Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/46

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
34

Στὸν κίνδυνο, στὴν ταραχὴ
δὲν βάλλω, ὁ μαῦρος, προσοχὴ
μόνο στιβάζω χῶμα.
Καὶ μέσ’ στὸν τάφο τὸν κοινὸ
σκεπάζω κ’ ἕνα Χριστιανό,
ποῦ ξεψυχοῦσ’ ἀκόμα!

Ἄχ! Ἀπ’ τὴν γῆν τὴν σκοτεινὴ
ἀκούω τότε μιὰ φωνή.
“Μὲ θάφτεις πρὶν ’πεθάνω!
“Πρὶν εὐχηθῶ τὴν βασιλειά,
“καὶ διὰ κρίματα παλῃὰ
“τὴν προσευχή μου κάνω!”

Ὠς νὰ τὸν ’βγάλω πεταχτός,
τὰ ἐκακάρωσε κι’ αὐτός,
σὰν τόσοι τόσοι ἄλλοι.
Μ’ ἀλλοίμονον! Εὐθὺς ἐκεῖ
μοὖρθε κατάρα θεϊκή,
σὰν μιὰ βοὴ μεγάλη!

“Ἐσύ μ’ ἀπάνθρωπη καρδιά,
“ὅπου μοῦ θάφτεις τὰ παιδιά,
“πρὶν ἢ γενῇ ἀνάγκη,
“προστάζω νὰ μεταβληθῇς,
“κι’ ἀπ’ ἄνθρωπος, νὰ τυφλωθῇς
“καὶ νὰ γενῇς Σπαλάγγι!”