Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
9
τὰ μικρὰ παιδάκια μοιάζουν,
ποῦ τὰ πιαν’ ἡ θερμασιά.
Βρύσαις βλέπει, ῥυάκια τόσα,
π’ ἀπ’ τῆς δίψας τὸν καϋμό,
τοὺς ἐκόλλησεν ἡ γλῶσσα
στὸν ξερό τους τὸν λαιμό.
Καὶ τὴν παίρνει μία θλίψη,
ἕνας πόνος στὴν καρδιά:
πῶς νὰ πῇ νὰ ’γκαταλείψῃ
καὶ τὰ ἴδια της παιδιά!
Λίγο λίγο μετανοιόνει,
νὰ βαστάξῃ δὲν ’μπορεῖ
ἀπ’ τὴν λύπη της φουσκόνει
κ’ εἴν’ τὸ στῆθός της βαρύ.
Καὶ τὰ δάκρυα, ποῦ χύνει
ἠ θλιμμένη της ψυχή
περισσεύουν, ὡς νὰ γείνῃ
μιὰ καλὴ καλὴ βροχὴ.
Καὶ με ’κείνην καταβαίνει
κ’ ἡ νεφέλη στὰ βουνά,
καὶ μὲ τὰ παιδιά της μένει,
ὠς νὰ βαρεθῇ ξανά.