Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο ΚΒ

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Συγγραφέας: Πηνελόπη Δέλτα
ΚΒ'. Η συνείδηση του Ιερέα


Από το κελί του Κωνσταντίνου, ο Δραξάν πήγε ίσια στο δωμάτιο του, ένα μικρό καμαράκι του μεγάλου πύργου, όπου τον έκρυβαν οι αξιωματικοί που συνωμοτούσαν μαζί του. Έκλεισε την πόρτα, και με άτακτα βήματα άρχισε να περπατά απάνω - κάτω, γυρεύοντας να κουράσει, να σπάσει τα παρατεντωμένα νεύρα του. Πήρε από το τραπέζι ένα μάτσο γράμματα και θέλησε να τα μελετήσει. Το μάτι του έπεσε πρώτα - πρώτα στο μήνυμα που είχε λάβει από το Βουτέλιο. «Σαν έμαθε πως ο Κρηνίτης ήταν αιχμάλωτος», έλεγε το γράμμα, «ο Έλληνας δεν αντιστάθηκε πια. Ομολόγησε πως ήταν αδελφός του και ζήτησε για μόνη χάρη να τον αφήσομε να τον ξαναδεί πριν πεθάνει. Περιμένομε διαταγές σου...».

Πέταξε τα χαρτιά στο τραπέζι κι έκρυψε το κεφάλι του μέσα στις χούφτες του. «Πατρίδα...», μουρμούρισε, «Πατρίδα!... Όλα για σένα: γυναίκα, παιδιά, συνείδηση, τιμή, και την ψυχή μου ακόμα που κοντεύω να την κολάσω...». Σηκώθηκε και άρχισε πάλι να περπατά απάνω και κάτω. Μα τίποτα δεν ησύχαζε την αγωνία του. Σε μια γωνιά της κάμαρας, ένα ασημένιο καντήλι έκαιε μέρα-νύχτα εμπρός στο εικόνισμα της Παναγίας. Ο Δραξάν έπεσε στα γόνατα. «Θεοτόκε, λυπήσου...», μουρμούρισε. «Δώσε στην ψυχή μου λίγη ησυχία, ω Θεομήτορ!... Ο σκοπός μου είναι ιερός, αυτόν μόνο κρίνε, και συγχώρησε την αμαρτία...». Έγειρε το κεφάλι και προσπάθησε να πει μια προσευχή. Μα η ταραχή του όλο και μεγάλωνε. Σηκώθηκε, και τρικλίζοντας βγήκε από την κάμαρα, τράβηξε ως την άκρη του διαδρόμου και σταμάτησε μπροστά σε μιαν αμπαρωμένη πόρτα. Δίστασε μια στιγμή, έκανε να γυρίσει πίσω, ύστερα πήρε την απόφαση του, έβγαλε την αμπάρα, ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα. Καθισμένος κοντά στο παράθυρο διάβαζε ένας παπάς.

- Πάτερ Γρηγόρη, είπε ο Δραξάν, βάλε το πετραχήλι σου. Έχω να σου ξεμολογηθώ.

Έπεσε στα γόνατα και, με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του, εμπρός στον όρθιο ιερέα, άρχισε την ξεμολόγησή του. Με ταραγμένη φωνή είπε πως, στα Βοδενά, όταν τον έπιασε πρώτη φορά, ο Βασίλειος τον συγχώρησε, με όλη την αντίσταση που είχε κάνει, και μόνον όρο του έβαλε να ορκιστεί απάνω στο Ευαγγέλιο πως δε θα φύγει πια και δε θα γυρίσει στην πατρίδα του.

- Και τ' ορκίστηκα... και στο γάμο μου το ξαναορκίστηκα, και μερικά χρόνια έζησα στη Θεσσαλονίκη... Μα η Πατρίδα μου βασανίζουνταν, και στο παλάτι μου μέσα το ήξερα, και τα πλούτη μου και τα μεγαλεία μου με πλάκωναν... Δεν μπόρεσα να το υποφέρω, κι έφυγα... και πήγα στα βουνά και πήρα πάλι τα όπλα και πολέμησα τον Αυτοκράτορα...

- Επίορκος, γιέ μου; μουρμούρισε ο Γρηγόρης.

- Επίορκος! Ναι!... Και δε σταμάτησα εκεί. Μ' έπιασαν πάλι, και αλυσοδεμένο με ξαναπήγαν στον Αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος με πίκρα μου είπε πως το λόγο μου δεν μπορούσε πια να τον πιστέψει. Μα του ορκίστηκα πως θα μείνω, φθάνει να με συγχωρήσει, και να με αφήσει ν' αγκαλιάσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου... Και ο Βασίλειος με άφησε.. Και απάνω στην Αγία Μετάληψη ορκίστηκα πάλι...

- Και πάλι, γιέ μου, πάτησες τον όρκο σου; Ο Δραξάν έσκυψε το κεφάλι χαμηλότερα.

- Ναι, είπε, τον πάτησα πάλι... Στην πρώτη αμαρτία άλλη αμαρτία πρόσθεσα... Μα με φώναζε η Πατρίδα, η δύστυχη Πατρίδα μου... Κι έφυγα πάλι... και ήλθα και πολέμησα...

- Ο όρκος σου ήταν όρκος! είπε έντονα ο παπάς.

- Μα η Πατρίδα με καλούσε! αποκρίθηκε ο Δραξάν.

Σήκωσε το ωχρό του πρόσωπο και κοίταξε το Γρηγόρη:

- Ο πόνος μου είναι βαθύς που πάτησα τον όρκο μου! είπε. Μα αν ήταν να το ξανακάνω... παπά... θα το ξανάκανα!...

Ο Γρηγόρης τραβήχθηκε πίσω ένα βήμα.

- Τι ζητάς λοιπόν από μένα, δυστυχισμένε; Συγχώρεση δε γυρεύεις, αφού μετάνοια δεν έχεις...

- Στάσου, πάτερ Γρηγόρη! διέκοψε ο Δραξάν. Δεν τελείωσα ακόμα!... Πολέμησα τον Αυτοκράτορα, μ' αυτό δεν αρκούσε. Ο στρατός του παντού περνούσε νικητής. Παντού οι Βούλγαροι χτυπιούνταν με λύσσα, πέθαιναν γενναία... και παντού ήταν νικημένοι... Έπρεπε άλλον τρόπο να βρω... Θυμήθηκα πως ήμουν άλλοτε στρατηγός στα Βοδενά, πως είχα ακόμα φίλους εδώ, φίλους που τη ζωή τους θα την έδιναν για μένα... είδα αμέσως πως μπορούσα να κόψω το δρόμο του Βασιλείου στο γυρισμό... ποιος ξέρει; να τον αποκλείσω ίσως στα παγωμένα μας βουνά... Και ήλθα... και είδα τους πιστούς... και ξανάναψα τις μισοσβησμένες σπίθες και τις έκανα φωτιά μεγάλη, κι ετοίμασα την επανάσταση... Και απόψε...

Άσπρος σαν το νεκρό, τυλιγμένος στο μαύρο του ράσο, ο Γρηγόρης σήκωσε το χέρι.

- Στάσου! φώναξε. Μην πεις λέξη παραπάνω! Την ξεμολόγησή σου αρνούμαι να την ακούσω! Είμαι Έλληνας!

Ο Δραξάν είχε σηκωθεί. Με πρόσωπο αλλαγμένο κοίταζε τώρα τον Γρηγόρη. Η φρικτή ταραχή της ψυχής του ζωγραφίζουνταν στο αναίματο πρόσωπο του. Έξαφνα άρπαξε το σηκωμένο χέρι του καλόγερου και το κατέβασε απότομα.

- Όχι! φώναξε, Έλληνας δεν είσαι! Είσαι παπάς και θα μ' ακούσεις!

Ο Γρηγόρης ορθώθηκε. Το μακρύ αδύνατο σώμα του φαίνουνταν μακρύτερο παρά ποτέ στο μαύρο ρούχο του. Έκανε ν' απομακρυνθεί, μα ο Δραξάν τον άρπαξε από τα χέρια.

- Θα με ακούσεις! είπε. Ούτε μπορείς να το αρνηθείς! Το ράσο σου σε ξεχωρίζει από τ' ανθρώπινα πάθη! Τη βασανισμένη μου ψυχή στα πόδια σου τη ρίχνω! Δώσ' μου συγχώρεση! Δώσ' μου ησυχία!

- Μετάνοιωσε πρώτα, ψυχή αλύγιστη και αγέρωχη, αναφώνησε ο καλόγερος. Ησυχία χωρίς μετάνοια, πού τη ζητάς, τρελέ;

Ο Δραξάν γέλασε. Στους πέτρινους αδειανούς τοίχους το γέλιο του αντήχησε σα θρήνος.

- Μετάνοια! είπε. Στάσου ακόμα, παπά! Δεν ήλθε ακόμα η ώρα της...

Έριξε πίσω του τρομαγμένο βλέμμα, και πιο σιγά εξακολούθησε:

- Απόψε... απόψε... την πέμπτη ώρα της νύχτας... θα δοθεί το σύνθημα... Τότε οι πιστοί μου θ' ανοίξουνε τις πύλες του κάστρου... από παντού θα μπουν και θα χυθούν στους διαδρόμους οι συνωμότες της χώρας...

- Δε θα το κάνεις αυτό! διέκοψε αγριεμένος ο Γρηγόρης. Σου το απαγορεύω!

- Μου το ζητά η Πατρίδα και θα το κάνω! Δώσ' μου όμως συγχώρεση, πάτερ Γρηγόρη! Πριν το κάνω, θέλω τη συνείδηση μου να την ησυχάσω, θέλω την Αγία Μετάληψη να μου τη δώσεις!

- Δε θα το κάνεις αυτό! επανέλαβε ο παπάς. Δε θα το κάνεις, γιατί είναι αμάρτημα φοβερό! Και την ψυχή σου θα την κολάσεις! Τρέχα, Δραξάν, σε ικετεύω! Ξεδιόρισε όσα πρόσταξες! Μη!... Μη βάφεις τα χέρια σου σε άλλο αίμα, μην πέσει στο κεφάλι σου η κατάρα του Κυρίου!

- Πάρε πίσω το λόγο σου! φώναξε ο Δραξάν. Κατάρα μη μου δίνεις! Για την Πατρίδα μου πολεμώ! Για την Πατρίδα και για το Θεό μου! Δώσε μου, παπά, συγχώρεση.

- Παράτησε πρώτα τ' απαίσια σου σχέδια! Είναι άτιμα!

- Αδύνατο! Άλλον τρόπο δεν έχω! Είναι η τελευταία μας ελπίδα!

- Λυπήσου τους αθώους που θα τους πνίξεις στο αίμα! Είναι άνθρωποι και αυτοί! Σαν εσένα έχουν γυναίκα, παιδιά, μητέρα! Σαν εσένα για την Πατρίδα τους πολεμούν!

- Η δική μου η Πατρίδα ξεψυχά! Πρώτα αυτή!

- Δραξάν, σταμάτησε το αμάρτημα πριν γίνει!

- Όχι!... Όχι, δεν πρέπει!... Δώσ' μου συγχώρεση, παπά! Τη θέλω! Την έχω ανάγκη!

- Ποτέ! φώναξε ο Γρηγόρης. Στο έγκλημα σου το απαίσιο εγώ δε βάζω χέρι! Σου αρνούμαι τη συγχώρεση, σου αρνούμαι την Αγία Μετάληψη...

Με το χέρι σηκωμένο έμοιαζε ο ιερέας την κατάρα του να δίνει. Ο Δραξάν σηκώθηκε. Μαύρη απελπισία πλάκωσε την καρδιά του.

- Αρνείσαι τη συγχώρεση της Εκκλησίας; ρώτησε.

- Αρνούμαι! επανέλαβε ο ιερέας. Ο Δραξάν έδειξε την πόρτα.

- Είναι ανοιχτή, είπε, δε θα την κλειδώσω... Πήγαινε... πήγαινε, παπά, να με προδώσεις! Είναι ο μόνος τρόπος να σώσεις τους πατριώτες σου...

Άνοιξε την πόρτα και σα μεθυσμένος βγήκε έξω. Και το πορτόφυλλο έκλεισε μαλακά.

Ο Γρηγόρης όρμησε στην πόρτα. Μα εκεί σταμάτησε. Είχε μείνει ακλείδωτη, δεν είχε παρά να τη σπρώξει για να βγει στο διάδρομο, να πάγει στο φρούραρχο... Στο χέρι του ήταν να σώσει τόσες ψυχές... Από το παράθυρο του άκουε τους στρατιώτες που περιδιάβαζαν εδώ κι εκεί και κουβέντιαζαν ελληνικά, ξένοιαστοι, ζωηροί, χαρούμενοι, γεμάτοι καινούριες ελπίδες, γιατί είχε περάσει τις προάλλες ο Αυτοκράτορας και είχαν μάθει τα τελευταία κατορθώματα του. Και δεν ήξεραν, δε φαντάζουνταν, οι άμοιροι, πως ο θάνατος είχε απλώσει κιόλα τη μαύρη του φτερούγα απάνω τους, πως ο ήλιος την αυριανή δε θ' ανέτελλε γι' αυτούς. Το βλέμμα του Γρηγόρη, μαγνητισμένο, έμενε καρφωμένο στην πόρτα. Τρελός του ήλθε πειρασμός να τη σπρώξει, να τρέξει, να φωνάξει... Άπλωσε το χέρι... Μα έξαφνα, σα φάντασμα σηκώθηκε μπροστά του η αναστατωμένη του συνείδηση, του ιερωμένου η συνείδηση, που με σιδερένιο χέρι τον έπιασε στο λαιμό, τον έπνιξε.

Έκανε μερικά βήματα κι έπεσε στα γόνατα. «Θεέ μου!», φώναξε με αγωνία. «Βοήθησε με!... Βοήθησε με!...». Ήταν ξεμολόγηση!... Ήταν μυστικό που η βασανισμένη ψυχή του Δραξάν είχε ξεμυστηρευθεί στον ιερωμένο, ζητώντας βοήθεια και ανάπαυση! Το ράσο του, που στ' όνομα του Κυρίου του έδινε δικαίωμα και τις μεγαλύτερες αμαρτίες ακόμα να τις συγχωρήσει, το ράσο του βούλωνε το στόμα, του αφαιρούσε το δικαίωμα να σώσει τους αδελφούς του και να εμποδίσει τόσο αίμα να χυθεί. Η ψυχή του όλη αναστατώθηκε. «Μα είναι άνθρωποι! Και είναι Έλληνες! Είναι δικοί μου!...».

Όχι! Το αμείλικτο ράσο τον ξεχώριζε από τα πάθη και τις αγάπες των ανθρώπων. Δεν ήταν Έλληνας, ήταν παπάς, μόνο παπάς. Και την αγάπη του, αδιάλεκτη τη χρεωστούσε σε κάθε πλάσμα του Κυρίου του, στον αμαρτωλό και στο λυπημένο περισσότερο ακόμα παρά στους άλλους, ας ήταν και Βούλγαρος, ας τον έλεγαν και Δραξάν... Εμπρός στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά, σωριάστηκε χάμω απελπισμένος. «Μητέρα του Θεού, Συ που έκλαψες τόσο εδώ κάτω, λυπήσου τις μητέρες τους! Μια έμπνευση στείλε μου!». Στην αγριεμένη του φαντασία, εικόνες φρικτές αναστήνουνταν. Τόσες είχε δει σφαγές! Μα καμιά δε θα έφθανε στη φρίκη τουτηνής που θ' άρχιζε με προδοσία! Την έβλεπε από τώρα, απαίσια, απάνθρωπη. Έβλεπε τα αίματα, άκουε τα βογγητά, μετρούσε τα πτώματα που γκρεμίζουνταν από τα παράθυρα... Και τα χείλια του ήταν βουλωμένα... Το ήξερε μέσα στην καρδιά του πως μόνος αυτός μπορούσε να τους σώσει, μόνος αυτός.. . Σηκώθηκε με ορμή. Όχι, τέτοιο αμάρτημα δεν το ήθελε ο Θεός! Τα πλάσματα του δεν τα ήθελε να χαθούν με τέτοιον άγριο, απάνθρωπο τρόπο! Θεού θέλημα ήταν να το μάθει εγκαίρως Έλληνας παπάς. Θεού θέλημα ήταν να τρέξει, να το πει... ...Και να προδώσει λοιπόν του αμαρτωλού την ιερή ξεμολόγηση; «Κύριε!... Ελέησε με!». Η συνείδηση του παπά φώναζε: «Όχι!». Όχι, την ξεμολόγηση δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να την προδώσει... Έπεσε πάλι στα γόνατα εμπρός στο εικόνισμα. Σήκωσε τα τρεμάμενα χέρια του προς τον Χριστό, και την καρδιά του τη σπασμένη την έριξε όλη στην προσευχή που σαν κραυγή απελπισίας ανέβηκε προς τον ουρανό. Ώρες και ώρες έμεινε κει, με συντριμμένη την ψυχή, μπροστά στον Πλάστη του. Ο ήλιος βασίλεψε βουτηγμένος στην πορφυρένια του δόξα. Μα τη λαμπρότητα του βασιλέματος δεν την ένιωσε ο Γρηγόρης. Λίγο - λίγο το σκοτάδι γέμισε το κελί του, περιτύλιξε το φρούριο. Η σιωπή σκέπασε την πλάση όλη. Και ακόμα αγωνίζουνταν η ψυχή του Γρηγόρη.

Περνούσαν οι ώρες. Το θαμπό μισοφέγγαρο αργά - αργά έγερνε και αυτό πίσω από τα βουνά. Και σωριασμένος στο πάτωμα, με το κεφάλι κρυμμένο στα χέρια του, ο Γρηγόρης προσεύχουνταν ακόμα... Η φωνή του κούκου αντήχησε έξαφνα στης νύχτας τη βαθιά ησυχία. Ο Γρηγόρης σήκωσε το κεφάλι. «Ξημερώνει άραγε;». Όχι... το σκοτάδι ήταν πυκνό. Έπειτα τι, το χειμώνα ο κούκος δε λαλεί. Ακούμπησε πάλι το κεφάλι του στα χέρια του και ξαναχώθηκε στη σκέψη του. Μα άλλος κούκος ακούστηκε, και μια φωνή ξαφνισμένη ρώτησε: «Τις ει;». Κανένας δεν αποκρίθηκε... Μα τι ήταν αυτό; Ένας γδούπος βουβός... μια στριγλιά φρικτή... Και όλα πάλι σώπασαν.

Ο Γρηγόρης είχε ανασηκωθεί, η καρδιά του πάγωσε... Από μακριά, βοητό ακούουνταν που πλησίαζε, σα φωνές πολλές, και σίδερα που χτυπιούνταν το ένα με το άλλο... Ένα κύμα ανθρώπινο πέρασε τρεχάτα εμπρός στην πόρτα του. «Στα όπλα!... Προδοσία!...». Ο Γρηγόρης σηκώθηκε στα πόδια του. Το πρόσωπο του ήταν αγνώριστο. Οι λίγες αυτές ώρες τον είχαν γεράσει δέκα χρόνια. «Θεέ!...», μούγκρισε. «Το θέλησες λοιπόν!». Μια στιγμή έμεινε ακίνητος σφίγγοντας το μέτωπο του σα να ήθελε να βαστάξει το νου του που έφευγε. Με άτακτα βήματα πήγε στην πόρτα, πιάστηκε από τον τοίχο για να μην πέσει, έσπρωξε το πορτόφυλλο και βγήκε στο διάδρομο. Παρακάτω, ένα σώμα κοίτουνταν με τα μυαλά χυμένα. Έσκυψε απάνω στον πεθαμένο στρατιώτη, έκανε στο στήθος του το σημείο του σταυρού, και μηχανικά μουρμούρισε μια προσευχή.

Φωνές άγριες ξέσπασαν στην άκρη του διαδρόμου. Μερικοί στρατιώτες της φρουράς, ματωμένοι, καταπληγωμένοι, ελεεινοί, βήμα - βήμα υποχωρούσαν εμπρός στο πλήθος των εχθρών, πολεμώντας απεγνωσμένα. Ο Γρηγόρης τους είδε. Σα θηρίου πληγωμένου ξέσπασε από το στήθος του μια φωνή. Άρπαξε από χάμω το μανδύα του νεκρού, τον τύλιξε γύρω του, και ρίχθηκε ανάμεσα στους Έλληνες.

- Αδέλφια! φώναξε σηκώνοντας ψηλά το χρυσό του σταυρό. Στον ουρανό θ' απαντηθούμε πάλι! Για το Θεό σας πολεμάτε και για το Βασιλέα...

Μια σπαθιά του άνοιξε το κεφάλι. Κλονίστηκε στα πόδια του, μα βαστάχθηκε και σήκωσε το σταυρό του ψηλότερα για να τον δουν όλοι. Με καινούρια καρδιά όρμησαν εμπρός οι λίγοι Έλληνες που ήταν ακόμα όρθιοι, και μια στιγμή έσπρωξαν πίσω τους Βουλγάρους που ολοένα πλήθαιναν.

- Τον τρελό με το σταυρό! Χτύπα! Κατέβασε τον! ξεφώνισε ο αρχηγός τους.

Και οι εχθροί λυσσασμένοι ρίχθηκαν πάλι στα μετρημένα παλικάρια που βαστούσαν ακόμα.

- Για την Πατρίδα και για το Βασιλέα! φώναξε πάλι ο Γρηγόρης. Θάρρος, αδέλφια! Τίμιος τάφος αξίζει περισσότερο...

Μα άλλη μαχαιριά τον σταμάτησε, το αίμα τον σκέπασε, αισθάνθηκε πως πέφτει. Ένας στρατιώτης τον βάσταξε. Μα ο μανδύας γλίστρησε από τους ώμους του και φάνηκε το λιγνό μακρύ του σώμα, τυλιγμένο στο μαύρο ράσο.

- Παναγία μου! φώναξε ένας Βούλγαρος που γύρευε να τον αποτελειώσει. Παπάς είναι!

Κι έπεσε στα γόνατα φρικιασμένος.

- Εμπρός! Εμπρός! φώναξε ο αρχηγός. Τι φοβάστε; Έξι μόλις έμειναν! Εμπρός παιδιά!...

Στη ράχη των Ελλήνων άλλο μπουλούκι Βουλγάρων ξεπρόβαλε. Τους οδηγούσε ο Δραξάν. Ο Γρηγόρης τον είδε. Πεσμένος στα γόνατα, γεμάτος πληγές, αντρειεύθηκε ακόμα, σηκώθηκε στα πόδια του και ύψωσε στερνή φορά το σταυρό.

- Πάτερ Γρηγόρη! φώναξε ο Δραξάν.

Κι εμπρός στον αιματωμένο, μισοπεθαμένο παπά με το σταυρό, τον έπιασε έξαφνα τρόμος ανίκητος το γενναίο αυτόν άντρα, που τόσες φορές είχε αψηφήσει το θάνατο. Με τα δυο του χέρια σκέπασε τα μάτια του.

- Μη με καταραστείς! ξεφώνισε έξω φρενών.

Ο Γρηγόρης χαμογέλασε. Τα γόνατα του λύγισαν, κι έπεσε σφίγγοντας το σταυρό στο στήθος του. «Άνω σχώμεν τας καρδίας...», μουρμούρισε. Το αίμα κοχλακίζοντας γέμισε το στόμα του, τον έπνιξε. Έγειρε πίσω το κεφάλι και ξεψύχησε. Πανικός έπιασε τους Βουλγάρους εμπρός στον παπά που είχαν σκοτώσει. Γύρισαν πίσω, έτοιμοι να παρατήσουν το φρούριο. Ο αρχηγός τους κατάλαβε πως από πάνω από τον πεθαμένο παπά κανένας δε θα περάσει. Χωρίς ν' ακούσει την κραυγή του Δραξάν, που ξεφώνιζε να του τον αφήσει, άρπαξε το ρασοφορεμένο σώμα, το έσυρε ως την πεζούλα έξω, και το γκρέμισε από πάνω από τον πύργο. Τίποτα πια δε σταμάτησε την ορμή των Βουλγάρων, που σαν ακράτητο κύμα χύθηκαν σ' όλο το κάστρο.