Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
Ο ΝΥΜΦΙΟΣ
—Ιδου ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Στὴ σκοτεινιὰ ποῦ ὁλόγυρά μου ἁπλώνει
τρέμει θαμπὸ τἀσημοκάντηλό μου·
καὶ ’δῶ ὅπου ἀσυντρόφιαστη καὶ μόνη
ἀποτραβιοῦμαι, νοιώθω νὰ ζυγώνῃ
τὸ σύγκρυο ἀναφτέριασμα τοῦ τρόμου.
—Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Ὁ χνουδωτὸς καντηλοσβύστης πάει
στὸ φῶς, ποῦ τὸν τραβάει, πάει καὶ πέφτει·
φάντασμα καλοθύμητο περνάει
μ’ ἀνάλαφρον ἀνάσυρμα καὶ πάει
καὶ πνίγεται στὰ βάθη ἑνὸς καθρέφτη.
—Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…
Μὲ νῆμ’ ἀνεμοκλώστινο ἡ ἀράχνη
τῆς ἔγνοιας πλέκει στὴν καρδιά μου δίχτυ·
σὰν κάποιο χέρι κρούσταλλο μοῦ ψάχνει
τῶν σπλάχνων μου τὰ σπλάχνη—μὰ οὔτε ἄχνη
μ’ οὐδ’ ἀνεπνιὰ γρικάω τὸ μεσανύχτι.
71