Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΑ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΚΑ'. Το Φρούριο των Βοδενών


Κουβαλητό και με δεμένα μάτια ανέβασαν τον Κωνσταντίνο στο φρούριο και τον έβαλαν σε χωριστό κελί. Τον ακούμπησαν σ' ένα στρώμα, έλυσαν τα μάτια του και, χωρίς να του πουν λέξη, βγήκαν έξω και αμπάρωσαν την πόρτα. Το καμαράκι ήταν μικρό και γυμνό. Έπιπλο άλλο δεν είχε παρά ένα σεντούκι ξύλινο που μπορούσε να γίνει και κάθισμα και τραπέζι. Το παράθυρο, μικρό και καγκελωμένο, ήταν τόσο ψηλά, που άνθρωπος δεν έφθανε να δει έξω, όσο μακρύς και αν ήταν. Με την πρώτη ματιά, είδε ο Κωνσταντίνος πως εύκολο δεν ήταν να βγει από τη φυλακή του. Μα αυτό δεν τον απέλπισε. Αποφάσισε να φύγει. Πώς; Δεν το ήξερε ακόμα, μα θα έβρισκε τρόπο. Μέτρησε με το μάτι το ύψος του παράθυρου. Αν έσερνε το σεντούκι ως εκεί, θα έφθανε να δει έξω. Μιας και ήξερε τι ήταν έξω, δική του δουλειά να φύγει.

Πού βρίσκουνταν, δεν είχε ιδέα. Σε όλο το ταξίδι οι στρατιώτες του Δραξάν δεν τον άφησαν στιγμή να δει τα μέρη που περνούσαν, και κανένας δεν του μίλησε, ούτε αποκρίθηκε καν σε κανένα του ρώτημα. Πως βρίσκουνταν στη «φωλιά» δεν είχε αμφιβολία. Μα ποιο ήταν το φρούριο αυτό; Έκλεισε τα μάτια του. Πρώτα - πρώτα έπρεπε να γιάνουν οι πληγές του, ύστερα θα φρόντιζε να βρει τρόπο να φύγει. Και σε λίγο αποκοιμήθηκε. Το τρίξιμο της κλειδαριάς τον ξύπνησε. Ήταν μέρα. Από ψηλά ο ήλιος φώτιζε το καμαράκι του, άρα είχε κοιμηθεί πολλές ώρες. Ο Δραξάν μπήκε μέσα με τον Γρηγόρη. Όπως και την παραμονή, όσο καθάριζε και ξανάδενε ο Γρηγόρης τις πληγές, ο Δραξάν δεν έβγαλε τα μάτια του από το πρόσωπο του Κωνσταντίνου. Έπειτα βγήκε με τον παπά, και κλείδωσε την πόρτα.

Σε λίγο ένας δούλος του έφερε φαγί. Ο Κωνσταντίνος τον βάσταξε από το ρούχο του.

- Σε ό,τι αγαπάς, του είπε, πες μου πού βρίσκομαι!

Μα ο δούλος του χαμογέλασε μελαγχολικά, και με το χέρι του έδειξε τ' αυτιά του και του έκανε νόημα πως δεν ακούει. Με γνεψίματα προσπάθησε τότε ο Κωνσταντίνος να συνεννοηθεί. Μα είτε δεν ήθελε ο δούλος ν' απαντήσει, είτε αληθινά δεν καταλάβαινε, αδύνατο στάθηκε να μάθει τίποτα, και αποθαρρυμένος τον άφησε να φύγει. Πέρασε η μέρα όλη χωρίς να πατήσει πια κανένας στο κελί του. Όσο βράδιαζε και νύχτωνε και απλώνουνταν έξω η σιωπή, τόσο άκουε ο Κωνσταντίνος καθαρότερα ένα αδιάκοπο βοητό νερού που έτρεχε κι έπεφτε από ψηλά σε βράχους.

- Έχει βουνό κοντά, σκέφθηκε.

Μα τίποτα άλλο δεν άκουε, όσο και αν πρόσεχε στους έξω κρότους, με την ελπίδα πως καμιά ομιλία, κανένα φώναγμα φρουρού θα του μαρτυρούσε τ' όνομα της φυλακής του. Εκτός από τον κρότο του νερού, τίποτα δεν ακούουνταν. Έξαφνα στον τοίχο, πλάγι στο προσκέφαλο του, άκουσε σα χτύπημα. Ανασηκώθηκε και ακροάστηκε. Το χτύπημα ξανακούστηκε. Και ήταν σημείο: τρία απανωτά χτυπήματα, ένα μονάχο, και πάλι τρία απανωτά. Ο Κωνσταντίνος αποκρίθηκε με το ίδιο σημείο. Αμέσως από την άλλη μεριά ακούστηκαν πέντε χτύποι, και ύστερα άλλοι εννιά, και πάλι δώδεκα, κι ένας, και πάλι εννιά. Συνηθισμένος από μικρός στα μυστικά μηνύματα που ανταλλάζονται χωρίς να τα παίρνει είδηση ο εχθρός, ο Κωνσταντίνος κατάλαβε αμέσως, πως κάθε σειρά χτυπήματα ήταν από ένα γράμμα, και διάβασε καθαρά, σα να ήταν γραμμένο μπροστά του: «Είμαι». Και μετρώντας τους κατοπινούς χτύπους, εξακολούθησε να διαβάζει: «...Γρηγόρης...». Τότε με τον ίδιο τρόπο ρώτησε κι εκείνος:

- Είσαι κλεισμένος;

- Ναι, του αποκρίθηκαν από την άλλη μεριά του τοίχου.

- Πού είμαστε; ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Στα Βοδενά.

Και ρωτήματα και απαντήσεις εξακολούθησαν.

- Στο φρούριο;

- Ναι, βρισκόμαστε στη «φωλιά».

- Τι ξέρεις;

- Τίποτα.

- Προσπάθησε να μάθεις.

Ένα βήμα ακούστηκε απέξω, τα χτυπήματα σταμάτησαν. Η πόρτα άνοιξε και ο δούλος μπήκε μέσα, σαν τρομαγμένος. Ακούμπησε χάμω μια στάμνα νερό κι έφυγε βιαστικά, κλειδώνοντας πάλι. Άλλες πόρτες παρακάτω άνοιξαν και σφάλισαν, βήματα ακούστηκαν, τρεχάτα, και όλα πάλι σώπασαν. Ο Κωνσταντίνος περίμενε άλλο σημείο του Γρηγόρη, μα τίποτα πια δεν ακούστηκε. Η νύχτα πέρασε όλη στην ίδια ησυχία.

Ξημέρωσε, ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, φώτισε πάλι το καμαράκι του Κωνσταντίνου, μα τίποτα δεν τάραξε τη σιωπή, ούτε έξω ούτε μέσα. Ο Κωνσταντίνος δεν τολμούσε να χτυπήσει τον τοίχο πριν του κάνει ο Γρηγόρης άλλο σημείο, μην τύχει και τον προδώσει με καμιάν απροσεξία. Και η μέρα πέρασε όλη χωρίς κανένας να ταράξει τη μοναξιά του. Ούτε φαγί ούτε νερό δεν του έφεραν. Τίποτα δε σάλευε. Μακριά, το βοητό του καταρράχτη ακούουνταν όπως στα βάθη της νύχτας. Ο ήλιος χαμήλωσε, βασίλεψε, τ' άστρα έλαμψαν πάλι, μα ο Γρηγόρης ούτε φάνηκε, ούτε έκανε κανένα σημείο. Όλη μέρα ο Κωνσταντίνος δεν είχε κουνήσει από το στρώμα, και η ανησυχία τον έτρωγε. Ήταν πια νύχτα βαθιά και είχε μισοκοιμηθεί, όταν πάλι το χτύπημα στον τοίχο τον ξύπνησε. Αποκρίθηκε ευθύς με το πρώτο σύνθημα, και η συνεννόηση ξανάρχισε:

- Είσαι μόνος; ρώτησε ο Γρηγόρης.

- Ναι, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

- Κάτι παράξενο συμβαίνει στο φρούριο. Ο Δραξάν πέρασε τη νύχτα και όλη μέρα στη φυλακή μου, σιωπηλός, ανήσυχος, οπλισμένος, μήνυσε ο Γρηγόρης.

- Πότε έφυγε;

- Τώρα.

- Μόνος;

- Όχι. Ήλθαν και τον πήραν.

- Και όλη μέρα;

- Έμεινε μόνος, κανένας δεν ήλθε, ούτε φαγί δε μας έφεραν.

- Ούτε μένα.

- Υποφέρεις;

- Όχι, είμαι καλά. Αν σου φέρουν φαγί, ρώτα το δούλο.

- Είναι κουφός.

Συννενοήθηκαν μεταξύ τους πώς να λέγει ο ένας στον άλλο με γρήγορα συνθήματα «λέγε - σώπα - είμαι μόνος» και άλλα τέτοια. Βήματα πλησίαζαν και τα χτυπήματα σταμάτησαν. Η πόρτα άνοιξε και ο βουβός δούλος έφερε μια πινάκα φαγί και μια στάμνα νερό. Ο Κωνσταντίνος άπλωσε το χέρι να πάρει το νερό. Η δίψα τον έκαιε. Ο δούλος τον βοήθησε να πιει και του χαμογέλασε με το λυπημένο του χαμόγελο. Μα όταν θέλησε ο Κωνσταντίνος να τον ευχαριστήσει κι έπιασε το χέρι του, ο βουβός το τράβηξε βιαστικά, κοίταξε την πόρτα με τρόμο, χαμογέλασε πάλι και βγήκε έξω. Ο Κωνσταντίνος παρατήρησε πως είχε δάκρυα στα μάτια. Προσεκτικά χτύπησε τον τοίχο. Ο Γρηγόρης του έκανε το σύνθημα: «Λέγε».

- Κοίταξε αν μπορείς να συνεννοηθείς με το δούλο, ίσως κάτι γίνεται... άρχισε να εξηγεί ο Κωνσταντίνος.

Μα έξαφνα ένα βιαστικό σύνθημα τον διέκοψε:

- Σώπα!

Ο Κωνσταντίνος σταμάτησε και ακροάστηκε. Μια πόρτα έτριξε, βήματα απομακρύνθηκαν, και όλα πάλι ησύχασαν. Κάμποσην ώρα περίμενε ο Κωνσταντίνος, μα τίποτα δεν ακούστηκε πια. Τότε χτύπησε σιγά. Κανένας δεν αποκρίθηκε. Ξαναχτύπησε. Τίποτα πάλι. Με μαύρη καρδιά πλάγιασε στο στρώμα του. Κατάλαβε πως είχαν πάρει τον Γρηγόρη από το πλαγινό κελί.

Την άλλη μέρα πάλι ο καλόγερος δεν ήλθε. Ο Κωνσταντίνος αισθάνουνταν πια καλά. Σηκώθηκε, τράβηξε το άδειο σεντούκι στο παράθυρο και με κάποιον κόπο ανέβηκε απάνω. Μόλις έφθαναν τα μάτια του στο παράθυρο. Είδε ουρανό, και μόνο ουρανό. Έπιασε τα σίδερα και θέλησε να τραβηχθεί με τα χέρια, να καθήσει στο πεζούλι για να δει και κάτω, μα δεν μπόρεσε. Πόνος σουβλερός τον διαπέρασε, τα χέρια του άνοιξαν, κι έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Εκεί τον βρήκε ο δούλος σαν έφερε το φαγί του. Τον σήκωσε από χάμω, τον έβαλε στο στρώμα κι έσυρε το σεντούκι στη θέση του. Όταν συνήλθε, ο Κωνσταντίνος είδε του δούλου το μελαγχολικό πρόσωπο σκυμμένο απάνω του. Την ίδια ώρα αισθάνθηκε πως του έβαζε κάτι στο χέρι. Ήταν ένα ψωμί. Έκλεισε πάλι τα μάτια του, μισοζαλισμένος ακόμα, και όταν τα ξανάνοιξε ο δούλος είχε φύγει. Τότε θυμήθηκε πως είχε σύρει το σεντούκι στο παράθυρο.

- Το είδε άραγε ο δούλος;

Μα το σεντούκι ήταν στη θέση του. Πρώτη φορά τότε μια ελπίδα έλαμψε στο μυαλό του. Εξέτασε το ψωμί που βαστούσε ακόμα στο χέρι, και παρατήρησε ένα τρυπαλάκι από κάτω. Το έκοψε σε δυο, και μέσα βρήκε ένα μικρό κομματάκι περγαμηνή, τυλιγμένη σφιχτά. Ήταν γραμμένη με το χέρι του Γρηγόρη, κι έλεγε: «Ο Αυτοκράτορας πέρασε την πλημμυρισμένη Τσέρνα, έφθασε προχθές στο φρούριο, κι έφυγε χθες βράδυ. Σε άκουσαν που χτύπησες και μ' έβγαλαν από κοντά σου. Έχε όμως θάρρος, ο Κύριος σε φυλάγει». Υπογραφή δεν είχε.

Νευρικά ζάρωσε ο Κωνσταντίνος την περγαμηνή στο χέρι του. Εξηγούνταν τώρα η διαμονή του Δραξάν στο κελί του Γρηγόρη! Ο Βούλγαρος κρύβουνταν από τον Αυτοκράτορα, ίσως και από τους αξιωματικούς της φρουράς. Μα για να βρίσκεται ο Δραξάν στο φρούριο μέσα, ήταν φανερό πως είχε συνεννοηθεί με μέρος από τους αξιωματικούς της φρουράς. Όχι όμως με όλους, αφού κρύβουνταν. Και πέρασε ο Αυτοκράτορας από το ίδιο αυτό φρούριο κι έφυγε! Και ήσυχα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη, με την ικανοποίηση πως είχε κατακτήσει καινούρια κάστρα! Έφυγε! Και δε φαντάστηκε πως φωτιά κρυφόκαιε πίσω του, πως η προδοσία είχε χωθεί στην καρδιά της φρουράς, πως τα Βοδενά, το κλειδί της Εγνατίας οδού, ήταν φωλιά επαναστατών!

Με λύσσα έσφιξε ο Κωνσταντίνος τους γρόθους του. Ω, κατάρα!... Να ξέρει το φρικτό αυτό μυστικό και να μην μπορεί να βγει, να τρέξει, να σταματήσει το Βασιλέα του, να τον φέρει πίσω για να πνίξει την επανάσταση πριν ξεσπάσει, να ξεκαθαρίσει από τη φρουρά κάθε ύποπτο και να ξαποστείλει τους Βουλγάρους που, όσο και αν το προσποιούνταν, δεν είχαν υποταχθεί ποτέ ολότελα στο νικητή. Σηκώθηκε πάλι κι έκανε μερικά βήματα νευρικά απάνω και κάτω. Να φύγει! Να φύγει! Να φύγει!... Μα με τι τρόπο; Γύρισε στο κρεβάτι του και αποθαρρυμένος έπεσε στο στρώμα. Αδύνατο! Για να κατορθώσει να φύγει έπρεπε πρώτα να γίνει καλά, να σπάσει τα σίδερα, να βγει από το παράθυρο. Άλλο δρόμο δεν είχε. Εκτός... Εκτός αν ο δούλος τον βοηθούσε... Και γιατί όχι; Ο δούλος είχε δάκρυα στα μάτια σαν τον κοίταζε... ο δούλος είχε φέρει το γράμμα του Γρηγόρη, είχε σύρει το σεντούκι στη θέση του... Και η καρδιά του Κωνσταντίνου γέμισε πάλι ελπίδες.

Πέρασαν όμως μέρες, και ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμα κλεισμένος στη φυλακή του. Τίποτα δεν άλλαξε. Οι πληγές του είχαν γιάνει και, σαν αγρίμι στο κλουβί του, πήγαινε όλη μέρα κι έρχουνταν, με πάντα την ίδια σκέψη στο νου του. Πώς να φύγει; Η πόρτα ήταν αμπαρωμένη απέξω. Το παράθυρο έβλεπε σε γκρεμνό. Από το πεζούλι, όπου είχε σκαρφαλώσει, τίποτα δε φαίνουνταν. Μόνο μακριά, πολύ μακριά, οι κορυφές των βουνών χάνουνταν στα χαμηλά σύννεφα. Μα και γκρεμνός να μην ήταν κάτω, πώς να ξεριζώσει τα σίδερα που ήταν χτισμένα στον τοίχο μέσα;

Με λύσσα τα τίναζε και τα τραβούσε ο Κωνσταντίνος. Άδικος κόπος! Και στα καλά του αν ήταν, όλη η δύναμη του δεν αρκούσε να σπάσει ή να λυγίσει τα χοντρά αυτά κάγκελα. Και από το δούλο είχε απελπιστεί. Με κάθε τρόπο προσπάθησε να του εξηγήσει πως ήθελε να φύγει, πως θα του έδινε χρήματα, πλούτη, ελευθερία. Τίποτα! Είτε δεν καταλάβαινε ο δύστυχος κουφός, είτε φοβούνταν να εννοήσει, του αποκρίνουνταν πάντα με το λυπημένο χαμόγελο αργοκουνώντας το κεφάλι, τάχα πως δεν καταλαβαίνει. Απελπισμένος, είχε καθήσει στο κρεβάτι του ένα απόγεμα, και στη μοναξιά βασάνιζε το νου του να βρει τρόπο να φύγει. Ούτε τον Γρηγόρη είχε δει πια ούτε τον Δραξάν. Ούτε άλλος κανένας, εκτός από το δούλο, ήλθε πια στο κελί του. Αν είχε το μαχαίρι του κάτι μπορούσε να γίνει. Θα ξεκολλούσε τις πέτρες, θα κλόνιζε, θα έβγαζε τα σίδερα. Μα του το είχαν πάρει το βράδυ εκείνο που τον έπιασαν, και στη σκληρή πέτρα μάταια μάτωνε τα δάχτυλα του.

Έξαφνα ανατρίχιασε. Τι ήταν αυτό; Είχε ακούσει κάτι, ένα λαφρύ κρότο, σαν πετραδάκι, στον τοίχο, απέξω. Κοίταξε το παράθυρο μα δεν είδε τίποτα. Βάσταξε την αναπνοή του και ακροάστηκε... Και όμως δεν τρελαίνουνταν! Δεύτερος χτύπος ακούστηκε. Όρθιος, με τα μάτια καρφωμένα στα σίδερα περίμενε. Έξαφνα, μια πέτρα πέταξε ως κοντά στα κάγκελα, τα χτύπησε κι έπεσε πάλι έξω. Ο Κωνσταντίνος όρμησε στο σεντούκι, το τράβηξε κάτω από το παράθυρο, ανέβηκε απάνω και από κει τραβήχθηκε με τα χέρια ως το πεζούλι. Μα άλλο δεν είδε από το γαλάζιο ουρανό και τα μενεξεδένια βουνά, που χάνουνταν μέσα στον ορίζοντα. Δεύτερη φορά πέταξε η πέτρα, πέρασε μέσα στα κάγκελα κι έπεσε στο πάτωμα. Ο Κωνσταντίνος πήδησε χάμω και τη μάζεψε. Ήταν στρογγυλό χαλίκι, και γύρω είδε χαραγμένες ελληνικά πέντε λέξεις: «Σα νυχτώσει, ρίξε το σκοινί». Σαστισμένος κοίταξε το παράθυρο, ύστερα την πέτρα, και πάλι το παράθυρο. Ποιο σκοινί να ρίξει, και από πού; Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά! Πως ήταν φιλικό μήνυμα το έβλεπε. Μα σκοινί δεν είχε, ούτε μπορούσε να το φτιάσει. Βήματα πλησίαζαν στο διάδρομο.

Μόλις πρόφθασε ο Κωνσταντίνος να σπρώξει το σεντούκι στη θέση του, και να πέσει στο στρώμα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Δραξάν. Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του. Την ψυχική του ησυχία την είχε ξαναβρεί τώρα που ήξερε πως κάποιος φίλος ήταν απέξω. Με σταυρωμένα χέρια τον κοίταζε ο Δραξάν. Τα φρύδια του ήταν σουφρωμένα, το πρόσωπο του σκοτεινό. Μα ο Κωνσταντίνος δε χαμήλωσε τα μάτια. Ατάραχος κοίταζε το Βούλγαρο στο πρόσωπο.

- Κρηνίτη, είπε ο Δραξάν, οι πληροφορίες που περίμενα έφθασαν.

Σταμάτησε μια στιγμή σα να περίμενε απάντηση. Μα ο Κωνσταντίνος δεν αποκρίθηκε. - Η απάντηση έφθασε, επανέλαβε ο Δραξάν. Το γράμμα σου ήταν γνήσιο, και σε είχε στείλει τωόντι ο Γαβριήλ Ρωμανός. Μα γιατί μου είπες πως δεν έχεις αδελφό;

- Γιατί δεν έχω, αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος.

Περιφρονητικό χαμόγελο πέρασε στα χείλια του Βουλγάρου.

- Μαζί με την απάντηση της Αχρίδας, μου έφθασε και άλλη είδηση από το Βουτέλιο, είπε. Ένας νέος Έλληνας δούλευε σ' έναν ξενώνα, με ψεύτικο όνομα δούλου Βουλγάρου. Μήπως τον γνωρίζεις;

Κρύος ιδρώς χύθηκε στο κορμί του Κωνσταντίνου, μα δεν αποκρίθηκε, ούτε χαμήλωσε τα μάτια του.

- Εκείνος σε γνωρίζει, Κρηνίτη, εξακολούθησε ο Δραξάν, και λέγεται αδελφός σου. Είναι αλήθεια πως άλλο τίποτα δε θέλησε να πει. Μα ίσως, με τα μαρτύρια, μας διηγηθεί και περισσότερα.

Σταμάτησε πάλι, και το ειρωνικό χαμόγελο ξανατέντωσε τα χείλη του:

- Αν είσαι κείνο που δείχνεσαι, εξακολούθησε αλλάζοντας τόνο, δηλαδή πιστός υπηρέτης του Τσάρου, γιατί θέλησες να με βγάλεις από δω, και τόσο καλά ενήργησες, που επιτέλους κατάφερες τον Τσάρο να με φωνάξει, ενώ ήξερες πως με κάθε τρόπο έπρεπε να βρίσκομαι δω;

- Έπρεπε να βρίσκεσαι δω; είπε ο Κωνσταντίνος. Μα την αλήθεια, δεν το φανταζόμουν! Μήπως λοιπόν βρισκόμαστε στον Πρίλαπο, ή σε κανένα άλλο φρούριο του Τσάρου, που σ' εμπιστεύθηκε ο αφέντης σου ξέροντας την αδάμαστη παλικαριά σου, Δραξάν;

Ο Βούλγαρος δάγκωσε τα χείλια του κι έκανε μερικά βήματα απάνω - κάτω. Ύστερα σταμάτησε μπρος στον Κωνσταντίνο.

- Είναι περιττές οι κωμωδίες, είπε με απόφαση. Πώς την έμαθες την αιτία που με κρατούσε δω, δεν ξέρω. Μα την έμαθες. Το λόγο που σ' έκανε να σταματήσεις τόσον καιρό τους σκοπούς μου τον μαντεύω... και τον ξέρω... Με τη ζωή σου θα πληρώσεις την προδοσία σου.

- Προδοσία; είπε ο Κωνσταντίνος. Περίεργη λέξη στο στόμα σου, Δραξάν, μα την αλήθεια! Πώς ονομάζεις άραγε τη δουλειά που ετοιμάζεις εσύ στο αυτοκρατορικό αυτό φρούριο των Βοδενών όπου αυτή την ώρα κρύβεσαι σαν κακούργος;

Ανασηκώθηκε, και όρθιος εμπρός στο Βούλγαρο, με ψηλά σηκωμένο το κεφάλι:

- Ναι, είπε, οι κωμωδίες είναι περιττές. Το λόγο που γύρευα να σε βγάλω από δω, πριν επιτύχεις την προδοσία των Βοδενών, τον μάντεψες σωστά. Είμαι κατάσκοπος του Αυτοκράτορα.

- Κρηνίτη! ξεφώνισε έξω φρενών ο Δραξάν. Τα λόγια σου αυτά θα σε πάνε στο παλούκι, στο μαρτύριο! Θα σας κάνω, και σένα και τον αδελφό σου, να ξεψυχήσετε στα αγριότερα βασανιστήρια...

- Γιατί; διέκοψε ήσυχα ο Κωνσταντίνος. Επειδή δουλεύομε για την Πατρίδα μας;

- Τ' ομολογείς λοιπόν; Τ' ομολογείς;

- Τ' ομολογώ, ναι, Δραξάν. Δουλεύομε για την Πατρίδα μας, όπως εσύ δουλεύεις για τη δική σου! Και είμαστε ελεύθεροι, εμείς, Δραξάν, γιατί δεν πατήσαμε όρκο κανένα!

Ο Δραξάν έκανε ένα βήμα πίσω σα να τον είχε τσούξει καμτσικιά. Όλο το αίμα είχε φύγει από το πρόσωπο του. Χλωμός, ταραγμένος κοίταζε τον Κωνσταντίνο, χωρίς να μπορεί λέξη ν' αρθρώσει.

- Ήμαστε παιδιά μικρά όταν μας πήρε ο Τσάρος από την αγκαλιά της μάνας μου, εξακολούθησε ο Κωνσταντίνος. Τον πατέρα μου τον κάρφωσε ο Ιβάτζης, ζωντανό, στο δέντρο, εμπρός στα μάτια μου. Τη μητέρα μου την είδα αιματοκυλισμένη στους δρόμους, σφαγμένη από τους πατριώτες σου. Και στο σταυρό ορκιστήκαμε να τους εκδικήσομε, ο Μιχαήλ κι εγώ. Πού βλέπεις προδοσία, Δραξάν;

Ο Βούλγαρος είχε οπισθοχωρήσει ως τον τοίχο. Τα αναίματα χείλια του έτρεμαν.

- Ο Μιχαήλ... μουρμούρισε, για ποιον Μιχαήλ μίλησες;

- Τον Ιγερινό... αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος, τον αδελφό της γυναίκας σου, της Ελληνίδας. Βούτησε τώρα τα χέρια σου στο αίμα του! Είναι το ίδιο που τρέχει στις φλέβες των παιδιών σου!

Νευρικό τρεμούλιασμα τίναζε το σώμα όλο του Δραξάν. Στυλώθηκε στον τοίχο, και μια - δυο φορές πέρασε στο πρόσωπο του το χέρι του που έτρεμε σα φύλλο. Ο Κωνσταντίνος είδε τη συγκίνηση του, και τον λυπήθηκε.

- Στην εκκλησία όταν μπήκες, είπε πιο σιγά, όταν με συντριμμένη την καρδιά παρακαλούσες την Παναγία να σε συγχωρήσει που πάτησες τον όρκο σου, σε είδα και σε άκουσα. Κι έφυγα για να σου αφήσω ελεύθερη την εκκλησία όπου γερμένος έκλαιγες. Δυο βήματα είχα να κάνω για να σε παραδώσω στον Αυτοκράτορα που βρίσκουνταν στο Βουτέλιο. Μα δεν το έκανα. Γιατί στην προσευχή σου μάντευα το βάσανο της ψυχής σου, που για την Πατρίδα σου πατούσες και τον όρκο σου ακόμα... Τώρα είμαστε στα χέρια σου, ο φίλος μου κι εγώ. Σκότωσε μας, έχεις το δικαίωμα να το κάνεις, γιατί, στο σταυρό τ' ορκίζομαι, αν ποτέ ξαναπέσεις στα χέρια μου, τη ζωή σου δε θα σου τη χαρίσω! Μα σκότωσε μας σα στρατιώτες, όχι με το ντροπιασμένο θάνατο του φονιά!

Ο Δραξάν σήκωσε το τραβηγμένο αχνό του πρόσωπο και κοίταξε το νέο στα μάτια.

- Εχθροί, ορκισμένοι, λοιπόν... είπε. Πάει καλά. Θα με σκοτώσεις, λες. Μα πρέπει πρώτα να με πιάσεις! Ωστόσο σε προτιμώ έτσι, παρά αν ήσουν αληθινά ο άνανδρος δούλος των δικών μας, όπως σε νομίζει ακόμα ο Ρωμανός... Είσαι άξιος εχθρός μου.

Βγήκε έξω και αμπάρωσε την πόρτα.

Σε μια στιγμή βρέθηκε πάλι ο Κωνσταντίνος στο πεζούλι απάνω. Σκοινί δεν είχε μα είχε ένα πάπλωμα. Σκέφθηκε να το σχίσει λουρίδες - λουρίδες, να τις δέσει τη μια με την άλλη και να κατέβει από το παράθυρο. Μα πρώτα έπρεπε ν' ανοίξει το δρόμο. Με το χαλίκι του προσπάθησε να φάγει την πέτρα γύρω στα κάγκελα. Ήταν άσκοπη δουλειά, το ήξερε. Μα του ήταν αδύνατο να καθήσει άεργος τόσες ώρες, ώσπου να νυχτώσει. Είχε βραδιάσει πια, όταν έξαφνα έτριξε η κλειδαριά της πόρτας. Ο Κωνσταντίνος πήδησε κάτω, μα την ίδια στιγμή η πόρτα άνοιξε, ένα χέρι πέρασε μέσα, έριξε χάμω ένα κουλουριασμένο σκοινί κι έκλεισε πάλι βιαστικά. Ο Κωνσταντίνος το πήρε και το ξετύλιξε. Ήταν πολύ μακρύ και δυνατό. Στιγμή δε στάθηκε να σκεφθεί ποιος έφερε το σκοινί και ποιος έριξε την πέτρα. Φίλος ήταν απέξω, αυτό μόνο ήξερε, κι έπρεπε να φύγει, να φύγει, να φύγει! Αφού του έφεραν το σκοινί, θα του έφερναν κι ένα μαχαίρι ή τίποτα άλλο, να σπάσει τα κάγκελα και να βγει. Άλλο δεν του έμενε παρά να περιμένει ώσπου να νυχτώσει.

Ο ήλιος βασίλευε αργά - αργά πίσω από τα βουνά, και οι κατακόκκινες ακτίνες πλημμύριζαν το γαλάζιο ασυννέφιαστο ουρανό, περιτριγύριζαν τις κορυφές σαν τόξα πορφυρένια. Ο Κωνσταντίνος κοίταζε το λαμπρό αυτό θέαμα και του φάνηκε κακό σημείο. «Αίμα!...», μουρμούρισε, «ποτάμι θα χυθεί». Μα να φύγει! Να φύγει από τη φυλακή του, να τρέξει να φέρει βοήθεια, να ειδοποιήσει μονάχα το φρούραρχο πως στη φρουρά του μέσα δουλεύει η προδοσία, και τότε ας χυθεί το αίμα ποτάμι, τι μ' αυτό; Φθάνει να σωθεί το κάστρο. Λίγο - λίγο χλώμιασαν οι κόκκινες ακτίνες, μίκρεψαν, έσβησαν. Μελαγχολική σταχτεράδα απλώθηκε στη φύση. Και σιγά - σιγά πλάκωσε το σκοτάδι.

Έξαφνα, ένα σιγανό, πολύ σιγανό σφύριγμα ακούστηκε απ' έξω. Ο Κωνσταντίνος ανατρίχιασε, κατάλαβε πως ήταν σημείο για κείνον. Έριξε το σκοινί του από το παράθυρο, κρατώντας την άκρη στα χέρια του, και περίμενε. Σε λίγο δεύτερο σφύριγμα, επίσης σιγανό, ακούστηκε, και κάποιος από κάτω κούνησε το σκοινί. Με βία το τράβηξε ο Κωνσταντίνος. Στην άκρια ήταν δεμένο ένα μαχαίρι κι ένα πανάκι, όπου κάποιο άγνωστο χέρι είχε γράψει με κάρβουνο: «Σπάσε τα κάγκελα και κατέβα. Φίλος σε περιμένει». Με καινούριο θάρρος άρχισε πάλι ο Κωνσταντίνος να πελεκά και να ξεκολλά την πέτρα.