Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/311

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
299


Ὅλοι τους γνέψιμο κοινὸ
στὸν Ἅγιο Κασσιανὸ
γιὰ ν’ ἀπαντήσῃ ῥίπτουν—
Αὐτὸς τοὺς ἔφερεν· αὐτὸς
ἂς ὁμιλήσῃ θαρρετὸς
ὅ τι ἐκεῖνοι κρύπτουν.

Αὐτὸς ’σηκώθ’ ἀπ’ τὸ θρονί:
“’Βλόγησον, Πάτερ!” Προσκυνεῖ,
καὶ λέγει μὲ τὴν μύτη.
“Μᾶς ἐρωτᾷς συχνὰ πυκνὰ
ὁ κόσμος κάτω πῶς περνᾷ
στ’ ἀπότρελό του ’σπίτι.

“Θαρρῶ, θὰ ἦταν πιὸ καλά,
ἄν ἐρωτοῦσες μιὰ βολὰ
καὶ δι’ ἑμᾶς ’δῶ πέρα.
Καλὰ θὰ ἦταν. Ἀλλὰ Σύ—
Μὰ αὐτὴν τὴν δόξα τὴν χρυσή—
Ἐπῆρ’ ὁ νοῦς Σ’ ἀγέρα!

“Τώρα μοῦ νοιώθει τὸ μυαλό,
γιατί κανεὶς τὸν πιὸ τρελό
θεότρελο τὸν κράζει!
Αὐτὸ βεβαίως θὰ δηλοῖ,
πῶς ἡ τρελάρα ἡ πολλὴ
τὴν φρόνησή Σου ’μοιάζει!