Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892/Ο ιατρός Κυρ Ανδρέας

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐθνικὸν Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1892
Συγγραφέας:
Ὁ ἰατρὸς Κὺρ Ανδρέας


Ο ΙΑΤΡΟΣ ΚΥΡ ΑΝΔΡΕΑΣ[1]
[ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΟΥ]

«Un sot trouve toujour un plus sot, qui ľadmire»

I
ΠΩΣ ΕΓΙΝΕΝ ΙΑΤΡΟΣ

ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ Ἀνδρέας Καραμεσούτης καὶ κατάγεται ἐξ Ἀρκαδίας.

Τέκνον πτωχῆς οἰκογενείας, στερούμενον μέσων συντηρήσεως καὶ μὴ διδαχθὲν γράμματα ἢ τέχνην, ἐπένετο. Εἶχεν ὅμως πεποίθησιν ἔκτακτον εἰς ἑαυτὸν καὶ τὸ μέλλον του, διότι, ὡς λέγεται, Ἀθιγγανὶς τῷ εἶχε προφητεύσει, ὅτι ἡμέραν τινὰ θὰ ἐγίνετο μεγάλος ἄνθρωπος. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς μάλιστα ἐκείνης ὁ τέως ἀγυιόπαις ἤρξατο νὰ προσποιῆται τὸν σοβαρόν. Οὕτω πλήρης θάρρους καὶ ἀναισθησίας πρὸς τὰς πικρίας καὶ σκληρότητας τῆς δυστυχίας, ἀπορφανισθεὶς παιδιόθεν, ἐρρίφθη εἰς τὰ πολυκύμαντα πελάγη τοῦ βίου.

Ποῦ ἐπήγαινεν; Οὐδ’ αὐτὸς ἐγνώριζεν· ἐδίωκεν ἀόριστον φιλοδοξίαν καὶ πρόοδον καὶ ἔτρεχεν εἰς τὰ τυφλά. Δὲν ἦτο ῥιψοκίνδυνος, οὔτε δραστήριος καὶ μετὰ διαφόρους ἐναλλαγὰς ἰδιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, δι’ ἃς ἀπῃτεῖτο δραστηριότης καὶ μόχθος, προσεκολλήθη, ὡς ὑπηρέτης, εἰς τὸ ἐν Τριπόλει φαρμακεῖον τοῦ μακαρίτου Ἐμμ. Καρζῆ καὶ διέμεινεν ἐν αὐτῷ ἱκανὰ ἔτη, διότι εὗρεν ἐκεῖ σχετικῶς εὐγενεστέραν καὶ ἧττον ἐπίπονον τὴν ἐργασίαν.

Κομπογιαννιτισμὸς ἤκμαζε καὶ ἐν Ἀρκαδίᾳ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦτο εἶνε πασίγνωστον ἐν Ἑλλάδι τὸ πολυάριθμον τάγμα λαοπλάνων ἰατρῶν, ἀμαθῶν καὶ ἀγυρτῶν δεξιωτάτων, οὓς ὁ λαὸς ὀνομάζει κομπογιαννίτας καὶ οἵτινες σώζονται ἀκόμη καί, ἐνόσῳ ὑπάρχουν σκοτεινὰ πνεύματα ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εὑρίσκωσι πάντοτε μωροὺς νὰ ἐκμεταλλεύωνται καὶ θανατόνωσι. Τὰ φαρμακεῖα ἐγένοντο συνήθως τὸ φυτώριον τοιούτων αὐτοφυῶν μυκήτων τῆς δυστυχοῦς Ἰατρικῆς καὶ ἀπειράριθμοι ἀγύρται ὑπῆρξαν κατ’ ἀρχὰς ὑπηρέται φαρμακείων, ἔνθα ἤρχοντο εἰς συνάφειαν μετ’ ἄλλων μελλόντων συναδέλφων των καὶ ἐδιδάχθησαν ὅπως — ὅπως τὴν χρῆσιν τῶν βδελλῶν, τῶν κλυσμάτων, τῶν ἐμπλάστρων κ.τ.λ. Οὕτω καὶ ὁ Καραμεσούτης ἐν τῷ φαρμακείῳ τοῦ Καρζῆ ὑπηρετῶν καὶ γνωρίσας τινὰς κομπογιαννίτας καὶ ζηλεύσας αὐτούς, διαθρυπτόµενος δ’ ἐκ τοῦ παιδικοῦ του ὀνείρου ὅλως ἀσυνειδήτως, συνέλαβε τὴν ἀξιόλογον σκέψιν νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς ἰατρὸς. — Θὰ γίνω, ἐμονολόγει πολλάκις, θὰ γίνω γιατρός, ντετόρος, ἐξοχώτατος, θὰ γίνω μάλιστα κουράντες! — Ψυχή μου, κουράντες! — Τί χρυσῆ ζωή, τί δόξα, τί πλούτη, τί πεσκέσια! — Θὰ σοῦ δείξω ἐγώ, ἀφεντικὸ, ποῦ κάθε λίγο μὲ γκρινιάζεσαι καὶ λές, πῶς κοιμᾶμαι περπατῶντας. Ὡς πότε πλιὰ — Γρήγορα, βρέ, τὸ γουδί! — Τρέχα γιὰ νερό! — Ἄργησες στὸ παζάρι, βρὲ ζῷον!… καὶ νά, χαστουκιαὶς τοῦ Ἀνδρέα καὶ δός του ξύλο ἀλύπητο. Ἂμ δὲν γίνομαι καλλίτερα γιατρός! Θὰ σοῦ γίνω γιατρὸς πρώτης καὶ θὰ βλέπῃς, πόσοι θὰ τρέχουν σὲ μένα. Κουτσοί, στραβοὶ στὸν ἅγιο Παντελέημονα!… καὶ θ’ ἀκοῦς; — Μέσα εἶν’ ὁ γιατρός; — Κοιμᾶται ὁ γιατρός! — Τρέχα, γιατρέ, στὸ σπίτι, γιατί πεθαίνει τὸ παιδί μου! — Εἶμαι κουρασμένος. Πιάσε καρότσα. — Ἀμάν, γιατρέ μου! — Καρότσααα! — Καὶ νά σου καὶ καρότσα καὶ νά τάλλαρα καὶ ἄλλα τάλλαρα, σακκιὰ τὰ τάλλαρα, καὶ ὅ,τι πῇς νὰ γίνεται καὶ ὅπου περνᾷς νὰ σηκόνωνται ὅλοι καὶ νὰ σὲ προσκυνοῦν μεγάλοι καὶ μικροὶ καὶ στὴν Ἐκκλησιὰ νὰ σοῦ δίνουν ὅλοι στασίδι καὶ νὰ πέρνῃς πρῶτος ἀντίδωρο!… Μωρὲ αὐτὴ εἶνε ζωὴ μιὰ φορά. Γιατρὸς καὶ πάλι γιατρός!…

Το εἶπε καὶ τὸ ἔκαμεν ὁ ἀθεόφοβος! Σθένος τάχα θελήσεως ἢ ἠλιθιότης τὸν ἐνίσχυσε ν’ ἀνθέξη εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ τολμηροῦ σχεδίου; Εῖνε ὅμως γεγονός, ὅτι μετά τινα καιρόν, ἀποβληθεὶς τοῦ φαρμακείου, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἰατροῦ ἐμπειρικοῦ καὶ ὕστερον, ὅτε ᾐσθάνθη, ἑαυτὸν κατηρτισμένον εἰς τὴν ἰατρικήν, ἀπεμακρύνθη καὶ αὐτοῦ καὶ ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἰατρικοῦ του ἐπαγγέλματος, θαρραλέος, ὡς ὁ κόραξ εἰς τὴν βορὰν τῶν πτωμάτων.

Κατ’ ἀρχὰς μετήρχετο τὸ νέον του ἐπάγγελμα εἰς τὰ χωρία καὶ κατὰ προτίμησιν τὰ μᾶλλον ἀπόκεντρα, κατόπιν δὲ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον κατήρχετο καὶ εἰς τὰς κωμοπόλεις. Ἀπέφευγε τὰ ἅλματα καὶ μετριοφρόνως ἠρκεῖτο εἰς βαθμιαίαν πρόοδον, διότι πάντοτε, ὡς ἔλεγε, τὸν ἐφθόνουν οἱ ἰατροὶ τῶν πόλεων. Ὅσοι τῶν δυστυχῶν θνητῶν περιέπιπτον εἰς χεῖρας του ἐλάμβανον, ἐννοεῖται, ἀσφαλὲς καὶ ἄμεσον διαβατήριον διὰ τὴν ἄλλην ζωήν. Ἠρωτήθη ποτέ, πῶς πηγαίνουν οἱ ἐν τῷ χωρίῳ ⁂ ἀσθενεῖς του καὶ ἀπεκρίθη ἑτοίμως:

— «Τί νὰ ’πῶ! ὅσῳ εἶνε καλά, εἶνε. Ἅμα ὅμως πέσουν κάτω ἄρρωστοι, σηκόνονται πλιά. Διαβολότοπος! Τρομερὸ κλίμα!»…

Φαίνεται ἐν τούτοις. ὅτι ὁ Καραμεσούτης ηὐδοκίμει, εἰς τὸ νέον του στάδιον, ἡ φήμη του διεδίδετο καὶ ἀπέκτησε πελατείαν. Οὕτω τοὐλάχιστον δύναται νὰ ἐξηγηθῇ τὸ γεγονός, ὅτι κατηγγέλθη, ὡς μετερχόμενος τὸν ἰατρὸν ἄνευ ἀδείας, κατεδικάσθη δὲ ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως εἰς δεκαήμερον φυλάκισιν.

Ἀλλὰ τὸ ἀτύχημα τοῦτο ἐνέπνευσεν αὐτῷ κρείττονας σκέψεις καὶ ἀπεφάσισε ν’ ἀποκτήσῃ δίπλωμα καὶ φύγῃ ἐκ Τριπόλεως. Αἱ καταδιώξεις τὸν ἐξηυτέλιζον καὶ αὐτὸς ἦτο λίαν ζηλότυπος τῆς φήμης του.

Μετ’ οὗ πολύ, ἀναζητῶν τὸ πολυπόθητον δίπλωμα, ἀπέκτησεν αὐτὸ ἀπροσδοκήτως πρὸς ἀπερίγραπτον χαράν του. Τρεῖς ἰατροί, εὑρισκόμενοι τότε ἐν Τριπόλει, εὐτράπελοι δὲ καὶ φιλοπαίγμονες, τὸν ἔπεισαν, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἤρτητο τὸ πᾶν. Καί, ἀφοῦ τὸν ὑπέβαλον εἰς κωμικωτάτας ἐξετάσεις μετὰ πάσης σοβαρότητος, ἐφωδίασαν τὸν αὐτοχειροτόνητον συνάδελφον αὐτῶν μὲ τὸ ἑξῆς πρωταπριλιάτικον δίπλωμα.

«Δίπλωμα

Ἀριθ. 10681.

Ἡ ἐν Τριπόλει ἔκτακτος ἐπιτροπὴ
Πρὸς
τὸν ἐν Τριπόλει κ. Ἀνδρέαν Καραμεσούτην

Κατὰ διαταγὴν ἀνωτέραν συνελθοῦσα ἐν τῷ ἐνταῦθα στρατιωτικῷ θεραπευτηρίῳ σήμερον πρώτην Ἀπριλίου 1861 τριμελὴς ἔκτακτος ἐπιτροπή, συγκειμένη ἐκ τῶν κ. κ. Ν. Φ… νομοϊατροῦ, τοῦ καὶ προέδρου αὐτῆς, Περ. Γ… στρατιωτικοῦ ἰατροῦ, Ἀργ. Π… ἀστυκλινικοῦ καὶ τοῦ γραμματέως αὐτῆς Κ. Δ… ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὰς παρὰ διαφόρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας ταύτης σταλείσας αὐτῇ ἀναφοράς, δι’ ὧν οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων, ἐξυμνοῦντες τὴν ὑμετέραν Λερμπαλερικὴν πολυμάθειαν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν σας εἰς τὴν θεραπείαν διαφόρων συριγγίων καὶ τῶν πνευμονοφθίσεων, ἐκφράζουσιν ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς ἴδωσιν ἐπανερχόμενον ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐφωδιασμένον συνάμα καὶ μὲ τακτικόν τι δίπλωμα πρὸς ἀσφάλειάν σας καὶ ἀποφασίσῃ τὰ δέοντα ἀκολούθως.

Λαβοῦσα ταῦτα πάντα ὑπὸ ὥριμον σκέψιν καὶ πληροφορηθεῖσα ἄλλως τε, ὡς ἔδει, καὶ περὶ ποικίλων ἄλλων ὁμοίων ἡλιοκανδηλικῶν ὑμῶν γνώσεων.

Παραδίδωσιν Ὑμῖν ἐκ συμφώνου τὸ παρὸν δίπλωμα, φέρον καὶ τὴν σφραγίδα αὐτῆς πρὸς βεβαίωσιν.

Ἐδόθη ἐν Τριπόλει τῇ 4 Ἀπριλίου 1861.
Ἡ ἐπιτροπὴ
Ν. Φ… πρόεδρος
Π. Γ…
Ἀρ. Π…

ὁ γραμματεὺς

Κ. Δ.....»

Μ’ αὐτὰ καὶ μ’ αὐτὰ ὁ Καραμεσούτης, φέρων ἤδη δίπλωμα, εἰς ὃ, χάριν μείζονος ἐπισημότητος προσυπέγραψαν καὶ πολλοὶ δικηγόροι, συμβολαιογράφοι καὶ ἔμποροι μὲ τὰς σφραγίδας των (ὡς τοιαῦται δ’ ἐχρησίμευσαν καὶ μεξικανικὰ τάλληρα καὶ δεκάραι!) μετῴκησεν εἰς Ἄργος καὶ ἤρξατο νὰ μετέρχεται τὸν ἰατρὸν ἐλευθέρως πάλιν εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας, μεταβαίνων συνεχῶς καὶ εἰς τὰ γείτονα τῆς Ἀρκαδίας.

II
ΙΔΟΥ Ο ΕΞΟΧΩΤΑΤΟΣ!

Ἂς λέγουν οἱ παλαιοί· «Natura non facit saltus». Τὰ δόγματα καὶ οἱ κανόνες εἶνε διὰ τοὺς κοινοὺς τῶν θνητῶν· ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ὅμως εἶνε πλέον ἰατρὸς τέλειος.

Ἡλικίας ἤδη 60 περίπου ἐτῶν, μετρίου ἀναστήματος καὶ εὐτραφής, ἔχει σωματικὴν διάπλασιν καὶ φυσιογνωμίαν παραδόξους καὶ δυναμένας νὰ χρησιμεύσωσι πρότυπον σπάνιον δεξιοῦ γελοιογράφου. Τὸ στῆθος του εἶνε ἀνεσπασμένον, ἐπηρμέναι αἱ ὠμοπλάται, αἱ χεῖρες στεναὶ καὶ τὸ πρόσωπον μέγα καὶ δυσειδὲς μὲ συνεσταλμένους τοὺς μῦς. Ἔχει τὸ μέτωπον ὑψηλὸν καὶ κυρτὸν, τοὺς μυκτῆρας ἀνοικτούς, τοὺς ὀφθαλμοὺς μεγάλους καὶ πολὺ ἐξέχοντας καὶ τὸ βλέμμα οἷον ἀπειλητικόν. Τόσον ἐξώφθαλμος καὶ κακόμορφος εἶνε, ὥστε δύναται τις ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἐκλάβῃ αὐτὸν ὡς γλαῦκα. Βαδίζει δὲ ταχέως καὶ ὁμιλεῖ σιγαλῇ τῇ φωνῇ.

Τὸ ἦθος ἔχει ὑπὲρ τὸ δέον σοβαρόν, ὡς Ἰνδικὴ ὄρνις. Ἀριστοκρατικὸς τὴν συμπεριφοράν, οἰκουρεῖ κατὰ κανόνα καὶ ἀποφεύγει τὰς συναναστροφάς, ἰδίως τῶν νοημόνων, παρ’ οἷς γίνεται πάντοτε ἀντικείμενον γελώτων, εἰρωνειῶν καὶ σκωµάτων, ἐπιδείκνυται δὲ εἰς τοὺς ἀμαθεῖς καὶ μωροὺς τοῦ ὄχλου καὶ ἰδίως τοῦ χωρικοῦ μετὰ στάσεως ἀγερώχου. Ὁμιλεῖ ὀλίγα καὶ κωμικώτατος στόμφος συνοδεύει τὰς ἰδέας καὶ φράσεις του, ἃς συνήθως ἀφίνει ἀτελεῖς, διὰ νὰ μένῃ κἄτι ἀπόρρητον καὶ μυστηριῶδες εἰς τὴν φαντασίαν τῶν ἀκροατῶν του. Σπανίως ἀντιλέγει καὶ ἀποφεύγει τὰς συζητήσεις ἐξ ὑπερηφανείας ἢ διὰ νὰ μὴ μεταδώσῃ τὰ φῶτα καὶ τὸ πνεῦμα του. Ἀμαθέστατος καυχᾶται ὅτι εἶνε πάνσοφος καὶ παντογνώστης. Ἐνῷ δὲ δὲν εἶνε πλούσιος, βεβαιοῖ, ὅτι ζῇ μεγαλοπρεπέστατα, ὡς μεγιστάν, καὶ διὰ νὰ τὸ ἀποδείξῃ τάχα, ὁπόταν εἰσέλθῃ εἰς καφεῖον, πίνει τὸ ὕδωρ μετὰ βουτήματος τεμαχίου ζαχάρεως καὶ λαμβάνει ταὐτοχρόνως γλύκισμα, σουµάδαν, καφὲν καὶ ναργιλέν. Κάθηται δὲ μόνος καὶ φαίνεται πάντοτε εἰς βαθείας σκέψεις βεβυθισμένος. Ἐν ἄλλοις λόγοις,

Sur sont portrait il a ľair crâme,
Dans con fauteuil on dirait un savant,
Mais si ľon cherche plus avant,
On reconnait bientôt que c’est un Ane.

Ὁ Κὺρ Ἀνδρέας, ὡς ἰατρός, πασίγνωστος ἀνὰ τὴν Ἀρκαδίαν καὶ Ἀργολίδα, ὁ κύκλος δὲ τῆς ἐνεργείας του στρέφεται κυρίως εἰς τὰ χωρία καὶ πρὸ πάντων τὰ τοῦ δήμου Λυρκείας.

Εἶνε παθολόγος ἔξοχος, ἐξοχώτατος. Διά τινος ἐντύπου καὶ παλαιοῦ Ἰατροσοφίου, ὅπερ βεβαιοῖ, ὅτι ἐξεδόθη πρὸ 800 ἤδη ἐτῶν (δηλ. πρὸ τῆς ἐφευρέσεως τῆς τυπογραφίας!) καὶ δι’ ἀπορρήτων φαρμάκων, ἅτινα αὐτὸς μόνον γνωρίζει καὶ χορηγεῖ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς του, θεραπεύει πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν σώματος καὶ ψυχῆς.

Καὶ ὄχι μόνον εἶνε ἰατρὸς ἔξοχος, ἀλλ’ εἶνε — ἂν ἀγαπᾶτε — καὶ μάγος, doctor in utroque! Τὴν μαγείαν ὅμως, ἣν ἄγνωστον, πόθεν καὶ πότε ἔμαθε, χρησιμοποιεῖ, ὡς ἐπίκουρον τῆς ἰατρικῆς του, εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ὁσάκις ἰδίως τὰ φάρμακα ἀποβαίνωσιν ἀτελεσφόρητα.

Μὲ τήν διπλῆν δὲ αὐτὴν πανοπλίαν τῆς ἰατρικῆς καὶ μαγικῆς, ὁ κουτοπόνηρος, ἀλλὰ τέλειος κομπογιαννίτης, ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον.

Παρίστησιν ἑαυτόν, ὡς μέγαν καὶ μοναδικὸν ἰατρὸν τῶν σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν. Περὶ ὅλων τῶν ἰατρῶν τῆς Ἑλλάδος, μικρῶν καὶ μεγάλων καὶ αὐτῶν τῶν διασημοτάτων, ἐκφράζεται μετὰ μεγίστης περιφρονήσεως καί, ὅταν τῷ ἀναφέρουσι τὰ ὀνόματά των, καγχάζει, οἰκτείρων καὶ ἀποκαλῶν αὐτοὺς σκώληκας ἀπέναντί του. Κυρίως καυχᾶται, ὅτι εἷνε μοναδικὸς εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ὑδροπικίας, δι’ ἣν λέγει, ὅτι κέκτηται ἀπόρρητον ἀλάνθαστον φάρµακον, διὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖ ἀμοιβὴν φρ. 100.000: μόνον! Διηγεῖται δὲ ἀφελέστατα, ὅτι ἡ φήμη του εἶνε παγκόσμιος καὶ ὅτι τὸν καλοῦν συχνὰ ἀσθενεῖς, οὐ μόνον ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀντὶ ἀμοιβῆς χιλιάδων φράγκων, ἰδίως τῆς Σμύρνης καὶ Ῥουμουνίας, ἐπιδεικνύων καὶ προσκλητηρίους ἐπιστολάς, εἰς ἃς δυστυχῶς δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐδῶ πελατείας του.

Sic itur ad astra!.....

Εἰ καὶ εἶνε ἔξοχος εἰδικότης διὰ πᾶσαν νόσον, ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἐννοεῖ κατ’ ἀρχὴν ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς σοβαρωτάτας. Ἄν τις τὸν συμβουλευθῇ δι’ ἐλαφρὸν πυρετὸν ἢ βῆχα, μειδιᾷ καὶ ἀποκρίνεται:

— «Ἐγὼ δὲν στραπατσάρω τὴν ἐπιστήμην μου. Αὐτὰ εἶνε παιγνιδάκια. Βγάλλε ἀρρώστιαις, φθίσιν, ὑδροπικίαν, ῥαχίτίδα…»

Βγάλλἀρρώστιαις! εἶνε τὸ πολυθρύλητον καὶ στερεότυπον λόγιόν του. Παρετηρήθη δὲ πολλάκις, ὅτι ἐμφανίζεται καὶ καλεῖται παρὰ τῷ ἀσθενεῖ, ὅταν οἱ ἄλλοι ἰατροὶ ἀπελπίζωνται περὶ τῆς θεραπείας του, οἱονεὶ προπορευόμενος τοῦ ψυχοπομποῦ Χάρωνος.

Ἐξ οἱουδήποτε νοσήματος καὶ ἂν πάσχητε, μὴ ἀνησυχῆτε. Τί ἔχετε; Ἔχετε περιπνευμονίαν, φθίσιν, κασίδαν, ῥαχίτιδα, ἆσθμα, ὑδροπικίαν, πυρετόν;… ὅ,τι καὶ ἂν ἔχητε, ἐδῶ εἶνε ὁ Καραμεσούτης καὶ τρέξατε. Θεραπεύει τὰ πάντα. Θεραπεύει τὴν πνευμονίαν, θέτων τὸν ἀσθενῆ ἐντὸς λέβητος ὕδατος θερμοῦ. Ἐνέκλεισέ ποτε δυστυχῆ τοιοῦτον, περικαλύψας αὐτὸν ἄνωθεν δι’ ἐφαπλώµατος. Ὁ ἀσθενῆς ἐν τῷ μαρτυρίῳ ἐκείνῳ ἀπέθανεν ὅτε δὲ ἀνήγγειλαν τοῦτο οἱ περὶ αὐτὸν εἰς τὸν Κὺρ Ἀνδρέαν, οὗτος ἀπεκρίθη ἀφελέστατα, ὑψῶν τοὺς ὤμους:

— «Κρῖμα! ἀτυχία! Πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας νὰ ζοῦσε ἀκόμη, δὲν θὰ πέθαινε!

Πρὸς θεραπείαν τῆς κασίδας μεταχειρίζεται ἀλοιφὴν ἐκ τέφρας ξύλου συκῆς. Αἱ ὄρνιθες, τὰς ὁποίας λαιμάργως τρώγει, εἶνε πολύτιμον φάρμακον διὰ τὴν θεραπευτικήν του. Διὰ λευκῆς ὄρνιθος θεραπεύει τὴν φθίσιν, δι’ ἐρυθροκιτρίνου τὴν ῥαχίτιδα καὶ διὰ μαύρης τὸ ἆσθμα. Διὰ τὴν ὑδροπικίαν ἔχει δριμύτατα καθάρσια, ἀποδοκιμάζων τὰς παρακεντήσεις. Τὸν πυρετὸν ἐξηγεῖ, ὡς φλόγωσιν τῶν ἐντέρων καὶ συµβουλεύει ἄφθονον πόσιν ψυχροῦ ὕδατος, ἀποφεύγων τὴν κιννίνην, ὡς πικρὰν καὶ βλάπτουσαν τὸν στόμαχον. Διὰ τὴν σπληνοθεραπείαν ἀνθέλκει τὸν ἀσθενῆ τῆς ὠμοπλάτης καὶ τῶν ποδῶν, διὰ νὰ κοπῇ ὁ σπλήν. Τὰς δὲ δυστοκούσας γυναῖκας διατάσσει νὰ ἐκτείνωσιν ὑπτίας ἐπὶ τάπητος, ὑπεγείρωσι δὲ ἀπὸ τῶν τεσσάρων ἄκρων καὶ λικνίζωσι… διὰ νὰ πέσῃ τὸ παιδί, ἀναπαριστῶν ἀσυνειδήτως τὸ ἐν τῷ Δὸν Κιχώτῃ κωμικώτατον πάθημα τοῦ Σάντσου Πάνθα. Λέγεται δ’ ἔτι, ὅτι, πρὸ ἐτῶν ἔδωκεν εἴς τινα δυσκοίλιον καταπότια, τόσον δραστήρια, ὥστε ἐκ τῶν ἀδιακόπων στρόφων καὶ κενώσεων ὁ ἀσθενὴς ἀπεβίωσεν. Οἱ συγγενεῖς ἀναγγέλλουν περίλυποι τὸ δυστύχημα εἰς τὸν ἰατρόν. Ἀλλ’ οὗτος ἐρωτᾷ ἀταράχως:

— Καὶ πόσα χέρια τὸν ’πῆγε;

— Ἕως πενῆντα, γιατρέ.

— Ὤ, δὲν εἶνε τίποτε. Ἂν ἐζοῦσε, θὰ τὸν πήγαινε ἑκατὸν πενῆντα! Δὲν ξεύρετε, τί περίφημα χάπια εἶνε αὐτά!!

Θαυμάσιος ἰατρὸς ὁ Κὺρ Ἀνδρέας.

Ἐπειδή, ὡς εἴρηται, εἶνε ἰατρὸς καὶ μάγος, θεραπεύει καὶ τὴν ἀνδρικὴν ἀνικανότητα, τὸ λεγόμενον ἀμπόδεμα, διατείνεται δέ, ὅτι κατέχει ἀπόρρητα βότανα, ὡς τὸ σερνικοβότανον πρὸς ἀρρενογονίαν, τῆς ἀγάπης τὸ βοτάνι διὰ τοὺς δυσέρωτας καὶ ὅτι εἶνε ἱκανὸς ν’ ἀνανεώσῃ τοὺς γέροντας, ὡς τὸν Φάουστ ὁ Μεφιστοφιλῆς καὶ τοὺς καταστήσῃ μακροβίους, ὡς ἄλλος δόκτωρ Βράουν — Σεκάρ, ἄνευ ὑποδερματικῶν ἐγχύσεων, ἀλλὰ διὰ φίλτρων καὶ μαγγανειῶν…

Καὶ τόρα, τί θὰ εἴπητε πλέον: Ἔχει ὁ κόσμος ἄλλον, τοιοῦτον θαυματουργόν, ἰατρόν, κατέχοντα ὅλας τὰς κλεῖδας καὶ μυστήρια τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας; Ποῖον Πανεπιστήµιον, τίς Ἀκαδημία παρήγαγε ποτὲ τοιοῦτον φωστῆρα;

Εἰς ὅλα πρωτότυπος, εἶνε τοιοῦτος καὶ εἰς τὴν φαρμακολογίαν του. Τὰ φάρμακα, ἅτινα συνήθως μεταχειρίζεται διὰ τοὺς ἀσθενεῖς του, εἶνε ἐπίσης περίεργα. Διάφορα βότανα, καθάρσια δραστήρια, τὸ αἷμα τῶν ἐννιὰ ἀδερφιῶν, χολὴ ἀκανθοχοίρου, τέφρα ἀκρίδος, διπλοῦν τεμάχιον πανίου, ἰσομέγεθες μὲ τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀσθενοῦς, ὄρνιθες, ὠά, ἄλευρον καὶ τὰ παρόμοια ἀποτελοῦν τὴν μοναδικήν του φαρμακολογίαν. Μία συνταγή του διέταττε: «13 αὐγά, ἁρσενικά, 4 µποτίλιαις μπύραις, 2 κόταις μαύραις, 6 ὀκάδας κρασὶ μαῦρον καὶ 7 ὀκάδ. μαλλὶ μαῦρον.» Ἄλλοτε τὰ διατάττε ὅλα λευκά. Λίαν δὲ περίεργον εἶνε τὸ φάρμακον διὰ τοὺς πνέοντας τὰ λοίσθια. Ἀντὶ μόσχου συμβουλεύει νὰ δίδωσιν αὐτοῖς ἀμίλητον νερόν, δηλ. ὕδωρ, ἀντλούμενον κατὰ τὸ μεσονύκτιον ἐν βαθυτάτῃ σιγῇ. Τὰ δὲ μέσα τῆς μαγείας του εἶνε μυστηριώδη καὶ ἄδηλα.

Οὕτως ἐνασκεῖ τὴν ἰατρικήν του, χαίρων πολλὴν ὑπόληψιν παρὰ τοῖς χωρικοῖς, τινὲς τῶν ὁποίων ἐκλαμβάνουσιν αὐτόν, ὡς Μαχάονα ἢ Ἀσκληπιόν, ὡς ὃν ὑπεράνθρωπον. Ἀμείβεται δὲ εἰς χρήματα καὶ διάφορα προϊόντα καὶ πράγματα παντὸς εἴδους.

Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὄρους καὶ καιροὺς μετερχόμενος τὸν ἰατρόν, ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἔχει καὶ τὰς περιπετείας του, εὗρον δὲ αὐτὸν πολλάκις σκληρόταται συμφοραί. Πολλάκις ἐξυλοκοπήθη ἀνηλεῶς· τὸν ἔχουν κατασβολώσει διὰ χημικῆς μελάνης· ἐξηναγκάσθη ἄλλοτε νὰ φάγῃ δέκα συγχρόνως καταπότια, ἅτινα διέταξεν εἴς τινα προσποιηθέντα δυσκοιλιότητα καὶ ἔπαθε τῶν παθῶν του τὸν τάραχον καὶ ἄλλοτε ἄλλους ὑπέστη κινδύνους.

Ἡ μικροτέρα τῶν ἀτυχιῶν αὐτοῦ ἦν ἡ εἰς το Πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίου εἰσαγωγή του πρό τινων ἐτῶν, καταγγελθέντος, ὅτι μετέρχεται τὸν ἰατρὸν ἄνευ ἀδείας. Ἡ δίκη ἦτο φαιδροτάτη καὶ διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀλλοκότου ἰατρικοῦ του βίου καὶ διότι ὁ Κὺρ Ἀνδρέας παρουσίασεν εἰς τὸ δικαστήριον, ὡς δίπλωμά του, ἐκεῖνο, ὅπερ εἶχε λάβει ἐν Τριπόλει τὴν 1ην Ἀπριλίου 1861. Τὸ δὲ Πλημμελειοδικεῖον τὸν ἀπήλλαξε πάσης ποινῆς, ὡς ἀκαταλόγιστον, ἐν μέσῳ ὁμηρικῶν γελώτων καὶ γενικῆς ἐκτάκτου ἱλαρότητος, ἐκραγείσης, ὅτε ὁ κατηγορούμενος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐσπούδασεν εἰς τὴν Πίσσαν τῆς Ἀγγλίας! Τὸ νοστιμώτερον δὲ εἶνε, ὅτι ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἔλαβε, κατὰ συμβουλὴν τοῦ ἀστείου δικηγόρου του, ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως καὶ τὸ ἐπιδεικνύει πάντοτε κομπάζων καὶ ἀμυνόμενος διὰ τοῦ δεδικασμένου τοῦ ἀκαταλογίστου.

III.
ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

Ὅσα ἔδη ἐξιστόρησα — διότι ἱστορικὰ γεγονότα εἶνε καὶ οὐδ’ ἴχνος φαντασίας ἢ μύθου ὑπάρχει ἐν αὐτοῖς — σᾶς ἔδωκαν, ὑποθέτω, ἱκανὴν ἰδέαν περὶ τοῦ ἥρωος τῆς ἠθογραφίας ταύτης. Διὰ νὰ γνωρίσητε ἐν τούτοις αὐτὸν καλλίτερον, διὰ νὰ τὸν ἐκτιμήσητε ὀρθότερον, εἶνε ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλαι τινὲς σελίδες τοῦ ἰατρικοῦ βίου του.

Ἐν αὐταῖς θὰ τὸν ἴδητε μέγαν καὶ θαυμαστόν, δρῶντα παρατόλμως ἐν κρισίμοις περιστάσεσιν, ὡς ἰατρὸν ἢ μάγον καὶ ῥιψοκινδυνεύοντα εἰς σκληρὰς δοκιμασίας. Εἶνε παράδοξα, ἔκτακτα καὶ κωμικώτατα ἀνέκδοτα, ἅτινα θὰ συμπληρώσωσι τὰς ἐντυπώσεις σας, ἡ δὲ φήμη τοῦ πολυθρυλήτου Κὺρ Ἀνδρέα συνδέεται μετ’ αὐτῶν ἀναποσπάστως, ὡς χρυσῶν τῆς ἀθανασίας του περγαμηνῶν. Ἑτοιμάσθητε νὰ ἴδητε τὸν περίφημον κομπογιαννίτην, ποιοῦντα σημεῖα καὶ τέρατα καὶ ν’ ἀναλογισθῆτε μέχρι τίνος βαθμοῦ δύναται ν’ ἀπομωρανθῇ καὶ ἀποτυφλωθῇ ὁ θνητὸς καὶ πῶς διαλάμπει ἡ πυγολαμπὶς ἐν μέσω βαθυτάτης σκοτίας.

Τὰ τοιαῦτα ἐπεισόδια τοῦ βίου του εἶνε πάμπολλα, θὰ μάθητε ὅμως ὅσα ἠδυνήθην νὰ περισυλλέξω· πολυπληθῆ δὲ ἄλλα, ὧν βρίθει ἡ πολυτάραχος ζωή του, μένουσιν ἄγνωστα εἰς πολλούς, διεσπαρμένα τῇδε κακεῖσε, ὡς ἀπολωλότες θησαυροί.

Ἔφαγεν ἄλογον. — Ὅτε ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἐσπούδαζε τὴν ἰατρικὴν καὶ προσεκολλήθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐμπειρικοῦ ἰατροῦ, παρεκάλεσεν αὐτὸν νὰ τὸν μάθῃ ὀλίγην ἰατρικήν, διὰ νὰ τὸν ἀναπληροῖ ἀσθενοῦντα ἢ ἀπόντα. Ὁ πονηρὸς καὶ ἀστεῖος ἰατρὸς παρέστησε τῷ νεαρῷ ὑπηρέτῃ του, ὅτι ἡ ἰατρικὴ εἶνε εὐκολώτατον καὶ πρόχειρον.

— Ἄκουσε, τῷ λέγει. Εἰς τὴν πρώτην ἐπίσκεψιν τοῦ ἀῤῥώστου διάταξον ὅ,τι σοῦ ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦν, ἕνα ζεστό, μίαν ἀφαίμαξιν κ.τ.λ. καὶ δίαιταν. Κατόπιν δέ, ἂν ἰδῆς, ὅτι ἐχειροτέρευσε, κύτταξε τριγύρω καὶ θὰ ἰδῆς καμίαν φλούδα πεπονίου, µήλου κλπ. καὶ ἐπίπληξε τὸν ἀσθενῆ, ὅτι ἔφαγε πεπόνι κλπ. καὶ ἐχειροτέρευσεν, διότι οἱ ἀσθενεῖς εἶνε λαίμαργοι καὶ εἶνε σπάνιον νὰ μὴ φάγουν ὅ,τι τρώγουν ἄλλοι ἐμπρός των. Θύμωσε τότε, διαμαρτυρήσου καὶ ἃς γίνῃ ὅ,τι γίνη. Ἐκατάλαβες;

— Αὐτὸ εἶνε; ἀπεκρίθη ὁ Ἀνδρέας περιχαρής. Μὰ τότε ἐγώ, ἀφέντη, εἶμαι ἀπὸ τόρα σωστὸς γιατρός.

— Σωστὸς καὶ πρόσβαρος μάλιστα!

Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ Ἀνδρέας ἐπεσκέφθη ἀσθενῆ χωρικὸν καὶ τῷ διέταξε κλύσματα καὶ δίαιταν. Εἰς τὴν νέαν ὅμως ἐπίσκεψιν τὸν εὗρεν εἰς χειροτέραν κατάστασιν. Ἀμέσως τότε κυττάζει τριγύρω καί… συνοφρυοῦται, ἐξάπτεται καὶ φωνάζει, διατρέχων τὸ δωμάτιον, μὲ στόμφον Σγαναρέλου.

— Μά, καϋμένοι ἄνθρωποι, εἶσθε ζῶα τετράποδα. Τί ἦταν πάλι αὐτὸ, ποῦ τὸν ἀφήσατε καὶ ἔφαγε!

— Τίποτε, γιατρέ μου, τίποτε δὲν ἔφαγε.

— Τίποτε αἴ!… ὁρίστε. Ἔχουμε κι’ ἀπ’ αὐτά! Πολεμᾶτε νὰ γελάσετε τὸν γιατρὸ μασκαράδες. Μὴ χειρότερα!… Τί λαιμαργία, γιὰ ὄνομα Θεοῦ!

— Μά, κὺρ γιατρέ....

— Σούτ! — διέκοψεν ὀργίλως ὁ Καραμεσούτης. Πολὺ καλὰ τὸ βλέπω ἐγώ, τί ἔφαγε. Νά! ἔφαγε ἄλογο!!

Εἰς τὴν γωνίαν ἦτον ἓν σάγμα καὶ ὁ Κὺρ Ἀνδρέας τὸ ἐθεώρησε φλοιὸν ἵππου!

Ἓν παράδειγμα τῆς διαγνωστικῆς του. — Δικηγόρος τις τὸν ἠρώτησεν ἀπὸ τί πάσχει, διότι, ὅτε ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ δικαστήριον, ᾐσθάνετο πολλὴν ἀτονίαν.

— Ἁπλούστατον, ἀποκρίνεται ὁ ἰατρὸς. Ὡμίλησες πολὺ εἰς τὸ δικαστήριον.

— Ὄχι, ἐξοχώτατε, δὲν ὡμίλησα ποσῶς.

Ὁ ἰατρὸς ἀπορεῖ καὶ σκέπτεται.

— Ἆ! θὰ ἦτο τὸ παράθυρον ἀνοικτὸν καὶ ἐκρυολόγησες. Αὐτὸ εἶνε ἐξάπαντος.

— Οὔτε αὐτὸ, γιατρέ. Τὰ παράθυρα ἦσαν ὅλα κλειστά.

Ὁ ἰατρὸς συνοφρυοῦται.

— Πίσω μου, διάβολε, Σατανᾶ!.... Μὰ τότε θὰ ἦτον ἀπὸ.... κακὴ ὥρα. Πότε σοῦ πέρασε;

— Ἅμα ἔφαγα. Μὴν ἦτο, γιατρέ, ἀπὸ πεῖνα;

— Μάλιστα, μάλιστα. Ἀπὸ πεῖνα βεβαιότατα· χωρὶς ἄλλο πεῖνα ἦτο.

Ὡστόσο τὸ βρῆκες, γιατρέ!

— Ἄμ’ τί ἐνόμισες, Κύριε! Μοῦ διαφεύγει τίποτε;....

Δύο ἰατροδικαστικαὶ ἐκθέσεις του. (Πιστὰ ἀντίγραφα, πλὴν τῆς ὀρθογραφίας.).
α′.
Βασίλειον τῶν Ἑλλήνων Γεωργίου τοῦ Α′.
Ἔκθεσις τοῦ Κυρίου Ἰατροῦ Ἀνδρέα Δ. Καραμεσούτη.

Ἐμετέβην εἰς τὴν οἰκίαν Χρήστου Σταθοπούλου κατ’ αἴτησίν του πρὸς ἐπίσκεψιν τοῦ υἱοῦ του Γεωργίου. Εὖρον αὐτὸν κτυπημένον διὰ πυροβόλου πιστολίου εἰς τὴν δεξιὰν παλαιὰν[2] τῆς κόμης κεφαλῆς αὐτοῦ. Ταῦτα θέλω πιστοποιήσει κατ’ αἴτησιν τοῦ Κ. ἰατροῦ.

Α. Δ. Καραμεσούτης.

Ὅτι ἡ δεξιὰ παλαιὰ γεμίσας πυρίτιδα καὶ ὁ δεξιὸς ὀφθαλμὸς καὶ εἰς τὸν δεξιὸν μέλιγκον, θέλει καὶ καταχορηγηθῇ ἡ ἔκθεσις εἰς τὸν Κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πρωτοδικῶν νὰ τιμωρηθῶσιν ὅ,τι ὁ Νόμος καὶ ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ.

Τὸ τράβμα αὐτὸ θέλει ἰσχύσει ἐννέα ὑπὲρ τῶν ἐννενήκοντα ἡμερῶν.

Καὶ εἰς ἔνδειξιν ὑποφαίνομαι ὁ ὑποσημειούμενος ἰατρὸς

Α. Δ. Καραμεσούτης.

Ἐν Κάτω Μπέλεσι τὴν 14 Φεβρουαρίου 1870· ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 2. Μ.Μ.

ἰατρὸς
Α. Δ. Καραμεσούτης.
β′.
Ἔκθεσις.

Κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Γεωργ. Κ.... ἐπεσκέφθην τέσσαρας αἶγας του. Ἀπέθαναν ἀπὸ φαρμάκι, ῥιμμένο εἰς τὴν πλάκα ἀπάνου, ὡς καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ· καὶ ἂν δὲν ἐπέθαιναν, θὰ ζοῦσαν. Ὅμως ἤθελον νοσήσει πλέον τῶν 10 ἡμερῶν. Κατ’ αἴτησίν του δίδω τὴν παροῦσαν διὰ τὸ δικαστήριον.

Καπαρέλι 5 Μαΐου 1888.
ἰατρὸς
Α. Δ. Καραμεσούτης.

Κάμε καλὸ στοῦ διαβόλου τὸ χωριό! — Ἐν Λυρκείᾳ ἠσθένει τις βαρέως ἐκ πνευμονίας. Ἐκλήθη ἐγχώριος ἐπιστήμων ἰατρὸς καί, ἰδὼν αὐτὸν ἐπιθάνατον, οὐδὲν διέταξε φάρμακον.

Μετ’ αὐτὸν καλεῖται ὁ Καραμεσούτης, ὅστις βεβαιοῖ, ὅτι θὰ τὸν θεραπεύσῃ. Δίδει τῷ ἀσθενεῖ φάρμακά τινα καὶ διατάσσει νὰ σφάξωσιν ἕνα ἀμνόν.

Οἱ ἰατροὶ τρώγουσι μετ’ ἐκτάκτου ὀρέξεως τὸν νοστιμώτατον ἀμνόν. Αἴφνης εἷς τῶν οἰκείων τοῦ ἀσθενοῦς τρέχει, λέγων τῷ Κὺρ Ἀνδρέᾳ:

— Γιατρὲ ψυχομαχάει.

— Δὲν ἔχει τίποτε! ἀποκρίνεται ὁ ἰατρὸς. Καὶ τρώγει.

— Γιατρὲ πεθαίνει, ἔρχεται ἄλλος περίφοβος φωνάζων.

— Δὲν ἔχει τίποτε, σᾶς λέω! καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τρώγῃ μακάριος ἰατρός.

— Γιατρὲ ἐτελείωσε! ἔρχεται τρίτος, ὀλολύζων.

— Δὲν ἔχει τίποτε, βρὲ ζῶα!!....

Ἀλλ’ ἀκούονται θρῆνοι καὶ ὀλοφυρμοὶ ἐκ τοῦ θαλάμου τοῦ ἀσθενοῦς καὶ ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἐγείρεται νὰ φύγῃ. Τότε ὅμως τὸν προφθάνει εἷς συγγενὴς τοῦ θανόντος μεθ’ ἡρακλείου ῥοπάλου καὶ τῷ καταφέρει λυσσωδῶς παρὰ μίαν τεσσαράκοντα, μόλις δὲ σώζει αὐτὸν ἀπὸ βεβαίου θανάτου ὁ ἀγαθὸς συνάδελφός του.

Καὶ ὁ Κὺρ Ἀνδρέας, ἀναχωρῶν:

— Ὁρίστε! λέγει. Κάμε καλὸ στοῦ διαβόλου τὸ χωριό! Ἀλλά, τί νὰ εἰπῇς! Αὐτὰ ἔχει ἡ ἐπιστήμη. Σηκόνει καὶ ξύλο !

Ἰατρομαγεία. — Εἰς χωρικόν, ἀσθενοῦντα ἐπικινδύνως, ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ὑπόσχεται νὰ μὴ φύγῃ, πρὶν ἢ τὸν θεραπεύσῃ. Ἀφοῦ ἔλαβε πᾶν ὅ,τι ἠδυνήθη εἰς ἀμοιβήν του, εἶδε δέ, ὅτι ὁ ἀσθενῆς ἦτον εἰς τὰ ἔσχατα, διέταξε τοὺς οἰκείους του νὰ κλεισθῶσιν ὅλοι ἐν τῷ οἴκῳ καὶ καθήσουν ἐν τῷ μέσῳ, κύκλῳ λέβητος κενοῦ καὶ ἀτενίζωσιν εἰς τὸν πυθμένα αὐτοῦ, ἀκίνητοι, ἕως οὗ ἀκούσουν τρεῖς λιθοβολισμοὺς εἰς τὴν στέγην, τότε δὲ ν’ ἀνοίξουν τὴν θύραν, διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁ ἰατρὸς καὶ τὸν θεραπεύσῃ εὐθύς. Ἡ θεραπεία συνωδεύετο ὑπὸ μαγείας.

Οἱ ἀπλοϊκώτατοι χωρικοὶ ἐξετέλεσαν κατὰ γράμμα τας διαταγάς του. Ἀλλ’ ὁ ἰατρός μας, κλείσας αὐτοὺς ἐν τῷ οἴκῳ, ἀναβαίνει τὸν ἡμίονόν του καὶ φεύγει δρομαίως, ἐκεῖνοι δέ.... ἀκόμη τὸν περιμένουν.

Ἰατρικὸν συμβούλιον. — Μέγα ἰατρικὸν συμβούλιον συνεκροτήθη περὶ τὴν κλίνην πάσχοντος ἐκ κακοήθους πυρετοῦ ἐν Λυρκείᾳ, ἐκ δύο τελειοφοίτων τῆς Ἰατρικῆς, τοῦ Κὺρ Ἀνδρέα καὶ δύο συναδέλφων του.

— Τί φρονεῖς, Κὺρ Ἀναγνώστη; ἠρώτησεν ὁ εἷς τελειόφοιτος.

— Φρονῶ, ὅτι ἔχει ζέστη καὶ πρέπει νὰ τοῦ βγάλωμεν αἷμα καὶ τοῦ βάλωμεν τριάντα βδέλλαις.

— Αἷμα! βδέλλαις!! Τί λές, βρὲ ξυλοσχίστη, λέγει ὁ ἄλλος. Ὄχι, ὄχι, ὄχι! Εἶνε ἀπὸ κακὴ ὥρα καὶ νὰ φέρωμεν παπᾶν νὰ τὸν διαβάσῃ.

— Κολοκύθια μὲ τὴ ῥίγανη! φωνάζουν οἱ τελειόφοιτοι. Ἔχει κακοήθη πυρετὸν καὶ κιννίνο γρήγορα.

— Κακοήθεις εἶσθε σεῖς, τσαρλατάνοι! ἐπανέλαβεν ὁ πρῶτος. Ἅμα πάρῃ κιννίνο, θὰ πεθάνῃ μωρέ!

Οἱ ἰατροὶ δὲν συνεφώνουν, ὁ ἀσθενὴς ἐσφάδαζεν εἰς σπασμοὺς καὶ οἱ τελειόφοιτοι, διὰ νὰ συνεννοηθοῦν δῆθεν γαλλιστί, ἤρχισαν νὰ λέγουν στίχους τῆς Madame Angot.

— Δὲν συμφωνῶ μαζῆ σας! προτείνω καθάρσια, ἀνέκραξεν ὁ Κὺρ Ἀνδρέας, διὰ νὰ μὴ ἐκληφθῇ, ἀγνοῶν τὴν Γαλλικήν.

Τότε ἡ σκηνὴ μεταβάλλεται. Οἱ λοιποί, θεωρήσαντες, ὅτι ὑβρίζονται διὰ ξένης γλώσσης, ἐξάπτονται κατὰ τῶν τελειοφοίτων καὶ οἱ πέντε ἰατροί, ἐκ τῆς διχονοίας τοῦ συμβουλίου, εἰς ὃ καθυβρίσθησαν ἀλλεπαλλήλως ἐπὶ ἀμαθείᾳ καὶ ἀνικανότητι καὶ ἠρεθίσθησαν εἰς ἄκρον, ὑψοῦσι τὰς ῥάβδους καὶ συµπλέκονται.....

Ἐν τῷ μεταξὺ ἀποθνήσκει ὁ ταλαίπωρος ἀσθενῆς καὶ ἡ σύζυγός του, κλείσασα τοὺς ὀφθαλμούς του… σπεύδει εἰς τοὺς ἀλληλοδερομένους ἰατρούς, ὀλολύζουσα, καὶ μετὰ πολλοῦ κόπου τοὺς καθησυχάζει καὶ ἀποπέμπει.

Ἀνάλογον ἰατρικὸν συμβούλιον, ἀλλὰ διαφόρου λύσεως, σατυρίζει ὁ Βαλαρᾶς. Μονογενής, υἱὸς εὐγενῶν γονέων, ἠσθένησε βαρέως ἐκάλεσαν δὲ τέσσαρας θαυμαστοὺς τῆς χώρας ἰατρούς. Οἱ ἐξοχώτατοι διασκέπτονται, ἀλλὰ διίστανται εἰς τὴν διάγνωσιν καὶ θεραπείαν, ὁ εἷς διατάσσει φλεβοτομίαν, ὁ ἕτερος ἐμετικόν, ὁ τρίτος καθάρσιον καὶ ὁ τέταρτος ἐρεθιστικά. Ἐκ τῆς λογομαχίας ὅμως τῶν ἰατρῶν ὁ ἀσθενῆς τόσον ἐστενοχωρήθη, ὥστε διέβρεξε τὸ σῶμα του ἱδρὼς πολύς, ἐζήτησε ν’ ἀλλάξῃ ἐνδύματα, ἐκοιμήθη καὶ ἔγινε καλλίτερα, ἐν ᾧ οἱ ἰατροὶ φεύγουν ἐκεῖθεν ἄπρακτοι καὶ ἀκόμη φιλονεικοῦντες.

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥ.

— Γιατρὲ δὲν μπορῶ· δὲν εἶμαι καλά, γιατρέ μου, εἶπε τῷ Κὺρ Ἀνδρέᾳ ἀγαθὸς ἱερεύς, πάσχων ὑδροπικίαν.

— Δὲν ἔχεις τίποτε. Φέρε μου 6 κοκόρια ἄσπρα, 6 ὀκάδες κρασὶ ἄσπρο, 6 ὀκάδες μαλλιὰ ἄσπρα καὶ 6 ὀκάδες βούτυρο καὶ θὰ σὲ κάμω καλά, φοβιτσιάρη!

— Ν’ ἁγιάσουν ᾑ ψυχούλαις τῶν πεθαμμένων σου, εὐλογημένε μου. Ὁ Θεὸς σ’ ἔβαλ’ ἐμπρός μου.

Καὶ τὰ ζητηθέντα ἐδόθησαν αὐθωρεὶ τῷ ἰατρῷ, ὅστις ἀντέδωκεν ἓν ἰατρικόν του.

Την ἐπιοῦσαν ὁ Κὺρ Ἀνδρέας τὸν βλέπει πάλιν.

— Αἴ, πῶς εἶσαι σήμερα, παπούλη; Καλλίτερα βέβαια.

— Φτύσ’ τὸν κόρφο σου, γιατρέ μου. Χειρότερα.

Ὁ ἰατρὸς συνωφρυώθη καὶ ἐβυθίσθη εἰς βαθυτάτην σκέψιν. Μεθ’ ὃ προσέθηκε:

— Γιά, νὰ ἰδοῦμε καλλίτερα!

Καὶ μετὰ μικρόν, ὡσεὶ ἀνακαλύψας, ἐψιθύρισε θλιβερῶς πως, ὑψῶν τὰς ὀφρῦς:

— Ἆ! Ἆ! Ἆ! Παπᾶ μου, πολὺ ἄσχημη ἀρρώστια ἔχεις.....

— Τί ἔχω λοιπόν, ντετόρε μου;

— Ἔχεις… ἔχεις… Δὲν βλέπεις κοιλιά; Ἔχεις-ἔξω ἀπ’ τῇ φαμίλια σου! — ἔχεις τὸν διάβολο μέσα σου!—

Εἰς τὸ ἀπαίσιον ἄκουσμα παρ’ ὀλίγον ὁ ἀγαθός, ὁ ἀπόνηρος, ἱερεὺς νὰ πέσῃ κεραυνόπληκτος. Ἀναλογισθεὶς τὴν ἁμαρτίαν, τὰ δεινὰ τῆς κολάσεως, ὅπως τὰ εἶχεν ἀναγνώσει εἰς τὰ Ἐκκλησιαστικὰ συναξάρια καὶ τὴν ἄφευκτου ἀπώλειαν τῆς ψυχῆς του, ἤλλαξεν ὄψιν, ὠχρίασεν, ὡς πτῶμα, ὠρθώθησαν αἱ τρίχες καὶ ἐξηγριώθησαν οἱ ὀφθαλμοί του. Καὶ εὐθύς, στραφεὶς πρὸς ἀνατολάς, ἤρξατο σταυροκοπούμενος, δεόμενος καὶ ἀπαγγέλλων τοὺς πρὸς τοὺς πάσχοντας ὑπὸ δαιμόνων ἐξορκισμοὺς τοῦ Μεγ. Βασιλείου:

— «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς! Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς!.... Φτοῦ, φτοῦ, φτοῦ, ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!

....................................................................................................................................................................................................................................................

Δέσποτα Κύριε, καὶ ἐξέλασον ἀπ’ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ.... Ὁρκίζω σε, πνεῦμα ἀκάθαρτον, κατὰ τοῦ Θεοῦ Σαβαὼθ καὶ πάσης στρατιᾶς ἀγγέλων Θεοῦ, Ἀδωναΐ, Ἐλωΐ, Θεοῦ παντοκράτορος, ἔξελθε καὶ ἐπαναχώρησον ἀπὸ τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ τοῦδε… Βελζεβούλ, δρακονταειδῆ καὶ θηριοπρόσωπε, ἔξελθε, ὅτι μέγας ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ μεγάλη ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν!....»

Ἡ σκηνὴ ἦτον ἐκτάκτως τραγικοκωμική. Ἐν ᾧ ὁ δυστυχὴς ἱερεύς, κλαίων καὶ θρηνῶν, ἐδέετο οὕτω καὶ ἔτρεμε, κάθιδρως ἐξ ἄκρας συγκινήσεως, ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἀπαθὴς ἐμειδία, οἰκτείρων· καὶ ὅτε ὁ ἱερεὺς διέκοψε τὰς δεήσεις του καὶ συνῆλθεν ὀπωσοῦν, προσέθηκε:

— Καλὰ εἶνε καὶ αὐτὰ παπᾶ μου· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ὠφελοῦν. Ἐγὼ θὰ σοῦ βγάλω τὸ δαιμόνιον πολὺ εὐκολώτερα καὶ θὰ τὸ σκοτώσωμεν μὲ.... μάγια.

— Μάγια!! ἀνέκραξεν ὁ εὐσεβὴς ἱερεύς, τρέμων καὶ ὡσεὶ παράφρων. Μ’ ἐκόλασες, θεοκατάρατε. Πάτερ ἡμῶν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς!.... ἐτραύλισε καὶ ἔπεσε λιπόθυμος.

Ὁ ἰατρὸς συνεβούλευσεν εἰς τοὺς οἰκείους του ὑπομονὴν καὶ ἐπέμεινε καὶ τοὺς ἔπεισε νὰ συγκατατεθοῦν εἰς τὴν διὰ μαγείας θεραπείαν. Διέταξε δέ, ἵνα τὴν ἐπιοῦσαν περὶ τὸ λυκαυγές, ὅταν ἰδίως λαλοῦν οἱ ἀλέκτορες, δώδεκα πλησιέστεροι συγγενεῖς καὶ φίλοι τοῦ πάσχοντος περικυκλώσωσι τὴν οἰκίαν του ἔνοπλοι καὶ πυροβολήσωσιν ὠρυόμενοι δωδεκάκις ἕκαστος διὰ νὰ φονεύσωσι τὸ δαιμόνιον, ὅπερ τὴν ὥραν ἐκείνην θὰ ἐκβάλῃ αὐτὸς ἐκ τῆς κοιλίας καὶ οἰκίας τοῦ ἱερέως.

Ἡ διαταγὴ τοῦ ἰατροῦ ἐξετελέσθη, ἐν ᾧ αὐτὸς ἀπὸ μέσων νυκτῶν ἤδη ᾤχετο ἀπιών, ἐφ’ ἵππου καλπάζοντος,

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΓΥΜΝΟΥ.

Ἂν τύχη ν’ ἀναγνώσητε εἰς τὸν Διογένη τὸν Λαέρτιον ὅτι ὁ κυνικὸς Μενέδημος εἰς τόσον βαθμὸν τερατείας ἔφθασεν, ἀναλαβὼν σχῆμα Ἐριννύος, περιέτρεχε λέγων, ὅτι ἀφίκετο ἐκ τοῦ ᾍδου, ἀπεσταλμένος ὑπὸ τῶν δαιμόνων, διὰ νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ κρατῇ σημειώσεις περὶ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὅτι ἄλλος, ἀναιδέστερος ἀγύρτης, πνεόντων ποτὲ ἐτησίων ἀνέμων σφοδρῶς καὶ καταστρεφόντων τοὺς καρπούς, διέταξε νὰ ἐκδάρωσιν ὄνους καὶ κατασκευάσωσιν ἀσκούς, λαβὼν δὲ αὐτοὺς διέτρεχε τοὺς λόφους καὶ τὰς ἀκρωρείας διὰ νὰ συλλάβῃ τοὺς ἀνέμους, μὴ ἀπορήσητε διὰ τὴν θρασύτητά των καὶ την μωρίαν καὶ δεισιδαιμονίαν τοῦ ὄχλου. Ὁ Κὺρ Ἀνδρέας κατώρθωσέ τι τερατωδέστερον.

Το χωρίου Γυμνὸν τῆς Ἀλέας μαστίζεται συνήθως ἐξ ἑλωδῶν πυρετῶν. Κατὰ τὸ ἔτος ὅμως 1875 ὑπέφερε δεινότερον καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων ἠσθένησαν καὶ πολλοὶ ἀπέθνησκον, κατέλαβε πάντας φόβος καὶ τρόμος.

Ἐπεφάνη τότε ὁ κὺρ Ἀνδρέας, κληθεὶς νὰ θεραπεύσῃ ἀσθενεῖς. Ἀλλ’ ὁ πονηρὸς, ἰατρὸς ἐπὶ τῇ περιστάσει ταύτῃ συνέλαβε καὶ ἐπραγματοποίησε τολμηρότερον σχέδιον.

Ἔπεισεν ὁ κατεργάρης τοὺς ἀφελεῖς καὶ περιφόβους χωρικούς, ὅτι εἰς μάτην οἱ ἰατροὶ καὶ τὰ ἰατρικά, διότι εἰς τὸ χωρίον των ἔχουν ἕνα πολὺ τρομερὸν θηρίου, ἕνα στοιχειό, ποῦ τοὺς τρώγει καὶ ἀποθνήσκουν. Φοβερὸν θηρίον, ποῦ βυζαίνει γάλα ἀπὸ τὸ φεγγάρι καὶ μουγγρίζει τὸ φεγγάρι! καί, ὅτι, ἂν δὲν σκοτωθῇ, τὸ θηρίον αὐτὸ θὰ τοὺς φάγῃ ὅλους καὶ δὲν θὰ μείνῃ ῥουθοῦνι.

Οἱ χωρικοὶ τὸν ἤκουον, ῥιγοῦντες καὶ ἐν ἄκρᾳ συγκινήσει καὶ ἠρώτησαν:

— Καὶ πῶς θὰ γλυτώσουμε ἀπ’ αὐτὸ καὶ νὰ πάψῃ τὸ θανατικό;

— Τὸ σκοτόνω ἐγώ! ἀνέκραξε μετὰ στόμφου ὁ Κὺρ Ἀνδρέας, φθάνει νὰ κάμετε ὅ,τι σᾶς πῶ.

— Ὅ,τι μᾶς ’πῆς, Κὺρ γιατρέ, μὲ τοὺς ὁρισμούς σου.

— Ἀκούσατε λοιπὸν. Νὰ μοῦ δώσετε 300 δραχ. μετρητάς, 50 ὀκ. μαλλιὰ καὶ ἀπὸ ἀλεῦρι, τυρὶ καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔχει καθένας σπίτι του, ὅσα ἔχετε εὐχαρίστησιν καὶ ἀκόμη ἕνα τουφέκι δίκαννον καὶ μπαρούτη, πολλὴ μπαρούτη.

— Ὅλα καλά, γιατρέ. Μὰ γιὰ τὰ μετρητὰ θὰ δυσκολευθοῦμε, γιατί ὁ Θεὸς ξέρει τὴ φτώχια μας.

— Μοῦ εἶνε ἀδιάφορον! Θερίο τὸ λέν’ αὐτὸ, στοιχειό, ποῦ βυζαίνει τὸ φεγγάρι, τ’ ἀκοῦτε, ζῷα; Φεύγω καὶ ἡ ἁμαρτία στὸ λαιμό σας.

— Μή, μή, γιὰ τὸ Θεό, μὴ φεύγῃς, Κὺρ γιατρέ, γιατί χαθήκαμε. Θὰ πουληθοῦμε καὶ θὰ τὰ οἰκονομήσουμε κι’ αὐτά.

— Μιλημένα, τιμημένα! προσέθηκεν ὁ Κὺρ Ἀνδρέας, θριαμβεύων. Τόρα νὰ κλεισθῆτε ὅλοι μὲ τοὺς σκύλους σας εἰς τὰ σπίτια σας ἀπόψε, γιατί θὰ τὸ σκοτώσω καὶ θὰ γίνῃ κοσμοχαλασιά. Φέρετέ μου τὸ τουφέκι καὶ μπαρούτη.

Την νύχτα τὸ χωρίον ὡμοίαζε πρὸς νεκρούπολη. Περὶ δὲ τὸ μεσονύκτιον ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἐξῆλθε μόνος, ἐν ἀδαμιαίᾳ σχεδὸν περιβολῇ καὶ διέτρεχε τὸ χωρίον, φωνάζων, ἀλαλάζων, ὠρυόμενος ὡς λύκος καὶ πυροβολῶν εἰς διαφόρους θέσεις οἱονεὶ παλαίων μὲ τὸ θηρίον… ἐν ᾧ οἱ χωρικοὶ ἠγρύπνουν, ὑποσχόμενοι ἀφιερώματα εἰς ὅλους τοὺς ἁγίους διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του.

Ἅμα δὲ τῇ πρωΐα ἐξῆλθον οἱ χωρικοί, ἀγωνιῶντες διὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ Κὺρ Ἀνδρέας τοὺς διεβεβαίωσεν, ὅτι ἐφόνευσεν ἐπὶ τέλους τὸ τρομερὸν θηρίον καὶ διέταξεν αὐτοὺς νὰ καύσωσι μικράν, ἐκεῖ πλησίον, λόχμην, διότι εἰς αὐτὴν κατέφυγε τὸ στοιχειὸ πληγωμένον, διὰ νὰ καῇ καὶ γίνῃ στάκτη!

Ἠλάλαξαν ἐκ χαρᾶς οἱ ἀφελεῖς χωρικοί, ἔθεντο πῦρ εἰς τὴν ὑποδειχθεῖσαν λόχμην καὶ ἐπεδόθησαν ἔξαλλοι εἰς ᾄσµατα, χοροὺς καὶ πάνδημον βακχείαν. Μετὰ ταῦτα δέ, ἀμείψαντες τὸν σωτῆρα των μὲ τὰ ὑποσχεθέντα γενναίως, προέπεμψαν αὐτὸν ἀναχωρήσαντα, τιμητικώτατα διὰ ζητωκραυγῶν καὶ πυροβολισμῶν.

Δυστυχῶς ὅμως ἄνθρακες ὁ θησαυρός των. Τὸ κακὸν δὲν ἐξηλείφθη ἐκ τοῦ χωρίου καὶ αἱ νόσοι καὶ οἱ θάνατοι ἐξηκολούθησαν. Μετά τινα δὲ καιρόν. οἱ χωρικοὶ ἐπανεῖδον τὸν Κὺρ Ἀνδρέαν, ὅστις εἰς τὰ παράπονά των ἀπήντησε σοβαρώτατα:

— Καὶ τί παραπονεῖσθε; Το λᾶθος δὲν εἶνε ἐδικόν μου. Ἓν ἀπὸ τὰ δύο. Ἢ ἀργήσατε νὰ βάλετε τὴ φωτιὰ καὶ τὸ στοιχειὸ θὰ ἦταν μωροζώντανον καὶ ἐπρόλαβε κι ἔφυγε ἢ ἦταν θηλυκὸ καὶ ἐγέννησε ἄλλο!

— Δυστυχία μας! Ὁ Θεὸς μᾶς ὠργίσθη τοὺς κακόμοιρους καὶ θὰ χαθοῦμε… ἀνεφώνησαν οἱ ἠλίθιοι χωρικοί, ὀδυρόμενοι καὶ ἀπελπισθέντες.

IV.
ΟΙ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΑΙ

Οἱ Κομπογιαννῖται εἶνε πολυάριθμοι. Ἀποτελοῦν μυριοπρόσωπον τάγμα, ἁπανταχοῦ τῆς γῆς διεσπαρμένον καὶ ἀσύντακτον μέν, ἀλλὰ δρῶν. καὶ ἀκμάζον, ὡσεὶ συνείχετο ὑπὸ σιδηροῦ τινος κανονισμοῦ. Εἶνε κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὅλοι ὅμοιοι πρὸς ἀλλήλους καὶ ἔχουν τὰ αὐτὰ προτερήματα καὶ ἐλαττώματα. Ὕπουλοι, πονηροί, ἀσυνείδητοι, ἀμαθέστατοι, κρυψίνοες, ὑπομονητικοί, ἄπληστοι καὶ σκληροκάρδιοι, περιπλανῶνται ἐδῶ κ’ ἐκεῖ μὲ τὰς ῥάβδους, τὰ κομβολόγια καὶ τοὺς σάκκους των, διασπείροντες πανταχοῦ τὴν δυστυχίαν καὶ τὸ πένθος οἱ ἀκατάβλητοι οὗτοι λωποδύται τῶν σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν. Εἰσέρχονται εἰς τὰς οἰκίας σας μετὰ μεγίστης ἀγερωχίας καί, ὅταν κλείητε αὐτοῖς τὴν θύραν, ἀναρριχῶνται, ὡς αἴλουροι, καὶ εἰσδύουσι δεξιώτατα διὰ τοῦ παραθύρου, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ τῆς καπνοδόχου τῆς στέγης, ὡς καλικάντζαροι. Σας ἀπατῶσι καὶ σᾶς ἐμπαίζουν. Ἐκμυζῶσι τὰ βαλάντια ὑμῶν, πλούσια ἢ πενιχρά, ὡς βδέλλαι, καὶ χωρὶς νὰ ἔχητε βαρυνθῇ τὸν κόσμον ἢ ἀφορμὰς διὰ ν’ αὐτοκτονήσητε σᾶς ἀπαλλάττουν τοῦ φορτίου τῆς ζωῆς καὶ σᾶς στέλλουν, ὦ ἀπολωλότα πρόβατα, εἰς τὰς χώρας τῶν μακάρων. Σᾶς πλησιάζουν μετὰ πραότητος ἁγίου καὶ ἤθους ἀσκητοῦ καὶ σᾶς σπαράττουν οἱ κακοῦργοι μὲ σκληρότητα γυπός. Τρέφονται μὲ τὰς σάρκας σας, μὲ τὴν ὑγιείαν καὶ τὴν ζωήν σας. Σᾶς ποτίζουν δηλητήριον καὶ τὸ πίνετε προθύμως, ἐκλαμβάνοντες αὐτὸ νέκταρ ζωῆς. Σᾶς δολοφονοῦν καὶ παραπονεῖσθε κατὰ τοῦ ἀθώου Θεοῦ, ὅστις ἐν τούτοις σᾶς ἔχει δώσει λογικὸν καὶ ὀφθαλμούς, διὰ νὰ μὴ ἐμπίπτητε εἰς βόθρους. Καὶ σᾶς φονεύουν, ὄχι μόνον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχήν, συσκοτίζοντες τὸν νοῦν σας οἱ ἀλιτήριοι ἀπατεῶνες μὲ τὰ παραμύθια τῆς μαγείας καὶ μύρια ἄλλα καὶ ἔχετε τὴν ἠλιθιότητα νὰ τοὺς θαυμάζητε, ὡς ὄντα ὑπεράνθρωπα. Σᾶς ἀρέσκει, σᾶς ἐκπλήσσει, σᾶς πατᾷ τὸ ἄγνωστον, τὸ μυστήριον, πομπῶδες καὶ ὑπερφυσικὸν καὶ χάνεσθε κατὰ γράμμα, ἐν ὀδυνηρᾷ καὶ ἀτελευτήτῳ κωμῳδίᾳ, ὦ μωροὶ καὶ τυφλοί!… Τοιοῦτοι εἶνε οἱ, τόσον ἄθλιοι καὶ οὐτιδανοί, ἀλλὰ καὶ τόσον φοβεροὶ Κομπογιαννῖται καὶ τοιαύτη ἡ μωρὰ καὶ ἀμαθὴς τοῦ λαοῦ στιβάς, ἥτις πιστεύει εἰς τὴν ἀγυρτείαν των καὶ τυφλώττει πρὸς ὅσα καὶ οἷα πάσχει ἐξ αὐτῶν δεινά.

Οἱ ἀγύρται οὗτοι δὲν εἶνε τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων προϊόν, ἀλλ’ ἀρχαία λύμη καὶ βδέλλα μυριόστομος καὶ ὀλέτειρα τῆς δυστυχοῦς ἀνθρωπότητος. Ἀπὸ τῶν παναρχαίων χρόνων μέχρι σήμερον ὁ ἀμαθής, ὁ μωρός, ὁ δεισιδαίμων λαὸς εἶνε κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον πάντοτε καὶ πανταχοῦ ὁ ἴδιος, δοῦλος καὶ θῦμα τῆς πνευματικῆς αὑτοῦ σκοτίας καὶ τῶν προλήψεων. Ἐντεῦθεν οἱ ἀμαθεῖς καὶ πονηροὶ ἀγύρται, μὴ ἔχοντες ἄλλον πόρον ζωῆς, ἐξεμεταλλεύθησαν αὐτὸν πάντοτε οἰκτρότατα. Ἀναρίθμητα δὲ εἶνε τὰ θύματα τῶν ἀθλίων τούτων ἀγυρτῶν καὶ ἀπατεώνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων εἶνε ἄδηλον, ἐὰν καὶ πότε θὰ λυτρωθῇ ἡ ταλαίπωρος ἀνθρωπότης καὶ τῶν ὁποίων τὴν φήμην ὁ μωρὸς κόσμος διαδίδει καὶ μεγεθύνει πάντοτε, ὡς αἱ ᾠδικαὶ ὄρνιθες τοῦ Ψάφωνος.

Ἐν αὐταῖς ταῖς ἀρχαίαις Ἀθήναις καὶ εἰς τοὺς καλούς των ἀκόμη καιροὺς ἔζων τοιοῦτοι λυμεῶνες. Ἀναφέρονται σὺν ἄλλοις καὶ ὁ Ἑρμογένης καὶ ὁ κλινικὸς Μάρκος, οὓς καυστικώτατα ἐσατύρισεν ἡ Ἑλληνικὴ εὐφυΐα. Καὶ διὰ μὲν τὸν Μάρκον ἐλέγετο, ὅτι ἥψατο τοῦ ἀγάλματος τοῦ λιθίνου Διὸς καὶ ὁ Ζεύς, καίπερ λίθος καὶ ἀθάνατος, ἀπέθανε! Διὰ δὲ τὸν Ἑρμογένη, ὅτι τὸν εἶδε μόνον καθ’ ὕπνους ὁ Διόφαντος καὶ ἀμέσως ἔμεινε νεκρός, εἰ καὶ ἔφερε μεθ’ ἑαυτοῦ φυλακτήριον!!

Ὁ ποιητὴς Φαῖδρος, ἔν τινι τῶν μύθων του, παρίστησι σκυτοτόμον, ναυαγήσαντα εἰς τὸ ἐπάγγελμά του καὶ αὐτοχειροτονηθέντα ἰατρόν. Ἀπέκτησεν οὗτος δι’ ἀγυρτιῶν φήμην πολλήν. Ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς τῆς πόλεως τὸν ἠνάγκασε δι’ εὐφυοῦς ἐπιχειρήματος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὴν φήμην του ὀφείλει μόνον εἰς τὴν κουφότητα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὁ καλὸς βασιλεύς, συγκαλέσας συμβούλιον, διεκήρυξε ταῦτα· «Ποίας παραφροσύνης νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἄξιοι σεῖς, οἵτινες δὲν διστάζετε νὰ ἐμπιστευθῆτε τὰς κεφαλάς σας εἰς ἐκεῖνον, εἰς ὃν οὐδεὶς πιστεύθη τοὺς πόδας του, ὅπως τοὺς ὑποδέσῃ!»

Ἡ Κωμῳδία ἰδίως ἔπληξε σκληρῶς τὴν Λερναίαν Ὕδραν τοῦ Κομπογιαννιτισμοῦ, δι’ ἣν ὅμως δὲν ἐγεννήθη δυστυχῶς ἀκόμη ὁ σώσων Ἡρακλῆς. Ὁ Μολιέρος πρὸ πάντων, διὰ τῶν ἀθανάτων κωμῴδιῶν του καὶ ἰδίως τοῦ πασιγνώστου Ἀκουσίου Ἰατροῦ, κατεστηλίτευσεν ἀπαραμίλλως τοὺς ξυλοσχίστας Σγαναρέλους, οἵτινες κατορθοῦσι νὰ μεταμορφωθοῦν εἰς περιφήμους ἰατρούς. Ἐκ δὲ τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων ποιητῶν ἐσατύρισαν τοὺς ἀγύρτας ἰατροὺς δριμύτερον ὁ Σολωμός, ὁ Ἀλ. Σοῦτσος καὶ ὁ χαριέστατος Βηλαρᾶς.

Ματσούκας εἶνε ποιημάτιον τοῦ Βηλαρᾶ, σατυρικώτατον, ὑπόθεσιν ἔχον γιδοβοσκόν, µεταβληθέντα αἴφνης εἰς ἰατρόν. Ἡ φήμη του ἐξαπλοῦται καὶ τὸν θαυμάζουν ὅλοι. Τὸ καλοκαῖρι διορίζει φάρμακα δροσιστικά, οἷον σταφύλια, σῦκα, μῆλα, ἀγγουράκια κλπ. ὅλα δὲ τὰ πυρωτικὰ τὸν χειμῶνα. Ἡ σοφία του ὅλη εἶνε καθάρσιον καὶ φλεβοτομία καὶ οὐδὲν ἐρωτᾷ τὸν ἀσθενῆ, οὐδ’ ἐξετάζει τὸν σφυγμόν.

Πές του, βήχω· — Πῆρες κρύο·
Ἕνα κι’ ἕνα κάνουν δύο

....................................................................................................................................................................................................................................................


Νιόθω κάψι στὸ κορμί μου·
— Πῆρες κρύο, στὴ ζωή μου.
Καὶ τὸ πῆρες τὴν αὐγή.
Καμ’ ἀρχή, φλεβοτομήσου
Καὶ κατόπι καθαρίσου·
Σοῦ περνάει δὲν ἀργεῖ.

Τόσο δὲ ἔξοχος ἰατρὸς εἶνε ὁ Ματσούκας, ώστε

Τὰ παχειὰ κορμιὰ ἀχαμναίνει,
Τ’ ἀχαμνὰ σοῦ τὰ παχαίνει,
Δίνει μάτια τῶν στραβῶν·
Τοὺς ψηλοὺς εὐθὺς χαμλόνει,
Τοὺς κοντοὺς κι’ αὐτοὺς ψηλόνει,
Βάνει γλῶσσα τῶν βουβῶν.

Ἐν τέλει ὁ ποιητής παρακινεῖ τοὺς φίλους του νὰ μὴ κατηγοροῦν τὸν ἰατρὸν Ματσούκαν, ἀλλ’ ὅπου τὸν συναντῶσι, νὰ πτύωσιν αὐτὸν ὅλοι γιὰ νὰ μὴν ἀβασκαθῇ!

Ἀμίμητον διὰ τῶν εὐφυΐαν καὶ χάριν εἶνε ἕτερον ποιημάτιον τοῦ Βηλαρᾶ ἡ Γιατρικὴ παρηγοριά. Κατάκοιτος ἀσθενῆς βογγομαχοῦσε, ἡ δὲ σύζυγός του, περίλυπος, ἐθρήνει πλησίον του. Εἰσέρχεται ὁ ἰατρὸς καὶ συνάπτεται κωμικώτατος διάλογος. Ὁ ἀσθενὴς παραπονεῖται, ὅτι χειροτερεύει πάντοτε, φοβεῖται πῶς θ’ ἀποθάνῃ. δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν τρώγει, δὲν κοιμᾶται κ.τ.λ. ὁ δὲ ἰατρός, εἰς πᾶσαν φράσιν του ἐκπλήττεται καὶ ἀποκρίνεται ἑκάστοτε, ὅτι ὁμοιάζει τοῦ μακαρίτου πατρός του, ὅτι τὴν δειλίαν τοῦ μακαρίτου τοῦ θείου του, ὅτι ἦλθον εἰς τὸν νοῦν του τὰ λόγια τοῦ μακαρίτου ἀδελφοῦ του καὶ προσπαθεῖ νὰ τῷ ἐμπνεύσῃ θάρρος. Τότε δυστυχὴς γυνή, ἀκούσασα τόσους μακαρίτας, θύματα τοῦ ἰατροῦ, ἀρχίζει νὰ ὀλοφύρηται καὶ ὁ ἀσθενῆς θέλει νὰ τὴν παρηγορήση:

Ὄχ! λέει ὁ ἄντρας, — ἄμ’ γιατί
Τοῦ κάκου νὰ λυπιέσαι
Καὶ δὲν παρηγοριέσαι;
Κᾂν τὸ γιατρὸ δὲν ἀγρηκᾷς,
Ποῦ λέει νὰ παντέχω
Καὶ κίντυνο δὲν ἔχω;
— Ἄμ’ μά, τί θάρρος καὶ καρδιά!
Ἡ ἄτυχη φωνάζει,
Βαρειὰ ἀναστενάζει·
Ἀφοῦ ἀκέρῃα φαμελιὰ
Τὴν ἔχει μακαρίσει
Σ’ ἐσένα θὰ εὐτυχίσῃ!

Ἐν τούτοις ὅσῳ καὶ ἂν πολεμῶνται, οἱ Κομπογιαννῖται ἀκμάζουν πάντοτε καὶ εἶνε ἀνεξάτλητοι. ὡς τὸ γένος τῶν ἀκρίδων, πρὸς ἃς ἐν πολλοῖς ὁμοιάζουσι. Φυτρόνουσι πανταχοῦ, ὡς μύκητες, καὶ περιτρέχουσι τὸν κόσμον, ἀσυνειδήτως κακουργοῦντες.

Κατά τι Ἰταλικὸν λόγιον, πᾶς ἄνθρωπος, γεννώμενος, φέρει μυστηριωδῶς γεγραμμένα ἐπὶ τοῦ μετώπου του, ἀλλ’ ἀόρατα, τέσσαρα Μ. ἅτινα ἡρμηνεύθησαν, ὡς Medico, Musico, Matto, Malato, Οὕτω πᾶς ἄνθρωπος γεννᾶται ἰατρός, μουσικός, μωρός, ἀσθενής, Τὸ λόγιον εἶνε εὐφυές, διότι δὲν ὑπῆρξεν ἄνθρωπος, ὅστις νὰ μὴ ἔδωκε ἰατρικὴν συμβουλήν, νὰ μὴ εἰξεύρῃ νὰ τραγουδῇ. ἔστω καὶ τοῦ διαβόλου τὸ τραγοῦδι το πασίγνωστον, νὰ μὴ ἔκαμεν ἀνοησίας τῷ βίῳ του καὶ νὰ μὴ ἠσθένησε ποτέ. Ἡ μωρία λοιπόν, ἡ ἀσθένεια, καὶ ἡ ἰατρικὴ εἶνε ἀχώριστοι σύντροφοι τοῦ θνητοῦ, ἀπ’ αὐτοῦ ἔτι τοῦ βρεφικοῦ λίκνου. Ἐντεῦθεν οὐδόλως παράδοξον, διατὶ εἶνε ἀναρίθμητον καὶ ἀνεξάντλητον τὸ πλῆθος τῶν αὐτομάτων ἰατρῶν, οἵτινες λυμαίνονται τὸν κόσμον καὶ τὸ πλῆθος τῶν μωρῶν καὶ ἀσθενῶν, αἵτινες πιστεύουσιν εἰς αὐτούς. Μία δὲ μόνη ἐλπὶς ἀπολυτρώσεως ὑπάρχει νὰ καταλάμψῃ το πνευματικὸν φῶς ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν θνητῶν καὶ γενικευθῇ ἡ γνῶσις· ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὐτὴ εἶνε οὐτοπία καὶ χείμαιρα.

V
ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ ΤΟΥ

Ἐξ ὅσων τοιούτων ἀγυρτῶν ἐγνώρισα, ὁ Κὺρ Ἀνδρέας εἶνε εἷς τῶν μᾶλλον ἀλλοκότων καὶ περιέργων τύπων τοῦ ἀθανάτου αὐτοῦ σκυλολογίου, διότι εἶνε συνάμα ἰατρὸς καὶ μάγος, ὁ δὲ κύκλος τῆς ἐνεργείας του δὲν ἔχει ὅρια.

Πιστεύω, ὅτι ηὐχαριστήθητε ἐκ τῆς γνωριμίας του καὶ ὅτι ἐν τῇ νοερᾷ συναναστροφῇ του διήλθετε, ὁπωσοῦν εὐαρέστους, στιγμάς. Τοῦτο ἔσται ἡ μόνη ἱκανοποίησίς μου δι’ ὅσους κόπους κατέβαλον πρὸς περισυλλογὴν τῶν ἀφορώντων τὸν παράδοξον βίον τοῦ ἐν λόγῳ ἰατροῦ μας. Σημειώσατε δέ, ὅτι ὀλίγα ἐκ τῶν κατ αὐτὸν ἔγραψα καὶ αὐτὰ συνεπτυγμένως, καθόσον αἱ λεπτομέρειαι θὰ ἐλάμβανον ἀνυπολογίστους διαστάσεις. Πάμπολλα ἔτι ἄλλα μένουσιν ἄγνωστα εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ δυσεξερεύνητα, διότι ἐκουράσθη ἡ φήμη νὰ τὰ διαδώσῃ.

Δύναμαι μόνον νὰ σας προσθέσω, ὅτι ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ἀκμάζει ἤδη καὶ χαίρει ἄκραν ὑγιείαν, ἕτοιμος πάντοτε νὰ ἐνασκήσῃ τὴν θαυματουργὸν ἰατρικήν του κατ’ ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Ἔχει μάλιστα παρ’ αὐτῷ καί τινας ἀμφοτέρων τῶν φύλων μαθητευομένους ἐν τῇ ἰατρικῇ καὶ τῇ μαγείᾳ, μετ’ εὐλόγων, ἐννοεῖται, ὠφελημάτων καὶ οἵτινες ὑπηρετοῦσι καὶ αὐτὸν καὶ τὴν φήμην του. Κρῖμα, ὅτι δὲν εἶνε πολὺ ζηλότυπος τοῦ ἰδίου ταλάντου καὶ θά διασκορπίσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἄλλους ὀλετῆρας.

Μετ’ αὐτὸν ὁ κατακλυσμός. Αρκεῖ ὅτι ἡ οἰκία του βρίθει ὀρνίθων καὶ πάντων, τῶν ἀναγκαίων τῷ βίῳ, ἐν ἀφθονίᾳ. Εκπλήττεται μόνον, διότι δὲν ἔχει καὶ αὐτὸς τὸν Σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος, τὸν χρυσοῦν τοὐλάχιστον, τοιαύτη ἐξοχότης ὤν, ἀποδίδει δὲ τοῦτο εἰς τὸν φθόνον καὶ τὴν κακίαν τῆς κοινωνίας. Ζῇ ὅμως καλῶς καὶ εἶνε πάντοτε αἰσιόδοξος καὶ ηὐχαριστημένος. Ἡ φήμη καὶ ἡ πελατεία του δὲν ἐλαττοῦται καὶ τίς οἶδε πόσας καὶ πόσας δυστυχεῖς ὑπάρξεις θὰ στείλῃ ἀκόμη εἰς τὸν ᾍδην, ἕως οὗ μεταστῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὰ Ἠλύσια τῆς ἀποκολοκυνθώσεως.

Θ’ ἀφήσῃ ὄνομα καὶ ἐποχήν· θὰ γίνῃ δὲ βεβαίως σκέψις, ἴσως μάλιστα καὶ διαγωνισμός, περὶ τοῦ καταλλήλου αὐτῷ ἐπιτυμβίου. Νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι τὸ μόνον, καθ’ ὅλα ἀντάξιον αὐτοῦ, ἐπιτύμβιον θὰ εἶνε τὸ ἀμίμητον ἐκεῖνο:

Αὐτός, ποῦ τὸ ἀνθρώπινο δολοφονοῦσε γένος,
Ὁ Κὺρ Ἀνδρέας ὁ γιατρός, ἐδῶ εἶνε θαμμένος.
Φυλάξου, μὴ τὸν δέχεσαι στὸν ᾍδη, Περσεφόνη.
Εἶν’ ἱκανὸς καὶ τοὺς νεκροὺς νὰ ξαναθανατόνη!

Ἄργος, Ἰούλιος 1891.

Δ. Κ. Βαρδουνιωτησ


  1. ΣΗΜ. Εἰς τὸν ἡμέτερον συμπαθῆ φίλον καὶ κάλλιστον συνεργάτην κ. Δημ. Ν. Βαρδουνιώτην ἀπονέμομεν καὶ δημοσίᾳ τὰς ἐγκαρδίους εὐχαριστίας καὶ τὰ εἰλικρινῆ ἡμῶν συγχαρητήρια διὰ τὴν ὄντως ἐπιτυχῆ συµβολήν, δι’ ἧς τιμᾷ καὶ τὸν ἀνὰ χεῖρας τόμον τοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ ὑπ’ ὄψιν «Κομπογιαννίτης» ὅστις πεποίθαμεν ὅτι ἀναγνωσθήσεται ἀπλήστως, ζωγραφίζει πιστῶς καὶ δι’ ἀμιμήτων χρωμάτων μίαν εἰκόνα ἐκ τοῦ ἐπαρχιακοῦ βίου, ὅςτις ὑπὸ φιλολογικὴν ἔποψιν εἶνε ἄγνωστος ἔτι καὶ ἀνεκμετάλλευτος παρ’ ἡμῖν. Τοιούτου εἴδους ἠθογραφίας, εἰλημμένας ἐκ τοῦ ζῶντος περὶ ἡμᾶς κόσμου, ἐξίσου δ’ ἐπιτυχεῖς καὶ χαριεστάτας ἐδημοσιεύσαμεν καὶ ἄλλοτε ἐν τοῖς προηγουμένοις τόμοις τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀληθῶς εἶνε περίεργον ὅτι ὁ κ. Βαρδουνιώτης, μ’ ὅλην τὴν πεζότητα τοῦ δικηγορικοῦ του ἐπαγγέλματος καὶ τὴν αὐχμηρὰν κοινωνικὴν ἀτμοσφαίραν τοῦ ἐπαρχιακοῦ βίου, κατορθοῖ ἐν τούτοις νὰ διατηρῇ ὅλον τὸ ἄρωμα, τὴν δρόσον καὶ τὴν ἀττικὴν χάριν εἰς τὰ ἑκάστοτε ὡραῖα αὐτοῦ δημοσιεύματα, δι’ ὧν παρέχει ἡμῖν τόσον εὐαρέστους ἐκπλήξεις ἐνίοτε.
  2. ΣΗΜ. — Ἀνάγνωθι: παρειάν.