Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/312

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
300


“Γκρεμνιέτ’ ὁ τόπος ποῦ πατᾷς,
καὶ Σὺ ’ξετάζεις κ’ ἐρωτᾷς
τί νέ’ ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα;
Ἔχ! Καὶ νὰ ἤμουνα Θεός!
Νὰ φάγ’ ἐτοῦτος ὁ λαὸς
ζβερκιὰ καὶ μπαστουνάδα!

“Μώρ’ Χριστιανοί ’ναι τάχ’ αὐτοί,
καὶ πατριῶται θαρρετοί,
σὰν ἦταν ἡ γενιά τους;
Ἔχ! Καὶ νὰ εἶχα μιὰ νευρὰ
νὰ τοὺς ἀργάσω τὰ πλευρὰ
σαχλιὰ σὰν τὰ μυαλά τους!

“Μ’ αὐτὸ δὰ θἄρθῃ μοναχό,
σὰν στρέψ’ ὁ Χρόνος τὸν τροχὸ
ἀπ’ τοῦ Βοριᾶ τὰ μέρη,
καὶ τοὺς ἀλέσουν οἱ Ξανθοί,
σὰν ἅλας πὤχει μωρανθῇ,
σὰν ’ξέθυμο πιπέρι!

“Γι’ αὐτὸ συμπάθειο Σὲ ζητῶ,
ἂν μ’ ἔφυγε τὸ καθ’ αὐτὸ
τῆς ὁμιλίας νῆμα.
Μιὰ ἄλλ’ ἀνάγκη μᾶς βαστᾷ,
μᾶς ἔχει σύρ’ ἐδὼ ’μπροστὰ
στὸ θεϊκό Σου βῆμα.