Στα μυστικά του βάλτου/Κεφάλαιο ΚΔ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στα μυστικά του βάλτου
Συγγραφέας:
ΚΔ'. Κουρφάλια


Ένα μαρτιάτικο πρωί η μεγάλη Τούμπα ήταν σε αναβρασμό. Από μέρες ο καπετάν Ακρίτας ήταν έτοιμος να φύγει, εκνευρίζουνταν που δεν επέστρεφε ο Αποστόλης, από τον Όλυμπο όπου είχε οδηγήσει τον καπετάν Ματαπά, φοβέριζε πως θα πάγει μόνος «στη δουλειά του», με τον Βασίλη που είχε μείνει μαζί του, πως θα πήγαιναν χωρίς οδηγό. Η «δουλειά» του καπετάν Ακρίτα, που εξακολουθούσε να βρίσκεται αρχηγός χωρίς ανταρτικό σώμα, ήταν για όλους μυστήριο. Μα ποιος τολμούσε να ζητήσει εξηγήσεις από το χεροδύναμο αντάρτη με τα κεραυνοβόλα μάτια, σα δεν ήθελε να τις δώσει αυτός; Είπε πως βαρέθηκε και θα φύγει, κι ετοιμάστηκε κιόλα, και παράγγειλε την πλάβα που θα τον έβγαζε στη σκάλα.

Έξω όμως, στο νότιο κάμπο, ήταν στο πόδι οι Τούρκοι, που είχαν βρει το πτώμα του Άγγελ Πέιο και κάποιου στρατιώτη Τούρκου με μια μαχαιριά στην καρδιά, και τα είχαν χάσει, δεν καταλάβαιναν αν τους είχαν σκοτώσει Έλληνες ή Βούλγαροι, γιατί την ίδια νύχτα είχε καεί η πατριαρχική στάνη του Στέργιου Γκιόνη, και είχαν σφαχθεί όσες γυναίκες, γέροι και παιδιά ήταν μέσα. Σαν πάντα, γύρευαν οι Τούρκοι, συνελάμβαναν αθώους, και δεν ανακάλυπταν τίποτα.

- Μου είναι αδιάφορο! έλεγε ο Γρέγος του καπετάν Κάλα, που, σαν πάντα, συμβούλευε φρόνηση και αναβολή. Θα φύγω χωρίς οδηγό, και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει!

Κι εκείνο το πρωί είχε φθάσει ο Αποστόλης. Και τώρα πια δεν ήθελε να φύγει ο καπετάν Ακρίτας. Γιατί είχε φέρει νέα ο Αποστόλης. Και τα νέα αυτά είχαν βάλει σε αναβρασμό όλη την καλύβα. Το ήξεραν όλοι, άντρες και καπεταναίοι, πως ο Μακεδονικός Αγώνας περνούσε κρίσιμη στιγμή. Πως οι λαμπροί αρχηγοί, ψημένοι στις κακοπάθειες και στους κινδύνους του ανταρτικού πολέμου, είχαν αποκάνει. Πως, άρρωστοι, εξαντλημένοι, ζητούσαν να τους σταλούν αντικαταστάτες, και πως οι αντικαταστάτες δεν έφθαναν.

Το ήξεραν, άντρες και αρχηγοί, πως ξένοι αστυνομικοί, Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι και Ιταλοί, σταλμένοι από τις κυβερνήσεις τους τάχα για να βάλουν τάξη στα εσωτερικά της Τουρκίας, υποστήριζαν κατά τα μικροσυμφέροντα κάθε Δυνάμεως, πότε τους Βουλγάρους, πότε τους Ρουμούνους, και πότε τους Σέρβους, ποτέ όμως τους Έλληνες, που ήταν τα δυνατά και προοδευτικά στοιχεία, και που τους εμπόδιζαν στη συμφεροντολογική τους προπαγάντα... Πως οι Τούρκοι, πιεσμένοι απ' αυτούς, παρατούσαν τη νωχελή τους πολιτική, καταδίωκαν με λύσσα τα ελληνικά σώματα, φύλαγαν τα σύνορα τους, παρακολουθούσαν και δυσκόλευαν τις κινήσεις και τον ανεφοδιασμό των σωμάτων, έκαμναν παραστάσεις στην Ελληνική Κυβέρνηση, και παραπονιούνταν πως οι οπλαρχηγοί ήταν όλοι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού... Πως η Ελληνική Κυβέρνηση αναγκάζουνταν ν' ανακαλέσει πολλούς απ' αυτούς, όσους παραήταν πια γνωστοί στους Τούρκους. Είχε σταθεί σε διάφορα χωριά στο δρόμο του ο Αποστόλης, και είχε κάνει το μαραγκό, για να μαζέψει μερικά γρόσια που τα χρειάζουνταν για ν' αγοράσει καινούρια τσαρούχια...

- Και δε μου ζητούσες εμένα; Θα στα 'δινα, παρά να με χασομερούσες τόσες μέρες κι εβδομάδες, είπε κατσουφιάρικα ο Γρέγος.

- Ν' απλώσω χέρι; έκανε αγανακτισμένος ο Αποστόλης.

- Δε θ' άπλωνες χέρι, αφού θα μου δούλευες, αποκρίθηκε ο Γρέγος.

Ο Αποστόλης θυμήθηκε τις δυο χρυσές λίρες που είχε βάλει ο ψευτόπαπας στο χέρι του ψαρά, σαν πέρασαν τον Λουδία. Να πληρωθεί όμως αυτός; Για μια υπηρεσία στον Αγώνα; Να καταδεχθεί αυτός;...

Μα δεν είπε τίποτα, μόνο εξακολούθησε τη διήγηση του: Είχε μαστορέψει στα χωριά όπου πέρασε, μα και είχε μαζέψει πληροφορίες, και είχε ακούσει κρίσεις και παράπονα. Πέρασε και από το Ζορμπά, και είδε την κυρία Ηλέκτρα. Το σχολείο της ήταν ερείπιο ακόμα, και δεν είχε πού να μείνει. Ο Δεσπότης είχε υποσχεθεί να της το ξαναχτίσει, μα πού να πρωτοπροφθάσει; Γιατί εμπρός σ' όλες αυτές τις δυσκολίες, ο αδάμαστος κύριος Γενικός Πρόξενος αποφάσισε ν' αλλάξει τακτική, αλλά να μην ενδώσει. Και αφού δεν έφθαναν πια αξιωματικοί και άντρες από την Ελλάδα, σήκωνε κείνος χωρικούς αντάρτες, μαθημένους στα όπλα, και διόριζε αρχηγούς τους ντόπιους υπαρχηγούς, που είχαν πολεμήσει με τους μεγάλους καπεταναίους, και ήξεραν από ανταρτικό πόλεμο, και είχαν μάθει από μάχες. Μα χρειάζουνταν χρήματα. Και χρήματα δεν είχε... Περίμενε ο Αποστόλης ν' απομακρυνθεί ο καπετάν Κάλας, και ιδιαιτέρως, χαμηλόφωνα, είπε του Βασίλη και του Γρέγου, που φορτώνουνταν τον οπλισμό τους, έτοιμοι να φύγουν.

- Είδα τον Περικλή στη Νίκη. Μου είπε να σας πω πως έστειλε κρυφά ο καπετάν Νικηφόρος να μαζέψει οδηγούς απ' όλα τα γύρω ελληνικά χωριά, και πως ετοιμάζει μυστικά καινούρια επίθεση. Μα δεν ήξερε πού. Και θέλει, λέει ο Αρχηγός όλους τους πολεμιστές να πάνε στο Τσέκρι.

Και τ' άκουσε ο Γρέγος, και από τότε άλλαξε γνώμη, και δεν ήθελε πια να πάει ούτε στον Όλυμπο, ούτε στο Ρουμλούκι, ούτε αλλού, μόνο αποφάσισε να πάγει στο Τσέκρι. - Κι εδώ, στη Λίμνη, κόπασε ο Αγώνας! είπε ο Γρέγος του Αποστόλη, παραμερίζοντας, στο θυμό του απάνω, τη διαφορά ηλικίας του αγοριού, μιλώντας του ξαφνικά σαν ίσος προς ίσο. Κι εδώ δεν έχει πια δράση! Οι Βούλγαροι τα βρήκαν σκούρα με την οχυρωμένη Κούγκα και τις καινούριες ελληνικές καλύβες που ξεφύτρωσαν σ' όλη τη διαδρομή ως εδώ, παραίτησαν την καλύβα τους εδώ κοντά, που δεν την πήραμε μεις τότε, και περιορίστηκαν στο σύμπλεγμα τους του Ζερβοχωριού. Μα έφυγε ο Άγρας, και ο Κάλας περιορίζει και αυτός τη δράση του στην άμυνα από τις δυο Τούμπες, με την ησυχία του, ώσπου να του έλθει η άδεια του που ζήτησε, να γυρίσει στην Ελλάδα. Θλιμμένα είπε ο Αποστόλης:

- Και ο καπετάν Άγρας ζήτησε αντικαταστάτη... Και ο καπετάν Νικηφόρος.

- Ποιος σου το 'πε; ρώτησε σοβαρά ο Βασίλης.

- Η κυρία Ηλέκτρα. Ο καπετάν Άγρας είναι εξαντλημένος από τις θέρμες, που δεν τον αφήνουν, και ο καπετάν Νικηφόρος ζήτησε να τον στείλουν εκείνον στη Νιάουσα, στη θέση του καπετάν Άγρα, να φύγει λέει από το Βάλτο, γιατί, λέει, ο βήχας, οι ρευματισμοί και οι θέρμες τον πέθαναν κι εκείνον, και δε μπορεί πια να περπατήσει. Έφθασε ο αντικαταστάτης του.

- Λοιπόν τελείωσε; Για τον καινούριο θα πάμε στο Τσέκρι; είπε όλο πιο εκνευρισμένος ο Γρέγος.

Χαμηλόφωνα του αποκρίθηκε ο Αποστόλης:

- Ο Περικλής μου είπε πως κάτι ετοιμάζει ο Αρχηγός. Δεν είπε πού, μα κάποια τολμηρή επιχείρηση ετοιμάζει πάλι. Την ξέρει ο Μήτσος, μα δεν την είπε ούτε στον εξάδελφο του. Ο Περικλής όμως μαντεύει.

- Και τι μαντεύει;

- Πως θα πάμε στα Κουρφάλια!

- Διάβολε! έκανε με τη βαριά του φωνή ο Γρέγος, που ξαφνικά ξαναβρήκε 'όλο του το κέφι. Ξέρεις τι θα πει επιχείρηση στα Κουρφάλια;

- Είναι η φωλιά των κομιτατζήδων, όχι; έκανε ήσυχα ο Βασίλης.

- Ναι! Και είναι το πιο δυνατό τους χωριό! Και έχει και τούρκικο στρατό! Όλοι οι χωρικοί - και είναι πολλοί! - είναι οπλισμένοι. Τη νύχτα φρουρούν σκοποί, με τρόπο που δεν πλησιάζει κανείς. Ο Ματαπάς θέλησε να κατέβει και να τους χτυπήσει. Μα δεν έχει αρκετούς άντρες.

- Ο Περικλής λέγει πως ο καπετάν Νικηφόρος έχει τώρα εβδομηνταπέντε τακτικούς, και πολλούς εγχώριους μαθημένους στο τουφέκι, που θα τον βοηθήσουν!... τους πληροφόρησε ο Αποστόλης. Και μια μέρα είπε του Μήτσου ο καπετάν Νικηφόρος: «Δεν καταδέχομαι ν' αφήσω τα Κουρφάλια, που είναι η πιο δύσκολη και η πιο επικίνδυνη επιχείρηση, στο διάδοχο μου». Γι' αυτό υποψιάζεται ο Περικλής πως τώρα ετοιμάζεται για τα Κουρφάλια.

- Σαν τι μοιάζει ο διάδοχος του; ρώτησε ο Βασίλης. Μα ο Αποστόλης δεν ήξερε, δεν τον είχε δει.

Ο Γρέγος σηκώθηκε.

- Τι μας μέλει; έκανε τινάζοντας τα μουδιασμένα από την ακινησία χέρια του, και χτυπώντας το πάτωμα με τα πόδια του. Εμείς θ' ακολουθήσομε τον καπετάν Νικηφόρο, όπου μας πάγει. Σύρε φέρε μια πλάβα, βρε Αποστόλη, και οδήγα μας στο Τσέκρι!

Μα στο μεταξύ, ένα μονόξυλο είχε πλευρίσει με τον Ευάγγελο Κουκουδέα, που βγήκε στο πάτωμα και ζήτησε να μιλήσει ιδιαιτέρως του καπετάν Κάλα. Αφού μίλησαν, βγήκε από την καλύβα ο Κάλας και κάλεσε τους άντρες του και τους είπε:

- Ζητά ο καπετάν Νικηφόρος μερικούς εθελοντές στο Τσέκρι. Ποιος από σας θέλει να πάγει;

Οι περισσότεροι ήθελαν. Μεταξύ τους και ο αιχμάλωτος Βούλγαρος Χρήστοφ Μπόζαν. Μα αυτόν τον παραμέρισαν. Διάλεξε ο καπετάν Κάλας όσους δεν του ήταν απαραίτητοι για την ασφάλεια της Τούμπας, κι ετοιμάστηκαν οι άντρες να φύγουν με φωνές χαρούμενες. Επιτέλους θα κουνηθούν πάλι! Όλο το πάτωμα ήταν σε αναβρασμό. Σειρά, πίσω η μια από την άλλη, τραβούσαν οι πλάβες από τα μονοπάτια κατά την καλύβα Μπούρα. Μα σαν έφθασαν στα βαθιά νερά του Λουδία, που διασχίζει τη Λίμνη ως την Κρυφή, αντάμωσαν ολόκληρο στόλο από άλλες πλάβες, που πήγαιναν στο Νιχώρι. Μαζί ήταν ο καπετάν Νικηφόρος. Για ν' αποπλανήσει τους Τούρκους, και συνάμα να προεορτάσει με τους άντρες του τη σχεδιασμένη επιχείρηση, κατέβαινε στο ελληνικότατο χωριό, όπου οι χωρικοί τον περίμεναν και είχαν ετοιμάσει αρνιά στη σούβλα και λαούτα.

- Όποιος από σας θέλει, ας έλθει μαζί μας, είπε ο Νικηφόρος στους άντρες του Κάλα.

Μόνο μια πλάβα δεν ενώθηκε στο στόλο, παρά εξακολούθησε το δρόμο της βόρεια. Ήταν η πλάβα του Γρέγου και του Βασίλη, με οδηγό τον Αποστόλη, που αρνήθηκε να τους αφήσει.

- Καλύτερα να μη μας δουν εμάς, είχε πει ο Γρέγος μ' ένα νόημα του Βασίλη.

Και είχε αποκριθεί ο Βασίλης:

- Ναι, καλύτερα να μη μας δουν.

Λίγοι άντρες είχαν μείνει στο Τσέκρι, μόνο όσοι χρειάζουνταν για να φυλάγουν το πάτωμα. Μα κανένας δεν ήξερε για πού ετοίμαζε την εκστρατεία ο Αρχηγός.

- Πού είναι το Βουλγαράκι, ο παραγιός σου; ρώτησε έξαφνα ο Γρέγος τον Αποστόλη.

Είχε ξαπλωθεί στο πάτωμα και ηλιάζουνταν τεμπέλικα.

- Τον πήρε από την Τούμπα ο Περικλής, για να τον φέρει εδώ. Πού τον πήγε και δεν τον βλέπω; πρόσθεσε.

- Τον ξαναπήρε πίσω η κυρία Ηλέκτρα, αποκρίθηκε ο οδηγός. Θέλει, λέγει, να τον πάγει στη Θεσσαλονίκη, να τον παραδώσει στη γιαγιά του Περικλή, την κυρία Βασιωτάκη, να τον κάνουν Ρωμιό.

- Και πήγε; ρώτησε ο Βασίλης.

Μα ο Αποστόλης δεν ήξερε. Τον είχε αφήσει στο Ζορμπά με την κυρία Ηλέκτρα, στο σπίτι μιας μαθήτριας της, της Ευαγγελίας. Ξαπλωμένος στην πλάτη, με τα χέρια κάνοντας μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του, σα να παραμιλούσε, μουρμούρισε ο Γρέγος:

- Γιώργος Βασιωτάκης... Γιώργος Βασιωτάκης...

Ο Αποστόλης ανατρίχιασε. Ποτέ δεν είχε δει έτσι τον Γρέγο. Το συλλογισμένο, θλιμμένο σχεδόν, ύφος του, τον συγκίνησε.

- Όχι Γιώργος, Περικλής! είπε ο Αποστόλης. Και ο εξάδελφος του, Μήτσος!

Ο Γρέγος δεν αποκρίθηκε. Και είπε ο Βασίλης: - Δεν ξέρεις εσύ. Γιώργο λεν τον πατέρα του κυρίου Μήτσου. Ήμουν κηπουρός στο σπίτι του, στην Αλεξάνδρεια.

- Η Αλεξάνδρεια είναι στην Ουγκάντα; ρώτησε ο Αποστόλης, που δεν ξεχνούσε ποτέ μια λέξη που είχε ακούσει μια φορά, μα που δεν είχε πολλές γεωγραφικές γνώσεις.

Ο Γρέγος ανασηκώθηκε.

- Πού ξέρεις εσύ την Ουγκάντα; αντερώτησε.

- Εσύ είπες μια μέρα... σαν έπιασες τον Τούρκο μες στην εκκλησία της Κάλιανης, πως στην Ουγκάντα μαθαίνεις ν' ακούς και να μυρίζεσαι κρότους.

Τον κοίταξε ο Γρέγος μισοκοροϊδευτικά, τα χέρια δεμένα κάτω από τα διπλωμένα του γόνατα.

- Μωρέ μνημονικό που το 'χεις! έκανε, και πρόσθεσε: Σ' αρέσουν τα ταξίδια; Θέλεις να πας στην Ουγκάντα;

Τα μάτια του Αποστόλη έλαμψαν. Μα συγκρατήθηκε.

- Τώρα έχω δουλειά εδώ, αποκρίθηκε. Δε φεύγω.

- Κι εγώ έχω δουλειά εδώ... και ο Βασίλης... και όλοι μας... είπε ξαναπέφτοντας στη συλλογή του ο Γρέγος.

Και σώπασε, το βλέμμα του χαμένο στα νερά και στους χλωρούς καλαμιώνες πέρα. Η περιέργεια έτρωγε τον Αποστόλη. Ήθελε να ρωτήσει χίλια πράματα τον Γρέγο, και δεν τολμούσε. Πιο ελεύθερος με το μειλίχιο Βασίλη, ρώτησε πάλι χαμηλόφωνα:

- Η Αλεξάνδρεια είναι στην Ουγκάντα;

- Όχι. Είναι στην Αίγυπτο, αποκρίθηκε ο Βασίλης. Η Ουγκάντα πέφτει μακριά.

- Και πώς ξέρει ο καπετάν Ακρίτας τον αφέντη σου; ρώτησε ακόμα πιο χαμηλόφωνα, λίγο φοβισμένος για την τόλμη του ο Αποστόλης.

Τον άκουσε όμως ο Γρέγος, που αλήθεια, μυρίζουνταν, όπως είχε πει, τους ήχους, όταν δεν τους άκουε. Αποκρίθηκε ήσυχα:

- Τον γνώρισα στα '97. Είχε έλθει εθελοντής, να πολεμήσει. Του Αποστόλη του κόπηκε η αναπνοή.

- Εδώ; Στη Μακεδονία; ρώτησε.

- Όχι, στην Ελλάδα. Όλοι πολεμήσαμε τότε. Μα νικηθήκαμε.

Το είχε πει με αθυμία, σχεδόν άγρια. Κι έπεσε σιωπή. Την έκοψε ο Αποστόλης, παίρνοντας απόφαση να φάγει και ξύλο ακόμα, μα να μάθει.

- Καπετάν Ακρίτα, είπε. Μου διηγήθηκε πολλά ο Περικλής για τον πόλεμο του '97, όπου λέει πληγώθηκε ο θείος του. Μα δεν κατάλαβα ποτέ, ούτε κείνος κατάλαβε, γιατί νίκησαν τότε οι Τούρκοι. Στα 1821, λέγει, λίγοι Έλληνες νικούσαν πολλούς Τούρκους. Εδώ, κάθε φορά που πιάνεται ένα ελληνικό σώμα με σώμα βουλγάρικο, τις τρων οι Βούλγαροι. Γιατί στα '97 νικήθηκαν οι Έλληνες; Τι διαφορά έχει;

- Η διαφορά είναι που εδώ έχομε αρχηγό το Δεσπότη, ενώ στα '97!... Στα '97 μας έλεγαν Τουρκόσπορους εμάς τους Τουρκομερίτες οι κύριοι σακαράκηδες με τις λουστραρισμένες μπότες, που εγκατέλειψαν τη Λάρισα κι έτρεχαν σα λαγοί, αποκομίζοντας κοτόπουλα...

Σώπασε ο Γρέγος και δάγκασε τα χείλια του που έτρεμαν.

- Ήσουν εκεί; ρώτησε ο Αποστόλης, που, στη λαχτάρα του ν' ακούσει, παράβλεπε τις αστραπές που άναβαν στα μάτια του Γρέγου.

Ο Βασίλης έκανε ένα νόημα του χεριού.

- Ασ' τα αυτά, είπε μαλακά του Γρέγου. Τι τα ξαναλές;

- Δε με μέλει να τα πω πια σήμερα, είπε πιο ήσυχα ο Γρέγος. Στα Κουρφάλια, αν πάμε, δε θα γυρίσομε πολλοί. Και είδα το μάγο στον ύπνο μου χθες.

- Ποιο μάγο; ρώτησε λαχταριστά ο Αποστόλης. Και είπε ο Γρέγος:

- Η Ουγκάντα είναι περίεργος τόπος, με μαύρες φυλές διάφορες - άλλες ήμερες, που γίνηκαν Χριστιανοί, και άλλες άγριες, που τρων ανθρώπινο κρέας, που κρυμμένοι μες στα πυκνά τους δάση σκοτώνουν διαβάτες με φαρμακερές σαΐτες ή με λόγχες, και ύστερα τους τρων ωμούς, ή ξεθάβουν πεθαμένους και τους τρων, κρυφά από τις αγγλικές αρχές που κατέχουν την Ουγκάντα. Έχουν και μάγους, που για όλα κάνουν μάγια, για να φέρουν βροχή ή και να ρίξουν κατάρες και άγριες τιμωρίες στους εχθρούς τους. Ένα μάγο τον γλίτωσα από τους ανθρωποφάγους, που ετοιμάζουνταν να τον ξεσχίσουν ζωντανό...

- Πώς τον γλίτωσες; ρώτησε λαχανιασμένος ο Αποστόλης.

- Δεν ήταν δύσκολο. Είχα περίστροφο, και ήταν πυγμαίοι, μια φυλή που είναι κοντόσωμοι, τόσοι δα όλοι τους!

Με μια ξανάστροφη έριξα τρεις, και με μια πιστολιά σκόρπισα τους άλλους. - Και ο μάγος;

- Ο μάγος μου φιλούσε τα πόδια και ρωτούσε τι θέλω να μου χαρίσει. Του είπα: «Να μου πεις πότε θα πεθάνω». Μου αποκρίθηκε: «Όταν έλθω και σ' επισκεφθώ στον ύπνο σου, ετοιμάσου. Σε τρεις μέρες θα πεθάνεις»! Και ήλθε τη νύχτα χθες, στον ύπνο μου. Και έχω ένα χρέος... Και δεν το ξεπλήρωσα ακόμα...

Ο Βασίλης τον διέκοψε.

- Κρίμα που σ' έχω και για ξυπνό, του είπε. Και πιστεύεις τέτοια παραμύθια, που κλώθουν γριές ξεμωραμένες... είπε αργά.

Ο Γρέγος γέλασε αμέριμνα.

- Είτε τα πιστεύω είτε όχι, δεν αλλάζει το πεπρωμένο, είπε.

- Τι θα πει αυτό; ρώτησε ο Αποστόλης.

- Σα να πούμε, το γραφτό. Κι εμένα μου είναι γραφτό να μη γυρίσω πια στην Ελλάδα.

- Γιατί; Γιατί; αναφώνησε ο Αποστόλης.

- Γιατί έτσι, είπε ο Γρέγος, με τρόπο που έκοψε κάθε συνέχεια κουβέντας.

Και κλείστηκε πάλι στη συνηθισμένη του μυστικότητα. Ξαπλώθηκε πάλι χάμω κι έκλεισε τα μάτια του.

Όλη κείνη τη μέρα γύριζε και ξαναγύριζε ο Αποστόλης στο νου του όσα είχε ακούσει. Για την Ουγκάντα, θα ρωτούσε την κυρία Ηλέκτρα. Εκείνη τα ήξερε όλα. Θα ήξερε και για τις άγριες φυλές της Ουγκάντας. Μα η προφητεία του μάγου τον τάραζε ως τα σωθικά του. Να πεθάνει ο Γρέγος!... Έτσι μεγάλος, χεροδύναμος, ανίκητος! Ποιος θα κοτούσε ποτέ να τον χτυπήσει; Μια σφαίρα; Έτσι να 'κανε με το χέρι του, θα τις μάζευε τις σφαίρες σα στραγάλια... Και το βράδυ, σα γύρισαν από το πανηγύρι του Νιχωριού οι άντρες με γέλια και τραγούδια, του φάνηκε η χαρά τους σαν παραφωνία: Γέλια έκαναν πολλά οι άντρες. Στο Νιχώρι τους είχαν ψήσει αρνιά και τους είχαν κεράσει κρασί και ούζο, και, καλύτερο, είχαν καλέσει κάτι Τούρκους που περνούσαν από κει με δυο χωροφύλακες, και διασκέδασαν και αυτοί μαζί τους. Μα στο μεταξύ είχε βάλει ο καπετάν Νικηφόρος παιδιά του να τους φυλάγουν, έτσι που να μην τους επιτρέψουν να φύγουν από το Νιχώρι, ούτε την αυριανή, ούτε την ακόλουθη νύχτα, μην τύχει και πουν τίποτα για τις κινήσεις των σωμάτων και βάλουν υποψίες οι αρχές. Ύστερα, ας πήγαιναν στο καλό.

Μαζί με τους αντάρτες και τον Νικηφόρο ανέβηκε στο πάτωμα του Τσέκρι κι ένας ηλικιωμένος, αντάρτικα ντυμένος, με ψαρά μαλλιά και οργωμένο πρόσωπο. Ήταν ο καινούριος υπαρχηγός του καπετάν Νικηφόρου, ο διάδοχος του, νεοφερμένος, με το πολεμικό όνομα Νικηφόρος ο Δεύτερος. Δεν έπρεπε, σα θα έφευγε ο Αρχηγός, να το μάθουν οι Βούλγαροι και να πάρουν θάρρος, πως έφυγε ο καπετάν Νικηφόρος που τους είχε εμπνεύσει τέτοιο τρόμο.

- Μα δεν τον αγάπησαν ακόμα οι άντρες, είπε ο Περικλής του Αποστόλη που τον ρωτούσε. Είναι λίγο απότομος. Μας παίρνει με το άγριο. Και είναι όλοι απαρηγόρητοι που φεύγει ο Αρχηγός. Να μας έμενε τουλάχιστον ο καπετάν Ακρίτας...

Ντροπαλά, ταπεινωμένος για την άγνοια του, ρώτησε ο Αποστόλης:

- Ξέρεις εσύ, Περικλή; Είναι σοφοί οι μάγοι της Ουγκάντας;

- Οι μάγοι της Ουγκάντας; Δεν ξέρω τίποτα για την Ουγκάντα και τους μάγους της. Πού τους άκουσες εσύ;

Ο Αποστόλης του διηγήθηκε όσα είχε πει ο καπετάν Ακρίτας εκείνη τη μέρα, για την προφητεία του μάγου της Ουγκάντας, για τον πόλεμο του '97, για την προσβολή που του είχε κάνει ένας «σακαράκας με γυαλιστές μπότες», επίσης και πως του ήταν γραφτό να μη γυρίσει πια στην Ελλάδα. Ο Περικλής σήκωσε τα φρύδια του με απορία.

- Γιατί να μην ξαναπάγει στην Ελλάδα; έκανε. Ποιος τον εμποδίζει; Ακόμα είναι λίγοι μήνες, το ξέρω πως ήταν εκεί ο καπετάν Ακρίτας. Τι σου είπε; Δεν τον ρώτησες γιατί του είναι γραφτό;

- Τον ρώτησα. Μου είπε: «Γιατί έτσι».

Τα δυο αγόρια έμειναν συλλογισμένα. Μα δεν είπε ο Αποστόλης «Τούτος δεν είναι ο καπετάν Ακρίτας, και λέγεται Γρέγος», ούτε του εκμυστηρεύθηκε ο Περικλής πως από καιρό είχε υποψίες ότι ο γίγας χεροδύναμος, που πότε εδώ ήταν και πότε εκεί, αναλόγως που τον χρειάζουνταν ο Αγώνας, στο ένα ή στο άλλο μέρος, πάντα μόνος, αρχηγός χωρίς ακολούθους, καπετάνιος χωρίς άντρες, δεν ήταν ο γνήσιος καπετάν Ακρίτας, παρά κρύβουνταν πίσω από ξένο όνομα. Και ο καθένας τους κράτησε για τον εαυτό του σκέψεις και απορίες.

Την άλλη μέρα, από το πρωί κατάφθαναν μυημένοι νέοι χωρικοί απ' όλα τα γύρω χωριά. Πού θα πήγαιναν, δεν ήξεραν. Μα τους καλούσε ο καπετάν Νικηφόρος να πολεμήσουν, και όλοι έτρεχαν, πρόθυμοι να σκοτωθούν, και πήγαιναν όπως τους είχαν διατάξει, άλλοι στους Αγίους Αποστόλους και άλλοι στο Τσέκρι. Από την καλύβα Μπούρα είχαν έλθει πλάβες πολλές, και αφού συσκέφθηκε ο Αρχηγός με τον υπαρχηγό του, τους καπεταναίους και τους οδηγούς, έδωσε το σημείο της αναχωρήσεως στις πέντε το απόγεμα, και ξεκίνησε με τους άντρες του για την καλύβα Αγίους Αποστόλους.

Είχαν έλθει ευτυχώς πολλοί χωρικοί. Ο Νικηφόρος χώρισε εξήντα άντρες, για να φυλάξουν τις διάφορες καλύβες και τις σκάλες Τσέκρι και Αγίων Αποστόλων, όπου άφηνε πολλές πλάβες για την επιστροφή. Έπρεπε και οι δυο σκάλες να είναι ελεύθερες και φυλαγμένες, έτσι που να είναι βέβαιοι οι αντάρτες να βρουν μέσον επιστροφής, αναλόγως πού θα χρειάζουνταν να επιβιβαστούν στη μια ή στην άλλη σκάλα, όταν θα γύριζαν από την επικίνδυνη τους επιχείρηση. Ύστερα, το σώμα ολόκληρο αποβιβάστηκε στη σκάλα των Αγίων Αποστόλων. Ήταν εξηνταοκτώ άντρες, όλοι αφοσιωμένοι ως το θάνατο στον Αρχηγό τους. Μεταξύ τους, ο Αντώνης από το Βόλο, που σαν άκουσε πως τον αφήνει ο Αρχηγός για φύλαξη της καλύβας, έπεσε στα πόδια του με τέτοια κλάματα, με τέτοια παρακάλια, να τον πάρει και αυτόν, να εκδικήσει στη μάχη όσα κακά τράβηξε από Βουλγάρους και τούρκικες φυλακές, ώστε συγκινήθηκε ο καπετάν Νικηφόρος και τον πήρε μαζί.

- Ποιος από μας καταδέχεται να μείνει! είπε χαμηλόφωνα ο Μήτσος στον Βασίλη.

Και μες στα δόντια του μουρμούρισε ο Περικλής:

- Ποιος από μας θα το παραδεχθεί;

Γιατί σαν έφθασαν στη σκάλα και κατέβηκαν όλοι, ο καπετάν Νικηφόρος παραμέρισε τον Περικλή και τον Αποστόλη. Έφευγαν, λέει, για σκληρή κι επικίνδυνη επιχείρηση, και τα δυο αυτά νέα αγόρια αρνούνταν να τα πάρει. Πρώτη φορά τότε είπε στους άντρες του πως παν στα Κουρφάλια. Είχε μάθει πως έφυγε από μέσα ο τούρκικος στρατός, και είχε την ελπίδα πως δε θα πρόφθασε να έλθει άλλος. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να χτυπήσει το χωριό. Στα σκοτεινά, στη σιωπή της έρημης ακρολιμνιάς, ο Αρχηγός μίλησε τότε στα παλικάρια του. Τους σύστησε ψυχραιμία, θάρρος, και να μην απομακρύνουνται από τους καπεταναίους τους.

- Γιατί, τους είπε, στις νυχτερινές επιχειρήσεις ο μεγάλος κίνδυνος είναι η διάσπαση του σώματος και οι παρεξηγήσεις.

Ήταν ο ίδιος πολύ συγκινημένος. Πρώτη φορά οδηγούσε τόσους άντρες σε τέτοια σκληρή εκστρατεία. Και η γνώση πως από μια δική του απροσεξία ή απερισκεψία, μπορούσαν τα εβδομήντα αυτά παλικάρια να χαθούν, τον τάραζε. Και όμως την ευθύνη την έπαιρνε χωρίς δισταγμό και δειλία, κι ένιωθε ένα αίσθημα χαράς και υπερηφάνειας πως θα τους οδηγούσε αυτός.

- Σώμα ελληνικό δεν τόλμησε ακόμα να προσβάλει τη φωλιά αυτή των κομιτατζήδων, τους είπε. Μα μιας και ξεκινήσαμε, πρέπει να μπούμε στο χωριό και να τιμωρήσομε τους δολοφόνους των αδελφών μας.

Και τους παράγγειλε πάλι:

- Κανείς σας να μην πειράξει γυναίκα, παιδί ή γέρο. Στον πατριωτισμό σας και στην παλικαριά σας εμπιστεύομαι την επιτυχία μας, παιδιά!

Η συγκίνηση του είχε μεταδοθεί και στους άντρες του. Έκανε το σταυρό του και όλοι τον μιμήθηκαν. Κανένας δε μιλούσε. Όλοι όμως ήταν αποφασισμένοι να πέσουν ως τον τελευταίο, αλλά να μην ντροπιάσουν τον Αρχηγό τους.

- Πάμε τώρα, παιδιά, και ο Θεός μαζί μας, είπε ο Νικηφόρος. Εμπρός! Μαρς!

Με κοκκινισμένα από κλάματα μάτια άκουε ο Αποστόλης, ακουμπισμένος πάνω στον Περικλή.

- Δουλειά σου έδωσε σένα; ρώτησε χαμηλόφωνα.

- Όχι. Καμιά.

- Έφερες τον Μάγκα;

- Ναι. Είναι στην πλάβα.

- Πάρ' τον και πάμε κρυφά. Νύχτωσε. Δε θα μας δουν. Και ο Μάγκας θα μας οδηγήσει στα ίχνη τους, είπε ο Αποστόλης.

Η ανθρώπινη αλυσίδα είχε ξεκινήσει με το μπάρμπα - Τάσο οδηγό, τον καπετάν Νικηφόρο δεύτερο, ύστερα τον Ζαφειρίου και τον Κουκουδέα, και τα παιδιά του τμήματος του Αρχηγού. Σιωπηλά ακολουθούσαν και τ' άλλα τμήματα, με τους οδηγούς και τους καπεταναίους τους, και ανάμεσα τους χώθηκαν κρυφά και ο Βασίλης και ο Γρέγος, αν και αυτοί δε συμπεριλαμβάνουνταν στο σώμα του καπετάν Νικηφόρου.

- Μα ποιος από μας καταδέχεται να μείνει; επανέλαβε ο Βασίλης που πήγαινε κοντά στον Μήτσο.

Ο Γρέγος δε μιλούσε. Σιωπηλός, ασυγκίνητος, προχωρούσε, τα μάτια στυλωμένα στο πρώτο τμήμα του καπετάν Νικηφόρου. Βγήκε το φεγγάρι και χρειάστηκε προσοχή περισσότερη. Γιατί θα περνούσαν από το χωριό οι Άγιοι Απόστολοι, όπου ήταν τούρκικος στρατός, και από άλλα χωριά και στάνες, από δυο κισλάδες αρβανίτικες, που μπορούσαν να τους προδώσουν και να τους κόψουν οι Τούρκοι την υποχώρηση στη Λίμνη όταν θα επέστρεφαν. Πάλι έδειξε ο μπάρμπα - Τάσος την ικανότητα του, διαλέγοντας πάντα κρυφά κατατόπια, περνώντας τη μακριά ανθρώπινη κορδέλα από μέρη σκεπά, πίσω από λόφους ή μέσα σε χαράδρες. Ώσπου έφθασαν σ' ένα σύδεντρο μέρος, στην αρχαία Πέλλα, και, μέσα στα δέντρα κρυμμένοι οι άντρες κάθισαν και αναπαύθηκαν. Απ' έξω από τους Αγίους Αποστόλους πέρασαν χωρίς επεισόδιο, και λοξοδρομώντας σιωπηλά, αποφεύγοντας κάθε κρότο, ύστερα από τρεισήμισι ώρες δρόμο, έφθασαν κάτω από ένα λόφο, ως ένα τέταρτο έξω από τα Κουρφάλια. Πίσω, πότε κυρτοί και πότε όρθιοι, πότε στα τέσσερα, σα γάτες ή τσακάλια, και πότε ξαπλωμένοι μπρούμυτα, μην τους ανακαλύψουν, ακολουθούσαν τα δυο αγόρια. Κολλητά στον Περικλή, σα ν' αντιλαμβάνουνταν την ανάγκη να κρυφθεί, σιωπηλά και μαλακά έτρεχε ο Μάγκας. Κρυμμένος πίσω από χαμηλά παλιούρια κοίταζε ο Περικλής το ακίνητο μπουλούκι των ανταρτών, που στο φως του φεγγαριού δεν ξεχώριζε από το διπλανό λόφο.

- Τι κάνουν; ρώτησε τον Αποστόλη πλάγι του. Βλέπεις, εσύ;

- Τίποτα δεν κάνουν. Αναπαύονται... Βλέπεις αυτό το δέντρο το κυρτό στο λόφο; Είναι ο Αρχηγός με τα κιάλια του. Κατασκοπεύει.

Συγκινημένος είπε ο Περικλής:

- Μου θυμίζει τον παππού μου. Έτσι τον θυμούμαι σε μιαν επανάσταση της Κρήτης, σαν ήμουν μικρός, που είχαμε πάρει τα βουνά, και κοίταζε τους Τούρκους από ένα λόφο, πριν ανάψει το τουφέκι από το μέρος των Ελλήνων. Ήταν το τραγικό '97, που χάθηκε τόσο ντροπιασμένα, στη φυγή της Λαρίσης...

Το κυρτό δέντρο του λόφου χαμήλωσε, χάθηκε.

- Ξαπλώθηκε ο Αρχηγός, αναπαύεται... είπε ο Αποστόλης. Σαν ξεκινήσουν, ξεκινούμε κι εμείς.

Μα τα γατίσια του μάτια δεν ξεκολλούσαν από το ανθρώπινο μπουλούκι, που σιγά σιγά ξεδιπλώθηκε, αραίωσε, χωρίστηκε και προχώρησε αργά, σχεδόν αόρατα, κατά τα Κουρφάλια. Σηκώθηκαν τότε και τα δυο αγόρια και προχώρησαν προς το λόφο όπου ανέβηκαν συρτά.

- Έχει βάλει φρουρούς ο Αρχηγός, μουρμούρισε ο Αποστόλης. Θα μας δουν αν σηκωθούμε...

- Περίμενε ν' αρχίσει το τουφέκι, αποκρίθηκε ο Περικλής. Και πιάνοντας το Μάγκα, τον έχωσε κάτω από τη μασχάλη του και τον σκέπασε μες στην κάπα του. Κίνηση φάνηκε στο χωριό.

- Και οι Βούλγαροι είχαν βίγλες... Υποχωρούν... Δε φαίνονται όμως τρομαγμένοι... Θα τους είδαν τους δικούς μας και τους πήραν για τούρκικο στρατό, εξήγησε ο Αποστόλης που παρακολουθούσε κάθε κίνηση στους δρόμους του χωριού που απλώνουνταν παρακάτω.

Έξαφνα, ένα τμήμα από αντάρτες χύθηκε σ' ένα δρόμο. Μια φωνή ακούστηκε, ένα σύνθημα. Χωρικοί οπλισμένοι πετάχθηκαν από τα σπίτια, βγήκαν από παραδρόμους. Και το τουφέκι άναψε. Μα συνάμα, τρεχάτα κατάφθασαν άλλοι αντάρτες, πηδώντας σαν ελάφια πάνω από εμπόδια και τάφρους.

- Ο Αρχηγός! Ο Αρχηγός! Αυτός ο ψηλός, εκεί μπροστά... Έλα, Περικλή!... έκανε πνιγμένος από συγκίνηση ο Αποστόλης.

Και τα δυο αγόρια κατρακύλησαν το λόφο, έδωσαν το σύνθημα και πέρασαν από τους φρουρούς χωρίς να τους σταματήσει κανένας.

Οι Βούλγαροι, τρομαγμένοι, είχαν υποχωρήσει και διαλυθεί. Η τόλμη της επιθέσεως τους είχε παραζαλίσει. Χρειάστηκε λίγη ώρα για να συνέλθουν, να μαζέψουν τις δυνάμεις τους, να ξανασυνταχθούν. Στο μεταξύ, οι αντάρτες έκαιαν τα σημασμένα σπίτια των κομιτατζήδων, έβγαζαν τις γυναίκες, τους γέρους και τα παιδιά, συνελάμβαναν τους νέους, ανέκριναν, έδεναν εκείνους που δεν ήθελαν να υποταχθούν, πυροβολούσαν όσους χτυπούσαν. Σ' ένα σπίτι που καίουνταν, οι γυναίκες, κλαίγοντας, γύρευαν να σώσουν τα υπάρχοντα τους. Συγκινημένοι μπήκαν μέσα οι αντάρτες και τις βοήθησαν να μαζέψουν ρούχα, στολίδια, ακόμα κι έπιπλα, και τους τα παρέδωσαν χωρίς να κρατήσουν τίποτα. Κι επειδή έκλαιγαν ακόμα οι γυναίκες, βοήθησαν οι αντάρτες να σβήσουν και τη φωτιά και να σώσουν το σπίτι. Μα στο μεταξύ είχαν ανασυνταχθεί οι Βούλγαροι. Οπλισμένοι ως τα δόντια αντεπετέθησαν στους Έλληνες από διάφορα μέρη, και μάχη ξέσπασε άγρια. Αστραπές διασταυρώνουνταν από τα παράθυρα, και στο δρόμο είχαν έλθει οι αντίπαλοι χέρια με χέρια. Ο πάταγος ήταν φοβερός. Το τουφέκι βροντούσε παντού. Συγχρόνως και φωνές, διατάγματα, ολολυγμοί γέμιζαν τον αέρα.

Τα δυο αγόρια είχαν χωθεί ανάμεσα στους αντάρτες και πολεμούσαν και αυτά. Ο Περικλής είχε το τουφέκι του, μα ο Αποστόλης δεν είχε, γύρευε να τα βγάλει πέρα με το πιστολάκι που του είχε χαρίσει ο Άγρας. Αγριεμένος από τη μάχη, του είπε ο Περικλής:

- Έμπα σ' ένα σπίτι, πάρε κανένα τουφέκι και ξαναέλα!

Και ο Αποστόλης μπήκε από ένα χαμηλό παράθυρο στο πρώτο χωριατόσπιτο που έτυχε. Μπροστά του είδε ένα γέρο χωρικό, που από το βάθος της κάμαρας κοίταζε τη μάχη έξω στο δρόμο. Φαίνουνταν να παρακολουθεί με περισσότερη περιέργεια παρά φόβο το τουφεκίδι του δρόμου, και στο χέρι κρατούσε ένα περίστροφο. Σαν αγρίμι, ξαφνικά, ρίχθηκε πάνω του ο Αποστόλης, κρεμάστηκε στο χέρι του και του άρπαξε το όπλο.

- Δε θα σου κάνω κακό, του είπε βουλγάρικα, μα δώσε μου το πιστόλι σου.

Ελληνικά του αποκρίθηκε κείνος:

- Ανόητε! Θα πρόφθαινες, νομίζεις, να μου το πάρεις, αν δεν έβλεπα πως είσαι Ρωμιός; Άφησε μου το όπλο μου, δε σε ωφελεί εσένα, δεν τραβά μακριά. Άνοιξε την κασόνα πέρα και πάρε το γκρα που είναι μέσα. Έχει και φυσίγγια.

Ξαφνισμένος τον κοίταζε ο Αποστόλης.

- Είσαι και συ Ρωμιός; ρώτησε.

- Ναι, είμαστε κάμποσοι. Μα πού να μιλήσομε! Σας περιμένομε τόσον καιρό! Επιτέλους ήλθατε!

Και πρόσθεσε, κοιτάζοντας το δρόμο:

- Αν νικήσετε απόψε, θα γυρίσει Πατριαρχικό το χωριό. Αν νικηθείτε όμως...

Και γυρνώντας στον Αποστόλη:

- Ποιος είναι Αρχηγός σας; ρώτησε. Πες του να πιάσει τον Μήτρη Τάνε και να κάψει το σπίτι του. Μα πριν το κάψει, να βρει τα γράμματα του Ζλατάν.

- Ποιο είναι το σπίτι του; ρώτησε γοργά ο Αποστόλης, όλα του τα λαγωνικά ένστικτα ξυπνημένα, έτοιμα.

- Στον τρίτο δρόμο αριστερά, το τέταρτο σπίτι, με κεραμίδια. Να, πάρε το γκρα, πρόσθεσε.

Και ανοίγοντας την κασόνα του έδωσε τουφέκι και φυσίγγια.

- Τρέχα γρήγορα, του είπε, και πρόφθασε τα γράμματα. Κάτι κακό ετοιμάζει ο Ζλατάν.

Ο Αποστόλης είχε πηδήξει κιόλα από το παράθυρο. Μα σαν έφθασε στο δρόμο που του είπε ο γέρος, είδε πως το σπίτι του Μήτρη Τάνε καίουνταν, και μάχη άγρια γίνουνταν από τα παράθυρα του στο δρόμο και από το δρόμο στο σπίτι. Ο καπετάν Νικηφόρος είχε φθάσει τρεχάτος, και ο Ζαφειρίου με τον Αντώνη το Βολιώτη έριχναν χεροβομβίδες στην πόρτα και στα παράθυρα. Η πόρτα άνοιξε, γυναίκες πετάχθηκαν έξω, και δυο άντρες τις ακολούθησαν. Οι αντάρτες έπιασαν τις γυναίκες και τις γλίτωσαν. Τους άντρες όμως τους τουφέκισαν πριν προφθάσουν να φύγουν. Ο Αποστόλης έκανε να μπει στο σπίτι από το καμένο παράθυρο. Μα την ίδια ώρα, μ' έναν πάταγο τρομερό, γκρεμίστηκε η στέγη, πετώντας φλόγες και σπίθες ως τα μεσούρανα. Ήταν πια αργά. Ολόκληρο το σπίτι ήταν μια θάλασσα από φλόγες.

Δυο ώρες πολεμούσαν. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Μιάμιση ώρα μακριά ήταν χωριά με τούρκικο στρατό, που μπορούσε κάθε στιγμή να παρουσιαστεί και να κόψει στους Έλληνες την υποχώρηση. Ο υπαρχηγός, απ' έξω από το χωριό, έστειλε τρεις άντρες να πουν του καπετάν Νικηφόρου πως κάπου πυροβολούν Βούλγαροι και πως είναι ώρα να φύγουν, μη φθάσουν οι Τούρκοι. Μα ο καπετάν Νικηφόρος είχε μεθύσει από τη μάχη και την ανέλπιστη επιτυχία. Από παντού έφευγαν οι Βούλγαροι ή παραδίνουνταν. Είχε πιάσει ο Αρχηγός ομήρους και είχε ανακρίνει, τιμωρήσει, κάψει, ρημάξει τη φωλιά των κομιτατζήδων. Νικημένοι, αποθαρρημένοι, παραδίνουνταν οι άντρες, και άλλη μισή ώρα έμεινε εκεί ο καπετάν Νικηφόρος για ν' αποτελειώσει το έργο του και ν' ασφαλίσει τη νίκη. Και τέλος, σέρνοντας μαζί του ομήρους, νέους και παιδιά, βγήκε κι εκείνος με τους άντρες του από το χωριό. Μα εκεί τον ακολούθησαν δυο τρεις γέροι, και κλαίοντας ζητούσαν πίσω τα παιδιά τους.

- Μαλέτσκιτε! Μαλέτσκιτε! έλεγαν και ξανάλεγαν.

Συγκινήθηκε ο καπετάν Νικηφόρος και διέταξε ν' αφήσουν όλα τα μικρά. Μόνο πέντε νέους πήρε μαζί του ομήρους, για να εμποδίσει αντεκδικήσεις στους Έλληνες που κατοικούσαν στα Κουρφάλια.

Γοργά επέστρεφε το σώμα, με το μπάρμπα - Τάσο που προχωρούσε μπροστά, απλώνοντας τα κοντόχοντρα πόδια του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, παίρνοντας από διαφορετικούς αλλόγυρους, αλάργα από το χωριό Άγιοι Απόστολοι, όπου ήξεραν πως ήταν Τούρκοι, πενήντα άντρες μ' έναν αξιωματικό. Ίσια πήγαν στη σκάλα των Αγίων Αποστόλων, όπου φύλαγαν άντρες και πλάβες. Η μέρα χάραζε. Ο Βάλτος, με τη νεόβγαλτη πυκνή του βλάστηση, τα πλατόφυλλα νούφαρα, τα σαπισμένα παλιά φυτά και τα τελματώδη νερά του, αναθυμίαζε μια βόχα σαπίλας και μούχλας, που έπιανε τους άντρες στο λαιμό, γίνουνταν πιο αισθητή ύστερα από την έξοδο τους στον καθαρό αέρα του κάμπου.

- Και σ' αυτή την κόλαση ζούμε επτά μήνες τώρα!... είπε ο καπετάν Παντελής, κοιτάζοντας τις μυριάδες φτερωτά έντομα, που δειλά ακόμα, μια σηκώνουνταν, μια κατακάθιζαν και φτερούγιζαν και στριφογύριζαν στα νούφαρα και στα νερά της Λίμνης.

Μα ο καπετάν Νικηφόρος βιάζουνταν.

- Όλοι στις πλάβες! πρόσταξε. Μετρηθείτε. Πόσοι είμεθα;

Οι άντρες μετρήθηκαν. Βρέθηκαν εξήντα οκτώ, όπως είχαν φύγει. Με απορία είδε ο καπετάν Νικηφόρος τον Βασίλη.

- Πώς βρέθηκες εδώ, εσύ; ρώτησε.

Και πρόσταξε. Ξαναμετρηθείτε. Προστέθηκε άλλος ένας, είμεθα περισσότεροι. Οι άντρες ξαναμετρήθηκαν. Βρέθηκαν πάλι εξήντα οκτώ. Μα από κείνους που είχαν ξεκινήσει, ένας έλειπε. Ο Μήτσος Βασιωτάκης δεν ήταν πια μαζί τους.