Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
11
Μιά, ποῦν’ εὐμορφιαὶς γεμάτη
κ’ ἔχει τὰ μαλιὰ χυτά,
γιὰ νὰ παίξουνε κομμάτι,
γιὰ νὰ κάμουν χορατά.
’Δώ κ’ ἐκεῖ τὰ κυνηγοῦνε
τὰ κοράσια τὰ δειλά,
κι’ ἀπ’ τὰ ῥοῦχά τους τ’ ἁρποῦνε
καὶ τὰ σκιοῦν καμμιὰ βολά.
’Δώ τὰ πᾶνε, ’κεῖ τὰ πᾶνε,
μ’ ἕνα κρότο φοβερὸ
τὰ τρανὰ σταμνιὰ τους σπᾶνε,
καὶ τοὺς χύνουν τὸ νερό.
Κάτ’ αὐτὸ στοὺς κάμπους τρέχει,
στοὺς ἀγροὺς μὲ ταραχή.
Κ’ ἔιν’ αὐτὸ ποῦ, δός του, βρέχει,
κ’ ἔιν’ αὐτὸ ποῦ λὲν βροχή.