Σελίδα:Διηγήματα (Αξιώτης).pdf/92

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
— 86 —

μαθές, ὄχι πῶς εἶνε θυατέρα μου, μά νε ὀμορφοῦλα — τὴν ἐγάπησενε ὁ Σωτήρης ὁ Σκουλάξινος, καλὸ νοικοκιουρόπαιδο, καὶ τά χαμε σκεδὸ τελειωμένα καὶ σὰν ἦρθεν ὁ κόμπος στὸ χτένι, πῶς ἐγὼ εἶπα νὰ κρατήξω τ’ ἀμπέλι τσὴ Φτελιᾶς γιὰ τὴ δεύτερή μου τὴν Ἀννέζα, ἐχόλιασενε κ’ ἐτραβήχτηνε· ἀκούς, ἀφεντικό, πράματα! Ἐθύμωσα κ’ ἐγώ, ἐχάλασενε, μαθές, ἡ καρδιά μου κ’ ἐχάλασενε καὶ ἡ δουλιά. Νὰ ἀγάπες! Μὰ καὶ τοῦ Νικόλα τοῦ Κολάκα δὲν τοῦ κάμαν τὰ ἴδια γιὰ τὴ θυατέρα του; Μόνι τὸν παρὰ ἀγαποῦνε τώρ’ ἀφεντικό, καὶ στὸ μεγάλο κόσμο καὶ στὸ μικρό· δὲ λογαριάζουνε, μαθέ, τὸν ἄθρεπο, παρὲ μόνι τὴ ζέπη του βλέπουνε· ἡ ἀγάπες τώρα εἶνε μόνι στὰ χείλια, καὶ τὰ τραούδια τοῦ ἔρωτα εἶνε μόνι στὰ χαρτιὰ γραμμένα, ὄχι στὴν καρδιὰ μέσα. Καὶ ἐτελείωσε τὰ γνωμικά του μ’ ἕνα — Ὄξ, ντέ! ποῦ ἐφώναξε τοῦ μουλαριοῦ, ἀφοῦ τοῦ ἐτίναξε ἀπὸ πίσω μιὰ μὲ τὴ δράφη του.

Ἐσιώπησεν ὁ Βασίλης, ἐγὼ ὅμως, ὁποῦ ἤθελα τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, τὸν ἀρώτησα.

— Καὶ ὕστερα τὶ ἀκολούθησε μὲ τὴν Σμαραγδοῦλα;

— Ἡ Δεκοχτοῦρα (γιατὶ αὐτὸ τ’ ὄνομα τῆς ἐδώκανε) ἐκλειδώθηκε καὶ δὲν ἤθελε νὰ διῇ κανεί. Καὶ ἄλλαξε πολὺ ἀπὸ τότες· μηδὲ γέλοια, μηδὲ χωρατά, μηδὲ τίποτα. Ἐγίνηκε ἄλλη γυναῖκα, ὡς καὶ δακρυσμένη ἤτυχε νὰ τὴ διοῦνε. Δὲν μποροῦσε νὰ ξεχάσῃ ὅ,τι ἐγίνηκε, καὶ ἄλλοι ἐλέανε πῶς ἤκλαιε γιὰ τὴν προσβολή, ἄλλοι πῶς ἐλυπότανε πῶς ἤχασεν τὸ Ζώη. Γιατὶ ὁ Ζώης ἔφυε ἀπὸ τὸ νησὶ εὐτὺς καὶ γιὰ πολὺν καιρό, δὲν ἤξερεν κανεὶς τὶ ἐγίνηκε. Ἐμάθανε, ὕστερ’ ἀπὸ καιρὸ πῶς ἐταξείδευενε μὲ Ἰγγλέζικα καὶ Ἀμερικάνικα καράβια. Ὕστερα πάλι ἀκούστηκε πῶς σὲ κάποια πολιτεία ἐσμίξανε, σὲ μιὰ ταβέρνα, ὁ Ζώης, ὁ Μόρφος κ’ ἕνας ἀξάδερφος τσῆ Δεκοχτούρας, πῶς ἐλοοφέρανε γιὰ τὴν προσβολὴ ποῦ ἤκαμεν ὁ Ζώης στὴ Δεκοχτοῦρα καὶ πῶς οἱ