Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/262

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
250


Ἕνας σωρὸς παιδάκια τὴν ’προφθάσαν,
ἀβράκωτ’, ἀξυπόλυτα, μὲ κάλλη
ποῦ μόλις πλέον φαίνονται. Σὰν νἆσαν
ξεθωριασμέν’ ἀπ’ ἀρρωστιὰ μεγάλη!

Γιὰ διές τα! Πῶς πηδοῦν καὶ σκαρβελόνουν,
ποιά πρῶτα στ’ ἀργαστῆρί μου νὰ ’μβοῦνε!
Ἐντρέπονται τὰ δύστυχα! Κρυόνουν!
Καὶ δίκῃο τους νὰ θέλουν νὰ ’νδυθοῦνε.

“Δὲν εἶν’ αὐτὸ δουλειά μου, τὸ γνωρίζω·
μὰ ὑπακούω, Πατρίδα μου, σ’ ἐσένα.
Ἴσως τελειώσ’ αὐτό, ποῦ ’γὼ ἀρχίζω,
ἄ:λλος κανεὶς καλλίτερ’ ἀπὸ ’μένα.”

Ἀπὸ τὴν ἄπειρ’ εὐμορφιά, ποῦ εἶδα
νἄχ’ ὁ Θεὸς μονάχα φορεσιά του,
δανείζομαι μιὰν ἀκρινὴ λωρίδα,
κατάλληλη νὰ φορεθῇ ’δὼ κάτου.

Καὶ κόφτω ἕνα ῥοῦχο στὸ καθένα,
μιὰ φορεσιὰ ποῦ πρέπει καὶ φαντάζει—
Kατὰ τὸ σχέδιο ποῦ μ’ ἀρέσ’ ἐμένα,
τὸ σχέδιο, ποῦ στὸ σῶμά τους ’ταιριάζει.

Ἀπαί, ’ξυπνῶ τῆς Τέχνης τὰ κοπέλια—
Kαὶ διὲς ἐσύ, ’σὲ μιὰ στιγμὴ τί θᾶμμα!