Σελίδα:Athides Aurai Georgios Vizyinos.djvu/126

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
114


Γιὰ δῶστέ με ’λίγο ψωμί,
νὰ ἰδῶ ἂν μὲ ζεσταίνῃ!
Νὰ ἰδῶ ἂν ἀνασταίνῃ
τὸ κουρασμένο μου κορμί!..

Πῶς μὲ μυρίζουν τὰ φαγιὰ
καὶ τὰ ζεστὰ ψωμάκια!
Γιὰ νηστικὰ παιδάκια,
τί θέαμα τὰ μαγερειά!..

’Θυμοῦμαι πρῶτα, στὸ χωριό—
Ἐπείνασα λιγάκι;
Χαλοῦμι καὶ ψωμάκι,
κ’ εὐθὺς ἐγείνηκα θεριό!

Μὰ ’πέρασαν ’κεῖν’ οἱ καιροί!
Ἡ Κύπρο μας καμῖνι
νομίζεις πῶς ἐγείνη,
γιὰ νὰ μᾶς λυώσῃ σὰν κερί!

Τὰ σύννεφα, τόσον καιρό,
’ξεχάσανε τὴν στράτα
ποῦ τἄφερνε γεμάτα,
κ’ ἐμείναμε χωρὶς νερό.

Κι’ αὐτὸ ποῦ σπέρνουν οἱ γεωργοὶ
φοβᾶται νὰ φυτρώσῃ,