Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/59

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


29
ΜΟΥΧΡΩΜΑ

Φυσάει τ’ ἀεράκι μ’ ἀνάλαφρη φόρα
Καὶ τὲς τριανταφυλλιὲς ἀργὰ σαλεύει·
Στὲς καρδιὲς καὶ στὴν πλάση βασιλεύει
Ρόδινο σούρουπο, ὥρα μυροφόρα,
Χρυσὴ θυμητικῶν ὀνείρων ὥρα,
Ποῦ ἡ ψυχὴ τὴ γαλήνη προμαντεύει,
Τὴν αἰώνια γαλήνη, καὶ ἀγναντεύει
Σὰ γιὰ στερνὴ φορὰ κάθε της γνώρα
Ἀξέχαστη· ξανθὲς κρινοτραχῆλες
Ἀγάπες, γαλανὰ βασιλεμένα
Μάτια ὀγρὰ καὶ φιλιὰ καὶ ἀνατριχίλες
Καὶ δάκρυα· πλάνα δῶρα ζηλεμένα
Τῆς ζήσης ποῦ ἀχνοσβυέται καὶ τελειόνει
Σὰν τὸ θαμπὸ γιουλὶ ποῦ ὀλοένα λυόνει.

12 ΦΕΒΡ. 99


30
ΧΑΡΑΥΓΗ

Ἀχνά, σὰν τὸ ροδόβαμμα μιᾶς πρώτης
Ἀνήξερης ἀγάπης, ξημερόνει·
Τὴν ἀπάρθενη θάλασσα φουσκόνει
Σὰ γλυκοανασμὸς πάναγνης νιότης,
Καὶ σὰν ἄνθια κυλάει τὸν κάτασπρό της
Ἀνάλαφρον ἀφρό, καὶ ἡ γῆς ἀσκόνει
Τὴ λευκὴ καταχνιὰ καὶ φανερόνει
Τὴν ὀμορφάδα τῆς αἰωνιότης
Ἄγγιχτη, ἀφίλητη, ἀθώρητη. Μένει
Σαστισμένη ἡ ψυχὴ στὴ δροσεράδα
Τοῦ ἀγέρος ποῦ ὅσο πάει καὶ ἀσπρογαλιάζει·
Τὸ πάθος ξεστοχάει καὶ ἀναγαλλιάζει,
Σὰν ὁ ἄγριος κρίνος ποῦ ξανοίγει ἀράδα,
Στὴν ἄπειρη ὡραιότη ἐρωτεμένη.

26 ΜΑΡΤ. 99

45