψε τὰς λεπτομερείας, ἐσημείωσε τὸ γεωγραφικὸν πλάτος εἰς τὸ ὁποῖον ἔκειτο, ἐζήτησε τὸ ἡμερολόγιον τοῦ πλοίου διὰ νὰ ἐγγράψῃ τὸ νέον τοῦτο συμβὰν καὶ μέχρις οὗ τὸ φέρουν παρεδόθη εἰς γλυκεῖς ῥεμβασμοὺς περὶ τῆς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἐπροξένει εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον. Μετὰ τὴν σκέψιν ταύτην ἔρριψε πάλιν τυχαίως τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἡφαιστειώδους νησιδίου, ἀλλὰ πρᾶγμα παράδοξον! τὸ ἡφαίστειον εἶχεν ἀλλάξει θέσιν. Ἐπέστησε περισσότερον τὴν προσοχήν. Πράγματι, διέκρινεν ὅτι ἡ φλὸξ ἐκείνη διηυθύνετο βραδέως πρὸς δυσμάς. Τὸ πρᾶγμα καθίστατο σπουδαιότερον, παραδοξώτερον, ἐκπληκτικώτερον ἢ ὅσον ἐφαντάσθη. Τὸ ἡφαίστειον ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἁπλοῦν ἡφαίστειον, τυχαῖον, κοινὸν ἡφαίστειον ὅπως ὅλα τὰ ἡφαίστεια τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἡφαίστειον ἔκτακτον, περίεργον, θαυμάσιον, ἡφαίστειον τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἐδημιούργησεν ἀναμφιβόλως μόνον καὶ μόνον ὅπως δοξάσῃ ἕνα Ἄγγλον, ἡφαίστειον τέλος τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ συγκινήσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐπιστήμην διότι ἔπλεεν ἐπὶ τῶν ὑδάτων!! Ὁ πλοίαρχος ἐκάθησεν. Ἡ συγκίνησις ὑπερέβαινε τὰς δυνάμεις του. Διηύθυνε πάλιν τὸ τηλεσκόπιον πρὸς τὴν προχωροῦσαν φλόγα. Ὁ καπνὸς ἐξήρχετο τόσῳ μέλας, καὶ αἱ φλόγες ἦσαν τόσῳ ὑποκύανοι, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο πλέον καμμία ἀμφιβολία εἰς ἓν ἀληθὲς τέκνον τῆς ἐπιστήμης. Πρὸς στιγμὴν μάλιστα, ἐνόμισεν ὅτι ὁ ἄνεμος ἔφερε μέχρις αὐτοῦ ἐλαφρὰν ὀσμὴν θείου, δυσδιάκριτον βεβαίως εἰς ἄνθρωπον μὴ ἐμπεπλησμένον ὑπὸ τοιούτων ἰδεῶν. Ὁ ἐνθουσιασμός του δὲν εἶχε πλέον ὅρια. Ἡ διπλῆ ἐκείνη ἀνακάλυψις ἐσύγχυζε τὸν νοῦν του. Ἠγέρθη πάλιν καὶ ἤρχισε νὰ περιπατῇ μετὰ χαρᾶς ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, περιφρονῶν ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ πλέοντος ἡφαιστείου του καὶ μετέωρα καὶ φωσφορώδεις ἀτμίδας καὶ ὑφάλους καὶ χάρτας καὶ πηδάλια καὶ πᾶσαν τέλος ἀνακάλυψιν καὶ πᾶν φυσικὸν φαινόμενον, ὅπερ δὲν εἶχε τὸ προτέρημα νὰ πλέῃ ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Πλήρης συγκινήσεως ἔλαβε τὸ βιβλίον καὶ μὲ τρέμουσαν χεῖρα ἔγραψε τὸν διπλοῦν θρίαμβόν του, περιέγραψε τὸ ἱστορικὸν τῆς συναντήσεως καὶ ἐὰν δὲν ἔδωκε τὸ ὄνομά του εἰς τὸ νέον τοῦτο ἡφαίστειον τὸ ἔπραξεν ἐκ λεπτῆς διακρίσεως ἀνθρώπου πεπεισμένου ὅτι ἄλλοι θὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον τοῦτο.

Ἀλλὰ ὁ θρίαμβος οὗτος δὲν ἤρκει. Μετὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἐπιστημονικῆς φιλαυτίας του, εἵπετο ἡ ἐθνικὴ φιλαυτία τὴν ὁποίαν πᾶς γνήσιος Ἄγγλος δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ ὅσῳ σοφὸς καὶ ἂν ἦναι. Ἡ νῆσος αὕτη, προφανῶς, δὲν ἀνῆκεν εἰς κανένα. Κατὰ τὸν πανάρχαιον λοιπὸν καὶ φυσικὸν νόμον τοῦ πρώτου καταλαβόντος, ἡ νῆσος αὕτη ἔπρεπε νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ν’ ἀποτελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι μέρος τῶν Βρεττανικῶν κτήσεων. Πλήρης ἐνθουσιασμοῦ ἐκ τῆς ἀποφασιστικῆς ταύτης ἰδέας, ἔστρεψε τὸν οἴακα καὶ ἔλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ νησιδίου μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐπὶ τῆς πλεούσης ἐκείνης Πομπηΐας θὰ εὑρίσκετο μέρος ἀρκετὸν διὰ νὰ στήσῃ ἀκινδύνως τὴν σημαίαν τῆς βασιλίδος τῶν θαλασσῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις δὲν ἦτο μικρά. Ἔδειξεν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ὑπηρεσίας τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδηγήσῃ καὶ μέχρις οὗ φθάσωσιν ἐκεῖ ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς, ἀπηυδημένος ἐκ τῶν συγκινήσεων τῆς ἡμέρας.

Ὁ ὕπνος ὅμως τοῦ εὐτυχοῦς πλοιάρχου δὲν ἔμεινεν ἀπηλλαγμένος ὀνείρων. Εἶδεν ὅτι τὰ Πυρρηναῖα, αἱ Ἄλπεις καὶ αἱ Κορδελλιέραι, μεταβληθέντα εἰς ἡφαίστεια, ἐχόρευον ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ὅτι συναντήσας τὸν Βεζούβιον διευθυνόμενον εἰς Ἀμερικὴν τὸν ἐρρυμούλκησεν ὄπισθεν τοῦ πλοίου την καὶ τὸν μετέφερεν εἰς Ἀγγλίαν ἐν μέσῳ ἐνθουσιωδεστάτων δεξιώσεων τῶν συμπατριωτῶν του.

III

Τὸ ὄνειρον ὅμως τοῦ σοφοῦ πλοιάρχου, ὅπως ὅλα τὰ εὐάρεστα ὄνειρα, δὲν διήρκεσε πολὺ. Ὁ σκοπὸς τοῦ πλοίου τὸν ἐξύπνησε μετ’ ὀλίγον διὰ νὰ τῷ ἀναγγείλῃ σπουδαίαν εἴδησιν. Ὁ πλοίαρχος ἀνετινάχθη δυσηρεστημένος καὶ τὸ πρῶτον βλέμμα ὅπερ ἔρριψε πέριξ αὐτοῦ ἀνεζήτησε μετὰ στοργῆς τὸ πλέον ἡφαίστειον. Ἀφοῦ δὲ ἐβεβαιώθη ὅτι οὐδεμία σπουδαία μεταβολὴ εἶχεν ἐπέλθει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐπανέφερε τὸ βλέμμα πρὸς τὸν ναύτην. Ἡ ἀφορμὴ τῆς ἐγέρσεώς του ἦτο σπουδαιοτάτη. Εἴς τινα ἀπ’ αὐτῶν ἀπόστασιν δύω μικραὶ λέμβοι ἐταλαντεύοντο ἐπὶ τῶν κυμάτων καὶ οἱ ἐν αὐτῷ ἐζήτουν διὰ πυροβολισμῶν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ πλοίου. Ἡ ἀφήγησις αὕτη ἐφάνη εἰς τὸν πλοίαρχον ἀνεξήγητος. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἦσαν ναυαγοί, ἀφοῦ ἀπὸ δεκαπέντε ἡμερῶν ἡ θάλασσα οὐδεμίαν εἶχεν ὑποστῆ τρικυμίαν. Ὁπωσδήποτε, πεπεισμένος ὅτι θὰ διέπραττεν ἀγαθήν τινα πρᾶξιν, διέταξε καὶ κατεβίβασαν τὴν κλίμακα καὶ ἐπειδὴ αἱ λέμβοι εὑρίσκοντο εἰς τήν διεύθυνσιν τοῦ ἡφαιστείου ἠκολούθησε τὸν δρόμον του καὶ μετ’ ὀλίγον ὁ πλοίαρχος, ὁ ὑποπλοίαρχος καὶ οἱ ναῦται τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν, ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, εὐλογοῦντες τὸ πλοῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσώθησαν.

Ὁ πλοίαρχος τοῦ ἀγγλικοῦ, μετὰ τὴν ἀπότομον ἔγερσίν του μὴ δυνάμενος πλέον νὰ κοιμηθῇ ἵστατο ἐπὶ τῆς γεφύρας θεώμενος μεθ’ ἡδονῆς τὴν πλέουσαν ἐκείνην φλόγα, ἥτις ἐπέπρωτο εἰς μίαν μόνην ἡμέραν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δόξαν του. Ἐθεώρει ἤδη ἑαυτὸν κατατεταγμένον ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκείνῃ χορείᾳ τῶν σοφῶν ἐρευνητῶν, οἵτινες διὰ τῶν σπουδαίων αὐτῶν ἀνακαλύψεων εἶχον μεταβάλει τὴν ὄψιν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἐφαντάζετο ἑαυτὸν ἐν τῷ Πανθέῳ τῆς ἐπιστήμης, καθήμενον οἰκείως μετὰ τοῦ Χριστοφόρου Κολόμβου. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῶν σκέψεων διεκόπη ὑπὸ τῆς παρουσίας τῶν ναυαγῶν. Ὅλοι ἀπὸ τοῦ πλοιάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου ναύτου ἔστησαν πρὸ αὐτοῦ ἐκφράζοντες τὰς εὐχαριστίας των. Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος ἀπερροφημένος ὑπὸ τῆς ἰδέας του μικρὰν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰς ἐνδείξεις ταύτας. Ἀλλ’ ὁ ἕλλην δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἀποθαρρύνονται ταχέως. Διὰ χειρονομιῶν λοιπὸν καὶ γλώσσης ἀκαταλήπτου ἔδειξεν εἰς τὸν Ἄγγλον τὸ καιόμενον πλοῖον τοῦ ὁποίου ἦτο κάτοχος, ἐπαναλαμβάνων τὰς εὐχαριστήσεις του μετὰ χειρονομιῶν ζωηροτέρων. Οὗτος, κατ’ ἀρχὰς ἐξηκολούθει ν’ ἀδιαφορῇ, ἀλλ’ ὁπόταν εἶδε τὸν Ἕλληνα πλοίαρχον, οἰκειοποιούμενον τὸ πλέον ἡφαίστειον, τόσῳ ἠγανάκτησεν ὥστε πρὸς στιγμὴν ἔσχε τὴν ἰδέαν νὰ τὸν ῤίψῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐν τούτοις ὁ Ἕλλην ἐξηκολούθει τὴν παντομίμαν του, διὰ τρόπου προκαλοῦντος ἤδη τὴν προσοχὴν τοῦ Ἄγγλου πλοιάρχου.—Ἰδού, ἐφαίνετο λέγων. Τὸ καιόμενον ἐκεῖνο πλοῖον εἶναι ἰδικόν μου.

Πρὸ τῆς σαφοῦς ταύτης δηλώσεως, ῥῖγος φρίκης διέτρεξε τὸ σῶμα τοῦ Ἄγγλου. Ἠννόησε τὰ συμβαίνοντα τόσῳ καλῶς ὥστε δὲν ἐπετρέπετο πλέον καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀπάτης του. Δευτέραν ἤδη φορὰν ἐκάθητο ἐξηντλημένος. Ἡ συγκίνησις αὕτη ὑπερέβαινε τὴν πρώτην. Ἀπέπεμψε τοὺς ναύτας καὶ ἔκυψε τὴν κεφαλὴν διὰ νὰ σκεφθῇ. Διαγραφὴ καὶ σβυσίματα ἐπὶ τοῦ ἡμερολογίου τοῦ πλοίου δὲν ἐπετρέποντο. Τοῦτο προεκάλει πάντοτε εἰς τοὺς ἀνωτέρους ὑπονοίας δυσαρέστους καὶ ἐπέσυρε τιμωρίας πρὸς τὰς ὁποίας οὗτος ὀλιγίστην ἔτρεφε συμπάθειαν. Ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸ καιόμενον πλοῖον μετὰ τοῦ λυπηροῦ ἐκείνου αἰσθήματος μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ βασιλεὺς Βοαβδὶλ ἔστρεψε διὰ τελευταίαν φορὰν βλέμμα πρὸς τὴν ἐγκαταλειπομένην Γρενάδαν. Τὸ πῦρ εὑρίσκετο εἰς τὴν μεγαλειτέραν αὐτοῦ ἔντασιν. Φλόγες ὑποκύανοι ὑψοῦντο εἰς τὸν ὁρίζοντα μετὰ κρότων οἵτινες καθίσταντο πλέον εὐδιάκριτοι καὶ ἡ θάλασσα εἰς μεγάλην ἀπόστασιν ἐφαίνετο πυρακτωθεῖσα.

— Ἆ! τί ὡραῖον ἡφαίστειον ἀπώλεσεν ἡ ἐπιστήμη, ἐψιθύρισεν.

Αἴφνης ἰδέα ἔκτακτος διῆλθε τοῦ πνεύματός του. Τίς τὸν ἠμπόδιζε τάχα νὰ διατηρήσῃ εἰς τὸ ἡμερολόγιον τοῦ πλοίου τὸ ἔκτακτον τοῦτο φαινόμενον; Οὐδεμία ὑποχρέωσις τῷ ἐπέβαλλε νὰ ὁρίσῃ τὸ πλάτος εἰς τὸ ὁποῖον ἔκειτο. Τὸ ἡφαίστειον ἔπλεε καὶ ἐκεῖνος ὅστις εἶχεν ὄρεξιν νὰ τὸ συναντήσῃ ἃς ἔτρεχε νὰ τὸ εὕρῃ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἡ συνείδησίς του ἐφάνη ἀπαλλαγεῖσα τοῦ πιέζοντος αὐτὴν βάρους. Ἔλαβε μάλιστα τὸ μολυβδοκόνδυλον καὶ ἔγραψεν ὁλόκληρον ἀφήγησιν τῆς ἀνακαλύψεως, ἔπειτα ἀπεβίβασε τὸ πλήρωμα τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου εἰς τὴν πρώτην παράλιον πόλιν τὴν ὁποίαν συνήντησε καὶ ἐκεῖθεν ἐτηλεγράφησεν εἰς τοὺς Καιροὺς καὶ εἰς ἡμίσειαν δωδεκάδα ἐπιστημονικῶν συλλόγων τοῦ Λονδίνου τὸ μέγιστον γεγονὸς τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ πλέοντος ἡφαιστείου.

IIII

Ἡ ἔκθεσις τοῦ γεγονότος τούτου ἐπροξένησε κρότον ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἅπασαι αἱ ἐφημερίδες τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, εἰκονογραφημέναι καὶ μή, σατυρικαὶ καὶ σπουδαῖαι, διεκήρυξαν τὴν σοβαρότητα τὴν ὁποίαν εἶχε διὰ τὴν ἐπιστήμην ἡ ἀνακάλυψις ἡφαιστείου πλέοντος ἐπὶ τῶν ὑδάτων. Τὰ Ἡμερήσια Νέα, μάλιστα, ἔλεγον ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο προσθέτει νέαν δόξαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι ἡ ἀνακάλυψις ὀφείλεται, ὅπως ὅλαι αἱ μεγάλης σημασίας καὶ διεθνοῦς ἐνδιαφέροντος ἀνακαλύψεις, εἰς Ἄγγλον πολίτην καὶ φιλελεύθερον, ὁ δὲ Ἑωθινὸς Ταχυδρόμος ἐξῇρε τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ σοφοῦ πλοιάρχου, ὅστις μεταξὺ τόσων ἄλλων γερμανικῶν καὶ γαλλικῶν ἐπιστημονικῶν ἀποστολῶν αἵτινες, ὡς ἔχει ἰδιαιτέρους λόγους νὰ πιστεύῃ, εἶχον ἐκπεμφθῆ εἰς τὰ ὕδατα ἐκεῖνα πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ γεγονότος τούτου ὅπερ σοφὸς ἐκ Βιέννης σεισμολόγος εἶχε προΐδει, μόνος αὐτὸς ἠδυνήθη νὰ διακρίνῃ καὶ μελετήσῃ ἀναλόγως.

Ἀλλὰ τὸ συμβὰν τοῦτο ἐγένετο ἀντικείμενον σοβαρῶν ἐρίδων ἐν τῷ ἐπιστημονικῷ κόσμῳ. Ὁ δόκτωρ Τόμσων, μέλος τριῶν ἀκαδημιῶν καὶ ἐπίτιμος πρόεδρος εἴκοσιν ἄλλων ἐπιστημονικῶν σωματείων, ἔγραψεν ἔν τινι περιοδικῷ, ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς τελευταίας σεισμικὰς συνταράξεις, αἵτινες ἀπεχώρησαν, φαίνεται, τεμάχιον μεγάλου τινος ἡφαιστείου, ὅπερ ἐκ τῆς δυνάμεως μεθ’ ἧς ἀπεκόπη ἐξηκολούθει πλέον ἐπὶ τῶν ὑδάτων, διατηρῶν ἐν τῷ βάθει του μέρος τῶν ἡφαιστειωδῶν στοιχείων ἅτινα ἐξέπεμπον τὰς φλόγας ἐκείνας καὶ ἀνήγγελλε τὴν ἔκδοσιν μεγίστης πραγματείας του ἐν τῇ ὁποίᾳ πρὸ ἑνὸς ἔτους περιέγραφεν ἀκριβῶς τὰ φαινόμενα ταῦτα ἅτινα ἦγον ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ὁ καθηγητὴς ὅμως τῆς χημείας τοῦ ἐν Ὀξφὼρδ Πανεπιστημίου, τὸν ἀντέκρουσε διὰ πραγματείας τετρασελίδου, ἐν ᾗ ἀπεδείκνυεν ὅτι ὁ σοφὸς φίλος του ὑπέκυψεν εἰς ἀσυγχώρητον λάθος εἰς τὸ περὶ πλεόντων ἡφαιστείων κεφάλαιον. Δὲν ἠμφισβήτει μὲν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ὅτι οὗτος εἶχε προΐδει τὴν περίπτωσιν τῶν πλεόντων ἡφαιστείων, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος προσεδόκα ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀλλὰ τὴν ἀπέδιδεν εἰς ἄλλα αἴτια. Κατ’ αὐτὸν τὸ ἡφαίστειον τοῦτο δὲν ἦτο τμῆμα ἄλλου ἡφαιστείου, ἀλλ’ αὐτοτελὲς καὶ ἀνεξάρτητον, ἔχον ἰδίαν ἑστίαν καὶ ἴδιον στοιχεῖον, ἀνεφάνη δὲ ἐκ τοῦ πυθμένος τῆς θαλάσσης ἐξ ἀσχέτων τοῦ σεισμοῦ λόγων καὶ ἔπλεεν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, διότι ἡ ὠθητικὴ τοῦ ἀτμοῦ δύναμις, ἥτις ἀνεπτύσσετο ἐκ τῶν ἀσφαλτωδῶν καὶ θειωδῶν οὐσιῶν, αἵτινες εὑρίσκοντο ἐν αὐτῷ εἰς ἀδιάκοπον ἀνάφλεξιν, ἦτο ἀρκετὴ νὰ κινήσῃ διπλασίους τοῦ μεγέθους τούτου ὄγκους καὶ ἠπόρει πῶς καὶ τὰ ἡφαιστίδια ἐκεῖνα, ἅτινα εἶχε λεχθῆ ὅτι ἀνεφάνησαν τελευταίως περὶ τὴν Ἰάβαν, δὲν ὑπέκυψαν εἰς τὸν κανόνα τοῦτον.

Ὁπωσδήποτε ὅμως, αἱ συζητήσεις αὗται δὲν ἐπηρέασαν τὴν μεγάλην ἐντύπωσιν ἡ ὁποία ἐπροξενήθη ἐν Ἀγγλίᾳ ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης καὶ ὡς ἦτο ἑπόμενον, οὐδείς ἐφαντάσθη νὰ ἴδῃ τὸ πλέον τοῦτο ἡφαίστειον, διότι ὁ πλοίαρχος δὲν ἐσημείου ἐὰν εἶχε πηδάλιον καὶ τὴν διεύθυνσιν τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει. Ὑπάρχουσιν ὅμως μεγάλαι πιθανότητες, ὅτι πολὺ ταχέως θὰ τὸ συναντήσῃ κανεὶς ἄλλος συνάδελφος τοῦ Ἄγγλου, ἐὰν ἑλληνικόν τι ἱστιοφόρον εὑρεθῇ ὑπὸ τὰς περιπτώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ ἱστιοφόρον τοῦ ἐξ Ὕδρας πλοιάρχου.

 Ἀθῆναι 17 7βρίου 1886.

Δ. Α. Καλαποθακησ