Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/58

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
46




ΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ.
(Τὰ ’ψάρια τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.)

Σαράντα ’μέραις πολεμᾷ ὁ Μωχαμὲτ νὰ πάρῃ
τὴν Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα ’μέραις ἔκαμεν ὁ ’γούμενος τὸ ’ψάρι
στὰ χείλη του νὰ βάλῃ.

Ἀπ’ ταὶς σαράντα κ’ ὕστερα, ’πεθύμησε νὰ φάγῃ
τηγανισμένο ’ψάρι.
—Ἂν μᾶς φυλάγ’ ἡ Παναγιὰ καθὼς μᾶσε φυλάγει,
τὴν Πόλη ποιὸς θὰ πάρῃ;—

Ῥίχτει τὰ δίχτια στὸν γιαλό, τρία ’ψαράκια πιάνει,
—Θεός νὰ τὰ ’βλογήσῃ!—
Τὸ λάδι βάλλει στὴν φωτιὰ μὲσ’ στ’ ἀργυρὸ τηγάνι,
γιὰ νὰ τὰ τηγανίσῃ.

Τὰ τηγανίζ’ ἀπὸ τὴν μιά, καὶ πᾷ νὰ τὰ γυρίσῃ
κι’ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγυιός του βιαστικὰ πετᾷ νὰ τοῦ ’μιλήσῃ,
καὶ τἄχασεν ὁ γέρος!