Σελίδα:Ελεγεία και Σάτιρες.djvu/17

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.


ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...

Φύγε κι ἄσε με μοναχό, ποὺ βλέπω νὰ πληθαίνη
ἀπάνω ἡ νύχτα, καὶ βαθιὰ νὰ γίνωνται τὰ χάη.
Οὔτε τοῦ πόνου ἡ θύμηση σὲ λίγο πιὰ δὲ μένει,
κ' εἶμαι ἄνθος ποὺ φυλλορροεῖ στὸ χέρι σου καὶ πάει.

Φύγε καθὼς τὰ χρόνια κεῖνα ἐφύγανε, ποὺ μόνον
μιὰ λέξη σου ἤταν, στὴ ζωή, γιὰ μένα σὰν παιάνας.
Τώρα τὰ χείλη μου διψοῦν τὸ φίλημα τῆς μάνας,
τῆς μάνας γῆς, καὶ ἀνοίγονται στὸ γέλιο τῶν αἰώνων.

Φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ τὴν ἄπειρη γαλήνη!
Ταράζει καὶ ἡ ἀνάσα σου τὰ μαῦρα τῆς Στυγὸς
νερά, ποὺ μὲ πηγαίνουν, ὅπως εἶμαι ναυαγός,
ἐκεῖ, στὸ ἀπόλυτο Μηδέν, στὴν Ἀπεραντοσύνη.

14